Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

"Ο δυτικός άνθρωπος "


Επί τους αιώνες ο δυτικός άνθρωπος δεν μπορεί να βρει το χαμένο Παράδεισο του,την ειρήνη του Θεού μέσα στην ψυχή του.
Από την στιγμή που αποφάσισε να αφήσει την Ορθόδοξη πίστη και να ακολουθεί δικές του αιρετικές αντιλήψεις περί του Θεού έμεινε πνευματικά γυμνός, χωρίς την Θεία χάρη, την οποία μάλιστα θεωρεί κτιστή και όχι άκτιστη  όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Εγκαταλείποντας την διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων ο δυτικος άνθρωπος ξεκίνησε να ερμηνεύει το Θεό διανοητικά με την λεγόμενη "Σχολαστική Θεολογία" του Θωμά Ακινάτη, αφήνοντας το Μυστήριο της πίστης στην άκρη της καρδιάς του.
Ψάχνοντας την χαμένη πνευματικότητα του, έψαχνε μέσω του νου πνευματικές εμπειρίες στο διανοητικό μυστικισμό πέφτοντας πιο βαθιά στην θρησκευτική πλάνη. Δυστυχώς, εκτός να έχει θέα του Θεού το οποίο είναι Θείο θαύμα (όπως γράφει στο Μοναχικό ή Αγγελικό σχήμα Θέα Θεού Θείο Θαύμα ) ο δυτικός άνθρωπος έχει οράματα του κτιστού κόσμου των δαιμόνων  και ως αποτέλεσμα της πλάνης έχει τα στίγματα, τα οποία θεωρεί σαν πληγές του Χριστού στο σώμα του, σαν να Κύριος μας Ιησούς Χριστός ζήτησε ή χάρισε  κάτι παρόμοιο σε πιστούς!  Ανέκφραστη πλάνη σε οποία έπεσαν πάρα πολύ στο δυτικό κόσμο από τον  Φραγκίσκο της Ασίζης έως τον γνωστό Ρωμαιοκαθολικό ιερέα του 20ου  αιώνα  Πίο Πιετρελτσίνα.


Εξαιτίας της απομάκρυνσης από την δογματική αλήθεια περί του Θεού ο δυτικός άνθρωπος έπαυσε να είναι πνευματικός και έγινε συναισθηματικός, χωρίς όμως να είναι συμπονετικός. Τον ενδιέφερε μόνο να έχει φθηνά θρησκευτικά συναίσθημα με τα οποία έτρεφε το εγωισμό του χωρίς καθόλου,μα καθόλου να συμπάσχει με τον συνάνθρωπο.


Επί τους αιώνες με την " ευλογία " του  υπερεγωιστή τον τάχα αλάθητο Πάπα της Ρώμης,  στο όνομα του Χριστού σκότωσαν εκατομμύρια δυτικών ανθρώπων μέσω του απάνθρωπου δικαστηρίου Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ,η  λεγόμενη η Ιερά Εξέταση.


Θα έλεγε κανείς ότι αυτό είναι ο ενσαρκωμένος σατανισμός, οποίος όμως δεν σταμάτησε μόνο εκεί.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο ελληνισμός δεν μπορεί να ξεχάσει ποτέ τα φρικτά βασανιστήρια από των Σταυροφόρων Λατίνων τα οποία έγιναν στην πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης το έθος του 1204. Με την "ευλογία " του Πάπα Ιννοκέντιου Γ',  ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός, ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και Βενετσιάνος Ενρίκο Ντάντολο με των στρατό τους κατέλαβαν, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν την Κωνσταντινούπολη. Χιλιάδες Ορθόδοξους Χριστιανούς, λαϊκούς  και κληρικούς  σκότωσαν εν ψυχρώ,  γυναίκες και μοναχές βιάστηκαν από τον στρατό των άθεων  Σταυροφόρων.


Το κακό του Βατικανού δεν σταμάτησε στα εξωτερικά βασανιστήρια,  αλλά ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ'  προχώρησε στα εσωτερικά εγκλήματα  οργανώνοντας τα λεγόμενα Ανατολικά Καθολικά Πατριαρχεία τοποθετώντας τον βενετσιάνο Θωμά Μοροζίνη(1204-1211) ως πρώτο Λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Από τότε έχουμε το γνωστό Ρωμαιοκαθολικό προσηλυτισμό, λεγόμενη  η " Ουνία", η οποία είναι ο Δούρειος ίππος του Παπισμού να υποδουλώσει τους Ορθόδοξους Χριστιανούς  στην ηγεσία του Πάπα της Ρώμης. Επίσημα αυτό σατανικό σχέδιο της Ουνίας, της εξωτερικής ομοιότητας με τους Ορθόδοξους κληρικούς και μοναχούς και με την εσωτερική ομολογία πίστης του Βατικανού, εγκρίθηκε με το Βούλα του Πάπα Ιννοκέντιου Δ' στη Σύνοδο του Λατερανού 1215. Σήμερα υπάρχουν 23 Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες, τάχα αυτόνομες, που βρίσκονται σε πλήρη κοινωνία με τον Πάπα της Ρώμης.
Αυτό το πνευματικό έγκλημα το οποίο κάνουν επί τους αιώνες, πονηροί Λατίνοι  με την εξωτερική ομοιομορφία προσπαθόντας  να πλανηθούν τους Ορθόδοξους λαούς συνεχίζεται έως σήμερα.
Δυστυχώς και στην Αθήνα έχουμε τους Ουνίτες και τους ναούς τούς, όπως  ελληνόρρυθμο ναό της Αγίας Τριάδος στην οδό Αχαρνών, το οποίο μοιάζει με τον Ορθόδοξο Ναό αλλά δεν είναι. Εκεί είναι και έδρα του Ουνίτη Επισκόπου Αθηνών. Σήμερα ο Επίσκοπος των Ουνιτων Ελλήνων είναι πρώην διευθυντής του Ποντιφίκιου Ελληνόρρυθμου Κολλεγίου Αγίου Αθανασίου στην Ρώμη και καθηγητής Πατρολογίας στο Ποντιφίκιο Ινστιτούτο για Ανατολικές σπουδές στην Ρώμη Ισπανός Ιησουίτης Μανουέλ Νιν. Δηλαδή, καθόλου τυχαίο πρόσωπο για την λατινική προπαγάνδα στα Ορθόδοξα ελληνικά εδάφια.


Μη έχοντας το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης , το οποίο είναι αποτέλεσμα του βίου μέσα στα Μυστήρια της Ορθόδοξης  Εκκλησίας, ο δυτικός άνθρωπος με το πνευματικό αρχηγό του, τον κάθε Πάπα της Ρώμης, δεν μπορεί να βρει την ειρήνη του Θεού μέσα στην ψυχή του. Κλεισμένος στον πνευματικό λαβύρινθο της Ρωμαιοκαθολικής πλάνης ενός τάχα αλάθητου επισκόπου Ρώμης και πολλές άλλες δογματικές αναλήθειες και ανακριβείς,όπως το Filioqoue, η κτιστή χάρη, η Μαριλογία,τα άζυμα κτλ. ο δυτικός άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει τα τρία  ορθόδοξα  πνευματικά στάδια: την κάθαρση , το φωτισμό και την θέωση.
Ο νους του δυτικού ανθρώπου είναι άρρωστος, η καρδιά ακάθαρτη, τα συναισθήματα μολυσμένα από την αποστασία από την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία.


Δυστυχώς και εμείς βαπτισμένοι Ορθόδοξοι  Χριστιανοί με τον τρόπο της ζωής μας δεν διαφέρουμε τίποτα από τον δυτικό άνθρωπο. Ίσως ήμαστε και χειρότεροι,επειδή με τέτοιο πνευματικό πλούτο της Ορθόδοξης πιστεως μας, εκτός να ήμαστε το φώς στο κόσμο με το παράδειγμα μας, γίναμε ακάθαρτα δοχεία γεμάτα από την φιλοδοξία, την φιλαργυρία  και την φιληδονία. Εξαιτίας τέτοιας αντιχριστιανικής ζωής ούτε είμαστε παράδειγμα αλλά  γίναμε  εύκολο στόχο πολλών αρχαίων και νέων αιρετικών ομάδων.


Ο δυτικός άνθρωπος χρειάζεται πνευματική βοήθεια, όπως και όλοι εμείς. Αυτή βοήθεια μπορούμε εμείς Ορθόδοξοι Χριστιανοί να του προσφέρουμε με το παράδειγμα της αμοιβαίας αγάπης μας,  με την ενότητα των Ορθοδόξων λαών και Εκκλησιών.  Μόνο τότε, αν ανάμεσα μας των Ορθοδόξων Χριστιανών  υπάρχει αληθινή  αγάπη, τότε η Ομολογία της Πίστεως μας θα έχει δύναμη, αλλιώς θα ήμαστε ένα τίποτα που θα λόγια μας περί της αγάπης και αλήθειας είναι σαν ήχος χάλκινος καμπάνας ή σαν κυμβάλου αλαλαγμός. 


Αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Μεάντζια

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Η καλή πρόθεση του θεολόγου και η Ορθόδοξη θεολογία


Βασίλειος Τουλουμτσής

Δύο πολύ καθοριστικά στοιχεία ενός διαλόγου και πάντοτε σε συνάρτηση με την επιδιωκόμενη αληθεύουσα ακρίβεια της απάντησης, είναι αφενός ο τρόπος που τίθεται το ερώτημα και αφετέρου η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η αντίστοιχη απάντηση. Προκαλεί εντύπωση το γεγονός, ότι σε πλείστες εισηγήσεις αλλά και δημοσιεύσεις θεολογικών άρθρων, χρησιμοποιείται με μικρές παραλλαγές, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα και αντιγραφικά, η εξής φράση: «Η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να πράξει το τάδε και το δείνα προκειμένου να εκσυγχρονιστεί και να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά στασιμότητας και συντήρησης». Σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται  εν αμφιβόλω ούτε η καλή πρόθεση, ούτε ακόμη και η ευφυία του εκάστοτε συντάκτη. Κατά πόσο όμως απλώς η καλή πρόθεση αποτελεί κριτήριο ορθοδόξου θεολογίας και δικαιολογεί προσωπικές «κατανοήσεις» του περιεχομένου αυτής; Η προβολή μιας υποκειμενικής «θεολογίας», η οποία διαφοροποιείται από την σύνολη εκκλησιαστική παράδοση και ενιαία πίστη, αν μη τι άλλο, είναι απόλυτα ενδεικτική της άγνοιας του πραγματικού περιεχομένου, των προϋποθέσεων και της αυτονόητης δυναμικής της θεολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που τίθεται υπό τον μανδύα ενός «γόνιμου προβληματισμού».

Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στο έργο του «Περί αιρέσεων[1]», αναφέρει τέσσερις αιρέσεις οι οποίες αποτέλεσαν τη μήτρα δημιουργίας και των λοιπών αιρέσεων οι οποίες είναι: 1.Βαρβαρισμός, 2.Σκυθισμός, 3.Ελληνισμός (ειδωλολατρεία), 4.Ιουδαϊσμός. Καί στις τέσσερις περιπτώσεις, κοινός τόπος είναι η εκ των κάτω θεολογία, η οποία σαφώς δεν κινείται στη θεμελιώδη διάκριση κτιστού-ακτίστου, με μοιραία κατάληξη την απόλυτα καταφατική ερμηνεία της πραγματικότητας (θρησκειοποίηση της πίστης). Αποτέλεσμα τέτοιων ερμηνευτικών προσπαθειών είναι οι ατέρμονες θεολογικές συζητήσεις, οι οποίες μη έχοντας ως κέντρο αναφοράς την Σαρκωμένη Αλήθεια και την επαναφορά του ανθρώπου στην «εὐπρέπεια τοῦ ἀρχετύπου κάλλους[2]», σωτηριολογικώς δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στον άνθρωπο, ενώ από την άλλη πλευρά, εξιδανικεύουν με θεολογική ορολογία την μεταπτωτικότητα, καθιστώντας τον άνθρωπο δούλο του θεοποιημένου ειδώλου του.

Με αφορμή την εορτή της ανάμνησης της αναστήλωσης των ιερών εικόνων (843) αξίζει να αναφερθούν ενδεικτικά και με μεγάλη συντομία, δύο αυτοκράτορες του γενικότερου ιστορικού πλαισίου της εικονομαχίας, οι οποίοι παρότι κινήθηκαν έχοντας τις καλύτερες προθέσεις και θεωρώντας ότι καθηκόντως υποστηρίζουν την ορθόδοξη πίστη από ειδωλολατρικές και άλλες επιδράσεις, εν τούτοις απεδείχθησαν πρωτεργάτες και υποκινητές μεγάλων εκκλησιαστικών αναταραχών.

 Ως πρώτη περίπτωση αναφέρουμε τον Βαρδάνη-Φιλιππικό (βασίλευσε τα έτη 711-713). Μέσα στο τόσο σύντομο διάστημα της βασιλείας του, θεωρώντας ότι υπερασπίζεται την ορθόδοξη πίστη, στράφηκε κατά των αποφάνσεων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, αντικατέστησε την εικόνα της από την Καμάρα του Μιλίου με αυτή του Σεργίου,  καθιστώντας αναπόφευκτα την εικόνα αντικείμενο έριδας, ενώ παράλληλα, συνεκάλεσε τη μονοθελητική ψευδοσύνοδο του έτους 712[3]. Σημειωτέον, η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος 30 έτη πρωτύτερα  διατύπωσε το δόγμα περί των δύο φυσικών θελήσεων και ενεργειών που ενεργούν στο ένα πρόσωπο του Χριστού [4].

Η δεύτερη περίπτωση είναι ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος, πρωταγωνιστής  στον πόλεμο κατά των εικόνων, ο οποίος ως γνωστόν και σύμφωνα με τις κειμενικές πηγές, λόγω μανιχαϊστικών επιδράσεων θεωρούσε τις εικόνες ειδωλολατρική προσθήκη, και κινούμενος αναμφισβήτητα καλοπροαίρετα μέσα σε ένα πλαίσιο προσωπικής κατανόησης της χριστιανικής πίστης και παράδοσης, πολέμησε την προσκύνηση των εικόνων, πράγμα το οποίο αργότερα επεκτάθηκε και στην τιμή των αγίων και των λειψάνων τους, δίνοντας τη σκυτάλη στον πολύ δυναμικό και πολυμαθή γιο του Κωνσταντίνο Ε΄. 

Άλλωστε, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, δεν καταδίκασε την εικονομαχία και την γενόμενη διαφοροποίηση της από την σύνολη εκκλησιαστική παράδοση ως προς το επίπεδο των προθέσεών της, αλλά κυρίως ως προς την στρεβλή χριστολογία στην οποία η εικονομαχική σύνοδος της Ιέρειας (754) επιχείρησε θεολογικώς να στηριχθεί. Δηλ. με άλλα λόγια, οι εικονομάχοι, αντιλαμβάνονταν έναν διαφορετικό Χριστό, απερίγραπτο, που δεν μπορεί να εικονιστεί. Αυτό όμως μοιραία σημαίνει αμφιβολίες ως προς την πραγματικότητα της Σάρκωσης, και άρα της σωτηρίας του ανθρώπου.[5] Αγωνίστηκαν για την πίστη και την ορθοδοξία που οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν. Αυτή όμως η πίστη δεν ήταν η πίστη της Εκκλησίας, η αποκεκαλυμμένη αλήθεια του Τριαδικού Θεού.

Είναι σαφές μέσα στην διαχρονική και ενιαία εκκλησιαστική παράδοση Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, πως η θεολογία είναι η κατ΄ενέργειαν γνώση του Θεού στο επίπεδο της αποκάλυψης «αυτοπροσώπως» από τον ίδιο το Θεό. Επομένως, ακόμη και η διάκριση της θεολογίας σε χαρισματική και ακαδημαϊκή δεν δίνει περιθώρια στην τελευταία για προσωπικούς ακροβατισμούς, ενδοκόσμιες προσεγγίσεις των ενδοτριαδικών σχέσεων και προσωπικές κατανοήσεις του περιεχομένου της, καθώς έργο της και αποστολή της δεν είναι η προβολή μιας άλλης θεολογίας διαφοροποιημένης από την χαρισματική, αλλά ακριβώς η συστηματική αποσαφήνιση της χαρισματικής ζωής, δηλ. της πίστης των Πατέρων[6].

Σε αυτό το πλαίσιο, αν ο κάθε θεολογών ξεκαθαρίσει ότι η θεολογία δεν είναι ρητορική, αοριστολογία  και σοφιστεία προς τέρψη των ώτων, αλλά «ἡ πρός Θεόν, ὡς ἐφικτόν, ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις»[7], λόγος περί της όντως πραγματικότητας με βάθος και προοπτική σωτηριολογική, θα αντιληφθεί ταυτόχρονα, ότι τελικά η θεολογία δεν οφείλει τίποτα. Απλούστατα ερμηνεύεται εμπροϋπόθετα και δεν χαρίζεται απροϋπόθετα.

 

 

 

 

 

 

 



[1] Ιωάννης Δαμασκηνός PG 94, 677A-780D.
[2] Στιχηρό Ιδιόμελο της Λιτής από την Ακολουθία της Εορτής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
[3] Βλ. Αρχ. Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, Εικονομαχία και Κοινωνία στα χρόνια Λέοντος Γ΄ Ισαύρου, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 2002, όπου ο συγγραφέας παραθέτει με άκρως επιστημονική λεπτότητα συμπεράσματα από την εξαντλητική μελέτη των πηγών.
[4] Βλ. Πρακτικά Mansi XI.
[5] Βλ. κοντάκιο Όρθρου Κυριακής Α΄Νηστειών «Ὀ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός, ἐκ σοῦ Θεοτόκε περιεγράφη σαρκούμενος», δηλώνοντας την αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού.
[6] Βλ. Οίκος, Ακολουθία Όρθρου Κυριακής Α΄ Νηστειών, «Τοῦτο τὸ τῆς Οἰκονομίας μυστήριον, πάλαι Προφῆται θειωδῶς ἐμπνευσθέντες, δι' ἡμᾶς, τοὺς εἰς τὰ τέλη τῶν αἰώνων καταντήσαντας, προκατήγγειλαν, τῆς τούτου τυχόντες ἑλλάμψεως. Γνῶσιν οὖν θείαν δι' αὐτοῦ λαβόντες, ἕνα Κύριον τὸν Θεὸν γινώσκομεν, ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι δοξαζόμενον, καὶ αὐτῷ μόνω λατρεύοντες, μίαν Πίστιν, ἓν Βάπτισμα ἔχοντες, Χριστὸν ἐνδεδύμεθα, Ἀλλ' Ὁμολογοῦντες τὴν σωτηρίαν, ἔργω καὶ λόγῳ, ταύτην ἀνιστοροῦμεν».
[7] Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 4, PG 3, 376A.

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Για ποιο λόγο νηστεύουμε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ;

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Την παλαιά εποχή πολλοί πιστοί προσέρχονταν στα μυστήρια χωρίς καμιά προετοιμασία και μάλιστα κατά την εποχή που ο Χριστός τα συνέστησε. Αντιλαμβανόμενοι οι πατέρες την παρακαλούμενη βλάβη από την απροετοίμαστη προσέλευσι, αφού συγκεντρώθηκαν καθιέρωσαν σαράντα ημέρες νηστείας, προσευχών, ακροάσεως του θείου λόγου και συνάξεων, ώστε, αφού καθαρισθούμε όλοι μας με κάθε επιμέλεια και με προσευχές και με ελεημοσύνη και με νηστεία και με ολονύκτιες παρακλήσεις και με δάκρυα μετανοίας και με εξομολόγησι και με όλα τα άλλα, να προσέλθουμε έτσι στην Θεία Κοινωνία με καθαρή κατά το δυνατό συνείδηση.
Και ότι μ αὐτὸ κατώρθωσαν μεγάλα πράγματα, συνηθίζοντας μας με την συγκατάβασι αυτή στην νηστεία, γίνεται φανερό από το εξής: Αν εμείς όλο τον χρόνο επιμείνουμε να φωνάζουμε και να κηρύσσουμε την νηστεία, κανείς δεν προσέχει στα λόγια μας· αν όμως έλθη ο καιρός της νηστείας της Τεσσαρακοστής, τότε, χωρίς κανείς να προτρέπη ούτε και να συμβουλεύη και ο πιο νωθρός αφυπνίζεται και ακολουθεί την προτροπή και την συμβουλή, που επιβάλλει ο καιρός.
Αν λοιπόν σε ρωτήσει ο Ιουδαίος και ο ειδωλολάτρης, για ποιόν λόγο νηστεύεις , μη πης, ότι νηστεύεις για το Πάσχα η για την θυσία του Σταυρού, γιατί θα του δώσης μεγάλη αφορμή για αντεκλίσεις. Γιατί δεν νηστεύουμε για το Πάσχα ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα, επειδή πρόκειται να προσέλθουμε στα μυστήρια· γιατί το Πάσχα δεν είναι αιτία νηστείας ούτε πένθους, αλλά υπόθεσης ευφροσύνης και χαράς. Γιατί ο Σταυρός συνέτριψε την αμαρτία, έγινε καθάρσιο της οικουμένης, έγινε αιτία συμφιλιώσεως και εξαλείψεως της πολυχρόνιας έχθρας, άνοιξε τις πύλες του ουρανού, έκανε τους εχθρούς φίλους, επανέφερε στον ουρανό, τοποθέτησε στα δεξιά του θρόνου του Θεού την ανθρώπινη φύσι και μας πρόσφερε αμέτρητα άλλα πνευματικά αγαθά. Δεν πρέπει λοιπόν να πενθούμε ούτε να θλιβώμαστε, αλλά να αγαλλώμαστε και να χαιρώμαστε. Γι αυτό και ο Παύλος λέγει ̇ «Σε μένα ας μη συμβή να καυχηθώ για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τον σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Γαλ. 6,14). Και πάλι ̇ «Ο Θεός δείχνει την αγάπη του προς εμάς με το ότι, αν και ήμασταν αμαρτωλοί, ο Χριστός πέθανε για μας» (Ρωμ. 5,8). Κάτι παρόμιο λέγει και ο Ιωάννης ̇ «Γιατί τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο» (Ιω. 3,16). Πες όμως, πως; Αφού άφησε κατά μέρος όλα τα άλλα, ανέφερε τον σταυρό. Γιατί, αφού είπε, «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο», πρόσθεσε, «ώστε έδωσε τον Μονογενή Υιο του να σταυρωθή, ώστε να μη χαθή ο καθένας που πιστεύη σ αὐτὸν, αλλά να έχη ζωή αιώνια» (Ιω. 3,16). Αν είναι λοιπόν ο Σταυρός αφορμή αγάπης και καύχημα, ας μη λέμε, ότι πενθούμε γι αυτόν. Γιατί δεν πενθούμε για εκείνον – μη γένοιτο – αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα. Γι’ αυτό νηστεύουμε.

Τα ιερά μνημόσυνα – Εκ του αειμνήστου Καθηγητού Ιωάννου Φουντούλη

Του αειμνήστου Καθηγητού, Ιωάννου Φουντούλη

Θέμα τῆς παρούσης εἰσηγήσεως εἶναι «Τὰ ἱερὰ μνημόσυνα», δηλαδὴ οἱ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας δεήσεις τῆς Ἐκκλησίας. Περιλαμβάνει δὲ δύο μέρη.
Στὸ πρῶτο προσπαθοῦμε νὰ δώσουμε μία ἱστορικὴ εἰκόνα τοῦ θέματος, δηλαδὴ κάνουμε μία ἀναδρομὴ στὴν περὶ μνημοσυνῶν παράδοση καὶ πρακτική τῆς Ἐκκλησίας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρις ὅτου παγιώθηκε ἡ λειτουργικὴ τάξη. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ στὴν ἱστορία, καὶ στὴν ἐδῶ περίπτωσή μας καὶ σὲ κάθε ἄλλο λατρευτικὸ θέμα, δὲν γίνεται ἁπλῶς ἀπὸ λόγους ἱστορικῆς περιέργειας, ἀλλὰ ἔχει οὐσιαστικὸ λόγο ὑπάρξεως καὶ καλλιεργείας. Ἔτσι κατοχυρώνουμε τὴν νομιμότητα τῆς λειτουργικῆς μας πράξεως καὶ ἐν προκειμένῳ τὶς δεήσεις ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων, ποὺ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τους καὶ γιὰ παρηγοριὰ τῶν ζώντων.
Ἔτσι σκέπτεται, θεολογεῖ καὶ ἐνεργεῖ μία παραδοσιακὴ Ἐκκλησία, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος. Ἡ παράδοση δικαιώνει καὶ ἐπαληθεύει τὴν σημερινή μας πρακτική. Δὲν καινοτομοῦμε, ἀλλὰ ἀκολουθοῦμε τὴν τάξη ποὺ παραλάβαμε ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Σ’ αὐτὴν μὲ ταπείνωση καὶ ἐμπιστοσύνη στηριζόμαστε καὶ ἐν ὀνόματί της συνεχίζουμε τὴν πνευματικὴ καὶ λατρευτικὴ ζωὴ μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμενοι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πιστεύοντας ὅτι ἡ εὐσπλαγχνία του θὰ νικήσει τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Τὸ λέμε μὲ παρρησία στὶς εὐχὲς τῆς γονυκλισίας τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ κατὰ βάση εἶναι νεκρώσιμες εὐχές: «Ἐπιμέτρησον τὰς ἀνομίας ἡμῶν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου· ἀντίθες τὴν ἄβυσσον τῶν οἰκτιρμῶν σου τῷ πλήθει τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν» (α’ γονυκλισία, εὐχὴ πρώτη). Στὰ ἐρωτήματα ποὺ τίθενται ἀπὸ πιστοὺς καὶ μὴ πιστοὺς γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι ἡ σκοπιμότητα καὶ ποιὸ τὸ ὄφελος γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἔχουν οἱ δεήσεις ποὺ κάνουν γι’ αὐτοὺς οἱ ζῶντες, ἐφ’ ὅσον «ἐν τῷ ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια», ἐμεῖς θὰ ἀπαντήσουμε ἐπικαλούμενοι τὴν ἀπὸ αἰώνων πράξη τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ φαινομενικὰ ἁπλοϊκό, «ἔτσι τὸ παραλάβαμε», δείχνει ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη μας καὶ τὴν ἀμετακίνητη καὶ ζωντανὴ ἐλπίδα μας στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζει τὴν πίστη της καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ στὸν κόσμο, ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους μας τὴν ἐγγύηση ὅτι οἱ προσευχὲς μας γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι θὰ εἶναι ὠφέλιμες γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν τεθνεώτων. Μὲ ποιὸ τρόπο θὰ γίνει αὐτό, τὸ ἀφήνουμε στὸ ἀνεξιχνίαστο πέλαγος τῆς πολυμήχανης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ περίπου εἶναι ἡ ἀπάντησή μας στὸ θέμα ποὺ ἀφορᾶ στὰ μνημόσυνα ἀπὸ λειτουργικὴ ἄποψη. Πῶς θεωρητικά, βάσει τῆς περὶ ἐσχάτων καὶ περὶ τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς καὶ ἀναστάσεως διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς περὶ τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων θεολογίας της ἀντιμετωπίζεται τὸ θέμα, ἔχει ἐπαρκῶς ἀναλυθεῖ ἀπὸ τὶς προηγηθεῖσες θεωρητικὲς εἰσηγήσεις. Ἐμεῖς θὰ μείνουμε στὴν ἱστορικολειτουργικὴ του πλευρὰ μόνο.

Ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία καθιέρωσε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰδικὲς προσευχὲς γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πίστεως καὶ διδασκαλίας της ὅτι οἱ ἀποθανόντες πιστοὶ ζοῦν καὶ μετὰ θάνατον ἐν Χριστῷ καὶ ὅτι ἡ κοινωνία πίστεως καὶ ἀγάπης μεταξὺ ζώντων καὶ τεθνεώτων δὲν παύει νὰ ὑφίσταται, ἐκφράζεται δὲ μὲ ἀμοιβαῖες προσευχές. Οἱ ζῶντες δέονται ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων καὶ οἱ κεκοιμημένοι ὑπὲρ τῶν ζώντων καὶ μάλιστα οἱ ἅγιοι, ποὺ ἔχουν παρρησία στὸν Θεό. Ἔτσι καθιερώνονται προσευχὲς καὶ ἀκολουθίες ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων εἰς μνήμην αὐτῶν, τὰ μνημόσυνα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει πανανθρώπινη παράδοση καὶ πρακτική, νεκρικὰ δηλαδὴ ἔθιμα ποὺ ὑφίσταντο κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἱδρύσεως καὶ ἐξαπλώσεως τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πού, ἐκχριστιανιζόμενα καὶ ἀποκαθαιρόμενα ἀπὸ προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες, λαμβάνουν νέο περιεχόμενο καὶ νόημα καὶ συνεχίζονται ἀπὸ αὐτήν.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀπαντοῦν μαρτυρίες γιὰ τὴν πρὸ Χριστοῦ ἰουδαϊκὴ πράξη. Στὸ Τωβὶτ 4,17 ὑπάρχει ἡ προτροπὴ «ἔκχεον τοὺς ἄρτους σου ἐπὶ τὸν τάφον τῶν δικαίων», ποὺ ὑπαινίσσεται τὴν τέλεση νεκροδείπνων στοὺς τάφους ἢ τὴν προσφορὰ ἐλεημοσυνῶν στοὺς φτωχούς, προφανῶς εἰς μνημόσυνο τῶν ἀπελθόντων. Στὸ Β’ Μακκαβαίων 12, 43-45 μαρτυρεῖται ἡ τέλεση θυσιῶν «περὶ ἁμαρτίας» ὑπὲρ τῶν «μετ’ εὐσέβειας κοιμωμένων». Ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος ἔστειλε στὸν ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων τὰ ἀπαιτούμενα γιὰ νὰ τελεσθεῖ θυσία γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔπεσαν στὸν πόλεμο. Ἡ συγγένεια μὲ τὴν σχετική, μεταγενέστερα βέβαια, χριστιανικὴ πράξη εἶναι ἐμφανής.
Θυσίες ὅμως καὶ προσφορὲς ὑπὲρ τῶν νεκρῶν ἔκαναν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου ἦταν γνωστὰ τὰ «περίδειπνα», κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπιστεύετο ὅτι συνέτρωγε καὶ ὁ νεκρὸς μαζὶ μὲ τοὺς παρακαθημένους. Τὰ ἐπιμνημόσυνα δεῖπνα αὐτὰ ἐτελοῦντο σὲ ὁρισμένες τακτὲς ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου ἡμέρες, τὴν τρίτη, τὴν ἐνάτη, τὴν τριακοστὴ καὶ κατ’ ἔτος τὴν «γενέθλιο» ἡμέρα τοῦ νεκροῦ, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐπέτειο τῆς γεννήσεώς του – ὄχι τοῦ θανάτου του. Ἡ συγγένεια καὶ ἐδῶ μὲ τὴν χριστιανικὴ πρακτικὴ εἶναι ἐμφανέστατη.
Οἱ χριστιανοὶ συνεχίζουν, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὰ ἀνωτέρω μὲ ἕνα διπλὸ τρόπο· τὶς ἐλεημοσύνες ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων, ὡς ἔκφραση ἀγάπης πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς, καὶ τὶς προσευχές. Ἤδη οἱ «Ἀποστολικὲς Διαταγὲς» (τέλος Δ’ αἰῶνος) συνιστοῦν νὰ δίδονται «ἐκ τῶν ὑπαρχόντων» τοῦ νεκροῦ καὶ «εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ» ἐλεημοσύνες στοὺς φτωχοὺς (Η’ 42). Τὸ ἴδιο συνιστοῦν καὶ ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἱερώνυμος, ὁ Τερτυλλιανός, ὁ ψευδο-Ἀθανάσιος καὶ ἄλλοι παλαιοὶ πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς. Παραλλήλως ὅμως ἐτελοῦντο στοὺς τάφους τῶν νεκρῶν καὶ τὰ «περίδειπνα» ἢ «μακαρίαι», ποὺ ἔχουν ἐπιβιώσει μὲ διάφορες ἐξελιγμένες μορφὲς κατὰ τόπους μέχρι σήμερα. Καὶ τὰ «περίδειπνα» δὲν εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν περὶ ἐλεημοσυνῶν πρακτική, ἀφοῦ σ’ αὐτὰ συνέτρωγαν ὄχι μόνο συγγενεῖς καὶ φίλοι τοῦ νεκροῦ, ἀλλὰ καὶ κληρικοί, πτωχοὶ καὶ ξένοι (Ἀποστ. Διαταγαὶ Η’ 44, Αὐγουστίνου Ἐξομολογήσεις Ι, 2, Βαλσαμὼν κ.λπ.). Εἶναι ἄξιο σημειώσεως τὸ πνευματικὸ νόημα ποὺ δίδεται ἀπὸ τὶς «Ἀποστολικὲς Διαταγὲς» στὶς συνεστιάσεις αὐτές, ὡς μίας πράξεως προσευχῆς καὶ πρεσβείας τῶν ζώντων ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων («ἐν δὲ ταῖς μνείαις αὐτῶν καλούμενοι μετὰ εὐταξίας ἐστιάσθε καὶ φόβου Θεοῦ, ὡς δυνάμενοι καὶ πρεσβεύειν ὑπὲρ τῶν μεταστάντων» Η’ 44).

Ἤδη πάντως στὶς «Ἀποστολικὲς Διαταγὲς» ὑπάρχουν ὄχι μόνο διαμορφωμένες εὐχὲς καὶ διακονικὲς αἰτήσεις «ὑπὲρ ἀναπαυσαμένων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν ἡμῶν», ποὺ κατὰ βάσιν περιέχουν τὰ αἰτήματα ἀκόμα καὶ τὶς φραστικὲς διατυπώσεις ποὺ μᾶς εἶναι οἰκεῖες ἀπὸ τὶς ἐν χρήσει εὐχὲς («παρίδῃ αὐτῷ πᾶν ἁμάρτημα ἑκούσιον καὶ ἀκούσιον καί… κατατάξῃ εἰς χώραν εὐσεβῶν, ἀνειμένων εἰς κόλπον Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ… ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμὸς» Η’ 41), ἀλλὰ καὶ μαρτυρία ὅτι ὑφίσταντο ἤδη ὡς καθοριζόμενα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους τὰ τρίτα, τὰ ἔνατα, τὰ τεσσαρακοστὰ καὶ τὰ ἐνιαύσια μνημόσυνα. Δίδεται δὲ μία βιβλικὴ ἢ ὑποτυπώδης θεολογικὴ δικαίωση γιὰ τὸ καθένα:« Ἐπιτελείσθω δὲ τρίτα τῶν κεκοιμημένων ἐν ψαλμοῖς καὶ ἀναγνώσεσι καὶ προσευχαῖς διὰ τὸν διὰ τριῶν ἡμερῶν ἐγερθέντα• καὶ ἔνατα εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων καὶ τῶν κεκοιμημένων καὶ τεσσαρακοστὰ κατὰ τὸν παλαιὸν τόπον, Μωϋσῆν γὰρ οὕτως ὁ λαὸς ἐπένθησε· καὶ ἐνιαύσια ὑπὲρ μνείας αὐτοῦ» (Η’ 42).
Παρόμοιες θεολογικὲς ἑρμηνεῖες μὲ ἀναγωγὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἢ στὴν θεολογικὴ σημασία τῶν ἀριθμῶν ἢ ἰδιαιτέρως στὸν βίο καὶ στὶς μετὰ τὴν ἀνάσταση ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου ἔχουν δοθεῖ πολλὲς γιὰ τὴν δικαιολόγηση τῆς ἐπιλογῆς τῶν ἡμερῶν τελέσεως τῶν μνημοσυνῶν: Ἁγία Τριάς, τριήμερος ταφὴ τοῦ Κυρίου (τὰ τρίτα), τὰ ἀγγελικὰ τάγματα ἢ ὁ ἱερὸς ἀριθμὸς 3 ἐπὶ 3 ἢ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ὀγδόη μετὰ τὴν ἀνάσταση ἡμέρα (τὰ ἔνατα), ἀνάληψη τοῦ Κυρίου σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἀνάσταση (τὰ τεσσαρακοστὰ) κ.ο.κ.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης ἀναφέρει καὶ ἄλλες ἑρμηνεῖες ποὺ κυκλοφοροῦσαν κατὰ τὴν ἐποχή του, ποὺ συσχέτιζαν τὶς ἡμέρες τῶν μνημοσυνῶν μὲ τὶς ἀντίστοιχες φάσεις τῆς συλλήψεως καὶ τῆς διαμορφώσεως τοῦ ἐμβρύου ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς φυσικῆς διαλύσεως τοῦ σώματος μετὰ τὴν ταφὴ ἀφ’ ἑτέρου. Αὐτὲς βασιζόταν στὶς ἰατρικὲς γνώσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ δὲν τὶς υἱοθετεῖ ὁ Συμεών, ποὺ ὀρθῶς προτιμᾶ «πνευματικῶς νοεῖν πάντα καὶ θείως καὶ μὴ ἐκ τῶν αἰσθητῶν συνιστᾶν τὰ τῆς Ἐκκλησίας» (Διάλογος, κέφ. 371).
Ἕνα πάντως εἶναι σημαντικό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διατήρησε προχριστιανικὰ ἤθη ποὺ δὲν ἀντέλεγαν στὴ διδασκαλία της, ἔδωσε σ’ αὐτὰ νέο χριστιανικὸ νόημα καὶ τροποποίησε μερικὰ γιὰ θεολογικοὺς λόγους. Ἔτσι ἐνεργεῖ ὅταν μεταθέτει τὰ τριακοστὰ στὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα, ἐμφανῶς ἀπὸ ἰουδαϊκὴ ἐπὶδραση καὶ ἀπὸ συσχετισμὸ πρὸς τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἔτσι τελεῖ καὶ τὰ ἐνιαύσια, ὄχι, κατὰ τὴν ἄνευ σημασίας ἡμέρα τῆς φυσικῆς γεννήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐν Χριστῷ γεννήσεως καὶ τελειώσεως καὶ εἰσόδου στὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ τῆς «κοιμήσεως» τῶν πιστῶν, τὴν «γενέθλιο ἡμέρα» τους. Δὲν ἐπιδίδεται σὲ ἀνούσιους καὶ ἀνωφελεῖς πολέμους καὶ σκιαμαχίες, ἀλλὰ ἀναπλάθει ἐν Χριστῷ τὸν κόσμο. Πολὺ σοφὴ τακτική.

Ἀπὸ τὰ σωζόμενα τυπικὰ διαφόρων Μονῶν μαθαίνομε τὰ νεκρικὰ ἔθιμα ποὺ τηροῦνταν στὰ μοναστήρια καὶ προφανῶς καὶ στὶς κατὰ κόσμον ἐκκλησίες. Ἐπὶ τὶς σαράντα πρῶτες ἡμέρες ἐγίνετο καθημερινῶς κατὰ τὶς ἀκολουθίες τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ ὄρθρου εἰδικὴ δέηση ὑπὲρ τοῦ κοιμηθέντος καὶ προσεφέρετο ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ ἀναίμακτος θυσία. Στὴν ἰδιαιτέρως μεγάλη σπουδαιότητα τῆς τελέσεως τῆς θείας εὐχαριστίας ὑπὲρ τοῦ κεκοιμημένου, τῆς μνημονεύσεώς του κατ’ αὐτὴν καὶ τῆς ὠφελείας του ἀπὸ αὐτὴν ἀναφέρονται οἱ πατέρες ἀπὸ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (Δ’ αἰών), ποὺ τονίζει ὅτι «μεγίστην ὤνησιν»( μεγάλη ὠφέλεια) εὑρίσκουν οἱ ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν ἡ δέησις προσφέρεται τῆς ἁγίας καὶ φρικωδέστατης προκειμένης θυσίας» (Μυσταγωγικὴ Κατήχησις Ε’9), μέχρι καὶ τοῦ ἁγίου Συμεὼν Θεσσαλονίκης (ΙΕ’ αἰών).
Ὁ τελευταῖος συνδυάζει τὴν παραδοσιακὴ περὶ λειτουργίας θεολογία, εἰδικότερα στὴν ἐκ τῆς μνημονεύσεως τῶν κεκοιμημένων κατὰ τὴν ἐξαγωγὴ τῶν μερίδων στὴν πρόθεση ὠφέλεια, γιατί μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν διὰ τῆς μερίδος τους στὸ δισκάριο μετέχουν μυστηριωδῶς καὶ ἀοράτως τῆς χάριτος, κοινωνοῦν, παρακαλοῦνται, σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ (Διάλογος, κεφ. 373). Ἂν ἀπέθνησκε κάποιος κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς ἢ ἡ περίοδος τῶν σαράντα λειτουργιῶν ἐνέπιπτε μερικῶς μέσα σ’ αὐτή, ἐγίνετο μία εὔλογη διευθέτηση. Τὰ τρίτα ἐτελοῦντο τὸ πρῶτο Σάββατο, τὰ ἔνατα τὸ δεύτερο καὶ τὸ σαρανταλείτουργο ἄρχιζε ἀπὸ τὴ Δευτέρα μετὰ τοῦ Θωμᾶ. Ἡ διάταξη αὐτὴ εἶναι πολλαπλῶς σημαντικὴ καὶ θὰ ἐπανέλθουμε στὸ δεύτερο μέρος τῆς εἰσηγήσεως.
Ἂς κρατήσουμε τὸ βασικό της δίδαγμα ὅτι τὸ κυρίως μνημόσυνο τοῦ κεκοιμημένου γίνεται διὰ τῆς θείας λειτουργίας ἤ, μὲ ἄλλους λόγους, ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀκολουθία τοῦ μνημοσύνου εἶναι συνδεδεμένη ἀρρήκτως μὲ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας, ὅπως εἴδαμε παλαιότερα γιὰ τὸ βάπτισμα, τὸν γάμο, τὸ εὐχέλαιο κ.λπ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀτομικὰ μνημόσυνα ποὺ γίνονται κατὰ τὴν τρίτη, ἐνάτη, τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως ἡμέρα καὶ κατὰ τὴν κατ’ ἔτος μνήμη τοῦ θανάτου τοῦ κεκοιμημένου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει εἰσαγάγει σ’ ὅλες τὶς ἀκολουθίες τῆς δεήσεις ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν καὶ μακαρίας μνήμης τῶν προκεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν μας, δηλαδὴ γενικῶν δεήσεων ἢ καὶ εὐχῶν, ποὺ μποροῦν νὰ ἐξειδικευθοῦν μὲ τὴν μνημόνευση ὀνομάτων. Ἔτσι ἔχουμε τὶς ἐκτενεῖς τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου καὶ τῆς θείας λειτουργίας (« Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός… Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ μακαρίας μνήμης καὶ αἰωνίου ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν…»), τὴν ἀκολουθία τῆς προσκομιδῆς καὶ τὰ μετὰ τὸν καθαγιασμὸ δίπτυχα τῆς θείας λειτουργίας, τὸ «Εὐξώμεθα» τοῦ μεσονυκτικοῦ καὶ τοῦ ἀποδείπνου, τὸ νεκρώσιμο τροπάριο στὴν τριθέκτη καὶ ἰδιαιτέρως τὸ δεύτερο μέρος τοῦ καθημέραν μεσονυκτικοῦ, ποὺ στὶς πηγὲς χαρακτὴρίζεται «τρισάγιον ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων» καὶ περιλαμβάνει δύο ψαλμοὺς (τὸν ρκ’ καὶ ρλγ’), τρισάγιο κ,λπ., τρία νεκρώσιμα τροπάρια («Μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἀγαθός…» κ,λπ.) καὶ θεοτοκίο καὶ τὴν νεκρώσιμο εὐχὴ («Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως…»).

Στοὺς κεκοιμημένους καὶ στὶς ὑπὲρ αὐτῶν δεήσεις εἶναι ἀφιερωμένα ὅλα τὰ Σάββατα τοῦ ἔτους. Κατ’ αὐτὰ ψάλλονται νεκρώσιμα τροπάρια καὶ κανὼν κατὰ τὸν ἦχον τῆς ἑβδομάδος, τελοῦνται δὲ κανονικῶς καὶ τὰ μνημόσυνα. Ἑξαιρέτως δὲ δύο Σάββατα κατ’ ἔτος, τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ Σάββατον πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἡμέρες κοινῶν καὶ πανδήμων μνημοσυνῶν ἀφοῦ κατ’ αὐτὰ «μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, πατέρων καὶ ἀδελφῶν». Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Σαββάτου ὡς νεκρωσίμου ἡμέρας ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὸν χαρακτηρισμό της στὴν Γένεση ὡς ἡμέρας «καταπαύσεως» ἀπὸ τῶν ἔργων τοῦ δημιουργοῦ του κόσμου Θεοῦ (Γεν. β’2), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κατὰ τὸ Σάββατο ἐκεῖνο τῆς ἑβδομάδος τῶν ἁγίων παθῶν «σαββατισμὸ» τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν τάφο. Ἀνάλογες νεκρώσιμες ἑορτὲς κατ’ ἔτος ὑπῆρχαν καὶ στὸν προχριστιανικὸ κόσμο ποὺ ἀντικατεστάθησαν ἀπὸ τὰ κοινὰ μνημόσυνα τῶν δύο Ψυχοσαββάτων. Στὸ Σάββατο πρὸ τῆς Ἀπόκρεω μεταξὺ ς’ καὶ ζ΄ ὠδῆς τοῦ κανόνος τοῦ ὄρθρου ὑπάρχει θαυμάσιο Συναξάριο γραμμένο ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, στὸ ὁποῖο ἀναλύεται ἡ περὶ τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ διεξοδικῶς ἐκτίθενται τὰ περὶ μνημοσυνῶν καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφελείας τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων.

Τελετουργικὰ Θέματα τ. Γ΄, Ἔκδ. Ἀποστ.Διακονίας, 2007

Εκ του ορθοδόξου ιστολογίου του Ιερού Ναού Αγίας Ζώνης Πατησίων agiazoni.gr

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr/orthodoxes-provoles/ta-iera-mnimosyna-ek-tou-aeimnistou-ioannou-fountouli/

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Τιμητικές οι ταμπέλες

Του Χαράλαμπου Άνδραλη


Με μεγάλο προβληματισμό, αλλά όχι έκπληξη, είδαμε τον πρωθυπουργό της Ελλάδας να μιλάει σε ξένους ηγέτες χρησιμοποιώντας υποτιμητικές εκφράσεις για το λαό που αντέδρασε στην αντιδημοκρατική επιβολή της συμφωνίας των Πρεσπών.


Ίδια κοσμητικά επίθετα ακούνε χρόνια τώρα, όσοι δεν «χωνεύουν» τις ΛΟΑΤΚΙ αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, την περιθωριοποίηση της Εκκλησίας, τις δολοπλοκίες εναντίον του κλήρου, την μετατροπή των σχολείων σε κατηχητικά της παγκοσμιοποίησης και της πανθρησκείας.

Την έλλειψη επιχειρημάτων, ακολουθεί συνήθως η απαξίωση και οι ύβρεις. Ο κοινωνικός στιγματισμός των αντιφρονούντων, βοηθάει τους ισχυρούς στην επιβολή των θέσεών τους. Έτσι σχηματίζεται η «κυρίαρχη» άποψη. Και είναι κυρίαρχη η εθνομηδενιστική άποψη, όχι γιατί έχει λαϊκό έρεισμα, αλλά γιατί μπορεί να επιβληθεί στο λαό, παρότι μειοψηφική, με διάφορα μέσα.

Κυρίως με τα ΜΜΕ και τον έλεγχο των πολιτικών κομμάτων. Τελευταία και με τα «trolls», δηλαδή ανθρώπους των κομματικών στρατών που η εργασία τους είναι ο «πόλεμος» στα social media, με αληθινά ή ψευτικα «προφίλ». Δουλειά όλων αυτών είναι να δημιουργούν φόβο και ενοχές στους ανθρώπους αν διαφωνούν με την «κυρίαρχη» άποψη.

Το πιο ισχυρό εμπόδιο που μπορεί να εισχωρήσει σε αυτή την επιβολή, είναι η περιφρόνηση. Άλλωστε, ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα κατά του διαβόλου είναι η περιφρόνησή του[1]. Ας περιφρονήσουμε κι εμείς τις αξιολογήσεις των ανθρώπων που αντιστρατεύονται τα αιώνια ιδανικά της Πίστης και της Πατρίδας. Έτσι, θα αχρηστέψουμε τα δικά τους όπλα, που είναι ο στιγματισμός, η απαξίωση και η αντιστροφή των όρων. Όλα αυτά παραμένουν γι’ αυτούς ισχυρά όπλα, όσο εμείς δεν απαλλασσόμαστε από την εγωπάθεια, τη ματαιοδοξία, τη δειλία, τη χλιαρότητα. Οι πρόγονοί μας έδωσαν το αίμα τους για τα ιδανικά τους. Εμείς διστάζουμε να θυσιάσουμε την τιμή και υπόληψή μας;

Μια καλή αρχή, ήταν η στιγμή που ο λαός δεν έλαβε σοβαρά τη χλεύη τους και βγήκε να διεκδικήσει όχι μόνο το όνομα της Μακεδονίας, αλλά και τη λαϊκή του κυριαρχία, η οποία εξόφθαλμα καταπατήθηκε για άλλη μια φορά από τους αριστερούς «δημοκράτες». Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό στη δημοκρατία. Αν ο λαός περιφρονείται τότε δεν υπάρχει δημοκρατία. Υπάρχει πολιτειακή εκτροπή.
                                                                               
Πολλοί θα πουν ότι και που βγήκατε στους δρόμους δεν καταφέρατε τίποτα. Κι έτσι θα ενισχυθεί το αίσθημα του ωχαδερφισμού και της κριτικής του καναπέ. Καταφέραμε πολλά. Καταφέραμε να δείξουμε ότι αυτή η διακρατική συμφωνία δεν είχε τη συναίνεση του λαού και η λαϊκή απόρριψη θα τη συνοδεύει μέχρι την ακύρωσή της. Καταφέραμε να δείξουμε ότι δεν είμαστε έρμαια των κροίσων που βλέπουν σαν παιχνίδι τους λαούς. Γι’ αυτούς το ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιβολή των γεωπολιτικών σχεδίων τους, αλλά ο ψυχαναγκασμός μας να τα δεχτούμε με «ικανοποίηση». Κι αυτό δεν το πέτυχαν.

Εν τέλει, εμείς κάνουμε ανθρωπίνως ό,τι περνάει από το χέρι μας. Γι’ αυτά θα δώσουμε λόγο στα παιδιά μας, στους προγόνους μας και στο Θεό. Όχι για το αποτέλεσμα. Αυτό εξαρτάται από το Θεό.

Δυστυχώς, πολλά αντίστοιχα δεν κάναμε τις τελευταίες δεκαετίες για χάρη της παραμονής μας στην ευρωπαϊκή «οικογένεια». Είδαμε το τυρί της καλοπέρασης και δεν είδαμε τη φάκα της πνευματικής υποταγής και εθελοδουλίας. Πουλήσαμε τα ιδανικά της μητέρας πατρίδας μας αντί πινακίου φακής.

Αυτή η μικρή, η ελάχιστη αντίσταση, δείχνει ότι δεν έχουμε παραδοθεί ολοκληρωτικά. Αυτό το παράθυρο ελπίδας, άνοιξε περισσότερο με τις καταλήψεις στα σχολεία για τη Μακεδονία. Ταράχτηκαν οι καταληψίες των παλαιών δεκαετιών που έγιναν τώρα πρωθυπουργοί και υπουργοί, διότι τώρα οι μαθητές δεν εξεγείρονται για αριστερό χαβαλέ, αλλά για τη πατρίδα. Και άρχισαν πάλι να εκτοξεύουν συκοφαντίες και τετριμμένους χαρακτηρισμούς προς τα παιδιά.

Τιμητικές οι ταμπέλες. Ίσως αυτή η σπίλωση της αξιοπρέπειάς μας ξεπλύνει τα πολλά ανομήματά μας και την πολυετή αδράνειά μας.

Πηγη: https://makkavaios.blogspot.com

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Η εορτή των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου)


Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος - ιεροψάλτης

 

Στις 30 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας τιμά τους τρείς Ιεράρχες, τον Μέγα Βασίλειο (+379 μ.Χ.), τον Αγ. Γρηγόριο τον Θεολόγο (+390 μ.Χ.) και τον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο (+407 μ.Χ.). Είναι μια σημαντική εορτή που δημιουργήθηκε με συγκεκριμένο λόγο. Σε μια εποχή που η παιδεία ολοταχώς οδεύει στην απώλεια ψυχών από τον δρόμο του Θεού αλλά και συσκότηση των νέων, χρειάζεται να υπάρχουν γερά πρότυπα για να σταματήσει αυτό το κακό. Αυτό το παράδειγμα είναι οι Τρείς Ιεράρχες. Μπορεί η κοινωνία να κάνει ότι θέλει στην Παιδεία αλλά όφελος έχει να μάθει ο καθένας το σωστό και να το μεταφέρει στις νεώτερες γενεές.

            Η εορτή αυτή, δεν υπήρχε στην πρώτη χιλιετία της Εκκλησίας. Ο κάθε άγιος δεν έζησε μονάχα κοντά χρονικά ο ένας με τον άλλον, αλλά και δίπλα όπως ο Μέγας Βασίλειος με τον Αγ. Γρηγόριο τον Θεολόγο. Γύρω στο 1100 μ.Χ., επί βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού, ξεκίνησε μια φιλονικία για το ποιός άγιος από τους τρείς είναι ανώτερος.[1] Η μία μερίδα των ανθρώπων, έλεγε ότι ο Μέγας Βασίλειος είναι αυτός που ήταν ο ανώτερος επειδή ερεύνησε την φύση των όντων και με τις αρετές του, έμοιασε με τους Αγγέλους. Επίσης ήταν αυστηρός στον βίο και δεν συγχωρούσε εύκολα τους αμαρτωλούς. Τον Αγ. Ιωάννη Χρυσόστομο θεωρούσαν κατώτερο επειδή ήταν αντίθετος στον Μέγα Βασίλειο και εύκολα συγχωρούσε τον αμαρτωλό και το ήθος του προσέλκυε τους πιστούς σε μετάνοια. Αυτή η ομάδα λεγόταν Βασιλείτες.[2] Η δεύτερη ομάδα, οι Ιωαννίτες, ύψωνε τον Αγ. Ιωάννη Χρυσόστομο, επειδή χρησιμοποίησε πιο κατανοητές διδασκαλίες για τον κόσμο. Και η Τρίτη ομάδα, οι Γρηγορίτες, έλεγαν ότι ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ο ανώτερος των άλλων δύο επειδή είχαν κομψό και υψηλό νόημα οι λόγοι του, δείχνοντας ότι είχε ξεπεράσει όλους τους σοφούς. Με αυτόν τον τρόπο, χωρήστηκαν οι Χριστιανοί σε τρείς ομάδες και φιλονικούσαν.

Λόγω αυτού, εμφανίστηκε ο καθένας άγιος χωριστά και μετά όλοι μαζί στον τότε επίσκοπο Ευχαϊτών, Ιωάννη, που βρισκόταν στην Γαλατία, υπαγόμενος στην Μητρόπολη Γαγγρών. Ο Ιωάννης ήταν άνθρωπος λόγιος, φωτισμένος και έχοντας φτάσει στην κορυφή των αρετών. Σε αυτόν εμφανίστηκαν οι τρείς Άγιοι και του εξήγησαν, «Εμείς ένα είμαστε κοντά στον Θεό, καθώς βλέπεις, και καμμία αντίθεσι ή διαμάχη δεν έχουμε, αλλά στους διαφόρους καιρούς, που ζήσαμε, έτσι ο καθ’ένας από εμάς από την χάρι του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφορετικές διδασκαλίες συνέγραψε. Και εκείνα που διδαχθήκαμε από το Άγιο Πνεύμα, αυτά και εκδώσαμε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και πρώτος ανάμεσα σε εμάς δεν υπάρχει, ούτε δεύτερος, αλλά εάν πής τον ένα, αμέσως και οι άλλοι δύο ακολουθούν. Γι’αυτό να διατάξης αυτούς που φιλονεικούν, να μη χωρίζωνται εξ αιτίας μας. Διότι εμείς, όσο μπορούσαμε φροντίζαμε, τόσο όταν είμασταν ζωντανοί, όσο τώρα που βρισκόμαστε στους ουρανούς, το να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε τον κόσμο στήν γνώσι και στήν ομόνοια και όχι να τον χωρίζουμε. Αλλά και σε μία ημέρα ένωσε και τους τρείς εμάς και να συνθέσης και τα τροπάρια και τα άσματα της εορτής  μας, όπως αρμόζει στην δική σου σύνεσι, και κατόπιν να αναφέρης στούς Χριστιανούς, ότι ένα είμαστε κοντά στον Θεό. Βέβαια και εμείς μαζί θα συνεργήζουμε για την σωτηρία εκείνων, που εκτελούν την κοινή μνήμη μας. Επειδή και εμείς φαινόμαστε, ότι έχουμε κάποια παρρησία και δύναμι κοντά στον Θεό».[3] Με αυτό τον τρόπο, καθησυχάστηκε ο κόσμος και αποκαταστάθηκε η ειρήνη και ομόνοια μεταξύ των Χριστιανών. Και με θεία φώτιση σκέφτηκε αυτός ο μακάριος Ιωάννης, να βάλει την εορτή στο τέλος του μήνα Ιανουαρίου, όπου μέσα στο αυτό μήνα έχουνε ήδη εορτάσει οι τρείς άγιοι ξεχωριστά.

Οι Τρείς Ιεράρχες είναι πρότυπο για την παιδεία γιατί όχι μόνο έγιναν πραγματικά επιστήμονες αλλά έδειξαν και τον τρόπο συνύπαρξης την επιστήμης και της πίστεως. Πέραν από αυτό, δείχνουν ότι στην Εκκλησία, δεν υπάρχουν διακρίσεις και πρωτεία. Όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Χριστού. Αυτά τα παραδείγματα πρέπει να έχουνε οι νεότερες γενεές γιατί δείχνουν τον δρόμο για όλους μας. Οι μέθοδοι και η αποφασιστηκότητα τους είναι διαχρονική. Ζώντας σε μια εποχή που δεν υπάρχει η φλόγα της μαθήσεως τόσο των διαφόρων επιστημιών αλλά και της Ορθοδόξου πίστεως μας, κρίνεται αναγκαίο να επιστρέψουμε στον Ιησού Χριστό και στους αγίους της Εκκλησίας μας για να πάρουμε δύναμη. Να αντιστρέψουμε αυτή την αρνητικότητα και αφέλεια που υπάρχει και να οδέυσουμε προς εκεί που πρέπει, προς τον Θεό. Μόνο εάν ατενίσουμε προς τον Ουρανό, θα μπορούμε να γίνουμε σωστοί επιστήμονες και πιστά μέλη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας μας!



[1] Μιχ. Γαλάνου, «Οι Βίοι των Αγίων», σελ. 115 - 116
[2] Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής, Τομ. Γ’, σελ. 201
[3] Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής, Τομ. Γ’, σελ. 202