Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Γιατί απόλυτη ησυχία στον εξάψαλμο;


 
Είναι γεγονός οι πατέρες ορίζουν κατά την ώρα που διαβάζεται στην Εκκλησία ο εξάψαλμος, να μη κάνουμε καμιά κίνηση, να μη μιλούμε, να μη κουνηθούμε από τη θέση μας ούτε να βήξουμε που λέει ο λόγος και να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί είναι η ώρα κατά την οποία η Εκκλησία μάς θυμίζει την Δευτέρα Παρουσία και την Κρίση Σου Θεού και πρέπει να ακούμε τον εξάψαλμο με άκρα σιωπής και ευλαβείας και να ενωθεί η ψυχή μας με το νόημα των ψαλμών εκείνων που είναι τόσο ωραίοι και τόσο σημαντικοί και τόσο κατανυκτικοί. Και όταν τελειώσει ο εξάψαλμος και θα πούμε το αλληλούια τρεις φορές, εκεί θα κάνουμε το σταυρό μας τρεις φορές με τρεις μικρές μετάνοιες. Για να μην ταράζεται καθόλου η προσοχή μας από την μελέτη, την ακοή και την ανάγνωση του εξαψάλμου που είναι μια πολύ σημαντική στιγμή μέσα στην όλη ακολουθία του Όρθρου. Για αυτό οι πατέρες ορίζουν αυτή την τακτική, αυτή την τυπική διάταξη. Και καλό είναι βέβαια να φροντίζουμε να είμαστε στην εκκλησία να ακούμε τον Όρθρο και να ακούμε τον εξάψαλμο που αναγιγνώσκεται με τόση ευλάβεια και έχει τόση δύναμη πνευματική και να είμαστε από νωρίς στην Εκκλησία να μετέχουμε στην Ακολουθία του Όρθρου.

 

(Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου)

 

ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ Ο ΕΞΑΨΑΛΜΟΣ...

 

Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο οποίος «μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο.

Διότι ο χρόνος αυτός της αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς.

Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις η, προπαντός, χωρίς και τους παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή.

(Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ο Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).

Ο εξάψαλμος αποτελείται από από τους εξης ψαλμούς:

3ος: Εικονίζει την σταθερή ελπίδα της ψυχής στο Θεό.

37ος: Θρήνος της ψυχής για το βάρος των αμαρτιών.

62ος: Απαλή παρηγορητική πρωϊνή προσευχή.

87ος: Δέηση ψυχής τσακισμένης από τις συμφορές.

102ος: Προσευχή ευγνωμοσύνης για τις ευεργεσίες του Θεού.

142ος: Θερμή παράκληση βοήθειας.

Ο εξάψαλμος είναι η κατανυκτική ανάγνωση (όλοι όρθιοι) των 6 παραπάνω από τους 150 ψαλμούς , τους περισσότερους από αυτούς τους έγραψε ο Δαβίδ. Είναι συγχρόνως ύμνος, δέηση, προφητεία.

EPANOSIFI MONH

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

ΑΡΚΕΙ Ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΩΣΥΝΗ;


π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

           
Είναι, πράγματι, πολύ ευχάριστη έκπληξη η πληροφορία για την είσοδο στην Ιερωσύνη Ανδρών διαφόρων επαγγελμάτων η συνταξιούχων, σε εποχή μάλιστα, που η υπάρχουσα νομοθεσία οδηγεί σε μείωση του αριθμού των Κληρικών μας και κατά συνέπεια σε παρακώλυση του ποιμαντικού έργου της Εκκλησίας μας. Όπως όμως είναι γνωστό, η είσοδος στην Ιερωσύνη έχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αρκεί να μελετήσει κάποιος τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας (βλ. λ.χ. Παναγιώτης Ι. Μπούμης, Κανονικόν Δίκαιον, εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002, σ. 157 επ.), και τα υπό των Οικουμενικών μας Συνόδων οριζόμενα. Εγείρεται, συνεπώς, το ερώτημα: Στίς σημερινές χειροτονίες υπάρχουν πάντα οι ορθοδοξοπατερικές προϋποθέσεις; Η ιερατική μας όμως πείρα μας έχει πείσει, ότι δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της παραθεωρήσεως των οριζομένων από τους Ιερούς Κανόνες ως προς τα κωλύματα της Ιερωσύνης (π.χ. σαρκικά αμαρτήματα μετά το βάπτισμα, ακόμη και με τη μνηστή πρό της τελέσεως του γάμου, μοιχεία κατά τον έγγαμο βίο, διγαμία, κάποιο σοβαρό αδίκημα τιμωρούμενο από την Πολιτεία κ.λπ.). Ελλοχεύει, συνεπώς, πάντα ο κίνδυνος αντικανονικών χειροτονιών λόγω ανεδαφικού ενθουσιασμού ή και αγνοίας, κάτι που βαρύνει όχι μόνο τον χειροτονούμενο, αλλά και τον χειροτονούντα.

            Όπως ήδη ο  Απ. Παύλος μας έχει διδάξει (Α’ Κορ. 12, 27/28 – Εφ. 4, 11 – 14), ο Κληρικός προέρχεται από τους φορείς αγιοπνευματικών χαρισμάτων και είναι Πνευματοφόρος-Πνευματικός (Α’ Κορ. 2,15), με ενεργό μέσα του την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Το ιερατικό αξίωμα δεν εξαντλείται στην πράξη της χειροτονίας, αλλά συναρτάται με τις εσωτερικές –καρδιακές προϋπεθέσεις του χειροτονημένου. Στην αρχαία Εκκλησία και τη φυσική συνέχεια της, την Ορθοδοξία, δεν υπάρχει η νομική-υπαλληλική αντίληψη για την ιερωσύνη, όπως στη Δύση, αλλά η μυστηριακή και χαρισματική. Εφ’όσον ορθόδοξα το έργο του Κληρικού είναι θεραπευτικό της ψυχής των πιστών, πρέπει οι ίδιοι να είναι θεραπευμένοι, για να θεραπεύουν τους άλλους (πρβλ. τον λόγο του Χριστού μας: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν πρώτον». Λουκ. 4, 23). Δεν αρκεί οι εισερχόμένοι εις τον Κλήρο να είναι απλώς «ηθικοί» η πεπαιδευμένοι, αλλά να διαθέτουν το εν Χριστώ ήθος, ως καρπό του «ενοικούντος» μέσα τους (Ρωμ. 8, 11) Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22), και την «παιδείαν Κυρίου» (Εφ. 6,4).  

            Θεραπεύει, συνεπώς τους άλλους, ο έχων την ψυχική κάθαρση και θεραπεία. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος συνοψίζει την σχετική πατερική διδασκαλία: «Ο διάκονος, αφού έχει έργο να καθάρει τον λαό του Κυρίου από τα πάθη, απαραίτητη προϋπόθεση για να χειροτονηθή είναι να βρίσκεται στο στό στάδιο της καθάρσεως... Ο πρεσβύτερος, αφού έργο έχει να φωτίζει τους άλλους..., πρέπει να βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού του νού..., να έχει δηλαδή αδιάλειπτη μνήμη Θεού δια της ευχής... Ο επίσκοπος, αφού βασικό του έργο είναι να τελειοί τον λαό δια των λόγων της θεολογίας, πρέπει να βιώνει την μυστική θεολογία, να ζεί την κοινωνία με τον Θεό...» (Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία..., Έδεσσα 1986, σ. 69). Όταν τα ανέφερα αυτά σε κάποια διάλεξη μου, κάποιος Κληρικός μου είπε: Πού να τα βρούμε αυτά σήμερα, παπα-Γιώργη!  Και απήντησα, Γι’αυτό και βρισκόμαστε στην τραγική κατάσταση, στην οποία εφθάσαμε. Γι’αυτό έλεγε ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης, πρώτος μας διδάσκαλος σ’αυτά: «Στη θέση των καθηγητών στο (Πνευματικό) Νοσοκομείο της Εκκλησίας βρέθηκαν κάποια στιγμή της ιστορίας μας απλοί νοσοκόμοι». Και μακάρι να ισχύει και αυτό...

            Κατά τον άγιο Ι. Χρυσόστομο ο Κληρικός πρέπει να έχει μεγαλύτερο (πνευματικό) οπλισμό από τους ερημίτες και κατά τον Μ. Βασίλειο να είναι «ακτίνος ηλίου καθαρώτερος». Για τον Κληρικό, δηλαδή, δεν ισχύει το κοινώς λεγόμενο: «Άνθρωπος είναι και αυτός». Και κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, δεν πρέπει να προχωρεί κάποιος στην χειροτονία, αν προηγουμένως δεν έγινε «ναός Θεού ζώντος και ζών κατοικητήριον Χριστού εν Πνεύματι». Σ’αυτή τη θεώρηση της Ιερωσύνης συγκλίνουν όλοι οι Άγιοι μας. Γι’αυτό, άλλωστε, ο Απ. Παύλος (Α’ Τιμ. 5, 22) λέγει στον Τιμόθεο, τον μαθητή του: «Μηδενί χείρας ταχέως επιτίθει, μηδέ κοινώνει αμαρτίαις αλλοτρίαις» (Να μη βάζεις γρήγορα τα χέρια σου σε κανένα, για να τον χειροτονήσεις, ούτε να γίνεσαι συμμέτοχος και συνυπεύθυνος σε ξένες αμαρτίες».) Φοβερός ο λόγος για τους χειροτονούντες...

            Και οι αθέμιτες χειροτονίες; Δεν υπάρχουν αθέμιτες χειροτονίες; Και βέβαια υπάρχουν, αλλά κατά τον Ι. Χρυσόστομο: «Ουκ από της θείας γίνονται χάριτος, αλλά και από της των ανθρώπων σπουδής» (επιπολαιότητας, θα λέγαμε). Προσθέτει όμως: «Πάντας ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δε ενεργεί» (PG. 62, 610). Η Ιερωσύνη είναι του Χριστού και μέσω αυτής ενεργεί ο ίδιος ο Χριστός. Όπως σ’όλα τα Μυστήρια, έτσι και σ’αυτό της Ιερωσύνης, ο χειροτονών επίσκοπος «δανείζει» τα χέρια του, για να χειροτονήσει ο ίδιος ο Χριστός. Η Ιερωσύνη, ο Χριστός δηλαδή, μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού και όχι εμείς οι Κληρικοί και γι’αυτό η μεταβολή δεν εξαρτάται από την ηθική αξία η απαξία μας. Αν όμως «αναξίως» φέρουμε την Ιερωσύνη και την μολύνουμε με τη ζωή μας, αγιάζονται μεν τα δώρα, αλλ’εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αγιασθούμε από αυτά, όπως λέγει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (Ορθοδ. Ψυχοθερ., σ. 75).

            Οι παρεκκλίσεις, συνεπώς, στους φορείς της Ιερωσύνης επιβεβαιώνουν την μη τήρηση των ιερών κανόνων και την απουσία αγιοπνευματικών προϋποθέσεων για την χειροτονία. Αυτά επισημαίνονται ήδη από τον άγιο Ισίδωρο Πηλουσιώτη (4-5ος αι.): «Μεταπεπτωκέναι-λέγει-έδοξε το αξίωμα από ιερωσύνης εις τυραννίδα από ταπεινοφροσύνης εις υπερηφανείαν• από νηστείας, εις τρυφήν από οικονομίας (δηλ. ποιμαντικής φροντίδας) εις δεσποτείαν» (εξουσία). Επισημαίνει όμως και την νόθευση των κινήτρων προς την Ιερωσύνη: «Πάλαι μεν, οι φιλάρετοι προς την ιερωσύνην προήγοντο, νυν δε οι φιλάργυροι. Τότε, οι το πράγμα φεύγοντες δια το μέγεθος της αρχής (του αξιώματος), νυν δε οι τούτο επιτρέχοντες (επιδιώκοντες) μεθ’ηδονής... Τότε οι τύπτεσθαι, νυν δε οι τύπτειν έτοιμοι» (Τότε οι έτοιμοι να κτυπηθούν, τώρα όμως οι εκείνοι, που είναι έτοιμοι να κτυπήσουν τους άλλους. Βλ. αγ. Νικοδ. Αγιορ., Ερμηνεία εις τας Επιστολάς, τ. Γ’, σ.112/113. Όρθοδ. Ψυχοθερ. σ. 73).

            Δίκαια, συνεπώς, επισημαίνει ο ι. Χρυσόστομος: «Ουκ οίμαι είναι πολλούς εν τοις ιερεύσι τους σωζομένους, αλλά πολλώ πλείους τους απολλυμένους» (PG. 60, 39). Η ιερωσύνη είναι δυνατόν, αν δεν έχει τις κατά Χριστόν προϋποθέσεις, να οδηγήσει όχι στη σωτηρία, αλλά στην αιώνια απώλεια τον χειροτονούμενο. Πόσον μάλλον δε, όταν παραμερίζονται τα διάφορα κωλύματα, με χίλιες προφάσεις, δια να καλυφθούν τα υπάρχοντα υπηρεσιακά σε μια Μητρόπολη κενά. Έχει όμως πολύ ορθά επισημανθεί από μεγάλο Πνευματικό, ότι η Ιερωσύνη δεν καλύπτει τα πάθη μας, αλλά μάλλον τα αποκαλύπτει... Κάθε αμαρτωλός έχει δεδομένη από τον Αρχηγό της Πίστεως μας την δυνατότητα να καθαρισθεί από τα πάθη του δια της μετανοίας και να σωθεί. Κληρικός όμως, αν υπάρχουν κωλύματα, έστω και να τα εξομολογηθεί, δεν μπορεί να γίνει.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Η Κατάλληλη Προετοιμασία πρίν την Θεία Ευχαριστία


Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος – ιεροψάλτης

Θέματα Ορθοδόξου Πίστεως (www.themata-orthodoxias.blogspot.gr)

 

           
Η Θεία Ευχαριστία είναι το κεντρικότερο και σημαντικότερο όλων των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Είναι το Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού μας. Μας το παρέδωσε ο Ιησούς Χριστός κατά τον Μυστικό Δείπνο λέγοντας, «λάβετε φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα …» (Ματθ. 26, 26) και «πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου…» (Ματθ. 26 , 28), «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκά 22, 12).

Είναι σημαντικό να προσερχόμαστε συχνά στο Άγιο Ποτήριο όπως μας λένε πολλοί Πατέρες όπως οι Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, κ.α. Αλλά ποιός είναι ο ορθός τρόπος προσέλευσης μας στο Μυστήριο των Μυστηρίων, την Θεία Ευχαριστία;

Πρώτο και κύριο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να εξετάσουμε τον εαυτό μας και να μετανοήσουμε για τα αμαρτήματα μας. Μετά θα πρέπει να επισκεφτούμε τον πνευματικό μας για να εξομολογηθούμε και να λάβουμε την συγχώρηση των αμαρτιών μας. Υπάρχει και εδώ νηστεία που έχει τον γνωστό σκοπό να μας προετοιμάσει για να λάβουμε το Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού μας. Να σημειωθεί ότι υπάρχει μια Κολλυβάδικη πρακτική της τρίημερης νηστείας προ της Θείας Μεταλλήψεως που σύμφωνα με τη γνώμη πνευματικού, μπορεί να εφαρμοστεί. Η γενική γραμμή της Εκκλησίας όπως θεσπίστηκε με τον ΚΘ’ κανόνα της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου λέει, «τα άγια υπό νηστικών ανθρώπων επιτελείσθαι, εξηρημένης μιάς ετήσιας ημέρας, εν ή το Κυριακόν Δείπνον επιτελείται.» δηλαδή να γίνεται νηστεία μιας ημέρας πρίν την ημέρα που θα κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. Αυτό ισχύει για τους ιερείς και τους λαϊκούς.

Πέραν της νηστείας και της εξομολογήσεως που είναι σημαντικά ως προς την προετοιμασία για την Θεία Ευχαριστία, εξίσου σημαντική είναι και η εγκράτεια της συνεύρεσης μεταξύ των συζύγων. Γενικά μαζί με την νηστεία που μεταμορφώνει τον άνθρωπο ψυχοσωματικά, να υπάρχει και η εγκράτεια που θα τον κρατήσει καθαρό για να λάβει το Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν πρέπει να μεταλαμβάνουμε μόνο 2 με 3 φορές το χρόνο αλλά το συχνότερο δυνατόν, με τον σωστό τρόπο προσέλευσης. Είναι τρομερή αμαρτία και βλασφημία να προσερχόμαστε απροετοίμαστει στην Θεία Ευχαριστία. Πρέπει οπωσδήποτε να έχει προηγηθεί μετάνοια-εξομολόγηση, νηστεία και εγκράτεια αλλιώς βλάπτουμε τον εαυτό μας αντί να τον βοηθάμε.  Το λέει έξοχα ο Αγ. Συμεὼν ο Μεταφραστής, «Ὁ δοὺς τροφήν μοι σάρκα σὴν ἑκουσίως, ὁ πῦρ ὑπάρχων καὶ φλέγων ἀναξίους, μὴ δὴ καταφλέξῃς με, μὴ Πλαστουργέ μου· μᾶλλον δίελθε πρὸς μελῶν μου συνθέσεις, εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν· φλέξον δ᾿ ἀκάνθας τῶν ὅλων μου πταισμάτων.» (Ευχαριστία μετά την Θείαν Μετάληψιν). Δηλαδή καιγόμαστε όταν προσερχόμαστε απροετοίμαστοι στην Θεία Κοινωνία. Γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να προσερχόμαστε με την δέουσα σοβαρότητα και σεβασμό. Ας κρατήσουμε αυτά κατά νού και να παλεύουμε να μένουμε σωστοί και να ακολουθούμε πιστά την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Η Νηστεία των Αποστόλων


 
            Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος – ιεροψάλτης

Θέματα Ορθοδόξου Πίστεως (www.themata-orthodoxias.blogspot.gr)

 

Όπως είναι γνωστό, η νηστεία δεν είναι αυτοσκοπός στην πνευματική μας ζωής αλλά εργαλείο που μας βοηθά να καθαριστούμε μεταμορφώνοντας τα πάθη μας για να φτάσουμε στην Βασίλεια του Θεού.

            Μέσα στις νηστείες που έχει θεσπίσει η Εκκλησία, υπάρχει και η νηστεία των Αγίων Αποστόλων που είναι δυστυχώς άγνωστη σήμερα σε πολλούς Χριστιανούς. Στις 29 Ιουνίου, η Εκκλησία εορτάζει την εορτή των πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Έτσι, προς ανάμνηση του μαρτυρικού θανάτου των δύο Αποστόλων, έθεσε να υπάρχει νηστεία που λέγεται «Τεσσαρακοστή» αν και με το Νέο Ημερολόγιο, δεν υπερβαίνει ποτέ τις 30 ημέρες. Ο όρος περισσότερο έχει την σημασία της νηστείας λόγω ότι χρησιμοποιείται κατά τη περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

            Η νηστεία ξεκινά την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγ. Πάντων και λήγει στις 29 Ιουνίου. Είναι κινητή εορτή που η διάρκεια της εξαρτάται από πότε είναι το Πάσχα. Η νηστεία αυτή, κατά τον Μ. Αθανάσιο (4ον αιώνα) ξεκινούσε μετά την Πεντηκοστή λόγω του ότι οι Απόστολοι ξεκίνησαν το έργο τους. Κατά τις Αποστολικές Διαταγές, ξεκινούσε μετά την Κυριακή των Αγ. Πάντων όπως το εορτάζουμε και εμείς. Σε αυτή τη νηστεία, τρώμε ψάρι, κρασί και λάδι. Στις 29 Ιουνίου που τελειώνει η νηστεία, υπάρχει για τους κοσμικούς κατάλυση εις πάντα και για τους μοναχούς κατάλυση ιχθύος.

            Υπήρχαν προσπάθειες να γίνει μικρότερη η νηστεία ή και να καταλυθούν και άλλες τροφές όπως την περίπτωση του Οικ. Πατριάρχη Κωνσταντουπόλεως Ιερεμία Γ’ (1719 μ.Χ.) που προσπάθησε να περιορίσει τις μέρες νηστείας σε 12 επειδή στο Φανάρι, είχε καταργηθεί η νηστεία αυτή. Απέτυχε όμως αυτή η προσπάθεια επειδή εξεργέθηκαν οι ψαράδες και μπακάληδες γιατί ζημιώνονταν αυτή τη περίοδο. Προσπάθισε πάλι κατά τη δεύτερη του πατριαρχεία ο Ιωακείμ ο Γ’ (1901-1912), κατά την νηστεία των Αγ. Αποστόλων, να γίνεται κατάλυση αυγών, γάλακτος και τυριού. Απέτυχε όμως αυτή η προσπάθεια λόγω της σθεναρής αντίστασης από τους μοναχούς του Αγ. Όρους.

            Είναι κάτι βασικό που πρέπει όλοι μας να γνωρίζουμε. Οι νηστείες τις Εκκλησίας δεν θα πρέπει να τροποποιούνται για να βολεύουν τις θελήσεις μας αλλά να τροποποιούμαστε εμείς κατά τις νηστείες αυτές όπως τις έχει θεσπίσει η Αγία Εκκλησία μας. Βεβαίως υπάρχει και η «οικονομία» που γίνεται εκτάκτως και κατόπιν υποδείξεως πνευματικού για την καλύτερη θεραπεία του εκάστου άρρωστου πιστού. Επειδή όλοι μας, κατά έναν αυξημένο ή ελάχιστο βαθμό, είμαστε άρρωστοι πνευματικά και σωματικά, η Εκκλησία έρχεται ως «θεραπαινίς» να βοηθήσει τον καθέναν κατά τον βαθμό της ασθενείας του. Πρέπει όμως όλοι μας να ακολουθούμε την γενική γραμμή της Εκκλησίας και να μην κοιτάμε την εξαίρεση, την οικονομία ως μια εύκολη λύση αλλά κατόπιν ευλογίας του πνευματικού μας, να πολεμάμε για το καλύτερο της ψυχής μας.

Εύχομαι όλοι μας να μην παραμελίσουμε και αυτή την σημαντική νηστεία της Εκκλησίας μας και να την χρησιμοποιήσουμε καταλλήλως προς την θεραπεία της ψυχής μας. Καλό στάδιο!!!

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΕΚΑ ΤΡΕΙΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΝΤΑΡΑΣ

Το έτος 1228, έφθασαν στην Κύπρο, δύο ευσεβείς ασκητές, από ένα μοναστήρι του Καλού Όρους, που βρίσκεται στην Παμφυλία τους Μικράς Ασίας, και ονομάζονταν Ιωάννης και Κόνων. Ήρθαν στο νησί, έτοιμοι να θυσιάσουν τους εαυτούς τους μέχρι αίματος για την αληθινή ορθόδοξη πίστη, προβάλλοντας έτσι ένα λαμπρό παράδειγμα για τους Κυπρίους που περνούσαν δύσκολα χρόνια. Οι λατίνοι κατακτητές του νησιού, επέβαλλαν αφόρητες πιέσεις, βαριές φορολογίες και επεδίωκαν τον εκλατινισμό του νησιού και την υποταγή του στον Πάπα. Οι εκπρόσωποι τους Λατινικής Εκκλησίας ήθελαν να υποτάξουν την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Οι δύο μοναχοί, αφού έφθασαν στη Κύπρο, ανέβηκαν στην Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μαχαιρά. Εκεί στο ησυχαστήριο τους Μονής συνέχιζαν τον πνευματικό τους αγώνα. Μετά από λίγες μέρες άφησαν το μοναστήρι του Μαχαιρά αναζητώντας κάποιον άλλο τόπο ησυχίας. Έφθασαν στη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη για να καταλήξουν πλέον και να συνεχίσουν τους αγώνες στο Μοναστήρι τους Παναγίας τους Κανταριώτισσας, κοντά στο κάστρο τους Καντάρας.
Εκεί, λόγω τους ευσέβειας τους και της ασκητικής τους ζωής, προσέλκυαν όλο και πιο πολλούς μοναχούς, πράγμα που ανησύχησε τους Λατίνους και τους ώθησε να λάβουν δραστικά μέτρα. Ο Φράγκος Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος με τη βία σφετερίστηκε το θρόνο και έδιωξε σε εξορία τον Άγιο Νικόλαο της Στέγης στην Σολέα που ήταν ο Ορθόδοξος ποιμένας της Κύπρου, στέλνει δύο αντιπροσώπους του, τον ιεροκήρυκα Ανδρέα και τον Ηλιέρμο για να εξετάσουν τι γινόταν στο Μοναστήρι τους Καντάρας. Οι μοναχοί, τους υποδέχονται με καλοσύνη, αποδίδοντας τους μάλιστα την αρμόζουσα τιμή. Ο ιεροκήρυκας Ανδρέας, μετά από τους ανακριτικές ερωτήσεις- από πού ήρθαν, πότε, με ποιο τρόπο κατοίκισαν στο μοναστήρι- άρχισε να τους ρωτά από το Άγιο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο, χωρίς να βρει κάποιο λάθος στις αποκρίσεις των πατέρων. Αφού είδε, άτι όλα τα ερμήνευαν σοφά και σωστά, τους υπέβαλε και το ερώτημα «και για εμάς που τελούμε την Θεία Λειτουργία με άζυμα, τι πιστεύετε;».
Οι 11 μοναχοί με θάρρος απάντησαν «Εμείς ακολουθούμε επακριβώς τα λόγια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού που είπε στο Μυστικό Δείπνο. Τελούμε την Θεία Λειτουργία που έχουμε παραλάβει από τον Κύριον, τους Αποστόλους και τους πατέρες της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με το άγιο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας με ένζυμο άρτο. Όσον αφορά τώρα το δικό σας φρόνημα για τον άζυμο άρτο, δεν γνωρίζουμε, γιατί ούτε από τους κήρυκες του Χριστού, ούτε από τις άγιες και οικουμενικές συνόδους το παραλάβαμε. Γι' αυτό και όσοι τελούν τις ιερές μυσταγωγίες με άζυμο άρτο, ξεπέφτουν από την αλήθεια και παρερμηνεύουν τις γραφές». Μάλιστα για να αποδείξουν αυτοί οι άγιοι πατέρες την αλήθεια, πρότειναν στους Λατινόφρονες ιεροκήρυκες να τελέσουν δύο Θείες Λειτουργίες, οι μεν με ένζυμο άρτο και οι δε με άζυμο άρτο και μετά από το μυστήριο να μπουν και οι δύο παρατάξεις στην φωτιά, και όποιος μείνει απείραχτος και βγει χωρίς να πάθει καμιά βλάβη, τότε θα αποδείκνυε ποια Θεία Λειτουργία αγιάζει ο Θεός και αυτήν θα ακολουθούσαν.
Αυτά εκνεύρισαν τον ιεροκήρυκα του Πάπα, που άρχισε να τους κατηγορεί ως αιρετικούς και τους έδωσε αμέσως εντολή να κατεβούν στη Λευκωσία στο Φράγκο Αρχιεπίσκοπο για να του δώσουν απολογία για όσα είπαν, δίνοντας τους λίγες μέρες προθεσμία. Στο διάστημα αυτό, οι μοναχοί ετοιμάζονταν πνευματικά, με αγρυπνίες, προσευχές, νηστείες και συχνή κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Ξεκίνησαν έτσι οι μοναχοί να δώσουν την μαρτυρία τους στον Φράγκο Πάπα. Οι πιστοί έτρεχαν πλήθη να τους προϋπαντήσουν για να τους ενισχύσουν και να ενισχυθούν και οι ίδιοι, παίρνοντας την ευχή τους. Μαζί με τους τους 11 μοναχούς τους Παναγίας τους Κανταριώτισσας, ήρθαν και ενώθηκαν και άλλοι δύο μοναχοί από το Μοναστήρι του Μαχαιρά και έτσι γίνονται 13 μοναχοί στον αριθμό.
Παρουσιάζονται μπροστά στον Λατίνο αρχιερέα και η συζήτηση περί ενζύμου και άζυμου άρτου επαναλαμβάνεται. Οι 13 πατέρες μένουν ακλόνητοι στην πίστη τους, χωρίς να λογαριάσουν τις απειλές και τους φοβέρες που τους ανέγγελαν. Το μίσος και ο θυμός των Λατίνων, φτάνει στο αποκορύφωμα από την σταθερή ομολογία των πατέρων. Τότε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος διέταξε τριετή φυλάκιση τους. Παρέμειναν λοιπόν στην φυλακή υπομένοντας κάθε κακουχία, θλίψη και ταλαιπωρία. Μετέτρεψαν την δυσώδη φυλακή σε πνευματικό εργαστήριο, όπου ανέπεμπαν «ως μύρον ευωδίας πνευματικής» προσευχές, δεήσεις και ψαλμωδίες. Στην διάρκεια της φυλάκισής τους, ένας απ' αυτούς κοιμήθηκε εν Κυρίω από τις ταλαιπωρίες της σκληρής φυλακής. Το όνομα του ήταν Θεόγνωστος.
Τότε προβλέποντας τον βέβαιο θάνατο και οι υπόλοιποι, απεφάσισαν και χειροθετήθηκαν από τον ηγούμενο της Μονής της Παναγίας της Κανταριώτισσας Ιωάννη και τον Κόνωνα αλλά και από τον Ιερεμία, και πήραν το Μέγα αγγελικό σχήμα των μεγαλόσχημων Μοναχών και πήραν τα εξής ονόματα: Μάρκος, Θεόκτιστος, Κύριλλος, Βαρνάβας, Μάξιμος, Ιωσήφ, Γερμανός, Γεράσιμος και Γεννάδιος. Για πολλοστή φορά οδηγούνται μπροστά στο βήμα του Φράγκου αρχιερέα, αλλά η πίστη και η γνώμη τους δεν αλλάζει. Οι Λατίνοι, εξοργισμένοι από την στάση τους, καταδικάζουν τους 12 σε θάνατο. Οι μοναχοί τότε προσεύχονται με υψωμένα τα χέρια στο Θεό, να τους δυναμώσει μέχρι τέλους.
Στις 19 Μαΐου του 1231, αφού τους έδεσαν πίσω από άλογα, τους έσυραν δια μέσου του ποταμού Πεδιαίου, πάνω από πέτρες και στη συνέχεια, μισοπεθαμένοι καθώς ήταν, τους έριξαν στη φωτιά «Και έτσι ετελειώθησαν οι καλλίνικοι του Χριστού μάρτυρες ...».


       * Οι δεκατρείς αυτοί Άγιοι μοναχοί έφυγαν από το Άγιον Όρος από άγνωστη αιτία, για να συνεχίσουν τους ασκητικούς αγώνες τους στην Κύπρο.
 
 

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Κοντάκιον Ρωμανού του Μελωδού «Εἰς τήν σταύρωσιν». Ένα χριστολογικό ποίημα.


Βασίλειος Τουλουμτσής

Μεταπτυχιακός φοιτητής Δογματικής ΕΚΠΑ

Σύμφωνα με τη γραφίδα του καθηγητού Παντελή Πάσχου «έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ᾿ έναν τρόπο – οποιοδήποτε– επάνω σ᾿ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως». Χαρακτηριστική περίπτωση εκκλησιοποίησης της τέχνης αποτελεί αναμφισβήτητα ο Ρωμανός ο Μελωδός ο οποίος φέρνει την ποίηση μέσα στην Εκκλησία και την καθιστά εργαλείο και ασίγητο στόμα Της. Ως εκκλησιαστικός ποιητής χρησιμοποιεί το καλλιτεχνικό και συγγραφικό του τάλαντο μπολιασμένο στη εν γένει λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, θέλοντας να προβάλλει με τρόπο ιδιαίτερο τη δογματική διδασκαλία Της, απαντώντας παράλληλα στις όποιες αποκλίσεις των ημερών του που αφορούν την πίστη της Εκκλησίας. Ένα εξαίσιο δείγμα αποτελεί το κοντάκιο που συνέγραψε «εἰς τήν Σταύρωσιν».

            Το χαρακτηριστικό γνώρισμά του είναι ότι σε μορφή «θεατρικού δράματος» προσωποποιεί το διάβολο, το θάνατο και όλους όσους συνέπραξαν στην παράδοση και Σταύρωση του Ιησού, και διαμέσου των μεταξύ τους διαλόγων, επιδιώκει να διατρανώσει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το βαθύτερο περιεχόμενο της χριστολογίας, το πραγματικό δηλαδή της ενυπόστατης ένωσης των δύο φύσεων στην Υπόσταση του Λόγου καθώς επίσης και τις συνέπειες αυτής της ένωσης για τη σωτηρία του ανθρώπου.

            Βλέποντας λοιπόν ο διάβολος το «ἀνεῳγμένον ἰατρεῖον» του Χριστού να έχει γεμίσει ολόκληρο τον κόσμο με θαύματα σκορπώντας δωρεάν θεραπεία, οδύρεται και αναφωνεί «τί ποιήσω τῷ υἱῷ τῆς Μαρίας; κτείνει με ὁ Βηθλεεμίτης, ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν». Απευθύνεται τότε στους φίλους του, τους οποίους αποκαλεί «φίλους τῆς ζάλης καί ἐχθρούς τῆς γαλήνης» και ζητάει τη συμβουλή τους για το τι να πράξει, αφού ο ίδιος βρίσκεται σε πανικό («ἠμαυρώθη μου ὁ νοῦς») και δεν μπορεί να τον αντιμετωπίσει. Τη στιγμή εκείνη τους ακούει να του δίνουν θάρρος και  να του λένε: Βελίαρ, μή δειλιάζεις, «θάρσησον, κραταίωσον τάς φρένας σου· τῶν πρώτων σου καμάτων μνημόνευε· τά ἐν παραδείσῳ ἀνακαίνισον». Τον συμβουλεύουν δηλαδή, όπως μέσω της απάτης και του ψεύδους ενήργησε στον Παράδεισο με τους πρωτόπλαστους, κατά παρόμοιο τρόπο να ενεργήσει και τώρα.  Άλλωστε έχει τόσους φίλους και δεν δικαιολογείται να κλαίει σαν να έχει μείνει μόνος. «Ἱερεῖς καί γραμματεῖς, Ἰούδας καί Καϊάφας, […] Ἡρώδης σου φίλος διάπυρος» και ο Πιλάτος πιστός υπηρέτης. Ακούγοντας όλα αυτά ο διάβολος αναθάρρησε και είπε: «Εὐφράνθην, ὦ φίλοι, ὅτι τοῖς ἐμοῖς με ἐστηρίξατε». Θα τρέξω λοιπόν προς τους Ιουδαίους ώστε να αναφωνήσουν το  «σταυρωθήτω».

 Στη συνέχεια εμφανίζονται οι Ιουδαίοι να ομιλούν προς το διάβολο θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να τον ξεκουράσουν από την κακόβουλη και διεστραμμένη αυτή μέριμνά του λέγοντας προς αυτόν: Μην μεριμνάς πλέον, «ἅ εἶχες τελέσαι, ἐτελέσαμεν· παρεδόθη καί ἠρνήθη Ἰησοῦς, ἐδέθη, ἐδόθη Πιλάτῳ». Ο διάβολος τους ξεκαθαρίζει ότι ο λόγος που βρίσκεται εκεί, δεν είναι διότι τους θεωρεί ράθυμους. Μάλιστα δε, είναι πολύ ευχαριστημένος από τον ειδωλολατρικό τρόπο ζωής τους, θυμίζοντάς τους ότι είναι οι ίδιοι οι οποίοι στην έρημο προτίμησαν όχι το Θεό αλλά το μόσχο. Άλλωστε η ειδωλολατρεία έγκειται ακριβώς στον εγκλωβισμό και στο «δέσιμο» του ανθρώπου αποκλειστικά και μόνο με την κτιστή πραγματικότητα. Γίνεται φανερή σύνδεση της Παλαιάς Διαθήκης του Ασάρκου Λόγου με την Καινή Διαθήκη του Σεσαρκωμένου πλέον Λόγου. Φαινομενικά και μόνο στα λόγια μισούν το διάβολο, αλλά στην πραγματικότητα του ανήκουν εξολοκλήρου υπηρετώντας τον πιστά, («ἡμέτεροι ἐστέ ἐξ ὅλης διανοίας»), ενώ αντίθετα τον υιό της Μαρίας, τον μισούν και τον διώκουν όχι θεωρητικά αλλά έμπρακτα.

Στη 12η στροφή, ο Ρωμανός τονίζει το νηπτικό βάθος της Γραφής, η οποία αν δεν γίνει βίωμα συνεχές παραμένοντας ως εκ τούτου ως απλή γνώση, σωτηριολογικώς δεν ωφελεί σε τίποτα. Γι΄αυτό και ο διάβολος προτρέπει τους φίλους του να μην «σφίξουν τα ῥητά τοῦ νόμου Μωσέως» εντός της διανοίας τους ώστε αυτά να γίνουν καρδιακή προσευχή, αφού τους θέλει απλώς «ἀναγνώστας καί μή γνώστας γραφῶν».

Στο σημείο αυτό ξεκινά ο διάλογος μεταξύ του διαβόλου και του θανάτου, όπου ο θάνατος του αποκαλύπτει έντρομος ότι η σιωπή του Χριστού ενώπιον της κοσμικής εξουσίας του Πιλάτου, τού προκάλεσε μεγάλο φόβο, πιστεύοντας πως αυτή δηλώνει για το Χριστό ότι σχεδιάζει να κάνει άνω κάτω τον Άδη (φιμῶσαι με ἔχει ἐν τῷ θάπτεσθαι). Στο άκουσμα αυτό ο διάβολος γελά με τη δειλία του θανάτου. Όμως ο θάνατος θέλοντας να δικαιολογήσει τη στάση του, υπενθυμίζει στο διάβολο ενδεικτικά κάποια από τα τραύματα που υπέστη στο πρόσφατο παρελθόν ενώπιον της παρουσίας του Χριστού λέγοντας: «οὐκ ἐκ τῶν μνημάτων σέ ἀπήλασεν; οὐ Χαναναίας ἀπεδίωξε; μετά ταῦτα τοῦ ἀλάλου καί κωφοῦ ἀλλότριον ἐποίησέ σε ὁ πανταχοῦ τά πάντα πληρῶν». Ο διάβολος παραδέχεται πως όλα αυτά τα γνωρίζει ενώ παράλληλα προχωρεί και σε μια καταπληκτική χριστολογική ομολογία κατά την οποία φαίνεται ότι ο Χριστός ό,τι πάσχει για τη σωτηρία μας, αφορά μόνο την παθητή ανθρώπινή Του φύση, ενώ η θεία Του φύση παρέμεινε απαθής («ἔγνων καί παρά γνώμην, ὅτι ἀήττητος Χριστός ἐν φύσει νικωμένῃ»). Παρά ταύτα δεν εγκαταλείπει τον αγώνα και «τῆς πάλης οὐκ ἀφίσταται» ξεκινώντας να κινηθεί προς τα όργανά του, τους Ιουδαίους. Εδώ παρατηρείται η απόλυτη παράνοια η οποία αποδεικνύει την αρρωστημένη κατάσταση που βιώνει το κτιστό έλλογο όν, όταν ηθελημένα αρνείται την κοινωνία του με το Λόγο και μοιραία γίνεται παρά-Λογο. Παρά το γεγονός ότι ομολογεί τη θεότητα του Χριστού και κατά συνέπεια τη δική του απόλυτη αδυναμία, θα προσπαθήσει με εωσφορική μανία να τελειώσει αυτό που άρχισε, ώστε να αποφύγει τη ντροπή δηλώνοντας πως «ἐάν οὖν ἐκφύγω, καταισχύνομαι». Νιώθει την αγάπη του Χριστού να τον μαστιγώνει, αιτία όμως της προσωπικής του κόλασης δεν είναι ο όντως αγαθός Χριστός, αλλά η διαφοροποίηση του θελήματός του ως αρρωστημένο γνωμικό («τῷ Βηθλεεμίτῃ ἀντιτάσσομαι») που τον κάνει να στέκεται απέναντί Του ως αντικείμενος με αντεστραμμένα και διεστραμμένα κριτήρια αληθείας. Παίρνοντας το λόγο ο θάνατος, ξεκαθαρίζει στο διάβολο να μην τον υπολογίζει σε αυτό του το εγχείρημα το οποίο δεν συμμερίζεται, τονίζοντας ότι ο ίδιος θα κοντέψει στο σταυρό μόνο εάν του κάνει νεύμα ο ίδιος ο Χριστός αφού «εἰ μή γάρ θελήσει, οὐ θνῄσκει». Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι ο Χριστός εκουσίως προσέρχεται και παραδίδει Εαυτόν σε θάνατο για τη δική μας σωτηρία.  Έχει πολύ μεγάλη σημασία το ότι ο Ρωμανός βάζει ενδιάμεσα το θάνατο και το διάβολο ως σκοτεινές και φθοροποιές δυνάμεις να ομολογούν αδίστακτα την πίστη της Εκκλησίας θέλοντας να απαντήσει στις αναφυόμενες χριστολογικές αιρέσεις οι οποίες κατά διαφόρους τρόπους άδειαζαν κυριολεκτικά το έργο της θείας Οικονομίας.

Βλέποντας ο διάβολος την οπισθοχώρηση του θανάτου, κινήθηκε προς τους Ιουδαίους στους οποίους βρήκε ό,τι έψαχνε. Αυτοί μάλιστα τον οδήγησαν μπροστά στο Χριστό ο οποίος μετά από πολλές ύβρεις και μαστιγώσεις, πλέον κείτονταν «ὡς σάλπιγξ ἐν τῷ ξύλῳ». Βέβαιοι ότι έχουν ολοκληρώσει την εξόντωση Αυτού που τόση αναστάτωση είχε προκαλέσει στο άκαρπο ιερατικό και πολιτικό κατεστημένο, αναφέρουν στο διάβολο και μια είδηση με σκοπό να τον κάνουν να γελάσει. Η είδηση ήταν ότι «εἷς τῶν λῃστῶν τῶν μετ’ αὐτοῦ δικαίως σταυρωθέντων, κράζει αὐτῷ μνήσθητί μου, κύριε». Στο άκουσμα αυτό, ο μισόκαλος διάβολος «ἐστύγνασεν» και αφού έσκυψε περίλυπος το κεφάλι του κραύγασε: «Εἰ ἐν ξύλῳ μαθητάς χειροτονεῖ, ἐν τάφῳ παιδευτάς καθίσει». Ενθυμήθηκε τότε τη συμβουλή του φίλου του θανάτου και πλέον συμφώνησε και ο ίδιος ότι εκ των πραγμάτων ήταν άτοπη η προσπάθεια, αφού «οὐδέν ἠδικήθη Ἰησοῦς ἐκ τοῦ πάθους». Τώρα πλέον παρακαλά το θάνατο να τον πάρει, αφού νιώθει αδύναμος και καταντροπιασμένος από «τήν αἰσχύνην τήν πολλήν ἥν ἔλαβεν ἐκ τοῦ ξύλου».

Η 23η και τελευταία στροφή του κοντακίου, επαναλαμβάνει και τονίζει αυτό που οι άνομοι άθελά τους ομολόγησαν. Ότι ο Χριστός, ο Σαρκωμένος Λόγος του Πατρός, «βουλῇ ἐσταυρώθη καί γνώμῃ ἐνεκρώθη». Δεν είναι έρμαιο της ανθρώπινης κοσμικής εξουσίας, στην οποία μοιραία υποτάσσεται. Είναι «ὁ πάντα περιέχων δρακί», ο Κύριος της Ιστορίας, μέσα στην οποία αποκαλύπτεται η άφραστη πρόνοιά Του για τα έργα των χειρών Του. «Οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τά σκέλη» διότι «ἑκών ἀφῆκε τό πνεῦμα και ἄκων οὐκ ἐγένετο ἐν νεκροῖς». Μέσα από τη διαλογική αυτή πλοκή του έργου, ο Ρωμανός αφενός προβάλλει την ορθόδοξη χριστολογία ως πίστη και ζωή της Εκκλησίας ενώ αφετέρου καταδεικνύει το ανυπόστατο και αδύναμο του κακού, αποδομώντας οποιαδήποτε μανιχαϊστική αντίληψη.
 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η «ΝΗΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 26η Μαρτίου 2018.

 

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η «ΝΗΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

      

Ο δυτικός Χριστιανισμός αφότου αποκόπηκε από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, τον 11ο αιώνα, απώλεσε την θεία Χάρη και ως εκ τούτου η κατοπινή του πορεία, μέχρι σήμερα, είναι μια εξελισσόμενη έκπτωση από την αυθεντικότητα. Δεν είναι καθόλου υπερβολή, αν πούμε, ότι σχεδόν τίποτε δεν άφησε αναλλοίωτο από την εκκλησιαστική Παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Αρχίζοντας από την παραχάραξη του τριαδολογικού δόγματος, στη συνέχεια του χριστολογικού, του σωτηριολογικού, του εκκλησιολογικού, έφτασε στο τέλος να παραχαράξει και αυτές τις συνήθειες και πρακτικές, που καθόρισε η Εκκλησία, δια των Αγίων Συνόδων, των ιερών Κανόνων και των αγίων Πατέρων, για την πνευματική ζωή και προκοπή των πιστών.

Μια από τις πρακτικές που μετέβαλε ο δυτικός Χριστιανισμός, είναι και ο θεσμός της νηστείας. Παραμερίζοντας δεκάδες Ιερούς Κανόνες και λόγους αγίων Πατέρων, οι οποίοι καθορίζουν επακριβώς το νόημα και την σημασία της, δημιούργησε ένα δικό του, αυθαίρετο σύστημα νηστείας, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με τη νηστεία της Εκκλησίας μας. Στα παρά πάνω συμπεράσματα αβίαστα καταλήγει κανείς, όταν διαβάσει κάποιο σχετικά πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα των εν Αθήναις παπικών «ΚΑΘΟΛΙΚΗ» (αριθμ.φύλ. 28.2.2018), με τίτλο: «Γιατί δεν τρώμε κρέας τις Παρασκευές». Σ’ αυτό ο αρθρογράφος παρουσιάζει την περί νηστείας παπική διδασκαλία, η οποία βεβαίως αφίσταται παρασάγγας από την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Και μόνο ο τίτλος του άρθρου φανερώνει περίτρανα αυτή την χαώδη απόσταση, διότι, όπως θα δούμε, η νηστεία των παπικών αποκλείει μόνο το κρέας και όχι άλλα αρτύσιμα είδη διατροφής όπως τα γαλακτοκομικά, τα ψάρια, το λάδι και το κρασί, και επί πλέον καθιερώνει μόνο μία ημέρα νηστείας, την Παρασκευή και όχι άλλες ημέρες!

Γράφει: «Γιατί η Εκκλησία ζητά από τους Καθολικούς να απέχουν από το κρέας τις Παρασκευές (όπως και την Τετάρτη των Τεφρών και την Μεγάλη Παρασκευή), αλλά δίνει το ΟΚ για τους Καθολικούς να τρώνε ψάρια;». Εδώ ο αρθρογράφος δίνει ξεκάθαρα το πλαίσιο της νηστείας στον Παπισμό, η οποία περιορίζεται στην αποχή μόνον του κρέατος τις Παρασκευές και κάποιες άλλες δικές του εορτές. Δικαιολογεί δε αυτή την αποχή ως εξής: «Ας ξεκινήσουμε από το ερώτημα “γιατί Παρασκευή;”. Οι Καθολικοί από αμνημονεύτων χρόνων ξεχώρισαν την Παρασκευή για να τηρούν μια ειδική μετάνοια, με την οποία πρόθυμα υποφέρουν με το Χριστό, ώστε κάποια στιγμή να δοξαστούν μαζί Του. Αυτή είναι η καρδιά της παράδοσης της αποχής από το κρέας την Παρασκευή, και αυτή η παράδοση τηρείται στην Καθολική Εκκλησία. Δεδομένου ότι πιστεύεται (sic) ότι ο Ιησούς Χριστός υπέφερε στο σταυρό ημέρα Παρασκευή, οι Χριστιανοί από την αρχή ξεχώρισαν αυτήν την ημέρα για να ενώσουν τα βάσανά τους με τον Ιησού». Ήδη από τα αποστολικά χρόνια όρισε η Εκκλησία να νηστεύουμε όχι μόνον την Παρασκευή, αλλά και την Τετάρτη, την οποία αποσιωπά ο αρθρογράφος. Ενδεικτικά εδώ αναφέρουμε τον 69ο (ΞΘ΄), Ιερό Κανόνα των αγίων αποστόλων: «Ει τις επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, ή υποδιάκονος, ή αναγνώστης, ή ψάλτης, την αγίαν Τεσσαρακοστήν ου νηστεύει, ή Τετράδα (=Τετάρτη), ή Παρασκευήν καθαιρείσθω. Εκτός ειμή δι’ ασθένειαν εμποδίζοιτο. Εάν δε λαϊκός ή, αφοριζέσθω».[1] Επίσης από τα αποστολικά χρόνια, η Εκκλησία όρισε και άλλες περιόδους νηστείας, όπως η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπως είδαμε στον παρά πάνω Ιερό Κανόνα, των αγίων Αποστόλων, της Παναγίας, (του δεκαπενταυγούστου) και των Χριστουγέννων, οι οποίες διά μέσου των αιώνων πήραν συγκεκριμένες μορφές, οριστικοποιήθηκαν από τους αγίους Πατέρες και θεσμοθετήθηκαν από τις Άγιες Συνόδους. Βεβαίως αυτές οι νηστείες δεν απαγόρευαν μόνο το κρέας, αλλά και άλλες ζωικές και λιπαρές τροφές, κάτι που αποσιωπά ο αρθρογράφος! Η αντίληψη ότι δήθεν «αυτή είναι η καρδιά της παράδοσης της αποχής από το κρέας την Παρασκευή» είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στο «Πηδάλιό» του αναφέρει ότι «η νηστεία της Τετράδος και Παρασκευής δεν περιορίζεται εις μόνην την αποχήν του κρέατος, αλλά κανονίζεται αύτη εις το να μη γευθεί τινάς τελείως τροφής έως της εσπέρας. Όθεν και ο μακάριος Βενέδικτος εις τον ΜΑ΄ Κανόνα αυτού διορίζει τους υποτασσομένους αυτώ μοναχούς να νηστεύουν την Τετράδα και Παρασκευήν έως ώρας ενάτης».[2] Στο σπουδαίο πρωτοχριστιανικό κείμενο «Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων» (τέλη 1ου αιώνα), αναφέρεται ρητά ότι «Αι δε νηστείαι υμών μη έστωσαν μετά των υποκριτών· νηστεύουσι γαρ δευτέρα σαββάτων και πέμπη· υμείς δε νηστεύσατε τετράδα και παρασκευήν», (8,1). Στο αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο «Αποστολικαί Διαταγαί», (4ος αιώνας), αναφέρεται: «Τετράδα και Παρασκευήν προσέταξεν ημίν νηστεύειν, την μεν διά την προδοσίαν, την δε διά το Πάθος» (Ε, 15). Επίσης η αντίληψη ότι δήθεν «οι Χριστιανοί από την αρχή ξεχώρισαν αυτήν την ημέρα, [Παρασκευή], για να ενώσουν τα βάσανά τους με τον Ιησού», δεν ευσταθεί. Όπως εξηγεί στο «Πηδάλιό» του ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης: «Όθεν δεν πρέπει να λέγομεν ότι πενθούμεν διά τον σταυρόν. Ου γαρ δι’ εκείνον πενθούμεν, μη γένοιτο, αλλά για τα ιδικά μας αμαρτήματα».[3]

Παρά κάτω προσπαθεί να εξηγήσει, γιατί επιτρέπεται να τρώνε ψάρια. Γράφει: «Εδώ όμως μπαίνει το ερώτημα, γιατί τα ψάρια εξαιρούνται; Η εντολή της Εκκλησίας, για το συγκεκριμένο θέμα οριοθετεί την αποχή από τα «χερσαία ζώα». Οι εντολές περί αποχής θεωρούν ότι το κρέας προέρχεται μόνο από τα ζώα όπως τα κοτόπουλα, οι αγελάδες, τα πρόβατα, ή οι χοίροι – τα οποία όλα ζουν στην ξηρά. Τα πτηνά θεωρούνται επίσης κρέας. Τα ψάρια, από την άλλη πλευρά, δεν βρίσκονται στην ίδια ταξινόμηση. Τα ψάρια είναι μια διαφορετική κατηγορία ζώων…»! Αλλά βάσει ποίων Ιερών Κανόνων κάνει τους παρά πάνω ισχυρισμούς;

Οι άγιοι Πατέρες  στους λόγους των περί νηστείας μας δίνουν ανάγλυφη την περί νηστείας διδασκαλία της Εκκλησίας μας και το βαθύτερο νόημά της. Αν ανατρέξουμε στους λόγους των, αμέσως θα διαπιστώσουμε, ότι όλοι τους δίδουν σ’ αυτήν ένα καθολικό χαρακτήρα και την προβάλλουν ως έκφραση της ασκητικής τοποθετήσεως του πιστού έναντι των υλικών στοιχείων του κόσμου, προκειμένου να αποφύγει την υποταγή του σ’ αυτά και προσανατολίσει την θέλησή του προς τον Θεόν και υποταγεί στο θέλημά Του. Έτσι, με τον τρόπο αυτό, διερμηνεύουν το βαθύτερο πνεύμα του ευαγγελίου και τον ασκητικό χαρακτήρα του Ορθοδόξου ήθους. Επίσης όταν με την λέξη νηστεία αναφέρονται ειδικότερα στις τροφές, τότε ως επί το πλείστον, εννοούν την αποχή από ορισμένα είδη τροφών για ένα χρονικό διάστημα, αν και η λέξη νηστεία κατά κυριολεξία σημαίνει πλήρη ασιτία, (νη=όχι+εσθίω). Ιδιαιτέρως τονίζεται η αρχαιότητα του θεσμού, του οποίου η αρχή ανάγεται στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος. Ο Μέγας Βασίλειος για παράδειγμα, στον πρώτο περί νηστείας λόγο του αναφέρει, ότι η νηστεία είναι «συνηλικιώτης της ανθρωπότητος», διότι ενομοθετήθη στον παράδεισο. Και στη συνέχεια προσθέτει: Επειδή δεν νηστεύσαμε, εξεπέσαμε από τον παράδεισο. Ας νηστεύσωμε λοιπόν, διά να επανέλθωμε εις αυτόν. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον περί μετανοίας λόγον του συμπληρώνει: Εάν μέσα στον παράδεισο ήταν αναγκαία η νηστεία, πόσο μάλλον εκτός του παραδείσου; Στη συνέχεια τόσο ο Μέγας Βασίλειος, όσον και ο  άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνουν μια ιστορική αναδρομή στην ιστορία του Ισραήλ, όπου βλέπουν καταξιωμένο τον θεσμό της νηστείας στη ζωή μεγάλων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Μωϋσής μετά από νηστεία 40 ημερών αξιώνεται να δεχθεί τις πλάκες του Νόμου. Αντίθετα η οινοποσία και η μέθη του λαού κάτω στους πρόποδες του όρους Χωρήβ κομμάτιασε τις πλάκες, τις οποίες παρέλαβε η νηστεία. Στη συνέχεια μνημονεύουν τον Ησαύ, τον προφήτη Ηλία, τους τρείς παίδες στη Βαβυλώνα, τον προφήτη Δανιήλ, και τον προφήτη Ησαΐα, ο οποίος επισημαίνει τον κίνδυνο της τυποποιήσεως της νηστείας και προβάλλει στο λαό όλα εκείνα τα στοιχεία, που συνιστούν την αληθινή νηστεία, η οποία  τότε μόνον είναι αποδεκτή από τον Θεόν, όταν συνδυάζεται με την αποχή από την αμαρτία, (Ησαΐας 1,13-17). Τέλος καταλήγουν στο πρόσωπο του ιδίου του Κυρίου μας, ο Οποίος τόσο με το προσωπικό του παράδειγμα, όσο και με την διδασκαλία του προσδιορίζει την θετική του στάση απέναντι στο θεσμό της νηστείας και προδιαγράφει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ορθή και θεάρεστη άσκησή της.

Επίσης είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι όταν οι άγιοι Πατέρες ομιλούν για την νηστεία, δεν το κάνουν από περιφρόνηση προς τις τροφές, ούτε από διάκριση σε καθαρές και μη καθαρές, αφού κατά τον απόστολο  «παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον», (Α΄ Τιμ. 4,4), αλλά διότι η νηστεία είναι το κατάλληλο μέσον στη σταύρωση του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών. Ο αβάς Ποιμήν σ’ ένα απόφθεγμά του στο Γεροντικό λέγει ότι η νηστεία δεν πρέπει να είναι «σωματοκτόνος αλλά παθοκτόνος». Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων πολύ εύστοχα παρατηρεί σε ομιλία του στον παραλυτικό: Ας χρησιμοποιήσωμε με μέτρο την τροφή, χωρίς να παρασυρόμαστε στη γαστριμαργία, ώστε να υπερισχύσωμε και των σαρκικών ηδονών. Ο Μέγας Βασίλειος στο 2ο λόγο του περί νηστείας, παρομοιάζει τη νηστεία με όπλο στην πάλη κατά των δαιμόνων, ο δε άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σ’ ένα λόγο του «στην αποδημία του επισκόπου Φλαβιανού» θεωρεί την νηστεία ως φάρμακο της ψυχής. Τέλος ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, (για να περιοριστούμε μόνο στους παρά πάνω αγίους Πατέρες), ομιλώντας για τη νηστεία λέγει: «Νηστεία είναι η αποκοπή της πυρώσεως και των πονηρών λογισμών, καθαρότητα της ψυχής, φωταγωγός της ψυχής, φυλακή του νοός, διάλυσις της αναισθησίας, πόρτα της κατανύξεως, αφορμή ησυχίας, πρόξενος απαθείας, άφεσις αμαρτιών».     

Επίσης οι άγιοι Πατέρες, ομιλώντας περί νηστείας, ενώ από μια πλευρά  εγκωμιάζουν και τονίζουν την αξία της, από την άλλη θαυμάζομε την σοφία της διακρίσεώς των στον τρόπο της εφαρμογής της στην κάθε μια συγκεκριμένη περίπτωση, καθιερώνοντας έτσι τον θεσμό της Οικονομίας. Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος σ’ ένα λόγο του προς τον επίσκοπο Κάστορα, παρατηρεί: Εκείνοι, [οι Πατέρες], δεν μας παρέδωσαν ένα κανόνα νηστείας, ούτε ένα τρόπο μεταλήψεως τροφών, ούτε και στο ίδιο μέτρο, επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, ούτε όλοι την ίδια ηλικία, αλλά ούτε όλοι είναι εξ’ ίσου υγιείς. Χωρίς δηλαδή να υποτιμούν ούτε στο ελάχιστο την αξία της νηστείας, παράλληλα δεν εγκλωβίζονται σε άκαμπτες αρχές και νόμους και κανόνες, αλλά κινούνται με θαυμαστή πνευματική ελευθερία στο συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνουν υπ’ όψιν τους πλείστους όσους παράγοντες, που είναι δυνατόν να τροποποιήσουν, ή και μεταβάλλουν το μέτρο και τον χρόνο της νηστείας, όπως είναι η ασθένεια, το είδος της εργασίας, οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβιώσεως, οι διάφοροι κλιματολογικοί παράγοντες κ.λ.π.       

Θα κλείσουμε την μικρή αυτή αναφορά μας στη «νηστεία» των παπικών σε αντιδιαστολή προς τη νηστεία της Εκκλησίας μας, υπογραμμίζοντας μια μεγάλη αλήθεια: Το ότι δηλαδή η αλλοίωση του δόγματος έχει τη δύναμη να επηρεάσει καθοριστικά όλες τις πτυχές της ζωής της Εκκλησίας. Όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες μας, δόγμα και ήθος, θεωρία και πράξη, πίστη και ζωή, είναι τόσο πολύ αλληλένδετα και άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, ώστε αλλοίωση και παραχάραξη του δόγματος να φέρνει αναπόφευκτα αλλοίωση του ήθους και της ζωής της Εκκλησίας. Προφανώς ο αρθρογράφος σε όσα περί νηστείας αναφέρει έχει υπ’ όψιν του νόμους και κανόνες που καθιέρωσε ο Παπισμός μετά την αποκοπή του από την Εκκλησία, ακυρώνοντας όμως προγενεστέρους, τους οποίους εθέσπισαν οι άγιοι απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες μας, εγκαινιάζοντας έτσι  έναν εύκολο και ανώδυνο Χριστιανισμό, χωρίς κόπο και άσκηση, που είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάσει κανείς στον αγιασμό και την θέωση. Το αποτέλεσμα ήταν ο Παπισμός να φθάσει νομοτελειακά στην πλήρη εκκοσμίκευσή του. Προς τον ίδιο κατήφορο της εκκοσμικεύσεως δυστυχώς οδεύει νομοτελειακά και ο Οικουμενισμός, η άλλη αυτή μεγάλη παναίρεση της εποχής μας, όπως έχουμε επισημάνει σε προηγούμενα άρθρα και μελέτες μας.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

 

 



[1] Βλ. Νικοδήμου αγιορείτου, Πηδάλιον, Εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 91-92.
[2] Ό.π. σελ. 94
[3] Ό.π. σελ. 92