Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Κοντάκιον Ρωμανού του Μελωδού «Εἰς τήν σταύρωσιν». Ένα χριστολογικό ποίημα.


Βασίλειος Τουλουμτσής

Μεταπτυχιακός φοιτητής Δογματικής ΕΚΠΑ

Σύμφωνα με τη γραφίδα του καθηγητού Παντελή Πάσχου «έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ᾿ έναν τρόπο – οποιοδήποτε– επάνω σ᾿ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως». Χαρακτηριστική περίπτωση εκκλησιοποίησης της τέχνης αποτελεί αναμφισβήτητα ο Ρωμανός ο Μελωδός ο οποίος φέρνει την ποίηση μέσα στην Εκκλησία και την καθιστά εργαλείο και ασίγητο στόμα Της. Ως εκκλησιαστικός ποιητής χρησιμοποιεί το καλλιτεχνικό και συγγραφικό του τάλαντο μπολιασμένο στη εν γένει λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, θέλοντας να προβάλλει με τρόπο ιδιαίτερο τη δογματική διδασκαλία Της, απαντώντας παράλληλα στις όποιες αποκλίσεις των ημερών του που αφορούν την πίστη της Εκκλησίας. Ένα εξαίσιο δείγμα αποτελεί το κοντάκιο που συνέγραψε «εἰς τήν Σταύρωσιν».

            Το χαρακτηριστικό γνώρισμά του είναι ότι σε μορφή «θεατρικού δράματος» προσωποποιεί το διάβολο, το θάνατο και όλους όσους συνέπραξαν στην παράδοση και Σταύρωση του Ιησού, και διαμέσου των μεταξύ τους διαλόγων, επιδιώκει να διατρανώσει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το βαθύτερο περιεχόμενο της χριστολογίας, το πραγματικό δηλαδή της ενυπόστατης ένωσης των δύο φύσεων στην Υπόσταση του Λόγου καθώς επίσης και τις συνέπειες αυτής της ένωσης για τη σωτηρία του ανθρώπου.

            Βλέποντας λοιπόν ο διάβολος το «ἀνεῳγμένον ἰατρεῖον» του Χριστού να έχει γεμίσει ολόκληρο τον κόσμο με θαύματα σκορπώντας δωρεάν θεραπεία, οδύρεται και αναφωνεί «τί ποιήσω τῷ υἱῷ τῆς Μαρίας; κτείνει με ὁ Βηθλεεμίτης, ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν». Απευθύνεται τότε στους φίλους του, τους οποίους αποκαλεί «φίλους τῆς ζάλης καί ἐχθρούς τῆς γαλήνης» και ζητάει τη συμβουλή τους για το τι να πράξει, αφού ο ίδιος βρίσκεται σε πανικό («ἠμαυρώθη μου ὁ νοῦς») και δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει. Τη στιγμή εκείνη τους ακούει να του δίνουν θάρρος και  να του λένε: Βελίαρ, μή δειλιάζεις, «θάρσησον, κραταίωσον τάς φρένας σου· τῶν πρώτων σου καμάτων μνημόνευε· τά ἐν παραδείσῳ ἀνακαίνισον». Τον συμβουλεύουν δηλαδή, όπως μέσω της απάτης και του ψεύδους ενήργησε στον Παράδεισο με τους πρωτόπλαστους, κατά παρόμοιο τρόπο να ενεργήσει και τώρα.  Άλλωστε έχει τόσους φίλους και δεν δικαιολογείται να κλαίει σαν να έχει μείνει μόνος. «Ἱερεῖς καί γραμματεῖς, Ἰούδας καί Καϊάφας, […] Ἡρώδης σου φίλος διάπυρος» και ο Πιλάτος πιστός υπηρέτης. Ακούγοντας όλα αυτά ο διάβολος αναθάρρησε και είπε: «Εὐφράνθην, ὦ φίλοι, ὅτι τοῖς ἐμοῖς με ἐστηρίξατε». Θα τρέξω λοιπόν προς τους Ιουδαίους ώστε να αναφωνήσουν το  «σταυρωθήτω».

 Στη συνέχεια εμφανίζονται οι Ιουδαίοι να ομιλούν προς το διάβολο θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να τον ξεκουράσουν από την κακόβουλη και διεστραμμένη αυτή μέριμνά του λέγοντας προς αυτόν: Μην μεριμνάς πλέον, «ἅ εἶχες τελέσαι, ἐτελέσαμεν· παρεδόθη καί ἠρνήθη Ἰησοῦς, ἐδέθη, ἐδόθη Πιλάτῳ». Ο διάβολος τους ξεκαθαρίζει ότι ο λόγος που βρίσκεται εκεί, δεν είναι διότι τους θεωρεί ράθυμους. Μάλιστα δε, είναι πολύ ευχαριστημένος από τον ειδωλολατρικό τρόπο ζωής τους, θυμίζοντάς τους ότι είναι οι ίδιοι οι οποίοι στην έρημο προτίμησαν όχι το Θεό αλλά το μόσχο. Άλλωστε η ειδωλολατρεία έγκειται ακριβώς στον εγκλωβισμό και στο «δέσιμο» του ανθρώπου αποκλειστικά και μόνο με την κτιστή πραγματικότητα. Γίνεται φανερή σύνδεση της Παλαιάς Διαθήκης του Ασάρκου Λόγου με την Καινή Διαθήκη του Σεσαρκωμένου πλέον Λόγου. Φαινομενικά και μόνο στα λόγια μισούν το διάβολο, αλλά στην πραγματικότητα του ανήκουν εξολοκλήρου υπηρετώντας τον πιστά, («ἡμέτεροι ἐστέ ἐξ ὅλης διανοίας»), ενώ αντίθετα τον υιό της Μαρίας, τον μισούν και τον διώκουν όχι θεωρητικά αλλά έμπρακτα.

Στη 12η στροφή, ο Ρωμανός τονίζει το νηπτικό βάθος της Γραφής, η οποία αν δεν γίνει βίωμα συνεχές παραμένοντας ως εκ τούτου ως απλή γνώση, σωτηριολογικώς δεν ωφελεί σε τίποτα. Γι΄αυτό και ο διάβολος προτρέπει τους φίλους του να μην «σφίξουν τα ῥητά τοῦ νόμου Μωσέως» εντός της διανοίας τους ώστε αυτά να γίνουν καρδιακή προσευχή, αφού τους θέλει απλώς «ἀναγνώστας καί μή γνώστας γραφῶν».

Στο σημείο αυτό ξεκινά ο διάλογος μεταξύ του διαβόλου και του θανάτου, όπου ο θάνατος του αποκαλύπτει έντρομος ότι η σιωπή του Χριστού ενώπιον της κοσμικής εξουσίας του Πιλάτου, τού προκάλεσε μεγάλο φόβο, πιστεύοντας πως αυτή δηλώνει για το Χριστό ότι σχεδιάζει να κάνει άνω κάτω τον Άδη (φιμῶσαι με ἔχει ἐν τῷ θάπτεσθαι). Στο άκουσμα αυτό ο διάβολος γελά με τη δειλία του θανάτου. Όμως ο θάνατος θέλοντας να δικαιολογήσει τη στάση του, υπενθυμίζει στο διάβολο ενδεικτικά κάποια από τα τραύματα που υπέστη στο πρόσφατο παρελθόν ενώπιον της παρουσίας του Χριστού λέγοντας: «οὐκ ἐκ τῶν μνημάτων σέ ἀπήλασεν; οὐ Χαναναίας ἀπεδίωξε; μετά ταῦτα τοῦ ἀλάλου καί κωφοῦ ἀλλότριον ἐποίησέ σε ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν». Ο διάβολος παραδέχεται πως όλα αυτά τα γνωρίζει ενώ παράλληλα προχωρεί και σε μια καταπληκτική χριστολογική ομολογία κατά την οποία φαίνεται ότι ο Χριστός ό,τι πάσχει για τη σωτηρία μας, αφορά μόνο την παθητή ανθρώπινή Του φύση, ενώ η θεία Του φύση παρέμεινε απαθής («ἔγνων καί παρά γνώμην, ὅτι ἀήττητος Χριστός ἐν φύσει νικωμένῃ»). Παρά ταύτα δεν εγκαταλείπει τον αγώνα και «τῆς πάλης οὐκ ἀφίσταται» ξεκινώντας να κινηθεί προς τα όργανά του, τους Ιουδαίους. Εδώ παρατηρείται η απόλυτη παράνοια η οποία αποδεικνύει την αρρωστημένη κατάσταση που βιώνει το κτιστό έλλογο όν, όταν ηθελημένα αρνείται την κοινωνία του με το Λόγο και μοιραία γίνεται παρά-Λογο. Παρά το γεγονός ότι ομολογεί τη θεότητα του Χριστού και κατά συνέπεια τη δική του απόλυτη αδυναμία, θα προσπαθήσει με εωσφορική μανία να τελειώσει αυτό που άρχισε, ώστε να αποφύγει τη ντροπή δηλώνοντας πως «ἐάν οὖν ἐκφύγω, καταισχύνομαι». Νιώθει την αγάπη του Χριστού να τον μαστιγώνει, αιτία όμως της προσωπικής του κόλασης δεν είναι ο όντως αγαθός Χριστός, αλλά η διαφοροποίηση του θελήματός του ως αρρωστημένο γνωμικό («τῷ Βηθλεεμίτῃ ἀντιτάσσομαι») που τον κάνει να στέκεται απέναντί Του ως αντικείμενος με αντεστραμμένα και διεστραμμένα κριτήρια αληθείας. Παίρνοντας το λόγο ο θάνατος, ξεκαθαρίζει στο διάβολο να μην τον υπολογίζει σε αυτό του το εγχείρημα το οποίο δεν συμμερίζεται, τονίζοντας ότι ο ίδιος θα κοντέψει στο σταυρό μόνο εάν του κάνει νεύμα ο ίδιος ο Χριστός αφού «εἰ μή γάρ θελήσει, οὐ θνῄσκει». Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι ο Χριστός εκουσίως προσέρχεται και παραδίδει Εαυτόν σε θάνατο για τη δική μας σωτηρία.  Έχει πολύ μεγάλη σημασία το ότι ο Ρωμανός βάζει ενδιάμεσα το θάνατο και το διάβολο ως σκοτεινές και φθοροποιές δυνάμεις να ομολογούν αδίστακτα την πίστη της Εκκλησίας θέλοντας να απαντήσει στις αναφυόμενες χριστολογικές αιρέσεις οι οποίες κατά διαφόρους τρόπους άδειαζαν κυριολεκτικά το έργο της θείας Οικονομίας.

Βλέποντας ο διάβολος την οπισθοχώρηση του θανάτου, κινήθηκε προς τους Ιουδαίους στους οποίους βρήκε ό,τι έψαχνε. Αυτοί μάλιστα τον οδήγησαν μπροστά στο Χριστό ο οποίος μετά από πολλές ύβρεις και μαστιγώσεις, πλέον κείτονταν «ὡς σάλπιγξ ἐν τῷ ξύλῳ». Βέβαιοι ότι έχουν ολοκληρώσει την εξόντωση Αυτού που τόση αναστάτωση είχε προκαλέσει στο άκαρπο ιερατικό και πολιτικό κατεστημένο, αναφέρουν στο διάβολο και μια είδηση με σκοπό να τον κάνουν να γελάσει. Η είδηση ήταν ότι «εἷς τῶν λῃστῶν τῶν μετ’ αὐτοῦ δικαίως σταυρωθέντων, κράζει αὐτῷ μνήσθητί μου, κύριε». Στο άκουσμα αυτό, ο μισόκαλος διάβολος «ἐστύγνασεν» και αφού έσκυψε περίλυπος το κεφάλι του κραύγασε: «Εἰ ἐν ξύλῳ μαθητάς χειροτονεῖ, ἐν τάφῳ παιδευτάς καθίσει». Ενθυμήθηκε τότε τη συμβουλή του φίλου του θανάτου και πλέον συμφώνησε και ο ίδιος ότι εκ των πραγμάτων ήταν άτοπη η προσπάθεια, αφού «οὐδέν ἠδικήθη Ἰησοῦς ἐκ τοῦ πάθους». Τώρα πλέον παρακαλά το θάνατο να τον πάρει, αφού νιώθει αδύναμος και καταντροπιασμένος από «τήν αἰσχύνην τήν πολλήν ἥν ἔλαβεν ἐκ τοῦ ξύλου».

Η 23η και τελευταία στροφή του κοντακίου, επαναλαμβάνει και τονίζει αυτό που οι άνομοι άθελά τους ομολόγησαν. Ότι ο Χριστός, ο Σαρκωμένος Λόγος του Πατρός, «βουλῇ ἐσταυρώθη καί γνώμῃ ἐνεκρώθη». Δεν είναι έρμαιο της ανθρώπινης κοσμικής εξουσίας, στην οποία μοιραία υποτάσσεται. Είναι «ὁ πάντα περιέχων δρακί», ο Κύριος της Ιστορίας, μέσα στην οποία αποκαλύπτεται η άφραστη πρόνοιά Του για τα έργα των χειρών Του. «Οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τά σκέλη» διότι «ἑκών ἀφῆκε τό πνεῦμα και ἄκων οὐκ ἐγένετο ἐν νεκροῖς». Μέσα από τη διαλογική αυτή πλοκή του έργου, ο Ρωμανός αφενός προβάλλει την ορθόδοξη χριστολογία ως πίστη και ζωή της Εκκλησίας ενώ αφετέρου καταδεικνύει το ανυπόστατο και αδύναμο του κακού, αποδομώντας οποιαδήποτε μανιχαϊστική αντίληψη.
 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η «ΝΗΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 26η Μαρτίου 2018.

 

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η «ΝΗΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

      

Ο δυτικός Χριστιανισμός αφότου αποκόπηκε από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, τον 11ο αιώνα, απώλεσε την θεία Χάρη και ως εκ τούτου η κατοπινή του πορεία, μέχρι σήμερα, είναι μια εξελισσόμενη έκπτωση από την αυθεντικότητα. Δεν είναι καθόλου υπερβολή, αν πούμε, ότι σχεδόν τίποτε δεν άφησε αναλλοίωτο από την εκκλησιαστική Παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Αρχίζοντας από την παραχάραξη του τριαδολογικού δόγματος, στη συνέχεια του χριστολογικού, του σωτηριολογικού, του εκκλησιολογικού, έφτασε στο τέλος να παραχαράξει και αυτές τις συνήθειες και πρακτικές, που καθόρισε η Εκκλησία, δια των Αγίων Συνόδων, των ιερών Κανόνων και των αγίων Πατέρων, για την πνευματική ζωή και προκοπή των πιστών.

Μια από τις πρακτικές που μετέβαλε ο δυτικός Χριστιανισμός, είναι και ο θεσμός της νηστείας. Παραμερίζοντας δεκάδες Ιερούς Κανόνες και λόγους αγίων Πατέρων, οι οποίοι καθορίζουν επακριβώς το νόημα και την σημασία της, δημιούργησε ένα δικό του, αυθαίρετο σύστημα νηστείας, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με τη νηστεία της Εκκλησίας μας. Στα παρά πάνω συμπεράσματα αβίαστα καταλήγει κανείς, όταν διαβάσει κάποιο σχετικά πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα των εν Αθήναις παπικών «ΚΑΘΟΛΙΚΗ» (αριθμ.φύλ. 28.2.2018), με τίτλο: «Γιατί δεν τρώμε κρέας τις Παρασκευές». Σ’ αυτό ο αρθρογράφος παρουσιάζει την περί νηστείας παπική διδασκαλία, η οποία βεβαίως αφίσταται παρασάγγας από την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Και μόνο ο τίτλος του άρθρου φανερώνει περίτρανα αυτή την χαώδη απόσταση, διότι, όπως θα δούμε, η νηστεία των παπικών αποκλείει μόνο το κρέας και όχι άλλα αρτύσιμα είδη διατροφής όπως τα γαλακτοκομικά, τα ψάρια, το λάδι και το κρασί, και επί πλέον καθιερώνει μόνο μία ημέρα νηστείας, την Παρασκευή και όχι άλλες ημέρες!

Γράφει: «Γιατί η Εκκλησία ζητά από τους Καθολικούς να απέχουν από το κρέας τις Παρασκευές (όπως και την Τετάρτη των Τεφρών και την Μεγάλη Παρασκευή), αλλά δίνει το ΟΚ για τους Καθολικούς να τρώνε ψάρια;». Εδώ ο αρθρογράφος δίνει ξεκάθαρα το πλαίσιο της νηστείας στον Παπισμό, η οποία περιορίζεται στην αποχή μόνον του κρέατος τις Παρασκευές και κάποιες άλλες δικές του εορτές. Δικαιολογεί δε αυτή την αποχή ως εξής: «Ας ξεκινήσουμε από το ερώτημα “γιατί Παρασκευή;”. Οι Καθολικοί από αμνημονεύτων χρόνων ξεχώρισαν την Παρασκευή για να τηρούν μια ειδική μετάνοια, με την οποία πρόθυμα υποφέρουν με το Χριστό, ώστε κάποια στιγμή να δοξαστούν μαζί Του. Αυτή είναι η καρδιά της παράδοσης της αποχής από το κρέας την Παρασκευή, και αυτή η παράδοση τηρείται στην Καθολική Εκκλησία. Δεδομένου ότι πιστεύεται (sic) ότι ο Ιησούς Χριστός υπέφερε στο σταυρό ημέρα Παρασκευή, οι Χριστιανοί από την αρχή ξεχώρισαν αυτήν την ημέρα για να ενώσουν τα βάσανά τους με τον Ιησού». Ήδη από τα αποστολικά χρόνια όρισε η Εκκλησία να νηστεύουμε όχι μόνον την Παρασκευή, αλλά και την Τετάρτη, την οποία αποσιωπά ο αρθρογράφος. Ενδεικτικά εδώ αναφέρουμε τον 69ο (ΞΘ΄), Ιερό Κανόνα των αγίων αποστόλων: «Ει τις επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, ή υποδιάκονος, ή αναγνώστης, ή ψάλτης, την αγίαν Τεσσαρακοστήν ου νηστεύει, ή Τετράδα (=Τετάρτη), ή Παρασκευήν καθαιρείσθω. Εκτός ειμή δι’ ασθένειαν εμποδίζοιτο. Εάν δε λαϊκός ή, αφοριζέσθω».[1] Επίσης από τα αποστολικά χρόνια, η Εκκλησία όρισε και άλλες περιόδους νηστείας, όπως η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπως είδαμε στον παρά πάνω Ιερό Κανόνα, των αγίων Αποστόλων, της Παναγίας, (του δεκαπενταυγούστου) και των Χριστουγέννων, οι οποίες διά μέσου των αιώνων πήραν συγκεκριμένες μορφές, οριστικοποιήθηκαν από τους αγίους Πατέρες και θεσμοθετήθηκαν από τις Άγιες Συνόδους. Βεβαίως αυτές οι νηστείες δεν απαγόρευαν μόνο το κρέας, αλλά και άλλες ζωικές και λιπαρές τροφές, κάτι που αποσιωπά ο αρθρογράφος! Η αντίληψη ότι δήθεν «αυτή είναι η καρδιά της παράδοσης της αποχής από το κρέας την Παρασκευή» είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στο «Πηδάλιό» του αναφέρει ότι «η νηστεία της Τετράδος και Παρασκευής δεν περιορίζεται εις μόνην την αποχήν του κρέατος, αλλά κανονίζεται αύτη εις το να μη γευθεί τινάς τελείως τροφής έως της εσπέρας. Όθεν και ο μακάριος Βενέδικτος εις τον ΜΑ΄ Κανόνα αυτού διορίζει τους υποτασσομένους αυτώ μοναχούς να νηστεύουν την Τετράδα και Παρασκευήν έως ώρας ενάτης».[2] Στο σπουδαίο πρωτοχριστιανικό κείμενο «Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων» (τέλη 1ου αιώνα), αναφέρεται ρητά ότι «Αι δε νηστείαι υμών μη έστωσαν μετά των υποκριτών· νηστεύουσι γαρ δευτέρα σαββάτων και πέμπη· υμείς δε νηστεύσατε τετράδα και παρασκευήν», (8,1). Στο αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο «Αποστολικαί Διαταγαί», (4ος αιώνας), αναφέρεται: «Τετράδα και Παρασκευήν προσέταξεν ημίν νηστεύειν, την μεν διά την προδοσίαν, την δε διά το Πάθος» (Ε, 15). Επίσης η αντίληψη ότι δήθεν «οι Χριστιανοί από την αρχή ξεχώρισαν αυτήν την ημέρα, [Παρασκευή], για να ενώσουν τα βάσανά τους με τον Ιησού», δεν ευσταθεί. Όπως εξηγεί στο «Πηδάλιό» του ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης: «Όθεν δεν πρέπει να λέγομεν ότι πενθούμεν διά τον σταυρόν. Ου γαρ δι’ εκείνον πενθούμεν, μη γένοιτο, αλλά για τα ιδικά μας αμαρτήματα».[3]

Παρά κάτω προσπαθεί να εξηγήσει, γιατί επιτρέπεται να τρώνε ψάρια. Γράφει: «Εδώ όμως μπαίνει το ερώτημα, γιατί τα ψάρια εξαιρούνται; Η εντολή της Εκκλησίας, για το συγκεκριμένο θέμα οριοθετεί την αποχή από τα «χερσαία ζώα». Οι εντολές περί αποχής θεωρούν ότι το κρέας προέρχεται μόνο από τα ζώα όπως τα κοτόπουλα, οι αγελάδες, τα πρόβατα, ή οι χοίροι – τα οποία όλα ζουν στην ξηρά. Τα πτηνά θεωρούνται επίσης κρέας. Τα ψάρια, από την άλλη πλευρά, δεν βρίσκονται στην ίδια ταξινόμηση. Τα ψάρια είναι μια διαφορετική κατηγορία ζώων…»! Αλλά βάσει ποίων Ιερών Κανόνων κάνει τους παρά πάνω ισχυρισμούς;

Οι άγιοι Πατέρες  στους λόγους των περί νηστείας μας δίνουν ανάγλυφη την περί νηστείας διδασκαλία της Εκκλησίας μας και το βαθύτερο νόημά της. Αν ανατρέξουμε στους λόγους των, αμέσως θα διαπιστώσουμε, ότι όλοι τους δίδουν σ’ αυτήν ένα καθολικό χαρακτήρα και την προβάλλουν ως έκφραση της ασκητικής τοποθετήσεως του πιστού έναντι των υλικών στοιχείων του κόσμου, προκειμένου να αποφύγει την υποταγή του σ’ αυτά και προσανατολίσει την θέλησή του προς τον Θεόν και υποταγεί στο θέλημά Του. Έτσι, με τον τρόπο αυτό, διερμηνεύουν το βαθύτερο πνεύμα του ευαγγελίου και τον ασκητικό χαρακτήρα του Ορθοδόξου ήθους. Επίσης όταν με την λέξη νηστεία αναφέρονται ειδικότερα στις τροφές, τότε ως επί το πλείστον, εννοούν την αποχή από ορισμένα είδη τροφών για ένα χρονικό διάστημα, αν και η λέξη νηστεία κατά κυριολεξία σημαίνει πλήρη ασιτία, (νη=όχι+εσθίω). Ιδιαιτέρως τονίζεται η αρχαιότητα του θεσμού, του οποίου η αρχή ανάγεται στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος. Ο Μέγας Βασίλειος για παράδειγμα, στον πρώτο περί νηστείας λόγο του αναφέρει, ότι η νηστεία είναι «συνηλικιώτης της ανθρωπότητος», διότι ενομοθετήθη στον παράδεισο. Και στη συνέχεια προσθέτει: Επειδή δεν νηστεύσαμε, εξεπέσαμε από τον παράδεισο. Ας νηστεύσωμε λοιπόν, διά να επανέλθωμε εις αυτόν. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον περί μετανοίας λόγον του συμπληρώνει: Εάν μέσα στον παράδεισο ήταν αναγκαία η νηστεία, πόσο μάλλον εκτός του παραδείσου; Στη συνέχεια τόσο ο Μέγας Βασίλειος, όσον και ο  άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνουν μια ιστορική αναδρομή στην ιστορία του Ισραήλ, όπου βλέπουν καταξιωμένο τον θεσμό της νηστείας στη ζωή μεγάλων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Μωϋσής μετά από νηστεία 40 ημερών αξιώνεται να δεχθεί τις πλάκες του Νόμου. Αντίθετα η οινοποσία και η μέθη του λαού κάτω στους πρόποδες του όρους Χωρήβ κομμάτιασε τις πλάκες, τις οποίες παρέλαβε η νηστεία. Στη συνέχεια μνημονεύουν τον Ησαύ, τον προφήτη Ηλία, τους τρείς παίδες στη Βαβυλώνα, τον προφήτη Δανιήλ, και τον προφήτη Ησαΐα, ο οποίος επισημαίνει τον κίνδυνο της τυποποιήσεως της νηστείας και προβάλλει στο λαό όλα εκείνα τα στοιχεία, που συνιστούν την αληθινή νηστεία, η οποία  τότε μόνον είναι αποδεκτή από τον Θεόν, όταν συνδυάζεται με την αποχή από την αμαρτία, (Ησαΐας 1,13-17). Τέλος καταλήγουν στο πρόσωπο του ιδίου του Κυρίου μας, ο Οποίος τόσο με το προσωπικό του παράδειγμα, όσο και με την διδασκαλία του προσδιορίζει την θετική του στάση απέναντι στο θεσμό της νηστείας και προδιαγράφει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ορθή και θεάρεστη άσκησή της.

Επίσης είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι όταν οι άγιοι Πατέρες ομιλούν για την νηστεία, δεν το κάνουν από περιφρόνηση προς τις τροφές, ούτε από διάκριση σε καθαρές και μη καθαρές, αφού κατά τον απόστολο  «παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον», (Α΄ Τιμ. 4,4), αλλά διότι η νηστεία είναι το κατάλληλο μέσον στη σταύρωση του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών. Ο αβάς Ποιμήν σ’ ένα απόφθεγμά του στο Γεροντικό λέγει ότι η νηστεία δεν πρέπει να είναι «σωματοκτόνος αλλά παθοκτόνος». Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων πολύ εύστοχα παρατηρεί σε ομιλία του στον παραλυτικό: Ας χρησιμοποιήσωμε με μέτρο την τροφή, χωρίς να παρασυρόμαστε στη γαστριμαργία, ώστε να υπερισχύσωμε και των σαρκικών ηδονών. Ο Μέγας Βασίλειος στο 2ο λόγο του περί νηστείας, παρομοιάζει τη νηστεία με όπλο στην πάλη κατά των δαιμόνων, ο δε άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σ’ ένα λόγο του «στην αποδημία του επισκόπου Φλαβιανού» θεωρεί την νηστεία ως φάρμακο της ψυχής. Τέλος ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, (για να περιοριστούμε μόνο στους παρά πάνω αγίους Πατέρες), ομιλώντας για τη νηστεία λέγει: «Νηστεία είναι η αποκοπή της πυρώσεως και των πονηρών λογισμών, καθαρότητα της ψυχής, φωταγωγός της ψυχής, φυλακή του νοός, διάλυσις της αναισθησίας, πόρτα της κατανύξεως, αφορμή ησυχίας, πρόξενος απαθείας, άφεσις αμαρτιών».     

Επίσης οι άγιοι Πατέρες, ομιλώντας περί νηστείας, ενώ από μια πλευρά  εγκωμιάζουν και τονίζουν την αξία της, από την άλλη θαυμάζομε την σοφία της διακρίσεώς των στον τρόπο της εφαρμογής της στην κάθε μια συγκεκριμένη περίπτωση, καθιερώνοντας έτσι τον θεσμό της Οικονομίας. Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος σ’ ένα λόγο του προς τον επίσκοπο Κάστορα, παρατηρεί: Εκείνοι, [οι Πατέρες], δεν μας παρέδωσαν ένα κανόνα νηστείας, ούτε ένα τρόπο μεταλήψεως τροφών, ούτε και στο ίδιο μέτρο, επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, ούτε όλοι την ίδια ηλικία, αλλά ούτε όλοι είναι εξ’ ίσου υγιείς. Χωρίς δηλαδή να υποτιμούν ούτε στο ελάχιστο την αξία της νηστείας, παράλληλα δεν εγκλωβίζονται σε άκαμπτες αρχές και νόμους και κανόνες, αλλά κινούνται με θαυμαστή πνευματική ελευθερία στο συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνουν υπ’ όψιν τους πλείστους όσους παράγοντες, που είναι δυνατόν να τροποποιήσουν, ή και μεταβάλλουν το μέτρο και τον χρόνο της νηστείας, όπως είναι η ασθένεια, το είδος της εργασίας, οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβιώσεως, οι διάφοροι κλιματολογικοί παράγοντες κ.λ.π.       

Θα κλείσουμε την μικρή αυτή αναφορά μας στη «νηστεία» των παπικών σε αντιδιαστολή προς τη νηστεία της Εκκλησίας μας, υπογραμμίζοντας μια μεγάλη αλήθεια: Το ότι δηλαδή η αλλοίωση του δόγματος έχει τη δύναμη να επηρεάσει καθοριστικά όλες τις πτυχές της ζωής της Εκκλησίας. Όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες μας, δόγμα και ήθος, θεωρία και πράξη, πίστη και ζωή, είναι τόσο πολύ αλληλένδετα και άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, ώστε αλλοίωση και παραχάραξη του δόγματος να φέρνει αναπόφευκτα αλλοίωση του ήθους και της ζωής της Εκκλησίας. Προφανώς ο αρθρογράφος σε όσα περί νηστείας αναφέρει έχει υπ’ όψιν του νόμους και κανόνες που καθιέρωσε ο Παπισμός μετά την αποκοπή του από την Εκκλησία, ακυρώνοντας όμως προγενεστέρους, τους οποίους εθέσπισαν οι άγιοι απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες μας, εγκαινιάζοντας έτσι  έναν εύκολο και ανώδυνο Χριστιανισμό, χωρίς κόπο και άσκηση, που είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάσει κανείς στον αγιασμό και την θέωση. Το αποτέλεσμα ήταν ο Παπισμός να φθάσει νομοτελειακά στην πλήρη εκκοσμίκευσή του. Προς τον ίδιο κατήφορο της εκκοσμικεύσεως δυστυχώς οδεύει νομοτελειακά και ο Οικουμενισμός, η άλλη αυτή μεγάλη παναίρεση της εποχής μας, όπως έχουμε επισημάνει σε προηγούμενα άρθρα και μελέτες μας.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

 

 



[1] Βλ. Νικοδήμου αγιορείτου, Πηδάλιον, Εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 91-92.
[2] Ό.π. σελ. 94
[3] Ό.π. σελ. 92
 

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Υπάρχουν περιθώρια παρερμηνείας του Κορανίου σχετικά με το Τζιχάντ;


(Απάντηση σε ηλεκτρονικό μήνυμα)

  

Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ

 

Έχω ήδη επισημάνει σε παλαιότερες δημοσιεύσεις μου, ότι ο ραγδαίως εξελισσόμενος θρησκευτικός συγκρητισμός, τον οποίο προωθεί ο Οικουμενισμός και οι σκοτεινές δυνάμεις της Νέας Εποχής δημιουργούν νέα θρησκευτικά μορφώματα, με στοιχεία των ήδη υπαρχόντων θρησκειών και πίστεων, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία της εφιαλτικής πανθρησκείας, της θρησκείας του Αντιχρίστου, η οποία θα είναι ένα δαιμονικό συμπίλημα των «θετικών» στοιχείων όλων των θρησκειών!

 

 Παράλληλα με το ρεύμα του θρησκευτικού συγκρητισμού παρατηρείται στην εποχή μας μια πρωτοφανής αναζωπύρωση του Ισλαμισμού, αλλά και μια επικίνδυνη επεκτατική πορεία και διείσδυση του Ισλάμ στη Δύση, το οποίο φιλοδοξεί να κυριαρχήσει σ’ όλη την Ευρώπη και την Αμερική. 

 

Ένα πλήθος μουσουλμανικών οργανώσεων εργάζονται εντατικά αυτή τη στιγμή σ’ όλη την γηραιά ήπειρο, και προπαγανδίζει συστηματικά το Ισλάμ, το οποίο προσπαθεί να ωραιοποιήσει και να το παρουσιάσει ως δήθεν φιλειρηνικό. Προσπαθεί να πείσει τους δυτικούς ότι το Ισλάμ εργάζεται για την παγκόσμια ειρήνη, η οποία είναι και το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας. Να «φορτώσει» τα φρικώδη εγκλήματα των συγχρόνων σφαγέων της ανθρωπότητος ισλαμιστών σε δήθεν παρερμηνείες του Ισλάμ. Ωστόσο τα διδάγματα του Κορανίου είναι τόσο σαφή, που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο παρερμηνείας. 

 

Ο Ορθόδοξος ελληνικός λαός, όπως και οι άλλοι βαλκανικοί Ορθόδοξοι λαοί, έχουν βιώσει πολύ καλά το δήθεν «φιλειρηνικό» και «ανθρωπιστικό» Ισλάμ, τα διδάγματα του Κορανίου και το νόμο της Σαρίας, για μισή σχεδόν χιλιετία με τις εκατόμβες αθώων θυμάτων και τις χιλιάδες θυσίες των Νεομαρτύρων. 

 

Την «ειρήνη», την «ανθρωπιά» και το «σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», τα οποία δήθεν απορρέουν από το Κοράνιο, βιώνουν στις μέρες μας εκατομμύρια χριστιανοί σε όλο τον κόσμο, ως φρίκη, όλεθρο και καταστροφή, πέραν πάσης λογικής, από τους «στρατιώτες του Αλλάχ»! 

 

Πριν από μερικές ημέρες έλαβε η Ιερά Μητρόπολή μας μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κείμενο, σχετικά εκτεταμένο, (13 σελίδων),  από κάποιον Alial – Yunani, προφανώς μουσουλμάνο, ο οποίος παραθέτει μια σειρά από χωρία του Κορανίου, τα οποία αναφέρονται στον γνωστό σε όλους μας ιερό πόλεμο κατά των απίστων, το λεγόμενο  Τζιχάντ. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι τα εν λόγω χωρία είναι παρεξηγημένα, γι’ αυτό και προσπαθεί να τα ερμηνεύσει με ένα δικό του τρόπο, συσχετίζοντάς τα με συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες και γεγονότα. 

 

 

Διάβασα με προσοχή το εν λόγω κείμενο, με το οποίο ο συγγραφέας προφανώς επιδιώκει να με διαφωτίσει, ποιο είναι κατά την άποψή του το αληθινό Τζιχάντ, το οποίο πιστεύει ότι έχω δεινώς παρερμηνεύσει. Θεώρησα χρέος μου να μην αφήσω αναπάντητο το κείμενο, γι’ αυτό και μπήκα στον κόπο για μια ακόμη φορά να ασχοληθώ με το Ισλάμ και ειδικότερα με το Τζιχάντ. Προχωρώ λοιπόν στη δημοσίευση της παρούσης ανακοινώσεως, παρ’ όλο τον μεγάλο φόρτο εργασίας και την έλλειψη χρόνου,  υπακούοντας στην προτροπή του αποστόλου «έτοιμοι προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος», (Α΄ Πετρ.3,15), με την ελπίδα ότι τα όσα ακολουθούν, θα βρουν θετική απήχηση στον συγγραφέα και θα γίνουν αφορμή, να ανοίξουν οι πνευματικοί οφθαλμοί του, ώστε να δεχθούν το φως της αλήθειας του ευαγγελίου, ή τουλάχιστον θα γίνουν αιτία να ωφεληθούν κάποιοι άλλοι, που θα την διαβάσουν. 

 

Ο συγγραφέας ξεκινάει με την παράθεση κάποιων χωρίων από διδασκάλους του Ισλάμ και ερμηνευτές του Κορανίου, που έχουν σχέση με το θέμα του και στη συνέχεια μας δίδει την ερμηνεία της λέξεως Τζιχάντ. Ο όρος Τζιχάντ κατά τον συγγραφέα έχει γενικότερη σημασία. Μεταφραζόμενος στα ελληνικά σημαίνει αγώνας, πάλη. Έτσι υπάρχουν διάφορες μορφές αγώνων και πάλης: Πάλη με τον εγωϊσμό, αγώνας με την γλώσσα, (με την έννοια να μιλάμε ενάντια στο κακό και την αδικία), αγώνας με τη γνώση, (με την έννοια να διαδίδουμε το καλό, το ηθικό), αγώνας με το χέρι, (με την έννοια να κάνουμε καλές πράξεις, να βοηθούμε τους αδύνατους και τους φτωχούς), αγώνας του σπαθιού, (με την έννοια του πολέμου για χάρη του Θεού), αγώνας για την ειρήνη. Από όλες αυτές τις μορφές των αγώνων αναφέρεται στη συνέχεια στον αγώνα του σπαθιού, στο Τζιχάντ του ξίφους, επειδή πιστεύει ότι γύρω από το είδος αυτό του Τζιχάντ υπάρχει μεγάλη παραπληροφόρηση, αφού, όπως ισχυρίζεται, «κανένας για παράδειγμα δεν γνωρίζει ότι στο Ισλάμ απαγορεύεται ο φόνος ενός αθώου ανθρώπου (Κοράνι 6:151, 5:32, 17:33), είτε αυτός είναι πιστός είτε άπιστος, είτε είναι κάποιος ξένος, είτε ο ίδιος μας ο εαυτός».

 

Αποσιωπά όμως ο συγγραφέας και αποκρύπτει το γεγονός, ότι στο Κοράνιο υπάρχουν πάμπολλα άλλα χωρία, που δεν συνηγορούν με τις παρά πάνω θέσεις του Κορανίου, (6:151, 5:32, 17:33), αλλά απεναντίας μάλιστα προτρέπουν στον φόνο και την εξολόθρευση των απίστων. Παραθέτουμε μερικά: «Ω προφήτη! Παρότρυνε τους πιστούς στον πόλεμο. Αν υπάρχουν είκοσι από σας που υπομονετικά επιμένουν, θα νικήσουν διακόσιους και αν από σας είναι εκατό, θα νικήσουν χίλιους από τους απίστους…» (Σούρα 8, εδαφ.65).  «Ο Αλλάχ δεν συγχωρεί, όποιον λατρεύει συνέταιρο μ’ Αυτόν» (Σούρα 4, εδαφ.48). Αφού ο Αλλάχ δεν συγχωρεί εκείνους που πιστεύουν σε άλλο Θεό, τι πρέπει να κάμουν οι πιστοί του; Ασφαλώς να εξοντώσουν όσους λατρεύουν «συνεταίρους» του Αλλάχ! «Και να πολεμάτε για χάρη του Αλλάχ όσους σας πολεμούν, αλλά μην ξεπερνάτε τα όρια, γιατί ο Αλλάχ δεν αγαπά τους παραβάτες» (Σούρα 2, εδαφ.190). «Φονεύετέ τους, όπου τους βρίσκετε και διώχτε τους, από κει που σας έδιωξαν [….] Αν όμως σας πολεμήσουν, σκοτώστε τους. Τέτοια είναι η τιμωρία των απίστων» (Σούρα 2, εδαφ.191). «Αν όμως σταματήσουν, τότε βέβαια, ο Αλλάχ είναι πολυεπιεικής, πολυεύσπλαχνος» (Σούρα 2, εδαφ.192). «Πολεμάτε τους ώσπου να μην σας καταδιώξουν στην ειδωλολατρία και να υπερισχύσει η Πίστη στον Αλλάχ. Αν όμως σταματήσουν τη δράση τους, τότε να μην κάνετε πόλεμο παρά ενάντια στους άδικους» (Σούρα 2, εδαφ.193).  «Και όταν οι απαγορευμένοι μήνες έχουν περάσει, τότε (πολεμάτε και) σκοτώνετε τους ειδωλολάτρες, οπουδήποτε κι αν τους βρείτε, και συλλάβετέ τους και πολιορκείστε τους και στήστε τους παγίδες με κάθε (πολεμικό) στρατήγημα. Αν όμως μετανιώσουν και διατηρήσουν την τακτική προσευχή κι εφαρμόσουν (τακτική) ελεημοσύνη, τότε αφήστε τους ελεύθερους. Γιατί ο Αλλάχ είναι πολυεύσπλαχνος, πολυεπιεικής» (Σούρα 9, εδαφ.5). Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ασφαλώς εξόντωση των «απίστων» και τίποτε λιγότερο! Ότι οι «άπιστοι», ως άξιοι θανάτου(!) δεν έχουν δικαίωμα ζωής και άρα ούτε ως ανθρώπινα όντα πρέπει να λογίζονται. «Πολυεπιεικής» είναι ο Αλλάχ, μόνον όταν υποταχθούν οι «άπιστοι» στο Ισλάμ! Αν όλα αυτά δεν είναι σκέτος φασισμός, τότε τι είναι; Αλλά μήπως δεν είδαμε να εφαρμόζεται στην πράξη μέχρι και σήμερα η φρικτή και απάνθρωπη αυτή διδασκαλία του Ισλάμ; Η ανθρωπότητα βιώνει σήμερα τη φρίκη της γενοκτονίας χριστιανικών πληθυσμών στις χώρες της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής.

 

Παρά κάτω γράφει: «Λέει ο Αλλάχ στο Ιερό Κοράνι: ‘(θυμηθείτε) όταν ο Κύριος σου είχε εμπνεύσει τους αγγέλους: {Εγώ είμαι μαζί σας. Δώστε σταθερότητα σ’ όσους πιστεύουν, θα εγκαταστήσω τον τρόμο στις καρδιές των απίστων και πλήξτε πάνω από τον αυχένα τους και χτυπήστε τις άκρες απ’ τα δάχτυλα τους}.» (Κοράνι, 8:12). Ισχυρίζεται ότι το χωρίο αυτό, (όπως και άλλα παρόμοια), θα πρέπει να το δούμε και να το ερμηνεύσουμε στην ιστορική του συνάφεια, σε πολεμικές αναμετρήσεις, (συγκεκριμένα στη μάχη του Μπάντρ), του Μωάμεθ με τους ειδωλολάτρες. Αλλά γιατί πρέπει να δώσουμε μια τέτοια ερμηνεία, αφού το Κοράνιο, κατά την πίστη του Ισλάμ, είναι βιβλίο ουρανοκατέβατο, άναρχο και αιώνιο, με διαχρονική αξία, και επομένως όσα γράφονται σ’ αυτό ισχύουν παντού και πάντοτε; Μπορεί το Κοράνιο να λέει άλλα για την εποχή που έζησε ο Μωάμεθ και άλλα να ισχύουν στην εποχή μας; Μ’ αυτό τον ισχυρισμό του δεν καθιστά άραγε το Κοράνιο ανακόλουθο και μη εφαρμόσιμο σε κάθε εποχή; Και εν πάσει περιπτώσει, ποιος θα αποφασίσει, πότε και πως θα εφαρμοστεί το παρά πάνω χωρίο και άλλα συναφή; Και πως μπορούμε να δεχθούμε ότι το Κοράνιο είναι θεόπνευστο και προφητικό βιβλίο, όταν περιέχει χωρία, τα οποία γίνονται αιτία για τη σφαγή μυριάδων αθώων ανθρώπων; 

 

«Ο τρόμοςστις καρδιές των απίστων», στο παρά πάνω κορανικό απόσπασμα είναι μια πραγματικότητα που την ζουν όσοι μη μουσουλμάνοι θελήσουν να ζήσουν σε χώρες, όπου κυριαρχεί ο νόμος της ισλαμικής σαρίας, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Αραβικά Εμιράτα και οι χώρες της βορείου Αφρικής. Και τούτο διότι απαγορεύεται οποιαδήποτε θρησκευτική εκδήλωση εκτός του Ισλαμισμού. Απαγορεύεται η λειτουργία χριστιανικών ναών, η ελεύθερη τέλεση θρησκευτικών καθηκόντων, τα μη μουσουλμανικά θρησκευτικά σύμβολα, όπως ο Σταυρός, το να κάνει κανείς το σημείο του Σταυρού και πολλά άλλα  με αυστηρές ποινές στους παραβάτες. Πως όμως μπορεί ο Αλλάχ, που υποτίθεται ότι είναι Θεός αγάπης, δικαιοσύνης και ελευθερίας, να παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στις παρά πάνω χώρες, όπου βιώνεται το αυθεντικό Ισλάμ; Πως εξηγείται ο πανανθρώπινος κώδικας ηθικής και οι περί δικαίου ανθρώπινες νομικές διατάξεις που υπερασπίζονται στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, να είναι πιο ανθρώπινες από τον «θεϊκό» νόμο του Κορανίου; Αυτά δεν μας τα αναλύει ο μουσουλμάνος «απολογητής» του Ισλάμ!

 

Επίσης, τι σημαίνει  η παρά πάνω προτροπή του Αλλάχ, «να πλήξουν τους απίστους πάνω από τον αυχένα τους και να χτυπήσουν τις άκρες απ’ τα δάχτυλά τους»; Εδώ δεν επιτάσσεται ξεκάθαρα ο αποκεφαλισμός των απίστων, δηλαδή αθώων ανθρώπων, που το μόνο τους «αμάρτημα» είναι ότι δεν δέχονται να σπασθούν την πίστη στο Ισλάμ; Πως εξηγείται ακόμη, να επιβάλλεται στις χώρες, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, η ποινή του θανάτου στους μουσουλμάνους εκείνους, που θα απαρνηθούν την πίστη στο Ισλάμ;  Δεν είναι αυτός φόνος αθώων ανθρώπων, των οποίων το «έγκλημα» είναι ότι αρνούνται να είναι μουσουλμάνοι; 

 

Παρά κάτω γράφει: «Και πολεμάτε για χάρη του Αλλάχ όσους σας πολεμούν αλλά μη ξεπερνάτε τα όρια επειδή ο Αλλάχ δεν αγαπά τους παραβάτες» (Κοράνι, 2:190). Ποιος καθορίζει τα όρια του πολέμου και της βίας; Υπάρχει στις μέρες μας νομική διάταξη, ή εθιμικό δίκαιο που να διατάζει τον πόλεμο κατά «απίστων», ή ιδεολογικά αντιθέτων; Ασφαλώς όχι! Αν σ’ όλα τα σύγχρονα κράτη, (εκτός αυτών όπου κυριαρχεί η θεοκρατία του Ισλάμ),  ισχύει η αρχή της ανεξιθρησκείας και το σύγχρονο πολιτισμένο ανθρώπινο δίκαιο απαγορεύει την διά της βίας επιβολή κάποιας πίστεως, πως είναι δυνατόν να την επιτρέπει το «θεϊκό δίκαιο» του Κοράνιου;  

 

Παρά κάτω γράφει: «Και αν κανείς απ’ τους ειδωλολάτρες σου ζητήσει άσυλο, παραχώρησε του το, ώστε να μπορεί να ακούει τα Λόγια του Αλλάχ και έπειτα συνόδεψε τον (σε μέρος) όπου μπορεί να έχει ασφάλεια. Και αυτό επειδή είναι ένας λαός που αγνοεί» (Κοράνι, 9:6)». Μπορεί να μας αποδείξει έστω και μια περίπτωση εφαρμογής αυτού του «μεγαλόψυχου» κορανικού χωρίου; Δεν εφαρμόστηκε ποτέ, διότι το συγκεκριμένο χωρίο αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση «μεγαλοψυχίας», σε αντίθεση με πληθώρα άλλων χωρίων, τα οποία διατάσσουν την δια της βίας μεταστροφή των «απίστων» στο Ισλάμ, όπως μνημονεύσαμε παρά πάνω. Η τραγική πραγματικότητα στην επί δεκατρείς αιώνες ιστορία του Ισλάμ είναι ότι ο μόνος τρόπος να γλυτώσουν οι άπιστοι το θάνατο είναι, να ασπασθούν το Ισλάμ! Επί πλέον όποιος δεχθεί να αλλαξοπιστήσει, αναβαθμίζεται κοινωνικά. Ακόμα και εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου χριστιανοί, όταν γίνουν μουσουλμάνοι, τους χαρίζεται οποιαδήποτε ποινή, όπως στην περίπτωση του πατέρα της Αγίας Νεομάρτυρος Ακυλίνας, ο οποίος σκότωσε κάποιον τούρκο και για να γλυτώσει την ποινή του, εξισλαμίστηκε! Ακόμα και σήμερα αυτό γίνεται στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Αντίθετα όποιοι αρνούνται να ασπασθούν το Ισλάμ θεωρούνται «εχθροί του Αλλάχ» και οι μεν άνδρες θανατώνονται με τον πλέον οικτρό τρόπο, οι δε γυναίκες γίνονται «σκλάβες του σεξ», όπως οι γυναίκες των Γιεζίντι, τις οποίες πωλούν για δέκα δολάρια τη μία! Ας μη λησμονούμε επίσης και μια άλλη «μεγαλοψυχία» του Ισλάμ, αυτή της ανοχής των μονοθεϊστών, (Χριστιανών και Εβραίων), με αντάλλαγμα δυσβάστακτη φορολογία, με αποκορύφωμα τον «κεφαλικό φόρο», ή τον «φόρο αίματος», όπου για να έχουν το δικαίωμα της ζωής, τους άρπαζαν οι μουσουλμάνοι, εκτός από τα υλικά αγαθά τους και τα αρσενικά παιδιά τους, τα οποία μετέβαλλαν σε γενίτσαρους και τα κορίτσια τους, για να γεμίζουν τα χαρέμια τους! Αυτή είναι η «μεγαλοψυχία» του Κορανίου!    

 

    Παρά κάτω ο συντάκτης, θέλοντας να παρουσιάσει το Ισλάμ ως «φιλειρηνικό», προσπαθεί να αποδείξει ότι οι σύγχρονοι μουσουλμάνοι τρομοκράτες του ISIS και άλλοι, είναι «αιρετικοί», «Χαριτζίτες», διότι παρερμηνεύουν και παραχαράσσουν το αληθινό νόημα των κορανικών χωρίων: «Οι σημερινοί τρομοκράτες, όλοι αυτοί που ερμηνεύουν το Ιερό Κοράνι με βάση τις δικές τους ακραίες απόψεις και σκοτώνουν αθώους ανθρώπους στο όνομα του Ισλάμ και του τζιχάντ, όλοι αυτοί αποκαλούνται και αυτοί Χαριτζίτες, διότι ομοιάζουν στον φανατισμό και στις ακρότητες με τους χαριτζίτες της παλιάς εποχής. Ο ίδιος μάλιστα ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) είχε πει όπου τους βρούμε, να τους σκοτώνουμε». 

 

Ωστόσο αν οι τζιχαντιστές τρομοκράτες του ISIS, οι μαχητές του «Ισλαμικού κράτους», οι οποίοι αιματοκυλούν τις χώρες της Μέσης Ανατολής, είναι «αιρετικοί» και αντίθετοι με το Κοράνιο, γιατί οι «ορθόδοξοι» μουσουλμάνοι δεν αναλαμβάνουν αγώνα εναντίον τους; 

 

Γιατί δεν συντάσσονται με τους Ρώσους μαχητές, που πολεμούν στη Συρία και στο Ιράκ, για να τους εξουδετερώσουν; 

 

Γιατί οι μουλάδες στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν τους αποκηρύσσουν; 

 

Και το χειρότερο: Γιατί ανακηρύσσουν ως «μάρτυρες» τους «καμικάζι» μουσουλμάνους, που γίνονται δολοφόνοι αθώων ανθρώπων; 

 

Γιατί οι μουλάδες στη χώρα μας, (όπως αποδείχτηκε δημοσιογραφικά), κηρύσσουν το ένοπλο Τζιχάντ;

 

 Πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί και εφαρμοστεί το παράγγελμα του μουσουλμάνου δασκάλου Τάκιου’ντ-ντίν Άχμεντ ιμπν Ταϊμίιγια: «“Ζητήστε απ’ τον Αλλάχ ασφάλεια και ειρήνη αλλά εάν συμβεί και συναντηθείτε με τον εχθρό, τότε δείξτε δύναμη και θυμηθείτε ότι ο Παράδεισος βρίσκεται υπό τη σκιά του ξίφους.” (Sahih Muslim;)»; Τι σημαίνει ότι «ο Παράδεισος βρίσκεται υπό τη σκιά του ξίφους»; Ποια «φιλειρηνική» ερμηνεία μπορούμε να δώσουμε σε αυτό το δαιμονικό παράγγελμα, το οποίο δεν εξοντώνει μόνο αθώους ανθρώπους, αλλά και μουσουλμάνους, οι οποίοι σκοτώνονται για να σκοτώσουν, προκειμένου «να πάνε στον παράδεισο»;

 

    Το συμπέρασμα από όλα όσα παρά πάνω παραθέσαμε είναι, ότι η περί Τζιχάντ διδασκαλία του Κορανίου δεν είναι αυτή, την οποία επεχείρησε να μας δώσει ο συντάκτης, αλλά εντελώς διαφορετική. Είναι μια διδασκαλία ωμής βίας και ολοκληρωτικής εξαφανίσεως των απίστων, (μη μουσουλμάνων). Η διδασκαλία αυτή αποτελεί δόγμα πίστεως, που πρέπει να δονεί και να συνέχει την ψυχή του κάθε αληθινού μουσουλμάνου. Τα κορανικά αποσπάσματα που παραθέσαμε, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο παρερμηνείας, αλλά πείθουν τον μη μουσουλμάνο αναγνώστη, ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότης ειρηνικής συμβιώσεως, (όπως αφελώς νομίζουν οι θιασώτες του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού), με τους πιστούς του Αλλάχ, οι οποίοι οφείλουν κατ’ επιταγήν του να διεξάγουν συνεχή και ολομέτωπο αγώνα για την παγκόσμια επικράτηση του Ισλάμ. Είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι κατά το Κοράνιο ο φόνος των απίστων δεν είναι έργο των μουσουλμάνων, αλλά προέρχεται ουσιαστικά από τον ίδιο τον Αλλάχ, ο οποίος ευλογεί τον αγώνα των πιστών του. Πράγμα που δείχνει, ότι ο Μωάμεθ φρόντισε να δώσει στο φρικτό αμάρτημα του φόνου θεολογική κατοχύρωση, ώστε οι πιστοί του Αλλάχ να επιδίδονται στα εγκλήματά τους με ήσυχη τη συνείδησή τους, χωρίς αναστολές.

 

    Κλείνοντας την σύντομη απάντησή μου στο κείμενο του μουσουλμάνου «ιεραποστόλου» Alial – Yunani, θα ήθελα να εκφράσω την απορία μου για το θράσος του κυρίου αυτού, αλλά και όσων θέλουν να μας παρουσιάσουν το Ισλάμ ως «θρησκεία αγάπης και ειρήνης». 

 

Εμείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες δε χρειαζόμαστε κανέναν σύγχρονο μουσουλμάνο να μας διδάξει, τι εστί Ισλάμ.

 

 Μας το διδάσκει ξεκάθαρα η μακραίωνη ιστορία μας, παρουσιάζοντάς μας, όχι θεωρίες και διφορούμενες ερμηνείες, αλλά πραγματικά τραγικά γεγονότα, τα οποία έχουμε υποστεί από αυτή τη «θρησκεία της αγάπης και της ειρήνης». Αυτή μας παρουσιάζει, με κάθε ρεαλισμό τις φρικαλεότητες των μουσουλμάνων εναντίον του υπόδουλου λαού μας και των άλλων βαλκανικών χριστιανικών λαών, καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκικής δουλείας, κατά την οποία εφαρμόζονταν το «θεϊκό» Κοράνιο και το «θείο» δίκαιο της σαρίας! Μας το βεβαιώνουν τα ποτάμια των αιμάτων των Νεομαρτύρων και Εθνομαρτύρων μας, οι οποίοι βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν από το «φιλειρηνικό» Ισλάμ! 

 

Γι’ αυτό θα παρακαλούσαμε τον κ. Alial – Yunani να στρέψει αλλού την «ιεραποστολική» του προσπάθεια. 

 

Στην Ευρώπη, η οποία δεν έζησε την φρίκη του «φιλειρηνικού» Ισλάμ και γι’ αυτό όχι απλά την ανέχεται, αλλά και γίνεται αρωγός της για την ισλαμοποίησή της! 

 

Εδώ δεν υπάρχει χώρος για ισλαμική «ιεραποστολή»! 

 

Ο Πειραιώς
Σεραφείμ

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ: ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΟΣΟΙ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ !


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 23η Νοεμβρίου 2017

 

ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ: ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΟΣΟΙ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ !

 

     Είναι πλέον γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή, την οποία χαρακτηρίζει κατ’ εξοχήν η πνευματική σύγχυση και η διαστροφή των εννοιών. Η λεγόμενη «Νέα Υδροχοϊκή Εποχή» και το γνήσιο πνευματικό τέκνο του η παναίρεση του Οικουμενισμού,» εισάγει και επαγγέλλεται στην ανθρωπότητα, ένα νέο τρόπο σκέψεως του ανθρώπου, ο οποίος καλείται να βγει από τα στεγανά της «παλιάς εποχής». Καλείται να αποβάλλει τα δόγματα και τις δοξασίες της, τα οποία «κρατούσαν την ανθρωπότητα δέσμια» σε «κλειστά συστήματα» και «δημιουργούσαν στεγανά ανάμεσα σε πρόσωπα και ομάδες». Να αποδεχτεί τον «άλλον», μαζί με τις δοξασίες του, τις οποίες η παλιά εποχή χαρακτήριζε ως πλάνες και αιρέσεις. Τώρα πια δεν υπάρχουν αιρέσεις, αλλά διαφορετικές «οπτικές της αλήθειας»! Οι διάφορες χριστιανικές ομολογίες, ακόμη και οι άλλες θρησκείες εκφράζουν, σύμφωνα με την νέα κυρίαρχη ιδεολογία της «Νέας Εποχής», διαφορετικές πλευρές και οπτικές της απόλυτης αλήθειας. Η απόλυτη αλήθεια δεν υπάρχει σε καμιά θρησκεία, αλλά προκύπτει μόνο με τον συγκερασμό όλων των θρησκειών σε ένα νέο θρησκευτικό μόρφωμα, την πανθρησκεία.

  Όμως η εμφάνιση και ανάπτυξη του οικουμενιστικού τέρατος καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνος και μέχρι σήμερα, προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί δυναμικές αντιδράσεις στο υγιές εκκλησιαστικό σώμα, αφού η νέα αυτή αίρεση ακυρώνει την εν Χριστώ σωτηρία, η οποία επιτυγχάνεται μόνον δια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτές οι αντιδράσεις, που βαθμηδόν έχουν πάρει την μορφή αντιαιρετικού αγώνος, ενοχλούν τους θιασώτες του Οικουμενισμού, οι οποίοι μετά την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, επιτίθενται με σφοδρότητα εναντίων όσων αγωνίζονται με την Χάρη του Θεού στον άνισο, (κατ’ άνθρωπον), αυτόν αγώνα με το θηρίο της αιρέσεως. Επειδή δεν μπορούν να τους αντιμετωπίσουν με θεολογικά επιχειρήματα, επιτίθενται συχνά με βαρείς και υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Τους κατηγορούν ότι κυριαρχούνται από πνεύμα αναχρονισμού, ελλείψεως αγάπης, μίσους και φονταμενταλισμού.

   Με έκπληξη αλλά και οδύνη ψυχής διαπιστώσαμε στο γνωστό περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» (τ. 143), που δημιούργησε ο μακαριστός Παναγιώτης Νέλλας, ένα νέο είδος ύβρεως εναντίον εκείνων, που αγωνίζονται στον καλόν αγώνα της ομολογίας της πίστεως, ένα νέο βαρύ χαρακτηρισμό, αυτόν του ψυχασθενούς, που έρχεται να προστεθεί στους προηγουμένους. Πρωταγωνιστής στο νέο αυτόν υβριστικό χαρακτηρισμό ο γνωστός κληρικός και ψυχίατρος της Ι. Μητροπόλεως Θηβών π. Βασίλειος Θερμός. Ο εν λόγω κληρικός σε άρθρο του στο εν λόγω περιοδικό, με τίτλο: «Ψυχαναγκαστική αιρεσιομαχία: Αγχολυτικό ευρέως φάσματος και παντός καιρού», κάνει λόγο γι’ αυτούς που μάχονται εναντίον των αιρέσεων, τους οποίους θεωρεί ως ψυχοπαθείς, ως πάσχοντες από ένα είδος ψυχαναγκαστικής νεύρωσης, την οποία μάλιστα ονομάζει «ψυχαναγκαστική αιρεσιομαχία», όπως φαίνεται και από τον τίτλο του άρθρου.  Προσπαθεί δε να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτόν, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως ψυχιάτρου και χρησιμοποιώντας ψυχιατρική ορολογία. Προκειμένου να προσδώσει επιστημονικό κύρος στα γραφόμενά του, γράφει: «Σε προ εικοσαετίας κείμενό μου ασχολήθηκα με τα ψυχολογικά αίτια της παθολογικής συμπεριφοράς εκείνων των πιστών, οι οποίοι αναζητούν παντού κακοδοξίες και αιρέσεις και, όταν  νομίζουν ότι τις ανακαλύπτουν, γίνονται επιθετικοί με τους φορείς τους». Οι αιρέσεις για τον συγγραφέα είναι κάτι το δυσεύρετο, αφού για να τις ανακαλύψει κανείς, χρειάζεται να ψάξει. Είναι τραγικό για έναν ερευνητή επιστήμονα, να αγνοεί αυτή την φρικτή όντως πραγματικότητα, που βιώνει ο πιστός λαός του Θεού, το γεγονός δηλαδή, ότι σήμερα η Εκκλησία μας πολεμείται από ένα πλήθος αιρέσεων, σεκτών και παραθρησκευτικών ομάδων, των οποίων ο αριθμός είναι μεγαλύτερος από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν. Μάλιστα η Συνοδική Επιτροπή επί των Αιρέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος πριν από αρκετά χρόνια είχε ασχοληθεί με την ταξινόμηση και δημιουργία καταλόγου όλων των γνωστών αιρέσεων και παραθρησκευτικών ομάδων, οι οποίες δρουν στον ελληνικό χώρο και διαπιστώθηκε ότι είναι πολλές εκατοντάδες. Ενώ λοιπόν η κοινωνία μας έχει πλημυρίσει κυριολεκτικά από αιρέσεις και ο κίνδυνος να παρασυρθεί κανείς και να πέσει στα δίχτυα αυτών είναι ορατός και διά γυμνού οφθαλμού και ενώ η Εκκλησία κάθε χρόνο διοργανώνει Πανορθόδοξες Συνδιασκέψεις για την αντιμετώπιση των αιρέσεων, ο αγαπητός π. Βασίλειος δεν βλέπει πουθενά αιρέσεις. Βέβαια δεν μας εκπλήσσει η αδυναμία του να διακρίνει τις αιρέσεις, αφού και η ψευδοσύνοδος της Κρήτης δεν «είδε» πουθενά αιρέσεις, γι’ αυτό και δεν θεώρησε χρέος της να καταδικάσει καμία αίρεση.

   Θεωρεί επίσης, ότι παρουσιάζουν ψυχοπαθολογική συμπεριφορά, όσοι αναζητούν παντού αιρέσεις και αιρετικούς και στη συνέχεια γίνονται «επιθετικοί» απέναντί τους. Κανείς δεν αμφιβάλλει, ότι υπάρχουν σπάνιες εξαιρέσεις ανθρώπων, που είναι ψυχικά άρρωστοι. Πάσχουν δηλαδή από ένα είδος νευρώσεως, που χαρακτηρίζεται από μια παθολογική φοβία και προκατάληψη απέναντι στους αιρετικούς, τους οποίους θεωρούν ως τους πιο επικίνδυνους εχθρούς των. Η θέα του αιρετικού προκαλεί μέσα τους άγχος, το οποίο δεν φεύγει, δεν εκτονώνεται με άλλο τρόπο, παρά μόνο με κατά μέτωπο επίθεση, με επιθετική συμπεριφορά εναντίον του αιρετικού. Ωστόσο μεταξύ των σπανίων αυτών εξαιρέσεων και εκείνων, οι οποίοι, με υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα, αγωνίζονται εναντίον των αιρέσεων και όχι των αιρετικών, υπάρχει χαώδης απόσταση. Είναι τραγικό λάθος, με έναν τρόπο ισοπεδωτικό, να θεωρούνται όλοι συλήβδην οι αγωνιζόμενοι κατά των αιρέσεων, ως ψυχασθενείς. Τουλάχιστον ο τρόπος με τον οποίον εκφράζεται ο αγαπητός π. Βασίλειος, αυτό ακριβώς αφήνει να εννοηθεί. Θα έπρεπε λοιπόν να κάνει μια στοιχειώδη διάκριση των μεν από τους δε. Αν όλοι, όσοι αγωνίζονται με αγνό ζήλο, με ταπείνωση, αγάπη, αλλά και πόνο ψυχής για τους αιρετικούς, θεωρούνται ως ψυχασθενείς, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε και όλους τους αγίους, που αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων ως ψυχασθενείς! Και μάλιστα πολύ περισσότερο από μας θα πρέπει να θεωρηθούν ως ψυχασθενείς, αφού αυτοί είχαν πολύ περισσότερο ζήλο από μας στην καταπολέμηση των αιρέσεων.

   Ο αντιαιρετικός αγώνας της Εκκλησίας μας είναι σύμφυτος με τη ζωή της ήδη από τα πρώτα βήματα της ιστορικής πορείας της. Όλοι οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, από τον απόστολο Παύλο μέχρι τον ιερό συγγραφέα της Αποκαλύψεως, στηλιτεύουν τις αιρέσεις και τους αιρετικούς με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο. Οι Αποστολικοί Πατέρες και όλοι σχεδόν οι μετέπειτα άγιοι Πατέρες μέχρι των ημερών μας, έχουν να παρουσιάσουν μια καταπληκτική αντιαιρετική δράση. Πολλοί από αυτούς έλαβαν μέρος σε άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, στις οποίες καταδικάστηκαν με σφοδρότητα οι αιρέσεις και αναθεματίστηκαν οι αιρετικοί. Όλοι λοιπόν αυτοί θα πρέπει να θεωρηθούν ως ψυχασθενείς με «παθολογική συμπεριφορά», η οποία εκδηλώνονταν στην «παθολογική αναζήτηση αιρετικών»; Πέραν αυτών ρωτάμε τον αγαπητό π. Βασίλειο: Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει συστήσει Συνοδική Επιτροπή επί των Αιρέσεων και οι Ιερές Μητροπόλεις Αντιαιρετικά Γραφεία, για την αντιμετώπιση των συγχρόνων αιρέσεων και κακοδοξιών.  Άραγε, τα μέλη της Συνοδικής Επιτροπής, οι εργαζόμενοι στα Αντιαιρετικά Γραφεία, καθώς και εκατοντάδες κληρικοί και λαϊκοί συνεργάτες τους, είναι ψυχασθενείς, επειδή καταπολεμούν τις αιρέσεις;

   Στη συνέχεια ο αρθρογράφος προσπαθεί να κάνει «ψυχανάλυση», να προσδιορίσει δηλαδή τα αίτια της «παθολογικής συμπεριφοράς» των  «αιρεσιομάχων». Γράφει: «Ο αιρεσιομάχος είναι αβέβαιος για την πίστη του και διχασμένος στην επιθυμία του. Κατά κανόνα, (υπάρχουν και εξαιρέσεις), έχει θεμελιώσει την θρησκευτικότητά του πάνω στον φόβο και όχι στην αγάπη. Έτσι τα ευγενέστερα στοιχεία της πίστης του δεν έχουν εσωτερικευθεί επαρκώς και δεν έχουν επηρεάσει τη βαθιά ακατέργαστη επιθετικότητα του ψυχισμού. Αυτή θα βρει ισχυρό άλλοθι στην προάσπιση της «παράδοσης», η οποία δεν πηγάζει από αυτοπεποίθηση, αλλά από αληθινό φόβο για την επιβίωση. Έναν φόβο που μπορεί να φθάσει μέχρι αληθινή παράνοια, μια νοσηρή καχυποψία απέναντι σε ανύπαρκτους εχθρούς»! Και εδώ ο αγαπητός π. Βασίλειος επαναλαμβάνει το ίδιο σφάλμα. Αδυνατεί, δηλαδή, να κάνει μια άλλη στοιχειώδη διάκριση μεταξύ των όσων αγωνίζονται κατά των αιρέσεων, με αγνό ζήλο, από εκείνους που συμπεριφέρονται με ζήλο «ου κατ’ επίγνωσιν». Πολέμιοι των αιρέσεων, με αγνό ζήλο, ήταν όλοι οι άγιοι, όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Αντίθετα αιρεσιομάχοι με ζήλο «ου κατ’ επίγνωσιν», δηλαδή με τυφλό φανατισμό, είναι πρόσωπα τα οποία, δεν είναι μεν ψυχασθενείς με την ψυχιατρική έννοια του όρου, δεν  πάσχουν δηλαδή από ψυχαναγκαστική νεύρωση, αλλά δεν έχουν υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα. Γι’ αυτούς κάνει λόγο ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του: «μαρτυρώ γαρ αυτοίς ότι ζήλον Θεού έχουσιν, αλλ  ου κατ’  επίγνωσιν. αγνοούντες γαρ την του Θεού δικαιοσύνην, και την ιδίαν δικαιοσύνην ζητούντες στήσαι, τη δικαιοσύνη του Θεού ουχυπετάγησαν», (Ρωμ.10,2). Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, προτού να επιστρέψει στο Χριστό, ήταν φανατικός διώκτης των χριστιανών, είχε ζήλο «ου κατ’ επίγνωσιν», χωρίς βέβαια να πάσχει από ψυχαναγκαστική νεύρωση. Απλώς δεν είχε καταυγάσει ακόμη την ψυχή του το αληθινό φως του Χριστού, πράγμα το οποίο έγινε στο όραμα της Δαμασκού.

  Μπορούμε τώρα να δεχθούμε, ότι ο απόστολος Παύλος και όλοι οι άγιοι που αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων ήταν «αβέβαιοι για την πίστη τους», ότι «έχουν θεμελιώσει την θρησκευτικότητά τους πάνω στον φόβο και όχι στην αγάπη», ότι έχουν «φόβο που μπορεί να φθάσει μέχρι αληθινή παράνοια,  μια νοσηρή καχυποψία απέναντι σε ανύπαρκτους εχθρούς»; Δυστυχώς σε τέτοια συμπεράσματα καταλήγουμε, όταν ομιλούμε και γράφουμε με ανεπίτρεπτες γενικεύσεις και απλουστεύσεις, χωρίς να κάνουμε στοιχειώδεις διακρίσεις και διασαφήσεις.

    Παρά κάτω το υβρεολόγιο εναντίον όσων αγωνίζονται κατά των αιρέσεων συνεχίζεται. Γράφει: «Δυστυχώς οι επαγγελματίες αιρεσιομάχοι δεν αντιλαμβάνονται ότι αποτελούν (εκκλησιαστικό) αντίγραφο του (κοσμικού) πρωτοτύπου, είτε στραφούμε προς τους διώκτες των μαγισσών του απώτερου παρελθόντος είτε προς τους κομμουνιστοφάγους των τελευταίων δεκαετιών»! Πιο κάτω ισχυρίζεται ότι οι «αιρεσιομάχοι» είναι πρόσωπα, τα οποία η «θεολογική τους υποδομή είναι σαθρή». Εδώ το αντιαιρετικό έργο της Εκκλησίας κυριολεκτικά ισοπεδώνεται και εξισώνεται με τους διώκτες των μαγισσών και των κομμουνιστών! Προφανώς, με την απλούστευση αυτή και τον χαρακτηρισμό «διώκτες των μαγισσών», δεν εξαιρούνται και οι άγιοι ομολογητές της Εκκλησίας μας, οι οποίοι είχαν προφανώς και αυτοί «σαθρή θεολογική υποδομή», αφού ήταν «αιρεσιομάχοι»!

  Κλείνοντας ο π. Βασίλειος μας δίνει και τη συνταγή για την θεραπεία του φαινομένου «των επαγγελματιών αιρεσιομάχων», όπως χαρακτηρίζει όσους αγωνίζονται εναντίον των κακοδοξιών, το οποίο μαστίζει, κατ’ αυτόν, την Εκκλησία. Προτείνει να εκπαιδευτεί το ποίμνιο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η Εκκλησία να γίνει «πιο ανοιχτή στις αλλαγές» και «περισσότερο ευέλικτη». Αλλά, αυτό ακριβώς επιδιώκουν οι θιασώτες της Οικουμενικής Κινήσεως: Να γίνουμε πιο  «ανοιχτοί» και «ευέλικτοι» απέναντι στους αιρετικούς. Να γίνουμε, δηλαδή, πιο συγκαταβατικοί στις αιρετικές τους διδασκαλίες, να πάψουμε να τους χαρακτηρίζουμε αιρετικούς, αλλά ετερόδοξους, έτοιμοι να δεχθούμε τις πλάνες τους, ως διαφορετικές διατυπώσεις της ιδικής μας πίστεως. Έτοιμοι να συνεργασθούμε μαζί τους πάνω σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Και όλα αυτά πάντοτε με βάση «την αγάπη και την ευρύτητα του Χριστού», όπως τονίζει παρά κάτω.

  Κλείνοντας, λυπούμαστε ειλικρινά για όσους βαρείς χαρακτηρισμούς έγραψε ο αγαπητός π. Βασίλειος εναντίον όσων αγωνίζονται, με την Χάρη του Θεού, να διαφυλάξουν ανόθευτο τον θησαυρό της πίστεως και κατ’ επέκταση εναντίον των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Είναι τιμή και  χαρά για μας, να αξιωθούμε να υβρισθούμε και να χαρακτηρισθούμε ως ψυχασθενείς και παρανοϊκοί για την αγάπη του Χριστού, και για την ομολογία της πίστεώς μας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας: «μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ  υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού. χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς», (Ματθ.5,11-12). Θα παρακαλούσαμε μόνον τον αγαπητό π. Βασίλειο, να μας γνωρίσει, με βάση τις ψυχιατρικές του γνώσεις, (πιθανόν σε ένα επόμενο άρθρο του), από πια ψυχοπαθολογικά σύνδρομα διακατέχονται, όσοι επιτίθενται με βαρείς χαρακτηρισμούς εναντίον εκείνων, που με αγνό ζήλο και υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα, αγωνίζονται εναντίον των αιρέσεων. Να μας εξηγήσει δηλαδή, ποιοι νοσηροί ψυχοπαθολογικοί μηχανισμοί κρύβονται πίσω από την μανία, με την οποία καταδιώκουν οι θιασώτες της Οικουμενικής Κινήσεως, όλους αυτούς τους αγωνιστές, έτσι ώστε άλλοι από αυτούς να διώκονται από τις Ιερές Μονές της μετανοίας των, άλλοι να απειλούνται με καθαιρέσεις και άλλοι να στερούνται την μισθοδοσία τους. Θα θέλαμε ακόμη να μας προτείνει, ποιο αγχολυτικό, ή άλλο φάρμακο, (ευρέως, ή στενού φάσματος, αναλόγως της περιπτώσεως), θεωρεί αναγκαίο, ότι πρέπει να πάρουν, για να παύσει η καταδιωκτική μανία τους.  Περιμένουμε με ενδιαφέρον!

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών