Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Γέρων Εφραίμ Αριζόνα 1992.Ο Αόρατος Πόλεμος - Spiritual Warfare. Ομιλία στα Ελληνικά και Αγγλικά


 Αυτό το βίντεο γυρίστηκε το 1992 στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Pittsburgh, μετά από μια αναπάντεχη επίσκεψη του Γέροντος Εφραίμ. Υπάρχει παράλληλα Αγγλική μετάφραση στα όσα λέει ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020

Η ορθή τελετουργική τάξη κατά την ψαλμώδηση του Ν' ψαλμού, ευθύς αμέσως μετά την ανάγνωση του εωθινού Ευαγγελίου της Κυριακής!

 Δημητρίου Π. Λυκούδη

Θεολόγου – Φιλόλογου

Υπ. Δρα Παν/μίου Αθηνών

Πρόκειται για ένα ακόμη ζήτημα λειτουργικής και τελετουργικής τάξης. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι τηρούμε σχολαστικά και άβουλα όσα προτάσσονται, αλλά θελημένα και εκούσια, καθώς έτσι, συμβάλουμε στην εύρυθμη συνέχεια της ακολουθίας και, κυρίως, ακολουθούμε με ακρίβεια το λειτουργικό έθος και την ορθή τυπική διάταξη της Εκκλησίας μας.

Ευθύς. αμέσως, μετά την ανάγνωση του αναστάσιμου χαιρετισμού "Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι..." (αναφερόμαστε στον κυριακάτικο Όρθρο), ψάλλεται (απαγγέλεται εμμελώς) ο Ν' ψαλμός από τους δυο χορούς των ιεροψαλτών, ανά στίχο, αρχομένου, ασφαλώς, του πρωτοψάλτου. Οι ιεροψάλτες, συνηθίζεται να κατέρχονται ελαφρώς από τη θέση τους, στο πρώτο σκαλί του αναλογίου τους, ως ένδειξη σεβασμού και τιμής προς το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο πρόκειται να εξέλθει από το άγιο βήμα, εντός ολίγου. Στη θέα του ιερού Ευαγγελίου οι ιεροψάλτες κάνουν υπόκλιση, στο Ευαγγέλιο, όχι στον ιερέα, και ανέρχονται και πάλι στην κανονική τους θέση για να συνεχίσουν το έργο τους. Προσοχή! Δεν αποτελεί λειτουργικό έθος να κατέρχονται οι ιεροψάλτες για να ασπασθούν το Ευαγγέλιο, πολύ δε, περισσότερο, αποτελεί καινοτομία η προσέγγιση του Ευαγγελίου προς αυτούς, μια κίνηση που κάνει ο προεστώς ιερέας για να δώσει στους ιεροψάλτες τη δυνατότητα να ασπασθούν το Ευαγγέλιο. Είναι λάθος και αντιπαραδοσιακή όλη η παραπάνω ενέργεια.


Άλλωστε, έχουμε τονίσει ότι οι ιεροψάλτες δεν κατέρχονται ποτέ από το αναλόγιο, ούτε στην περίπτωση που ιερουργεί ή χοροστατεί Αρχιερέας για να πάρουν "ευχή". Κάνουν υπόκλιση και μένουν σε αυτό (1). Η περίπτωση, δε, ο πρωτοψάλτης να κάμνει λάθος και να κατέρχεται να προσκυνήσει και ο Λαμπαδάριος, αν και σωστός, να παραμένει στη θέση του, πάνω απ᾿όλα, θυμίζει εκτέλεση σκηνών επί θεατρικού δρώμενου (ή, αλλέως, "τσίρκο"). Ο Λαμπαδάριος ιεροψάλτης είναι υποχρεωμένος ν᾿ακολουθεί "πιστά" όσα κάμνει ο πρωτοψάλτης, ακόμη και τα "λάθη" του, τρόπον τινά!

Ο προεστώς ιερέας, ο οποίος και αναγιγνώσκει (κανονικά απαγγέλεται εμμελώς) το εωθινό Ευαγγέλιο της Κυριακής, στο άκουσμα του στίχου "Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην..." και αυστηρά ως προς την εφαρμογή του χρονικού σημείου, μόνο τότε, εξέρχεται από το άγιο βήμα κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο και κινείται προς τον Σολέα. Στέκεται στο σημείο εξόδου του Σολέα προς τον υπόλοιπο Ναό και υπομονετικά, φέρων το βλέμμα και τους οφθαλμούς του προς τη γη, αναμένει να προσκυνήσει το Ευαγγέλιο όλος ο λαός. Προσοχή! Τα χέρια του ιερέα είναι καλυμμένα! Δεν ασπαζόμαστε με χειροφίλημα τα χέρια του ιερέα, αλλά μόνο το ιερό Ευαγγέλιο (2), το οποίο συμβολίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό και, όλως ιδιαιτέρως, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, η όλη στάση συμβολίζει την ανάμνηση της παρουσίας του Χριστού στους μαθητές Του, ευθύς αμέσως, μετά την Ανάσταση (3).

Μετά την προσκύνηση του Ευαγγελίου, η οποία όχι απλά είναι πρέπον, αλλά επιβάλλεται να γίνεται με κάθε τιμή, ιεροπρέπεια και απόλυτη ησυχία, ο ιερέας επιστρέφει εντός του ιερού βήματος μετά του Ευαγγελίου. Η συνήθεια να τοποθετείται το Ευαγγέλιο στο προσκυνητάρι έως το πέρας της Θείας Λειτουργίας, δήθεν, για να προσκυνήσουν όσοι δεν ήταν παρόντες την πρέπουσα στιγμή, είναι απαράδεκτη, νεοτερική.

Η θέση του ιερού Ευαγγελίου είναι εντός του ιερού βήματος, επί της αγίας Τραπέζης. Πέραν, βέβαια, της αχαρακτήριστης ενέργειας (διότι έχουμε δει και τέτοιες εικόνες), μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και, κυρίως, στις περιπτώσεις που λειτουργεί ένας ιερέας ή όταν κάνει κατάλυση, το Ευαγγέλιο να μεταφέρεται εντός του ιερού βήματος στα χέρια του νεωκόρου, του ιεροψάλτου ή όποιου άλλου πρόσφορου και καλοδιάθετου πιστού. Αυτές οι κινήσεις είναι απαράδεκτες και δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με λειτουργική Παράδοση και την τάξη της Εκκλησίας μας.

Άνευ σχολαστικότητας, λοιπόν, εφαρμόζοντας, όμως, την όλη λειτουργική και εκκλησιαστική μας Παράδοση, ας παραμείνουμε πιστοί σε όσα οι Πατέρες μάς κληροδότησαν και μάς δίδαξαν. Πιστοί στην εφαρμογή της τυπικής διάταξης και του λειτουργικού τυπικού που έχει και φέρει η Ορθόδοξη Εκκλησίας μας.

Παραπομπές:
1. Ασφαλώς, οι ιεροψάλτες δύνανται να κατέρχονται ελαφρώς, να ίστανται, δηλαδή, στο πρώτο σκαλί του αναλογίου τους σε ένδειξη σεβασμού και τιμής, σε συγκεκριμένα σημεία και χρονικές στιγμές των ιερών ακολουθιών και, δη, αυτής της Θείας Λειτουργίας.
2. Πρβλ., Ιωἀν. Φουντούλη, Λειτουργική Α', Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 75-76.
3. Άλλωστε, ο προεστώς ιερέας αναγιγνώσκει τα εωθινά ευαγγέλια της Κυριακής εντός του ιερού βήματος και όχι εκτός, και, μάλιστα, στο δεξιό μέρος της Αγίας Τράπεζας, ως ο άγιος άγγελος, δηλαδή, έμπροσθεν του Παναγίου Τάφου του Σωτήρος Χριστού.

Σημείωση: Η ως άνω λειτουργική απορία αποτελεί μέρος του νέου πονήματος του κ. Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου-Φιλολόγου, υπό τον τίτλο "Λειτουργικά Ζητήματα", τόμος Α', που μέσα του ερχόμενου μήνα κυκλοφορεί.

Πηγή: dimitrislikoudis.blogspot.gr,  
https://naxioimelistes.blogspot.com/2017/09/blog-post_4.html?spref=fb

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020

«Ξεβολευτείτε» - Παρέα της Τρίτης, 15 Σεπτεμβρίου 2020


 

“THE PRIESTHOOD IS THE MOST TERRIBLE THING ON EARTH” Elder Teofil (Bădoi) and His Sayings

 

In our days, when both the pleasures and the troubles of the world constantly call us to depart from our Orthodox faith and morals, it is useful to us to recall the martyrs and confessors for the faith. Quite recently, less than 100 years ago, they would have consented to die rather than take such a step. One of these confessors of Christ was the Romanian elder Archimandrite Teofil (Bădoi; † July 17, 2010).

This article originally appeared in the Romanian journal “The World of Monks” (Lumea Monahilor), vol. 1, no. 1, July 2007.

Archimandrite Teofil (Bădoi)Archimandrite Teofil (Bădoi)I’m at the Monastery of Sâmbăta de Sus. Fr. Teofil (Pârâian), whom I came to see, was out for a bit, and I decided to take a walk to the lake, beyond the monastery enclosure. I saw a group of monks resting there. In the midst of them, as if being guarded by them all, stood an elderly monk, short of stature, with a thin, gray beard. Curious by nature and eager to talk, I went up to them:

“God help you! Where are you from, fathers?”

“God help you! We’re from Slănic Monastery, from Argeș,” one of them, a young man, answered.

“I know someone there,” I said, “Fr. Teofil (Bădoi)!”

Suddenly the old man turned to me and said with all seriousness:

“Who?! That thief? That scoundrel? He ran away from the monastery. He’s not with us anymore!”

I looked at him with bewilderment and some fear. How could it be that this father, about whom I had learned many good things from books, had such a bad reputation in Slănic? The others were silent, hiding their smiles in their beards. Then one of them, seeing that I was completely perplexed, came over to me and happily said:

“Why, here he is—Fr. Teofil (Bădoi), the abbot of Slănic!”

Fr. Teofil (Bădoi) was born on September 11, 1925. He entered the monastery on February 20, 1944, and received the monastic tonsure on March 30, 1947. He was ordained as a hierodeacon on July 14 that same year. In 1968, having already gone through the school of suffering—seven years of exile from the monastery by the diabolical decree of 19591— he was ordained as a hieromonk.

A conversation with Elder Teofil

—Ah, my boy, youth is spent in temptations, and old age in infirmities. My voice has become weak; everything is weak. I’m left with one eye and one tooth. But what can you do? We have to go forward. That’s what Elder Vitimion used to say.

Even if I had graduated from all the schools of this world, even the highest schools, not a single one of them would have been as useful for me as the school of sufferings. I was driven out of the monastery on January 15, 1961. I was thirty-six. I stayed in Slănic with Elder Vitimion (Jupânu, as we called him) and Fr. Joseph from the village of Corbi. Fr. Nikodim and Fr. Gavriil were already in jail. I miraculously avoided prison. God kept me safe, otherwise I wouldn’t have made it. I simply would have died. That’s how it was.

I was preaching then in the “Lord’s Army.”2 I did it with great love. I was ready to bring all the young people to the monastery. Then, on October 14, 1960, comrade Bărbulescu, the inspector of religious affairs for the Argeș Province, the evilest man I have ever seen, came to the skete. He told me: “I came to meet you, because you’re the only monk in the whole province I don’t know—to meet you and tell you to leave.” “I’m not going anywhere, comrade. I’m not leaving here until spring.” “You’ll leave, I promise you.”

He turned out to be right. One night, Bărbulescu and three or four securists3 burst in. I had Fr. Bobok hidden in one of my rooms. He was sick, the poor man, and I was taking care of him.

“Where’s Bobok?” he asked. “What’s that to you, sir? Leave him alone. He’s sick.” They suddenly found him, and oh, what my ears heard… What filth, what abuse was spewed out upon him!

Did they beat him?

—No, they didn’t beat him. They arrested him and kicked me out of the monastery. “Where are you going now?” the inspector asked. “To Corbi.” “And why not to Vlădeşti?”4 I didn’t want to return to my village, but they didn’t understand why I, being a monk, couldn’t return home. “I have no one to return to in Vlădeşti. My parents are dead.” Then they let me go to Corbi. They just made me sign a statement where I asked to be shot if they found me in the skete.

How many years did you spend in forced settlement in Corbi?

—Five years, until November 1966.

Did they leave you alone there?

—Of course not! They were constantly calling me in to the police. When I returned from there, I could barely stand on my feet. I was staggering worse than a drunk. “Bandit, why aren’t you married?” They always considered me a “bandit.”

“Listen, you! People like you get married but live separately from their wives. What do you say to that?” “I would say that those who are married must observe all the laws of marriage. I know this. And whoever isn’t married must observe all the laws of the celibate life.”

Another time, I asked the interrogator: “You also took an oath, in the military, didn’t you?” “Yes, I did.” “And so, have you broken it?” “No, never!” “And I have also taken an oath—monastic vows. And I can’t break them for anything in the world.” And do you know what he said? “You do well not to break them.” Can you imagine?

So you kept your monastic vows even in the world, as a citizen.

—I kept them sacred, Father, with God’s help! I had temptations from the servants of satan. They were watching me, every step I took, and everything I did. And because of this stress, I couldn’t sleep at all for those five years I was living in Corbi, unless I took pills.

But satan also fought with me personally. If you could have seen what I looked like then, all skin and bones, you would have shed tears of pity. And the demon of lust took up arms against me, in this pitiful state of mine. I prayed so much, Father, that God would deliver me from it, that the tears I shed formed a puddle on the floor. Sister Veta asked me why I was crying, and I said I was crying out of longing for the monastery. I couldn’t tell her why.

And then I saw that the securists were worse than the demons. You could pray to God and be delivered from the demons, but from the securists… I would weep until I fell unconscious. Mother Gabriela later said: “If you only knew how many times I slapped you, your holiness!” “What do you mean?” “That was the only way I could revive you.”

    

***

Elder Teofil would say:

“When they ordained me, I prayed to God: ‘Lord, deliver me from envy and greed!’ They ruin good relations with people. I didn’t save any money and everything I did, I did for the monastery. I bought a lot of books—this is the legacy I leave to my ‘soldiers.’ I also have 700 cassettes with homilies, Church music, and recordings of various moments from my life.”

The elder would also say:

“The priesthood is the most terrible thing on Earth. When a priest is serving, he has Paradise on the right and hell on the left. A priest will give an answer for every soul from his parish, if any should perish. The priesthood is not a profession, but a Divine mission. My soul hurts when I see young people, future priests, going to study theology without thinking about what yoke they’re being harnessed to.”

***

When Fr. Teofil went shopping in Pitești with the monastery steward sometime after 1990, he was stopped by some citizen who proudly declared:

“Father, I’m an evangelist.”

The elder looked at him with surprise and responded:

“I only know four evangelists. And where did you come from?”

This unexpected response stunned the “evangelist.” Father had already walked a ways off, and the “evangelist” was still standing there, not moving from his spot. He wasn’t moving, as if rooted to the spot, following the elder with his eyes, until he disappeared into the crowd.

***

I often heard him say:

“Discos, sectarian houses of worship, and weekend markets are the mouth of hell. Whoever buys and sells on Sunday instead of going to the Divine Liturgy will reap no profit—only harm! This is what the holy fathers say, and I believe it’s true!”

***

Fr. Teofil also said:

“I have had many desires in life that I prayed to God about, for Him to fulfill them if they were pleasing to Him. I really wanted to build a church, because we’d be commemorated there both during life and after death, as long as the church exists. Wherever the Divine Liturgy is served daily, there many blessings are poured out from God. You know, the fathers of the Church say that that greatest good deed you can do in a day is to go to the Divine Liturgy. And I am filled with joy when I see three churches that have been erected and I see that the daily cycle of Divine services is being celebrated there according to the monastic order, with the Divine Liturgy.

“When I first went to the Holy Land, I saw how exalted and filled with peace the Divine services served at night were there. The holy fathers say that prayer at night is golden, because the mind is not so disturbed by thoughts as during the day.

“The scattering of the mind in prayer leads to the cooling of the soul, and the soul does not receive as much benefit as when the mind is gathered in prayer and we shed tears.

“Having returned from Jerusalem, I gathered my ‘soldiers’ to consult with them about how we could introduce nighttime services. So we started celebrating the Midnight Office and Matins at midnight. Since then, I have seen the blessing of God, for the community has grown in numbers, and also, I hope, spiritually and materially.”

Protosinghel Vissarion (Sorescu)
Translated by Jesse Dominick

Pravoslavie.ru

9/17/2020

1 In 1959, a decree was issued in Romania, according to which all monastics who had not yet reached retirement age had to return to the world, and the elderly were taken to several monasteries that were turned into hospices.

2 The “Lord’s Army” (Oastea Domnului) was a Romanian semi-monastic mass movement for the spiritual rebirth of the people that played a major role in promoting Orthodoxy in the country. It has existed since 1923. From 1948 to 1990, it was persecuted under the atheist authorities.

3 Securists were employees of the Securitate, i.e., the Department of State Security of Romania, which existed from 1948 to 1991.

4 Corbi is the village closest to Slănic Monastery, and Vlădeşti is Fr. Teofil’s home village.


Source: https://orthochristian.com/134035.html?fbclid=IwAR3GCorXp-QwuvYEGgnAslIHzr-5KfeYRgaMl9JgaX-Wx7sh0YPvFDeLo0I

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Η χαλαρότητα του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας


Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος - ιεροψάλτης

Ο άνθρωπος, όπως είναι γνωστό, δημιουργήθηκε «κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση» του Θεού. Βέβαια, το «καθ’ομοίωσην» διαβρώθηκε μετά την δίωξη των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο και την προσχώρηση τους στην αμαρτία. Δίνετε όμως η δεύτερη ευκαιρία για να επανορθώσει ο άνθρωπος και να επιστρέψει στον Ουράνιο Πατέρα. Αυτός ο δρόμος, ξεκινά με το Άγιο Βάπτισμα και το Χρίσμα που εισάγει τον πιστό στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη. Από τη στιγμή αυτή, εισέρχεται στο στάδιο όπου καλείται να πολεμήσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής για την σωτηρία της ψυχής. Δυστυχώς όμως, δεν καταφέρνουν όλοι να φτάσουν αισίως σε αυτό το σκοπό. Οι λόγοι είναι πολλοί, είτε λόγω άγνοιας, αδιαφορίας, εγωϊσμού, κ.α. Το κύριο πρόβλημα που συναντάται σε κάθε εποχή, είναι η ζήλια που πηγάζει, όπως όλες οι αμαρτίες, από τον εγωϊσμό. Το πάθος της ζήλιας, όταν κυριέψει τον άνθρωπο, μπορεί να τον οδηγήσει σε τρομερές αμαρτίες όπως ψευδομαρτυρία, κουτσομπολιό, αλλά ακόμη και φόνο.

Δυστυχώς, στην περίοδο της καραντίνας από τον Κορονοϊό, πολλοί άνθρωποι, φοβούμενοι για την υγεία τους, κατέδωσαν γείτονες, φίλους, ιερείς, κτλ. Η λεγόμενη ρουφιανιά, είναι επικίνδυνη κίνηση επειδή τρέφεται όχι μόνο από τον εγωϊσμό και ζήλια αλλά και από εμπάθεια και φόβο. Αυτό οδηγεί τους ανθρώπους να προδώσουν τον οποιανδήποτε, χάρη για την ασφάλεια τους. Η Ορθοδοξία όμως, κηρύσσει κάτι τελείως διαφορετικό. Ο αδελφός, θυσιάζεται για τον αδελφό του, δεν κοιτά να τον αφανίσει. Δεν υπάρχει η έννοια, «ο θανατός σου, η ζωή μου» στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το ότι πολλοί πολίτες κατέδωσαν ειδικά ιερείς ότι λειτουργούσαν ή κοινωνούσαν ανθρώπους, θα έπρεπε να ανησυχήσει αρκετά τον πιστό λαό. Η όλη αυτή περίοδο, έδειξε το μέγεθος της απιστίας του λαού, σε κάθε βαθμίδα. Πως μπορεί ο άνθρωπος να προοδεύσει στην πνευματική του ζωή εάν δεν ασχολείται με τις δικές του αμαρτίες αλλά με αυτές των άλλων; Οι ιερείς που κοινώνησαν κόσμο, έμειναν πιστοί στην αποστολή τους και δεν έπραξαν κάτι το μεμπτό. Είναι πραγματικά στενάχωρο αυτό που βιώθηκε αυτή τη περίοδο, αλλά θα πρέπει να βγει και ένα δίδαγμα από αυτή την εμπειρία. Φάνηκαν τα κενά του καθενός και έτσι γνωρίζει τι πρέπει να πράξει ο καθένας για να διορθώσει αυτά τα όποια κενά του. Το κουτσομπολιό και η ρουφιανιά δεν βλάπτουν τον άλλον τόσο όσο τον ίδιον που το πράττει. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός, οφείλει να κοιτά την ζωή του, όχι εγωιστικά, αλλά πρακτικά, αναλογιζόμενος την αμαρτωλότητα του. Καθημερινά χρειάζεται να υπάρχει η μνήμη θανάτου, που λειτουργεί ελεγκτικά κατά τις αμαρτίες που πράττει ο καθένας. Είναι πολύ σημαντικό, ειδικά στις μικρές κοινωνίες (μικρές πόλεις, χωριά, κ.α.) να καταλάβει ο κόσμος ότι πρώτα βλάπτει θανάσιμα την ψυχή τους όταν μετέχουν σε αυτές τις πράξεις αλλά και αυτούς που ρουφιανεύουν/κουτσομπολεύουν. Μπορεί να φαίνεται ως μια ασήμαντη πράξη, αλλά στην πραγματικότητα, οδηγεί σε μια τρομερή κατάσταση που όλο και περισσότερο απομακρύνει τον άνθρωπο από τον Θεό. Οι μεγάλες αμαρτίες γεννιούνται από τις μικρές. Η ασήμαντη λεπτομέρεια θα οδηγήσει σε περισσότερη χαλαρότητα ώστε να γίνει αργότερα μια αμαρτία πιο έντονη που ίσως δεν θα γινόταν αν ο άνθρωπος είχε προσέξει από την αρχή και δεν αφήσει παραθυράκι στον διάβολο. Σημαντικό πράγμα είναι να μην αφεθεί ο φόβος να κυριαρχεί τη ζωή των ανθρώπων. Είναι ανθρώπινο να φοβηθεί κάποιος αλλά να μένει σε αυτό, είναι μεγάλη αμαρτία. Η δειλία δεν ωφέλησε κανέναν, αν μελετήσει κάποιος την Ορθόδοξη πίστη αλλά και την μακραίωνη ιστορία. Πρέπει, μέσω της πίστεως, να αναθερμαίνεται το θάρρος του καθενός για να προχωράει ακάθεκτα στην ζωή, με όποια προβλήματα και αν υπάρχουν.

Αυτό το πρόβλημα όμως, πηγάζει από ένα μεγαλύτερο και σοβαρότερο θέμα. Αυτό που συναντάται τα τελευταία χρόνια, είναι μια χαλάρωση ως προς τον έλεγχο της αμαρτίας. Λόγω άγνοιας αλλά και ίσως κακών μεταχειρίσεων από τους κληρικούς της Εκκλησίας, ο σημερινός άνθρωπος έχει ξεχάσει την σημαντικότητα του μυστηρίου της Εξομολογήσεως. Τρέφεται το σώμα αλλά μένει η ψυχή ξεχασμένη. Για αυτό το λόγο υπάρχει σήμερα τόσο ραγδαία αύξηση των ψυχολογικών προβλημάτων στον κόσμο. Δεν μιλά κανείς και χειρότερο, δεν ακούει κανείς για αυτά που βλάπτουν την ψυχή του ανθρώπου. Επικρατεί ένας εφησυχασμός που οδηγεί σε αδράνεια και μείωση των πνευματικών δυνάμεων των ανθρώπων. Κάθε περιοχή είτε είναι μεγάλη πόλη ή μικρό χωριό, έχει την ανάγκη κατήχησης της Ορθοδόξου πίστεως. Μπορεί οι συνθήκες να είναι διαφορετικές, αλλά οι πνευματικές ανάγκες υπάρχουν σε κάθε Χριστιανό. Χρειάζεται αυτή η κατάσταση να αλλάξει, να υπάρξει περισσότερη κατήχηση σε όλες τις ενορίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας ώστε να αυξηθεί η πίστη των ανθρώπων. Παραμένοντας στην κατάσταση όπως φαίνεται σήμερα, θα οδηγηθεί σε αποτυχία η κατήχηση της Εκκλησίας στον πιστό λαό. Δεν είναι αργά, ακόμη και από αυτή τη στιγμή, μπορεί να αναθερμανθεί η πίστη των ανθρώπων όπως φάνηκε από πολλά παραδείγματα που φανερώθηκαν αυτή τη περίοδο.

Πολλοί ιερείς παραπονιούνται ότι υπάρχει αδιαφορία του λαού, κάτι που ισχύει στην πραγματικότητα, αλλά δεν πρέπει να εισχωρήσει αυτό και στις τάξεις των κληρικών. Η Εκκλησία λειτουργεί σαν τον πομπό. Συνέχεια στέλνει σήμα και είναι στο χέρι των πιστών, εάν θα γυρίσουν στην σωστή συχνότητα για να ακούσουν την Αλήθεια. Είναι πλέον στο χέρι του καθενός να ξεκινήσει τον πνευματικό αγώνα για την σωτηρία της ψυχής του. Η ήττα έρχεται μόνο όταν παραδοθεί ο άνθρωπος. Όλη ζωή του Χριστιανού είναι ένας αγώνας που με την βοήθεια του Θεού και την πνευματική άσκηση του ανθρώπου, μπορεί να φτάσει στην θέωση του.

Αυτά τα λίγα να κρατηθούν από τον αναγνώστη και να μην παραμελήσει την επιμέλεια της ψυχής του ο άνθρωπος. Με συνεχή εργασία και συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, ο πιστός θα μπορέσει να υπερβεί κάθε εμπόδιο στη ζωή του. Μόνο με αισιοδοξία, χαρά και θάρρος πορεύεται ο Χριστιανός στον κόσμο, φτάνοντας στο ποθούμενο, που είναι η Ουράνια Βασιλεία.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Ο Παιδαγωγός και η χρησιμοποίηση των Αγίων Πατέρων στο σημερινό Κατηχητικό


Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος - ιεροψάλτης

Η Κατήχηση είναι το σημαντικότερο έργο που επιτελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι κοινό καθήκον όλων, ειδικά αυτών που έχουν την κατάρτιση, να εργαστούν για την κατήχηση των νεότερων. Έτσι, μέσα στο πλαίσιο του Σεμιναρίου Κατηχητών που πραγματοποίησε η Ιερά Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης, διάλεξα να αναπτύξω μια εργασία με θέμα: «Ο Παιδαγωγός και η χρησιμοποίηση των Αγίων Πατέρων στο σημερινό Κατηχητικό».

            Η Πατερική γραμματεία είναι πλούσια σε θέματα της Ορθοδόξου πίστεώς μας όπου καθίσταται μια αστείρευτη πηγή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατήχηση. Είναι γεγονός ότι η διαπαιδαγώγηση του παιδιού ξεκινά ήδη κατά την κύησή του και διαμορφώνεται μέχρι τα έξι με επτά του χρόνια. Άρα, αυτό καθιστά άκρως σημαντική την σημασία των γονέων αλλά και διδασκάλων, ιερέων, κατηχητών που θα έρθουν σε επαφή με το παιδί, να προσέξουν πως θα διαχειριστούν την εκπαίδευση του. Δεν μπορεί υπό κανέναν όρο να γίνει μια στριφνή παπαγαλία, προπαγάνδα ή παραπληροφόρηση για τα θέματα της πίστεως μας.

Ποιος όμως είναι ο Παιδαγωγός στην προκειμένη περίπτωση; Είναι φυσικά ο Κατηχητής, που πρέπει πρώτα να βιώνει, όσο το δυνατόν περισσότερο, την πίστη του, μετέχοντας στην Λατρευτική ζωή της ενορίας του. Με αυτό τον τρόπο λειτουργεί ως παράδειγμα στα παιδιά και εκτελεί πιο αποτελεσματικά το καθήκον του/της. Δεν μπορεί να λέει άλλα πράγματα για την πίστη στα παιδιά και άλλα να πράττει στην ζωή του. Κάποια στιγμή θα φανεί η υποκρισία και θα προξενήσει τεράστιο κακό στις αθώες ψυχές των παιδιών. Άρα, εάν ο κατηχητής δεν αποκτήσει μια συνεχή βιωματική σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν θα μπορέσει να εργαστεί σωστά. Έπειτα, ό,τι είναι να πει στα παιδιά, θα πρέπει να το έχει μελετήσει πάρα πολύ καλά. Τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί, εάν δεν έχει μελετηθεί και αφομοιωθεί άριστα από τον Κατηχητή.

Οι Άγιοι Πατέρες είναι καλό να υπάρχουν στην εκπαίδευση του Κατηχητικού. Όχι μόνο επειδή είναι φωτισμένοι Άγιοι της Εκκλησίας, αλλά επειδή αυτά που γράφουν έχουν άμεση σχέση με την εποχή μας. Ένα παράδειγμα τρανό είναι ο «Λόγος προς τους Νέους» του Μεγάλου Βασιλείου που σκοπό έχει να καθοδηγήσει τον εκάστοτε νέο στην απόκτηση της θεάρεστης παιδείας. Δίνοντας διάφορα παραδείγματα από διάφορα έργα παρουσιάζει μέσω αυτών όμορφα διδάγματα που μπορεί να πάρει ένας νέος. Και το σημαντικότερο είναι να καλλιεργείται παράλληλα η πνευματική του παιδεία ώστε να φτάσει στον Θεό. Αυτό είναι το μήνυμα που λέει και ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος όταν μιλά για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Όλα ξεκινούν με την μελέτη πρωτίστως της Αγ. Γραφής και επικουρικά με τα συγγράμματα άλλων συγγραφέων, γιατί το παιδί αποκτά μια σφαιρική και άκρως ωφέλιμη γνώση, η οποία, εάν θεμελιωθεί σωστά, μπορεί να τον εισαγάγει και στην Ουράνιο Βασιλεία του Θεού. Όλοι πλαστήκαμε «κατ’εικόνα», αλλά είναι στο χέρι μας να αποκτήσουμε το «καθ’ομοίωσιν».

Το πρακτικό κομμάτι της διδασκαλίας έχει τη δυσκολία μόνο ως προς την απόκτηση των πηγών και τη σωστή παρουσίαση αυτών στα παιδιά. Το δεύτερο είναι καθαρά θέμα όρεξης, παιδείας και προσωπικής διάνοιας. Το πρώτο καθίσταται και αυτό εύκολο, λόγω των πολλών έργων που έχουνε μεταφραστεί και αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Αυτό που θα μπορούσε να κάνει ένας κατηχητής σήμερα, είναι να πάρει ένα θέμα, όπως π.χ. την Ανάσταση των Νεκρών, και να δει τί λένε μερικοί Πατέρες γι’ αυτό. Έτσι, σε μια ώρα μάθημα θα μπορέσει ο Κατηχητής να παρουσιάσει το θέμα, να δει πώς το καταλαβαίνουν τα παιδιά, να ρωτήσουν ό,τι δεν κατάλαβαν και στο τέλος να υπάρξει μία ζωγραφική με βάση αυτά που ειπώθηκαν, τί εικόνα προκαλούν τα λόγια των Πατέρων στα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο θα μάθουν τα παιδιά για κάποιο σημαντικό θέμα της Πίστεως τους, και θα αποκτήσουν μια σύνδεση με τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ακόμη όμως, να μην ξεχνάμε και τους νεότερους Πατέρες που ίσως φανούν και αυτοί «εύκολοι» στην τωρινή προσαρμογή. Τέτοια παραδείγματα είναι οι Κολλυβάδες Πατέρες (Αγ. Αθανάσιος ο Πάριος, Αγ. Μακάριος Νοταράς και ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης), Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως, Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς, Φιλόθεος Ζερβάκος, κ.α. Ειδικά οι Κολλυβάδες είναι ένα άριστο παράδειγμα, όχι μόνο όταν εξηγούμε το θέμα των Κολλύβων και μνημοσύνων, αλλά γενικά για την πίστη. Οι Κολλυβάδες Πατέρες, έζησαν κατά τον ΙΗ’ αιώνα σε μια εποχή όπου, ως γνωστόν, ο Ελλαδικός χώρος ήταν υπό τον Οθωμανικό ζυγό. Παρόλες τις δυσμενείς συνθήκες, κράτησαν την παιδεία αλλά και την πίστη στον Ορθόδοξο λαό. Αξίζει να μελετηθούν ιδιαίτερα, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και οι υπόλοιποι Πατέρες της Εκκλησίας.

Αυτό ήταν ένα παράδειγμα που μπορεί να τροποποιηθεί για τις διάφορες καταστάσεις των Κατηχητών. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν μπορεί να μένουμε σε πρότυπα Προτεσταντών ή άλλων συγγραφέων που είτε αλλοιώνουν το Ορθόδοξο Πνεύμα, είτε μένουν επιφανειακά σε κάποια θέμα. Εν τέλει, ο σκοπός του Παιδαγωγού/Κατηχητού, είναι να δώσει το έναυσμα και τις γνώσεις, ώστε να γίνει πραγματικά ένα παιδί του Θεού και όχι ένα απλό δημιούργημα Του. Σε αυτό βοηθούν οι διδαχές των Πατέρων και είναι σημαντικότερες τώρα παρά ποτέ στην σημερινή εποχή. Με αυτό το σκεπτικό και αυτά τα εφόδια θα μπορέσει τελικά να επιτύχει η Κατήχηση στο σημερινό παιδί του εκάστοτε Κατηχητικού.