Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

«ΕΚΧΕΩ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΟΥ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ»

 (Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής)

                                                    ΛΑΜΠΡΟΥ  ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

        Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι ένας ξεχωριστός σταθμός στον εορτολογικό κύκλο του ενιαυτού για την Εκκλησία μας. Αυτή μαζί με το Πάσχα αποτελούν τις αρχαιότερες εορτές, οι οποίες ανάγονται ως τους αποστολικούς χρόνους. Η μεγάλη αυτή εορτή προβάλλει ως ανακεφαλαίωση του λυτρωτικού επί γης έργου του Σωτήρος μας Χριστού και ως νέα δυναμική αφετηρία της υλοποιήσεως και ολοκληρώσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας.

       Η εορτή της Πεντηκοστής συστήθηκε από την Εκκλησία μας, μαζί με πολλές άλλες εορτές, υπό την επίδραση αντίστοιχης εορτής του Ιουδαϊσμού, φυσικά με εντελώς άλλο νόημα και περιεχόμενο, όπως τονίζει ο άγιος Αυγουστίνος (Epist.55). Οι Εβραίοι πράγματι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή, η οποία απείχε πενήντα ημέρες από την εορτή του νομικού Πάσχα. Ονομάζονταν «Εορτή των Εβδομάδων» (Εξ.34,22 και Δευτ.16,10) και ποιούνταν κατ’ αυτήν η μνεία της χορηγήσεως του Νόμου στον Μωυσή, πενήντα ημέρες από τον εορτασμό του πρώτου Πάσχα στην έρημο του Σινά (Εξ.19,1). Διαρκούσε μία ημέρα και προσφέρονταν οι απαρχές της νέας συγκομιδής των καρπών της γης, τα  «πρωτογεννήματα» στο ναό της Ιερουσαλήμ, ως ευχαριστία στο χορηγό των αγαθών Θεό.

      Με την εορτή της νομικής αυτής εορτής συνέπεσε το μεγάλο γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, πενήντα ημέρες μετά την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όπως μας εξιστορεί με ακρίβεια ο θεόπνευστος συγγραφέας των «Πράξεων των Αποστόλων», ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της πεντηκοστής ήσαν άπαντες (οι απόστολοι) ομοθυμαδόν επί τω αυτό. Και άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πεύματος  Αγίου, και ήρξατο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2,1-4).

       Το μέγα και θαυμαστό γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος είναι μια από τις σπάνιες θεοφάνιες της ιστορίας. Ο Θεός Παράκλητος, υπό ορατή μορφή «γλωσσών ωσεί πυρός», κατήλθε στη γη, για να αποτελειώσει το έργο της σωτηρίας μας, ως συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Δε θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι θαυμαστή η χαρμόσυνη κάθοδός Του. Έπρεπε οι άγιοι απόστολοι να νοιώσουν αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, προκειμένου ολόκληρη η ψυχοσωματική τους υπόσταση να πλημμυρίσει από την θεία ενέργεια, ώστε να μην μείνει σ΄ αυτούς η παραμικρή αμφιβολία ότι η αποστολή τους ήταν θεόσταλτη. Να αποβάλλουν από μέσα τους όλους εκείνους τους ενδοιασμούς που είχαν ως τότε, σχετικά με το θείο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα Χριστού και να απαγκιστρωθούν πλήρως από τις κοντόφθαλμες μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις περί του Μεσσία. Μόνο με αυτή την οντολογική τους βάπτιση με την ενέργεια και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητας.

        Ο Κύριος πριν το εκούσιο πάθος Του είχε προαναγγείλει στους μαθητές Του για την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος και τα θαυμάσια αποτελέσματά της στην ανθρωπότητα.. «Καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ’  ύψους» (Λουκ.24,48) τους παρήγγειλε. Κατά την διάρκεια της δραματικής ομιλίας

Του, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, μετά το μυστικό δείπνο, τους έδωσε τη μεγάλη και ελπιδοφόρα υπόσχεση πως όταν Αυτός απέλθει από τον κόσμο θα στείλει τον Παράκλητο να είναι μαζί τους ενδυναμωτής, φωτιστής, παρήγορος και οδηγός έως τη συντέλεια του κόσμου, «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμπψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,26). Είναι χαρακτηριστική μια ακόμη φράση Του: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι. Όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,12-13). Η κατανόηση του θείου λόγου του Χριστού θα είναι έργο του Παρακλήτου. Το κριτήριο αλήθειας της Εκκλησίας θα είναι η εσαεί παρουσία Του σ’ Αυτήν. Αυτή είναι μια ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους οι οποίοι «διαπιστώνουν» πλάνες στην αγία Εκκλησία, ως ευθεία βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο ενυπάρχει στην Εκκλησία για να την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»!

      Είναι επίσης αξιοπαρατήρητο το γεγονός ότι ο Κύριος υποσχέθηκε μεταμορφωτική ενδυνάμωση στους μαθητές Του «λήψασθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος» (Πράξ.1,8). Όντως, Το μεγάλο θαύμα συντελέσθηκε ευθύς, αφότου «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ.2,4). Οι πρώην φοβισμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν.20,19) απόστολοι, μεταμορφώθηκαν σε ισχυρές προσωπικότητες, σε χαλύβδινους χαρακτήρες, σε άκαμπτους τύπους, σε άφοβους και διαπρύσιους κήρυκες του νέου θείου μηνύματος. Άνοιξαν αμέσως τα ερμητικά ολόκλειστα πορτοπαράθυρα του υπερώου και από το άδυτο κρησφύγετό τους εμφανίστηκαν στους εξώστες κηρύττοντας με πρωτοφανές θάρρος στα πλήθη τον Αναστάντα Κύριο!

       Ο επικεφαλής των αποστόλων Πέτρος κήρυξε στους εκστατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη από διάφορα μέρη του κόσμου, εξηγώντας τους το εξαίσιο θαύμα της ημέρας και κύρια το θαυμαστό φαινόμενο της γλωσσολαλιάς, το οποίο δεν ήταν προϊόν μέθης, όπως υποστήριζαν κάποιοι, αλλά πλήρωση των δωρεών του Θεού. Τόνισε ιδιαίτερα πως αυτό είναι εκπλήρωση επαγγελιών Του, δια των προφητών Του και ιδίως του Ιωήλ, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε μεταφέρει τα λόγια του Θεού ως εξής: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται΄ και επί τους δούλους μου και τας δούλας μου  εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του Πνεύματός μου… και έσται πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ιωήλ3,1-3). Ο θεόπνευστος προφήτης, αφού είχε προφητεύσει με τρόπο αλληγορικό, μα αξιοθαύμαστο την κακοδαιμονία της μεταπτωτικής προχριστιανικής εποχής, αναγγέλλει τον ερχομό του Παρακλήτου, ο Οποίος εγκαινιάζει μια νέα εποχή, πλημμυρισμένη από τις σωτήριες χάρες και δωρεές του Θεού. Από εκείνη την ευλογημένη ημέρα αρχίζει η νέα εσχατολογική περίοδος της ιστορίας, η οριζόμενη στη θεολογία μας ως «Ογδόη Ημέρα», οποία με έναν ασήμαντο σταθμό, το σωματικό θάνατο των πιστών, εκτείνεται στους ατελεύτητος αιώνες.

      Η ημέρα της Πεντηκοστής θεωρείται ως η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας. Όντως, το πύρινο και εμπνευσμένο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου καρποφόρησε στις ψυχές των χιλιάδων ακροατών του. Σαν τα φρυγμένα από τη δίψα ελάφια, σύμφωνα με έκφραση του Ψαλμωδού (Ψαλμ.41,1), προσέλαβαν τη σωτήρια ομιλία, ως ουράνιο βάλσαμο. «Ακούσαντες κατενύγησαν τη καρδία» (Πράξ.2,37». Πίστεψαν και βαπτίσθηκαν αυθημερόν. «Ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πραξ.2,41), αφού «έλαβον την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος» (Πραξ.2,39). Είναι

επίσης σημαντικό ότι ο απόστολος Πέτρος τους επισήμανε πως «υμίν γαρ εστιν η επαγγελία και τοις τέκνοις υμών και πάσι τοις εις μακράν» (Πράξ.2,39), θέλοντας να τονίσει τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της εν Χριστώ σωτηρίας.

       Το γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής αποτελεί για την Εκκλησία μας πρωταρχική αφετηρία για την μετέπειτα πορεία Της στους αιώνες. Ο Θεός Παράκλητος είναι πια ο κύριος της Εκκλησίας από εκείνη την ευλογημένη ημέρα και οδηγεί το σωτήριο σκάφος ασφαλώς στη σωστική του πλεύση. Αυτός δίνει ζωή στους πιστούς και δύναμη να πορεύονται προς τη σωτηρία. «Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, τονίζει ο απόστολος Παύλος, ούτοι εισίν υιοί Θεού. Ου γαρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν΄ αββά ο πατήρ. Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ.8,114-17). Αυτός ο περίφημος περιεκτικός αποστολικός λόγος εκφράζει με τον καλλίτερο τρόπο την άφατη ευλογία, που λάβαμε την αγία ημέρα της Πεντηκοστής. Χάρις στην έλευση του Θεού Παρακλήτου, από δούλοι της αμαρτίας, γίναμε όχι απλά ελεύθεροι, αλλά τέκνα και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Κυρίου Ιησού Χριστού. Απολαμβάνουμε πια τη θεία υιοθεσία (Γαλ.4,5). Μεγαλύτερη ευεργεσία από αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

     Η παρουσία του Παναγίου Πνεύματος είναι εμφανής στην Εκκλησία και την ιστορία. Αντικειμενική μελέτη της πορείας του κόσμου στο χρόνο και το χώρο αποδεικνύει περίτρανα, πως αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον της προ της Πεντηκοστής περιόδου. Ο Θεός είναι πια μαζί μας και οι ακένωτες χάριτές Του πλημμυρίζουν τον κόσμο και ολάκερη την πλάση Του. Η αξιολογικά κατιούσα πορεία της προχριστιανικής περιόδου όχι μόνο σταμάτησε, αλλά, χάρις στην αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου, παραμερίζεται σταδιακά και σταθερά η κακοδαιμονία του κόσμου και ξαναβρίσκει αυτός τη σωστή του θέση στη θεία πλάση. Το ανθρώπινο γένος ξαναβρήκε την αυθεντική του φύση, όπως αυτή βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του. Η αγία Εκκλησία είναι πια το θείο εργαστήριο όπου τελεσιουργείται η σωτηρία και η θέωση των ανθρωπίνων προσώπων. Το ενδημούν σε Αυτή Άγιο Πνεύμα αγιάζει και κεχαριτώνει όλους όσους ελεύθερα αποφασίσουν να σωθούν. Η δική τους απόφαση και προσπάθεια μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνονται σε σωστική πορεία, χάρις στις ακένωτες δωρεές και τα χαρίσματα Εκείνου. Στη θεολογική γλώσσα η σωτηρία μας απορρέει από την απολυτρωτική θυσία του Χριστού, ενεργοποιημένη από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.

      Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατανόησαν νωρίς τη μεγάλη σημασία του γεγονότος της Πεντηκοστής. Τρανό παράδειγμα, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η αρχαιότητα της μεγάλης εορτής και η βάπτιση των κατηχουμένων κατ’ αυτήν. Ο ιερός Χρυσόστομος, σε μια υπέρμετρη ενθουσιαστική του έξαρση για τη σπουδαιότητα της εορτής, τόνισε πως «δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν» (P.G.50,454)! Πρέπει η ζωή μας να είναι μια διαρκής Πεντηκοστή. Να ζούμε αδιάκοπα το μυστήριο των δωρεών και χαρίτων του Παναγίου Πνεύματος. Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ, επισημαίνοντας τον ζωοδότη ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία του Θεού τονίζει: «ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία΄ ει δε συνίσταται η Εκκλησία, εύδηλον ότι Πνεύμα πάρεστιν» (P.G.50,459). Με άλλα λόγια το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τόνισε ιδιαζόντως τον σωστικό ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία και ύμνησε με την άφθαστη ποιητική του γραφίδα την θεσπέσια εορτή της Πεντηκοστής. Σε έναν από τους πολλούς ποιητικούς του λόγους έγραψε:

«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν… Τούτο το Πνεύμα συνδημιουργεί μεν Υιώ και την κτίσιν και την ανάστασιν…» (P.G.36,436)!

 

       Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι λοιπόν για τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα μας τους Ορθοδόξους πιστούς, οι οποίοι αποτελούμε την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, ένας σημαντικός σταθμός εορταστικής ευωχίας και πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού. Κατά την λαμπρή ακολουθία της γονυκλισίας, η οποία τελείται με ευλάβεια στους ναούς αυτή τη μεγάλη ημέρα, κλίνουμε ταπεινά τα γόνατά μας, προκειμένου να προσκυνήσουμε τον ουράνιο Βασιλέα, το Θεό Παράκλητο, να μας αγιάσει. Να έλθει να σκηνώσει στις ψυχοσωματικές μας υπάρξεις και να μας καθαρίσει από όλες τις βρωμερές κηλίδες, που λερώνουν την αυθεντική θεοδημιούργητη φύση μας. Τον παρακαλούμε ευλαβικά να φωτίσει τη σκοτισμένη από την αμαρτία και τις αμαρτωλές μας έξεις διάνοιά μας και να μας πληρώσει με θείο φωτισμό γνώσεως και επίγνωσης του μόνου αληθινού Θεού. Τον ικετεύουμε να μας πλημμυρίσει με τα ακένωτα θεία χαρίσματά Του και να μας γεμίσει με τις ουράνιες θεόσταλτες δωρεές Του, ώστε η ύπαρξή μας να μεταβληθεί σε θεοειδές έσοπτρο της δικής Του καθαρότητας και αγιότητας. Έχουμε απόλυτη ανάγκη της διαρκούς παρουσίας Του στη ζωή μας για να μπορούμε, χάρις σ’ Αυτόν, να πορευόμαστε στον επίγειο και εφήμερο βίο μας με ασφάλεια, να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, ο οποίος «όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄Ιωάν.5,19) νικηφόρα και να σωζόμαστε από «της γενεάς της σκολιάς ταύτης» (Πράξ.2,41), ασφαλώς, όπως τρανώς διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος την αγία ημέρα της Πεντηκοστής. 

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού 

       Η πολυτάραχη εικονομαχική περίοδος (726-843 μ. Χ.) ανέδειξε μια πλειάδα αγίων ομολογητών στην Εκκλησία μας, οι οποίοι ομολογώντας την σώζουσα πίστη της, υπέστησαν φοβερά μαρτύρια και πολλοί από αυτούς έχασαν και αυτή τη ζωή τους. Ένας από τους μεγάλους ομολογητές αυτής της περιόδου υπήρξε και ο άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 758 από ευγενείς γονείς, τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η προσήλωση στην Ορθοδοξία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Θεόδωρος και ήταν βασιλικός γραμματέας και νοτάριος στο Ιερό Παλάτιο και η μητέρα του ονομαζόταν Ειρήνη. Είχαν και οι δυο τους υποστεί σκληρούς διωγμούς από τους εικονομάχους αυτοκράτορες, λόγω της σύνταξής τους στην μερίδα των Ορθοδόξων. Ο πατέρας του είχε εξορισθεί από τον Κωνσταντίνο Ε΄ τον Κοπρώνυμο (741-775) στην περιοχή Μύλασσα της Καρίας και μετά στη Νίκαια, όπου μετά από έξι χρόνια ταλαιπωρίας πέθανε εκεί εξόριστος.

      Παρ’ όλες τις διώξεις τους, φρόντισαν να δώσουν στο Νικηφόρο καλή εκπαίδευση. Μάλιστα φάνηκαν νωρίς τα φυσικά του προσόντα και οι ικανότητές του, ώστε κλήθηκε στο παλάτι και ανέλαβε βασιλικός γραμματέας, μετά το θάνατο του φανατικού εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ (775), από την Ειρήνη την Αθηναία. Όμως σύντομα παραιτήθηκε από την υψηλή του θέση για να ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία του, να γίνει μοναχός. Έτσι αποσύρθηκε σε κάποιο λόφο απέναντι από το Θρακικό Βόσπορο, όπου εκάρη μοναχός και επικεφαλής μικρής αδελφότητα διήγε το βίο της ασκήσεως και των αρετών.

        Γρήγορα έγινε γνωστή η φήμη του για τις αρετές του και την αγιότητά του. Γι’ αυτό κλήθηκε να διευθύνει ένα μεγάλο πτωχοκομείο της Βασιλεύουσας. Ως διευθυντής στο ίδρυμα αυτό έδειξε ασυνήθιστη δραστηριότητα. Φρόντισε να ανακουφίσει χιλιάδες αναξιοπαθείς ανθρώπους από την πείνα, τις ασθένειες και την εγκατάλειψη. Η φήμη του έγινε ακόμη μεγαλύτερη από το σπουδαίο αυτό κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο.

        Στις 25 Ιανουαρίου 806 κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος (730-806). Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος ο Λογοθέτης (803-811) επέλεξε ως διάδοχό του στον πατριαρχικό θρόνο τον Νικηφόρο. Έτσι με την ψήφο κλήρου και λαού εξελέγη Πατριάρχης, στις 5 Απριλίου του 806. Χειροτονήθηκε επίσκοπος και ενθρονίστηκε στις 12 του ιδίου μηνός, την ημέρα του Αγίου Πάσχα.

        Ο Νικηφόρος θεώρησε τη νέα του υψηλή θέση, ως σπάνια ευκαιρία για να διακονήσει την Εκκλησία του Χριστού. Ανάλωσε κυριολεκτικά τη ζωή του στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Τον βοήθησε η σχετική ηρεμία, που επικρατούσε στο Κράτος και την Εκκλησία, αφού από το έτος 787 εφαρμόστηκαν οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ως το 815. Τόσο ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, όσο και οι διάδοχοί του Σταυράκιος (811) και Μιχαήλ Ραγκαβές (811-813) έτρεφαν σεβασμό στο πρόσωπό του και τον άφηναν ελεύθερο να επιτελεί το ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο. Όμως το 815 ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (815-820), φανατικός πολέμιος των Ιερών Εικόνων, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη φάση της εικονομαχικής περιόδου.

       Ο άγιος Νικηφόρος εκδήλωσε φανερά και δυναμικά την αντίθεσή του στην εκκλησιαστική πολιτική του Λέοντος, ο οποίος μισούσε με πάθος τους ορθοδόξους και είχε αρχίσει τις διώξεις εναντίον τους. Παρέλαβε τους ορθοδόξους επισκόπους: όσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, Άγιο Ευθύμιο Σάρδεων, Ευδόξιο Αμορίου, Άγιο Μιχαήλ Συνάδων και Άγιο Ιωσήφ

Θεσσαλονίκης και πήγαν στο παλάτι, προκειμένου να ελέγξουν τον ασεβή αυτοκράτορα και να προσπαθήσουν να τον συνεφέρουν στην Ορθοδοξία. Ο άγιος Νικηφόρος έδειξε ασυνήθιστη παρρησία και θάρρος ενώπιον του σκληρού Λέοντος.

      Η απόπειρά τους αυτή στέφτηκε με αποτυχία. Ο αυτοκράτορας έμεινε αμετάπειστος στην εκκλησιαστική του πολιτική. Έδωσε διαταγή να συλληφθεί ο Πατριάρχης και οι υπόλοιποι επίσκοποι, που τον ακολούθησαν, καταδικάζοντάς τους σε εξορία. Ο Νικηφόρος εξορίστηκε στην αρχή στην πόλη Χρυσούπολη και αργότερα οδηγήθηκε στη μονή του αγίου Θεοδώρου στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε με τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, όπου ήταν εξορισμένος, λόγω του ομολογιακού του φρονήματος κατά των εικονομάχων.

         Το 820 δολοφονήθηκε ο Λέων και ανήλθε στο θρόνο ο Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820-829), ο οποίος ήθελε να ηρεμήσει το κράτος, ακολουθώντας μετριοπαθή πολιτική. Γι’ αυτό αποφάσισε να ανακαλέσει τον Νικηφόρο από την εξορία. Του υποσχέθηκε την αποκατάστασή του στον πατριαρχικό θρόνο, με την προϋπόθεση να αναγνωρίσει την ήδη υφιστάμενη κατάσταση στην Εκκλησία, δηλαδή να συνεχιστεί η εικονομαχία και να μη ζητήσει εφαρμογή των όρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Να μην ανακινήσει θέμα αναστηλώσεως των Ιερών Εικόνων. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε κατηγορηματικά να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του εικονομάχου αυτοκράτορα, ανταλλάσοντας την εγκόσμια δόξα με την ομολογία της σώζουσας πίστης. Θεώρησε ως καθήκον του να μη συμβιβαστεί με την πλάνη και την ασέβεια. Ο αυτοκράτορας υπέγραψε την οριστική έκπτωσή του από τον πατριαρχικό θρόνο και την εκ νέου εξορία του. Έμεινε στην εξορία για εννέα χρόνια, θεωρώντας τα κακοπαθήματά του ως ύψιστη ευλογία του Θεού. Εκεί κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 829. Μετά την παύση της εικονομαχίας ανακηρύχτηκε άγιος και ομολογητής. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου.

        Ο άγιος Νικηφόρος ανήκει αναμφίβολα  στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο οποίος όρθωσε το ανάστημά του στους ισχυρούς της εξουσίας, σε μια στιγμή που κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη. Με ζήλο και ενθουσιασμό αγωνίστηκε κατά της εικονομαχίας, η οποία ήταν στην ουσία η συνέχιση των χριστολογικών αιρέσεων των προηγουμένων αιώνων. Η άρνηση του εικονισμού του Χριστού σήμαινε την άρνηση της ανθρώπινης φύσης Του. Ο άγιος Νικηφόρος, ως άριστος Θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, συνέβαλε τα μέγιστα για την αντίκρουση της πλάνης των εικονομάχων. Μέσα στην λαίλαπα των διώξεών του έγραψε περισπούδαστα έργα, όπως: «Σύντομος Ιστορία», «Χρονολογικόν σύντομον», «Στιχομετρία», «Λόγοι αντιρρητικοί», «Επιστολαί» και διάφοροι εκκλησιαστικοί κανόνες.

      Τόσο ο άγιος Νικηφόρος, όσο και οι άλλοι ομολογητές επίσκοποι αυτής της ταραγμένης περιόδου αποτελούν, (πρέπει να αποτελούν), τα πρότυπα των κατοπινών και των σημερινών Επισκόπων!    

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Μεταξύ των χιλιάδων Νεομαρτύρων, οι οποίοι ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους, στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, συγκαταλέγονται και ορισμένοι, οι οποίοι προέρχονταν από τους αλλόθρησκους τούρκους. Ένας από αυτούς υπήρξε ο ηρωικός Νεομάρτυς άγιος Κωνσταντίνος εξ Αγαρηνών.

       Γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο νησί της Λέσβου, στην κοινότητα Υψηλομέτωπου από τούρκους και μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, γονείς. Ήταν ένα χαριτωμένο και πανέμορφο παιδί, το οποίο όσο μεγάλωνε, τόσο αναδεικνύονταν τα ψυχικά του χαρίσματα και τα ασυνήθιστα σωματικά του κάλλη. Άλλοι τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν και άλλοι τον ζήλευαν και τον μισούσαν.

      Όταν έγινε δεκαπέντε χρονών, κάποια τουρκάλα γειτόνισσά του, παρασυρμένη πάθος της ζήλιας και του φθόνου αποφάσισε να τον θανατώσει. Κάποια μέρα συνέλαβε ένα πανούργο σχέδιο, έφτιαξε γλυκό, στο οποίο έβαλε δηλητήριο και το πρόσφερε στον ωραίο νεαρό. Εκείνος το έφαγε και αμέσως άρχισαν οι παρενέργειες της δηλητηρίασης. Πάλεψε για μέρες, αλλά στο τέλος σώθηκε μεν από το θάνατο, αλλά έμεινε τυφλός και παράλυτος, καθηλωμένος στο κρεβάτι. Και σαν να μην έφθανε αυτό, προσβλήθηκε και από ευλογιά, και έδινε μάχη να κρατηθεί στη ζωή.

       Μια άλλη γειτόνισσά του χριστιανή, τον συμπόνεσε και πήγε στο σπίτι του με ένα δοχείο με αγίασμα, προτείνοντας στη μητέρα του να τον νίψει με αυτό. Η μουσουλμάνα μητέρα του, μέσα στην απόγνωσή της και βλέποντας το παιδί της να πεθαίνει, ώρα την ώρα, δέχτηκε. Το θαύμα έγινε, αμέσως άρχισε η ανάρρωση και σε λίγες ημέρες έγινε εντελώς καλά! Είδε ξανά το φώς του και σηκώθηκε από το κρεβάτι!  

       Μετά λίγο καιρό πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του παντρεύτηκε άλλο άνδρα μουσουλμάνο, κακό και μέθυσο, ο οποίος συμπεριφέρονταν βάναυσα στον ίδιο και τα τρία αδέλφια του. Μη μπορώντας να αντέξουν το ξύλο και τη βαναυσότητα του πατριού τους τα τέσσερα αδέλφια αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη Σμύρνη. Εκεί για να ζήσουν ασχολήθηκαν με το εμπόριο λαχανικών.

      Μεταξύ των πελατών τους ήταν και ο Μητροπολίτης Σμύρνης, στον οποίο προμήθευε λαχανικά, πηγαίνοντάς τα ο μετέπειτα ονομασθείς Κωνσταντίνος. Κατά τις τακτικές επισκέψεις του στη Μητρόπολη εξοικειώθηκε με τους Χριστιανούς και άκουγε όμορφες συζητήσεις και χρήσιμες συμβουλές, άγνωστες στους ομοθρήσκους του τούρκους. Τακτικά τύχαινε να δει πως εόρταζαν οι Χριστιανοί τις μεγάλες γιορτές τους, οι οποίες του προξενούσαν μεγάλη εντύπωση και συγκρίνοντάς τες με αυτές της θρησκείας του, τις έβλεπε ανώτερες, με ασύγκριτο πνευματικό βάθος και νόημα. Κάθε φορά που παρακολουθούσε χριστιανική εορτή, γέμιζε η ψυχή του από ανεξήγητη χαρά και αγαλλίαση. Συχνά έπιανε συζήτηση με σεβάσμιους κληρικούς της Μητροπόλεως, συζητώντας για πνευματικά θέματα και ζητώντας απαντήσεις σε απορίες του.

      Κάποια μέρα βρήκε μόνο του έναν γέροντα πνευματικό, τον οποίο παρακάλεσε να του διαβάσει κάτι πνευματικό από τα ιερά βιβλία του Χριστιανισμού. Ο γέροντας δεν είχε μαζί του τα γυαλιά του και ο νεαρός μουσουλμάνος έτρεξε να του φέρει, για να μη χάσει την ευκαιρία να ακούσει πνευματικά λόγια, που αγνοούσε. Ο σεβάσμιος γέροντας άρχισε να του διαβάζει αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και Συναξάρια αγίων. Παράλληλα του μιλούσε για το Χριστό και την σωτηρία, μέσω της Εκκλησίας Του. Η συζήτηση διήρκησε πολλές

ώρες. Ο νεαρός μουσουλμάνος κατενθουσιάστηκε από όσα άκουσε, εντυπώνοντάς τα στην ψυχή του.

     Όταν έφυγε από τη Μητρόπολη αισθάνθηκε ότι κάτι σημαντικό άλλαξε μέσα του. Είχε αγαθή ψυχή και φόβο Θεού. Φαίνεται πως τον καιρό που η ευσεβής γειτόνισσα τον  ένιψε με τον αγιασμό τον επισκέφτηκε η θεία χάρις, οδηγώντας τον στη σωτηρία. Καθ’ οδόν για το σπίτι του πήρε τη μεγάλη απόφαση να αλλαξοπιστήσει και να γίνει Χριστιανός, διότι πείστηκε για την ανωτερότητα της χριστιανικής πίστεως. 

      Δεν πέρασε πολύς καιρός όπου παράτησε το εμπόριο των λαχανικών, αποχαιρέτησε τα αδέλφια του και αναχώρησε για το Άγιο Όρος για να πραγματοποιήσει τον μεγάλο και σωτήριο σκοπό του. Έφτασε στη Νέα Σκήτη, όπου αναζήτησε έναν έμπειρο πνευματικό να εξομολογηθεί και να κατηχηθεί, ώστε να ακολουθήσει η βάπτισή του. Με δάκρυα στα μάτια εξομολογήθηκε και ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα. Ο πνευματικός του τον κράτησε για λίγες ημέρες κοντά του, διδάσκοντάς του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και συζητώντας μαζί του ώρες ολόκληρες. Ο νεαρός μουσουλμάνος ζούσε ένα όνειρο, την ανείπωτη χαρά του την εκδήλωνε με ποταμούς δακρύων.

     Ο πνευματικός κράτησε μυστικό την επιθυμία του νεαρού να γίνει Χριστιανός για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Κατόπιν το ανέφερε στους προϊσταμένους της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, οι οποίοι χάρηκαν και δόξασαν το Θεό για την μεταστροφή του αλλόθρησκου νέου. Ταυτόχρονα τους κατέλαβε σοβαρός προβληματισμός, αναλογιζόμενοι τις φοβερές συνέπειες που θα υφίσταντο αν μαθεύονταν το γεγονός της μαθητείας και βαπτίσεως μουσουλμάνου.  Σημειώνουμε πως η σαρία, δηλαδή ο ισλαμικός νόμος προβλέπει την ποινή του θανάτου για όποιον αρνιέται το Ισλάμ και για όποιους τον βοηθήσουν.

     Οι πατέρες του Αγίου Παύλου αποφάσισαν να τον στείλουν στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου ήταν το κέντρο της αγιορείτικης πολιτείας και είχε πολλούς και σοφούς γέροντες, για να χειριστούν το θέμα. Οι πατέρες της Λαύρας τον καλοδέχτηκαν, τον περιποιήθηκαν, ωστόσο δεν τόλμησαν και αυτοί να τον βαπτίσουν. Μάλιστα κάποιοι από τους πατέρες νόμισαν πως επρόκειτο για παγίδα των τούρκων, ότι ήταν βαλτός να λάβει εικονικό βάπτισμα, για να βρουν την αφορμή να καταστρέψουν τη Μονή.

      Την εποχή εκείνη βρισκόταν στο Άγιο Όρος εξόριστος ο Πατριάρχης άγιος Γρηγόριος Ε΄, σε μια από τις πολλές εκθρονίσεις και εξορίες του. Σ’ αυτόν τον έστειλαν οι πατέρες, δίνοντάς του και πέντε αργύρια ως βοήθημα. 

      Εκείνος όμως αντί να πάει στον εξόριστο Πατριάρχη, πήγε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, όπου βρήκε έναν άγιο και πνευματικό πατέρα τον Χρύσανθο, στον οποίο έμεινε τρεις ημέρες φιλοξενούμενος και νουθετούμενος. Μετά αναχώρησε προς άγνωστη γι’ αυτόν κατεύθυνση, διότι χάθηκε μέσα σε πυκνή ομίχλη. Κατά συγκυρία Θεού πήγαινε προς τα Καυσοκαλύβια, μια μεγάλη και ξακουστή αγιορείτικη Σκήτη. Νύχτωσε στο δρόμο και αποκοιμήθηκε στα ριζά ενός βράχου. Είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία του είπε να μη λυπάται και να μην ανησυχεί και να συνεχίσει το δρόμο, ο οποίος οδηγεί στα Καυσοκαλύβια. Όταν έφτασε εκεί γνώρισε έναν άγιο γέροντα τον Γαβριήλ, ζητώντας του να τον βαπτίσει.

      Όμως και αυτός ο γέροντας φοβήθηκε να τον βαπτίσει και με τη σύμφωνη γνώμη των προϊστάμενων της Σκήτης τον έστειλαν, με συνοδεία μοναχού, στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου μόναζε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄. Ο Άγιος Πατριάρχης τον δέχτηκε και συζήτησε μαζί του, για να διαγνώσει τις πραγματικές του προθέσεις. Ο νέος μουσουλμάνος έκλαιγε απαρηγόρητα και εκλιπαρούσε να βαπτισθεί. Ο Γρηγόριος τον διαβεβαίωσε ότι θα τον βάπτιζε ο ίδιος σε λίγο καιρό στα Καυσοκαλύβια, όπου

 τον έστειλε να κατηχηθεί για έξι μήνες. Εκεί έδειξε μεγάλη πίστη και έφεση στις αρετές.

      Όταν πέρασαν οι έξι μήνες, έλαβε το άγιο Βάπτισμα και το όνομα Κωνσταντίνος. Την ώρα του Ιερού Μυστηρίου το πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο, ώστε δεν μπορούσαν να τον δουν οι μοναχοί. Από εκεί πήγε να προσκυνήσει την Ιερή Εικόνα της Πορταΐτισσας στη Μονή Ιβήρων και στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου να προσκυνήσει Ιερά Λείψανα Νεομαρτύρων. Εκεί του γεννήθηκε η επιθυμία να προστεθεί και αυτός στους Νεομάρτυρες, να χύσει το αίμα του για το Χριστό. Όμως ο πνευματικός της Σκήτης τον απέτρεψε, λέγοντάς του ότι, αν θέλει ο Θεός, Αυτός θα τον οδηγήσει στο μαρτύριο.

     Κάποια μέρα θυμήθηκε τα αδέλφια του στη Σμύρνη και σκέφτηκε ότι είχε την υποχρέωση ότι να τα μεταστρέψει και αυτά στην πίστη του Χριστού. Ζήτησε την άδεια του Πατριάρχη και συστατική επιστολή προς τον σοφό διδάσκαλο Κυδωνιών κυρ Γρηγόριο Σαράφη. Αλλά όταν έφτασε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) τον αναγνώρισε κάποιος τούρκος, ο οποίος τον κατέδωσε στις αρχές. Ο Κωνσταντίνος έφυγε βιαστικά για τη Σμύρνη, αλλά τον συνέλαβαν στο πλοίο και ο οδήγησαν στον αγά της πόλεως. Στην ανάκριση ο Κωνσταντίνος απάντησε: «Ήμουν μωαμεθανός, αλλά φωτίστηκα από το Θεό και διαπίστωσα ότι η πίστη των Αγαρηνών είναι ψεύτικη και η μόνη αληθινή πίστη είναι αυτή των Χριστιανών. Για το συμφέρον μου για να κερδίσω την αιώνια ζωή, έγινα Χριστιανός». Ο αγάς των Κυδωνιών κάλεσε και τον αγά των Μοσχονησίων για να προσπαθήσουν μαζί να τον μεταστρέψουν, είτε με τις κολακείες, είτε με τη βία. Αφού αρνήθηκε να απαρνηθεί το Χριστό, με νουθεσίες και παρακάλια, τον υπέβαλλαν σε φρικτά βασανιστήρια και φυλακίσεις. Όμως ο Μάρτυς έμενε σταθερός στην πίστη του. Παράλληλα οι Χριστιανοί των Κυδωνιών έκαναν προσευχές και αγρυπνίες για την ενίσχυσή του.

     Χρησιμοποίησαν ένα φρικτό εργαλείο, με το οποίο είχαν βασανίσει πρωτύτερα τον άγιο Νεομάρτυρα Γεώργιο από τον Χιοπολίτη. Μια σιδερένια περικεφαλαία, την οποία πυράκτωναν και την έβαζαν στο κεφάλι του και την έσφιγγαν, προκαλώντας αφόρητους πόνους. Το βράδυ έβλεπαν, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ένα  ανεξήγητο φως να λούζει το κελί της φυλακής του. Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία τον προειδοποίησε ότι θα μαρτυρήσει στην Κωνσταντινούπολη.

     Αφού, λοιπόν, δεν έφεραν αποτέλεσμα, τον έστειλαν με συνοδεία, όντως στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπέφερε τα πάνδεινα. Τον κάλεσε ο διοικητής της Πόλης σε ανάκριση, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την μεταστροφή του στο Ισλάμ. Όμως ο Μάρτυρας του απάντησε με ηρωισμό: «Άρχοντά μου, μακάρι να γνώριζες και συ το συμφέρον τη ψυχή σου και να γινόσουν Χριστιανός»! Ο τούρκος αξιωματούχος έγινε θηρίο από το θυμό του, θεωρώντας φρικτή ύβρη τα λόγια του. Έβγαλε αμέσως διαταγή να θανατωθεί διά απαγχονισμού και το σώμα του να το θάψουν σε μουσουλμανικό νεκροταφείο, για να μη μπορούν να πάρουν τα λείψανά του οι Χριστιανοί. Ήταν 2 Ιουνίου 1819. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.  

Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Μια από τις συκοφαντίες των μαινόμενων ειδωλολατρών κατά της Εκκλησίας στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ήταν ότι απαρτίζονταν αυτή από αγραμμάτους και άσημους ανθρώπους. Ότι ο Χριστιανισμός ήταν η θρησκεία του απαίδευτου όχλου και των δούλων. Αλλά η παρουσία σπουδαίων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων τους αποστόμωσε. Μια από τις κορυφαίες μορφές της αρχαίας Εκκλησίας είναι και ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς. Ένας από τους πλέον μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, εφάμιλλος ή και ανώτερος από τους εθνικούς φιλοσόφους της εποχής του.

      Γεννήθηκε στην πόλη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης περί το 110 μ. Χ. από γονείς έλληνες ειδωλολάτρες. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρίσκιος Βάκχιος, ενώ της μητέρας του αγνοούμε το όνομα. Μεγάλωσε ως ειδωλολάτρης. Ήταν προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα και φιλομάθεια. Οι γονείς του φρόντισαν να του παράσχουν υψηλή παιδεία. Σπούδασε φιλοσοφία στις ονομαστές σχολές της Παλαιστίνης και της Συρίας. Εμβάθυνε στην στωική, στην επικούρεια, στην περιπατητική και στην πυθαγόρεια φιλοσοφία. Ιδιαιτέρως ασχολήθηκε με τις αρχές της οντολογίας του πλατωνισμού. Τον απασχολούσε η γνώση του Θεού, διότι ενωρίς άρχισε να διαπιστώνει πως οι ποικίλες δοξασίες και πίστεις των ειδωλολατρικών θρησκειών της εποχής του περί θείου ήταν όχι μόνον ατελείς, αλλά και απαράδεκτες για μορφωμένους ανθρώπους. Άλλωστε βρισκόμαστε στην εποχή, που η κατάρρευση της ειδωλολατρίας ήταν ραγδαία.

       Η θεία πρόνοια βλέποντας τις αγαθές προθέσεις του νεαρού φιλοσόφου ευδόκησε να του φανερώσει την πίστη στον αληθινό Θεό. Περί το 135 γνώρισε κάποιο σεβάσμιο Χριστιανό, ο οποίος τον έπεισε ότι οι ανθρώπινες αντιλήψεις για το Θεό είναι ατελείς και γι’ αυτό ο Θεός αποφάσισε να αποκαλύψει τον εαυτό Του. Μελετώντας την Αγία Γραφή φωτίστηκε ο νους του και ικανοποιήθηκε ο πόθος του για τη γνώση του αληθινού Θεού. Πέταξε τον φιλοσοφικό τρίβωνα και άρχισε να ζει χριστιανική ζωή, «την μόνην φιλοσοφίαν την αληθή και ασύμφορον», όπως έγραψε ο ίδιος αργότερα για την μεταστροφή στο Χριστό, στην υπηρεσία του Οποίου αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του.

        Αφού βαπτίστηκε, αποφάσισε να εγκατασταθεί στην πολυάνθρωπο Ρώμη, να είναι κοντά στα κέντρα εκείνα που αποφάσιζαν και κινούσαν τον αφανισμό της νέας πίστης. Βρισκόμαστε άλλωστε στον 2ο αιώνα, όπου οι διωγμοί κατά των Χριστιανών από τη ρωμαϊκή εξουσία βρισκόταν σε έξαρση. Πίστευε πως συντελούνταν μια φρικτή αδικία εις βάρος των διωκομένων Χριστιανών και έπρεπε κάποιος να τους υπερασπίσει. Άνοιξε σχολή, στην οποία δίδασκε την χριστιανική πίστη. Έχοντας, επίσης, καλή γνώση της ειδωλολατρίας, των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής του και της χριστιανικής πίστεως, ανάλαβε το δύσκολο έργο της απολογίας κατά των διωκτών. Ομιλεί με θάρρος ενώπιον ειδωλολατρών φιλοσόφων, τους οποίους ελέγχει διότι πολεμούν τον Χριστιανισμό χωρίς να τον γνωρίζουν. Με τα ακαταμάχητα επιχειρήματά του και την ευγλωττία τους αποστομώνει και τους καθιστά ασόφους.

        Στράφηκε επίσης, να δώσει λόγο απολογίας, και προς τους Ιουδαίους, οι οποίοι μάχονταν και αυτοί τους Χριστιανούς παράλληλα με τους εθνικούς. Είχε κάποτε διήμερο θεολογικό διάλογο με κάποιον Ιουδαίο Τρύφωνα, τον οποίο και κατατρόπωσε. Μάλιστα φρόντισε ο Ιουστίνος να καταγράψει αυτόν τη συζήτηση, η οποία διασώθηκε και έφτασε ως εμάς. Είναι ο περίφημος «Διάλογος προς Τρύφωνα».

        Οι επιτυχίες του Χριστιανού φιλοσόφου δεν άργησε να γίνουν γνωστές στους φιλοσοφικούς κύκλους της Ρώμης. Οι αποστομωμένοι και ταπεινωμένοι φιλόσοφοι

καλλιέργησαν ένα απίστευτο μίσος κατά του Ιουστίνου. Επειδή έχαναν συνεχώς έδαφος και τους ήταν αδύνατο να τον αντιμετωπίσουν, αποφάσισαν να τον καταδώσουν στις ρωμαϊκές αρχές, για τις οποίες οι Χριστιανοί ήταν παράνομοι. Ο κυνικός φιλόσοφος Κρήσκεντας τον κατάγγειλε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (Ι61-180), διότι τον μισούσε θανάσιμα επειδή του ερήμωσε τη σχολή, μεταστρέφοντας τους μαθητές του στον Χριστιανισμό. Συνελήφθη ο μαθητής του Πτολεμαίος και μαρτύρησε. Ο ίδιος πρόλαβε να φύγει προσωρινά, ώσπου να κοπάσει ο θόρυβος. Αργότερα επέστρεψε για να συγγράψει τις δύο περίφημες Απολογίες του προς τη ρωμαϊκή σύγκλητο, υπερασπίζοντας την διωκόμενη χριστιανική πίστη, οι οποίες αποτελούν υπέροχα δείγματα χριστιανικής γραμματείας και απολογητικής.                   

        Οι απολογίες του όμως ουδόλως έπεισαν τις ρωμαϊκές αρχές για τον άδικο διωγμό των φιλήσυχων Χριστιανών. Μάλιστα τον εντόπισαν οι αρχές, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν να απολογηθεί ενώπιον του επάρχου της Ρώμης Ιουνίου Ρουστικού (162-167), πρώην διδασκάλου και παιδαγωγού του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Ο Ιουστίνος ομολόγησε με απίστευτο ηρωισμό και σθένος την πίστη του στο Χριστό και στηλίτευσε την ειδωλολατρία ως πίστη σε ψευδείς και ανήθικους «θεούς». Μετά από αυτό οδηγήθηκε στον τόπο του μαρτυρίου, όπου αποκεφαλίστηκε, μαζί με ομάδα αφοσιωμένων μαθητών του περί το 165. Το λείψανό του θάφτηκε στην κατακόμβη της Αγίας Πρισκίλλης, όπου βρέθηκε λίθος με την επιγραφή ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδή Μάρτυς Χριστού Ιουστίνος. Η μνήμη του τιμάται την 1η Ιουνίου.

       Στην πρώτη του Απολογία ο άγιος Ιουστίνος, η οποία στάλθηκε στον αυτοκράτορα Αντωνίνο (138-161), για να κάνει γνωστή τη χριστιανική πίστη και ανασκευάζει τις κατηγορίες των ειδωλολατρών. Παραθέτοντας σε αυτή πληροφορίες για την χριστιανική λατρεία, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την λατρεία της αρχαίας Εκκλησίας, και κύρια της Θείας Ευχαριστίας.

      Ο άγιος Ιουστίνος είναι ένας από τους πρώτους μεγάλους θεολόγους της Εκκλησίας μας. Παρ’ όλο που δεν είχαν διευκρινισθεί ακόμη οι βασικές αρχές της χριστιανικής πίστεως, μπόρεσε να διατυπώσει κατά τρόπο ορθόδοξο, πολλές από αυτές και κυρίως τη θεολογία του σαρκωμένου Λόγου.     

Τρίτη 9 Μαΐου 2023

ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

        Αγίους της Εκκλησίας μας συναντάμε σε όλους τους λαούς και όλες τις φυλές, διότι ο Σωτήρας και Λυτρωτής μας Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ακόμα και οι βάρβαρες φυλές ανάδειξαν αγίους. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Χριστόφορος, ο οποίος αξιώθηκε της τιμής του Μεγαλομάρτυρα.

        Καταγόταν από κάποια άγνωστη σε μας ημιβάρβαρη φυλή και το όνομά του ήταν Ρεμπρόβος, που σημαίνει απόβλητος, αποδοκιμασμένος, αδόκιμος, κολασμένος. Έζησε, κατά πάσα πιθανότητα τον 3ο μ. Χ. αιώνα, στα χρόνια που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν Δέκιος (249 - 251), ο γνωστός θρησκομανής, αιμοβόρος και θανάσιμος εχθρός των Χριστιανών, στην βασιλεία του οποίου εγέρθηκε ένας από τους πιο σκληρούς διωγμούς και που βρήκαν τραγικό θάνατο μυριάδες Μάρτυρες της Εκκλησίας μας. Την ίδια χρονική περίοδο ήταν Επίσκοπος στην Αντιόχεια ο άγιος Ιερομάρτυρας Βαβύλας.

       Στο ιερό συναξάρι του αναφέρεται πως ήταν σωματώδης και τρομερά δύσμορφος, τόσο που έμοιαζε το πρόσωπό του με σκύλο και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «κυνοπρόσωπο». Παρ’ όλη όμως την βαρβαρική του καταγωγή ήταν άνθρωπος αγαθών διαθέσεων. Σε κάποια μάχη που διεξήγαγε η χώρα του με τα ρωμαϊκά στρατεύματα είχε πιαστεί αιχμάλωτος και παρέμεινε στον ρωμαϊκό στρατό ως μισθοφόρος. Μάλιστα πολέμησε γενναία κατά των Περσών επί Γορδίου και Φιλίππου.

      Προφανώς από στρατιώτες Χριστιανούς πληροφορήθηκε για το Χριστό και ενθουσιάστηκε από την χριστιανική πίστη. Και ενώ ήταν κατηχούμενος, αποφάσισε να κάνει κάτι καλό για να ευχαριστήσει το Χριστό. Εγκαταστάθηκε κοντά σε πέρασμα κάποιου ορμητικού και επικίνδυνου ποταμού για να περνά τους διαβάτες στους δυνατούς ώμους του, δωρεάν. Ας σημειωθεί πως παλιά, που δεν υπήρχαν γέφυρες, αναλάμβαναν το πέρασμά τους επαγγελματίες περάτηδες, με αμοιβή.

      Μια ημέρα του παρουσιάστηκε ένα παιδί και τον παρακάλεσε να τον περάσει στην αντίπερα όχθη του ποταμού. Ο Ρεμπρόβος δέχτηκε με χαρά και το έθεσε στους ώμους του και με τη βοήθεια της ράβδου του μπήκε στο ορμητικό ρεύμα του ποταμού. Όμως διαπίστωσε πως όσο προχωρούσε το παιδί βάραινε όλο και περισσότερο, ώστε με πολύ δυσκολία έφτασε στην απέναντι όχθη. Όταν το κατέβασε από τους ώμους του του είπε πως και όλον τον κόσμο να είχε στην πλάτη του θα ήταν ελαφρύτερος από εκείνο. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς για το βάρος μου, δεν σήκωσες μόνο όλο τον κόσμο, αλλά και τον Πλάστη του κόσμου. Είμαι Εκείνος που τέθηκες στην υπηρεσία Του. Για να πειστείς στα λόγια μου, φύτεψε το ραβδί σου και αυτό αύριο θα βλαστήσει». Αμέσως εξαφανίστηκε.  

       Ο Ρεμπρόβος σάστισε από το γεγονός αυτό και υπακούοντας στην προτροπή του,  φύτεψε την ξερή ράβδο του και εκείνη όντως βλάστησε! Αμέσως παράτησε την στρατιωτική καριέρα και έφυγε για την Αντιόχεια, για να λάβει το Άγιο Βάπτισμα. Συνάντησε τον σεβάσμιο Επίσκοπο άγιο Βαβύλα, ο οποίος τον κατήχησε, τον βάπτισε και τον ονόμασε Χριστόφορο, από το θαυμαστό γεγονός, ότι αξιώθηκε να μεταφέρει στους ώμους το Χριστό. Αλλά την ώρα του Αγίου Βαπτίσματος έγινε και άλλο μεγάλο θαύμα. Αγγίζοντάς τον η θεία χάρις, δεν μεταμόρφωσε μόνον την ψυχή του, αλλά και το σώμα του. Η δύσμορφη μορφή του μεταμορφώθηκε σε φωτεινή και αγγελική. Μεταμορφώθηκε σε έναν λαμπρό, όμορφο και ρωμαλέο νέο.

        Η μεταστροφή του στο Χριστό συνέπεσε με την κήρυξη, όπως προαναφέραμε, του τρομερού διωγμού κατά των Χριστιανών από τον Δέκιο. Τα αδίστακτα και σκοταδιστικά ιερατεία είχαν πείσει τον θρησκομανή αυτοκράτορα πως η τόνωση της

κρατικής ειδωλολατρικής θρησκείας θα επανέφερε και πάλι το αρχαίο μεγαλείο της Ρώμης. Πως έπρεπε να εκλείψει ο Χριστιανισμός, ο οποίος ήταν για το ρωμαϊκό κράτος «απαγορευμένη λατρεία», αυτό απαιτούσαν οι «θεοί». Τα δαιμόνια, που λατρεύονταν ως «θεοί» (Ψαλμ.95,5) στην ειδωλολατρική θρησκεία, απαιτούσαν την εξαφάνιση της Εκκλησίας, διότι η χάρις του αληθινού Θεού, τους εμπόδιζε να παρασέρνουν τους ανθρώπους στην απώλεια. Η διαταγή προέβλεπε πως όλοι οι υπήκοοι ήταν υποχρεωμένοι να θυσιάσουν δημόσια στους «θεούς». Στην αντίθετη περίπτωση θα συλλαμβάνονταν, θα βασανίζονταν και θα θανατωνόταν αν δεν υπάκουαν στην αυτοκρατορική διαταγή. Χιλιάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν σε φρικτά βασανιστήρια και έχαναν τη ζωή τους.

      Ο Χριστόφορος έβλεπε με λύπη και αγανάκτηση τις βίαιες συλλήψεις και τις κακοποιήσεις των Χριστιανών από τους ειδωλολάτρες και χάρις στο γιγαντιαίο παράστημά του και την ηράκλεια δύναμή του επενέβαινε βίαια και τους απελευθέρωνε. Για τις πράξεις του αυτές καταγγέλθηκε στις αρχές και συνελήφθη από απόσπασμα διακοσίων στρατιωτών. Επειδή ήταν πεινασμένοι, του ζήτησαν φαγητό, με αντάλλαγμα τη μη κακοποίησή του. Όμως είχε ένα μικρό τεμάχιο ψωμιού. Τότε ο άγιος γονάτισε προσευχήθηκε και το ψωμί πολλαπλασιάστηκε, ώστε να χορτάσουν όλοι οι στρατιώτες! Βλέποντας το θαύμα τον παρακάλεσαν να τους μιλήσει για το Θεό του. Έτσι τους κατήχησε και τους οδήγησε στον άγιο Βαβύλα, για να βαπτιστούν.

      Ο Δέκιος πληροφορήθηκε το συμβάν με τους στρατιώτες και διέταξε τον αποκεφαλισμό τους, τον δε Χριστόφορο προσπάθησε με κολακείες να τον μεταστρέψει στην ειδωλολατρία. Μετά την άρνησή του, έστειλε δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, να τον παρασύρουν στην ακολασία με τα θέλγητρά τους. Άλλωστε ο διάβολος μεταχειρίζεται τέτοια τεχνάσματα για να παρασύρει τους ανθρώπους στην αμαρτία και την απώλεια. Ο Χριστόφορος, όχι μόνον δεν ενέδωσε στην αμαρτία, αλλά κατόρθωσε να τις κατηχήσει και να τις κάνει Χριστιανές, οι οποίες βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.

       Μετά από αυτό ο άγιος υποβλήθηκε σε φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια, τα οποία υπόμεινε με πρωτοφανή ηρωισμό. Στο τέλος θανατώθηκε διά αποκεφαλισμού το έτος 251. Η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Μαΐου και θεωρείται ο προστάτης των οδηγών.     

 

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

       Λίγοι ασκητές της Εκκλησίας μας έχουν τον τίτλο του Μεγάλου. Η Εκκλησία μας υπήρξε φειδωλή στην απόδοση τίτλων, διότι αυτό απαιτεί μεγάλους αγώνες για την υπερνίκηση των παθών και της αμαρτίας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Αρσένιος ο Μέγας, μια κορυφαία πνευματική και ασκητική μορφή.

       Γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 354 στη Ρώμη από ευσεβείς, ευγενείς και ευκατάστατους γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και του πρόσφεραν μεγάλη μόρφωση. Διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, το ήθος του και τις αρετές του. Έφηβος ακόμη χειροτονήθηκε διάκονος της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Μελετούσε με πάθος την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας, ώστε αποκόμισε την κατά Θεόν γνώση, η οποία υπερτερεί της κοσμικής γνώσης. Ως κάτοχος της θήραθεν και της κατά Θεόν γνώσεως κατέστη ένας από τους σπουδαιότερους δασκάλους και παιδαγωγούς της εποχής του. 

       Στα χρόνια του Θεοδόσιου Α΄ (379-395), ο αυτοκράτορας αναζητούσε έναν καλό παιδαγωγό για τα παιδιά του Αρκάδιο και Ονώριο. Ο πάπας Ιννοκέντιος μαζί με τον βασιλιά του δυτικού κράτους Γρατιανό (375-383), του υπέδειξαν τον Αρσένιο ως τον μόνο κατάλληλο, τον οποίο ο Θεοδόσιος κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές και του επιδόθηκε ο τίτλος του πατρικίου. Τίμονταν ως βασιλοπάτωρ και όλοι τον θαύμαζαν και τον επαινούσαν για την πολυμάθειά του και τις αρετές του.

        Στο παλάτι ανάλαβε με ευθύνη και σεβασμό προς την υψηλή του αποστολή, την διαπαιδαγώγηση των βασιλοπαίδων, το οποία καθοδηγούσε στην ευσέβεια και την αρετή και τα μυούσε στην θήραθεν και στην κατά Θεόν σοφία. Όμως ο ίδιος δυσφορούσε από την χλιδή, τις πολυτέλειες, τα πλούσια δείπνα και τις ευωχίες του παλατιού. Επίσης τον ενοχλούσε ο θόρυβος της πόλεως και τα άτοπα που έβλεπε. Γι’ αυτό παρακαλούσε το Θεό να τον απαλλάξει από όλα αυτά και να τον οδηγήσει στην ησυχία και την καθαρότητα της ερήμου. Να βρεθεί τρόπος να απαλλαγεί από τα υψηλά του καθήκοντα και να οδηγηθεί σε δρόμο σωτηρίας.

       Ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές του. Κάποια μέρα άκουσε μια υπερκόσμια φωνή από τον ουρανό, η οποία τον παρότρυνε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να ενδυθεί το ευλογημένο μοναχικό σχήμα. Να αφήσει τον πολύβουο κόσμο και να φύγει στην έρημο γα να βρει τη γαλήνη και την ηρεμία που αποζητούσε. Χωρίς χρονοτριβή, πέταξε τα πολυτελή ενδύματα, μεταμφιέστηκε σε ζητιάνος και έφυγε κρυφά από το παλάτι. Πήρε το πλοίο και κατευθύνθηκε στην Αίγυπτο, στην κοιτίδα του αναχωρητισμού και του μοναχισμού.

       Όταν έφτασε στην Αλεξάνδρεια αναχώρησε για την έρημο, όπου εισήλθε σε κάποια σκήτη και εκάρη μοναχός. Εκεί είχε και δεύτερη θεία εμπειρία. Άκουσε ξανά φωνή από τον ουρανό, η οποία τον συμβούλευε να ασκηθεί με μεγαλύτερη προσπάθεια στην ησυχία και τη σιωπή. Και όντως, σε λίγο χρόνο άρχισαν να διαφαίνονται οι πνευματικοί του καρποί. Διακρίνονταν ανάμεσα στους συνασκητές του για τη σοφία του, την ταπείνωσή του, το ήθος του και τις αρετές του. Είχε καταστεί λαμπρό παράδειγμα για όλους τους αναχωρητές και ασκητές της περιοχής. Γι’ αυτό τον είχαν επιλέξει ως προϊστάμενό τους και καθοδηγητή τους. Οι μοναχοί ζητούσαν τις συμβουλές του στον αγώνα τους κατά των παθών και της αμαρτίας.

       Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε και στις παρακείμενες πόλεις και τα χωριά της περιοχής, στον οποίο έτρεχε πλήθος κόσμου για να πάρουν τις ευλογίες του, να ωφεληθούν πνευματικά και να τον συμβουλευτούν για κάθε πρόβλημα. Εκείνος ακούραστος και γεμάτος αγάπη δεχόταν τους πάντες.  Η φήμη του έφτασε και ως τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Ο πατριάρχης Θεόφιλος (385-412) τον

εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον συμβουλεύονταν για τα θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα και στις μεγάλες και σοβαρές αποφάσεις του. Μάλιστα αρκετές φορές τον επισκεπτόταν ο ίδιος ο Θεόφιλος στο ασκητήριό του.  

       Σε κάποια από τις πολλές επισκέψεις του ο Θεόφιλος μαζί με μερικούς ακολούθους του, ζήτησε από τον Αρσένιο να τους πει λόγο πνευματικό και ωφέλιμο. Ο Γέροντας τους ρώτησε: «Αν σας πω κάποιο λόγο θα τον εφαρμόσετε;». Εκείνοι του απάντησαν «ναι». Τότε τους είπε: «όπου ακούτε ότι βρίσκεται ο Αρσένιος να μην πλησιάζετε». Με αυτόν τον τρόπο τους έδειξε την μεγάλη ταπείνωσή του και τους δίδαξε την αρετή της ταπείνωσης, η οποία είναι για τους ασκητές η πρώτη και μεγάλη αρετή. Τους συμβούλεψε: «όσο μεγάλος είσαι, τόσο περισσότερο να ταπεινώνεις τον εαυτό σου»!

        Εφαρμόζοντας την ταπείνωση ο ίδιος απέφευγε τις πολλές επισκέψεις. Μάλιστα με τη συνοδεία των μαθητών του Αλεξάνδρου και Ζωίλου άφησε τη Σκήτη του και κατέφυγε στην Πέτρα, στην Μέμφιδα και μετά στην Κανώπη, όπου συνέχισε την άσκησή του, με αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία και αγρυπνία. Ζούσε ως επίγειος άγγελος και ακτινοβολούσε, διότι είχε αξιωθεί της κατά χάριν θεώσεως από αυτή τη ζωή. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 445. Πριν παραδώσει την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο, ρωτήθηκε από τους μαθητές του, που ήθελε να τον ενταφιάσουν. Εκείνος τους απάντησε: «Παιδιά μου δέστε μου ένα σχοινί στα πόδια μου και σύρετέ με στο βουνό και παρατήστε με εκεί». Τόση μεγάλη ήταν η ταπείνωσή του, ώστε δεν ήθελε ευπρεπή κηδεία!

       Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Μαΐου. Αποτελεί για τους μοναχούς πρότυπο αγωνιστή κατά των παθών και δάσκαλο της ταπείνωσης. Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης περιγράφει την εμφάνιση του Αρσενίου: «Ξηρός στο σώμα   και μακρύς στο μέγεθος. Είχε τα γένια ως την κοιλιά, η μορφή του προσώπου του ήταν αγγελική και σεβάσμια, σαν αυτή του Πατριάρχη Ιακώβ». Τεμάχιο λειψάνου του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Κύκκου, στην Κύπρο. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ανήκει στα ιερά εκείνα πρόσωπα που αποτελούσαν το στενό κύκλο των μαθητών του Κυρίου. Μάλιστα αναφέρεται  ως «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωάν.13,23).  

       Ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης (Ματθ.4,21. Μαρκ.15,40) και αδελφός του αποστόλου Ιακώβου. Η μητέρα τους ήταν πιθανότατα συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι οι δυο αδελφοί απόστολοι ήταν κατά σάρκα εξαδέλφια του Κυρίου και σ’ αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, ζούσαν με την οικογένειά τους στην Γαλιλαία και διατηρούσαν επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20). Φαίνεται πως οι οικογένεια τους ήταν εύπορη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι η Σαλώμη, η μητέρα τους, ήταν μια από τις μαθήτριες του Κυρίου, η οποία τον υπηρετούσε από των υπαρχόντων της (Λουκ.8,3. Μαρκ.15,40). Η αγορά επίσης των πανάκριβων αρωμάτων για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Χριστού μαρτυρεί αυτόν τον ισχυρισμό (Μαρκ.16,1). Ότι επίσης ο Ιωάννης έλαβε την μητέρα του Ιησού υπό την δική του φροντίδα είναι ένδειξη οικονομικής ανέσεως της οικογένειάς του. Φαίνεται επίσης πως η οικογένεια του Ιωάννη είχε και κοινωνική καταξίωση, διότι ήταν γνωστός στον πανίσχυρο και απλησίαστο αρχιερέα Καϊάφα και έτσι δυνήθηκε να εισέλθει στο συνέδριο, που δίκαζε τον Ιησού μαζί με τον Πέτρο (Ιωάν.18,15).

     Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού. Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του. Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει στις μέρες του και να τον γνωρίσει. Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του, Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά. Τότε μαρτύρησε γι’ Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν.1,37). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει. Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν.1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα. Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο (Μαρκ.1,20).

     Ο Ιωάννης ανήκε, όπως προαναφέραμε, στον στενό κύκλο των τριών μαθητών του Κυρίου. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του, σχεδόν έφηβος. Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους. Εξ’ αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος. Κάποια ημέρα όταν διέρχονταν κάποια κώμη της Σαμάρειας και οι κάτοικοι δεν τους δέχτηκαν, ζήτησε από τον Κύριο να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει. Φυσικά ο Χριστός τους απάντησε πως: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς΄ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ.9,54).

        Ως στενός μαθητής του Χριστού ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μάρκ.9,2), την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,35.Λουκ.8,51) και να βιώσει την αγωνία του Διδασκάλου Του στον κήπο της Γεθσημανή (Ματθ.26,37.Μαρκ.14,33). Μαζί με τον Πέτρο στάλθηκε να ετοιμάσει τον Πασχάλιο Δείπνο (Λουκ.22,8). Κατά την ώρα του Δείπνου έπεσε στο στήθος του Κυρίου, παρακαλώντας Του να τους αποκαλύψει ποιος είναι ο υποψήφιος

 προδότης μαθητής (Ιωάν.13,25). Βρήκε το θάρρος και παρέστη στη δίκη του Ιησού (Ιωάν.18,16) και παραστάθηκε περίλυπος κάτω από το σταυρό στον φρικτό Γολγοθά. Ευτύχησε επίσης να γίνει ο προστάτης της Θεομήτορος κατά παράκληση του Εσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ιωάν.19,26). Αξιώθηκε να είναι ο πρώτος μαθητής που είδε το κενό μνημείο (Ιωάν.20,2-4).

      Το άτοπο της αιτήσεως πρωτοκαθεδρίας στην εγκόσμιο βασιλεία του Χριστού, όπως εσφαλμένα την φανταζόταν, προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, όμως όπως φαίνεται αμέσως  συνετίσθηκε (Μάρκ.10,35).

       Μετά την Πεντηκοστή έμεινε κατ’ αρχήν στην Ιερουσαλήμ ως σημαίνον στέλεχος της Εκκλησίας (Γαλ.2,9). Μαζί με τον Πέτρο ποιούσαν, δια του Κυρίου εξαίσια θαύματα (Πράξ.3,7). Στάθηκαν με παρρησία απέναντι στους αρχιερείς και ομολόγησαν τον Χριστό (Πράξ.4,13-22). Απεστάλη μαζί με τον Πέτρο στην Σαμάρεια να κηρύξουν το λόγο του Θεού (Πράξ.8,14).

      Αργότερα μετέβη στην Μ. Ασία, όπου κήρυξε το ευαγγέλιο και έγινε επίσκοπος της Εφέσου. Το 95 μ. Χ. κατά τον άγριο και σκληρό διωγμό του ρωμαίου αυτοκράτορα Δομετιανού, εξορίσθηκε στην Πάτμο, όπου έγραψε το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Πέθανε σε βαθύτατο γήρας περί το 100 μ. Χ. στην Έφεσο. Κατά την παράδοση, όταν πραγματοποιήθηκε ανακομιδή  δεν βρέθηκε το σεπτό του λείψανο. Η Εκκλησία μας διδάσκει την πίστη ότι μετέστη ενσώματος στον ουρανό από τον Κύριο. Η μετάστασή του εορτάζεται στις 24 Σεπτεμβρίου και επίσης εορτάζεται η μνήμη του στις 8 Μαΐου.

    Ο Ιωάννης έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, τρεις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψη, τα οποία είναι ενταγμένα στην Καινή Διαθήκη. Θεωρείται ο ευαγγελιστής του Θεού Λόγου, δηλαδή του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο οποίος «σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14), προκειμένου να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο και γι’ αυτό η Εκκλησία μας τον προσονόμασε Θεολόγο. Στα ιερά συγγράμματά του είναι έκδηλη η προτροπή του για αγάπη στους ανθρώπους, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γι’ αυτό και αποκαλείται ο  ευαγγελιστής της αγάπης. Τέλος ο Ιωάννης θεωρείται και προφήτης, διότι στο θαυμαστό βιβλίο του, την Αποκάλυψη, προλέγει την ολοκληρωτική συντριβή της δύναμης και της εξουσίας του διαβόλου και  τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και των πιστών Του.

 

Σάββατο 6 Μαΐου 2023

«ΙΔΕ ΥΓΙΗΣ ΓΕΓΟΝΑΣ, ΜΗΚΕΤΙ ΑΜΑΡΤΑΝΕ»

 

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Παραλύτου)

    ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

          Η τέταρτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη στο μεγάλο θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Ένα δυστυχισμένος άνθρωπος κείτονταν παράλυτος και απόλυτα εγκαταλειμμένος σε μια από τις πέντε στοές της φημισμένης δεξαμενής Βηθεσδά στην Ιερουσαλήμ, επί τριάντα οχτώ χρόνια. Περίμενε υπομονετικά τη θαυματουργική του ίαση, μαζί με πολλούς άλλους ασθενείς, αφού εκεί «κατέκειτο πλήθος πολὺ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν» (Ιωάν.5,3).

       Ένας άγγελος εξ ουρανού κατέβαινε κατά καιρούς και ετάραζε το ύδωρ και όποιος προλάβαινε και κατέβαινε πρώτος στη δεξαμενή γινόταν καλά. Το θαύμα ετούτο μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως μεσσιανικό και εσχατολογικό γεγονός. Ο άγγελος, ο οποίος κατέβαινε στην δεξαμενή και μετέβαλε στιγμιαία το νερό θαυματουργό, προεικόνιζε τον «Μεγάλης Βουλής Άγγελο» (Ησ.9,5), τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο οποίος θα ερχόταν να προφέρει, όχι περιοδική και στιγμιαία θεραπεία των σωματικών νοσημάτων, αλλά μοναδική, καθολική και μόνιμη σωτηρία σώματος και ψυχής. Ήρθε στον κόσμο να άρει το κακό και να θεραπεύσει τις ολέθριες συνέπειές του, στην όλη ψυχοσωματική μας ύπαρξη. Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το θαύμα του αγγέλου, τονίζει πως: «Άγγελος καταβαίνων εταράττε το ύδωρ και ιαματικήν ενετίθει δύναμιν, ίνα μάθωσιν Ιουδαίοι ότι πολλώ μάλλον ο των αγγέλων δεσπότης πάντα τα νοσήματα της ψυχής ιάσθαι δύναται» (Χρυσόστομος, παρά Π. Τρεμπέλα Υπόμνημα εις το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1969, σελ.173). Με τέτοια θαύματα προετοιμάζονταν οι Ιουδαίοι για να υποδεχτούν τη μεσσιανική εποχή, καθ’ ότι «τη παρουσία αυτού αλείται χωλός ως έλαφος, και τρανή έσται γλώσσα μογιλάλων τυφλοί αναβλέψουσι και λεπροί καθαρισθήσονται και νεκροί αναστήσονται και περιπατήσουσιν» (Ιουστ. Απολ. Α΄, 48,1-3). Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος όρισε τα σημεία της Βασιλείας Του: «τυφλοὶ αναβλέπουσι και χωλοὶ περιπατούσι, λεπροὶ καθαρίζονται και κωφοὶ ακούουσι, νεκροὶ εγείρονται και πτωχοὶ ευαγγελίζονται» (Ματθ.11,5).  

       Ο τραγικός παράλυτος ήταν έρημος, μόνος και εγκαταλειμμένος. Οι οικείοι του τον «ξεφορτώθηκαν» στις υγρές στοές της δεξαμενής, για να μην τους είναι βάρος και εμπόδιο στην ευδαιμονία τους. Αυτή είναι άλλωστε μια διαχρονική τραγική πραγματικότητα στην ανθρώπινη κοινωνία, όπου οι αδύναμοι και ασθενείς αποτελούν βάρος για τους δυνατούς και υγιείς. Ζούσε από τις φιλανθρωπίες και βίωνε τη φρίκη της αναπηρίας και τη μοναξιά της εγκατάλειψης. Όταν ο Άγγελος Κυρίου τάρασσε το ύδωρ, δεν είχε άνθρωπο να το  κατεβάσει στα νερά και να θεραπευθεί. Γι’ αυτό, και μη έχοντας άλλη επιλογή, περίμενε υπομονετικά να βρεθεί ο άνθρωπος, που θα τον έριχνε στη δεξαμενή. Πίστευε πως, όσο και αν αργήσει, θα έρθει μια μέρα!

      Όμως επιτέλους ήρθε ο Μεγάλος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων για να του δώσει διπλή υγεία, του σώματος και της ψυχής του. Τον πλησίασε και του έκανε μια «ανόητη», για τους ορθολογιστές, ερώτηση: «θέλεις υγιής γενέσθαι;» (Ιωάν.5,6). Τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει καλά. Όμως ο Ιησούς δεν εννοούσε την αποδοχή του για αποκατάσταση της υγείας του σώματός του, την οποία ούτως ή άλλως ήθελε ο πονεμένος και ταλαιπωρημένος εκείνος άνθρωπος, αλλά εννοούσε την αποδοχή της ίασης της ψυχής του, η οποία αξίζει ασύγκριτα περισσότερο από την ίαση του σώματος. Αυτό μας βεβαίωσε ρητά ο ίδιος ο Κύριος με το λόγο Του: «Τι γάρ

ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μαρκ.8,34). Και εκείνος, μη κατανοώντας την ερώτηση Του είπε: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα

όταν ταραχθή τὸ ύδωρ, βάλῃ με εις τὴν κολυμβήθραν· ἐν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει» (Ιωάν.5,6). Πίστευε πως η μόνη του ελπίδα ήταν η ρίψη του στην θαυματουργική δεξαμενή, μη γνωρίζοντας πως έχει ενώπιόν του το Θεό, την πηγή της ζωής, την ίδια τη ζωή (Ιωάν.14,6). Θάρρεψε ο δυστυχής, πως ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την ίαση του σώματός του, ίσως τον βοηθούσε να ριχτεί στην δεξαμενή και να θεραπευτεί. 

      Αλλά ο συμπαθής και άγνωστος, για εκείνον, συνομιλητής του, χωρίς άλλη κουβέντα, τον πρόσταξε: «έγειρε, άρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει» (Ιωάν.5,9). Εκείνος, γεμάτος θαυμασμό για την παράδοξη προσταγή, σηκώθηκε από το κρεβάτι του πόνου και στάθηκε για πρώτη φορά στα πόδια του. Κατόπιν «ηρε τὸν κράβαττον αυτού καὶ περιεπάτει» (Ιωάν.5,9), πλημυρισμένος από ανείπωτη χαρά και θαυμασμό για την αποκατάσταση της πολύτιμης υγείας του! 

       Αλλά το θαυμαστό αυτό γεγονός, η ίαση ενός πονεμένου και ταλαιπωρημένου αυτού ανθρώπου, όχι μόνο δεν χαροποίησε τους ομοφύλους του Ιουδαίους, αλλά τους εξόργισε και τους έστρεψε εναντίον του, διότι έτυχε να γίνει η θεραπεία του ημέρα Σάββατο. Σκανδαλίστηκαν διότι τον είδαν να «καταλύει» την αργία του Σαββάτου μεταφέροντας το κρεβάτι του. «σάββατόν εστιν· οὐκ έξεστί σοι άραι τὸν κράβαττον» (Ιωάν.5,10). Ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει αυτή τη λεπτομέρεια για να τονίσει την απελευθέρωση που έφερε ο Χριστός από το γράμμα του νόμου, ο οποίος είχε γίνει τυραννική κατάσταση στην ιουδαϊκή κοινωνία. Στα χρόνια εκείνα είχε διαστραφεί ολότελα η εντολή της αργίας του Σαββάτου, έχοντας προσθέσει οι νομοδιδάσκαλοι μια πληθώρα ερμηνειών γι’ αυτή, η οποία είχε απίστευτες και παράλογες προεκτάσεις. Ως και τα βήματα μετρούσαν κατά την ημέρα του Σαββάτου! Μάλιστα οι Ιουδαίοι, πληροφορούμενοι από τον θεραπευμένο παράλυτο, ο ότι ο «ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτὸν υγιή …  εζήτουν αυτὸν αποκτείναι, ότι ταύτα εποίει εν σαββάτῳ» (Ιωάν.5,15-16). Ήθελαν να Τον σκοτώσουν! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο Χριστός επιτέλεσε τα περισσότερα και μεγαλύτερα θαύματά Του το Σάββατο, για να δείξει ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο (Μάρκ.2,27). Ότι η ημέρα αυτή θα πρέπει να είναι αφιερωμένη στο Θεό, προσφέροντας υπηρεσίες στους συνανθρώπους, για τη δόξα Του. Ο Θεός δεν ευλογεί την τυπική αποχή από κάποιες ενασχολήσεις, αλλά την προσφορά μας στον άνθρωπο, την εικόνα του Θεού.

     Ο πρώην παράλυτος, μετά την θαυματουργική ίασή του, πήγε στο ναό της Ιερουσαλήμ για να δοξολογήσει το Θεό. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για την ευλογία που έλαβε. Εκεί τον βρήκε ο Χριστός και του είπε: «ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν.5,14). Τον συμβούλεψε να διατηρήσει στο εξής τον εαυτό του καθαρό από αμαρτίες, διότι υπήρχε το ενδεχόμενο να ασθενήσει ξανά.  

       Είναι ευνόητο πως το μεγάλο αυτό θαύμα του Κυρίου μας διδάσκει τη στενή σχέση, αμαρτίας και ασθένειας. Οι ασθένειες και γενικά η φθορά του σώματος, η οποία οδηγεί εν τέλει στο θάνατο, είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι η αιτία και η ασθένεια το αποτέλεσμα. Το βεβαιώνει και ο απόστολος Παύλος «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ.6,23). Αλλά και η ίδια η πείρα της ζωής μας βεβαιώνει πως η ικανοποίηση των παθών μας και γενικά η άσωτη και αμαρτωλή ζωή γεννά αρρώστιες και φθείρει το σώμα. Περισσότερο όμως φθείρει την ψυχή, η οποία χρειάζεται και αυτή τη θεραπεία της, που είναι η μετάνοια και η ένωση με το Χριστό.

      Η ασθένεια είναι αφύσικη κατάσταση στην ανθρώπινη φύση, είναι αποτέλεσμα της φθοράς και προάγγελος του θανάτου. Η πτώση έφερε την αμαρτία και η αμαρτία

τη φθορά και το θάνατο. Ο άνθρωπος μακριά από το Θεό, την πηγή της ζωής, δεν ζει, αλλά απλά επιβιώνει προσωρινά, μέχρι τον βρει ο θάνατος. Η είσοδος του κακού στον κόσμο προκάλεσε  οντολογική αλλοίωση στην ανθρώπινη φύση. Ο Σωτήρας μας

Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο να καταργήσει το κακό και να θεραπεύσει την ανθρώπινη φύση. Τα άπειρα θαύματά Του μαρτυρούν ακριβώς αυτή την αλήθεια. Δυστυχώς όμως ο άνθρωπος αρέσκεται στην αμαρτία και για τούτο κατατρώγεται από τη φθορά. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ο οποίος έχει αναγάγει την αμαρτία σε ύψιστο ζητούμενο, οδηγεί σε φρικώδεις νόσους. Αντίθετα, σε ανθρώπους εγκρατείς και ιδιαίτερα στους ασκητές και τους μοναχούς οι ασθένειες είναι περιορισμένες. Τρανή απόδειξη της συνάφειας αμαρτίας και ασθενείας!