Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

«ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΕΒΑΛΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΗΣΥΧΑΣΩ;» (όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)

 


Πρόκειται περί των νεωτέρων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας, του οποίου η αξία δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί όπως πρέπει, κατά την εκτίμηση του μεγάλου συγχρόνου Πατρολόγου μακαριστού Στυλιανού (μοναχού Γερασίμου) Παπαδοπούλου. Μιλάμε για τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που «γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1749 από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αντώνιο και Αναστασία Καλλιβούρση (η οποία εμόνασε στην Ιερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, με το όνομα Αγάθη). Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος και από μικρός έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και φοβερής ευφυΐας. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Νάξο και έπειτα στη σχολή της ίδιας πόλης επέκτεινε τις γνώσεις του, με δάσκαλο τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Κατόπιν 16 χρόνων πήγε στην Ελληνική σχολή της Σμύρνης, όπου κοντά σε φημισμένους διδασκάλους έλαβε ανώτερη παιδεία και αρετή. Μετά από ορισμένες περιπέτειες, το 1775 πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί, στη Μονή του Άγιου Διονυσίου εκάρη μοναχός με το όνομα Νικόδημος. Οι Πατέρες της Μονής, που διέκριναν τα μεγάλα φυσικά και επίκτητα χαρίσματα του Νικόδημου, τον διόρισαν αναγνώστη και γραμματέα της Μονής. Στη Μονή αυτή ο Νικόδημος, υπήρξε υπόδειγμα διακονίας και πράξεων αρετής. Έπειτα αποσύρθηκε σε κάποιο κελί, όπου με ασκητικό τρόπο, επιδόθηκε στη μελέτη και συγγραφή πολλών οικοδομητικών, θεολογικών και αγιολογικών βιβλίων. Μεταξύ αυτών είναι ο «Συναξαριστής», το «Εορτοδρόμιον», η «Νέα Κλίμακα», ο «Αόρατος Πόλεμος» και άλλα πολλά.

     Τελικά μετά από διάφορες περιπέτειες, που υπέστη στη βραχύχρονη ζωή του, απεβίωσε από ημιπληγία, σε ηλικία 60 χρονών, τις πρώτες ορθρινές ώρες της 14ης Ιουλίου του έτους 1809 στο κελί των Σκουρταίων, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Τα τελευταία του λόγια ήταν η απάντηση που έδωσε στους μαθητές του όταν τον ρώτησαν αν ησυχάζει: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πως να μη ησυχάσω;». Ενταφιάστηκε στο Λαυριωτικό Κελί των Σκουρταίων στις Καρυές του Άγιου Όρους, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό συγγραφικό έργο, που σήμερα αποτελεί κεφάλαιο για τον λαό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Εκκλησία μας επάξια από το έτος 1955 τον κατέταξε στο Αγιολόγιο της».

     Λοιπόν, μπορεί οι Πατρολόγοι της Εκκλησίας να μην έχουν φτάσει στο ζητούμενο: την τελική αποτίμηση της θεολογικής εμβρίθειας του μεγάλου οσίου, όμως η Εκκλησία ως το σώμα του ζώντος Χριστού έδωσε το «στίγμα» του× ο Αγιορείτης Νικόδημος είναι όσιος με διακηρυγμένη την αγιότητά του και επιβεβαιωμένη την τεράστια συμβολή του στον εν Χριστώ καταρτισμό των χριστιανών, όχι μόνο αυτών που έζησαν στην εποχή του αλλά και στις μετέπειτα εποχές, όπως και τη σημερινή και όλες όσες θα ακολουθήσουν. Για έναν απλούστατο λόγο: τα κείμενα του οσίου δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας ενός θεολόγου, έστω και πολύ καλού, αλλά καρπός του φωτισμένου από το Πνεύμα του Θεού νου του λόγω της αγίας και απολύτως σύμφωνης προς τις εντολές του Κυρίου βιοτής του. Ο λόγος του λοιπόν, για να θυμηθούμε τον εξίσου μεγάλο όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη, μένει εις τον αιώνα, που θα πει ότι εμβαπτιζόμενος κανείς σε αυτόν εμβαπτίζεται στους λόγους της χάριτος, περιπολεί κυριολεκτικά στους λειμώνες του νοητού Παραδείσου. Και να, μία σπουδαία επιβεβαίωση της παραπάνω πραγματικότητας διά στόματος του μεγάλου και αυτού Παϊσίου του Αγιορείτου. Είπε ο όσιος Παḯσιος: «Και μόνον για την ακολουθία των Αγιορειτών Πατέρων που έγραψε, άξιζε να γίνει Άγιος, ο Άγιος Νικόδημος. Με τι ευλάβεια είναι γραμμένη! Αισθάνεσαι ότι ανήκει και αυτός σε αυτούς που εξυμνεί» - ποιος μπορεί να διακρίνει καλύτερα το ύψος ενός αγίου από έναν επίσης άγιο;

     Από το συναξάρι του τα τελευταία λόγια του, απάντηση στους μαθητές του, αποκαλύπτουν τον πυρήνα όλης της ζωής του: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;» Η ζωντανή σχέση του με τον Κύριο, η αίσθηση της παρουσίας Του στην ψυχοσωματική ύπαρξή του ήταν εκείνο που σφράγιζε την πορεία του στον κόσμο τούτο. Και ναι μεν η συγκεκριμένη απάντησή του δόθηκε όταν μόλις είχε κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων, κάτι που έκανε διαρκώς ιδίως στα τελευταία του, οπότε πραγματοποιείτο και σ’ αυτόν ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε βεβαιώσει: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ», όμως την ίδια ακριβώς απάντηση θα έδινε, και πράγματι έδινε, και για κάθε στιγμή της ζωής του. Και δεν είναι σχήμα υπερβολής τούτο, γιατί ο Κύριος που μίλησε γι’ αυτήν την περιχώρησή Του με κάθε πιστό που Τον κοινωνεί μυστηριακά, μίλησε εξίσου και για την περιχώρησή Του με τους πιστούς Του όταν εκείνοι αγωνίζονται τον αγώνα τηρήσεως των αγίων Του εντολών. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστίν ο αγαπών μου» είπε, «ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Κι ο άγιος Ιωάννης ο ευαγγελιστής θα σημειώσει επ’ αυτού: «Ο τηρών τας εντολάς του Θεού, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ», όπως και «ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

     Με άλλα λόγια η θεία κοινωνία, η μέθεξη στον Κύριο και δι’ Αυτού σε όλην την Αγία Τριάδα δεν επιτυγχάνεται μόνον μυστηριακά, με τη συμμετοχή στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, αλλά, όπως λέει συγκεκριμένα και ο όσιος Νικόδημος, και πνευματικά, κάθε φορά που ο πιστός θέτει τον εαυτό του, την ψυχή και το σώμα του, εκεί που υποδεικνύουν οι εντολές του Θεού. Για παράδειγμα: ενώ ο εγωισμός ενός χριστιανού που αδικήθηκε τον σπρώχνει να εκδικηθεί, εκείνος εν πίστει αφήνει την όποια εκδίκηση στον Κύριο συγχωρώντας τον άνθρωπο που τον αδίκησε× ή, επίσης, η «σιωπή χειλέων», πολύ περισσότερο η «σιωπή λογισμών» σε ύβρεις συνανθρώπων του, επειδή ακριβώς θέλει να μένει στη βασική εντολή της αγάπης, συνιστούν μία υπέρβαση των παθών, που  αποτελεί πολύ δραστική μετοχή στον Κύριο, μία θεία κοινωνία που τον καθιστά ενεργό μέλος Εκείνου: «εν Αυτώ μένει και Αυτός εν αυτώ» - σαν να ανυψώνεται ο πιστός και να εισέρχεται στο ποτάμι της θείας αγάπης. Στην πραγματικότητα ο αγώνας αυτός που κινεί τον πιστό να μη μένει στον εγωισμό του αλλά  στην αναζήτηση του θελήματος του Θεού αποτελεί την κατεξοχήν ενεργοποίηση της μεγαλύτερης δωρεάς που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, να είναι μέλος του αγίου Του σώματος. Μέλος Χριστού δεν είναι κάθε πιστός που έχει βαπτιστεί και έχει χριστεί στο όνομα του Χριστού; Λοιπόν, ο μοναδικός δρόμος που κρατάει ανοιχτή και ζωντανή τη σχέση του μέλους προς την κεφαλή είναι πέραν της συμμετοχής όπως είπαμε στο σώμα και το αίμα του Χριστού, η τήρηση του αγίου Του θελήματος. Γι’ αυτό και δεν μας παραξενεύει το γεγονός που σημειώνουν όλοι οι άγιοι Πατέρες μας στοιχώντας στον λόγο της Γραφής, ότι ο κάθε εν επιγνώσει χριστιανός είναι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο, μία δική Του προέκταση, κατά την αποκάλυψή Του: «εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα».

    Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το έργο του οσίου Νικοδήμου «Αόρατος Πόλεμος» που αναφέρεται στην παραπάνω αλήθεια δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης: «Αν και μυστηριακά δεν μπορούμε να δεχτούμε τον Κύριό μας περισσότερο από μία φορά την ημέρα, ωστόσο πνευματικά και νοερά μπορούμε να τον δεχόμαστε κάθε ώρα και στιγμή μέσω της εργασίας όλων των αρετών και των εντολών, ειδικά όμως μέσω της θείας προσευχής και μάλιστα της νοερής (1). Ο Κύριος βρίσκεται κρυμμένος στις άγιες εντολές Του κι όποιος πράττει μια αρετή ή εντολή, δέχεται ταυτόχρονα στην ψυχή του και τον κρυμμένο μέσα σ’ αυτές Κύριο, ο οποίος υποσχέθηκε να κατοικήσει μαζί με τον Πατέρα Του, σε κείνον που θα τηρήσει τις εντολές Του, λέγοντας, «Εάν κάποιος με αγαπά, θα τηρήσει τα λόγια μου κι ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει και θα έλθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε σ’ αυτόν μαζί» (Ιωάν. 14,23) (2). Αυτή η κοινωνία και ένωση με το Θεό δεν μπορεί να μας αφαιρεθεί από κανένα άλλο δημιούργημα, παρά μόνο από δικιά μας αμέλεια ή από κανένα άλλο δικό μας σφάλμα. Και μερικές φορές αυτή η κοινωνία είναι τόσο καρποφόρα και ευάρεστη στο Θεό, όσο ίσως δεν είναι πολλές άλλες μυστηριακές κοινωνίες, εξαιτίας της έλλειψης προϋποθέσεων εκείνων που τις δέχονται (3). Λοιπόν, όσες φορές έχεις ανάλογη διάθεση και προετοιμαστείς για μία τέτοια νοερή κοινωνία, θα βρεις πρόθυμο και έτοιμο τον Υιό του Θεού, ο οποίος από μόνος Του σε τρέφει πνευματικά με τα ίδια Του τα χέρια».

π. Γεώργιος Δορμπαράκης

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Η καταγωγή της Ευχής του Ιησού και η αξία της. (Κυριακή Ζ΄Ματθαίου)

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 9, 27-35]

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ»

 [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 25-7-1982]   (Β73)  

    Κάποτε, αγαπητοί μου, ο Κύριος, διερχόμενος σε έναν τόπον, Τον συνήντησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι έκραζαν: «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησον ἡμᾶς». «Ιησού, απόγονε του Δαβίδ», δηλαδή Μεσσία, «ελέησέ μας».

    


Είναι πολύ συγκινητικό να βλέπει κανείς τυφλούς ανθρώπους γενικά ασθενείς, να σπεύδουν να βρουν την υγεία των, πολύ δε περισσότερο, όταν αυτή είναι όρασις και δεν βλέπουν γύρω τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι, να σπεύδουν να ζητήσουν την θεραπεία τους από τον Θεό. Αλλά εκείνο που κάνει κατάπληξη είναι ότι εκείνοι που είχαν τα μάτια τους δεν έβλεπαν, για να ομολογήσουν τον Ιησού «υιό του Δαβίδ». Δηλαδή Μεσσία. Διότι ο τίτλος «υἱός Δαυΐδ» σημαίνει Μεσσίας, δηλαδή Χριστός. Εκείνοι που δεν είχαν τα μάτια τους και δεν είχαν δει κανένα θαύμα, παρά μόνο είχαν μάθει, είχαν ακούσει, συνεπώς είχαν πιστέψει, αυτοί να ομολογούν τον Ιησούν «υἱόν Δαυΐδ». Κάνει εντύπωση αυτό. 

    Και λίγο πιο κάτω, όταν ο Κύριος θα τους πει «Τι θέλετε;», μάλιστα επί λέξει να σας το πω: «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;»«Πιστεύετε -Είδατε; Στη πίστιν ο Κύριος μένει- ότι αυτό Εγώ μπορώ να το κάνω;». «Λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε». Δεν λέγουν: «Ναι, Ιησού». Δεν λέγουν: «Ναι, υιέ Δαβίδ». Αλλά λέγουν: «Ναί, Κύριε». Συνεπώς με το να πουν «Κύριον» τον Ιησούν, ομολογούν την θεότητά Του. Με το να πουν τον Ιησούν «Ἰησοῦν», ομολογούν την ανθρωπότητά Του. Και με το να Τον ονοματίσουν «υἱόν Δαυΐδ», δηλαδή Μεσσίαν, δηλαδή Χριστόν, ομολογούν την θεανθρωπίνη Του φύση και το θεανθρώπινον έργον της σωτηρίας. Είναι καταπληκτικό.

     Αλλά όμως, αγαπητοί μου, η τύφλωσις δεν είναι τόσο σπουδαίο πράγμα, όταν είναι στα μάτια. Τι τώρα, τι αύριο, τι του χρόνου, τι κάποια μέρα, θα κλείσουμε τα μάτια μας. Και θα τα ανοίξομε σε μιαν άλλη ζωή. Αλλά τα μάτια μας δεν θα τ’ ανοίξομε σε μιαν άλλη ζωή, αν από τούτη τη ζωή δεν έχουν ανοίξει κάποια άλλα μάτια. Και αυτά είναι τα μάτια της ψυχής. Συνεπώς εδώ δεν πρόκειται περί τυφλών στο σώμα. Αλλά περί τυφλών στην ψυχή. Όλοι οι άνθρωποι είμεθα τυφλοί. Σε τι; Στο να δούμε τον Θεό. Αν το θέλετε, ο Χριστός εθεράπευε όχι βεβαίως για να φέρει κάποιαν κοινωνικήν, θα λέγαμε, ευτυχίαν. Απόδειξις ότι η Εκκλησία που άφησε στον κόσμον αυτόν και το Πνεύμα το Άγιον, που μένει μέσα στην Εκκλησία, δεν θεραπεύει όλους τους αρρώστους. Έχομε πολλούς αρρώστους. Και οι πιο πολλοί άγιοι, αν όχι όλοι, ήσαν άρρωστοι. Συνεπώς δεν έκανε ο Χριστός θαύματα για να αφήσει μια κληρονομιά θεραπείας όσων θα προσήρχοντο εις την Εκκλησία Του. Τότε η πίστις θα κατηργείτο. Ο Χριστός έκανε θαύματα για να πιστώσει την θεότητά Του. Αλλά και κάτι παραπέρα. Ο Χριστός άνοιγε τα μάτια των τυφλών, τα αυτιά των κωφών και φυγάδευε τους δαίμονες από τους ανθρώπους, για να μπορούν οι άνθρωποι με τις αισθήσεις τους και με τον νου τους να δουν τον Θεό. Ακούσατε· να δουν τον Θεό. Γιατί αυτοί που έβλεπαν τον Ιησούν, έβλεπαν τον Θεό. Γιατί ήταν ο Ενανθρωπήσας Θεός.

     Έτσι λοιπόν οι αισθήσεις αποκαθίστανται, για να δει ο άνθρωπος όχι με τα μάτια μόνο της ψυχής, αλλά και με τα μάτια του σώματος τον Θεό. Αυτό το πράγμα είναι ακατανόητο και πολλοί θα ‘θελαν να το ψιλοκόψουν, δηλαδή να το κάνουν ιδεαλισμόν, βγάζοντας τα μάτια του σώματος, τάχα για να δουν μόνο με τα μάτια της ψυχής των τον Θεό. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει στην πρώτη του επιστολή την καθολική ότι «ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστίν». «Θα Τον δούμε όπως είναι και όπως είμαστε»Όπως θα αναστηθούμε με τα σώματά μας, με τα πλήρη σώματά μας, θα δούμε και Εκείνον με την πλήρη Του σωματική ύπαρξη, που είναι στον ουρανό. Δηλαδή θα Τον δούμε όπως είμαστε, όπως είναι. Γι’ αυτό άνοιγε ο Χριστός τα μάτια και τα αυτιά θεράπευε κ.ο.κ.

    Αλλά, αγαπητοί μου, εδώ πρέπει να μείνομε σε κάτι. Τι είναι εκείνο που άνοιξε τελικά τα μάτια αυτών των δύο τυφλών; Ήταν μία κραυγή. Μάλιστα μία συνεχής κραυγή. Λέγει εδώ ότι οι τυφλοί έκραζαν. Και μάλιστα ο Κύριος δεν τους πρόσεξε -σκοπίμως, εντός εισαγωγικών- για να αποφύγει το πλήθος, που θα έκανε το θαύμα αυτό, κι όταν μπήκε σε ένα σπίτι, οι τυφλοί αυτοί μπήκαν κι αυτοί μέσα στο σπίτι κι εκεί ακόμη συνέχισαν να κράζουν: «Υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησον ἡμᾶς!». Συνεπώς έβλεπαν, είχαν μπροστά τους τον Ιησούν, του Οποίου το πρόσωπον δεν αμφισβητούν, προς τον Οποίον αποτείνονται. Γι΄αυτό σας είπα, το «Ιησούς» δεν το ονομάζουν εδώ αλλά προϋποτίθεται,  Τον αποκαλούν «υἱόν Δαυΐδ»Τι είναι εκείνο που τους έκανε να ανοίξουν τα μάτια τους; Αυτή η ομολογία. Προσέξατέ την. «Ιησού, υιέ Δαβίδ», συ που είσαι Κύριος, «ελέησέ μας».

    Δηλαδή να το βάλω σε μία τάξη. «Κύριε»· γιατί το «Ιησού, υιέ Δαβίδ» θα πει «Χριστέ», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας». Σας λέει τίποτα αυτό; Είναι η γνωστή προσευχή. Η γνωστή ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς». Αυτή είναι η ευχή. Δεν είναι λοιπόν παρά η καταγωγή της ευχής, της γνωστής ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ή «ἐλέησον ἡμᾶς» , η καταγωγή της είναι από την Αγία Γραφή. Δεν είναι επινόησις των ανθρώπων. Μας την εδίδαξαν και οι Απόστολοι ακόμα. Δεν έχω τον χρόνο να σας πω πιο πολλά. Ο Απόστολος Παύλος, ο Απόστολος Πέτρος και ο ευαγγελιστής Ιωάννης, που αναφέρονται ακριβώς σ’ αυτήν την επίκλησιν του Ιησού Χριστού. Και αυτό το παντοδύναμο όνομα, γιατί πίσω από το όνομα είναι ένα παντοδύναμο πρόσωπο, το πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού, του τελείου Θεού, του τελείου ανθρώπου· που έχει ειδικήν αποστολή από τον Πατέρα, για την σωτηρία του κόσμου ολόκληρου. Αυτό το πρόσωπο είναι το παντοδύναμο. Μπροστά στο οποίο κάμπτει παν γόνυ, επουρανίων και επιγείων και καταχθονίωνΑυτό λοιπόν άνοιξε τα μάτια των τυφλών.

     Λοιπόν κι εμείς… ω κι εμείς, μη ζητούμε… δεν μας το απαγορεύει ο Θεός να ζητήσομε και την θεραπεία του σώματός μας, αγαπητοί μου, δεν μας το απαγορεύει· είπε να το ζητούμε κι αυτό. Πολλές φορές όμως η αγάπη Του δεν μας δίνει την θεραπεία σε μία σωματική μας αρρώστια.  Πρέπει όμως να γίνει  καλά η ψυχή μας οπωσδήποτε. Οπωσδήποτε. Γι’ αυτό λοιπόν, με την τύφλωση που έχομε και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό, δεν μπορούμε να νιώσομε την παρουσία Του, δεν μπορούμε να Τον εγγίσομε,  εκείνο που θα μας κάνει να Τον εγγίσομε, να Τον πλησιάσομε, είναι αυτή η ευχή«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

    Αλλά ας προσέξομε, αγαπητοί μου, κάτι εδώ. Η προσευχή αυτή η τόσο μικρή, ευμνημόνευτη, είναι πλήρης προσευχή. Όταν λέμε «πλήρης προσευχή» σημαίνει έχει όλα εκείνα τα στοιχεία, για να αποτελέσει μία προσευχή. Και να γίνει ευπρόσδεκτη από τον Θεό. Αν έχετε προσέξει, στις προσευχές της Εκκλησίας μας, που πρότυπον είναι η Κυριακή Προσευχή, το «Πάτερ ἡμῶν» υπάρχουν δύο θέσεις ή καλύτερα, δύο τμήματα. Στο πρώτο τμήμα, το οποίον είναι και πρώτον, προτάσσεται δηλαδή, αναφερόμεθα εις τον Θεόν και τις ιδιότητές Του. Στο δεύτερο τμήμα αναφερόμεθα εις τα προβλήματά μας. Πάρτε το «Πάτερ ἡμῶν». Κοιτάξτε: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γενηθήτω τό θέλημά Σου». Αυτά όλα αναφέρονται στο πρόσωπον του Θεού. Μετά στα δικά μας θέματα: «Γενηθήτω τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Αιτήματα δικά μας. Σε κάθε, λοιπόν, προσευχή έχομε αυτά τα δύο τμήματα. Την θεολογία, δηλαδή αποτεινόμεθα στον Θεό και στα ζητήματά μας. Όταν λέμε όμως «την θεολογία» αναφερόμενοι στην θεολογία, αναφερόμεθα στην δοξολογία του Θεού. Γιατί όταν πω τον Θεό «Πατέρα», αυτό είναι δόξα· διότι είναι Πατήρ και Τον ομολογώ Πατέρα. Συνεπώς είναι μία δόξα προς τον Θεό. Όταν πω «να αγιασθεί», δηλαδή να δοξαστεί το όνομά Του, είναι μία δόξα στον Θεό. Έχω προσέξει, υπάρχουν ευχές, και μάλιστα λειτουργικές, όπως είναι η ευχή του Τρισαγίου Ύμνου, που λέμε στην Θεία Λειτουργία, τα τρία τέταρτα της όλης ευχής είναι δοξολογία προς τον Θεό. Συνεπώς είναι το πρώτο τμήμα. Γι΄αυτό λέγει κανείς με έναν τόνο φωνής κατά τέτοιο τρόπο, που αποτείνεται βέβαια προς τον Θεό, εκεί αλλάζει τον τόνο της φωνής, για να πάει στο τελευταίο τέταρτο του όλου μεγέθους της ευχής, που αποτείνεται στο να μας συγχωρεθούν οι δικές μας οι αμαρτίες και να μας αξιώσει ο Θεός κι εμείς να ψάλλομε τον Τρισάγιον Ύμνον.

   Έτσι κι εδώ, αυτή η ευχή είναι πλήρης. Ακούσατέ την. «Κύριε Ιησού Χριστέ» είναι το πρώτον μέρος, το θεολογικόν. «Ελέησόν με». Είναι το δεύτερον μέρος. Εκείνο που αφορά σε μένα, τον άνθρωπο. Ώστε, λοιπόν, να μία πλήρης προσευχή.

     Αλλά, αγαπητοί μου, ας την αναλύσομε. Όταν λέμε «Κύριε» στο δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, Το αποκαλούμε «Θεόν». Διότι ο τίτλος «Κύριος» θα πει Θεός. «Ιησού» θα πει «άνθρωπος». Συνεπώς εδώ ομολογούμε ότι ο Ιησούς είναι και Θεός είναι και άνθρωπος πλήρης«Κύριε Ιησού Χριστέ». Το «Χριστέ» θα πει Μεσσίας, που θα πει το ειδικό έργο που ανέλαβε ο Ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Ήτοι, η Ενανθρώπησις, ο Σταυρός, η Ανάστασις, η Ανάληψις, η Δευτέρα Του παρουσία. Όλα αυτά είναι στον κύκλο του Μεσσίου. Συνεπώς το απολυτρωτικόν έργον του Μεσσίου για τον άνθρωπο, για την Δημιουργία ολόκληρη. Άρα λοιπόν κλείνεται στον κύκλο «Χριστέ» όλο το μυστήριον της θείας Οικονομίας· το οποίον εδώ ομολογούμε, και με την ομολογία μας αυτή δοξάζομε τον ΘεόΔοξάζομε όχι μόνον το πρόσωπο το δεύτερο της Αγίας Τριάδος, αλλά και τον όλον Άγιον Τριαδικόν Θεόν. Ώστε λοιπόν βλέπομε αγαπητοί μου, ότι το μέρος αυτό, το πρώτο είναι θεολογικό, δοξολογικό και αναφέρεται εις την δόξα του Θεού.

      Αλλά και κάτι ακόμα. Είδατε ότι εις την Λειτουργίαν λέμε το Σύμβολον της Πίστεως. Είναι θεμελιώδες αυτό. Τι σημαίνει λέγω το Σύμβολον της Πίστεως; «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα...καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν... καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον».  Δηλαδή; Αυτό που στο τέλος θα πούμε, συγνώμη, στην αρχή του Συμβόλου της Πίστεως, για να ομολογήσομε, «Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα Θεόν». Δηλαδή τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν. Είναι η υψίστη ομολογίαΕίναι η υψίστη θεολογίαΠρέπει λοιπόν να πούμε το Σύμβολο της Πίστεως, για να διακηρύξομε την πίστη μας εις τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν, διότι σε λίγο θα κοινωνήσομε, και είναι βαρύτατο αμάρτημα να κοινωνήσει κανείς το σώμα και το αίμα του Χριστού και δεν πιστεύει σε δύο πράγματα. Στην θεότητα, δηλαδή στην Αγία Τριάδα και δεύτερον εις το μυστήριον της θείας Οικονομίας. Βαρύτατο αμάρτημα. Μέχρι που λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Γι΄ αυτό αρρωσταίνουν πολλοί και κοιμώνται (:πεθαίνουν) ικανοί». Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα. Η απιστία. Λοιπόν, ανανεώνομε με το να πούμε το Σύμβολον της Πίστεως, την πίστη μας εις τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν και εις το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, δηλαδή της Ενανθρωπήσεως.

   Έτσι κι εδώ. Όταν λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», ακούσατέ το, όταν πούμε «Κύριε», στρεφόμεθα εναντίον όλων των αιρετικών, με επικεφαλής τον Άρειον, που αμφισβήτησαν την θείαν φύσιν του Ιησού. Όταν λέμε «Ιησού», στρεφόμεθα εναντίον των μονοφυσιτών οι οποίοι αμφισβήτησαν… -και των Δοκητών, που αμφισβήτησαν την ανθρωπίνην φύσιν του Ιησού. Ότι ήτο κατά το φαινόμενον ή ότι απερροφήθη από την θείαν φύσιν. Κι όταν λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», ομολογούμε όλο το έργον του Χριστού και στρεφόμεθα εναντίον όλων εκείνων των αιρετικών και μάλιστα συγχρόνων αιρετικών, οι οποίοι δεν ομολογούν τον Ιησούν ως Χριστόν. Δηλαδή, ως λυτρωτήν. Αλλά ως αναμορφωτήν της ανθρωπότητος, ως φιλόσοφον, ως Γκουρού· τελευταία έχομε κι αυτό, ότι είναι διδάσκαλος, με μία ινδική ονομασία, ή ό,τι άλλα θέλετε. Ώστε όταν πω «Κύριε Ιησού Χριστέ» έχω πλήρη ομολογία και στρέφομαι εναντίον όλων των αιρετικών με αυτήν μου την ομολογία.

      Άρα; Άρα είναι πλήρης προσευχή, πλήρης προσευχή. Γι'αυτό, αν κάνω μόνον αυτήν την ευχή, τα κάνω όλα. Γι΄αυτό πολλές φορές, ασκηταί που δεν έχουν την δυνατότητα ή δεν θα ήθελαν, απομονωμένοι, να κάνουν ακολουθίες της Εκκλησίας μας, τον Όρθρο, τον Εσπερινό, μένουν στην ευχή μόνη. Γιατί; Είναι πλήρης προσευχή, πλήρης.

    Αλλά προσέξτε όμως και κάτι άλλο. Αφού είναι πλήρης προσευχή, και αναφερόμεθα εις το «ελέησόν με», το οποίο θα σας αναλύσω λίγο πιο κάτω, δεν έχομε τι άλλο να πετύχομε παρά περιεκτικότατα την πρακτικήν αρετήν και την θεωρίαν.  Δηλαδή να πετύχομε τις αρετές και να φθάσομε με τον δρόμο της προσευχής, αυτής της ευχής, να φθάσομε να ίδομε το πρόσωπον του Χριστού.

     Αλλά προσέξτε όμως. Μερικοί θα έλεγαν την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν ημάς». Πολλοί όμως λέγουν «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Αυτό σε τύπον πληθυντικό εκφράζει κάτι. Εδώ οι δύο τυφλοί έλεγαν «ἐλέησον ἡμᾶς». Θα μπορούσε ο καθένας να έλεγε για λογαριασμό του, για τον εαυτό του «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όπως λέμε στον στρατό πολλές φορές… απαγορεύεται να μιλήσομε σε ένα αίτημά μας σε πληθυντικό αριθμό. «Θέλομε ψωμί. Είμαστε άρρωστοι. Είμαστε κουρασμένοι». Απαγορεύεται. Γιατί θεωρείται στάσις. Θα πεις στον στρατό: «Θέλω ψωμί», όχι «θέλομε». «Είμαι κουρασμένος», «είμαι άρρωστος, δεν μπορώ», όχι «δεν μπορούμε». Εδώ αντίθετα. Δεν υπάρχει κανένας φόβος στάσεως, επαναστάσεως και απειθαρχίας. Υπάρχει η έκφραση της αγάπης. «Ἐλέησον ἡμᾶς». Ο κάθε τυφλός δεν μένει στον εαυτό του, αλλά και στον άλλον τυφλόν. Έτσι, άμα λέγουν «Ἐλέησον ἡμᾶς», θα ‘θελαν και οι δύο να θεραπευθούν. Θα ‘λεγε ίσως ο καθένας από πλευράς του: «Κύριε, αν θεραπεύσεις εμένα και δεν θεραπεύσεις τον άλλον, μην θεραπεύσεις ούτε εμένα. Και εμένα και τον άλλον». Αυτό εκφράζει πολλή αγάπη. Την δεύτερη εντολή, την μεγάλη, το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Όταν λοιπόν λέμε «ἐλέησον ἡμᾶς», αγκαλιάζομε όλους τους φίλους και τους εχθρούς και ολόκληρη την Δημιουργία. Κατά τον τύπον «Πάτερ ἡμῶν». Δεν λέμε «Πατέρα μου» αλλά «Πάτερ ἡμῶν»Πατέρα μαςΈτσι, αγαπητοί μου, έχομε μπροστά μας την πλήρωση των δυο εντολών. Της αγάπης προς τον Θεό, στον Οποίον αποτεινόμεθα και τον Οποίον δοξάζομε και ομολογούμε, αλλά και την αγάπη προς τον πλησίον με το να συμπεριλάβομε στην προσευχή μας και τα πρόσωπα των πλαϊνών μας, όλων των ανθρώπων.

   Αλλά ακόμα αυτό το «ἐλέησον», τι σημαίνει; Είναι περιεκτική λέξις. Και εκφράζει και δοξολογία και ευχαριστία και μετάνοια και δέηση. Όλα τα εκφράζει, όλα, μα όλα. Είναι περιεκτική αυτή η λέξις όπως σας είπα. Να γίνεις έλεος σε μένα. Να με βοηθήσεις. Να με ελεήσεις. Και τι σημαίνει «ελέησέ με»; Σημαίνει, όπως λέγει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης «το έλεος του Θεού είναι η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος». Αυτό είναι το έλεος του Θεού. Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Ο δε άγιος Νικόδημος, στην Φιλοκαλία λέγει το εξής περίφημο: «Όταν θέλεις να ζητήσεις το έλεος του Θεού, θα έχεις στον νου σου τα εξής-επί λέξει έτσι τα γράφει. Μάλιστα τα μεταφράζει, είναι στον 5ο τόμο της Φιλοκαλίας, προς το τέλος, τα μεταφράζει για να γίνουν κατανοητά από όλους, για να μην μείνει κανείς που να μην κατανοεί αυτήν την ευχήν- Λυπήσου με και δος μου- πρώτον- πνεύμα δυνάμεως. Δώσε μου την δύναμη, να μην έχω δειλίαν». Διότι η δειλία είναι ίδιον των μη Χριστιανών. Μην το ξεχνάτε αυτό. Οι άνθρωποι που είναι κάτω από την κυριαρχία του σατανά έχουν δειλίαν. Ο πιστός δεν έχει ποτέ δειλίαν. Ακόμη κι όταν στέκομαι μπροστά στον όγκο της πνευματικής ζωής και λέγω … τι θα κάνω εγώ; Κάποτε, όταν διαβάσομε ένα βιβλίο και μας πει κάποιος πνευματικός ή ένα κήρυγμα γίνει, θεωρούμε υπερβολικά αυτά, πολύ βαριά και, είμαστε ανήμποροι εμείς να τα πραγματώσομε. Αγαπητοί μου, μας λείπει πνεύμα δυνάμεως. Γι΄αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος: «δεν μας έδωκε ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού».

    «Λυπήσου με και δος μου –δεύτερον- πνεύμα σωφρονισμού. Να έχω μυαλό. Να μπορώ». Γιατί η σωφροσύνη έχει δύο σημασίες. Έχει την σημασία να σκέπτομαι σωστά αλλά και ακόμη να διατηρώ μακριά από τα σαρκικά αμαρτήματα το σκεύος μου, που είναι ναός του Θεού το σώμα μου. «Λυπήσου με και δος μου», τρίτον, «πνεύμα φόβου Θεού». Σήμερα προσπαθούμε να βγάλομε από την αγωγή της νεοτέρας γενεάς τον φόβο του Θεού. Και λέμε ότι δημιουργεί συμπλέγματα κατωτερότητος ο φόβος. Δεν είναι ο φόβος που δημιουργεί τα συμπλέγματα. Το δεχόμαστε κι εμείς, ναι. Ο φόβος δημιουργεί συμπλέγματα κατωτερότητος. Είναι κακό πράγμα ο φόβος. Είναι μεταπτωτικό φαινόμενο. Μα όχι ο φόβος του Θεού. Ο φόβος του Θεού είναι γονιμοποιός. Γονιμοποιεί την ψυχή. Διότι όταν λέγει ο Απόστολος «μετά φόβου καί τρόμου κατεργαζόμενοι τήν ἡμῶν σωτηρίαν», τι άλλο θέλει να πει; Με φόβο και με τρόμο να κατεργάζομαι την σωτηρία μου, μήπως την χάσω, μήπως χάσω τον Θεό. Αυτός ο φόβος είναι γονιμοποιός. «Ἀρχή σοφίας -δηλαδή αρχή αρετής, σοφία στους Εβραίους θα πει αρετήφόβος Κυρίου». Έβγαλες τον φόβον αυτόν τον γονιμοποιόν; Δεν πρόκειται, αδελφέ μου, ουδέποτε να αποκτήσεις αρετή. Και τότε, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι θα κατεβαίνεις στο βάθος των κακών και της ασεβείας. Επειδή ακριβώς οι άνθρωποι πέταξαν τον φόβο του Θεού, γι΄αυτό τον λόγο πέφτουν εις τον βυθόν της ασεβείας. Τι είπε ο ληστής ο ένας στον άλλον; «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν;» . «Δεν φοβάσαι τον Θεό; Και βλασφημάς εναντίον του Ιησού;». Ο ένας ληστής επί του σταυρού, στον άλλον ληστήν επί του σταυρού. Δεν φοβάσαι τον Θεό; Δος μου λοιπόν, Κύριε, λυπήσου με και δώσε μου φόβον Θεού.

     «Δος μου Κύριε πνεύμα αγάπης. Να σε αγαπώ. Είναι η κορυφή όλων. Να σε αγαπώ. Να φθάνω όταν λέγω την ευχή, να νιώθω ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο πλην Σου. Ο κόσμος παράγει. Ο κόσμος περνά. Δεν μένει τίποτα εις την θέση του. Βοήθησέ με λοιπόν να αισθάνομαι ότι το μόνο σταθερόν είσαι Συ και μόνον Εσύ. Το μόνον αξιαγάπητον πρόσωπον, το αξιέραστον πρόσωπον, το άκρως εφετόν είναι το πρόσωπό Σου. Βοήθησέ με, λοιπόν, δος μου το έλεός Σου, δηλαδή βοήθησέ με να Σε αγαπήσω. Ναι, Κύριε. Δος μου πνεύμα ειρήνης. Να ειρηνεύει η ψυχή μου. Να είμαι σε συνδιαλλαγή μαζί σου. Να μην αισθάνομαι ένοχος απέναντί Σου. Και μέσ’ τον κόσμον αυτόν να αισθάνομαι ειρήνη. Ότι είμαι ασφαλισμένος μέσα στο χέρι το δικό Σου. Ναι, Κύριε. Δος μου πνεύμα καθαρότητος. Να καθαρεύω σε όλα. Να έχω ειλικρίνεια, να είμαι καθαρός στην ψυχή, καθαρός στο σώμα. Λυπήσου με, Κύριε, ελέησέ με και δώσε μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης. Να βλέπω ότι είμαι πολύ μικρός. Ότι είμαι ένα μικρό Σου πλάσμα, πλην πλάσμα Σου. Αλλά πολύ μικρό μέσα στην Δημιουργία. Να αισθάνομαι ότι δεν είμαι τίποτα, ότι το παν είσαι Εσύ».

     Έτσι, αγαπητοί μου, θα πουν όλα αυτά και πλήθος όλα τ’ άλλα, ό,τι δεν είπαμε, τα παίρνω από τον άγιο Νικόδημο αυτά που σας είπα, σημαίνουν «ἐλέησον ἡμᾶς». Ελέησέ με. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς».

     Σύντομη ευχή. Επαναλαμβανομένη. Διαρκώς. Πόσο διαρκώς; Μας το λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Μπορούμε να δουλεύομε και να ‘χομε στον νου μας τον Θεό. Να ταξιδεύομε, να διαβάζομε, κι εκείνοι που έχουν προχωρήσει στην ευχή, τότε την ευχή την λέγει κι η καρδιά τους όταν κοιμώνται. Παράξενο. Περίεργο. Κι όμως αληθινό, αγαπητοί. Αληθινό είναι. Μπορεί να λέγει κανείς την ευχή όταν κοιμάται; Ναι, σας λέγω, είναι αληθινό! Και επαληθεύει εκείνο που λέγει το «Ἆσμα Ἀσμάτων»: «Ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ». Αγρυπνεί η καρδία και λέγει την ευχή. Αλλά μόνον για κείνους που έχουν πάρα πολύ προχωρήσει στην ευχή. Έτσι, λοιπόν, όταν μας παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», στο ερώτημα «και τι μπορούμε αδιαλείπτως να προσευχόμεθα», η απάντηση θα ήταν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς».

     Δεν είναι λοιπόν μία ευχή που αφορά τους μοναχούς. Δεν είναι μία ευχή που βγήκε από τα μοναστήρια. Απλώς καλλιεργείται στα μοναστήρια. Είναι μία ευχή που βγαίνει από την Αγία Γραφή. Βλέπομε αυτούς τους τυφλούς να λέγουν: «Υἱέ Δαυίδ, ἐλέησον ἡμᾶς». Κύριε, υιέ Δαβίδ, Ιησού, ελέησον ημάς. Χριστέ, ελέησον ημάς. Έτσι μπορούν να την λέγουν όλοι. Καθένας που βαφτίστηκε. Μικρός ή μεγάλος, μορφωμένος ή αμόρφωτος, με πολλήν σοφία κατά κόσμον ή με απλότητα άνθρωπος· που δεν έχει πολλά πράγματα στη ζωή του να ξέρει. Όλοι μπορούν να λέγουν την ευχή. Οπουδήποτε. Και στο κρεβάτι άμα είμαστε άρρωστοι. Κι όταν είμαστε όρθιοι…[Δυστυχώς, στο σημείο αυτό τελείωσε η κασέτα μαγνητοφώνησης της ομιλίας του μακαριστού γέροντα και δεν ολοκληρώθηκε η ηχογράφησή της].

            ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

 ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_150.mp3

Δείτε και -π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Η καταγωγή της Ευχής του Ιησού και η αξία της

Λόγοι Αγίου Παϊσίου για την οικογενειακή ζωή.


 

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΕΛΛΑ Η ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η Χίος ανάδειξε μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας. Το πανέμορφο και μυροβόλο αυτό νησί του Αιγαίου το στολίζουν πολλά από τα νοητά και μυρίπνοα άνθη της ευλάβειας. Ένα από αυτά είναι και η ένδοξη Παρθενομάρτυς Μαρκέλλα, η οποία προτίμησε το θάνατο από την ατίμωση.

      Γεννήθηκε στο ιστορικό χωριό Βολυσσός, της βορειοδυτικής Χίου. Ως προς το χρόνο που έζησε υπάρχει σύγχυση. Ο βιογράφος της άγιος Νικηφόρος ο Χίος αναφέρει ότι έζησε περί το 1500 μ. Χ.  Όμως τα γεγονότα και τα πρόσωπα, που αναφέρονται στο ιερό της συναξάρι παραπέμπουν σαφώς στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες. Το πιο πιθανό είναι να έζησε τον 3ο ή τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Τότε που έσβηνε η ειδωλολατρία και γινόταν, σαν το πληγωμένο θηρίο, επικίνδυνη για τους πιστούς του Χριστού. Τότε που οι ειδωλολάτρες, πλημμυρισμένοι από δαιμονική ενέργεια, ήθελαν να αφανίσουν τους Χριστιανούς, μη λογαριάζοντας αν αυτοί είναι συγγενικά τους πρόσωπα, ακόμα και παιδιά τους.

      Οι πατέρας της Μαρκέλλας ήταν ένας φανατικός ειδωλολάτρης και ανήθικος άνθρωπος, ο οποίος είχε καταρρίψει κάθε ίχνος ηθικής αναστολής από πάνω του. Αντίθετα η μητέρα της ήταν πιστή Χριστιανή και μεγάλωσε την αγαπημένη της κορούλα με την πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό. Στάλαξε στην παιδική της ψυχή την ευλάβεια και την αρετή, η οποία απουσίαζε από τον ειδωλολατρικό κόσμο. Της δίδαξε τη σεμνότητα και την αιδώ, ως τα πιο σημαντικά προσόντα της γυναικείας φύσης. Η Μαρκέλλα μεγάλωνε και διακρινόταν για την ευγένεια της ψυχής της, την καλοσύνη της, αλλά και για την σπάνια σωματική ομορφιά της. Παράλληλα τη διέκρινε μια πρωτοφανής πνευματική ωριμότητα.

     Όταν έγινε δεκαοκτώ χρονών η μητέρα της αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε, αφήνοντας την Μαρκέλλα μόνη της με τον ειδωλολάτρη πατέρα της. Τότε ο πλάνος και μισάνθρωπος διάβολος βρήκε την ευκαιρία να πλήξει καίρια τη σεμνή και πιστή στο Χριστό κόρη. Προκάλεσε σφοδρό αισχρό έρωτα του πατέρα της προς αυτήν. Ας σημειωθεί πως τέτοια είδους εκφυλιστικά και ανατριχιαστικά φαινόμενα ήταν συνηθισμένα στους ειδωλολάτρες. Δεν είναι τυχαίο πως οι διάφοροι πολυπληθείς «θεοί» τους πιστεύονταν ότι είχαν αιμομικτικές σχέσεις μεταξύ τους και άρα έδιναν το δικαίωμα και στους λατρευτές τους να τους μιμούνται στα δαιμονικά τους πάθη. Όλα τα αμαρτωλά τους πάθη τα ανήγαγαν στους «θεούς» τους και μάλιστα τα θεωρούσαν ως απόδοση τιμής και λατρείας προς εκείνους, όπως λ.χ. η «Ιερή Πορνεία», θεωρούνταν απόδοση λατρείας προς την ακόλαστη «θεά» Αφροδίτη, ή η κραιπάλη και η μέθη προς τον Διόνυσο.

     Ο πατέρας της λοιπόν καταλήφτηκε από δαιμονικό μανιακό έρωτα προς την κόρη του Μαρκέλλα και προσπαθούσε να την πείσει να ενδώσει στην αισχρή αιμομικτική του επιθυμία. Η Μαρκέλλα διαπίστωσε με βδελυγμία την ερωτική ορμή του πατέρα της και αντιστάθηκε με σθένος. Όταν είδε ότι δε θα ξέφευγε από τα χέρια του έφυγε κρυφά από το σπίτι και άρχισε να περιπλανιέται στα βουνά του νησιού. Αλλά ο σαρκολάτρης πατέρας της, φλεγόμενος από τις κτηνώδεις ορέξεις του, την έψαχνε παντού. Κινούμενος από απερίγραπτη μανία, την αναζητούσε μέρα και νύχτα, ώσπου την εντόπισε σε κάποιο βουνό.

     Η Μαρκέλλα όταν τον είδε, άρχισε να τρέχει, για να προστατέψει την τιμή της και τον ίδιο τον πατέρα της από την άτιμη και αισχρή πράξη, που ήταν διατεθειμένος να διαπράξει. Βρέθηκε μπροστά σε μια πυκνή βάτο, γεμάτη αγκάθια. Χωρίς να λογαριάσει τις πληγές και το μαρτύριο των αγκαθιών, χώθηκε σε αυτή και παρέμεινε μέχρι να φύγει ο μανιακός πατέρας της.

      Αλλά δυστυχώς έτυχε να τη δει κάποιος βοσκός της περιοχής, ο οποίος την κατήγγειλε στον πατέρα της, υποδεικνύοντας την βάτο που ήταν κρυμμένη. Προσπάθησε να μπει στη βάτο, αλλά δεν το κατάφερε και για να την αναγκάσει να βγει, έβαλε φωτιά στο θάμνο. Όμως η Μαρκέλλα, καταματωμένη από τα αγκάθια, πρόλαβε και βγήκε από άλλο σημείο και έτρεξε να κρυφτεί. Έτρεχε ανάμεσα στις τραχιές πέτρες και τα κοφτερά βράχια να μην την προλάβει ο αδίστακτος, ανελέητος και έκφυλος πατέρας της. Εκείνος την ακολουθούσε, αλλά δεν μπορούσε να τη φτάσει. Τότε έβγαλε ένα βέλος από το θηκάρι του και το έριξε εναντίον της. Καρφώθηκε στο νεανικό και παρθενικό της κορμί και το αγνό της αίμα πότισε την χιακή γη και έβαψε τα βράχια. Εκείνη όμως βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει να τρέχει για να αποφύγει την αισχρή αιμομικτική ατίμωση.

      Όμως οι σωματικές της δυνάμεις σύντομα την εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε πια να τρέξει και έπεσε στο έδαφος αιμόφυρτη και ημιθανής. Δεν της έμεινε άλλη ελπίδα από το Χριστό. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και παρεκάλεσε τον Νυμφίο της ψυχής της να προστατέψει την τιμή της και τον πατέρα της από μια τέτοια αποτρόπαια πράξη. Η αγνή και άδολη προσευχή της εισακούστηκε και έγινε το θαύμα. Ο βράχος, που ήταν ακουμπισμένο το πληγωμένο σώμα της άνοιξε και το κατάπιε, ως το στήθος. Ο μανιακός πατέρας της φτάνοντας, οργίστηκε περισσότερο και προσπάθησε να την ανασύρει από τη σχισμή του βράχου. Όταν δεν τα κατάφερε άρχισε να τη διαμελίζει. Πρώτα έκοψε τους μαστούς της και τους πέταξε στο βουνό. Κατόπιν της έκοψε το κεφάλι και το πέταξε στη θάλασσα.

      Μια ουράνια λάμψη έλουσε το βράχο, δείγμα ότι ο Χριστός πήρε κοντά του την αγνή και άδολη Παρθενομάρτυρα. Οι Χριστιανοί περιμάζεψαν το υπόλοιπο ιερό σκήνωμα και το έθαψαν με τιμές, που αρμόζουν στους αθλητές του Χριστού. Το δε σημείο του μαρτυρίου της έγινε τόπος προσκυνήματος στους αιώνες που ακολούθησαν. Μέχρι σήμερα οι πιστοί μεταβαίνουν εκεί για να πάρουν την ευλογία της και να τύχουν των προσευχών της στο θρόνο του Θεού. Δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι πηγαίνουν με πίστη, και βλέπουν το βράχο να αχνίζει και να χρωματίζεται κόκκινος, όπως είχε βαφτεί από το αίμα της αγίας. Δεν είναι λίγα τα θαύματα που έχουν γίνει στον αγιασμένο εκείνον τόπο και συνεχίζουν να γίνονται.

       Η μνήμη της εορτάζεται στις 22 Ιουλίου. Κέντρο του εορτασμού της η Χίος, όπου έχει κτιστεί μεγαλοπρεπής ναός στον όρμο της Βολυσσού. Αλλά τιμάται και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδος και του εξωτερικού. Στην Αθήνα υπάρχει ναός της, στην περιοχή του Βοτανικού. Επίσης και στη Κηφισιά.  Παρεκκλήσια της έχουν χτιστεί στις Σπέτσες, την Άνδρο, τη Μήλο, τη Σαντορίνη και τη Σάμο. Τεμάχιο του ιερού της λειψάνου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Νταού Πεντέλης.

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ, Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η γυναίκα, για πρώτη φορά στην ιστορία της, βρήκε καταξίωση από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκτός από την Παναγία μας, η οποία υπήρξε το μοναδικό σκεύος της θείας χάριτος, μια πλειάδα αγίων γυναικών βρισκόταν κοντά στον Κύριο, καθ’ όλη την επί γης παρουσία Του, οι οποίες τον υπηρετούσαν και πλαισίωναν στο σωτήριο έργο του. Μία από αυτές ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η μυροφόρος και ισαπόστολος, η πλέον αφοσιωμένη μαθήτριά Του. 

      Καταγόταν από την πόλη Μάγδαλα, η οποία βρισκόταν στην περιοχή της Γαλιλαίας στη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας, και γι’ αυτό πήρε την προσωνυμία Μαγδαληνή. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι, ευγενείς και ευσεβείς Ιουδαίοι, ονομάζονταν Σύρος και Ευχαριστία. Μεγάλωσαν τη Μαρία με ευσέβεια και φόβο Θεού. Φρόντισαν δε να της δώσουν σοβαρή μόρφωση, όπως αναφέρει ο βιογράφος της Κάλλιστος Ξανθόπουλος. Μελέτησε την Παλαιά Διαθήκη και εντρύφησε στις προφητείες για τον Μεσσία. Μετά το θάνατο των γονέων της αρνήθηκε να παντρευτεί και αφιερώθηκε στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Παράλληλα ασκούσε φιλανθρωπία. Μοίρασε τη μεγάλη περιουσία της στους φτωχούς και ζούσε η ίδια με νηστεία, παρθενία και εγκράτεια.

       Ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε τη σεμνή και πιστή Μαρία και θέλησε να την καταστρέψει. Έστειλε επτά φοβερά δαιμόνια να την καταλάβουν. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στην προχριστιανική εποχή, όταν δεν υπήρχε το Άγιο Βάπτισμα και τα άλλα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, ως ισχυρά ελιξίρια κατά των δαιμονικών δυνάμεων, οι άνθρωποι, ακόμα και οι δίκαιοι, μπορούσαν να καταληφτούν από τους δαίμονες. Αυτό έπαθε και η Μαρία.

       Κάποτε πέρασε από την περιοχή της ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Η Μαρία, παρ’ όλα τα φρικτά προβλήματα που της δημιουργούσαν τα ακάθαρτα πνεύματα, έτρεξε να ακούσει το φημισμένο ραβίνο, τον οποίο ακολουθούσαν τα πλήθη και σαγηνεύονταν από το πρωτάκουστο κήρυγμά Του. Ο Χριστός διέγνωσε ως Θεός την αγαθή ψυχή της και το ρόλο που θα διαδραμάτιζε στο έργο Του. Τη θεράπευσε, διώχνοντας τα δαιμόνια (Λουκ.8,1-3) και εκείνη από ευγνωμοσύνη εντάχτηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της στην ομάδα των μαθητριών Του. Αναγνώρισε στο πρόσωπό Του τον αναμενόμενο Μεσσία και για τούτο υπήρξε η πιο αφοσιωμένη μαθήτριά Του. Μαζί με τις άλλες μαθήτριες (Σουσάνα, Μαρία τη μητέρα του Ιακώβου, Μαρία του Κλωπά, Ιωάννα του Χουζά, τη μητέρα των υιών Ζεβεδαίου, κλπ) υπηρετούσαν τον Κύριο και τους αποστόλους.

      Κάποιοι θέλουν να την ταυτίσουν με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία ένιψε τα πόδια του Ιησού, λίγο πριν το πάθος Του (Λουκ.7,36-50). Αυτό δεν ευσταθεί, διότι ο ιερός ευαγγελιστής την αμαρτωλό γυναίκα την αναφέρει ανώνυμα. Η αιρετική δυτική χριστιανοσύνη έπλασε αυτόν τον μύθο στα χρόνια του σκοτεινού μεσαίωνα.

       Η Μαρία άκουγε με προσοχή τους λόγους του Κυρίου και έβλεπε με θαυμασμό τα θαύματά Του. Όλα αυτά την οδηγούσαν στη βεβαιότητα ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού, που προφήτευσαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Σύγκρινε αυτά που είχε διαβάσει στις αρχαίες Γραφές με αυτά που άκουγε και έβλεπε και σχημάτισε τη βεβαιότητα ότι ζούσε στην ευλογημένη μεσσιανική εποχή. Διέθεσε στο έργο του Κυρίου την εναπομείνασα περιουσία της και η ίδια διακονούσε χειρονακτικά.

       Συνδέθηκε με αδελφική φιλία, όχι μόνο με τις άλλες μαθήτριες του Χριστού, αλλά και με τη Θεοτόκο, την οποία σέβονταν και υπολήπτονταν, ως Θεού Μητέρα. Κατά το σωτήριο πάθος του Κυρίου έδειξε απίστευτη αφοσίωση και ηρωισμό. Από

τη νύχτα της προδοσίας ως τον ενταφιασμό Του δεν απομακρύνθηκε από κοντά Του, αλλά μαζί με τη Θεοτόκο σπάραζαν από τον πόνο και την αγωνία. Ενώ οι άνδρες μαθητές Του διασκορπίστηκαν και κρύφτηκαν για να μη συλληφθούν και οι ίδιοι, να μη θεωρηθούν συνεργοί του Ιησού και πάθουν τα ίδια με Εκείνον, οι άγιες γυναίκες μαθήτριες του, μαζί με τη Θεοτόκο, στεκόταν παράμερα στον Γολγοθά και παρακολουθούσαν θρηνώντας το Θείο Πάθος (Ματθ.27,55-56). Η Μαρία η Μαγδαληνή, μαζί με τη Θεοτόκο και τη  Μαρία του Κλωπά, στάθηκαν κάτω από το σταυρό (Ιωάν.19,25) και έδιναν κουράγιο στη Μητέρα του Κυρίου. Έζησαν ολόκληρο το Θείο Δράμα!   

      Κατά την Αποκαθήλωση, μαζί με τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, με θρήνους και οδυρμούς μύρωσαν το Άχραντο Σώμα του Κυρίου και το ενταφίασαν. Αλλά, όπως αναφέρουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, λόγω της επικείμενης εορτής του Πάσχα, η ταφή έγινε βεβιασμένα και δεν μυρώθηκε το Σώμα του Χριστού αρκούντως. Γι’ αυτό αποφάσισαν οι αφοσιωμένες μαθήτριές Του να μεταβούν «ούσης οψίας τη μια των Σαββάτων» στο μνημείο του Διδασκάλου τους για να αλείψουν το ακήρατο Σώμα Του με πολύτιμα μύρα. Μαζί τους η Μαρία η Μαγδαληνή. Αλλά εκεί τους περίμενε το μεγάλο θαύμα. Πληροφορήθηκαν από τον άγγελο την ανάσταση του Κυρίου. Αξιώθηκαν οι ηρωικές αυτές γυναίκες να μάθουν πρώτες το υπέρτατο γεγονός της αναστάσεως. Η Μαρία η Μαγδαληνή είχε την ύψιστη ευλογία να δει πρώτη, μαζί με τη Θεοτόκο, τον Κύριο αναστάντα, Τον οποίο αρχικά εξέλαβε ως κηπουρό.

       Μετά από αυτό δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για το βίο και τη δράση της αγίας Μαρίας. Εικάζουμε ότι έγινε ένα από τα σημαίνοντα μέλη της ιεροσολυμίτικης  Εκκλησίας. Οι παραδόσεις ότι μετέβη στη Δύση και πέθανε στη Μασσαλία είναι παπικά μυθεύματα, τα οποία στερούνται πηγών. Βλάσφημη επίσης είναι η θεωρία ότι υπήρξε σύζυγος του Ιησού. Ευσεβής παράδοση αναφέρει ότι, μετά την κοίμηση της Θεοτόκου, ακολούθησε τον Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο, όπου κήρυξε με θέρμη το Ευαγγέλιο και κοιμήθηκε ειρηνικά. Η τίμια χείρα της βρίσκεται άφθαρτη και με ιδιότητες ζωντανού σώματος (ευκαμψία, θερμοκρασία, κλπ) στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους. Η μνήμη της τιμάται στις 22 Ιουλίου.

Κυριακή 16 Ιουλίου 2023

Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἁγιαννανίτης (1913 – 28 Ἰουνίου 1996)

 


Ὁ μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος γράφει περὶ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος: «Ὁ Γέροντας Ἄνθιμος Ἁγιαννανίτης ἦταν ἀπὸ τοὺς τελευταίους παλαιοὺς Ἁγιορεῖτες, ποὺ στὸ πρόσωπό του συγκέντρωσε τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀσκήσεως, τὴν ἐμμονὴ στὴ μοναχικὴ παράδοση καὶ τὴν ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ἦταν ὁ ἐκφραστὴς τοῦ γνησίου Ἁγιορείτικου μοναχικοῦ πνεύματος…».

Κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Κωνσταντῖνος Ζαφειρόπουλος τοῦ Χαραλάμπους καὶ τῆς Βασιλικῆς. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Καλλιάνοι τῆς Κορινθίας τὸ 1913. Μόλις πέντε ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς. Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον ’Ὅρος τὸ 1929 καὶ ὑποτάχθηκε στὸν Γέροντα Γαβριὴλ (†1959), ποὺ μόναζε μὲ τὸν αὐτάδελφό τοῦ Μιχαὴλ (†1952), τοὺς ὁποίους διακόνησε ἀφοσιωμένα καὶ δὲν ἔπαυε νὰ λέει ὅτι ἦταν γι’ αὐτὸν οἱ δύο φύλακες ἀρχάγγελοι. Στὴν πανήγυρη τῆς Καλύβης τους, τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, τὸ 1930, ἐκάρη μοναχός. Ἀπὸ τότε ἐπιδόθηκε μὲ περισσότερο ζῆλο στὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καὶ στὴ νέκρωση τῶν ἀντιθέων παθῶν. Τὸ 1933 χειροτονήθηκε διάκονος καὶ….τὸ 1936 πρεσβύτερος.
Ἰδιαίτερη ἄγαπη εἶχε στὴ μελέτη. Τὰ βιβλία ἦταν καθημερινή του ἐντρύφιση, ὁ μόνος του θησαυρός. Τὸν βοηθοῦσε ἡ ἰσχυρή του μνήμη ν’ ἀποστηθίζει κεφάλαια ὁλόκληρά τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Οἱ γνώσεις του δὲν ἦταν μόνο θεολογικές. Γνώριζε καλὰ ἱστορία, φιλοσοφία, ἰατρική. Οἱ γνώσεις του ἐντυπωσίαζαν. Εἶχε μία χάρη στὸν λόγο, μία εὐγένεια καὶ λεπτότητα, ποὺ δὲν σὲ ἄφηνε νὰ κουρασθεῖς. ’Ἔτσι τὸν γνωρίσαμε κι ἐμεῖς: ὁμιλοῦντα χαριτωμένα, διηγούμενο Ἱστορίες πολυάθλων Γερόντων, βιαστῶν, ἀσκητῶν, ἀξιομακάριστων πρὸ- κατόχων του. Ἐξομολογοῦσε στὴν Ἀθήνα τὴ μακαρίτισσα μητέρα μου, καὶ ἐμένα μὲ ἀγαποῦσε πολὺ ὁ καλοκάγαθος. Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος (†1994) ἔλεγε: «Ὅταν ὁμιλεῖ ὁ πάπα-Ἄνθιμος, νὰ κρατᾶς σημειώσεις. Τὰ λόγια του εἶναι σοφά, ἁγνά, μεστὰ θείας χάριτος».

Ἀφιέρωνε ὧρες στὴν καθημερινὴ θεία λατρεία, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη. Ἐπίσης στὴν ἁγιογραφία, τὴν κηπουρική, τὴ μαγειρική, τὴν ἐπιστολογραφία. Δόξαζε ἀκατάπαυστα τὸν Παντοδύναμο καὶ Πανάγαθο Θεὸ γιὰ τὰ μεγαλεῖα τῆς φύσεως. ‘Υμνούσε συνέχεια τὴ λατρευτή του Ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ κατοικοῦσε στὸ σπίτι της καὶ φιλοξενοῦνταν στὸ θαυμάσιο Περιβόλι της. Ὡς λειτουργὸς ἔλαμπε ὡς ἄγγελος. Τὸν ναὸ εἶχε ἐπίγειο Παράδεισο. Δὲν τὸν κούραζε, πάντα τὸν χαιρόταν. Συνομιλοῦσε μὲ τοὺς ἁγίους. Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μποροῦσε νὰ χύσει ἄνετα καὶ τὸ αἷμα του.
Ὅπως συνηθίζουν νὰ ζοῦν οἱ Ἁγιορεῖτες, κάθε πρωὶ ξυπνοῦσε σὰν νὰ εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ζωῆς του καὶ κάθε βράδυ πλάγιαζε σὰν νὰ ἦταν ἡ τελευταία του. Ζοῦσε πάντα μὲ τὴν προοπτική τῆς αἰωνιότητος. Τὸν συγκλόνιζε ἡ σκέψη τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, γιὰ τὴν ὁποία πάντα προετοιμαζόταν. ’Ἔλεγε: «Ὁ νοῦς μᾶς πρέπει νὰ στρέφεται σὲ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μνημονεύει ἀκατάπαυστα τὴν τελικὴ κρίση τοῦ Δικαιοκρίτου Κυρίου μας. Ἔτσι μόνο τα πάθη μᾶς καταπραΰνονται καὶ ἀφανίζονται. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ…».
Προεῖδε τὸ τέλος του. Μετὰ ἀπὸ σοβαρὸ τραυματισμὸ ποὺ εἶχε, ἀπὸ πέσιμο στὸν κῆπο τῆς αὐλῆς του, περιποιούμενος τὴν κληματαριά, μεταφέρθηκε σὲ νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Πλάστη του, ποὺ ἀπὸ παιδὶ πρόσχαρα ὑπηρέτησε στὶς 28.6.1996. Κηδεύτηκε στὸ Κυριακό τῆς σκήτης, ποὺ ἐπὶ μισὸ αἰώνα καὶ πλέον διακόνησε φιλότιμα μὲ τὴ συνοδεία του καὶ ἐτάφη στὸ κοιμητήρι της.
Μᾶς ἔλεγε ὁ μακάριος σὲ μία ἐπίσκεψή μας: «Ἡ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης εἶναι ἁγιοτρόφος. Ἔχει πιανθεῖ μὲ τοὺς ὀχετοὺς τῶν δακρύων καὶ τῶν ἱδρώτων πλήθους ἀσκητῶν, ποὺ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἐπιποθοῦν τὴν ἐν Χριστῷ τελείωση καὶ θέωση. Κάθε γωνιὰ εἶναι ἁγιασμένη ἀπὸ παλαιοὺς καὶ συγχρόνους ἁγίους… Στὸν τόπο τοῦτο κάθε βῆμα εἶναι κι ἕνας ἅγιος, ἕνας ἀσκητὴς ποὺ ἔφθασε μέχρι τὴν ἀπάθεια καὶ τὴ θέωση… Ὑπῆρχαν πραγματικοὶ ἐργάτες τῆς μυστικῆς θεολογίας, τῆς ἀενάου προσευχῆς…». Αὐτῶν τὴν ὁδὸ πιστὰ ὁ μακαριστὸς Γέροντας ἀκολούθησε.
 
 
Πηγὲς-Βιβλιογραφία:
Νικολάου Πρωτοπαπὰ ἀρχιμ., Γέρων Ἄνθιμος Ἁγιαννανίτης ὁ Πνευματικὸς (1913- 1996), Ἀθήνα 1996. Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, Ὁ Γέρων Ἄνθιμος ὁ Ἁγιαννανίτης, ὁ σοφὸς καὶ θεοφόρος σύγχρονος πατέρας τοῦ Ἄθωνος, Θεσσαλονίκη 2004.
Πηγή: Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Μέγα Γεροντικὸ ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σέλ. 1407-1414, Ἐκδόσεις Μυγδονία, A΄ Ἔκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
 
 
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2022/06/1913-28-1996.html#more

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Προβληματισμοί για τη σημερινή λειτουργική πραγματικότητα από τη σκοπιά του ιεροψάλτη

Το παρόν κείμενο αποτελεί εισήγηση του Κωνσταντίνου Μπουσδέκη, που εκφωνήθηκε στην ημερίδα που διοργάνωσε η Εστία Πατερικών Μελετών με τίτλο «Στον απόηχο της λειτουργικής ανανέωσης: αναταράξεις στη θεία λατρεία» και πραγματοποιήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο στις 11 Ιουνίου 2023.

Από μικρής ηλικίας και εγώ αλλά και πολλοί από τους φίλους μου ψάλτες είχαμε την ευλογία να μας σπρώξει η πρόνοια του Θεού στο αναλόγιο. Μεγαλώσαμε και ανδρωθήκαμε πάνω στο στασίδι. Τριάντα χρόνια αδιάκοπης ενασχόλησης με την ψαλτική και κατ’ επέκταση με τις ιερές ακολουθίες, από μία θέση που τα βλέπει και τα ζει όλα από πολύ κοντά.

Τα χρόνια αυτά ασχοληθήκαμε και με τη διδασκαλία της ψαλτικής και μάλιστα επαγγελματικά, ιδρύοντας με τον παιδικό φίλο και συνεργάτη μου Κωνσταντίνο Φωτόπουλο το «Σχολείον Ψαλτικής» στο Μαρούσι.

Είναι πάρα πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο, όταν έρχονται νέοι υποψήφιοι μαθητές της βυζαντινής μουσικής και αφού αρχίζουν να συμμετέχουν πιο τακτικά και από πιο νωρίς στις ακολουθίες, να μας εκμυστηρεύονται ότι νιώθουν σαν να μην ήξεραν σχεδόν τίποτα μέχρι τότε για αυτές. Τα μαθήματα της μουσικής σε συνδυασμό με την τακτικότερη συμμετοχή στις διάφορες ακολουθίες, τους αποκαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο θα μπορούσαμε να πούμε. Αυτό συνήθως τους ενθουσιάζει και η συμμετοχή τους έκτοτε αποκτά μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο ενδιαφέρον. Και μιλάμε για ανθρώπους που ήδη εκκλησιάζονται, πολλοί απ’ αυτούς μάλιστα για αρκετά χρόνια.

Το δεύτερο που συνήθως μας μεταφέρουν είναι πράγματα και καταστάσεις που δεν τους αρέσουν όταν βρίσκονται στο ναό, είτε αυτά αφορούν σε ανθρώπινες συμπεριφορές είτε σε άλλα προβλήματα που μπορεί να προκύπτουν από διάφορες αιτίες όπως, για παράδειγμα, η υψηλή ένταση των μικροφώνων.

Όλα αυτά που μας λένε και μας ερωτούν μάλλον ισχύουν και παρατηρώντας κι εμείς με τη σειρά μας λίγο πιο προσεκτικά όσα διαδραματίζονται, δεν μπορούμε παρά να κάνουμε τη σύγκριση με το λειτουργικό σκηνικό που έχουμε στο μυαλό μας, και που προκύπτει από όλα όσα έχουμε διαβάσει και διδαχθεί από τους μεγάλους Δασκάλους της τέχνης μας, αλλά και από όσα βιώσαμε και βιώνουμε ακόμα στις ακολουθίες του Αγίου Όρους.

Ποια είναι όμως τα στοιχεία αυτά που συνθέτουν αυτήν την ιδανική κατάσταση; Τήρηση των παραδόσεων, σεβασμός στην Τάξη και το Τυπικό, απουσία της προσωπικής γνώμης και άποψης στη Λατρεία. Κι όλα αυτά προκύπτουν από την αγάπη για την ακολουθία. Ή και αντίστροφα: η αγάπη για την ακολουθία έχει ως φυσικό επακόλουθο τον σεβασμό στην παράδοση. 

Οι ιερές ακολουθίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχουν συγκεκριμένο τρόπο επιτέλεσης, που στη γλώσσα μας την ονομάζουμε «Τυπικό». Το Τυπικό ορίζει πώς πρέπει να γίνεται κάθε ακολουθία και μάλιστα με αρκετές διαδικαστικές λεπτομέρειες, δηλαδή όχι μόνο πόσους και ποιους ύμνους θα ψάλουμε ανάλογα με την περίσταση, αλλά και το πώς στέκεται ο ψάλτης ή ο ιερέας, πώς θυμιάζει ο διάκονος, πώς ευλογεί ο αρχιερέας, κτλ. Υπάρχει «Τάξη» σε ό,τι γίνεται! Υπάρχουν και πολλοί άγραφοι «κανόνες» που διατηρούνται ζωντανοί μέσω της προφορικής παραδόσεως αλλά και της αδιάκοπης τήρησής τους, για παράδειγμα μέσα σε ένα μοναστήρι.

Τόσο σημαντική θεωρούσε και θεωρεί η Εκκλησία την τήρηση αυτής της Τάξεως και του Τυπικού, που ανέθεσε σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο να επιμελείται της ορθής και απρόσκοπτης τήρησής του, ώστε να μην γίνονται αυθαιρεσίες. Το διακόνημα του Τυπικάρη ήταν και είναι από τα πιο σημαντικά και υπεύθυνα διακονήματα σε ένα μοναστήρι, αφού αυτός ορίζει τι θα ειπωθεί και από ποιον.

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος, απόφοιτος της Σχολής της Χάλκης, αγιορείτης μοναχός και Σχολάρχης της Αθωνιάδος, δεινός ψάλτης και μύστης των αγιορείτικων καλογερικών παραδόσεων, καταγράφει τα ακόλουθα σχετικά με το διακόνημα του Τυπικάρη:

«Ἀπό ἐκεῖνες τίς θέσεις θά διαπίστωναν […] τόν κυρίαρχο ρόλο καί τήν γενική ἐποπτεία τοῦ έπιβλητικοῦ καί μειλίχιου Τυπικάρη, τοῦ ὁποίου κάθε ὑπόδειξις καί κάθε νεῦμα ἦταν ἐντολή σεβαστή καί ἐκτελεστέα παραχρῆμα καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς λελευκασμένους Προϊσταμένους, πού ἴσως νά ἦταν καί ἀρχαιότεροί του σέ μοναχική κουρά καί διακονία στήν Μονή. Νόμος γιά ὅλους ἡ ἄποψίς του καί διαταγή ἡ ὑπόδειξίς του στούς διακονητάς τοῦ Καθολικοῦ, γιά τό πῶς καί πότε θά θυμιάσῃ ὁ ἐφημέριος, πῶς θά κρατάῃ τό θυμιατό καί ποιοί ἀκριβῶς θά εἶναι οἱ βηματισμοί , οἱ κινήσεις καί οἱ “σεβισμοί” πρό τῶν ἁγίων λειψάνων καί ἱερῶν εἰκόνων· γιά τό πῶς καί πότε θά κάνουν “σχῆμα” οἱ ἐκκλησιαστικοί, γιά ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀνάβουν τούς πολυελαίους, καί πῶς πρέπει νά συμπεριφερθοῦν, ἄν κάποιο κανδήλι ἐνδιαμέσως σβήσῃ ἤ κάποιο κερί “λαμπαδιάσῃ” κι’ ἀρχίσει νά στάζῃ, ἤ ὁ φανός δέν καλοφέγγῃ.

Τῆς ἀμεσωτάτης ἐγκρίσεως καί παιδείας τοῦ [Τυπικάρη] θά ἦσαν καί ὁ διαβαστής καί ὁ κανονάρχης, διακονηταί μεγίστης σημασίας γιά τήν ἄνευ λαθῶν, καί μέ εὐάκουστη ἄρθρωσι καί ὀρθοφωνία, ἀνάγνωσι ὅλων τῶν κειμένων τῆς ἀκολουθίας καί γιά τήν ἐξ ἴσου προσεκτική καί περίπου ἐμμελῆ κανονάρχησι τῶν τροπαρίων καί τῶν δοξαστικῶν, ὥστε οἱ ψάλται ἀμφοτέρων τῶν χορῶν νά ψάλλουν τά μέλη καί τά τροπάρια ἐννοιολογικῶς καί χωρίς χασμωδίες, ἀρκούμενοι στήν ἀκρόασι καί μόνο τῶν κανοναρχουμένων καί μή βλέποντες σέ βιβλία, ὅπως σήμερα»[1].

Και πάλι από τον ίδιο Επίσκοπο διαβάζουμε: «Εἶναι τῆς μερίμνης καί τῆς ὑπευθυνότητος τῶν τυπικάρηδων στό Ὄρος νά ἐντοπίζουν τούς καλούς διαβαστάδες, γιατί θέλουν νά δώσουν τήν ἴδια, ὅση καί στά μουσικά, βαρύτητα στά διδακτικά καί ἐξηγητικά κείμενα, πού ἀναφέρονται στό νόημα τῆς ἑορτῆς καί τῆς πανηγύρεως»[2].

Και εννοείται ότι ο Τυπικάρης είναι αυτός που ορίζει και ποιος θα ψάλλει και ακριβώς ποιο κομμάτι.

Αλλά και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το κέντρο της εκκλησιαστικής μας μουσικής, στο οποίο πάντοτε διακονούσαν οι καλύτεροι ψάλτες και μουσικοί της εποχής τους, και εκεί υπάρχει ειδικό διακόνημα, όπου συγκεκριμένος κληρικός της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας είναι επιφορτισμένος με αυτόν τον ρόλο. Αυτός ονομάζεται «Μέγας Εκκλησιάρχης» και σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Διονυσίου Γούτσε, πρωτοκανονάρχου στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι τη δεκαετία του ’60, «ὁ Μέγας Ἐκκλησιάρχης καθόταν σέ ἔνα ὑπερυψωμένο στασίδι στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ καί ἤλεγχε ὅλη τήν ἀκολουθία, καί στό τέλος καλούσε ἰδιαιτέρως τούς ἱερεῖς καί τούς ψάλτες καί τούς βοηθητικούς καί τούς ἔκανε παρατηρήσεις, ἄν κάπου εἴχαν ξεφύγει ἤ κάτι εἴχαν κάνει λάθος. Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ αὑτόν ἀκόμα τόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐδέχετο τήν παρατήρηση τοῦ Μεγάλου Ἐκκλησιάρχη ἀπαντούσε “εὐχαριστῶ πολύ  Ἅγιε Ἐκκλησιάρχα, δέν θά ἐπαναληφθεῖ”»[3]! 

Πάντως και στις δύο περιπτώσεις -Κωνσταντινούπολη και Άγιον Όρος- ο Τυπικάρης έχει γαλουχηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συναισθάνεται την ευθύνη του διακονήματός του και να μην κάνει εκπτώσεις. Θεωρεί χρέος του να μπορέσει να διατηρηθεί αλώβητος ο λειτουργικός πλούτος των ακολουθιών μας, που προέκυψαν έπειτα από ζυμώσεις αιώνων. Και εάν χρειαστεί να γίνουν εκπτώσεις -«κατ’ οικονομίαν» όπως λέμε στην εκκλησιαστική ορολογία- τον Τυπικάρη εμπιστευόμαστε για να γίνει αυτό, γιατί αυτός γνωρίζει τα λεπτά όρια της «οικονομίας» από την αυθαιρεσία ή ακόμα και την ασυδοσία και αυτός μόνο ξέρει αν και πόσο «οικονομία» μπορεί να κάνει.

Γενικότερα η λογική της υπάρξεως του Τυπικάρη είναι ότι έχουμε βάλει κάποιον υπεύθυνο, ώστε να μην κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Είτε σχετικός είτε μη. Γιατί δηλαδή, οι μοναχοί στο Άγιον Όρος δεν είναι σχετικοί; γιατί να χρειάζονται κάποιον να τους ελέγχει; Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ώστε να μην έχουμε κανενός είδους πρωτοβουλίες και αυθαιρεσίες στις ακολουθίες.

Οι ιερές μας ακολουθίες τα έχουν όλα, και η Εκκλησία μέσω του Τυπικού τα έχει ρυθμίσει τόσο ωραία ώστε οι ακολουθίες να κυλούν ευχάριστα και αβίαστα. Ψάλσιμο, ανάγνωση και δεήσεις  εναλλάσσονται, ώστε να υπάρχει «ξεκούραση» του αυτιού και να σπάει η μονοτονία. Αλλά και στα καθαυτά ψαλτικά μέρη έχουμε πολλές εναλλαγές. Τα τρία είδη μελοποιίας στα οποία κατατάσσουμε τους ύμνους μας, μας δείχνουν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο είναι μελοποιημένος ένας ύμνος. Μία βασική διαφορά των τριών αυτών ειδών μελοποιίας είναι η διάρκειά τους. Δηλαδή υπάρχουν τα σύντομα και τα πιο αργά μέλη. Αλλά και σε αυτά υπάρχει και ο παράγοντας “tempo”, δηλαδή η χρονική τους αγωγή. Μπορεί δηλαδή ένας ύμνος να είναι μελοποιημένος στο σύντομο, το ειρμολογικό είδος μελοποιίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ψάλλουμε πάντοτε σε γοργή χρονική αγωγή. Είναι καθορισμένος ο τρόπος με τον οποίο ψάλλεται κάθε τι.

Στην εκκλησιαστική μουσική έχουμε επίσης την καθιέρωση της οκτωηχίας από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που θεωρείται και ο πατέρας της βυζαντινής μουσικής. Ποικιλία και εναλλαγή και σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορούμε να εκφράζουμε καλύτερα τα νοήματα των ύμνων. Κάθε ήχος έχει το ήθος του, λένε οι πατέρες. Άλλος είναι για να εκφράζει τη χαρά, άλλος τη μετάνοια και τη συντριβή, άλλος είναι πιο παρακλητικός, άλλος μεγαλόπρεπος.

Να το χαρακτηριστικό επίγραμμα που παρατίθεται στο βιβλίο της Οκτωήχου, μετά το τέλος του β΄ ήχου:

«Κἄν δευτέραν εἴληφας ἐν τάξει θέσιν,

Ἀλλ’ἡδονὴ πρώτη σοὶ τῷ μελιῤῥύτῳ.

Τὸ σὸν μελιχρόν, καὶ γλυκύτατον μέλος

Ὀστά πιαίνει καρδίας τ’ ἐνηδύνει.

Σειρῆνες ᾖδον δευτέρου πάντως μέλη.

Οὕτω πράως σοι ῤεῖ μελισταγὲς μέλος»[4].

Επίσης υπάρχει Τάξη και για το ποιοι ψάλλουν. Έχουμε τους ψάλτες και τους αναγνώστες, που κανονικά θέλουν χειροθεσία και ανήκουν στον κατώτερο κλήρο. Λέει ο ΙΕ΄ Κανόνας της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε τον 4ο αιώνα: «Περὶ τοῦ μὴ δεῖν πλὴν τῶν κανονικῶν ψαλτῶν, τῶν ἐπὶ τὸν ἄμβωνα ἀναβαινόντων, καὶ ἀπὸ διφθέρας ψαλλόντων, ἑτέρους τινὰς ψάλλειν ἐν ἐκκλησίᾳ».  Θυμηθείτε και προηγουμένως τι λέγαμε για τον Τυπικάρη στο Άγιον Όρος, που έχει την ευθύνη αυτή. Στις ενορίες φυσικά δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει αυτό, οπότε όρισε η Εκκλησία να έχει ο ναός καθορισμένους ψάλτες, που ψάλλουν από διφθέρας (και εδώ εννοεί να ξέρουν τι λένε, να είναι δόκιμοι ψάλτες κι όχι λύσεις ανάγκης). Επίσης λέει ο Κανόνας ότι μόνο αυτοί επιτρέπεται να ψάλλουν. Και σε αυτό υπάρχει Τάξη. Έχουμε τους ψάλτες, τους βοηθούς τους, που λέγονται «δομέστικοι», τους βοηθητικούς και τους κανονάρχες. Χορωδία κανονική δηλαδή. Και μέσα σε αυτήν τη χορωδία πάλι υπάρχει Τάξη. Άλλους ύμνους τους λέει ο πρώτος ψάλτης, άλλους ο δομέστικος, άλλους τους λένε όλοι μαζί. Σε άλλους κανοναρχούμε, σε άλλους όχι. Άλλους διαβάζει ο προεστώς, άλλους οι αναγνώστες. Όπως και στα ιερατικά. Άλλα τα λέει ο δεσπότης, άλλα ο παπάς κι άλλα ο διάκος.

Διαπιστώνουμε λοιπόν την αξία και τη σημασία της Τάξεως και του Τυπικού και πόσο σημαντικά είναι για την ομαλή ροή των ακολουθιών αλλά και την ευταξία και ευπρέπειά τους. Πολύ σημαντικό στην τήρηση όλων αυτών ήταν η γενικότερη αγάπη αλλά και γνώση που υπήρχε από τον κλήρο και το εκκλησίασμα για την ψαλτική και το Τυπικό. Μέχρι πριν τριάντα-σαράντα χρόνια οι περισσότεροι ιερείς έψαλλαν καλά, έστω και πρακτικά. Στην Κωνσταντινούπολη δε, είχαμε τη Σχολή της Χάλκης -φυτώριο ιερέων και αρχιερέων- που έβγαζε έτοιμους ψάλτες! Άρα κι αυτοί μάθαιναν να αγαπούν την ψαλτική και τις ακολουθίες και ήξεραν απ’ έξω όλες τις τυπικές διατάξεις και εξαιρέσεις. Συνέπεια όλων αυτών ήταν όλοι  να αγαπούν, να εκτιμούν και να σέβονται ιδιαιτέρως τους ψάλτες.

Ας ακούσουμε τον Επίσκοπο Κορυτσάς Ευλόγιο Κουριλά (1880-1961) να διηγείται την επίσκεψή του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1937: «ἦτο Κυριακή Δευτέρα τῶν νηστειῶν, καὶ ἀντικρύσαμεν τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Βενιαμὶν τὸν Α΄, μετὰ τῆς σεμνῆς ἀκολουθίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς πατριαρχικῆς αὐλῆς εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναόν ἵνα χοροστατήσῃ. Γλυκεῖα καὶ μεγαλοπρεπὴς ἀντήχησεν ἡ μελωδία τοῦ «εἰς πολλὰ ἔτη δέσποτα», ἐνῷ ἡ χαριτόβρυτος μορφὴ τοῦ Πατριάρχου προβάλλει. Ὁποία συγκίνησις εἰς ἡμᾶς προσατενίσαντας τὸ πρῶτον τὸν μάρτυρα οἰκουμενικὸν Πατριάρχην! Τὴν συγκίνησιν ταύτην ἑπέτεινεν ἡ κατανυκτικὴ βυζαντινὴ τῶν Καταβασιῶν ψαλμῳδία, ὑψιπετής, θεία, οὐρανία. Ἐπληρώθη ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ Πατριαρχικοῦ ναοῦ, ἤχου καθαροῦ ἑορταζόντων καὶ ἀγγελικῆς μελῳδίας. Ὁποῖον δῶρον θεῖον ἀπώλεσαν οἱ τοῦ ἐλευθέρου κράτους Ἔλληνες ἀντεισαγαγόντες τὴν ξενόφωνον κοσμικὴν τετραφωνίαν. Καίτοι ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης ὑπηρετεῖ ἐν τῷ πατριαρχικῷ ναῷ ὑπὲρ τὰ ἑξήκοντα ἔτη, ὁ ἐμπνευσμένος Ἰάκωβος Ναυπλιώτης, ὁ θεσπέσιος ἀοιδός, ὅταν ψάλλῃ λησμονεῖ ἑαυτόν, λησμονεῖ τὰ ἔτη αὑτοῦ, ἐνθουσιᾷ καὶ αἴρεται εἰς ὕψη οὐράνια, καὶ συναρπάζει τοὺς πάντας. Ὁποία ἀπόλαυσις νὰ ἀκούῃ τις τοιούτους ψάλτας»[5]! Ακούστε πως μιλάει ένας επίσκοπος για ένα ψάλτη… Πόσο συχνά το ακούμε αυτό στις μέρες μας;  

Αυτήν την κατάσταση στη λατρεία επιθυμούμε όλοι όσοι μεγαλώσαμε με τέτοια ακούσματα και πρότυπα. Όσοι έχουμε βιώσει αγιορείτικες αγρυπνίες και ακολουθίες. Όσοι προλάβαμε τις ακολουθίες πριν την εξέλιξη της τεχνολογίας και του σύγχρονου γρήγορου τρόπου ζωής -ειδικά των μεγαλουπόλεων-  και ακόμα πιο τυχεροί όσοι πρόλαβαν τις ακολουθίες ακόμα και πριν την ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος! Τί μας διδάσκει η ορθόδοξη πίστη μας; την άσκηση. «Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή»[6], όπως λέει και το γνωστό απολυτίκιο. Τώρα όλα τα θέλουμε εύκολα και σε τίποτα δεν αναπαυόμαστε.

Πώς είναι οι ακολουθίες σήμερα; Όπως και η καθημερινότητά μας. Τρέξιμο και εκπτώσεις σε όλα! Στις ακολουθίες αυτό μεταφράζεται: βιασύνη και «οικονομία»! Το μότο σήμερα είναι: Ο κόσμος βιάζεται! Ή μήπως βιαζόμαστε εμείς;

Ένα πράγμα που θαυμάζουν οι ξένοι ή οι νεοεισερχόμενοι από άλλη θρησκεία στην ορθόδοξη πίστη, είναι οι ακολουθίες μας. Ο μυσταγωγικός, μυστηριακός τρόπος επιτέλεσής τους, που παραπέμπει σε κάτι αρχαιοπρεπές. Η μεγάλη τους διάρκεια. Οι αγιογραφημένοι ναοί μας. Τα άμφια των ιερέων. Κατανύσσονται επίσης από την εκκλησιαστική μας μουσική, που παγκοσμίως θεωρείται ως κάτι το άπιαστο και υψηλό, αλλά εμείς δυστυχώς σε λίγο θα την εξαφανίσουμε τελείως.

Κανείς δεν νοιάζεται για τη διάρκεια των ακολουθιών, εκτός αν εκπαιδευτεί να βιάζεται! Σήμερα εκπαιδεύουμε πιστούς να βιάζονται και να βαριούνται στις ακολουθίες! Τα αίτια της παρά την ορθή Τάξη τελέσεως των ακολουθιών πρέπει να τα σκεφθούν πολύ σοβαρά οι αρμόδιοι, και η Εκκλησία θα πρέπει να μεριμνήσει και να βρει λύσεις προτού χαθεί τελείως η αυθεντική λειτουργική μας ζωή.

Από τη δική μας μικρή πείρα, σαν δάσκαλοι της μουσικής, βλέπουμε ότι στους νέους αρέσουν ιδιαιτέρως τα αργά μέλη, ειδικά όταν τα γνωρίζουν περισσότερο. Με αυτό συμφωνούν και οι μαρτυρίες των παλαιοτέρων, που στις ακολουθίες περίμεναν να ακούσουν συγκεκριμένα αργά κομμάτια. Πόσες και πόσες αναφορές όπου ο κόσμος συνέρρεε στους ναούς για ν’ ακούσει την «Κασσιανή» ή το «Ῥῆμα τυράννου» τη Μεγάλη Τρίτη ή το αργό «Τῇ ὑπερμάχῳ» της ακολουθίας των Χαιρετισμών.

Σήμερα λοιπόν τί ζούμε στις ακολουθίες μας;

Ζούμε μία κατάσταση στην οποία κυριαρχεί το «εγώ» του παπά και του ψάλτη. Επειδή δεν περάσαμε από αυτήν τη διαδικασία υπακοής, μάθησης, γνώσης και βιώματος, καταλαμβάνουμε μια θέση και αυτομάτως γινόμαστε παντογνώστες. Έχει χαθεί αυτός ο σεβασμός στην παράδοση, που επιφέρει την ευταξία και την ηρεμία στο ναό. Κι αν προσθέσεις τις ανθρώπινες αδυναμίες, καθώς και την κακή χρήση της τεχνολογίας κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, συχνά έχουμε ένα αποτέλεσμα χαοτικό, που μόνο κατάνυξη και προσευχητικό κλίμα δεν επιφέρει.

Θα αναφέρουμε τώρα επιγραμματικά κάποιες από τις παρεκκλίσεις που παρατηρούνται σήμερα στους ναούς μας:

  • Η βιασύνη. Αυτή συνεπάγεται κόψιμο μεγάλου μέρους των ακολουθιών. Τελευταία μάλιστα ακούμε και περιπτώσεις που κόβεται ολόκληρος ο Όρθρος. Γενικότερα η βιασύνη μπορεί να μας προκαλέσει άγχος και ένταση κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, με αποτέλεσμα πολλές φορές να υπάρχουν και άσχημες συμπεριφορές.
  • Kόψιμο του κανόνα, που είναι και η ραχοκοκαλιά του Όρθρου.
  • Κόψιμο των στιχολογιών και ειδικά στους Εσπερινούς, που δεν υπάρχει και θέμα ιδιαίτερης βιασύνης.
  • Κόψιμο των αργών δοξολογιών, ακόμα και σε χοραστασίες αρχιερέων.
  • Μετατροπή της πανηγύρεως των ναών από την πιο σημαντική και πανηγυρική ημέρα του έτους στην πιο σύντομη και βιαστική.
  • Σύντμηση της Νεκρωσίμου Ακολουθίας και του Μυστηρίου του Γάμου, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γνωστό μας.
  • Μετάθεση της θέσεως του κηρύγματος από εκεί που προβλέπεται -δηλαδή μετά το ευαγγέλιο- στη θέση του Κοινωνικού.
  • Κόψιμο του κοινωνικού και αντικατάστασή του με οτιδήποτε άλλο αρέσκεται ο ιερέας ή ο ψάλτης. Δηλαδή, κήρυγμα, ανακοινώσεις, Θεία Μετάληψη ή άσχετους με τη στιγμή ψαλμούς και τραγουδάκια, όπως ο εξωλατρευτικός ύμνος του Αγίου Νεκταρίου «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα», που δυστυχώς προβάλλουν κατά κόρον όλοι οι εκκλησιαστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί και εκπομπές.
  • Κόψιμο του Χερουβικού, που από δεκαπεντάλεπτο έγινε δωδεκάλεπτο, μετά δεκάλεπτο, οκτάλεπτο, εξάλεπτο και πλέον είμαστε συνήθως στο τετράλεπτο.
  • Απλή ανάγνωση του Ευαγγελίου αντί για την παραδεδομένη εμμελή απαγγελία του, με αποτέλεσμα θεατρινίστικη και συναισθηματική απαγγελία.
  • Κάθε είδους ανακοινώσεις σε τελείως ακατάλληλες στιγμές, διακόπτοντας τη Θεία Λειτουργία.
  • Χτύπημα της καμπάνας σε στιγμές που δεν προβλέπεται.
  • Τέλεση αρτοκλασιών και μνημοσύνων σε μη προβλεπόμενες ακολουθίες ή σε μη προβλεπόμενες στιγμές της ακολουθίας.
  • Μετάθεση της εξόδου του Τιμίου Σταυρού ή των Ιερών Εικόνων την Κυριακή της Ορθοδοξίας στο τέλος της ακολουθίας από την προβλεπόμενη θέση τους.
  • Μνημόνευση αγίων που δεν προβλέπονται από το Τυπικό στο «Σῶσον ὁ Θεός τὸν λαόν σου» ή στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας και ψάλσιμο πολλών απολυτικίων μετά τη μικρή είσοδο, πέραν των προβλεπομένων.
  • Καθιέρωση Όρθρου εορταζομένου αγίου σε απλές καθημερινές, βάζοντας καταβασίες και δοξολογία, καθώς και εισαγωγή νέων ειδικών απολυτικίων των αγίων, στη θέση των καθιερωμένων προβλεπόμενων απολυτικίων της εβδομάδος.
  • Καθιέρωση νυχτερινών ακολουθιών, που μετονομάζονται σε αγρυπνίες.
  • Μείωση της διάρκειας των αγρυπνιών.
  • Τέλεση δύο θείων λειτουργιών την ίδια μέρα.
  • Εισαγωγή τοπικών παραδόσεων ή νέων ακολουθιών στη λατρεία, όπως Εγκώμια και Επιτάφιος της Παναγίας, μέχρι και ευλογητάρια διαφόρων αγίων.
  • Όσον αφορά στις εκφωνήσεις των ιερέων έχει χαθεί το μέτρο. Καθένας επιλέγει να εκφωνήσει το ευαγγέλιο ή τις αιτήσεις όπως νομίζει, σε όποιο ήχο θέλει, σε όποια βάση θέλει και με όποιον τρόπο θέλει.
  • Άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα που υφίσταται τα τελευταία χρόνια είναι αυτό των νέων υμνογράφων και των νέων ακολουθιών, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι κατάλληλες για τη λατρεία, αφού συνήθως παραθεωρούνται βασικά δομικά και μετρικά στοιχεία των ύμνων – ποιημάτων. Το θέμα αξίζει ιδιαίτερης μερίμνης από την επίσημη Εκκλησία.
  • Τέλος, έχει αρχίσει και εξαπλώνεται το φαινόμενο της γυναικείας ψαλμωδίας στους ναούς και μάλιστα πολλές φορές μαζί με άνδρες ψάλτες, σε μεικτούς χορούς, πράγμα το οποίο -πέραν ότι είναι εκτός της παραδόσεώς μας- ακόμα και από μουσικής πλευράς δημιουργεί αρκετά προβλήματα.

Φυσικά υπάρχουν και αρκετά άλλα θέματα στα οποία υπάρχουν αλλαγές αλλά δεν θα ασχοληθούμε καθόλου με αυτά. Μάλιστα αυτά είναι ακόμα πιο σημαντικά, γιατί αγγίζουν πιο θεολογικά και ευαίσθητα θέματα, αλλά θεωρούμε ότι όλα αυτά έχουν ως γενικότερη αιτία την κακή λειτουργική μας εκπαίδευση.

Δυστυχώς όμως κι εμείς οι ψάλτες έχουμε χάσει τον δρόμο μας. Είναι κι αυτό ένα όντως υπαρκτό και μεγάλο πρόβλημα. Παλαιότερα για να γίνεις ψάλτης καθόσουν για χρόνια στο πλάι του δασκάλου στο ψαλτήρι, όπου -πέραν της μουσικής εκπαίδευσης- διαμόρφωνες το χαρακτήρα σου, την αισθητική σου, μάθαινες το σεβασμό σε όλα αυτά τα πράγματα. Δεν πλησίαζες στο ψαλτήρι αν δεν ήσουν έτοιμος. Υπήρχε μουσική επιτροπή που όριζε ποια βιβλία μπορούν να εκδοθούν και ποια όχι ώστε να μην νοθευτεί το ρεπερτόριο με μουσικές συνθέσεις εκτός του εκκλησιαστικού ύφους. Υπήρχε μουσικοκριτική στους ψάλτες από τον κλήρο, το εκκλησίασμα, ακόμα κι από τις εφημερίδες. Σήμερα καθένας από εμάς δικαιούται να ψάλει ό,τι θέλει κι όπως το θέλει. Αλλάζουμε τους ήχους των καθιερωμένων σταθερών μελών, επιλέγουμε ακατάλληλες μελοποιήσεις, ψάλλουμε επιδεικτικά ή τραγουδιστικά, φοράμε πολύχρωμα εντυπωσιακά ράσα, πιάνουμε υψηλούς τόνους, είμαστε συχνά αδιάβαστοι και ανέτοιμοι.

Κι αυτό ξεκινά από την εκπαίδευση. Εύκολα κάποιος παίρνει ένα πτυχίο βυζαντινής μουσικής (το οποίο συχνά δεν αξίζει) κι έτσι αυτόματα διεκδικεί και μία θέση στο αναλόγιο. Αυτός ο άπειρος και ανέτοιμος ψάλτης θα ανεβεί στο αναλόγιο και θα πρέπει να υπηρετήσει με συνέπεια όλα αυτά που προαναφέραμε, συν την τεράστια ψαλτική παράδοση μιας χιλιετίας. Δεν είναι τόσο απλό, απλά ανεβαίνεις και ψάλλεις… Και για τον λόγο αυτό, επειδή εμείς οι ίδιοι οι ψάλτες δεν δίνουμε την απαιτούμενη σημασία στο να σπουδάσουμε και να υπηρετήσουμε σωστά την τέχνη και το λειτούργημά μας, για τον λόγο αυτό πέφτει αντίστοιχα και το γενικότερο ψαλτικό επίπεδο. Έχουμε τεράστια ευθύνη όσοι διδάσκουμε την εκκλησιαστική μουσική να μεταλαμπαδεύσουμε όλη αυτήν την ψαλτική παράδοση στους μαθητές μας. Είναι βίωμα και τρόπος ζωής, που δεν χωνεύεται εύκολα με ένα τυπικό ωδειακό μάθημα. «Θέλει πολλὰς ὑπομονάς, θέλει πολλὰς ἡμέρας» όπως λέει και το γνωστό ποιηματάκι σε έναν παλιό κώδικα ψαλτικής. Και βέβαια όλα αυτά τα ξέρουμε οι δάσκαλοι της ψαλτικής, αλλά τελικά τα εφαρμόζουμε; Όλοι τα λέμε, αλλά για τους άλλους…

Να μιλήσουμε τώρα και για τα προβλήματα που προκαλεί η κακή χρήση της τεχνολογίας;

  • Μικρόφωνα.

Έχουμε πει αρκετές φορές και σε φίλους μας ιερείς να κάνουν το εξής πείραμα. Να πάνε σε έναν ναό ως απλοί εκκλησιαζόμενοι, να καθίσουν στις θέσεις των πιστών και να παρακολουθήσουν την ακολουθία από την αρχή μέχρι το τέλος. Τότε θα καταλάβουμε γιατί ο κόσμος πολλές φορές δεν αντέχει τις ακολουθίες. Ένα από τα σημαντικότερα παράπονα του κόσμου είναι ότι φωνάζουμε μέσα στο μικρόφωνο. Η ένταση των μικροφώνων συνήθως είναι υψηλή και ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε τα μικρόφωνα επίσης δεν είναι σωστός. Ακόμα και επαγγελματίες μουσικοί οργανοπαίκτες, όταν παίζουν σε μία εκδήλωση δεν ρυθμίζουν μόνοι τους τα μικρόφωνα αλλά έχουν ηχολήπτη που τα ελέγχει.

Επίσης παρατηρείται το φαινόμενο οι ιερείς να διαβάζουν χαμηλόφωνα ή και πιο δυνατά τις ευχές, κολλώντας όμως το στόμα τους στο μικρόφωνο. Αυτό προκαλεί χασμωδία και δυσκολεύει την κατανόηση των ψαλλομένων εκ μέρους των πιστών[7].

  • Ηλεκτρικά φώτα και πολυέλεοι.

Σε ένα μοναστήρι δεν υπάρχουν φώτα. Καντήλια και κεριά μόνο, που και αυτά κατά την Τάξη ανάβουν όποτε και για όσο πρέπει. Πολύ σημαντικό για την ησυχία και την ευταξία του ναού καθώς και για την επιδιωκόμενη κατάνυξη. Τώρα βέβαια έχουμε το ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά θα μπορούσαμε έστω να προσπαθούμε να ανάβουμε τα φώτα στα σημεία που πρέπει. Επίσης θα μπορούσαμε να προσπαθούμε να έχουμε σχετικά χαμηλό φωτισμό.

  • Ηλεκτρικές καμπάνες που χτυπούν μηχανικά, χωρίς φυσικότητα και ζωντάνια. Επίσης είναι της μόδας να «παίζουν» απολυτίκια, κάλαντα και διάφορες άλλες ακαλαίσθητες γραφικότητες. Τα παίζουν μάλιστα και φάλτσα! Αλλά ποιος νοιάζεται; Με την ηλεκτρική καμπάνα χάθηκε και η χαρά των παιδιών, που συναγωνίζονταν ποιος θα την πρωτοχτυπήσει.
  • Κλιματιστικά και απορροφητήρες μανουαλίων, που προκαλούν έναν συνεχή ενοχλητικό βόμβο.
  • Ηλεκτρονικοί ισοκράτες.

Παρά τη διπλή απαγόρευση της Ιεράς Συνόδου[8], όλο και αυξάνεται ο αριθμός των ψαλτών που τους χρησιμοποιούν. Δεν αντιδρά σχεδόν κανείς σε αυτόν τον επίσης ακαλαίσθητο βόμβο, ο οποίος πέραν ότι αντιβαίνει στους κανόνες της Εκκλησίας, που επιτρέπουν μόνο τη χρήση της ανθρώπινης φωνής στις ακολουθίες, παίζει και καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός καινούριου ψαλτικού στιλ και ύφους, που αλλάζει την ψαλτική προς το χειρότερο. Δυστυχώς έχουν πέσει στην παγίδα ακόμα και καλοί και άξιοι ψάλτες.

  • Χρήση «τάμπλετ» και κινητών τηλεφώνων από ψάλτες και ιερείς. Σε αυτήν την περίπτωση στην ίδια εγκύκλιο του 2019 η Ιερά Σύνοδος έγραψε να γίνεται «λελογισμένη καί μετά φειδοῦς χρῆσις»[9]. Δυστυχώς κι αυτό το πρόβλημα έχει όλο και μεγαλύτερη διάδοση. Πέρα από το ότι η χρήση τους είναι επικίνδυνη από πολλές απόψεις, αρχίζει να υπάρχει πρόβλημα στην εκμάθηση του Τυπικού, αφού οι ψάλτες πλέον έχουν όλη την ακολουθία έτοιμη σε ένα αρχείο. Τελευταία αρχίζουν να τα χρησιμοποιούν και οι πιστοί, στους οποίους φυσικά ελλοχεύουν οι ίδιοι κίνδυνοι.

Γενικότερα η χρήση κινητών τηλεφώνων μέσα στους ναούς έχει αρχίσει να γίνεται ανεξέλεγκτη. Βλέπουμε τους ανθρώπους στον ναό να κοιτάνε συνέχεια στο κινητό τους, άλλοι να φωτογραφίζουν, άλλοι να μιλάνε κανονικά στο τηλέφωνο, άλλοι να απαντάνε σε μηνύματα, άλλοι να παρακολουθούν ή και να ποστάρουν στα social media.

  • Live μεταδόσεις των ιερών ακολουθιών και φωτογραφική κάλυψή τους.

Τη δεκαετία του ‘90 στο Άγιον Όρος ηχογραφούσαμε τους παλιούς ψάλτες με ένα κασετοφωνάκι, το οποίο και κρύβαμε γιατί αν το έβλεπαν οι καλόγεροι συνήθως μας έκαναν παρατήρηση. Ακόμα και φωτογραφίες ήταν δύσκολο να τραβήξεις και σίγουρα αν το έκανες δεν το έκανες εύκολα, κι άκουγες και την κατσάδα σου. Γενικά ήταν πολύ δύσκολο να κινηθείς μέσα στο ναό, ειδικά οι λαϊκοί ή όσοι δεν είχαν κάποια δουλειά. Σιγά σιγά άρχισε να χαλαρώνει κι αυτό και να συνηθίζεται. Με τα κινητά έγινε ακόμα πιο εύκολο. Ήρθαν και τα εκκλησιαστικά πρακτορεία με τα εκκλησιαστικά ρεπορτάζ και το θέμα πλέον έχει «ξεχειλώσει» τελείως. Τουλάχιστον εμείς ηχογραφούσαμε καλλιτεχνικά μνημεία που θα μείνουν στην ιστορία. Με ποια λογική μπαίνει η κάμερα στο ιερό και γιατί χρειάζονται εκατό και διακόσιες φωτογραφίες από την ίδια ακολουθία, όταν θα αρκούσαν έστω δέκα ενδεικτικές, που οι καλοί φωτογράφοι θα μπορούσαν με διακριτικότητα και σεμνότητα να τραβήξουν;

Οι δε ψάλτες το έχουμε παρακάνει με τα βίντεο που τραβάμε την ώρα που ψάλλουμε. Τουλάχιστον ας γίνει διακριτικά, ας βάλουμε κάπου μια σταθερή κάμερα κι ας την παρατήσουμε εκεί.

Να μιλήσουμε και για τα προβλήματα που σχετίζονται με τις ανθρώπινες συμπεριφορές; Ιερέων, ψαλτών, επιτρόπων, νεωκόρων και γενικότερα όσων διακονούν σε ένα ναό; Αυτά δεν είμαστε αρμόδιοι να τα σχολιάσουμε αλλά δεν θα πρέπει να αφήνουν αδιάφορη την επίσημη Εκκλησία, καθότι πολύ συχνά γινόμαστε αφορμή να σκανδαλίζεται ο κόσμος και να απομακρύνεται απ’ τις εκκλησίες.

Ίσως υπερβάλαμε λίγο στην προσπάθειά μας να αναφέρουμε όσο περισσότερα μπορούμε. Σίγουρα δεν υπάρχουν πάντα όλα τα προβλήματα μαζεμένα σε μία ενορία και σίγουρα υπάρχουν αρκετές ενορίες με φιλακόλουθους ιερείς και ψάλτες, που κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν.

Ταπεινώς φρονούμε ότι σε γενικές γραμμές χρειαζόμαστε κατήχηση στα βασικά. Ακολουθία και πάλι ακολουθία. Αυτή είναι η εκπαίδευσή μας. Οι ακολουθίες. Το καλύτερο για όλους μας θα ήταν αν μπορούσαμε να περάσουμε κάποια διαστήματα σε μοναστήρια, όπου οι ακολουθίες τελούνται σωστά και χωρίς πίεση χρόνου, ώστε να μπούμε στο κλίμα και στο νόημα. Ειδικά δε για τους υποψήφιους ιερείς και ψάλτες το θεωρούμε απαραίτητο!

Η ενασχόληση με την εκκλησιαστική μας μουσική είναι επίσης μια δοκιμασμένη μέθοδος εκπαίδευσης, ευχάριστη, ποιοτική και με σίγουρα αποτελέσματα.

Δυστυχώς, για να εκφράσουμε και το παράπονό μας, υπάρχει υποτίμηση του ψάλτη. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπιζόμαστε συνήθως από τους ιερείς, ως υπάλληλοι και όχι ως συνεργάτες. Επίσης φαίνεται από τους πενιχρούς μισθούς των ψαλτών. Γενικότερα ο ιεροψαλτικός κόσμος νιώθει υποτιμημένος και πολύ συχνά γίνεται αποδέκτης απαράδεκτων συμπεριφορών.

Η ενορία είναι ο τόπος εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης του ποιμνίου. Πρέπει να αναρωτηθούμε τί εισπράττει τελικά ο πιστός που έρχεται για να εκκλησιαστεί και κατά πόσον ωφελείται. Ο παπάς κι ο ψάλτης ρυθμίζουν την ακολουθία και έχουν μεγάλη ευθύνη για το κλίμα που επικρατεί μέσα στον ναό. Θα πρέπει μεταξύ τους να υπάρχει σύμπνοια και αλληλοσεβασμός. Και φυσικά σεβασμός στην παράδοση.

Ευχόμαστε η Εκκλησία να ακούσει την κραυγή αγωνίας μας και εν Πνεύματι Αγίω να σκύψει πατρικά πάνω από τα σοβαρά λειτουργικά μας προβλήματα.


[1] Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καί Ἄρματα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σ. 51.

[2] Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καί Ἄρματα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σ. 239.

[3] Περιληπτική μεταφορά των λεγομένων του Διονυσίου Γούτσε από τη Διαδικτυακή εκπομπή του Σχολείου Ψαλτικής «Απορίες ψάλτου 2, Μέρος Β΄», https://www.youtube.com/watch?v=jQWaFEzo_RQ.

[4] (Ελεύθερη μετάφραση: «Παρότι έρχεσαι δεύτερος στη σειρά, είσαι πρώτος στην ευχαρίστηση. Η γλυκειά -σαν το μέλι- μελωδία σου ενισχύει – τονώνει τα οστά και ευαρεστεί τις καρδιές μας. Σίγουρα οι σειρήνες τραγουδούσαν μέλη δευτέρου ήχου. Με τόση πραότητα ρέει το μελισταγές μέλος του δευτέρου ήχου»).

[5] Κορυτσᾶς Εὐλογίου, Ἐντυπώσεις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, 1937.

[6] Γενικό οσιακό απολυτίκιο «τῆς ἐρήμου πολίτης».

[7] Εδώ να συμπληρώσω και ένα επιχείρημα υπέρ της μυστικής ανάγνωσης των ευχών. Πώς θα ακούγονταν οι ευχές στον κόσμο αφού δεν υπήρχαν μικρόφωνα; θα κάλυπτε ο ιερέας με τη φωνή του μέσα από το ιερό τη φωνή του ψάλτη ή της χορωδίας; Η λειτουργική παράδοση μας έχει δείξει ότι ούτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά ούτε και στο Άγιον Όρος γινόταν αυτό. Οι ιερείς δεν περίμεναν τον ψάλτη να τελειώσει ώστε να αναγνώσουν μετά -έστω και χαμηλόφωνα- τις ευχές. Τότε, γιατί στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μελοποιήθηκαν και ψάλλονται αιώνες τώρα τα αργά «λειτουργικά», ώστε να καλύψουν το χρόνο που απαιτεί η ανάγνωση των ευχών από τον ιερέα; αν ήταν να ακουστούν δυνατά, δεν θα υπήρχε ανάγκη αργής μελοποίησης των «λειτουργικών» αυτών (τα οποία φυσικά είναι και ήδη συντετμημένα σε σχέση με τα πρωτότυπα). Και μάλιστα σε μια εποχή που τα «λειτουργικά» στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου δεν ψάλλονταν ποτέ. Λέγονταν «χύμα».

[8] 1992, 2019.

[9] https://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/egyklioi.asp?id=2495&what_sub=egyklioi