Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ «ΧΑΜΕΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΚΑΙ Η ΔΗΘΕΝ «ΠΑΝΤΡΕΙΑ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 28η Νοεμβρίου 2016

 

ΤΟ «ΧΑΜΕΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΚΑΙ Η ΔΗΘΕΝ «ΠΑΝΤΡΕΙΑ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

     Έχει γίνει πια «καθεστώς» η τακτική των χριστιανομάχων να ρίχνουν τα φαρμακερά τους βέλη κατά του Θεανδρικού πρόσωπου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, παραμονές μεγάλων εορτών, με ανιστόρητα και πολλές φορές παιδαριώδη και γελοία δημοσιεύματα. Σκοπός τους να σπείρουν την αμφιβολία στους ολιγόπιστους, να καταδείξουν την Εκκλησία μας ως δήθεν αναξιόπιστη, να μειώσουν την αξία των μεγάλων εορτών, κατά τις οποίες ο πιστός λαός του Θεού βιώνει τα σωτήρια γεγονότα της εν Χριστώ απολυτρώσεώς μας. Και προ πάντων να βεβηλώσουν το Θείο Πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

    Παρουσιάζουν τις δήθεν ανακαλύψεις τους με τρόπο αληθοφανή. Αδιαφορούν, αν οι πηγές τους είναι αμφίβολες και σαθρές. Σχεδόν ποτέ δεν τις χαρακτηρίζουν ως αμφιλεγόμενες, ή αναξιόπιστες και σχεδόν ποτέ δεν παρουσιάζουν, ως έχει, την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, την οποία τεχνηέντως προσπαθούν να υποβαθμίσουν και να διαστρέψουν. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που αφήνουν να πλανώνται ιδεολογήματα, ότι η δήθεν Εκκλησία διέστρεψε τα ιστορικά γεγονότα και παραχάραξε τα θεόπνευστα κείμενα της Αγίας Γραφής. Για να δώσουν κύρος στους ισχυρισμούς τους, ανασύρουν αρχαία αιρετικά, ή απόκρυφα κείμενα, τα οποία η Εκκλησία έχει καταδικάσει και τα έχει αποκλείσει από τον κατάλογο των θεοπνεύστων βιβλίων της, αξιολογώντας τα ως δήθεν αξιόπιστες πηγές και ανάγοντάς τα σε αυθεντίες.

    Ένα τέτοιο κείμενο έκαμε την εμφάνισή του τις τελευταίες ημέρες, εν όψει, (όχι τυχαία), των αγίων Χριστουγέννων, το οποίο προσπαθεί να «αποδείξει» ότι ο Χριστός δεν ήταν αυτός, που μας διδάσκει η Εκκλησία, αλλά ένας κοινός άνθρωπος. Ένας διδάσκαλος ο οποίος παντρεύτηκε, είχε σεξουαλικές σχέσεις και απέκτησε παιδιά! Διαβάσαμε στο ιστολόγιο «ekklisiaonline.gr» είδηση με τίτλο: «‘Το Χαμένο Ευαγγέλιο’: Ο Ιησούς παντρεύτηκε, είχε σεξουαλικές σχέσεις και έκανε παιδιά!» και πραγματικά σαστίσαμε από την προχειρότητα και τον ερασιτεχνισμό του αγνώστου αρθρογράφου, αλλά και της εφημερίδος Star Press 1, η οποία φιλοξενεί το εν λόγω άρθρο.

    Σύμφωνα με το δημοσίευμα: «Υπάρχουν πολλές θεωρίες που υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς ήταν παντρεμένος… Ήταν, όμως, θεωρίες. Μέχρι που ο Simcha Jacobovici, ένας Ισραηλινοκαναδός σκηνοθέτης και ο Barrie Wilson, καθηγητής θρησκευτικών σπουδών στο Τορόντο, υποστηρίζουν τώρα πως ανακάλυψαν ένα αρχαίο κείμενο, που υποτίθεται πως τις επιβεβαιώνει! Πρόκειται για τη μεγάλη αποκάλυψη; Ο Simcha Jacobovici και ο Barrie Wilson, ισχυρίζονται πως ανακάλυψαν ένα χειρόγραφο που χρονολογείται από τον 6ο αιώνα μ. Χ., που γράφτηκε σε περγαμηνή στα Αραμαϊκά – τη γλώσσα δηλαδή που μιλούσε ο Ιησούς – και βρέθηκε στην Βρετανική Βιβλιοθήκη. Οι ερευνητές γράφουν στο βιβλίο τους με τίτλο “Το Χαμένο Ευαγγέλιο”, πως “σύμφωνα με το έγγραφο που αποκαλύψαμε, κάποια στιγμή ο Ιησούς παντρεύτηκε, είχε σεξουαλικές σχέσεις, και έκανε παιδιά….”.».

  Θεωρούμε ανάξιο λόγου να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τα αυθαίρετα συμπεράσματα του  Ισραηλινοκαναδού σκηνοθέτη και του καθηγητή των θρησκευτικών. Κατ’ αρχήν, εύλογα γεννάται το ερώτημα: Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως σοβαρούς και αυθεντικούς ερευνητές και επιστήμονες χειρογράφων της Καινής Διαθήκης ένα σκηνοθέτη και ένα καθηγητή του μαθήματος των θρησκευτικών; Τι σχέση έχει το επάγγελμα του σκηνοθέτου και του καθηγητού των θρησκευτικών με τους ειδικούς εκείνους επιστήμονες, που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους πάνω στην  έρευνα των αρχαίων βιβλικών χειρογράφων; Πέραν τούτου, τα στοιχεία που μας δίδουν γύρω από το χειρόγραφο είναι ανεπαρκή. Δεν μας λέγουν τίποτε γύρω από τον συγγραφέα του, το περιεχόμενό του και από ποιες πηγές αντλεί το περιεχόμενο του «ευαγγελίου» του ο συγγραφέας του χειρογράφου. Επίσης ποιες είναι οι ομοιότητες και σε ποια σημεία διαφοροποιείται το «ευαγγέλιο» με τα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Και το σπουδαιότερο, δεν παραθέτουν επί λέξει την ακριβή διατύπωση, (από το ίδιο το χειρόγραφο), από την οποία συμπεραίνουν ότι ο Χριστός παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά. Όλες αυτές οι ελλείψεις, τι άλλο μπορεί να δείχνουν, παρά  προχειρότητα και ερασιτεχνισμό;

  Έπειτα, μπορούμε να θεωρήσουμε ένα συγγραφέα του 6ου αιώνος, δηλαδή ένα πρόσωπο που έζησε έξι αιώνες μετά την έλευση του Χριστού, ως αυθεντικό μάρτυρα της ζωής του Χριστού και της υποτιθέμενης συζυγικής του ζωής; Ποιοί είναι πιο αξιόπιστοι μάρτυρες, για να μας πληροφορήσουν για το θέμα αυτό: οι μαθητές του Κυρίου Ματθαίος και Ιωάννης, που έζησαν μαζί του τρία χρόνια και στη συνέχεια έγραψαν το κατά Ματθαίον και το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ή ο άγνωστος συγγραφέας του 6ου αιώνος; Με τέτοιου είδους αόριστες πληροφορίες που μας δίδουν, έχουν τη αξίωση να μας πείσουν; Για τόσο αφελείς μας περνούν; 

   Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις από άλλα βλάσφημα αντιχριστιανικά δημοσιεύματα, τα οποία παρουσιάζουν κατά καιρούς τον Χριστό «παντρεμένο» και «οικογενειάρχη». Παλαιότερα, (11.4.2014), είχαμε ασχοληθεί με ένα τέτοιο δημοσίευμα της εφημερίδος «Καθημερινή» με τίτλο «Είναι γνήσιος ο πάπυρος περί συζύγου Ιησού» της καθηγήτριας της θεολογίας του Χάρβαρντ Κάρεν Κίνγκ. Εκεί μεταξύ των άλλων είχαμε επισημάνει ότι «ενώ από την πλευρά του αμφιλεγομένου αυτού σπαράγματος τίποτε δεν είναι σίγουρο σχετικά με την γνησιότητά του, αλλά ούτε και η ίδια η κ. Κάρεν, μπορεί με την ανακάλυψή της να μας βεβαιώσει ‘ότι ο Ιησούς ήταν νυμφευμένος’, από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει ούτε μία ένδειξη, ή μαρτυρία περί συζύγου, ή γάμου του Κυρίου στους τρείς αρχαιότερους κώδικες της αγίας Γραφής, παγκοσμίως ανεγνωρισμένων εδώ και αιώνες τώρα, ως προς την γνησιότητα και αυθεντικότητά των, δηλαδή του Βατικανού Κώδικος (αρχές του 4ου αιώνος), του Σιναϊτικού (μέσα του 4ου αιώνος) και του Αλεξανδρινού (5ος αιώνας). Δεν υπάρχει επίσης η παρά μικρά νύξις περί γάμου και συζύγου στα άνω των 5000 μελετηθέντα χειρόγραφα μόνον του πρωτοτύπου (δηλαδή στην ελληνική γλώσσα)».

Με βάση τα παρά πάνω είναι ολοφάνερο ότι το «Χαμένο Ευαγγέλιο» των δύο αυτών «ερευνητών» ανήκει στην κατηγορία των «Ευαγγελίων» εκείνων, τα οποία η Εκκλησία κατόπιν επισταμένης ερεύνης και προσοχής, χαρακτήρισε ως νόθα και ψευδεπίγραφα και γι’ αυτό τα απέκλεισε από τον Κανόνα των θεοπνεύστων βιβλίων της. Πρόκειται για τα λεγόμενα «Απόκρυφα Ευαγγέλια», τα οποία έγραψαν άγνωστοι αιρετικοί συγγραφείς, οι οποίοι για να δώσουν κύρος στα αιρετικά τους συγγράμματα, τα ονόμαζαν  «Ευαγγέλια» και διέδιδαν ότι δήθεν τα είχαν συγγράψει ιερά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης. Ο βαθύτερος στόχος των ως άνω «ερευνητών» είναι εμφανής: Να υποβαθμίσουν το κύρος των κανονικών Ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης  και να αποδομήσουν το Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μας. Να το παρουσιάσουν, όχι ως τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος «σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14) «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού» (Ιωάν.3,17), «ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν.3,15), αλλ’ ως ένα κοινό άνθρωπο και καλό οικογενειάρχη. Ως έναν διακεκριμένο ιδρυτή θρησκείας, όπως τόσοι άλλοι, (Ορφέας, Βούδας, Κομφούκιος, Ζωροάστρης, Μωάμεθ, Κρίσνα, κλπ)! Θέλουν τον Χριστό «παντρεμένο», διότι έτσι τον «καθηλώνουν» περισσότερο ως μόνον άνθρωπο, με αδυναμίες και πάθη, τα οποία δε θα μπορούσε να έχει και ως Θεός.

    Βεβαίως, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η παρθενία του Χριστού, ουδόλως σημαίνει απαξίωση του θεσμού του γάμου, ο οποίος, διά του Κυρίου μας καταστάθηκε όντως ιερός και επευλογήθηκε, με το πρώτο Του θαύμα στο Γάμο της Κανά. Ο Ίδιος δίδαξε ότι το αντρόγυνο είναι ευλογημένο από το Θεό και ότι δια του γάμου, γίνονται οι δύο «σάρξ μία» (Ματθ.19,5). Ο απόστολος Παύλος ονομάζει το γάμο «μυστήριο μέγα» ( Εφ.5,32) και η Εκκλησία μας τον ευλογεί, ως ευλογημένη ένωση, κατά την οποία παραμένει η «κοίτη αμίαντος».

    Κλείνοντας, επισημαίνουμε, ότι ο Χριστός, ο «Νέος Αδάμ», ήρθε στον κόσμο, όχι για να γίνει «γενάρχης» ενός συγκεκριμένου αριθμού βιολογικών απογόνων, αλλά για να νυμφευθεί με άφθαρτο πνευματικό γάμο την Εκκλησία Του, την  οποία αγάπησε «και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής» (Εφ.5,25), αλλά και με την ψυχή εκάστου πιστού, με την οποία είναι σφόδρα ερωτευμένος σύμφωνα με τον άγιο Νείλο τον Ασκητή. Ήρθε να μας εξαγοράσει από τη δουλεία του διαβόλου, να μας απαλλάξει από το νόμο του θανάτου και να μας κάνει «υιούς και κληρονόμους Θεού», «ίνα (δι’ Αυτού) την υιοθεσίαν απολάβωμεν» (Γαλ.4,5-7), δηλαδή να μας κάνει θεούς κατά χάριν! Αυτό ήταν το έργο του Λυτρωτή μας Χριστού, μυριάδες φορές ασύγκριτα μεγαλύτερο από την «παντρειά» του και τη δημιουργία φυσικών απογόνων Του!

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

 

 

 

 

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Ομιλία «Θαύμα Αγ. Σπυρίδωνος κατά των Παπιστών»


           Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος - ιεροψάλτης

 




Απόψε εορτάζουμε την μνήμη του θαύματος του Αγ. Σπυρίδωνα που έγινε στο νησί της Κέρκυρας τη 12η Νοεμβρίου του 1718 μ.Χ. Είναι ένα θαύμα που μπορεί οι περισσότεροι να μην το γνωρίζουμε αλλά έχει μεγάλη σημασία για εμας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Όπως γνωρίζουμε, ο Αγ. Σπυρίδωνας, είναι ο προστάτης της Κέρκυρας και έχει κάνει πολλά θαύματα στην ιστορία του νησιού. Αλλά είναι και προστάτης του Πειραιά. Υπήρχε μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα που είχε μεγάλη φήμη και έμεινε μέχρι που καταστράφηκε από τον Βασιλιά Όθωνα. Υπάρχει και μαρτυρία ότι είχε περάσει από τον Πειραιά ο Αγ. Σπυρίδωνας.

            Η εποχή που γίνεται το θαύμα είναι μια ενδιαφέρουσα περίοδο. Η Κέρκυρα διοικόταν από του Βενετούς που ήταν Παπικοί στο δόγμα. Έτσι, ενώ ο υπόλοιπος Ελλαδικός χώρος είναι κάτω από τον ζυγό των Οθωμανών, τα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα η Κέρκυρα είναι κάτω από τον ζυγό της Δύσεως. Αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο σε πολιτιστικές και θρησκευτικές επιδράσεις. Μια επικίνδυνη επίδραση τολμήθηκε από την μεριά των Βενετών μετά την θαυμαστή σωτηρία από την πολιορκία των Τούρκων. Η Κέρκυρα βρισκόταν πολιορκημένη από τους Τούρκους και τη 11η Αυγούστου 1716, μετά από προσευχές και αγρυπνίες των πιστών προς τον Αγ. Σπυρίδωνα, με θαυμαστό τρόπο, καταστρέφονται τα πλοία των Τούρκων και τρέπονται σε φυγή. Έτσι ο λαός πανηγύρισε αυτό το θαύμα και καθιερώθηκε τη 11η Αυγούστου να γίνεται πανήγυρη προς μνήμη αυτού του θαύματος. Εδώ ξεκινά το πρόβλημα το οποίο θα φέρει την «κρίση του Ουρανού» όπως μας λέει ο Αγ. Αθανάσιος ο Πάριος στο έργο του, «Ουρανού Κρίσις» που μας εξιστορεί το θαύμα κατά των Παπικών.

            Μετά την σωτηρία των Κερκυραίων, ο ηγεμόνας της Κερκυρας, Ανδρέας Πιζάνης (Βενετός) ήθελε να ευχαριστήση τον Αγ. Σπυρίδωνα για το θαύμα που έκανε και σώθηκαν. Έτσι, συμβουλεύθηκε τον θεολόγο του, Φραγκίσκον Φραγκιπάην, για το τι θα ήταν αρεστό στον Άγιο. Ο θεολόγος του προτείνει να φτιάξουν πολύτιμο μαρμαρένιο αλτάριο (δηλαδή, ιερό που έχουν οι Παπικοί) στον ναό του Αγ. Σπυρίδωνα για να μπορεί να ακούει την λειτουργία και στη γλώσσα του. Του άρεσε του ηγεμόνα η ιδέα και αμέσως διέταξε να συγκεντρώσουν την ύλη που θα χρειαζόταν για αυτο το έργα και έπειτα πήγε να το αναγγείλει στους Ορθοδόξους ιερείς του ναού. Ήθελε τρόπον τινα, να λάβει την συγκατάθεση τους για αυτό το πράγμα. Οι ιερείς μόλις άκουσαν την ιδέα του ηγεμόνα, αμέσως και όπως έξοχα μας λέει ο Αγ. Αθανάσιος ο Πάριος, «στρογγύλω τω στόματι», δηλαδή έξω από τα δόντια (που θα λέγαμε σήμερα) αρνήθηκαν να δώσουν συγκατάθεση σε τέτοιο έργο το οποίο ήταν βλαβερή καινοτομία και θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα. Αυτό είναι όντως ομολογία και προς τιμήν τους, που δεν φοβήθηκαν τίποτα αυτοί οι ιερείς και στάθηκαν όρθιοι απέναντι της αιρέσεως του Παπισμού.

Δυστυχώς σήμερα, πολλοί από εμας δεν δείχνουμε το ίδιο σθένος και πάθος για την ομολογία της πίστεως μας. Τα βλέπουμε με τις εκάστοτε συμπροσευχές και παραποίηση των δογμάτων της Ορθοδόξου πίστεως μας για να έρθουμε πιο κοντά στους Παπικούς! Αυτό γίνεται από αρκετούς κληρικούς με την συγκατάθεση των λαικών. Η άγνοια ή αμερινμότητα μας δεν ισοδυναμεί με αθώωση. Πρέπει όλοι να γνωρίζουμε τη πίστη μας αλλά και τα τρεχούμενα εκκλησιαστικά γεγονότα.  

Έτσι, του είπαν όχι οι ιερείς του ναού και ο ηγεμόνας τους απάντησε θυμωμένος ότι αυτός έχει την εξουσία και θέλουνε δεν θέλουνε, αυτό που θέλει αυτός θα γίνει. Διέταξε να μαζευτεί η ύλη έξω από το ναό για να φτιαχτεί το αλτάριο.

Το βράδυ, βλέπει στο όνειρο του ο ηγεμόνας, έναν μοναχό, τον Αγ. Σπυρίδωνα όπως θα αποδεικτεί αργότερα, που του λέει, «Γιατί με ενοχλείς; Γιατί πειράζεις τα παιδιά μου; Να ξέρεις ότι αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις, δεν σε συμφέρει.» Πήγε το πρωί στον θεολόγο του και του είπε τι είδε στο όνειρο του. Του απαντά ο θεολόγος, «Τα όνειρα εμείς οι ‘χριστιανοί’ δεν τα πιστεύουμε και να το σκεφτείς ότι ειναι πείραγμα του Διαβόλου που θέλει να αποτρέψει το καλό έργο που θέλεις να κάνεις». Αναπαύθηκε ο ηγεμόνας με τα λόγια του θεολόγο του. Την επόμενη βραδιά, ξαναβλέπει τον μοναχό στο όνειρο του, ο οποίος του λέει αυστηρώς, «Να ξέρεις ότι εαν πειράξεις το σπίτι μου, θα το μετανώσης και δεν σε συμφέρει.» Τρομαγμένος ο ηγεμόνας, έτρεξε αμέσως στον θεολόγο του για να του πει το όνειρο που είχε δει και ότι δεν ήθελε να το φτιάξει το αλτάριο τελικά. Του απαντά ο θεολόγος, «Αυθέντη, εαν δεν κάνεις αυτό το έργο που είπες ότι θα κάνεις, θα φανείς ότι δεν είσαι στα καλά σου γιατί πιστεύεις σε όνειρα που είναι κατευθυνόμενα από τον Διάβολο Παίρνει θάρρος ο ηγεμόνας και το πρωί της 11ης Νοεμβρίου του 1718, πηγαίνει στον ναό του Αγ. Σπυρίδωνα για να προσκυνήση μαζί με όλους τους ακόλουθούς του για να πάρουν τα μέτρα για το αλτάριο. Τότε οι Ορθόδοξοι ιερείς, πήγαν ενώπιον του ηγεμόνος και τον παρεκάλεσαν να μην το κάνει το αλτάριο γιατί δεν θα είναι αρεστό στον Άγιο. Ο ηγεμόνας νευρίασε και τους απείλησε ότι εαν δεν ακόυσουν το θέλημα του, θα τους στείλει αλυσοδεμένους στην Βενετία να δουλέψουν ως σκλάβοι γιατί δεν θέλει να κάνει παρανομία αλλά απλώς να φτιάξε ένα δικό του θυσιαστήριο.

Το Ορθόδοξο πλήθος, απελπισμένοι, στράφηκαν στη κάρα του Αγ. Σπυρίδωνα όπου προσευχήθηκαν θερμά για να εμποδίση ο Άγιος το κακό που θα έκανε ο ηγεμόνας.

Τα μεσάνυχτα, εκεί που ξεκίνούσαν οι τεχνίτες να φτιάξουν το αλτάριο, ξεκινούν ξαφνικά να πέφτουν αστραπές και βροντές. Τότε ο φύλακας της Μοντεζίονος (δηλαδή παλάτι των Βενετών) βλέπει έναν μοναχό να τον πλησιάζει με δαυλό. Τον ρωτά ποιός είναι 2 φορές χωρίς απάντηση. Εκεί σηκώνει το όπλο για να τον πυροβολήσει και τότε ο μοναχός του λέει, «Είμαι ο Σπυρίδων!» Και με το που του λέει ποιός είναι, τον ποιάνει και τον πετά έξω από την πόλη, χωρίς να πάθει τίποτα ο φρουρός. Εκεί ό Αγ. Σπυρίδωνας άναψε την αποθηκη του Παλατίου το οποίο κατέστρεψε τα κτήρια κοντά σε αυτό. Ο Ηγεμόνας βρέθηκε πνιγμένος από δύο δοκάρια που είχαν πέσει σαν να είαν τοποθετηθεί και ο θεολόγος βρέθηκε έξω από τα τείχη του Κάστρου, μέσα στο χαντάκι που πήγαιναν οι ακαθαρσίες της πόλεως. 900 άτομα σκοτώθηκαν, όλοι από την αυλή του Ηγεμόνος.

Αλλά έγιναν και άλλα 2 μεγάλα συμβάντα. Το 1ο ήταν με ένα μεγάλο καντήλι που είχε δωρήσει ο ηγεμόνας στον ναό, μπροστά από το λείψανο του Αγ. Σπυρίδωνα. Την ίδια νύκτα, έπεσε μόνο αυτό το καντήλι, παρόλο που είχε μια μεγάλη αλυσίδα. Το 2ο ήταν με το πορταίτο του ηγεμόνα στην Βενετία όπου την ώρα που πέθανε στην Κέρκυρα, χτήπησε μια αστραπή και κατέκαψε το πορτραίτο του χωρίς να γίνει ζημιά στο υπόλοιπο σπίτι. Εκεί κατάλαβαν οι δικοί του ότι κάτι κακό είχε πάθει.

Οι Βενετοί μετά από αυτό, μάζεψαν την ύλη και σταμάτησαν αυτό το έργο που είχαν σκεφτεί ο ηγεμόνας και ο θεολόγος του. Το πρωί της 12ης Νοεμβρίου, ο φύλακας που τον είχε πετάξει ο Αγ. Σπυρίδων, έτρεχε με ενθουσιασμό στους δρόμους και φώναζε ότι ο Αγ. Σπυρίδωνας έκανε αυτό το θαύμα. Οι Βενετοί, επειδή δεν αντέχαν άλλο τη ντροπή, τον μαζέψανε και τον στείλανε πίσω στην Ιταλία.

Αυτή είναι η οφέλιμη διήγησις που μας κάνει ο Αγ. Αθανάσιος ο Πάριος, ένας από την τριάδα των Κολλυβάδων Πατέρων (δηλαδή, Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Αγ. Αθανασίου του Παρίου και του Αγ. Μακαρίου Νοταρά) ο οποίος πέρασε ένα διάστημα ως μαθητής από την Κέρκυρα και γνώρισε τα γεγονότα από ανθρώπους που ήταν παρόντες στο θαύμα του Αγ. Σπυρίδωνα κατά των Παπιστών.

Είναι σημαντική αυτή η διήγησις γιατί ξεκαθαρίζει (για όποιον είχε ή έχει αμφιβολία) ότι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολικοί Εκκλησία είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Όλοι οι άλλοι είναι αιρετικοί!!! Δεν έχουν την Αλήθεια, δεν έχουν τη Χάρη του Αγ. Πνεύματος και βρίσκονται στο σκοτάδι της πλάνης. Υπάρχει Μια Πίστης! Μια Εκκλησία!

Ας παραδειγματιστούμε από το φοβερό θαύμα του Αγ. Σπυρίδωνα και ας παλέψουμε να ενδυναμώσουμε την πίστη μας για να είναι ανόθευτη, δυνατή ώστε να φτάσουμε στην Ουράνιο Βασιλεία. Εύχομαι να έχουμε όλοι τις πρεσβείες του Αγ Σπυρίδωνα και του Αγ. Αθανασίου του Παρίου!

              

 

Εκυρύχθη στην Αγρυπνία προς μνήμη του Θαύματος του Αγ. Σπυρίδωνα κατά των Παπιστών, τη 12η Νοεμβρίου 2016


Αγρυπνία Θαύματος του Αγ. Σπυρίδωνα κατά των Παπιστών

Σε κατανυκτικό κλίμα, τελέστηκε ιερά αγρυπνία στον Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Ρέντη εις μνήμη του φοβερού Θαύματος του Αγ. Σπυρίδωνα κατά των Παπιστών που έγινε στη Κέρκυρα τη 12η Νοεμβρίου 1718. Έγινε ομιλία για το Θαύμα του Αγ. Σπυρίδωνα από τον Νικόλαο Γεωργαντώνη.

Φωτογραφίες από την Αγρυπνία:





































 














 












 

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Αγρυπνία Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016, 8 μ.μ. - 1:30 π.μ.


Παρασκευή 11 Νοεμβρίου θα τελεστεί Ιερά Αγρυπνία προς τιμήν του φοβερού θαύματος, της "κρίσεως του ουρανού", κατά τους Παπιστάς στην Κέρκυρα τον Νοέμβριο του 1718 μ.Χ. Θα ξεκινήσει η ακολουθία στις 8 μ.μ. και θα τελειώσει κατά τις 1:30 π.μ.  
 



 

Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΣΤ' Νοεμβρίου 2016

Προς Γαλάτας Κεφ. α', 11-19
 

 Πρωτότυπο Κείμενο
 

Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ  ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι,  οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.
 
Μετάφραση
 
Σας καθιστώ δε γνωστόν, αδελφοί, ότι το Ευαγγέλιον, το οποίον εγώ εκήρυξα εις σας δεν είναι έργον ανθρώπου και δεν εκφράζει σκέψεις ανθρώπων.  Διότι εγώ-όπως άλλωστε και οι άλλοι Απόστολοι-δεν έχω παραλάβει αυτό από άνθρωπον ούτε το εδιδάχθην από άνθρωπον, αλλά το παρέλαβα κατ' ευθείαν δι' αποκαλύψεων, τας οποίας ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μου εφανέρωσε. Βεβαίως και σεις οι ίδιοι έχετε πληροφορηθή την ζωήν και συμπεριφοράν που είχα, όταν έμενα πιστός εις την θρησκείαν των Εβραίων και ακολουθούσα όσα ο Ιουδαϊσμός εδίδασκε. Εχετε δηλαδή πληροφορηθή ότι, επηρεασμένος βαθύτατα από τας παλαιάς διδασκαλίας του Νομου και τα έθιμα των Ιουδαίων, κατεδίωκα με πολύν φανατισμόν και σκληρότητα την Εκκλησίαν του Χριστού και προσπαθούσα να την ερημώσω και αφανίσω. Χαρις δε στον φανατισμόν μου αυτόν προώδευα στον Ιουδαϊσμόν παραπάνω από πολλούς ομοεθνείς συνομήλικάς μου, διότι εδείκνυα περισσότερον από αυτούς ζήλον δια τας πατροπαραδότους παραδόσεις μας. Οταν δε ευδόκησεν ο πανάγαθος Θεός, ο οποίος με είχε ξεχωρίσει και προορίσει από την κοιλίαν ακόμη της μητρός μου, και με εκάλεσε δια της χάριτος του να αποκαλύψη εις την καρδίαν και την ψυχήν μου τον Υιόν αυτού, δια να τον κηρύττω ως Σωτήρα εις τα έθνη, αμέσως δεν εζήτησα από κανένα άνθρωπον συμβουλήν και καθοδήγησιν δια την μεγάλην αυτήν κλήσιν. Ούτε ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και συμβουλευθώ τους Αποστόλους, που είχαν κληθή προ εμού στο αποστολικόν έργον, αλλ' ανεχώρησα εις τα μέρη της Αραβίας και πάλιν επέστρεψα εις Δαμασκόν. Επειτα, τρία έτη μετά την ημέραν που εκλήθην από τον Χριστόν, ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και γνωρίσω προσωπικώς τον Πετρον και έμεινα κοντά του δεκαπέντε μόνον ημέρας.Αλλον δε από τους Αποστόλους δεν είδα, παρά μόνον τον Ιάκωβον, τον αδελφόν του Κυρίου. 
 
 
Κατά Λουκάν, Κεφ. η', 41-56
 
 Πρωτότυπο Κείμενο
 
Καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι,προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται.  ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.
 
Μετάφραση
 
Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, ονόματι Ιάρειος, ο οποίος ήτο και άρχων της συναγωγής. Και αφού έπεσεν εις τα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να μεταβή στο σπίτι του,  διότι η μονογενής κόρη, την οποίαν είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήτο ετοιμοθάνατος. Καθώς δε ο Ιησούς επήγαινεν στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη τον επίεζαν με τον συνωστισμόν των. Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμοραγίαν και η οποία είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της εις ιατρούς, χωρίς να μπορέση να θεραπευθή από κανένα,  επλησίασε πίσω από τον Ιησούν, ήγγισε την άκρη από το ιμάτιόν του και αμέσως εσταμάτησε η αιμοραγία της. Και είπεν ο Ιησούς· “ποιός είναι αυτός, που με ήγγισε;” Επειδή δε όλοι ηρνούντο, είπεν ο Πετρος και οι μαθηταί που ήσαν μαζή του· “διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ποιός με ήγγισε;”  Ο δε Ιησούς είπε· “κάποιος με ήγγισε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμις θαυματουργική εβγήκε από εμέ”. Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν εξέφυγε από την προσοχήν του Ιησού, τρέμουσα από φόβον και ευλάβειαν ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός του και διηγήθηκε εις αυτόν και εμπρός εις όλον το πλήθος την αιτίαν, δια την οποίαν τον ήγγισεν, όπως επίσης και το γεγονός, ότι εθεραπεύθηκε αμέσως.Ο δε Ιησούς της είπε· “θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχίαν και την θλίψιν που είχες προηγουμένως από την ασθένειάν σου”. Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγων εις αυτόν, ότι “πέθανε η κόρη σου, μη ενοχλείς και μη βάζεις εις κόπον τον διδάσκαλον”.   Ο Ιησούς όμως, όταν ήκουσε την είδησιν, είπεν στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και θα σωθή η κόρη σου”.  Οταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν αφήκε κανένα να μπη, ει μη μόνον τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα.Εκλαιαν δε όλοι και οδυρόμενοι εκτυπούσαν τας κεφαλάς και τα στήθη των δια την νεκράν. Ο δε Ιησούς είπε· “μη κλαίετε· δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. Και τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν καλά, ότι η κόρη είχε πεθάνει.Αυτός όμως έβγαλε όλους έξω, επιασε το χέρι της και εφώναξε λέγων· “Κορη, σήκω επάνω”.  Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε· και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη, δια να αναλάβη τελείως από την εξάντλησιν της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατον. Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς αυτής. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα το γεγονός.
 

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΕΤΙ, ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΠΑΠΙΚΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 20ηΟκτωβρίου 2016.

 

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΕΤΙ, ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΠΑΠΙΚΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ

 

     Όπως είναι γνωστό πριν από μερικές ημέρες, (16 έως 22 Σεπτεμβρίου 2016), συνήλθε η 14η Ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στο Κιέτι της Ιταλίας η οποία κατήρτισε ένα τελικό κείμενο κοινής αποδοχής με τίτλο: «Συνοδικότητα και Πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: καθ’ οδόν προς μια κοινή κατανόηση στην υπηρεσία της ενότητος της Εκκλησίας». Επειδή πρόκειται το κείμενο αυτό να συζητηθεί συνοδικά σε προσεχή Σύνοδο της Ιεραρχίας, προς το παρόν δεν θα καταπιαστούμε με αυτό. Αυτό άλλωστε είναι το αρμόζον και πρέπον, το να μην προτρέχουμε εμείς να εκφράσουμε πρώτοι τη γνώμη μας, αλλά να αφήσουμε να αποφανθεί πρώτα επ’ αυτού η Ιεραρχία. Θα περιοριστούμε μόνον να σχολιάσουμε τη συνάντηση του Κιέτι από την σκοπιά ενός παπικού αρθρογράφου, του Mark Woods, ο οποίος δημοσίευσε στο ιστολόγιο «Christiantoday.com», ένα άρθρο με τίτλο «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΠΑ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ», το οποίο μετέφρασε η κ. Φαίη Αβέρωφ και αναδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Πατερική Παράδοση». Κατ’ αρχήν υπενθυμίζουμε ότι για το θέμα του Πρωτείου και της Συνοδικότητος η Ιερά Μητρόπολή μας διοργάνωσε το 2010 μια πολλή σημαντική Ημερίδα με τίτλο: «‘Πρωτείον’, Συνοδικότης και Ενότης της Εκκλησίας», τα Πρακτικά της οποίας μάλιστα έχουν εκδοθεί, (Στοιχειοθεσία - Εκτύπωση «Λυχνία», τηλ. 2103410436).

    Για τον αρθρογράφο «το παπικό Πρωτείο ήταν αποδεκτό από όλους τους Χριστιανούς» καθ’ όλη την διάρκεια της πρώτης χιλιετίας. Το θέμα είναι λελυμένο από παπικής απόψεως, δεν το συζητάει. Εκείνο που τον προβληματίζει είναι, αν θα γίνει αποδεκτό από τους Ορθοδόξους. Για την αποδοχή του βλέπει τρία μεγάλα εμπόδια, που πιστεύει ότι είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν. Το πρώτο είναι το «status των Ουνιτών». Για το θέμα της Ουνίας έχουμε αναφερθεί πολλές φορές. Κατά την ταπεινή μας γνώμη, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες θα έπρεπε να μην προχωρήσουν στη συζήτηση του θέματος του Πρωτείου, προτού συζητηθεί το θέμα της Ουνίας. Και τούτο  διότι η επάρατη Ουνία αποτελεί το όνειδος της παπικής δολιότητας και πραγματική αιμορροούσα πληγή στο σώμα της Εκκλησίας, όπως το χαρακτήρισε πρόσφατα και ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος. Θα μπορούσε το πρόβλημα της Ουνίας να γίνει το ισχυρό όπλο στα χέρια των Ορθοδόξων, για να υποχωρήσει η παπική αδιαλλαξία. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε και ούτε πρόκειται να γίνει, διότι ο διάλογος προχωράει κατόπιν σχεδίου, σχεδιασμένος στα οικουμενιστικά γραφεία! 

   Το δεύτερο εμπόδιο είναι «αυτό που κάποιος επιφανής Ορθόδοξος θεολόγος, ο Μητροπολίτης Περγάμου Ζηζιούλας, αναφέρεται ως ‘Ορθόδοξοι Ταλιμπάν’». Προφανώς ο Σεβ. Περγάμου με τον όρο «Ορθόδοξοι Ταλιμπάν» εννοεί όλους εκείνους, που με την Χάρη του Θεού, αγωνίζονται να παραμείνει η Ορθόδοξη πίστη ανόθευτη και απαραχάρακτη και οι οποίοι θεωρούνται από τους οικουμενιστές ως «Ταλιμπάν». Και το τρίτο είναι «το ευρύτερο πολιτικό τοπίο», δηλαδή οι ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσεως, οι οποίες σαφώς επηρεάζουν την διαμόρφωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

  Εκείνο που μας εντυπωσιάζει είναι ότι τόσο για τον Σεβ. Περγάμου, όσο και για τον αρθρογράφο οι «Ορθόδοξοι Ταλιμπάν» αποτελούν ένα μεγάλο εμπόδιο. Μ’ άλλα λόγια οι αγώνες του κλήρου και του πιστού λαού του Θεού για τη διαφύλαξη της πίστεως όχι μόνον γίνονται αντιληπτοί από τους οικουμενιστές και τους αιρετικούς παπικούς, αλλά και πολύ τους προβληματίζουν. Οι αγώνες αυτοί τους φρενάρουν, τους χαλούν τα σχέδια, είναι ένας πονοκέφαλος, δεν ξέρουν πως να τον αντιμετωπίσουν, παρ’ όλο που αυτοί έχουν εκκλησιαστική δύναμη στα χέρια τους. Μπορούν, αν θέλουν, να καθαιρέσουν, να αφορίσουν, να επιβάλουν εκκλησιαστικές ποινές. Μερικές φορές μάλιστα το έκαναν, αλλά είδαν το κόστος, την αντίδραση του λαού και κατάλαβαν ότι οι ποινές στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ωφελούν, αλλά φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα.

    Την πραγματικότητα αυτή χρειάζεται να την τονίσουμε και να την υπογραμμίσουμε, διότι πολλές φορές δημιουργείται η εντύπωση, ότι ο αγώνας μας είναι μάταιος και ανώφελος. Ότι παλεύουμε να επιτύχουμε αδύνατα πράγματα, αφού δεν έχουμε την εκκλησιαστική δύναμη, να αντιστρέψουμε την πορεία των πραγμάτων, άμεσα, γρήγορα και αποτελεσματικά. Και έτσι απογοητευόμαστε και απελπιζόμαστε. Όχι. Δεν θα απελπιστούμε, αλλά θα κάνουμε το καθήκον μας και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε στα χέρια του Θεού. Εκείνος θα φέρει το αποτέλεσμα, το οποίο εμείς αδυνατούμε να φέρουμε εις πέρας. Ο αγώνας μας όμως πρέπει να γίνεται όχι με τυφλό φανατισμό, αλλά με ζήλο κατ’ επίγνωση, με ταπείνωση, με προσευχή και εκκλησιαστικό ήθος. Και πρώτα από όλα πρέπει να γνωρίζουμε εις βάθος το αντικείμενο για το οποίο αγωνιζόμαστε, για να είμαστε εις θέσιν να δίδουμε  «απολογίαν παντί τω αιτούντι», (Α Πετρ.3,15) και να αποστομώνουμε τους αντιλέγοντας. Στην παρούσα λοιπόν χρονική συγκυρία που συζητείται το θέμα του Πρωτείου στους Διαχριστιανικούς Διαλόγους είναι ανάγκη να υπενθυμίσουμε ορισμένα βασικά στοιχεία του θέματος προς ενημέρωση και επαγρύπνηση του πιστού λαού του Θεού.

   Το πρώτο που πρέπει να υπενθυμίσουμε είναι, ότι η Εκκλησία καθ’ όλη την διάρκεια της πρώτης χιλιετίας ουδέποτε αναγνώρισε στον Πάπα Πρωτείο παγκόσμιας εξουσίας και κυριαρχίας εφ’ όλης της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία, το πρωτείο ανήκει στην Κεφαλή της, τον Ιησού Χριστό, «ος εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων», (Κολ.1,18), «και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία» (Εφ.1,22). Κεφαλή στην Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, ο Πάπας.

    Η προσπάθεια των Παπικών να θεμελιώσουν αγιογραφικά το Πρωτείο στο  χωρίο «καγώ δε σοι λέγω, ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ.16,18), είναι άστοχη, διότι η φράση του Κυρίου «και επί ταύτη τη πέτρα» δεν αναφέρεται στο πρόσωπο του Πέτρου, αλλά στην ομολογία του, που έγινε ύστερα από αποκάλυψη του Θεού Πατέρα. Η θεμέλιος πέτρα, πάνω στην οποία οικοδομείται η Εκκλησία, δεν είναι ο Πέτρος, αλλά ο Χριστός και στη συνέχεια οι απόστολοι, σύμφωνα με το λόγο του Παύλου «θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστιν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ.3,11) και σύμφωνα με τον άλλο λόγο του: «εποικοδομηθέντες  επί τω θεμελίω  των αποστόλων και προφητών, όντος  ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ.2,20). Συνεπώς η πέτρα του χωρίου αυτού δεν ταυτίζεται με τον Πέτρο αποκλειστικά, όπως επίσης η εξουσία του δεσμείν και λύειν, για την οποία γίνεται λόγος στον επόμενο στίχο «και δώσω σοι τας κλεις  της βασιλείας των ουρανών, και ο εάν δήσης  επί της γης,έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς», δεν ήταν δικαίωμα μόνο του Πέτρου. Την ίδια εξουσία του δεσμείν και λύειν έδωσε ο Χριστός και στους άλλους αποστόλους, σύμφωνα με το λόγον του μετά την  ανάσταση «αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατείτε, κεκράτηνται» (Ιωαν.20,23).

   Η αρχέγονη Εκκλησία των αποστολικών χρόνων, ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής της, καθιέρωσε τονΣυνοδικό Θεσμό, ως τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας και όχι την απολυταρχική εξουσία ενός προσώπου, όπως αυτό φαίνεται από ένα πλήθος βιβλικών μαρτυριών από τις Πράξεις και τις Επιστολές. Αναφέρουμε μερικές: α) Με συνοδικό τρόπο εκλέγεται ο απόστολος Ματθίας εις αντικατάσταση του εκπεσόντος Ιούδα του Ισκαριώτου, (Πραξ.1,15-26). β) Με συνοδικό τρόπο επίσης εκλέγονται οι επτά διάκονοι (Πραξ.6,1-7). γ) Με συνοδικό τρόπο επιλύεται στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων, (49μ.Χ.), το θέμα της περιτομής. Πρόεδρος της Συνόδου ήταν ο Ιάκωβος και όχι ο Πέτρος (Πραξ.15,1-31). Υπάρχει ακόμη ένα πλήθος μαρτυριών υπέρ του Συνοδικού Θεσμού και κατά του Πρωτείου κατά τους τρεις πρώτους αιώνες μέχρι την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, τις οποίες παραθέτει σε ομιλία του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. κ. Σεραφείμ με τίτλο «Ο Παπισμός ως εκκλησιολογικό πρόβλημα (με αναφορά στο Συνοδικό Σύστημα της Εκκλησίας)», στην παρά πάνω μνημονευθείσα Ημερίδα και παραπέμπουμε εκεί τον αναγνώστη.

     Παράλληλα με τον Συνοδικό Θεσμό η Εκκλησία καθιέρωσε ήδη  από την μεταποστολική εποχή τα λεγόμενα «πρεσβεία τιμής». Σύμφωνα με «αρχαίον έθος», οι επίσκοποι ορισμένων τοπικών εκκλησιών, συνήθως των μεγάλων πόλεων του ρωμαϊκού κράτους, (Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Εφέσου, Καισαρείας, Κορίνθου κ.λ.π.), απολάμβαναν ιδιαιτέρας τιμής. Και τούτο διότι οι επίσκοποι αυτοί αφ’ ενός μεν διέσωζαν ζώσα την παράδοση των αγίων Αποστόλων και  αφ’ ετέρου διότι στην επισκοπική έδρα αυτών των πόλεων συνήθως συνήρχοντο οι πλησιόχωροι επίσκοποι, για να συζητήσουν σοβαρά εκκλησιαστικά προβλήματα. Η ιδιαίτερη αυτή τιμή προς τους επισκόπους αυτών των πόλεων είναι τα λεγόμενα «πρεσβεία τιμής». Πολύ ωραία περιγράφει την εξέλιξη των «πρεσβειών τιμής», αλλά και την παράλληλη ανάπτυξη των αξιώσεων του Πάπα για παγκόσμια εξουσία, ο ιερομόναχος π. Λουκάς Γρηγοριάτης, σε ομιλία του με θέμα «Πρωτείον, Συνοδικότης και ενότης της Εκκλησίας» στην παρά πάνω μνημονευθείσα Ημερίδα. Παραθέτουμε παρά κάτω ορισμένα αποσπάσματα.

   Τα «πρεσβεία τιμής» είναι θεσμός που καθιερώθηκε εθιμικά, αλλά έχει ισχυρή και αναντίρρητη εκκλησιολογική θεμελίωση. Διαφυλάσσει και εκφράζει την ενότητα και την κοινωνία των τοπικών εκκλησιών εν τη Ορθοδόξω πίστει, εν τη μια Ευχαριστία και εν τη αγάπη. Με άλλα λόγια εκφράζει και διαφυλάττει την αποστολική συνοδικότητα στις σχέσεις των τοπικών εκκλησιών. Διότι συνοδικότης δεν είναι απλώς η συλλογικότης, η ο δημοκρατικός τρόπος διοικήσεως των εκκλησιαστικών πραγμάτων, αλλά πρωτίστως είναι ο τρόπος βιώσεως της ενότητος της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού, ως κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος.

    Κατά την περίοδο των Οικουμενικών Συνόδων τα αρχαία «πρεσβεία τιμής» σταδιακά οριστικοποιούνται στα πατριαρχικά δίκαια των θρόνων της Πενταρχίας. Δια του 3ου Κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου καθορίστηκαν τα προνόμια-πρεσβεία του επισκόπου Κων/πόλεως, δεύτερα μετά τα «πρεσβεία τιμής», (και όχι εξουσίας), του επισκόπου Ρώμης, προταχθέντος κατά τάξιν τιμής του επισκόπου Κων/πόλεως των άλλων Πατριαρχών. Δια του 28ου Κανόνος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου επικυρώθηκαν και αναγνωρίστηκαν και πάλι τα ειδικά προνόμια – «πρεσβεία τιμής» του αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως τα οποία έδωσε σ’ αυτόν η Β΄  Οικουμενική Σύνοδος. Δια του 36ου Κανόνος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου ανανεώθηκαν και πάλι τα προνόμια του Πατριάρχου Κων/πόλεως και ορίσθηκε η Πενταρχία των Πατριαρχών. Σε καμιά από τις διατάξεις αυτές δεν υπάρχει και η παραμικρή νύξη για κάποια ιδιαίτερη διοικητική, η δικαστική εξουσία του Πάπα Ρώμης. Δια μέσου όλων αυτών των Κανόνων διοικητικής και δικαστικής φύσεως, τους οποίους οι Οικουμενικές Σύνοδοι, (που αναγνωριζόμεναι και από τον Παπισμό), εψήφισαν, αποκλείσθηκε και καταδικάστηκε ρητά και κατηγορηματικά κάθε έννοια Πρωτείου. Οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι σαφώς και απεριφράστως διεκήρυξαν, ότι αυτές μόνες αποτελούν την ανωτάτη αρχή και εξουσία επί της Εκκλησίας.

Παράλληλα όμως με την διαμόρφωση των «πρεσβειών τιμής», άρχισαν να διαμορφώνονται και οι αξιώσεις του Πάπα Ρώμης να είναι όχι μόνο «πρώτος» της τοπικής συνόδου της Ρώμης, όχι μόνο πρωτοκάθεδρος μεταξύ των ισοτίμων του πατριαρχών, αλλά υπεράνω και αυτών ακόμη των Οικουμενικών Συνόδων. Το παπικό Πρωτείο ήδη γεννάται ως αντίθεσις στον θεσμό της Πενταρχίας, ως μοναρχία στον αντίποδα της Συνοδικότητος. Η πρώτη μετριοπαθής απόπειρα προβολής παπικού Πρωτείου από τον Πάπα Ανίκητο, που εκδηλώθηκε κατά τα τέλη του 2ου αιώνος και συνεχίσθηκε από τους διαδόχους του Βίκτωρα και Στέφανο, με αφορμή τις έριδες για τον εορτασμό του Πάσχα και το βάπτισμα των αιρετικών, αποκρούστηκε έντονα από τους αποστολικούς Πατέρες άγιο Πολυκάρπο Σμύρνης, Πολυκράτη Εφέσου, άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου, άγιο Κυπριανό Καρχηδόνος κ.α., αλλά και από Τοπικές Συνόδους στην Αφρική και στη Γαλλία.

   Μετά το τέλος της Εικονομαχίας οι παπικές αξιώσεις επανήλθαν με την υποστήριξη των Φράγκων ηγεμόνων και με την χρήση νόθων κειμένων, (ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά και ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις), τα οποία κατέλυαν πλήρως το κανονικό καθεστώς των «πρεσβείων τιμής». 

   Ο παπικός ηγεμονισμός, έφτασε στο αποκορύφωμά του από τον 9ον αιώνα και εντεύθεν, οπότε παρατηρούμε την απροκάλυπτη πλέον και ξεκάθαρη  επιδίωξη των Παπών να υποτάξουν τις ανατολικές εκκλησίες. Η προσπάθεια αυτή ήταν μία αλαζονική περιφρόνηση των κανονικώς θεσπισθέντων «πρεσβείων τιμής». Ήταν δηλαδή μια αλαζονική πρόκληση, που στρεφόταν ευθέως κατ’ αυτής της ιδίας της Ενότητος και της Συνοδικότητος της Εκκλησίας. Ρωμαιοκαθολικοί ιστορικοί δικαιολογούν την ανάδυση του παπικού πρωτείου ως μία «εκκλησιολογική» αναγκαιότητα, επικαλούμενοι την ανάγκη του παπικού θρόνου να περιφρουρήσει τα κανονικά του δικαιώματα στις επαρχίες της Ευρώπης, στις οποίες οι Φράγκοι ηγεμόνες κινούμενοι από πνεύμα καισαροπαπισμού, δεν του επέτρεπαν να τα εξασκήσει. Όμως το παπικό Πρωτείο, αν και γιγαντώθηκε ως αντίδραση στον καισαροπαπισμό των ευρωπαίων ηγεμόνων, κυοφορήθηκε ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως η «επηρμένη δυτική οφρύς», γεννήθηκε τον 4ον αιώνα ως απαίτηση του εκκλήτου εφ’ όλης της Εκκλησίας, κατά παραβίαση των κανονικών «πρεσβείων τιμής», και ανδρώθηκε ως αντίδραση στο κανονικό καθεστώς του 28ου  Κανόνος της Δ΄  Οικουμενικής Συνόδου.

      Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο στο θέμα αυτό, (το οποίο βέβαια είναι τεράστιο),  για να μην κουράσουμε τον αναγνώστη. Αρκούν αυτά για να συνειδητοποιήσουμε μια μεγάλη αλήθεια: Ότι η ανάπτυξη του παπικού Πρωτείου τορπίλισε το Συνοδικό Πολίτευμα της Εκκλησίας στη Δύση. Και ότι τα «πρεσβεία τιμής», η Συνοδικότητα και η Ενότητα της Εκκλησίας αλληλοπεριχωρούνται. Ενώ αντίθετα, τα «πρεσβεία τιμής» και το παπικό Πρωτείο αλληλοαναιρούνται, όπως επίσης αλληλοαναιρούνται η Συνοδικότητα και το παπικό Πρωτείο.

    Θα κλείσουμε με τον θεοφώτιστο λόγο του αγίου Ιουστίνου του Πόποβιτς, ο οποίος σχετικά με το θέμα αυτό λέγει: «Δια του δόγματος αυτού, [του παπικού Πρωτείου], ο άνθρωπος της Ευρώπης κατά δογματικώς αποφασιστικόν τρόπον, εκήρυξε το δόγμα της αυταρκείας του ευρωπαίου ανθρώπου και ούτω τελικώς εφανέρωσεν ότι δεν του χρειάζεται ο Θεάνθρωπος και εις την γην δεν υπάρχει θέσις δια τον Θεάνθρωπον. Ο τοποτηρητής του Χριστού — Vicarius Christi — τον αντικαθιστά πλήρως. Εις την πραγματικότητα από αυτό το δόγμα ζη, το ακολουθεί και επιμόνως το ομολογεί, ο κάθε ευρωπαϊκός ουμανισμός» (Από το βιβλίο «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος»).

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 13ηΟκτωβρίου 2016.

 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

 

      Δεν μας εκπλήσσει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν οι εκτός της Εκκλησίας φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι της εποχής μας το ρόλο της θρησκείας στη ζωή μιας οργανωμένης πολιτείας. Κι’ αυτό γιατί είναι γνωστό το ιδεολογικό υπόβαθρο των σκέψεων και των επιχειρημάτων τους. Διαποτισμένοι «μέχρι το κόκκαλο» με τις αρχές του αθέου Διαφωτισμού και Ουμανισμού, αντιμετωπίζουν την θρησκευτική πίστη ως νοσηρό κοινωνικό σύμπτωμα και φαινόμενο και όχι ως έμφυτη υπαρξιακή ανάγκη. Αν και έχουν περάσει σχεδόν τρεις αιώνες από τότε που ο «Διαφωτισμός» διατύπωσε τις θεωρίες του περί του θρησκευτικού φαινομένου και αποδείχτηκαν στην πράξη επιστημονικά αστήρικτες, εν τούτοις υπάρχουν ακόμη και σήμερα εκείνοι που όχι απλά τις ασπάζονται, αλλά και τις προωθούν και μάλιστα με ιδιαίτερο φανατισμό. 

Η γνωστή σε όλους μας για τις ιδεολογικές της αρχές εφημερίδα «ΑΥΓΗ», κομματικό όργανο της Αριστεράς, που κυβερνά σήμερα την χώρα μας, δεν παύει να δημοσιεύει κάθε τόσο άρθρα που αναπαράγουν τις παρά πάνω ιδεοληψίες του αθέου Διαφωτισμού και Ουμανισμού, καμουφλαρισμένες με πολλή τέχνη και μαεστρία με τον μανδύα της σύγχρονης επιστήμης, ώστε να πείθουν και να γίνονται αποδεκτές από τους αφελείς. Ένα τέτοιο άρθρο είδε το φως της δημοσιότητας πρόσφατα με τίτλο: «Η θρησκεία στη ζωή μας», με συγγραφέα τον κ. Γιώργιο Φαρακλά, καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι εξόφθαλμη η προσπάθεια του συντάκτη στο παρά πάνω κείμενο να παρουσιάσει τη θρησκεία ως ένα νοσηρό κοινωνικό σύμπτωμα και όχι, όπως προαναφέραμε, ως υπαρξιακή ανάγκη και βίωμα. Την θεωρεί ως ένα είδος δεισιδαιμονίας και σκοταδισμού, ο οποίος όλο και περισσότερο υποχωρεί με την πρόοδο των θετικών επιστημών.

Αρχίζει με την παρατήρηση ότι «Οι θρησκείες βρίσκονται σε υποχώρηση από τότε που οι επιστήμες σημειώνουν τόσο μεγάλες επιτυχίες. Η υποχώρηση αφορά τη θρησκεία ως κοσμοθεώρηση, ως τρόπο να βιώνουμε τον κόσμο. Άνθρωποι, οι οποίοι βιώνουν με χριστιανικό τρόπο τον κόσμο γύρω τους, δεν φαίνεται να υπάρχουν πια πολλοί». Η όλη δομή του άρθρου μας οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι ο συγγραφέας ομιλώντας περί θρησκείας, συμπεριλαμβάνει μεταξύ αυτών και την Ορθοδοξία. Ωστόσο όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές, η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας, δεν είναι μια θρησκεία, όπως όλες οι θρησκείες του κόσμου, που είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και σκοπό έχουν να εκπληρώσουν τον βαθύτερο πόθο του ανθρώπου, να καταφύγει σε μια υπέρτερη δύναμη για να βρει ασφάλεια και προστασία από κάθε κακό που απειλεί την ζωή του, αδυνατούν όμως να νικήσουν και να καταργήσουν την φθορά και τον θάνατο. Αντίθετα η ζωή εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία είναι πορεία από τον θάνατο στη ζωή, από την δουλεία της φθοράς και των παθών στην ελευθερία της αφθαρσίας των τέκνων του Θεού. Γι’ αυτό και βρίσκεται στον αντίποδα και όλων των θρησκειών του κόσμου.

   Με την παρά πάνω πρόταση ο συγγραφέας εκφράζει την αντίληψη ότι όσο προοδεύουν οι επιστήμες, τόσο μαραζώνουν οι θρησκείες και φυσικά μαζί μ’ αυτές και η Ορθοδοξία. Επομένως τα δύο αυτά μεγέθη, θρησκεία και επιστήμη, Ορθοδοξία και επιστήμη, είναι ασυμβίβαστα μεταξύ των. Πρόκειται για το κλασικό μαρξιστικό επιχείρημα που κατά κόρον προπαγανδίστηκε τον περασμένο αιώνα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου κυριάρχησε ο υπαρκτός Σοσιαλισμός. Ότι δηλαδή η θρησκεία και η επιστήμη, έρχονται δήθεν σε αντίθεση μεταξύ τους και ότι η επιστήμη είναι ο μεγάλος και ισχυρός αντίπαλος του Χριστιανισμού. Η επιστήμη έγινε στα χέρια των αθέων μαρξιστών το κατ’ εξοχήν εργαλείο για την προώθηση της αθεϊστικής των ιδεολογίας. Φθάσανε μάλιστα στο σημείο στην λυσσώδη πολεμική τους εναντίον της Εκκλησίας, να αρνούνται, η και να διαστρέφουν επιστημονικές ανακαλύψεις, που κλόνιζαν το αθεϊστικό τους ιδεολόγημα και ευνοούσαν την πίστη σε δημιουργό Θεό. Θα αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, δανεισμένα από το σύγγραμμα του αείμνηστου συγγραφέως κ. Νκολάου Βασιλειάδη, με τίτλο: «Η χριστιανική πίστις εις τον αιώνα της επιστήμης», για να φανεί ότι ο πραγματικός αντίπαλος της επιστήμης υπήρξε όχι η χριστιανική πίστη, άλλα ο αθεϊσμός.

«Κατά τα πρώτα έτη μετά την Ρωσικήν Επανάστασιν του 1917, αι απόψεις του Αϊνστάϊν, του Μπορ, του Χάιζενμπεργκ και άλλων, ήνοιγαν νέους ορίζοντας δια τας φυσικάς επιστήμας. Ο νόμος της αιτιότητος … υφίστατο καίριον πλήγμα. Αντικαθίστατο από την αρχήν της αβεβαιότητος. Οι άθεοι μαρξισταί ανησύχησαν. Αι απόψεις αυταί, είπαν, ενθαρρύνουν τον… ιδεαλισμόν μεταξύ των φυσικών επιστημόνων. Δια τούτο η Ρωσική Ακαδημία των Επιστημών απέρριψε… την θεωρίαν της Σχετικότητος, όπως επίσης και την θεωρία των Κβάντα και τας θεωρίας των Μπορ και Χάιζενμπεργκ, τους οποίους εχαρακτήρισεν ως… «σκοταδιστές, εχθρούς της μαθήσεως και της επιστήμης, η μεταφυσικούς μπουρζουαζίας». «Την περίοδον του 1930 οι αστρονόμοι της Δύσεως κατέληξαν εις το συμπέρασμα, ότι το Σύμπαν διαστέλλεται. Αυτό εσήμαινε ότι το Σύμπαν δεν είναι άχρονον, υπήρξε εποχή κατά την οποίαν έλαβεν αρχήν.[…].Αλλ’ η άποψις αυτή της αστρονομίας ευνοούσε ιδιαιτέρως την ‘μεταφυσικήν των μπουρζουάδων’ και την θρησκείαν, όπως έλεγαν οι άθεοι μαρξισταί. Διότι εφ’ όσον το σύμπαν είχε αρχήν, ήτο φυσικόν να έχει και τέλος […]. Η θεωρία όμως αυτή δεν ήτο αρεστή εις τον άθεον κομμουνισμόν. Δια τούτο ο Σοβιετικός τύπος την επολέμησε με σφοδρότητα».  

    Η μέχρι σήμερα πορεία τόσο του Χριστιανισμού, όσο και της επιστήμης αποδεικνύουν πανηγυρικά, ότι η επιστημονική έρευνα δεν έρχεται σε καμιά απολύτως αντίθεση με το πνεύμα και την διδασκαλία του ευαγγελίου. Ήδη στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης διατυπώνεται από τον αιώνιο λόγο του Θεού, ότι η επιστήμη αποτελεί δώρο Θεού στον άνθρωπο: «Κύριος έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (Σοφ.Σειρ.38,6). Εκφράζεται επίσης η εκτίμηση και ο σεβασμός προς το ιατρικό λειτούργημα: «Τίμα ιατρόν προς τας χρείας αυτού τιμαίς αυτού, και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος» (Σοφ.Σειρ.38,1). Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει σε μια ομιλία του: «Έχω την γνώμη ότι έγινε παραδεκτό από όλους τους λογικούς ανθρώπους, ότι η παιδεία κατέχει την πρώτην θέσιν μεταξύ των ανθρωπίνων αγαθών, όχι μόνον δε αυτή η ιδική μας, η χριστιανική, και ευγενεστέρα […], αλλά και η εξωτερική, η μη χριστιανική, η εθνική […]. Δεν πρέπει δε να καταδικάζομεν την μη χριστιανικήν παιδείαν, την εξωτερική, την εθνική, επειδή αρέσει αυτό σε μερικούς» (Λογ.43,11, PG 36,508B, 509A). Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας ήταν επιστήμονες με ευρύτατη μόρφωση, όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και μάρτυς κ.α. Κατά τον διάσημο Γερμανό φυσικό Max Planck, οι δύο δρόμοι επιστήμης και θρησκείας προχωρούν παραλλήλως και συναντώνται εις το αχανές άπειρον, εις τον ίδιον σκοπόν.

      Στη συνέχεια διατυπώνει ένα απίστευτα ρηχό επιχείρημα: «Όταν αρρωσταίνω, πρώτα τρέχω στον γιατρό μου, που με θεωρεί παράγωγο της οργανικής χημείας, όχι στον ιερέα της ενορίας μου. Καταρρέει λοιπόν ως και μέσα μου η αλήθεια της θρησκευτικής κοσμοθεωρίας μου. Όταν οι θρησκείες δύουν ως κοσμοθεωρίες, συνεχίζουν να υπάρχουν ως χορηγοί ταυτότητας, μια λειτουργία που μοιράζονται με το έθνος, το κόμμα, την ποδοσφαιρική ομάδα»! Το να καταφεύγω στον γιατρό και κατ’ επέκταση στην επιστήμη και όχι στον ιερέα της ενορίας μου, αυτό με κανένα τρόπο δεν αποδεικνύει ότι η επιστήμη είναι ισχυρότερη από την πίστη και ότι αυτή μεν μπορεί να θεραπεύσει από ασθένειες, ενώ ο Θεός δια του ιερέως της ενορίας όχι. Η χριστιανική πίστη είναι ασυγκρίτως ισχυρότερη από την επιστήμη, διότι έχουμε πάμπολλες περιπτώσεις ανθρώπων, που έπασχαν από ανίατες ασθένειες, οι οποίοι αφού κατέφυγαν πρώτα στην επιστήμη της ιατρικής και δεν μπόρεσαν να θεραπευτούν, στη συνέχεια κατέφυγαν με θερμή πίστη στην Παναγία, η σε κάποιον άγιο, (όπως στον άγιο Ραφαήλ, τον άγιο Νεκτάριο κ.λ.π.) και θεραπεύθηκαν θαυματουργικά.

  Άστοχη και παιδαριώδης είναι επίσης η προσπάθεια του συγγραφέως να υποβιβάσει την Εκκλησία στο επίπεδο ενός σωματείου, ενός κόμματος η μιας ποδοσφαιρικής ομάδος. Ας μας απαντήσει ο κ. Φαρακλάς ποιό σωματείο, η ποιο κόμμα, η ποια ποδοσφαιρική ομάδα έχει να παρουσιάσει μια ιστορική πορεία 2000 ετών! Ποιό σωματείο, η ποιο κόμμα, άντεξε χωρίς να διαλυθεί μετά από μια πρωτοφανή πολεμική και έναν ανελέητο διωγμό, τον οποίον εξαπέλυσαν οι σκοτεινές δυνάμεις επί 2000 χρόνια τώρα εναντίον της Εκκλησίας. Και μόνο το γεγονός αυτό δείχνει ότι η Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θεανθρώπινος οργανισμός.  

Συνεχίζοντας, φτάνει σε ακόμη μεγαλύτερες υπεραπλουστεύσεις. «Η θρησκεία, λένε, είναι ιδιωτική υπόθεση. Εννοούν ότι δεν είναι πολιτικό θέμα. Δεν μας αφορά ως πολίτες, μέλη της πολιτικής κοινότητας. Μας αφορά ως πιστούς, μέλη μιας κοινότητας πιστών. Η κοινότητα πιστών δεν συμπίπτει με την πολιτική κοινότητα. Ένας ορθόδοξος Βούλγαρος και ένας ορθόδοξος Έλληνας μάχονται ο ένας τον άλλο, καίτοι ανήκουν στην ίδια κοινότητα πιστών. Ένας ορθόδοξος Έλληνας και ένας εβραίος Έλληνας πολεμούν μαζί τους Βούλγαρους, γιατί είναι Έλληνες πολίτες, συμπατριώτες, καίτοι δεν ανήκουν στην ίδια κοινότητα πιστών»! Εδώ αγγίζει ένα άλλο πρόβλημα, το πρόβλημα του πολέμου και της βίας, προφανώς για αποδείξει, ότι η ενότητα των μελών του σώματος της Εκκλησίας δεν είναι αδιατάρακτη και αδιάσπαστη και ότι η ευαγγελική διδασκαλία της αγάπης προς τους εχθρούς σχετικοποιείται, η και καταργείται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του πολέμου.

    Κατ’ αρχήν ο πόλεμος και η βία είναι καρπός της αμαρτίας και της αποστασίας του ανθρώπου από τον Θεόν. Εάν όλοι οι άνθρωποι πίστευαν στο Χριστό και εφάρμοζαν το ευαγγέλιο, δεν θα υπήρχε πόλεμος και βία στη γη. Επειδή όμως δεν συμβαίνει αυτό και η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων απορρίπτει το ευαγγέλιο, αναγκάζεται η Εκκλησία να αντιμετωπίσει ένα αναπόφευκτο κακό, εφαρμόζοντας τους όρους της οικονομίας. Ενώ στο επίπεδο των προσωπικών σχέσεων καταδικάζει απόλυτα και κατηγορηματικά τη βία και τον φόνο, στο επίπεδο των θεσμών τηρεί διαλεκτική στάση. Δείχνει δηλαδή επιείκεια σε όσους μετείχαν σε πολέμους, αγωνιζόμενοι για το κοινό καλό. Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει σχετικά: «Φονεύειν ουκ έξεστιν, αλλ’ εν πολέμοις αναιρείν τους αντιπάλους και έννομον και επαίνου άξιον. Ώστε το αυτό κατά τι μεν και κατά καιρόν ουκ έξεστι, κατά τι δε και ευκαίρως, αφίεται και συγκεχώρηται» (Επιστολή προς Αμμούν, PG 26,1173B). Ο Μέγας Βασίλειος στον 13ο Κανόνα του λέει ότι οι φόνοι που γίνονται στους πολέμους δεν καταλογίζονται ως φόνοι. Παράλληλα όμως σε όσους φονεύουν στον πόλεμο, επιβάλει τριετή αποχή από την Θεία κοινωνία. Σε ολόκληρη την βυζαντινή περίοδο, αλλά και αργότερα στην ιστορία του νεωτέρου Ελληνισμού, οι πόλεμοι δεν είχαν μόνο πολιτικό αλλά και θρησκευτικό χαρακτήρα. Αυτό συνέβαινε διότι οι εχθροί του κράτους ήταν και εχθροί της Εκκλησίας. Η αγάπη προς τους εχθρούς της Πατρίδος δεν αίρει την αγάπη μας προς αυτήν. Η συναδέλφωση των λαών, (πάντοτε εν τη Εκκλησία και δια της Εκκλησίας και ουδέποτε εκτός αυτής), την οποία επιδιώκει η Ορθοδοξία, δεν αναιρεί την έννοια των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, διότι δεν λειτουργεί ισοπεδωτικά, όπως ο οδοστρωτήρας της σύγχρονης παγκοσμιοποιήσεως. Στην νεώτερη εθνική μας ιστορία στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς, η Ορθόδοξη πίστη, όχι απλά στήριξε το Έθνος μας, αλλά το διέσωσε από τον πλήρη αφανισμό. Τα περίφημα κείμενα του απελευθερωτικού αγώνος και των Εθνικών Συνελεύσεων, θέτουν ως το κυριότερο στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας, την πίστη στο Χριστό, κάτι το οποίο μαρτυρεί τον κυρίαρχο ρόλο της Εκκλησίας στην εθνική μας παλιγγενεσία.

   Στη συνέχεια προσπαθεί να «μπει» στο «βαθύτερο πνεύμα» της Εκκλησίας, το οποίο μόνον ο ίδιος κατανοεί και στηρίζεται στη λογική. Τονίζει: «Λογικά, η ίδια η Εκκλησία θα έπρεπε να απαιτεί τον χωρισμό κράτους και Εκκλησίας, μαθημάτων και κατήχησης, θρησκευτικών εορτών και εθνικών επετείων, πολιτικού γάμου και θρησκευτικού κ.ο.κ. Λογικά θα έπρεπε, για θρησκευτικούς λόγους, να απαιτεί να μη γίνονται αγιασμοί στα πλοία, τα σχολεία, τα στρατόπεδα, τα νοσοκομεία...». Προφανώς και εδώ κάνει ένα τραγικό λάθος. Λησμονεί ότι η ελληνική κοινωνία απαρτίζεται από «ιδιώτες», οι οποίοι απαιτούν να ζουν σύμφωνα με τις δικές τους ιδιαιτερότητες. Εν προκειμένω η ελληνική Πολιτεία απαρτίζεται, κατά 97% από Ορθοδόξους Χριστιανούς, οι οποίοι, εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, απαιτούν όμως να είναι και ο δημόσιος βίος τους έκφραση της Ορθοδόξου πίστεώς τους, η οποία δεν είναι μόνον «αναφορά στο Θεό», αλλά βίωμα και τρόπος ζωής. Οι Ορθόδοξοι Έλληνες δεν δέχονται να διαχωρίζεται ο ιδιωτικός βίος από το δημόσιο βίο τους, κάτι το οποίο φαίνεται και στο Σύνταγμα της χώρας, το οποίο αρχίζει με την επίκληση της Αγίας Τριάδος. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι καταπατούνται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, τα οποία γίνονται μεν σεβαστά, χωρίς όμως να φτάνουμε στο άλλο άκρο, να επιβάλλονται οι μειονότητες στη συντριπτική πλειοψηφία των Ορθοδόξων Ελλήνων. 

     Τέλος καταλήγει: «Όσοι χριστιανοί το κάνουν αυτό στηρίζουν την προωθούμενη από το υπουργείο Παιδείας μεταρρύθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών. Με τη μεταρρύθμιση συμφωνούν βέβαια και οι άθεοι. Ίσως φανεί περίεργο που αυτοί οι χριστιανοί συμφωνούν με τους άθεους. Δεν είναι. Η κοινότητα των πιστών δεν έχει ανάγκη να ορίζεται με βάση τη σχέση εχθρού και φίλου. Ίσως επειδή ακριβώς δεν είναι εθνική κοινότητα».Οι θεωρούμενοι από το συντάκτη ως «Χριστιανοί», οι οποίοι στηρίζουν την μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών σε γνωσιολογικό μάθημα των θρησκειών, δε μπορούν να θεωρηθούν καν ως Χριστιανοί, διότι καταφρονούν τη ρητή εντολή του Χριστού: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη …διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ.28,19-20). Σχετικά με τον χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών θα περιοριστούμε να μνημονεύσουμε την συντριπτική και ομολογουμένως ακαταμάχητη επιχειρηματολογία του Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ, στην ιστορική επιστολή του προς τον πρωθυπουργό κ. Α. Τσίπρα, στην οποία αποδεικνύει την ρατσιστική κακομεταχείριση της Μητέρας του Γένους Ορθόδοξης Εκκλησίας, και την προνομιακή μεταχείριση στην εκπαίδευση των Παπικών, των Εβραίων και των Μουσουλμάνων, όπως επιθυμούν οι διευθύνοντες τα του Οικουμενισμού.

    Κλείνοντας, τονίζουμε ότι, εις πείσμα των χριστιανομάχων, η Εκκλησία θα παραμένει ακατάλυτη στους αιώνες, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Χριστού: «Και πύλαι Άδου ου κατασχύσουσιν αυτής» (Ματθ.16,18), όσο και αν πολεμείται από τους ποικιλώνυμους εχθρούς της. Όπως πολύ ωραία παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος: «Αν δεν πιστεύεις στα λόγια, πίστευε στα πράγματα. Πόσοι τύραννοι θέλησαν να νικήσουν την Εκκλησία; Πόσα τηγάνια; πόσα καμίνια, δόντια θηρίων, ξίφη ακονισμένα; Όμως δεν την νίκησαν. Που είναι εκείνοι, που την πολέμησαν; Έχουν σιγήσει και παραδόθηκαν στην λήθη. Και που είναι η Εκκλησία; Λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Τα δικά τους σβήστηκαν, τα δικά της είναι αθάνατα. Αν όταν ήταν λίγοι δεν νικήθηκαν, τώρα που η οικουμένη γέμισε ευσέβεια, πως μπορείς να την νικήσεις;» («Μάταιος ο πόλεμος κατά της Εκκλησίας», μετ. Σπ. Μουστάκα, ΕΠΕ 33 σ. 387-9)! Η Ορθοδοξία μας είχε, έχει και θα έχει τον πρωτεύοντα λόγο και ρόλο στη ζωή μας, και στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας!

 

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών