Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

«Γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα», Δήμητρα Γ. Σαρρή (φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών)


Ο Αρειανισμός υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές αιρέσεις που μάχονταν την Ορθοδοξία, περίπου στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. Ο αιρεσιάρχης και υποκινητής της, Άρειος, υποστήριζε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι “ποίημα”, δηλαδή κτίσμα του Θεού Πατρός.

Αιτία σύγκλησης της Α’ Οικουμενικής Συνόδου[1] υπήρξε ακριβώς το πρόβλημα που είχε προκαλέσει το φαινόμενο του Αρειανισμού, το οποίο και έπληττε τον ορθόδοξο χριστιανισμό[2].

Συναφώς, η δογματική απόφανση που εξέδωσε τούτη η Σύνοδος, γνωστή ως “Σύμβολο της Νικαίας”, ασχολήθηκε σε προτάσεις της με τον Αρειανισμό κι έθεσε την ορθόδοξη έκφραση της πίστεώς μας. Έως και σήμερα, η Έκθεση Πίστεως (το “Πιστεύω”) εμπεριέχει πρόταση που μάχεται την κακοδοξία των Αρειανοφρόνων.

Το σχετικό χωρίο: “γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα”. Τούτο αποτυπώνεται ακριβώς για να αναδείξει την αΐδια, εκ της ουσίας του Πατρός γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού.

Η μετοχή “γεννηθέντα” χρησιμοποιείται δύο φορές στο κείμενο του Συμβόλου[3] και προέρχεται εκ του ρήματος “γεννάω-ώ”. Με την μετοχή “γεννηθέντα” το Σύμβολο πρέσβευε να δείξει την κατά φύσιν γέννηση του Υιού και επουδενί την αρειανική κακοδοξία περί “κτίσεώς” του.

 Ο χρόνος που χρησιμοποιείται η παραπάνω μετοχή είναι ο παθητικός αόριστος. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Υιός “γεννήθηκε” αλλά αϊδίως “γεννάται” από τον Πατέρα όπως το Άγιο Πνεύμα δεν “εκπορεύτηκε” αλλά αϊδίως “εκπορεύεται” εκ της ουσίας του Πατρός. Προφανώς η χρήση τούτου του χρόνου είναι καθ’ έλξιν εκ της μετοχής “ποιηθέντα” της αρειανικής κακοδοξίας[4].

Ο όρος “γέννημα” και η κατά φύσιν “γέννηση” χρησιμοποιούνται ρητώς εκ της Αγίας Γραφής για το πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού[5]. Οι όροι “ποίημα-ποιώ” και “κτίσμα-κτίζω” αναφέρονται στα κτιστά έμψυχα ή άψυχα, έλλογα ή άλογα όντα.

Λογικώς και θεολογικώς εννοείται ότι η “γέννηση” του Υιού ουδεμία σχέση έχει με την γέννηση, δημιουργία, ποίηση των ανθρώπων, κάτι που οι Αρειανόφρονες συνάπτουν και καθιστούν επομένως τον Υιό κτιστό ον.

Αμέσως μετά το προαναφερθέν λήμμα “γεννηθέντα” ακολουθεί ο στίχος “ὁμοούσιον τῷ Πατρί” , οι 318 Άγιοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου συμπληρώνουν κι επισφραγίζουν την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, του Πατρός προς τον Υιό Του. Οι θεοφόροι Πατέρες υποστηρίζουν και διατρανώνουν την προαιώνια και άχρονη ύπαρξη του Πατρός και του Υιού και κατά συνέπεια την μεταξύ τους ομοουσιότητα, εφόσον ο  Υιός είναι εξ’ Αυτού γεννώμενος[6].

Τέλος, το Σύμβολο Πίστεως και οι προτάσεις/άρθρα  του αποτελούν την ρητή και καθολική δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Οι Πατέρες της Νικαίας διατράνωσαν την πίστης τους και την πίστη της ανά την οικουμένη Εκκλησίας του Ι. Χριστού στον 1) ένα Θεόν Πατέρα, Παντοκράτορα, 2) στον έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, Υιόν και Λόγον του Θεού, και 3) στο Άγιον Πνεύμα[7].

 

Δήμητρα Γ. Σαρρή

(φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών)

 



[1] Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε υπό του Μ. Κωνσταντίνου, στις 20 Μαΐου 325, με έδρα την Νίκαια της Βιθυνίας. Συμμετείχαν σε αυτήν 318 θεοφόροι Πατέρες. Εκδίδεται το περίφημο «Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας».
[2] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, Ιστορία και Θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων, Εκδόσεις: Έννοια, Αθήνα, 2014, σσ.:40-102.
[3] 1) τὸν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα 2) γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα
[4] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, Ιστορία και Θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων, Εκδόσεις: Έννοια, Αθήνα, 2014, σελ.: 65.
[5] Λιάκουρας Κωνσταντίνος, Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Θησαυρόν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εκδόσεις: Συμμετρία, Αθήνα, 2005, σσ.:97-104.
[6] Λιάκουρας Κωνσταντίνος, Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Θησαυρόν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εκδόσεις: Συμμετρία, Αθήνα, 2005, σσ.:158, 151-169, 170-184.
[7] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, Ιστορία και Θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων, Εκδόσεις: Έννοια, Αθήνα, 2014, σ.:63.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟΔΟΞΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ» ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 16ηΣεπτεμβρίου 2016

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟΔΟΞΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ» ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»

 

    Δεν είναι εύκολο να απαριθμήσει κανείς πρόχειρα, τις κακοδοξίες τις οποίες εφεύρε ο Παπισμός και εισήγαγε στην παρασυναγωγή του, αφότου αποσχίστηκε από την μία και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού, τον 11ο αιώνα. Μέχρι σήμερα, δεν έπαψε να εισάγει πλάνες και κακοδοξίες, πολλές από τις οποίες επισημάναμε σε κατά καιρούς δημοσιεύσεις μας και οι οποίες βέβαια, είναι άγνωστες στην δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Μια τέτοια καινοφανής πλάνη είναι και αυτή της «Ενσώματης Μετάστασης της Παναγίας στους Ουρανούς». Πρόκειται για ένα κακόδοξο «δόγμα», το οποίο εισήγαγε, εντελώς αυθαίρετα ο Πάπας Πίος ΙΒ΄, το 1950. Ιδού και η διατύπωση του «δόγματος»: «Ομολογούμε, δηλώνουμε και ορίζουμε τη μετάσταση της Παναγίας ως θεϊκώς αποκεκαλυμμένο δόγμα πίστεως, ότι δηλαδή η Άμωμος Μητέρα του Θεού, η Αειπάρθενος Μαρία, αφού ολοκλήρωσε την επίγεια ζωή της, ανέβηκε με την ψυχή και το σώμα της στην αιώνια δόξα»!

   Αφορμή στην παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από σχετικό δημοσίευμα κάποιου παπικού «κληρικού» W. Saunders, στο εν Αθήναις περιοδικό «ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» των παπικών Ιησουιτών, με τίτλο: «15 Αυγούστου: Εορτή της Μετάστασης της Παναγίας στους Ουρανούς» (τ.1100, Ιούλιος Αύγουστος 2016). Ο συντάκτης του αναφέρει πως «η Μετάσταση της Αειπαρθένου Μαρίας στους ουρανούς με το σώμα της, αποτελεί δόγμα πίστεως της Καθολικής Εκκλησίας». Αρχίζει με την επισήμανση ότι το καινοφανές αυτό παπικό «δόγμα», για πολλούς είτε «είναι θέμα χωρίς ενδιαφέρον» και για άλλους «η πιο ζωντανή απόδειξη της υποτιθέμενης τάσης που έχει η Καθολική Εκκλησία να επινοεί νέα δόγματα, χωρίς κάποιο στήριγμα στην Αγία Γραφή, και να τα επιβάλλει, στη συνέχεια, στους πιστούς ως αληθινά». Γι’ αυτόν, «η Μετάσταση της Παναγίας δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον, όπως κάποιοι πιστεύουν, ούτε και αυθαίρετη, όπως υπαινίσσονται ορισμένοι άλλοι. Είναι μια αλήθεια μεγάλης σημασίας, η οποία διόλου δεν μειώνει την τιμή του Χριστού, ούτε και επιβάλλει στους πιστούς κάτι αντίθετο από την Αγία Γραφή».

    Στο άρθρο είναι ολοφάνερη η προσπάθεια του συντάκτη να κατοχυρώσει το παπικό δόγμα, χωρίς ωστόσο να παραθέτει καμία μαρτυρία από την αγία Γραφή και την αποστολική παράδοση. Γι’ αυτό και καταφεύγει σε σοφιστείες και φθηνά θεολογικά επιχειρήματα, που δεν πείθουν κανένα, αλλά μόνο τους αφελείς. Διηγήσεις περί ενσωμάτου, μεταστάσεως, με διάφορες παραλλαγές, βρίσκουμε μόνο στα «απόκρυφα», που εμφανίστηκαν από τον 4ο αιώνα και εντεύθεν, οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να αποτελέσουν δογματική βάση για την θέσπιση του εν λόγω παπικού δόγματος. Ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής κ. Ιωάννης Καρμίρης αναφέρει σχετικά: «Κατά την ομόφωνον γνώμην πάντων σχεδόν των μεγάλων δογματικών θεολόγων, ανεξαρτήτως της εις ην ανήκουσιν εκκλησίας και ομολογίας, το νέον θεομητορικόν δόγμα είναι αστήρικτον αγιογραφικώς τε και ιστορικοδογματικώς τουλάχιστον διά τους πέντε πρώτους αιώνας». (Περιοδικό «Εκκλησία» αριθ. 1-2, σελ. 24, Ιανουάριος 1951). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επισημαίνει την σιγήν της Αγίας Γραφής ως προς την παράδοσιν της μεταστάσεως της Θεοτόκου: «Τη αγία και θεοπνεύστω Γραφή ουκ εμφέρεται τα κατά την τελευτήν της αγίας Θεοτόκου Μαρίας». (Λόγος δεύτερος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου,Sourses Chretiennes, No 80, p 170). Oάγιος Επιφάνιος Κύπρου γράφει: «Εσιώπησεν η Γραφή διά το υπερβάλλον του θαύματος, ίνα μη εις έκπληξιν αγάγη την διάνοιαν των ανθρώπων. Εγώ γαρ ου τολμώ λέγειν, αλλά διανοούμενος σιωπήν ασκώ… Υπερέβαλε γαρ η Γραφή τον νουν τον ανθρώπινον και εν μετεώρω είασε, διά το σκεύος το τίμιον και εξοχώτατον…». (Επιφανίου, Κατά αιρέσεων, 3,2,11, PG 42, 716BC). Γύρω από το θέμα αυτό δεν έχουμε επίσης καμιά μαρτυρία, ούτε από την αποστολική παράδοση ούτε και από τους Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων.

 Οι άγιοι Πατέρες της Ανατολής, από του 7ου αιώνος και εντεύθεν, κάνουν λόγο περί της μεταστάσεως της Θεοτόκου, αναφέρονται όμως ρητά και στον θάνατο, την κηδεία και την ταφή της Θεοτόκου. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σημειώνει: «Οίαι αποστόλων θεηγορίαι την κηδείαν του θεοδόχου σώματος μακαρίζουσι. Πως ο του Θεού Λόγος ο ταύτης Υιός δι’ ευσπλαγχνίαν γενέσθαι καταδεξάμενος, δεσποτικαίς παλάμαις τη παναγία ταύτη και θειοτάτη οία μητρί λειτουργών την ψυχήν υποδέχεται;» (Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου, ομιλία 1,4, PG 96,705Β). Ο ίδιος ιερός Πατήρ ομιλεί επίσης και περί της μεταστάσεως της Θεοτόκου: «Ουκ απελείφθη εν γη το σον άχραντον και πανακήρατον σώμα, αλλ’ εν ουρανών βασιλείοις μοναίς η βασιλίς, η κυρία, η δέσποινα, η Θεομήτωρ, η αληθής Θεοτόκος μετατεθείσα» (Λόγος δεύτερος εις την Κοίμησιν, PG 96, 740D, 741A). Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γράφει με ποιητικό τρόπο γύρω από το θέμα: «Γη επικρότησον ανευφήμησον, διήγησαι της Παρθένου τα ένδοξα, του τόκου τα σπάργανα, του τάφου τα θαύματα. Πως ετάφη, πως μετετέθη, πως ο τάφος οράται κενός προσκυνούμενος» (Λόγος ΙΔ εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου, PG97, 1101C). Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη η μετάστασις της Θεοτόκου είναι «δόγμα μυστικόν» και δεν «δημοσιεύεται επ’ εκκλησίαις», διότι δεν μαρτυρείται υπό της Αγίας Γραφής. (Εορτοδρόμιον, σελ.653, Βενετία 1836). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ενώ καταγράφει την περί Μεταστάσεως παράδοση ως «αληθεστάτην», εν τούτοις δεν αναφέρει τίποτε γύρω από το θέμα αυτό στο κλασικό δογματικό σύγγραμμα του «Ακριβής έκθεσις της Ορθοδόξου πίστεως». Η Εκκλησία μας, καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13), ουδέποτε κατέφυγε σε υποθέσεις, και ευσεβείς παραδόσεις, για να ορίσει τα δόγματά της, τα οποία δεν είναι θεωρητικά σχήματα και ιδεολογήματα, αλλά μέσα σωτηρίας. Ανέχτηκε και εν πολλοίς καλλιέργησε όσες ευσεβείς παραδόσεις, αμάρτυρες στα επίσημα κείμενά της, δεν ήταν αντίθετες με τα δόγματά της, ως βοηθητικά μέσα για την πνευματική προκοπή των πιστών. Αυτό έκαμε και σχετικά με την ευσεβή παράδοση της εις ουρανούς μεταστάσεως της Θεοτόκου, μετά την κοίμησή της και την ταφή της, η οποία στηρίχτηκε σε μια ακόμη ευσεβή παράδοση: Κατά την κηδεία της απουσίαζε ο απόστολος Θωμάς, όταν δε έφθασε μετά τρεις ημέρες στα Ιεροσόλυμα, άνοιξαν, για χάρη του, τον τάφο της Παναγίας. Και τότε όλοι με έκπληξη διαπίστωσαν ότι έλειπε το τίμιο σκήνος της. Επειδή ακριβώς η παράδοση αυτή δεν έχει ισχυρή ιστορική βάση, η Εκκλησία μας την αντιπαρήλθε και την ανέχθηκε, επειδή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη δογματική διδασκαλία της σωτηρίας μας. Θεώρησε το γεγονός της ενσώματης μετάστασης της Θεοτόκου στους ουρανούς, ως ένα «πρώιμο» εσχατολογικό γεγονός, το οποίο θα συμβεί κατά την ανάσταση των νεκρών σε όλους τους πιστούς. Η «Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ», της οποίας καθαγιάστηκε το πάναγνο σώμα της, από τη θεία κυοφορία της, αξιώθηκε να μην υποστεί φθορά και να δοξασθεί ευθείς αμέσως μετά την κοίμησή της και όχι στο τέλος του κόσμου.

    Εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, εξήντλησαν μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας όλα, όσα αφορούν τη θέση της Θεοτόκου στη διδασκαλία της Εκκλησίας και τη συμβολή της στο σχέδιο της θείας οικονομίας, και δεν θεώρησαν σκόπιμο να θεσπίσουν τέτοιο δόγμα. Θεώρησε όμως σκόπιμο ο Πάπας της Ρώμης να το θεσπίσει στα μέσα του περασμένου αιώνος με προφανή σκοπιμότητα. Αλλά τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε να θεσπίσει αυτό το δόγμα; Μα τί άλλο, από το να ισχυροποιήσει και να εδραιώσει, στην πράξη, ένα άλλο κακόδοξο δόγμα, που εισήγαγε ο Παπισμός, μερικές δεκαετίες νωρίτερα κατά την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού το 1870, το δόγμα περί του «αλαθήτου του επισκόπου Ρώμης», ως «διαδόχου του αποστόλου Πέτρου». Σύμφωνα με το δόγμα αυτό ο Πάπας γίνεται «αλάνθαστος διδάσκαλος της εκκλησίας» και ανυψώνεται υπεράνω και αυτών των Οικουμενικών Συνόδων! Λαμβάνει απεριόριστη δύναμη και εξουσία, ώστε όχι μόνο να διορθώνει και να τροποποιεί τα δόγματα και τις αποφάσεις των αγίων Συνόδων, αλλά και αυτήν ακόμα την Αγία Γραφή! Έπρεπε να δείξει ο Πάπας αυτή την «υπέρτατη εξουσία» του, να θεσπίζει και δόγματα. Έτσι, ο φιλόδοξος Πάπας Πίος ΙΒ΄, έψαξε και βρήκε την ευσεβή παράδοση για τη μετάσταση της Θεοτόκου, την οποία θέσπισε σε δόγμα, πράγμα που σημαίνει ότι για τους παπικούς, η πίστη στο δόγμα αυτό είναι υποχρεωτική και όποιος δεν την δέχεται …πάει στην κόλαση! Αυτό σημαίνει επίσης ότι ο Πάπας εμμένει στο δαιμονικό «αλάθητό» του και προσπαθεί να το ασκήσει στους άτυχους παπικούς με το φόβο της κολάσεως!

  Κλείνοντας, διαπιστώνουμε με θλίψη και απογοήτευση ότι ο Παπισμός δεν παραμένει απλώς απόλυτα «ταμπουρωμένος» στις μέχρι τώρα δεκάδες κακοδοξίες του, αλλά εφευρίσκει και νέες. Το δαιμονικό δόγμα «Περί αλαθήτου» του «Ρωμαίου Ποντίφικα» είναι η ακένωτη πηγή πλανών και αιρέσεων για τον αμετανόητο Παπισμό. Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς αναφέρει ότι, «το αλάθητον είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρώπινη λειτουργία της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, του οποίου αιωνία Κεφαλή είναι η Αλήθεια, η Παναλήθεια, η Δευτέρα Υπόστασις της Υπεραγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός». Αντίθετα «το δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις.  Διότι καμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο Παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του Πάπα – ανθρώπου.  Δεν υπάρχει αμφιβολία· το δόγμα αυτό είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού». Ιδού λοιπόν γιατί το καινοφανές παπικό δόγμα για την «μετάσταση της Θεοτόκου», είναι απότοκο του αιρετικού παπικού δόγματος «περί αλαθήτου» του «Ρωμαίου Ποντίφικος», της εωσφορικής ανταρσίας κατά του Θεανθρώπου Χριστού!

 

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Περί της Νηστείας του Σταυρού


Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος

          
Η Εκκλησία έχει τις νηστείες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, των Χριστουγέννων, των Αποστόλων, της Παναγίας, τις Τετάρτης και Παρασκευής. Ανάμεσα σε αυτές, έχει και νηστείες για τον Αγ. Ιωάννη Πρόδρομο και για τον Τίμιο Σταυρό. Η νηστεία για την εορτή του Τιμίου Σταυρού είναι αρχαία με μαρτυρίες από τον Η’, Θ, και Ι’ αιώνα και αναφορές του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίου και του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (Ι’ αιώνα).

Για τον χαρακτήρα αναφέρει ο Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης, ότι «αναγινώσκονται και ψάλλονται σταυρώσιμα»[1] Στο έργο Ραλλή-Ποτλή, αναφέρεται περισσότερο για την τάξη, τη νηστεία και την προέλευση της, αναφέρει, «προαγνίζονται εκ πίστεως δια τον ασπασμόν του τιμίου Σταυρού και σταυρώσιμα πάντα ψάλλονται και αναγινώσκονται εν τη ημέρα ταύτη, οτε Απόστολος και το Ευαγγέλιον, και απλώς όλη η τάξις σταυρώσιμος γίνεται, και ότι μια ημέρα εν ταις καθολικαίς Εκκλησίας τελείται, και εύλογος εστιν η νηστεία... Περι δε της νηστείας... του τιμίου Σταυρού ουκ από των Γραφών, αλλ’εκ κοινής Παραδόσεως παρελάβομεν, καθώς προεγράφη.»[2] Για την απόδειξη της αρχαιότητος της νηστείας αυτής, ο Όσιος Νίκων ο Μετανοήτε λέει «Ορώμεν δε και ετέραν νηστείαν γινομένην και περι ταύτης ουκ ηδυνήθημεν τιποτούν εγγράφως ευρείν. Πλήν πάντη και πανταού ταύτην νηστεύουσιν. Λέγω δη την Ύψωσιν του τιμίου Σταυρού[3]

Η νηστεία αυτή είχε εισέλθει στη μονή του Στουδίου αλλά αναφέρεται και στα τυπικά του Κωνσταντίνου (1860) και του Βιολάκη (1913), «Όθεν και δίκαιο εστι νηστεύειν πάντας τους Ορθοδόξους εν ταύτη τη πανσέπτω ημέρα και γαρ τα δίκαια έχει της του Πάθους ημέρας, της αγίας και μεγάλης Παρασκευής[4]

            Η νηστεία διαρκεί κατά τη ημέρα της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, τη 14η Σεπτεμβρίου, ή οποία θεσπήστηκε κατά τους χρόνους του Αγ. Κωνσταντίνου και Αγ. Ελένης. Την 13η Σεπτεμβρίου έγιναν τα εκγαίνια του ναού της Αναστάσεως στο Ιεροσόλυμα και την επόμενη ημέρα ο πατριάρχης Μακάριος ύψωσε τον τίμιο Σταυρό ενώποιον του πιστού λαού. Η εορτή αυτή έλαβε μεγαλύτερη σημασία το 629-630 μ.Χ. με την ανάκτηση του τιμίου Σταυρού στην Κωνσταντινούπολη από του Πέρσες από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο αλλά και υπό του πατριάρχου Ζαχαρίου όπου και εψάλη το γνωστό απολυτίκιο του Σταυρού:

«Σώσον Κύριε τον λαό σου,

και ευλόγησον την κληρονομίαν σου,

 νίκας τοις βασιλεύσι,

κατά βαρβάρων δωρούμενος,

και το σον φυλάττων,

δια του Σταυρού σου πολίτευμα

            Η εορτή της Υψώσεως έχει χαρούμενο και λυπημένο χαρακτήρα. Χαρούμενο, επειδή βρέθηκε ο τίμιος Σταυρός αλλά λυπημένο επειδή, πάνω σε αυτό έπαθε ο Χριστός για τις αμαρτίες του κόσμου. Η εορτή της Υψώσεως έχει σχέση με την Μεταμόρφωση του Κυρίου. Η Μεταμόρφωση έγινε 40 μέρες πριν σταυρωθεί ο Χριστός. Για αυτό τον λόγο εορτάζουμε τη Μεταμόρφωση στις 6 Αυγούστου εφόσον πέφτει η Ύψωση του τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου. Πριν καθιερωθεί η εορτή της Υψώσεως τη 14η Σεπτεμβρίου, η εορτή της Μεταμορφώσεως εορταζόταν 40 μέρες πριν από τη Μεγάλη Παρασκευή. Αυτό μαρτυρήται από τα τροπάρια της εορτής της Μεταμορφώσεως «Πρὸ τοῦ σοῦ Σταυροῦ Κύριε, ὄρος οὐρανὸν ἐμιμεῖτο, νεφέλη ὡς σκηνὴ ἐφηπλοῦτο. Σοῦ μεταμορφουμένου, ὑπὸ Πατρὸς δὲ μαρτυρουμένου, παρῆν ὁ Πέτρος σὺν Ἰακώβῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὡς μέλλοντες συνεῖναί σοι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς παραδόσεώς σου, ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσιά σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου, ἃ προσκυνῆσαι ἡμᾶς, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος[5] και «Πρὸ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σου καὶ τοῦ πάθους, λαβὼν οὓς προέκρινας τῶν Ἱερῶν Μαθητῶν, πρὸς τὸ Θαβώριον Δέσποτα, ἀνῆλθες ὄρος, δεῖξαι θελήσας τούτοις τὴν δόξαν σου, οἳ καὶ κατιδόντες σε μεταμορφούμενον, καὶ ὑπὲρ ἥλιον λάμψαντα, πρηνεῖς πεσόντες, τὴν δυναστείαν σου κατεπλάγησαν, ἀναβοῶντες· Σὺ τὸ ἄχρονον, φῶς ὑπάρχεις Χριστὲ καὶ ἀπαύγασμα, τοῦ Πατρός, εἰ καὶ θέλων, σάρξ ὡράθης ἀναλλοίωτος.»[6]

            Η νηστείες έχουν ευεργετικό χαρακτήρα στον πνευματικό πόλεμο. Ενισχύουν την πίστη, χαλινώνουν τα πάθη και δίνουν δύναμη στον πιστό να συνεχίση το έργο του προς την θέωση του. Ακριβώς αυτό το σκοπό έχει η νηστεία του τιμίου Σταυρού, ερχόμενη στην αρχή του Εκκλησιαστικού έτους, να μας βάλει στον δρόμο προς τον Θεό και να μας δυναμώσει.

 




[1] ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΚΗ ΜΟΝΗΣ ΣΤΟΥΔΙΟΥ, PG 99, ΣΕΛ. 1696-1697
[2] Ράλλη-Ποτλή, Τομ. Δ’, σελ. 591
[3] Περιοδικόν «Τρείς Ιεράρχαι» 1957, αρ. φυλ. 1129
[4] ΤΥΠΙΚΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΣΕΛ. 31 & ΤΥΠΙΚΟ ΒΙΟΛΑΚΗ, ΣΕΛ. 76
[5] Στιχηρό τῆς Ἑορτῆς της Μεταμορφώσεως,  Ἦχος δ', Κοσμᾶ Μοναχοῦ
[6] Εἰς τοὺς Αἴνους. Στιχηρό τῆς Ἑορτῆς, Ἦχος δ', Ὁ ἐξ ὑψίστου κληθεὶς

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Προ της Υψώσεως


Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος

 

Πρωτότυπο Κείμενο:

«Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 6:11-18

Ἀδελφοί, ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. Οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. Ἐμοί δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. Ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. Καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.»

 

Μετάφραση:

«Κοιτάξετε με πόσο μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το ίδιο μου το χέρι,  Όσοι θέλουν να αρέσουν στους ανθρώπους (όσοι θέλουν να φανούν σπουδαίοι) επιδεικνύοντας κατόρθωμα στη σάρκα, αυτοί σας αναγκάζουν να περιτέμνεσθε, μόνο και μόνο για να μη καταδιώκωνται εξ αιτίας του σταυρού του Χριστού,

Διότι ούτε αυτοί, που έχουν περιτομή, τηρούν το νόμο, αλλά θέλουν να περιτέμνεσθε σεις, για να καυχηθούν για τη δίκη σας σάρκα (διότι σας έπεισαν να κάνετε σ’ αυτήν περιτομή). Αλλά σε μένα μη γένοιτο να καυχώμαι, παρά για το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου ο κόσμος έχει σταυρωθή (και νεκρωθή) ως προς εμένα, και εγώ έχω σταυρωθή (και νεκρωθή) ως προς τον κόσμο. Στη θρησκεία βεβαίως του Ιησού Χριστού ούτε η περιτομή έχει κάποια ισχύ ούτε η ακροβυστία (η απεριτμησία), αλλ’ η νέα δημιουργία (η πνευματική αναγέννησι), Και σ’ όσους θα συμμορφώνωνται προς αυτή την αρχή, ευλογία και έλεος να είναι σ’ αυτούς, και γενικώς στον Ισραήλ του Θεού. Στο εξής κανείς να μη με ενοχλή, διότι εγώ στο σώμα μου φέρω τα σημάδια των πληγών χάριν του Κυρίου Ιησού (και αυτά αποδεικνύουν, ότι είμαι γνήσιος απόστολος). Η χάρι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι με το πνεύμα σας, αδελφοί, Αμήν. »

 

 
Σήμερα είναι η Κυριακή Προ της Υψώσεως, δηλαδή πριν από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού που θα εορτάσουμε σε λίγες μέρες. Το μήνυμα του αποστολικού αναγνώσματος έχει πολύ μεγάλη σημασία, ειδικά σήμερα. Σε μια εποχή, που να εκκλησιάζεσαι και να φοράς Σταυρό θεωρήται οπισθοδρομικό και κατά κόσμον ανόητο, έρχεται ο Απόστολος Παύλος να μας πει ότι ουσιαστικά, όποιος θέλει να είναι πραγματικά Χριστιανός Ορθόδοξος, πρέπει να το πιστέψει και να το πράξει. Εαν θέλουμε να αρέσουμε στους πολλούς και να περνάμε καλά, τότε δεν μπορούμε να είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Θα πρέπει να διαλέξουμε εαν θέλουμε να σηκώσουμε το Σταυρό και να ακολουθήσουμε τον Ιησού Χριστό ή να το αφήσουμε και να ζήσουμε την εύκολη αλλά μάταιη, πρόσκαιρη και επίγεια ζωή.

Ο πιστός Χριστιανός Ορθόδοξος, πρέπει να παλέψει, να ιδρώσει για να φτάσει εκεί που μας καλεί ο Θεός, στην κατα χάριν θέωση. Μην κοιτάμε το εύκολο, αυτό που ακολουθεί η κοινωνία γιατί αυτό θα μας οδηγήσει σε δρόμο χωρίς τον Θεό που όπως λέει ο Αγ. Νικόλαος Βελιμιροβιτς «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται.» Ας πάρουμε παράδειγμα από τον Κύριο Ιησού Χριστό μας και των αγίων της Εκκλησίας μας.

Αυτά που μας λέει η Εκκλησία δεν είναι ακατόρθωτα, αρκεί να έχουμε πνεύμα πρόθυμο. Ας φροντίσουμε να βάλουμε λίγο περισσότερο τον Θεό στη ζωή μας και θα δούμε πόσο ευεργετικό θα είναι για τη ψυχή μας. Ας κάνουμε λίγο προσευχή, λίγο ανάγνωση της Αγ. Γραφής και του Ψαλτηρίου σε συνδυασμό με τον συνεχή εκκλησιασμό.  Μην μένουμε σε μια επιφανειακή σχέση με τον Θεό. Ας πάρουμε δύναμη από τον Σταυρό του Κυρίου για να εντείνουμε τον πνευματικό αγώνα μας.  

Πρέπει να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, τι θέλουμε τελικά στη ζωή μας, να αρέσουμε μόνο στον κόσμο ή να αρέσουμε στον Θεό;

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ;


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 9η Σεπτεμβρίου 2016

 

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ;

 

Έχουν περάσει δύο και πλέον μήνες από την σύγκληση της «Συνόδου» της Κρήτης, η οποία προβλήθηκε και διαφημίστηκε επί δεκαετίες από τους θιασώτες της ως η μέλλουσα να συνέλθει «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» και η αγωνία του πιστού λαού του Θεού και η προσδοκία του να πληροφορηθεί, να λάβει έγκυρες και αυθεντικές απαντήσεις σχετικά με την φύση της εν λόγω «Συνόδου», την νομιμότητα της συγκλήσεώς της, τον τρόπο οργανώσεώς της και την ορθότητα, η μη των αποφάσεών της, βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Οι φόβοι και οι ανησυχίες, που εκφράστηκαν στην μεγάλη και πολύ σημαντική, πανορθοδόξου εμβελείας, Ημερίδα, που διοργάνωσαν στις 23.3.2016 οι Ιερές Μητροπόλεις Πειραιώς, Γλυφάδας, Κυθήρων και  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως και η «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών» κατά τις εισηγήσεις των ομιλητών, ότι δηλαδή η μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδος δεν θα είναι γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά μια οικουμενιστική «Σύνοδος», δυστυχώς επαληθεύτηκαν! Μια απλή αντιπαραβολή των πορισμάτων της Ημερίδος με όσα απεφασίσθησαν, ελέχθησαν και επράχθησαν στη «Σύνοδο» της Κρήτης αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Τις προβλέψεις της Ημερίδος επιβεβαίωσε ένα πλήθος δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο και τα ΜΜΕ από αρχιερείς, από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών», από χριστιανικά σωματεία και οργανώσεις, από  κληρικούς, καθηγητές Θεολογικών και άλλων Σχολών, αγιορείτες μοναχούς και άλλους φορείς. Οι παρά πάνω ευστοχότατες, άριστες θα λέγαμε, δημοσιεύσεις αναλύουν, εκτιμούν και αξιολογούν τις επί μέρους πλευρές και παραμέτρους της «Συνόδου» αυτής και όλες μαζί συγκλίνουν σ’ ένα γενικό συμπέρασμα: Ότι η «Αγία και μεγάλη Σύνοδος», όπως την ονόμασαν οι θιασώτες της, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόπειρα επαναλήψεως της Φεράρας -Φλωρεντίας. 

Και τούτο, διότι η «Σύνοδος» αυτή:

Α) Δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Τούτο αποδεικνύεται από το ότι: 1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), αντίθετα μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως Εκκλησίες τους ετεροδόξους. 2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενέστερων Οικουμενικών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω. 3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κλπ. 4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, Αγγλικανών και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών. 5. Οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Πως είναι δυνατό με τέτοιου είδους ανθρώπινες μεθοδεύσεις, ξένες προς την Παράδοση της Εκκλησίας μας, να θεωρηθεί μια τέτοια Σύνοδος ως γεγονός Πεντηκοστής, όπου θα πνεύσει και θα ομιλήσει δια των Συνοδικών μελών το ίδιο το άγιο Πνεύμα, αφού οι αποφάσεις είναι ήδη προειλημμένες; 6. Είχε μια μακροχρόνια πορεία προπαρασκευής 93 ετών. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας μας, διότι σε καμιά άλλη Σύνοδο, Οικουμενική, η Τοπική, της αρχαίας Εκκλησίας, δεν υπήρξε τόση εργώδης και μακροχρόνια προετοιμασία. Ο λόγος είναι προφανής. Από το ξεκίνημά της η Σύνοδος είχε οικουμενιστικούς στόχους, που όμως οι γενικότερες παγκόσμιες γεωπολιτικές  μεταβολές, οι αντιδράσεις του πιστού λαού του Θεού  και άλλα εξωτερικά εμπόδια, δεν επέτρεψαν την πραγματοποίησή της. Ωστόσο οι θιασώτες της έψαχναν να βρουν τις κατάλληλες συνθήκες. Και οι συνθήκες αυτές έγιναν ευνοϊκές μόλις φέτος το 2016. 

Β) Στερείται Κανονικότητος και Νομιμότητος.

   Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ. 1). Ωστόσο όπως είναι γνωστό τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος, που προβλέπει ο Κανονισμός: «συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων», χωρίς δηλαδή την σύμφωνη γνώμη όλων των Προκαθημένων. Πέραν τούτου τον εν λόγω Κανονισμό δεν υπέγραψε το Πατριαρχείο Αντιοχείας, οπότε καταπατήθηκε και η αρχή της ομοφωνίας, η οποία συνομολογήθηκε από όλους τους προκαθημένους ως πάγια αρχή σ’ όλες τις φάσεις της διαδικασίας συγκλήσεως και διεξαγωγής της «Συνόδου». Επί πλέον, όπως παρατηρεί ο κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.: «Είχε, μη έγκυρα, στην ημερήσια διάταξή της ως θέματα το σχέδιο κειμένου ‘Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού’, το οποίο δεν είχε υπογραφεί από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας στη Σύναξη των Προκαθημένων του Σαμπεζύ του Ιανουαρίου 2016, όπως και τα λοιπά πέντε (5) σχέδια κειμένων τα οποία δεν είχαν υπογραφεί από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών».

Γ) Η «Σύνοδος» είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι 1. Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2016, μόλις λίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας. 2. Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156, ένα μικρό ποσοστό, που αντιστοιχεί μόλις στο 19,5%  περίπου του συνολικού αριθμού των επισκόπων παγκοσμίως. 3. Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» (primos inter pares) σε «πρώτους άνευ ίσων» (primos sine paribus). 4. Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του  υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Καταφρονήθηκαν οι Εισηγήσεις και τα Πορίσματα της Ημερίδος, που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016) και οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, (όπως του κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη) και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων. Καταφρονήθηκαν οι επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού. Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του οσίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.

Δ) Η «Σύνοδος» της Κρήτης αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως και επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι έσχατος κριτής, της ορθότητας και της εγκυρότητας των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, η  απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων. Αποτέλεσμα της πεπλανημένης αυτής αντιλήψεως είναι η αξίωση των μελών της «Συνόδου», να γίνουν αποδεκτές οι αποφάσεις της πανορθοδόξως.

Ε) Δεν έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις. Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» νομιμοποιεί συνοδικά, αντί να καταδικάσει και θεσμοθετεί τον Οικουμενισμό. Αντί να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών και αντί να τους καλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία, αναγνώρισε την ιστορική ονομασία τους ως «Εκκλησιών»! Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών»: «Οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις, τις οποίες επρότεινε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακόμη και αν εγίνοντο συνοδικά δεκτές, δεν επρόκειτο βέβαια να καταστήσουν το κείμενο ορθόδοξο και αποδεκτό, αφού ούτε τα απαράδεκτα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων εκρίνοντο [κείμενα του Balamand, του Πόρτο Αλέγκρε, της Ραβέννας, του Πουσάν κ.λ.π.] ούτε πολύ περισσότερο η με αντορθόδοξους όρους συμμετοχή μας στο ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’. Αντίθετα, μέσα στο κείμενο επαινούνται και εγκωμιάζονται. Η δε ορθή πρόταση το ‘χριστιανικές εκκλησίες’ να γίνει ‘χριστιανικές κοινότητες’ συνάντησε λυσσώδη αντίδραση και απορρίφθηκε με ανιστόρητες, αθεολόγητες, παράλογες, σοφιστικές αντιπροτάσεις, τις οποίες υιοθέτησε, άγνωστο πως, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, που δεν υπεστήριξε, ως όφειλε, την απόφαση της Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλάδος και υπερέβη αναιτιολόγητα την εξουσιοδότηση, που είχε λάβει από αυτήν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εγκυρότητα των αποφάσεων που ελήφθησαν. Αναμένονται οι απαραίτητες εξηγήσεις που οφείλουν να δώσουν στο Σώμα της Ιεραρχίας τόσο ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, όσο και οι υπόλοιποι Ελλαδίτες Ιεράρχες της ‘συνόδου’ της Κρήτης».

ΣΤ) Οικοδόμησε ένα «νέο είδος συνόδου». Όπως απερίφραστα ομολόγησε ένας από τους Προκαθημένους, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, η Σύνοδος αυτή «δεν είναι αντίγραφο των παλαιών συνόδων αλλά ένα νέο είδος Συνόδου». Ήταν μια «Σύνοδος» όχι «επομένη τοις Αγίοις Πατράσι», αλλά  μια «Σύνοδος» οικουμενιστικών προδιαγραφών, τέτοια που ταιριάζει στο πνεύμα, στις απαιτήσεις και στην ατμόσφαιρα  της Νέας Εποχής και της Πανθρησκείας, προς την οποία οδεύει ολοταχώς η ανθρωπότητα. Ήταν μια «Σύνοδος» που εναρμονίστηκε πλήρως με τις αποφάσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου, την Εκκλησιολογία, της οποίας αντιγράφει με θαυμαστή ακρίβεια. Γι’ αυτό άλλωστε πανηγύρισε ο «Πάπας», όταν πληροφορήθηκε τις αποφάσεις της «Συνόδου». Ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος του Βατικανού και των απανταχού παπικών αφιέρωσε πλήθος άρθρων με επαινετικά σχόλια για τη «Σύνοδο» της Κρήτης. Καταλαβαίνει ο καθένας, τι σημαίνει αυτό, όταν πανηγυρίζουν οι εχθροί της Εκκλησίας και λυπούνται και θλίβονται τα μέλη Της! Το ότι η «Σύνοδος» αυτή κινήθηκε σε οικουμενιστικά πλαίσια φαίνεται και από το γεγονός ότι απέφυγε να αξιολογήσει την πορεία των μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων και να ομολογήσει την χρεοκοπία και το αδιέξοδο, στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει. Τελικά οι Διάλογοι εξυπηρέτησαν και προώθησαν τους στόχους της Νέας Εποχής και της Παγκοσμιοποιήσεως. Απέφυγε να καταδικάσει τα κείμενα του Balamand (1993), του Porto Alegre (2006), της Ραβέννας (2007) και του Πουσάν (2013), τα οποία είναι γεμάτα από εκκλησιολογικές αιρέσεις. Αντίθετα επήνεσε το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τα παραχθέντα από αυτό κείμενα.

Ζ) Έχασε τον πανορθόδοξο χαρακτήρα της.  Στην «Σύνοδο» δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά μόνον δέκα, που εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθοδόξων πιστών, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις, οι Εκκλησίες της  Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα (2/3) των Ορθοδόξων, δεν συμμετείχαν, για τους λόγους που αναφέραμε παρά πάνω. Η «Σύνοδος» σε τελική ανάλυση μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια διευρυμένη «Σύνοδος»  Προκαθημένων!

Η) Απέφυγε να ασχοληθεί με θέματα επείγοντα και φλέγοντα, όπως το ημερολογιακό, που τραυμάτισε και εξακολουθεί να τραυματίζει μέχρι σήμερα την ενότητα της Εκκλησίας, όπως και με το θέμα της Ουνίας, που εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της. Η όλως απερίσκεπτη και πραξικοπηματική αλλαγή του ημερολογίου από τον Μασόνο Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, δημιούργησε ένα άνευ προηγουμένου εορτολογικό διχασμό στο σώμα της Εκκλησίας, προς μεγίστη χαρά των εχθρών της, Παπικών και Προτεσταντών και ο οποίος ταλανίζει την Εκκλησία εδώ και έναν σχεδόν αιώνα!   

Θ) Στο παρασκήνιο της Συνόδου της Κρήτης χρησιμοποιήθηκαν αθέμιτες μεθοδεύσεις και ασκήθηκαν απαράδεκτες πιέσεις προς τους ολίγους εκείνους επισκόπους, που δεν δέχθηκαν να υπογράψουν το κακόδοξο κείμενο  με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος αποκάλυψε, ότι δέχτηκε απίστευτες ύβρεις και απειλές από Επισκόπους, επειδή υπερασπίσθηκε την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας ως την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Το πρωτόγνωρο και αλγεινό φαινόμενο των πλαστογραφιών είδε επίσης το φως της δημοσιότητας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, Προκαθήμενος υπέγραψε στα πρακτικά της Συνόδου για λογαριασμό, (δηλαδή «αντ’ αυτών», παρόντων των ιδίων), όλων εκείνων των επισκόπων της Εκκλησίας του, που αρνήθηκαν να υπογράψουν! Όλα αυτά μας θυμίζουν τις δόλιες μεθοδεύσεις κατά την Ψευδοσύνοδο της Φεράρας- Φλωρεντίας και αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι στη «Σύνοδο» αυτή δεν ήταν παρόν το άγιο Πνεύμα. 

Και τώρα τίθεται το ερώτημα: Τι δέον γενέσθαι; Ποιο είναι το χρέος μας ως κλήρος και ως πιστός λαός του Θεού μετά την πραγματοποίηση αυτής της «Συνόδου»; Απλούστατα, καλούμαστε να μιμηθούμε τους αγίους Πατέρες μας και να αγωνιστούμε, όπως αγωνίστηκαν αυτοί σε παρόμοιες περιστάσεις. Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό. Να απαντήσουμε σε μια λανθασμένη αντίληψη, ότι δήθεν η «Σύνοδος» της Κρήτης πέθανε και ετάφη. Ότι είναι από μόνη της άκυρη. Ότι σε λίγο καιρό θα ξεχαστεί και κανένας δεν θα την θυμάται και επομένως δεν χρειάζεται να γίνει κανένας αγώνας για την συνοδική καταδίκη της. Αλλοίμονο αν νομίσουμε ότι η «Σύνοδος» πέθανε και ετάφη και με την σκέψη αυτή παραμείνουμε αδρανείς και αδιάφοροι από φόβο και δειλία, μήπως μπούμε σε περιπέτειες και κινδύνους. Θα είμαστε αναπολόγητοι εν ημέρα Κρίσεως, ότι δεν πράξαμε το καθήκον μας. Πολύ σωστά επισημάνθηκε από πατέρες της «Συνάξεως» ο θεοφώτιστος λόγος του άγιου Μάξιμου του Ομολογητού, ότι «δεν αρκεί η ‘εξαφάνιση’ η ‘παρασιώπηση’ ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν» (Βλ. «Περί των πραχθέντων εν τη πρώτη αυτού εξορία, ήτοι εν Βιζύη» 12, PG 90, 145 B.C.) Πολύ σωστά επίσης παρατηρεί ο καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος ότι η «Σύνοδος» «δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον». Οι θιασώτες και οι  διοργανωτές της την θεωρούν βέβαια αυτοδικαίως έγκυρη και στο μέλλον θα επικαλούνται τις αποφάσεις της για να δικαιολογούν και να κατοχυρώνουν τις οικουμενιστικές παρεκτροπές τους. Κατ’ επέκταση θα στηρίζονται στις αποφάσεις αυτές για να επιβάλλουν ποινές και αφορισμούς σε όσους αντιδρούν. Οι διωγμοί έχουν ήδη αρχίσει στο άγιον Όρος. Τέσσερις μοναχοί από την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου εδιώχθηκαν από την Μονή της μετανοίας τους, επειδή αρνήθηκαν να δεχθούν τις αποφάσεις της «Συνόδου». Επίσης ο π. Σάββας, προϊστάμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας καθαιρέθηκε από το αξίωμα του προϊσταμένου εξ’ αιτίας της αντιαιρετικής του δράσεως, όλως αδίκως και κατά παράβασιν του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους. Ωστόσο παρά τις διώξεις το κύμα των αντιδράσεων διογκώνεται όλο και περισσότερο. Πολλοί κελιώτες μοναχοί, γύρω στους 300 μέχρι στιγμής, έχουν ήδη διακόψει το μνημόσυνο του Πατριάρχου και ο αριθμός συνεχώς αυξάνεται. Το Άγιον Όρος αυτή τη στιγμή μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει και αυτό είναι κάτι που τρομάζει, και πολύ μάλιστα, το Φανάρι.

    Αυτό λοιπόν που κατά την ταπεινή μας γνώμη πρέπει να γίνει τώρα, είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την συγκρότηση μιας νέας αληθινής Ορθοδόξου Συνόδου, η οποία θα καταδικάσει τον Οικουμενισμό. Για να φθάσουμε όμως σ’ αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται προηγουμένως προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος στην «Σύνοδο» και απορρίπτουν τις αποφάσεις της. Επίσης απαιτείται συνεργασία και συνεννόηση των παρά πάνω τοπικών Εκκλησιών με όλους εκείνους τους επισκόπους, που ανήκουν σε άλλες τοπικές Εκκλησίες και οι οποίοι, είτε δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο» και απορρίπτουν τις αποφάσεις της, είτε έλαβαν μεν, αλλά δεν υπέγραψαν τις αποφάσεις της. Απαιτείται περαιτέρω συνεργασία όλων των παρά πάνω επισκόπων με τους αγιορείτες πατέρες, με μοναστήρια εκτός αγίου Όρους και με άλλα μοναστήρια σε άλλες Ορθόδοξες χώρες, που απορρίπτουν τις αποφάσεις της «Συνόδου». Επίσης περαιτέρω συνεργασία με τον υπόλοιπο κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού.

Ας παρακαλέσουμε τον Θεό με πολλές προσευχές και δεήσεις να ευλογήσει την ταπεινή μας διακονία, να χαρίσει σε όλους, όσους αγωνίζονται προς την κατεύθυνση αυτή, ενότητα, ομοψυχία και ομολογιακό φρόνημα, ώστε να φθάσουμε με την Χάρη Του στην ευλογημένη εκείνη ώρα, που θα συγκληθεί η αληθινή «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» της Ορθοδοξίας, οπότε θα πανηγυρίσει ο ουρανός και η γη, η θριαμβεύουσα και η στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού. Αμήν!

 

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών