Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Η ιστορία του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος,η λειτουργική του χρήση και τα χαρακτηριστικά του.

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Ο Ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα(Μ.Π.Κ)
Ο ποιητής λοιπόν του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρις, βασιλιάς τῆς αυτοκρατορίας τῆς Νικαίας, ποὺ ιδρύθηκε μετα την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απο τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία ποὺ επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τὰ έτη 1204 – 1261.
Ὁ χρόνος άρα που γράφτηκε ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ὁ ΙΓ´ μ.Χ. αιώνας καὶ συγκεκριμένα τὸ διάστημα των ετών 1204 – 1258 μ.Χ.που ἔζησε ὁ ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις.
Ο Επιληπτικός Αυτοκράτορας
Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του.
Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικήφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης.
Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας , του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.
Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του.Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως «σαν κατάθλιψη η σαν διάχυση του συναισθήματος ¨..
Σε μια από το πλήθος των επιστολών του ,ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν,κατηφή ,δεινόν ,συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον .Οίμοι τι εν εμοί γέγονεν!Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχικλή και ταπείνωσις σαρκική ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον»(J.B.Papadopoulos)
Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας ,συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας ,της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας.
Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο ,τον πρωτότοκο γυιό του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας , ,που είχε αποκτήσει «υπομονή αγίας και συνέίδηση ειρηνοποιού»(D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν.Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου έμαθε από την Θεοδώρα ,(που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της ¨θρόμβοι δακρύων» και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου ) να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας .Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις ,που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος.
Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.
Καθώς ή υγεία του χειροτέρευε o Θεόδωρος  παραιτήθηκε από τον θρόνο της Νικαίας καί αποσύρθηκε στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, δπου καί έγινε  μοναχός λίγο πρίν τόν θάνατο του. «Αφησε την τελευταία του πνοή τόν Αύγουστο τοΰ 1258 πρίν ή κατά τήν διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ό Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σέ κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σέ θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Η Λειτουργική χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.
Ό Κανόνας  γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σέ ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των  γύρω  Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ό Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου ή Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά  προς ίασή  του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι  ή ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν   καθημερινά  μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο νά δεχθούμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε  συνήθεια έκτοτε νά ψάλλεται ή ακολουθία κάθε Αύγουστο  σε μνήμη του ποιητή της.
Λίγο πρίν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί.Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και ¨δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν ,ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει»(Γ.Ακροπολίτης )
Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα , που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου ,συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του ,γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.
«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήνκαλύπτουσι καρδίαν»
. «Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω»
Στίς 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει τήν Κωνσταντινούπολη  γιά λογαριασμό τοϋ Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τοΰ 1204- Ή αναίμακτη ανάκτηση τής Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση τής Θεοτόκου.
Ό Αυτοκράτορας  για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γίνονταν  στην Κωνσταντινούπολη καί μεταξύ αυτών ήταν  και   ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως. ‘
Αλλά ή νέα Βασιλική Αυλή τοΰ Μιχαήλ,, βρέθηκε  μπροστά στο εξής δίλλημα.
ΟΙ δύο βασιλικές δυναστείες τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως καί Μιχαήλ Παλαιολόγου βρίσκονταν  σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ό Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιό του Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί ή Βασιλική Αυλή ακολουθίες πού θύμιζαν την δυναστεία του Θεοδώρου.
Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου  Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Θεοστήρικτου.
Ό  Μεγάλος Παρακλητικός κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία τοϋ Δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος μέ την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε νά εναλλάσσεται μέ τον Μικρό, ό όποιος διαδόθηκε  έξ ϊσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).
Δέν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε  ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο δυναστειών καθιερώθηκε ή εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο σαν  εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
ΟΙ δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Όρθοδόξους πού παρέλαβαν τά ελληνικά λειτουργικά κείμενα μέχρι τόν ενδέκατο αιώνα μεταφρασμένα στην σλαβονική γλώσσα. Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιελαμβάνονταν στα ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.

Β.Χαρακτηριστικά του Μ.Π.Κ
.

Ὁ Μεγάλος Παρακλητικός Κανών, όπως γράφουν οι ερευνητές Νικόλαος Τωμαδάκης καὶ Ιωάννης Φουντούλης, έχει περισσότερο προσωπικὸ χαρακτήρα καὶ «αναφέρεται ειδικά στὰ παθήματα καὶ στις δυσμενείς περιστάσεις της ζωής του πολυπαθούς αὐτοῦ βασιλέως, ὁ ὁποίος έπασχε απὸ ανίατο ψυχικὸ νόσημα». Ἀναφέρει δὲ ὁ Τωμαδάκης ὅτι: «εαν ἡ περίπτωσις τοῦ Θεοδώρου Λασκάρεως προσαρμόζεται πρὸς την κατάθλιψη καὶ τὶς διακυμάνσεις της οργιζομένης καὶ αμαρτανούσης καὶ νοσούσης υπάρξεως των μυριάδων πιστών, αυτὴ ακριβώς είναι καὶ η αιτία της κατὰ τὰ τελευταία έτη της βυζαντινής αυτοκρατορίας εισαγωγής της ποιητικής αυτής συνδέσεως, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, στὴν εκκλησιαστικὴ ακολουθία, προς λειτουργικὴ χρήση.
Η ποίηση του Μ.Π.Κανόνος ειναι έκφραση πόνου καὶ κραυγὴ αγωνίας πρὸς την Παναγία, που αυτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αποτελοῦν ένδειξη μεγάλου ποιητή, ὅπως π.χ. «ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος», ἢ «ἵνα τὶ μὲ ἀπώσω ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἐκάλυψέ με τὸ ἀλλότριον σκότος τὸ δείλαιον», ἢ «ἀλλ΄ ἐπίστρεψόν με καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον, δέομαι» καὶ ἄλλα πολλά.
Εὰν συγκρίνωμε τώρα τὴν ποιητικὴ έκφραση του πόνου, της αγωνίας, της θλίψεως καὶ της κραυγαλέας οδύνης του Μ.Π.Κ. πρὸς την σύγχρονη εξομολογητικὴ ποίηση τῶν καιρών μας, θα διαπιστώσωμε τα εξής: ότι στην εξομολογητικὴ ποίηση του συγχρόνου κόσμου, ο ποιητής εκχέει προς τὸ κενό τον σπαραγμό της καρδίας του, το ἐσωτερικό του άλγος, χωρὶς να περιμένει από κανένα την διόρθωση της καταστάσεώς του, εφ΄ όσον δεν πιστεύει, ούτε ελπίζει σὲ κάτι. ‘Ετσι, ὁ ποιητής αυτὸς αφήνει ανοικτές τις πληγὲς της ψυχής του μὲ απόγνωση καὶ απογοήτευση, χωρὶς τὴν ελπίδα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ασθενείας του. Ενώ ἀντίθετα η ποίηση του Μ.Π.Κ., όπως καὶ όλων των ύμνων της Εκκλησίας μας, παρὰ την έκφραση του πόνου, της θλίψεως, της ασθενείας, των πειρασμών καὶ των βασάνων, δεν κυριεύεται απὸ απόγνωση καὶ απελπισία, αλλὰ μὲ πίστη καὶ ελπίδα εκλιπαρεί την ευσπλαχνία καὶ την πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ θείο έλεος τοῦ Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μὲ θάρρος καὶ αισιοδοξία για να συνεχίσει τον ἀγώνα, με την βοήθεια εκείνων, για την διόρθωση όλων των δεινών του.
 

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Κήρυγμα στην Επι του Όρους Ομιλία του Κυρίου


         Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος-ιεροψάλτης
Σικάγο, 3 Ιουλίου 2016


Το κήρυγμα πραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αγ. Αθανασίου και Τιμίου Προδρόμου, Chicago, IL

Σήμερα ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή του ευαγγελιστού Ματθαίου, την επι του Όρους ομιλία του Κυρίου. Όλη η Καινή Διαθήκη περιέχει μια βαθειά πνευματικότητα, με τους μακαρισμούς να κατέχουν την κυρίαρχη θέση. Οι μακαρισμοί υπάρχουν στο κατά Ματθαίον, Ε’ κεφάλαιο, στίχους 3-16 και στο κατά Λουκάν, ΣΤ’ κεφάλαιο, στίχους 20-26.

Εξετάζοντας τη λέξη «Μακαρισμός», βλέπουμε ότι αυτή η λέξη παραπέμπει στην μακαριότητα. Ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει ότι οι μακαρισμοί έχουν σκοπό να κοινωνάμε με τη θεότητα, δηλαδή, ακολουθώντας τους μακαρισμούς, μας δίνεται η ευκαιρία να φτάσουμε στην αιωνιότητα. Μέσω αυτών των εντολών, τρόπων τινά, που θα εφαρμόση ο κάθε χριστιανός, θα μπορέσει να οδηγηθεί στην κατά χάριν θέωση, δηλαδή να φτάσει στην Ουράνια Βασιλεία. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι μακαρισμοί λειτουργούν ως οδοδείκτες στην πνευματική μας ζωή. Αναφέρει ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι οι μακαρισμοί συνοψίζουν το ευαγγέλιο της σωτηρίας μας. Όπως στη Παλαιά Διαθήκη μας παραδόθηκαν οι δέκα εντολές από τον Θεό για να έχουμε καθοδήγηση στην ζωή μας, έτσι και στην Καινή Διαθήκη, ο Θεός μας παρέδωσε τους μακαρισμούς, όπου αυτοί μας καθοδηγούν για να φτάσουμε στη θέωση μας.

Οι μακαρισμοί λειτούργησαν στους αγίους και στις αγίες μας ως κανόνες στην ζωή τους. Καθοδήγησαν την πορεία τους από τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής. Τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής, όπως αναφέρεται από τον Νικήτα Στηθάτο (μοναχό του 13ου αιώνος, μαθητού του Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου), αλλά από πολλούς νιπτικούς πατέρες, είναι η: 1. Κάθαρση, 2. Φώτιση και 3. Θέωση. Το τελευταίο στάδιο είναι εκεί όπου φτάνουν οι  τελειότεροι, αυτοί που έχουν περάσει τα άλλα δύο στάδια με άσκηση και προσευχή. Αυτά τα στάδια όμως δεν είναι μόνο για τους μοναχούς ή μόνο για τους «αφιερωμένους της εκκλησίας». Είναι για εμας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς,  μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο. Οφείλουμε όλοι να δούμε το παράδειγμα των αγίων μας, που εφάρμοσαν τον λόγο του Θεού στη ζωή τους και έφτασαν για να γίνουν κατα χάριν θεοί. Αυτός είναι και ο δικός μας σκοπός.

Στην σημερινή περικοπή, πριν τους μακαρισμούς, μας δίνεται μια εισαγωγή, δηλαδή ο τόπος και ο χρόνος που γίνεται αυτή η ομιλία. Γνωρίζουμε, ότι πριν από αυτή την ομιλία, έχει προηγηθεί το βάπτισμα του Χριστού και οι πειρασμοί από τον Διάβολο. Ήρθε στη Γαλιλαία  για να ξεκινήσει το θείο έργο του επί της γής. Από τους τέσσερες ευαγγελιστές, ο Ματθαίος είναι αυτός που εξηγεί με εκτενέστερο τρόπο τις διδασκαλίες του Ιησού Χριστού. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει  ότι οι Μακαρισμοί συνιστούν τα θεμέλια της νέας πνευματικής ζωής των ανθρώπων. Πρέπει να καταλάβουμε, ότι εδώ το «μακάριος» συνδέεται με την μελλοντική θέωση. Το λέει εξάλλου, ο ίδιος ο Χριστός μετά τους μακαρισμούς, «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών, πολύς εν τοις ουρανοίς»[1]

Ο κόσμος θεωρεί ότι οι ευτυχισμένοι είναι αυτοί που είναι όμορφοι, πλούσιοι, δυνατοί και φημισμένοι. Ο Ιησούς Χριστός όμως έρχεται να αντιστρέψει αυτή τη μάταιη αντίληψη. Θα εξηγήσω μερικούς από τους μακαρισμούς για να καταλάβουμε την ύψιστη σημασία που έχουν για την καλλιέργεια της πνευματικής μας ζωής. Αναφέρει με το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», ότι οι πτωχοί είναι αυτοί που αναγνωρίζουν τη Βασιλεία των Ουρανών ως δώρο. Μπροστά στο Θεό είναι φτωχοί και ζητάνε το έλεος και την αγάπη του Θεού. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, αυτοί είναι οι ταπεινοί και συντετριμμένοι ενώπιον του Θεού. Η αρχή της πνευματικής μας ζωής είναι η ταπεινοφροσύνη. Ότι και αν κάνουμε στη ζωή μας, εαν δεν δεσπόζει η ταπείνωση, είναι μάταιο. Ο χριστιανός πρέπει να μένει ταπεινός και να μην παρασύρεται από τυχόν κολακείες, δόξες και τιμές. Εαν ερχόμαστε στην εκκλησία και προσπαθούμε να φουσκώσουμε τον εγωισμό μας νομίζοντας ότι κατέχουμε κάποια θέση στην εκκλησία ή τιμή, ο κόπος μας πάει χαμμένος. Πρέπει να καταλάβουμε, ότι είμαστε όλοι Σώμα Χριστού, ενωμένοι στην ενορία. Οι διαμάχες, έριδες και αντιζηλίες δεν βοηθάν σε τίποτα αλλά αντιθέτως, μας στέκονται εμπόδιο στην πνευματική καλλιέργεια της ψυχής μας.

Ο μακαρισμός «Μακάριοι οι πενθούντες...» πρόκειται για αυτούς που πενθούν για τις αμαρτίες τους. Η λύπη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την μετάνοια. Μας λέει ο Χριστός ότι αυτοί που θα πενθήσουν για τις αμαρτίες τους και μετανοήσουν, θα σωθούν. Εδώ είναι βασικό να σας πω, ότι υπάρχει το μυστήριο της εξομολογήσεως που είναι σημαντικό για μας. Πρέπει να εξομολογούμαστε συχνά για να καθαρίζουμε τη ψυχή μας. Είναι απαραίτητο να μετέχουμε σε αυτού του μυστηρίου πριν πάμε να κοινωνήσουμε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Ιησού Χριστού. Πρέπει να πονέσουμε και να κουραστούμε για να καθαριστούμε.

Ο μακαρισμός «Μακάριοι οι πραείς...» αναφέρεται στους πραείς, αυτοί που συγκρατούνται από τον θυμό, αυτοί που δεν συμπεριφέρονται με αλαζονεία. Είναι όσοι έχουν χαλινώσει τα πάθη τους και θυσιάζουν τον εγωισμό τους. Αναφέρουν οι Πατέρες, ότι πρέπει να γίνουμε απαθείς, όχι να μην μας ενδιαφέρει τίποτα αλλά να έχουμε ξεριζώσει κάθε πάθος από μέσα μας. Προς το τέλος της περικοπής, αναφέρει ο Χριστός ότι δεν πρέπει να βρίζουμε ή να συμπεριφερόμαστε με κακό τρόπο στους συνανθρώπους μας. Είναι δημιουργήματα του Θεού και αξίζουν κάθε σεβασμό και αγάπη. Μιλάμε στο σπίτι μας για Χριστό, θα μιλήσουν και τα παιδιά μας για Χριστό. Βρίζουμε τα θεία, θα βρίζουν και τα παιδιά μας. Εμείς είμαστε το παράδειγμα στα παιδιά μας και στην κοινωνία μας.

Ο μακαρισμός «Μακάριοι οι ελεήμονες...», μιλά για τους ελεήμονες. Είναι μεγάλη ευλογία να βοηθάμε τον συνάνθρωπο μας. Αλλά θέλει πολλή μεγάλη προσοχή και σε αυτό το θέμα. Όταν δίνουμε και καυχόμαστε για αυτό, τότε όχι μόνο δεν ποιάνει η ελεημοσύνη μας, αλλά ζημιωνόμαστε. Πρέπει ότι δίνουμε να το δίνουμε με διάκριση. Ακόμη και να θυμόμαστε τους συνανθρώπους μας στην προσευχή είναι μια μορφή ελεημοσύνης.

Συνεχίζει και μιλά ο Ιησούς προς τους μαθητές, ότι αυτοί είναι το «άλας της γης»[2]. Είναι αυτοί που θα ανακάμψουν την ηθική κατρακίλα του κόσμου. Καλούμαστε όλοι να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των αποστόλων και να εργαζόμαστε για την πνευματική καλλιέργεια μας αλλά και των συνανθρώπων μας. Εαν ξεφύγουμε εμείς που είμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και δεν ακολουθούμε το λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού, τότε θα δημιουργήσουμε περισσότερη ζημιά στον κόσμο. Πρέπει η ζωή μας να είναι μια μαρτυρία της πίστης μας. Δεν χρειάζονται μεγάλες κουβέντες. Οι πράξεις μας είναι αυτές που μιλάνε για το τι ζωή κάνουμε. Είναι πολύ σημαντικό που λέει ο Χριστός ότι δεν ήρθε να καταλύση των Νόμον, την Παλαιά Διαθήκη, αλλά να την συμπληρώση. Μην ξεχνάμε ότι και την Παλαιά Διαθήκη πρέπει να μελετάμε, για να καταλάβουμε την σοφία του σχεδίου της σωτηρίας μας που έφτιαξε ο Θεός.

Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι τον συνεχή εκκλησίσιασμό με τη συνεχή μετοχή στα Μυστήρια της Εκκλήσίας μας.
Αλλά ποιές είναι οι προτεραιότητες μας;;;
Είναι ο Χριστός το κέντρο της ζωής μας ή τον αφήνουμε στο περιθώριο;
Εκκλησιαζόμαστε συχνά, με πίστη ή μόνο όταν μας βολεύει;
Μετέχουμε στα Μυστήρια ή και αυτά μόνο 1 με 2 φορές το χρόνο και αυτό χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία;
Μην παραμελούμε τα ιερά καθήκοντα μας. Εμείς έχουμε ανάγκη την Εκκλησία!!! Έχουμε ανάγκη των Θεό!!!
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα έχουνε δημιουργηθεί επειδή έχουμε βάλει τον Θεό στην άκρη. Τον θυμόμαστε μόνο όταν έχουμε πρόβλημα. Δεν τον δοξολογούμε όμως όταν κάτι καλό γίνεται στη ζωή μας!!!
Αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι, είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι ή απλώς χλιαροί "χριστιανοί" της Κυριακής;;;







[1] Ματθ. 5, 3
[2] Ματθ. 5, 13

ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΙΟΥΔΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 4η Ιουλίου 2016.

ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΙΟΥΔΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;

    Με ενδιαφέρον παρακολουθούμε και μελετούμε το εδώ και μερικές δεκαετίες, το «άνοιγμα» του αιρετικού παπισμού προς τις διάφορες θρησκείες του κόσμου. Το άνοιγμα αυτό έλαβε την επίσημη διατύπωσή του στην γνωστή Συνοδική Εγκύκλιο Nostra Aetate της Β΄ Βατικανής Σύνοδου (1962-1965), με την οποία ο Παπισμός προσκαλεί τους Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς να δώσουν μαρτυρία της χριστιανικής πίστης και ζωής, με σύνεση και αγάπη, με διάλογο και συνεργασία, με τους οπαδούς των άλλων θρησκειών, αναγνωρίζοντας, διατηρώντας και προωθώντας τα πνευματικά και ηθικά στοιχεία, καθώς και τις αξίες, που υπάρχουν στην κοινωνία και τον πολιτισμό τους. Προς τον σκοπό αυτό μάλιστα διοργάνωσε και διοργανώνει Διαθρησκειακές Συναντήσεις και Συνελεύσεις αρχής γενομένης από την Συνάντηση της Ασίζης το 1986. Όπως τονίσαμε και σε παλαιότερες ανακοινώσεις μας μέσα στο πνεύμα αυτών των συναντήσεων και Διαλόγων, καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται η αντίληψη ότι οι άλλες θρησκείες αποτελούν «διαφορετικούς δρόμους αναγωγής στο Θεό», ή «διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του ιδίου Θεού». Άλλωστε οι διαθρησκειακές συμπροσευχές είναι το μεγάλο τεκμήριο αυτής της φρικτής πραγματικότητας.
Ο Ιουδαϊσμός υπήρξε μια από τις πρώτες θρησκείες που προσέγγισε ο Παπισμός. Ο νυν πάπας Φραγκίσκος, ήδη από τα χρόνια που ήταν «αρχιεπίσκοπος» Αργεντινής, είχε αναπτύξει στενές σχέσεις φιλίας με τους Εβραίους, όπως και οι προκάτοχοί του Ιωάννης – Παύλος ο Β΄ και Βενέδικτος ο ΙΣΤ΄. Ο πάπας Ιωάννης –Παύλος ο Β΄ ήταν ο πρώτος πάπας που πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Μεγάλη Συναγωγή της Ρώμης το 1986, ο δε πάπας Βενέδικτος ο ΙΣΤ΄ο δεύτερος Πάπας που επισκέφτηκε το  2010 την ως άνω Συναγωγή. Το ίδιο επανέλαβε και ο πάπας Φραγκίσκος, ο οποίος στις 17 Ιανουαρίου 2016,συνεχίζοντας την παράδοση των προκατόχων του επισκέφτηκε την ίδια Συναγωγή.
 Μέσα σ’ αυτό το κλίμα του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, που υπαγορεύει σχέσεις φιλίας, αγάπης και συνεργασίας με τις άλλες θρησκείες κινείται ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο γνωστό περιοδικό των εν Αθήναις Ιησουϊτών «ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» (τ. Μάρτιος – Απρίλιος 2016), του π. Θεοδώρου Κοντίδη, με τίτλο: «Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την Καινή Διαθήκη και τον Χριστό χωρίς την ιουδαϊκή παράδοση». Σ’ αυτό ο εν λόγω ιησουίτης «κληρικός», τονίζει τις «καλές σχέσεις μεταξύ καθολικισμού και ιουδαϊσμού», οι οποίες «είναι καλύτερες από κάθε άλλη εποχή».
   Αρχίζει το άρθρο του με μια αναδρομή στο παρελθόν και ισχυρίζεται ότι «στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπήρχε αντιπαράθεση και έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο θρησκειών». Η αλήθεια είναι διαφορετική. Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους δεν υπήρχε καμιά αντιπαράθεση «μεταξύ των δύο θρησκειών», αλλά μονομερής σφοδρός διωγμός προς την Εκκλησία του Χριστού εκ μέρους του Ιουδαϊσμού. Οι πρώτοι διώκτες των Χριστιανών υπήρξαν οι Ιουδαίοι και συγκεκριμένα η θρησκευτική ηγεσία του Ισραήλ, όπως μαρτυρεί το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων: «ναστς δε ὁ ἀρχιερες κα πάντες οσν ατ, οσα αρεσις τν Σαδδουκαίων, πλήσθησαν ζήλου καὶ ἐπέβαλον τς χερας ατν πτος ποστόλους, καὶ ἔθεντο ατος ν τηρήσει δημοσί» (5,17-18). Ο άγιος πρωτομάρτυς Στέφανος λιθοβολείται και στη συνέχεια ξεσπάει «διωγμς μέγας πτν κκλησίαν τν ν εροσολύμοις· πάντες δ διεσπάρησαν καττς χώρας τς ουδαίας καΣαμαρείας, πλν τν ποστόλων» (8,1). Αλλά και ο απόστολος Παύλος σ’ όποια πόλη πήγαινε και εκήρυττε τον Χριστό, σ’ όλες τις αποστολικές του περιοδείες, υφίστατο σφοδρό διωγμό μέχρις εξοντώσεως από τους απειθούντες Ιουδαίους: «δόντες δοἱ Ἰουδαοι τος χλους πλήσθησαν ζήλου καὶ ἀντέλεγον τος πτο Παύλου λεγομένοις ντιλέγοντες καβλασφημοντες» (13,45), «οδὲ ἀπειθοντεςουδαοι πήγειραν καὶ ἐκάκωσαν τς ψυχς τν θνν καττν δελφν» (14,2),  κλπ.
 Αλλά και στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους, όταν η Εκκλησία βγήκε από τις κατακόμβες και έγινε κυρίαρχη πίστη, ουδεμία δίωξη των Εβραίων, όπως και όλων των θρησκευτικών μειονοτήτων, στο πολυεθνικό βυζαντινό κράτος, αναφέρεται! Αντίθετα, μάλιστα, αν και οι διάσπαρτοι και καταδιωγμένοι Ιουδαίοι, απολάμβαναν ισονομία και ελευθερίες, συνέχιζαν την μονομερή εχθρότητά τους κατά των Χριστιανών. Τρανταχτά παραδείγματα η αμοιβαία συμπάθεια Ιουδαϊσμού και του τελευταίου διώκτη της Εκκλησίας, θλιβερού Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363), ο οποίος, προκειμένου να εκδικηθεί την Εκκλησία, ανέλαβε, ανεπιτυχώς, να ανεγείρει τον Ναό της Ιερουσαλήμ. Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα είναι η φοβερές αναταραχές που προκαλούσαν οι Ιουδαίοι στην Αλεξάνδρεια επί αγίου Κυρίλλου (5ος αιώνας), όπου εξαιτίας τους βρήκε τραγικό θάνατο η φιλόσοφος Υπατία (415).
  Αναφέρει ακόμη ο συντάκτης ότι μετά την «επικράτηση του Χριστιανισμού και τη διαμόρφωση της χριστιανικής Ευρώπης», «ως ξεχωριστές κοινότητες [οι Εβραίοι] γνώρισαν διώξεις και βία, προσπάθειες βίαιου εκχριστιανισμού, εξορίες, κατασχέσεις περιουσίας και θανάτους», που έφθασαν μέχρι «τα γνωστά πογκρόμ». Εδώ ακριβολογεί. Όμως από ποιούς υπέφεραν; Όχι βεβαίως από την Εκκλησία, αλλά από τους παπικούς! Αυτοί προκάλεσαν  τα φοβερά «πογκρόμ» εναντίον όσων δεν ήθελαν να υποταχτούν στην εξουσία του «πάπα» και φυσικά εναντίον των Εβραίων, όταν στην Ορθόδοξη Ανατολή συνέχιζαν να απολαμβάνουν ασφάλεια, ισονομία και ειρήνη. Κατά τον 16ο αιώνα μάλιστα ήταν τέτοιος ο διωγμός τους  στην «χριστιανική» Δύση, ώστε, όσοι δεν υποτάχτηκαν στον παπισμό, αναγκάστηκαν να φύγουν κατά χιλιάδες από την Ισπανία και άλλες χώρες της Ευρώπης, και να μεταναστεύσουν στις υπό την οθωμανική κυριαρχία Ορθόδοξες χώρες, όπου βρήκαν ηρεμία και ασφάλεια. Αλλά και στη σύγχρονη εποχή, όταν η «χριστιανική» Ευρώπη έκαιγε στα κρεματόρια τους Εβραίους, η Ορθόδοξη Ελλάδα μας, με πρωτοστατούσα την Εκκλησία μας, έσωσε χιλιάδες Εβραίους από το ολοκαύτωμα. Αρχιερείς, κληρικοί, μοναχοί και απλοί πιστοί έκρυβαν τους Εβραίους, με κίνδυνο της ζωής τους, από τους ναζί. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζουν, με ευγνωμοσύνη, οι εν Ελλάδι Εβραίοι, σε αντίθεση με τον Παπισμό, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι, όχι απλά συνεργάστηκε με το φασισμό και τον ναζισμό, αλλά ότι ευθύνεται και για την εξόντωση Εβραίων! Σε ελάχιστα μέρη του κόσμου απολαμβάνουν ειρηνική και ασφαλή ζωή οι Εβραίοι, καθώς και όλες οι μειονότητες, όπως στην Ελλάδα!
 Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι «οι ρίζες του Χριστιανισμού βρίσκονται στον ιουδαϊσμό και ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Καινή Διαθήκη και τον Χριστό, αν αγνοούμε την προηγούμενη βιβλική παράδοση». Αυτό πράγματι ισχύει ως προς το γεγονός ότι ο Χριστός κατά την ανθρώπινη φύση του κατάγεται από τον Ιουδαϊσμό. Όπως επίσης η Παναγία, οι απόστολοι, και οι πρώτοι άγιοι της Εκκλησίας μας προέρχονται από τους Ιουδαίους. Επίσης κατά το γεγονός ότι η  Καινή Διαθήκη είναι συνέχεια της Παλαιάς, διότι στην Παλαιά υπάρχουν οι μεσσιανικές προφητείες που ομιλούν και προαναγγέλλουν τον Μεσσία και διότι ο νόμος έγινε «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ.3,24). Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η κατανόηση τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης είναι αδύνατη άνευ του φωτισμού της Χάριτος του αγίου Πνεύματος: «τότε διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ.24,45). Γενικότερα το άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13) και όχι απλά η ανάγνωση πηγών, όπως αφήνει να εννοηθεί ο κ. Κοντίδης.  
   Το ότι ο Χριστός, η Παναγία και η πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των αποστολικών χρόνων ήταν εβραϊκής καταγωγής, αυτό δεν σημαίνει ότι «οι Εβραίοι είναι πράγματι οι μεγαλύτεροι αδελφοί μας στην πίστη», όπως ισχυρίζεται παρά κάτω, διότι οι Εβραίοι στην πλειονότητά τους απαρνήθηκαν τον Χριστό, δεν επίστευσαν σ’ Αυτόν ως τον αναμενόμενο Μεσσία και τον εσταύρωσαν. Από τότε τους εγκατέλειψε ο Θεός και έπαυσαν να αποτελούν τον περιούσιο λαό του Θεού. Ο Χριστός ήταν σαφής: «ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος», (Ματθ.23, 38). Έτσι δεν είναι δυνατόν να είναι «οι μεγαλύτεροι αδελφοί μας στην πίστη».
   Επίσης είναι ανάγκη να σταθούμε σε μια άλλη φράση του κ. Κοντίδη: «ο χριστιανισμός δεν είναι απαραίτητος στον ιουδαϊσμό και ο εβραϊκός κόσμος μπορεί να αδιαφορήσει για τη χριστιανική πίστη»! Αν καταλαβαίνουμε καλά το νόημα των λόγων του, οι Εβραίοι δεν έχουν ανάγκη της εν Χριστώ σωτηρίας;  Μπορούν να σωθούν μέσω της ιουδαϊκής θρησκείας; Τότε γιατί ήρθε ο Χριστός στον κόσμο και πέθανε στο σταυρό, αφού θα μπορούσε η ιουδαϊκή θρησκεία να μας σώσει; Δεν έχει διαβάσει ποτέ τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Πέτρου, ότι «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί (εκτός του Χριστού) η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12); Αυτή η θέση απηχεί ξεκάθαρα το βασικό δόγμα του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ο οποίος απορρίπτοντας την αποκλειστικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας, δέχεται ότι ο Θεός των Χριστιανών, των Εβραίων και του Ισλάμ, είναι ο ίδιος και επομένως  και στις άλλες θρησκείες υπάρχει σωτηρία!
 Ο κ. Κοντίδης κάνει λόγο για αδυναμία «κατανόησης της Καινής Διαθήκης και του Χριστού» άνευ του Ιουδαϊσμού. Αν ως Ιουδαϊσμό εννοεί μόνον την Παλαιά Διαθήκη, τότε και εμείς συμφωνούμε μαζί του, διότι αυτή υπήρξε παιδαγωγός εις Χριστόν. Αλλά η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι πια το σύνολο της ιουδαϊκής παράδοσης, αλλά μέρος της. Αν πάλι ως Ιουδαϊσμό εννοεί την «ραβινική γραμματεία» του Ταλμούδ και της Καμπάλα, τότε «κατανοούμε» μεν τον Χριστό, αλλά από την ανάποδη, δηλαδή όχι ως Θεάνθρωπο αλλά ως απλό άνθρωπο και μάλιστα, εν πολλοίς, κατασυκοφαντημένο!  
 Τέλος υποδεικνύει στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να «κάνει βήματα προσέγγισης προς τον ιουδαϊσμό». Να αλλάξει «αντιιουδαϊκές» φράσεις από τα λειτουργικά της κείμενα, όπως έκαμε η «εκκλησία» του κ.α. Του απαντάμε ευθέως ότι δεν χρειάζεται να προσεγγίσει η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας τον Ιουδαϊσμό, δηλαδή την βιβλική παράδοση, διότι ουδέποτε αποστασιοποιήθηκε και εναντιώθηκε σε αυτή. Αντίθετα, με την αντιχριστιανική ταλμουδική παράδοση δε μπορεί να υπάρξει καμιά προσέγγιση, διότι απλούστατα δεν έχει τίποτε το κοινό μ’ αυτήν, αλλά τη χωρίζουν χαώδεις διαφορές και αντιθέσεις. Ούτε είναι ποτέ δυνατόν να έχει οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας με τον Ιουδαϊσμό, όπως και με κάθε άλλη θρησκεία, διότι σύμφωνα με τον λόγο του αποστόλου Παύλου «Τις κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄ Κορ.6,14), χωρίς αυτό να αίρει την υποχρέωση του σεβασμού και της ειρηνικής συνυπάρξεως.
 Όσον αφορά την απάλειψη των «αντιουδαϊκών» λειτουργικών φράσεων της Εκκλησίας μας, τον πληροφορούμε ότι αυτές δεν στρέφονται κατά του ιουδαϊκού λαού, ως σύνολο, αφού πολλοί από τους Ιουδαίους επίστευσαν στον Χριστό και αυτό συνεχίζεται να γίνεται ως τα σήμερα. Τα πρώτα μέλη της Εκκλησίας των αποστολικών χρόνων, όπως αναφέραμε, ήταν Εβραίοι. Αλλά και σύμφωνα με τον εσχατολογικό λόγο του Παύλου, «πας Ισραήλ σωθήσεται» (Ρωμ.11,25). Οι «αντιουδαϊκές» φράσεις έχουν ιστορική και μόνο σημασία και αφορούν αποκλειστικά τους συγκεκριμένους σταυρωτές του Κυρίου (ιερατείο, συνέδριο και ο όχλος που ζητούσε την θανατική καταδίκη του Κυρίου). Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πολλοί από τους συγχρόνους Ιουδαίους δεν συμφωνούν με τη συγκεκριμένη εκείνη επιλογή των ομοφύλων τους θεοκτόνων και την καταδικάζουν. Έχουμε την πεποίθηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συγχρόνων Ιουδαίων καταδικάζουν απερίφραστα την δίκη – παρωδία του Χριστού, τα δεινοπαθήματά Του και τον άδικο σταυρικό Του θάνατο. Ως εκ τούτου δεν ταυτίζονται με εκείνους και άρα δεν τους αγγίζουν οι «αντιουδαϊκές» φράσεις των λειτουργικών εκκλησιαστικών κειμένων. Άλλωστε, επίσης, ο ρατσισμός και κάθε έννοια διάκρισης ανθρώπων, είναι καταδικασμένα από την Ορθοδοξία μας, αποτελώντας ύβρη κατά του ιδίου του Θεού, ο Οποίος «εποίησέ τε εξ’ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης» (Πραξ.17,26). Ο κάθε άνθρωπος, όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα ανεξαρτήτως, είναι εικόνες του Θεού. Εφόσον ο Θεός σέβεται την ελευθερία του κάθε ανθρώπου, το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς. Αυτό κάνει η Ορθοδοξία μας στο δισχιλιόχρονο διάβα Της. Ας μην παρασύρεται ο κ. Κοντίδης από το αντίχριστο «δόγμα» της «εκκλησίας» του: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», άρα και την κατάλυση της ελευθερίας του άλλου, ώστε να βλέπει ανάλογα (ανύπαρκτα) φαινόμενα και στον ορθόδοξο χώρο. Η δική του «εκκλησία» δημιούργησε «Ιερές Εξετάσεις» και έγειρε «Ιερούς Πολέμους» και Σταυροφορίες, για τον «συνετισμό» των πλανεμένων και όχι η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Μία και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού! Η ιστορία αποφάνθηκε για τον δεδομένο σεβασμό μας στην ελευθερία του κάθε ανθρώπου, του κάθε λαού. Στο δικαίωμά του να υπάρχει, όπως εκείνος επιθυμεί! Οι Ιουδαίοι το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό και δεν έχουν ανάγκη συνηγόρων, σαν τον κ. Κοντίδη!  
    Περαίνοντας την ανακοίνωσή μας θα συμβουλεύαμε τον κ. Κοντίδη, να διαβάσει, εκτός από τις εγκυκλίους του «αλάθητου αγίου πατέρα» του και την Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων και επίσης την εκκλησιαστική ιστορία, για να «καθρεπτίσει» σ’ αυτά τη μαύρη ιστορία της δικής του «εκκλησίας» και εν προκειμένω, του διαχρονικού αντισημιτισμού της, την γενοκτονία του ιουδαϊκού λαού, πλάι στις τόσες άλλες γενοκτονίες της. Δεν μπορούμε να δεχτούμε υποδείξεις, εμείς οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι δεν ευθυνόμαστε για κανενός είδους αντιιουδαϊσμό, γενοκτονίες και άλλες βιαιότητες, από «κληρικό» «εκκλησίας», η οποία αμαυρώνει την Εκκλησία του Χριστού, με τα διαχρονικά της εγκλήματα!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



ΠΡΩΤΕΣ ΘΛΙΒΕΡΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 27η Ιουνίου 2016.

ΠΡΩΤΕΣ ΘΛΙΒΕΡΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ

   Με πολύ θλίψη και οδύνη ψυχής παρακολουθήσαμε από τα ΜΜΕ την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αρχής γενομένης από την Θεία Λειτουργία της Κυριακής της Πεντηκοστής και καταθέτουμε με πολλή συντομία στις γραμμές που ακολουθούν στον πιστό λαό του Θεού τις πρώτες διαπιστώσεις μας.  
  Πρώτη θλιβερή διαπίστωση, η παρουσία και συμπροσευχή κατά τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής εορτής στον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου, των αιρετικών Παπικών, Προτεσταντών και Μονοφυσιτών, κάτι το οποίον, όπως είναι γνωστό σε όλους, απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες. Οι Ορθόδοξοι προκαθήμενοι και οι άλλοι συμμετάσχοντες ιεράρχες καταπάτησαν Ιερούς Κανόνες, Αποστολικούς και Συνοδικούς, θέλοντας έτσι εκ προοιμίου να στείλουν ένα μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο, πόσο σέβονται τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και κατ’ επέκτασιν τον Συνοδικό Θεσμό, για τον οποίο κόπτονται και ομιλούν με μεγαλόστομες διακηρύξεις.
  Δεύτερη θλιβερή διαπίστωση, η παρουσία κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ως επισήμων προσκεκλημένων των αντιπροσωπειών, που έστειλαν οι αιρετικές κοινότητες των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Μάλιστα οι εν λόγω αντιπρόσωποι  προσφωνήθηκαν ως «εκπρόσωποι αδελφών Εκκλησιών» από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, προτού ακόμη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποφανθεί περί της εκκλησιαστικότητος, η μη των εν λόγω αιρετικών κοινοτήτων. Έτσι ο κ. Βαρθολομαίος δημιουργώντας ένα τετελεσμένο γεγονός, έστειλε ένα δεύτερο μήνυμα, στα μέλη της Συνόδου αυτή τη φορά, ότι δεν έχει καμιά διάθεση να ονομάσει τους ετεροδόξους αιρετικούς, αλλά αδελφές Εκκλησίες. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων της βυζαντινής περιόδου δεν υπήρξε το φαινόμενο των «παρατηρητών». Το να παρίστανται δηλαδή ως τιμώμενα πρόσωπα αιρετικοί, των οποίων οι αιρετικές διδασκαλίες έχουν καταδικασθεί από προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Οι αιρετικοί προσκαλούντο μεν, αλλ’ ως υπόδικοι, προκειμένου να απολογηθούν και όχι ως τιμώμενα πρόσωπα. Μόνο στην Α΄ και Β΄ Βατικανή Σύνοδο εμφανίστηκε το καθεστώς των «παρατηρητών». Είναι φανερό ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αντιγράφει παπικά πρότυπα.
Άλλη θλιβερή διαπίστωση, αυτή καθ’ εαυτήν η έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Το γεγονός δηλαδή ότι η Σύνοδος αυτή ξεκίνησε τις εργασίες της κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ώστε λοιπόν τώρα που τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας),  διαφωνούν αιτιολογημένα ως προς την σύγκληση της Συνόδου και  ζητούν στην παρούσα φάση την αναβολή της, δεν πληρούται ο όρος: «συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων». Επομένως δεν δικαιούνται, βάσει του ως άνω Κανονισμού, ούτε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ούτε όλες μαζί οι υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες να συγκροτήσουν Σύνοδο, αν θέλουν βέβαια να είναι συνεπείς με τον Κανονισμό, τον οποίον υπέγραψαν. Κατά τα άλλα καυχώνται οι Προκαθήμενοι και τα μέλη της Συνόδου ότι τηρούν επακριβώς Κανονισμό.  
 Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι η Σύνοδος ξεκίνησε το έργο της χωρίς προηγουμένως να επικυρώσει τους Συνοδικούς Όρους και τους Συνοδικούς Ιερούς Κανόνες όλων των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων, έτσι ώστε να είναι όντως και η παρούσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος οργανική συνέχεια όλων των προγενεστέρων. Σημειωτέον ότι η αναφορά αυτή στις προγενέστερες Οικουμενικές Συνόδους ήταν μια πάγια τακτική που τηρείτο από τους αγίους Πατέρες των εν λόγω Συνόδων. Με την τακτική αυτή οι άγιοι Πατέρες ήθελαν να διακηρύξουν ότι αποδέχονται όσα οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι δογμάτισαν και προτίθενται να συνεχίσουν το έργο εκείνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αναγνώριση της Συνόδου του 787 μ. Χ. ως Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου υπό της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου του αγίου Φωτίου το 879-880 μ. Χ.
   Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι η Σύνοδος ξεκίνησε το έργο της επί τη βάσει ενός Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας ο οποίος δεν έγινε ομοφώνως αποδεκτός από όλους τους προκαθημένους κατά την Σύναξη αυτών του Ιανουαρίου 2016, αφού η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν τον υπέγραψε. Η αρχή όμως της ομοφωνίας είναι απαραίτητος όρος και απαραίτητη προϋπόθεση για να συγκληθεί  η Σύνοδος, η οποία προβλέπεται στον ως άνω Κανονισμό.
  Επίσης ξεκίνησε το έργο της με βάση τα ομοφώνως αποδεκτά εξ κείμενα της Ε΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως. Η βάση όμως αυτή δεν αποδείχθηκε ασφαλής, στέρεη και αμετακίνητη, όπως φάνηκε εκ των υστέρων. Και τούτο διότι τα έξι προσυνοδικά κείμενα έγιναν μεν αποδεκτά ομοφώνως από τους εκπροσώπους της Ε΄ Προσυνοδικής και από την Σύναξη των Προκαθημένων, (του Ιανουαρίου 2016), αλλά όχι και από όλες τις Ιεραρχίες των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Οι Εκκλησίες αυτές όταν παρέλαβαν από τους Προκαθημένους τα εξ προσυνοδικά κείμενα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στην Ε΄ Προσυνοδική, στη συνέχεια τα μελέτησαν συνοδικώς. Πολλές από αυτές, όπως η Εκκλησία της Βουλγαρίας, της Ελλάδος, της Γεωργίας κλπ.)  κατά την συνοδική μελέτη των κειμένων διαπίστωσαν κενά, ασάφειες, κακόδοξες διατυπώσεις κλπ., οπότε επέβαλαν τροποποιήσεις και διορθώσεις. Για τις Εκκλησίες λοιπόν αυτές που επέβαλαν τις εν λόγω διορθώσεις και τροποποιήσεις μετά από συνοδική μελέτη, είναι αυτονόητο ότι δεν ισχύουν πλέον τα προσυνοδικά κείμενα στην μορφή που αυτά είχαν κατά την Ε  Προσυνοδική, αλλά στη νέα μορφή που πήραν μετά τις διορθώσεις. Το γεγονός ότι οι προκαθήμενοι υπέγραψαν τα εξ κείμενα της Ε΄  προσυνοδικής ομοφώνως, (όπως και τον κανονισμό λειτουργίας της Συνόδου), αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιεραρχίες των κατά τόπους εκκλησιών δεσμεύονται από τις υπογραφές των προκαθημένων, για να δεχθούν τα κείμενα αυτά όπως έχουν. Η προσωπική γνώμη ενός Προκαθημένου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δεσμεύσει και να υποχρεώσει τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, στην οποία αυτός ανήκει σε συμμόρφωση και αποδοχή της γνώμης του. Διότι τότε καταργείται ο Συνοδικός Θεσμός και ο κάθε προκαθήμενος μεταβάλλεται σε Πάπα, ο οποίος αποφασίζει και επιβάλλεται κυριαρχικά. Το ανώτατο όργανο διοικήσεως των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, δεν είναι ο Προκαθήμενος αλλά η Σύνοδος της Ιεραρχίας.
  Μετά από όσα αναφέραμε προηγουμένως γίνεται πλέον κατανοητό, ότι είναι πέρα για πέρα εσφαλμένος ο ισχυρισμός του  Οικ. Πατριάρχου στην εισαγωγική του ομιλία: «Χωρούμεν, συνεπώς, επί το έργον ημών επί τη βάσει ομοφώνως εγκεκριμένων υπό των Εκκλησιών ημών Κειμένων, άτινα εκάστη Εκκλησία έχει ήδη αποδεχθή». Εδώ ο Οικουμενικός ως «ομοφώνως εγκεκριμένα κείμενα» εννοεί προφανώς τα κείμενα της Ε΄ Προσυνοδικής, που υπεγράφησαν από την Σύναξη των Προκαθημένων, (Ιανουάριος 2016),  τα οποία όμως δεν ισχύουν για ορισμένες Εκκλησίες, μετά τις διορθώσεις και αλλαγές, που αυτές επέβαλαν συνοδικώς. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί επίσης, ότι δεν ισχύει και η ομοφωνία, για την οποία ομιλεί ο Οικουμενικός, αφού ορισμένες εκκλησίες διαφοροποιούνται.  Περιττό να λεχθεί επίσης ότι ο παρά πάνω εσφαλμένος ισχυρισμός του  Οικ. Πατριάρχου, δεν ήταν ο μόνος στην εισαγωγική ομιλία του.  Υπάρχουν και άλλα σημεία στην εν λόγω ομιλία του, τα οποία χρήζουν κριτικής, και τα οποία ασφαλώς θα επισημάνουν άλλοι εν Χριστώ αδελφοί.
  Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι οι τέσσερις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη Σύνοδο, διασύρθηκαν διεθνώς. Η απουσία τους παρουσιάσθηκε τόσον από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όσο και από άλλους προκαθημένους, στις εισαγωγικές των ομιλίες, ως τελείως αδικαιολόγητη και κατακριτέα. Και ούτε λίγο ούτε πολύ οι Εκκλησίες αυτές εμφανίσθηκαν με την απουσία τους ως ένοχες και υπόλογοι για δημιουργία σχισμάτων και διαιρέσεων. Ωστόσο, οι εν λόγω Εκκλησίες τελικά δεν συμμετείχαν, όχι διότι έτσι τους «κάπνισε», αλλά διότι, όπως εξηγήσαμε παρά πάνω, διαπίστωσαν μετά από συνοδικό έλεγχο ότι τα προσυνοδικά κείμενα πάσχουν. Και όπως ήταν πολύ φυσικό, ζήτησαν την αναβολή της Συνόδου, προκειμένου να μελετηθούν αυτά βαθύτερα, να γίνουν οι αναγκαίες διορθώσεις, και να παραχθούν έτσι νέα κείμενα, τα οποία θα γίνουν ομοφώνως αποδεκτά από όλες τις κατά τόπους Εκκλησίες. Επειδή όμως δεν έγινε δεκτή η πρότασή τους περί αναβολής της Συνόδου, επόμενο ήταν οι Εκκλησίες αυτές να μην συμμετάσχουν.
        Άλλη θλιβερή διαπίστωση, ίσως η πιο θλιβερή από όλες τις προηγούμενες, η μέσω μιας σκοτεινής και γριφώδους νέας διατυπώσεως στο κείμενο: «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ουσιαστική αναγνώριση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους αιρετικούς. Ιδού πια διατύπωση έγινε ομοφώνως αποδεκτή από την Σύνοδο: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών», αντί της διατυπώσεως: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Δηλαδή η λέξις «ύπαρξις» αντικαθίσταται με την λέξη «ονομασία» και στη φράση «Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών» προστίθεται ο προσδιορισμός «ετεροδόξων». Την εν λόγω αλλαγή στη διατύπωση πρότεινε ο Μακ. Αρχ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, μετά από πολύωρες συζητήσεις και διαβουλεύσεις κατά τις οποίες εκφράσθηκαν πολλές αντικρουόμενες απόψεις. Με την νέα διατύπωση ισχυρίζεται ο Μακ. Αρχ. Αθηνών ότι  «πετυχαίνουμε μία συνοδική απόφαση που για πρώτη φορά στην ιστορία περιορίζει το ιστορικό πλαίσιο των σχέσεων προς τους ετεροδόξους όχι στην ύπαρξη, αλλά ΜΟΝΟ στην ιστορική ονομασία αυτών ως ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών η Ομολογιών». Εδώ αναφύεται το εύλογο ερώτημα: Πως είναι δυνατόν να ονομάσει κανείς οτιδήποτε, ενώ παράλληλα απορρίπτει την ύπαρξή αυτού, το οποίον ονομάζει; Αντιφατική και απαράδεκτη επίσης από δογματικής απόψεως είναι και αποδοχή του όρου «ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών η Ομολογιών». Οι ετερόδοξες ομολογίες, δεν μπορούν να ονομασθούν «Εκκλησίες» επειδή ακριβώς αποδέχονται έτερα, αιρετικά δόγματα και ως αιρετικές δεν μπορούν να αποτελούν «Εκκλησίες». Πολύ λυπηρό επίσης είναι το γεγονός, ότι η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν παρέμεινε πιστή και αμετακίνητη στις αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της 24ης και 25ης Μαΐου ε. ε. όπως όφειλε να πράξει, σχετικά με το εν λόγω θέμα. Η Σύνοδος της εν λόγω Ιεραρχίας είχε αποφασίσει την αντικατάσταση της φράσεως «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων» με την φράση «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Οµολογιών και Κοινοτήτων».
      Τέλος μια άλλη θλιβερή διαπίστωση, τα όσα διεκήρυξε, με ιδιαιτέρα μάλιστα καύχηση ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά την λήξη των εργασιών. Μεταξύ άλλων διεκήρυξε ότι «το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπήρξε πρωτοπόρον στον χώρο της Οικουμενικής Κινήσεως». Αναφέρθηκε επίσης στην παναιρετική Εγκύκλιο του 1920 «η οποία από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο Καταστατικός χάρτης του αργότερον ιδρυθέντος Π.Σ.Ε.» και ότι το «Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπήρξεν εκ των ιδρυτικών μελών του Π.Σ.Ε. εις το Άμστερνταμ…».
Περιοριστήκαμε προς το παρόν μόνο στα παρά πάνω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εδώ τελειώνει ο κατάλογος των θλιβερών διαπιστώσεων. Εύλογα, μετά από όσα αναφέραμε παρά πάνω, γεννάται το ερώτημα: Από μια Σύνοδο που ξεκίνησε και προχώρησε με τέτοιο τρόπο, τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όπως επισημαίνει ο Κύριος: «Ου γαρ εστι δένδρον καλόν ποιούν καρπόν σαπρόν, ουδέ δένδρον σαπρόν ποιούν καρπόν καλόν·  έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται» (Λουκ.6,43-44). Ο κάθε αναγνώστης ας βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών