Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Στη χορεία των Μεγαλομαρτύρων ανήκουν και οι γυναίκες Μεγαλομάρτυρες, οι οποίες συναγωνίστηκαν επάξια σε ηρωισμό και ομολογιακό φρόνιμα τους άνδρες Μεγαλομάρτυρες. Μια από τις πλέον ένδοξες γυναίκες Μεγαλομάρτυρες είναι και η αγία Ειρήνη.

        Έζησε τον 4ο αιώνα. Καταγόταν από την πόλη Μαγεδών της Περσίας. Ο πατέρας της ονομαζόταν Λικίνιος, έπαρχος της περιοχής και η μητέρα της Λικινία. Ανήκαν στην ειδωλολατρική (πυρολατρική) θρησκεία του Ζωροαστρισμού. Απέκτησαν μια όμορφη και χαριτωμένη κόρη, την οποία ονόμασαν Πηνελόπη. Από μικρή έδειχνε ασυνήθιστη ευστροφία και ήταν στολισμένη με χαρίσματα. Οι πλούσιοι γονείς της φρόντισαν να της παράσχουν όλα τα εφόδια για να γίνει ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Προσέλαβαν έναν σοφό δάσκαλο, τον Απελλιανό, στον οποίο ανέθεσαν την ανατροφή της, διδάσκοντάς της την κατά κόσμο σοφία.

      Συχνά η οικογένειά της διέμενε σε πολυτελή εξοχικό πύργο. Την ακολουθούσε και ο δάσκαλός της, ο οποίος δίδασκε στην μικρή στους μεγάλους και πανέμορφους κήπους, κάτω από τα σκιερά δένδρα και τα μυρωδάτα άνθη. Τα έπιπλα της έπαυλης ήταν χρυσαφένια, ενώ πολυπληθείς δούλοι τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους.

       Μια από τις πολλές δούλες διέφερε από τις άλλες. Ήταν υπάκουη, πρόθυμη και ευγενική και γι’ αυτό αγαπητή στους άρχοντες της έπαυλης. Γι’ αυτό της ανέθεσαν να υπηρετεί την μικρή Πηνελόπη. Ήταν κρυφή Χριστιανή. Η ευγενής κόρη αρέσκονταν να κάνει μακρές συζητήσεις μαζί της και προσπαθούσε να εξηγήσει την αιτία της διαφοράς της από τις άλλες δούλες.

       Κάποιο βράδυ, ενώ κοιμόταν η  Πηνελόπη είδε ένα περίεργο όνειρο. Ένα λευκό περιστέρι κρατώντας στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς, μπήκε στην έπαυλη και το άφησε επάνω στο χρυσό τραπέζι. Μετά ήρθε ένας αετός, ο οποίος άφησε στο τραπέζι ένα στεφάνι με λουλούδια και τέλος παρουσιάστηκε ένας κόρακας, ο οποίος άφησε ένα σκοτωμένο φίδι. Η Πηνελόπη ξύπνησε τρομαγμένη. Έμεινε άγρυπνη για πολλή ώρα. Όταν την ξαναπήρε ο ύμνος είδε ένα άγγελο να της λέει: «Ο αληθινός Θεός σε καλεί να τον ακολουθήσεις. Θα σε βοηθήσει η αγαπημένη σου υπηρέτρια, η οποία είναι Χριστιανή»!

      Το άλλο πρωί η Πηνελόπη ξύπνησε προβληματισμένη. Φώναξε κοντά της την υπηρέτρια, στην οποία είπε ότι άγγελος Κυρίου της αποκάλυψε ότι είναι Χριστιανή και επιζητούσε από αυτή να της γνωρίσει τον Θεό της.

      Η Χριστιανή δούλη έβαλε τα κλάματα από συγκίνηση και ζήτησε συγνώμη από την αρχοντοπούλα για το μυστικό της και άρχισε να της μιλά για τη νέα πίστη. Η Πηνελόπη ενθουσιάστηκε και έβαζε βαθειά την ψυχή της τα λόγια της καλής υπηρέτριας. Οι μυστικές συζητήσεις τους συνεχίστηκαν έως ότου η Πηνελόπη πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτισθεί. Σεβάσμιος ιερέας μπήκε στην έπαυλη και τη βάπτισε κρυφά, δίνοντάς της το όνομα Ειρήνη.

      Η χαρά της νεοφώτιστης δε μπόρεσε να μείνει για πολύ κρυφή. Κάποια μέρα αποκάλυψε στους ειδωλολάτρες γονείς της ότι ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Εκείνοι θύμωσαν και προσπαθούσαν να πείσουν την κόρη τους να αρνηθεί την πίστη της. Εις μάτην όμως η Ειρήνη ήταν αμετάπειστη.

        Ταυτόχρονα μαθεύτηκε το νέο σε όλη την περιοχή, ότι η κόρη του έπαρχου Λικίνιου έγινε Χριστιανή. Πέρσες ιερείς του Ζωροάστρη πήγαν στον Λικίνιο προκειμένου να τον πείσουν να δικάσει την κόρη του. Εκείνος προχώρησε σε δίκη. Αρχικά προσπαθούσε με κολακείες να την πείσει να αρνηθεί την πίστη της και ύστερα μεταχειρίστηκε απειλές και βία. Βλέποντας όμως την απόφασή της, θύμωσε και έδωσε εντολή να την πάνε στο στάβλο, να την ποδοπατήσουν τα αφηνιασμένα

άγρια άλογα. Αλλά συνέβη το εξής θαυμαστό: τα άλογα δεν την πείραξαν και ένα από αυτά έτρεξε προς το μέρος του ηγεμόνα, τον οποίο κλώτσησε και τον σκότωσε! Ο λαός που είδε το θαύμα αναγνώρισε την πίστη της Ειρήνης. Ενώ οι σκοταδιστές ιερείς μιλούσαν για μαγικά της κόρης.

       Η Ειρήνη λυπημένη για το θάνατο του πατέρα της έτρεξε κοντά του και άρχισε να προσεύχεται με όλη τη δύναμη της ψυχής της για τη σωτηρία του. Τότε έγινε το δεύτερο θαύμα. Ο Λικίνιος αναστήθηκε, σηκώθηκε όρθιος, ζήτησε συγνώμη από την κόρη του και ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό. Κατόπιν ζήτησε και βαπτίστηκε ο ίδιος και όλη η οικογένειά του. Μαζί του βαπτίστηκε και ο σοφός δάσκαλος Απελλιανός. Παραιτήθηκε από το υψηλό του αξίωμα, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και έζησε ταπεινά στο εξοχικό του κάνοντας ελεημοσύνες και κηρύττοντας την χριστιανική πίστη.

         Όμως ο διάδοχός του Σεδεκίας, ο οποίος μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς, έδωσε διαταγή να συλληφθεί η Ειρήνη και να τη ρίξουν σε λάκκο με φαρμακερά φίδια, θεωρώντας την ως αφορμή της διείσδυσης του Χριστιανισμού στην Περσία. Την άφησε εκεί δεκατέσσερις μέρες. Αλλά όταν πήγαν να πάρουν το πτώμα της είδαν με θαυμασμό ότι τα ερπετά τη σεβάστηκαν και δεν την έβλαψαν! Κατόπιν ο Σεδεκίας έδωσε εντολή να τη δέσουν σε τροχό με λεπίδες. Αλλά και πάλι θαυματουργικά, στέρεψε πάραυτα το νερό, που γύριζε τον τροχό! Μετά έδωσε εντολή να της πριονίσουν τα πόδια της. Αλλά ξανά ο Θεός την θεράπευσε θαυματουργικά, προς καταισχύνη των ειδωλολατρών! Στη συνέχεια ο γιος του Σεδεκία, Σαβώθ, περνώντας με το στρατό του από την πόλη που ζούσε η Ειρήνη, τη συνέλαβε και της έμπηξε καρφιά στις φτέρνες, τη φόρτωσε ένα βαρύ φορτίο με άμμο, αλλά και πάλι ο Θεός τη διέσωσε. Μετά από αυτό, η αγία ελευθερώθηκε και γύριζε από τόπο σε τόπο, κηρύττοντας το Χριστό. Έφτασε στην πόλη Καλλίνικο, όπου ο τοπικός άρχοντας Νουμεριανός τη συνέλαβε και την έριξε σε πυρακτωμένο καμίνι, σε σχήμα βοδιού. Αλλά και πάλι διασώθηκε θαυματουργικά.

      Η φήμη της έφτασε μέχρι και τον Πέρση βασιλιά Σαβώριο, ο οποίος την κάλεσε κοντά του και επειδή δεν μπόρεσε να την μεταπείσει να θυσιάσει στα είδωλα, έδωσε διαταγή να την αποκεφαλίσουν. Αλλά και πάλι ο Θεός την διέσωσε, καταισχύνοντας τους ειδωλολάτρες. Απελευθερώθηκε και άρχισε το ιεραποστολικό της έργο. Κοιμήθηκε ειρηνικά, ύστερα από τις μεγάλες κακουχίες και τα μαρτύριά της. Η μνήμη της τιμάται στις 5 Μαΐου.               

      

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

«ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΥΝΘΩΜΕΝ ΤΗ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙ»

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού

 

      «Πάσχα το τερπνόν΄ Πάσχα Κυρίου Πάσχα΄ Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε». Με αυτούς τους υπέροχους και πανηγυρικούς στίχους ο θεσπέσιος υμνογράφος της Αναστάσεως αναγγέλλει στους πιστούς την έλευση της πλέον λαμπρής και ευφρόσυνης εορτής της Εκκλησίας μας. Σύμπας ο άγιος λαός του Θεού, ο «ευσεβής και φιλόθεος», όπως τον αποκαλεί ο ιερός Χρυσόστομος, «εν ενί στόματι και μια καρδία», με δάκρυα χαράς στα μάτια, υμνεί τον Αναστάντα εκ νεκρών και νικητή του θανάτου, Κύριο Ιησού Χριστό. Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης και απέραντης αγαλλίασης κατακλύζει τους λαμπροστόλιστους και ολόφωτους ναούς για να εορτάσει τη Θεία Έγερση και να απολαύσει τον ανείπωτο πλούτο της χρηστότητας του Κυρίου. Σπεύδει για να εορτάσει τον πιο σπουδαίο θρίαμβο, την πιο μεγάλη και απερίγραπτη νίκη της ανθρώπινης ιστορίας: Τον θάνατο του θανάτου μας!

      Ύστερα από μια μακρά πνευματική και σωματική άσκηση και πορεία, κατά την οποία γίναμε κοινωνοί των σωτηριωδών Παθημάτων του Κυρίου και Λυτρωτή μας Χριστού. Ύστερα από μια οντολογική μετοχή «εις τον θάνατον αυτού» (Ρωμ.6,4) προσερχόμεθα «λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος» για να «συνεορτάσωμεν ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού το σωτήριον». Αφήνουμε πια την κατήφεια και την κατάνυξη της αγίας Εβδομάδος των Παθών και σπεύδουμε «αγαλλομένω ποδί» να συμμετάσχουμε της άφατης πασχαλινής πανδαισίας, να λαμπρυνθούμε και να πανηγυρίσουμε, να απολαύσουμε υπερβαλλόντως «του συμποσίου της πίστεως».

         Πάσχα σημαίνει διάβαση, λύτρωση, σωτηρία. Όπως ο παλαιός λαός του Θεού, ο Ισραήλ, σώθηκε, χάρις στη θαυμαστή βοήθεια του Θεού, από την φαραωνική τυραννία, έτσι και ο νέος λαός του Θεού, οι πιστοί από όλες τις φυλές του κόσμου, σώθηκαν από τη νοητή φαραωνική τυραννία της αμαρτίας και πέρασαν στην εν Χριστώ πραγματική ελευθερία της χάριτος του Θεού. Το ιουδαϊκό Πάσχα υπήρξε τύπος του χριστιανικού Πάσχα. Εκείνο υπήρξε μια στενή εθνική και συνάμα θρησκευτική εορτή, ανάμνηση ενός εθνικοαπελευθερωτικού γεγονότος, ενός μικρού λαού. Το χριστιανικό Πάσχα είναι ο λαμπρότατος εορτασμός της πανανθρώπινης απελευθέρωσης από τον πιο τυραννικό και ανίκητο δυνάστη, τον άρχοντα του κόσμου τούτου, διάβολο και τον πικρό και αναπόφευκτο θάνατο.

        Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δέχτηκε να γίνει ο Ίδιος, με τη θέλησή Του, απολυτρωτική θυσία. Να γίνει ο νοητός «ενιαύσιος αμνός», το «άμωμο ιερείο» του νέου Πάσχα, προκειμένου να νικηθεί ο νοητός Φαραώ, ο διάβολος, να καταργηθεί το κράτος του θανάτου και να γίνει η καταλλαγή του ανθρωπίνου γένους με το Θεό (Εφ.2,13). Δι’ αυτής της υπερτάτης θυσίας «εκ της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκεν».

      Η λαμπροφόρος Ανάσταση του Κυρίου υπήρξε νομοτελειακή, αυτό που δε μπορούσε να προβλέψει ο παμφάγος Άδης, προσωποποιημένος στο έχθιστο πρόσωπο του Σατανά. Η πηγή της ζωής, η όντως ζωή, καθ’ ότι «εν αυτώ ζωή ην» (Ιωάν.1,4) ήταν αδύνατο να κρατηθεί δέσμια των αιωνίων νοητών δεσμών του Άδη. Έτσι η ψυχή του Κυρίου «σπαράττουσα άμφω γαρ δεσμούς του θανάτου και Άδου», και αφού ενώθηκε ξανά με το άχραντο σώμα Του, ανέστη θριαμβευτικά. Ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει πανηγυρικά: «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών, ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,9). «Σήμερον ο Κύριός μας Χριστός έσπασε τις χάλκινες πύλες και εξηφάνισε και αυτόν τον θάνατον» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Και συνεχίζει: «Διατί όμως λέγω τον θάνατον; Και αυτό το

 όνομά του ακόμη άλλαξε. Δεν ονομάζεται πλέον θάνατος, αλλά κοίμησις και ύπνος»!

      Οι σωτήριες δωρεές που απορρέουν από την Ανάσταση του Κυρίου είναι ανεξάντλητες. Η Θεία Έγερση είναι η ακένωτη πηγή των δωρεών και των ευλογιών του Θεού. Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, το γεγονός της Αναστάσεως αποτελεί την πεμπτουσία ολοκλήρου του χριστιανικού οικοδομήματος. Στην αντίθετη περίπτωση «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται΄ ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται, ουδέ Χριστός εγήγερται. Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών΄ ότι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών. Άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο. Ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνον, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α΄Κορ.15,15-19). Με άλλα λόγια Χριστιανισμός, χωρίς το θεμέλιο της πίστεως στην Ανάσταση του Χριστού, είναι όχι μόνον ανωφελής στην ανθρωπότητα, αλλά ακόμη και επιζήμιος! Η σχολαστική και ορθολογιστική θεώρηση της χριστιανικής πίστεως στην Ανάσταση οδηγεί σε τραγικά αδιέξοδα, απογυμνώνει τον Χριστιανισμό από την απολυτρωτική του δύναμη και τον υποβιβάζει και εξισώνει με τις άλλες θρησκείες του κόσμου, οι οποίες ικανοποιούν μόνο το «θρησκευτικό συναίσθημα» των οπαδών τους. Οικτρή απόδειξη όλων αυτών όλα τα τραγικά αδιέξοδα του δυτικού νοησιαρχικού ανθρώπου, τα οποία οφείλονται κατά κύριο λόγο στην άρνηση της Αναστάσεως και εν γένει στην απόρριψη της εν Χριστώ απολυτρώσεως.

      Εμείς οι ορθόδοξοι πιστοί, ακολουθώντας την βιβλική και αγιοπατερική θεολογία και παράδοση, στηρίζουμε την πίστη μας στο ασάλευτο βάθρο της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έχουμε ως εφαλτήριο στη ζωή μας την ελπιδοφόρα αρχή: «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο … εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄κορ.15,20,22). Ολόκληρη η βιωτή μας κινείται γύρω από το νοητό άξονα της Αναστάσεως. Η γέννησή μας, ο τρόπος της ζωής μας, η νοοτροπία μας, η λατρεία μας, ακόμα και θανή μας, που για μας είναι προσωρινή κοίμηση, προσδιορίζονται και επηρεάζονται άμεσα από το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου και τη μελλοντική εν Χριστώ προσωπική μας ανάσταση. Έτσι τίποτε πια δε μας φοβίζει, αφού νικήθηκε ο θάνατος, ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Όλα τα άλλα εμπόδια και οι δυσκολίες της ζωής μας προσπερνιούνται με αίσθημα αισιοδοξίας. Η απελπισία και η κατήφεια είναι ίδιον των απίστων, αυτών που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως, όλων εκείνων που αρνούνται την Ανάσταση του Λυτρωτή μας και φορτωμένοι εωσφορικό εσμό, περιχαρακώνονται στην υποκειμενική τους διανοητική αυτάρκεια.

       Για όλους αυτούς τους λόγους σκιρτούμε από χαρά και ουράνια αγαλλίαση την αγία ημέρα της Εγέρσεως του Λυτρωτή μας Χριστού. Εορτάζουμε και δοξάζουμε την πανένδοξη Ανάσταση του Κυρίου μας και πανηγυρίζουμε προκαταβολικά για τη δική μας μελλοντική ανάσταση και την είσοδό μας στην ατέρμονη Βασιλεία του Θεού. Ομολογούμε, με τον πιο δυναμικό τρόπο, την πίστη μας στον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή μας Αναστάντα Κύριο και διαλαλούμε το μήνυμα της Αναστάσεως, για να φτάσει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά, ως τα πέρατα του κόσμου και τα έσχατα της ιστορίας. Ψάλλουμε, αναρίθμητες φορές, με δάκρυα χαράς στα μάτια και παλλόμενη από συγκίνηση καρδιά, τον νικηφόρο παιάνα του Πάσχα, τον πιο νικηφόρο και ενθουσιώδη παιάνα, που ακούστηκε ποτέ από ανθρώπινα χείλη: «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» !

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ: Ο ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ

  ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Μεγάλους αγίους και Πατέρες της Εκκλησίας μας συναντάμε σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. Ο δυτικός Χριστιανισμός, πριν αποσχισθεί από την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και παρεκκλίνει από την ορθή πίστη, ανάδειξε μεγάλους αγίους και Πατέρες, εφάμιλλους των Πατέρων της Ανατολής. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Γρηγόριος ο Α΄, ο Διάλογος, πάπας Ρώμης. Να διευκρινίσουμε πως ως τις αρχές του 11ου αιώνα, που ο παπισμός δεν είχε αποσκιρτήσει από την Εκκλησία και εκπέσει στην αίρεση, αναδείχτηκαν πάμπολλοι πάπες άγιοι, οι οποίοι λαμπρύνουν τα αγιολόγιά μας.

     Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 540 και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565). Ο πατέρας του ονομαζόταν Γορδιανός και η μητέρα του Συλβία. Οι πλούσιοι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σπουδαία μόρφωση. Αναδείχτηκε σπουδαίος νομικός.

       Το 570 διορίστηκε από τον Ιουστινιανό πραίτορας της Ρώμης, αλλά όχι για πολύ, διότι μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και ίδρυσε πολλές μονές. Την οικία του στη Ρώμη την μετέβαλε σε μονή, αφιερωμένη στον Απόστολο Ανδρέα, όπου ζούσε άκρως ασκητική ζωή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το 579 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με την αδελφή του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602), Θεοκτίστη και με τον πατρίκιο Ναρσή, με τους οποίους αλληλογραφούσε. Το 586 χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε ως σύμβουλος του πάπα Πελάγιου Β΄. Αλλά το 590 ο Πελάγιος πέθανε και ο κλήρος και ο λαός της Ρώμης απαιτούσαν να ανέβει ο Γρηγόριος στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Όμως ο Γρηγόριος ήταν απρόθυμος, συναισθανόμενος το βάρος του επισκοπικού αξιώματος, διότι, ταπεινός ων, θεωρούσε τον εαυτό του αδύνατο. Ο επίσκοπος Ραβέννας Ιωάννης τον ανάγκασε να αποδεχτεί την απαίτηση του λαού. Αναδείχτηκε ως πάπας Γρηγόριος Α΄ αφού έγραψε μια θαυμάσια πραγματεία για τα προσόντα του επισκόπου.

      Είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα. Ας μην ξεχνάμε πως την εποχή εκείνη το δυτικό ρωμαϊκό κράτος είχε ουσιαστικά καταλυθεί από τους βαρβάρους και πως ο επίσκοπος Ρώμης, ως Πατριάρχης της Δύσεως, είχε επιφορτιστεί και με πολιτικοκοινωνικές αρμοδιότητες για χάρη των πιστών της Δύσης. Μια φοβερή επιδημία αποδεκάτιζε τους πληθυσμούς της Ιταλίας. Μια πρωτοφανής πλημμύρα του Τίβερη είχε καταστρέψει τα σιτηρά της Ρώμης. Οι βάρβαροι Λομβαρδοί είχαν κυριέψει το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλίας. 

       Οργάνωσε ένα πρωτοπόρο δίκτυο φιλανθρωπίας, όπου απέτρεψε το λιμό και αντιμετώπισε την πανώλη. Χιλιάδες πτωχοί έβρισκαν τροφή, ενδύματα, στέγη και περίθαλψη στα πολυάριθμα ιδρύματα. Τις προσόδους από τα εκκλησιαστικά κτήματα τα διοχέτευε στο λαό και παράλληλα φρόντισε να έχει μεγάλες δωρεές από τους πλούσιους για το σκοπό αυτό. Ακόμη και στο επισκοπείο του σιτίζονταν πλήθος ενδεών.

     Παράλληλα οργάνωσε μια γιγάντια ιεραποστολή για τον εκχριστιανισμό της Βόρειας Ευρώπης. Έστειλε στην Αγγλία ομάδα σαράντα μοναχών για τον φωτισμό των αγγλοσαξόνων. Αλλά και συνέβαλε αποτελεσματικά για την άρση τους σχίσματος των επισκόπων Λιγουρίας, Ιστρίας και Βενετίας, οι οποίοι δε δέχονταν τις αποφάσεις της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου (553). Ο άγιος Γρηγόριος με τη σοφία, τη σύνεση και την γνήσια εκκλησιαστική του παράδοση κατόρθωσε να τους πείσει ότι η απόφαση καταδίκης των λεγομένων «Τριών Κεφαλαίων» δεν ήταν συμβιβασμός με

τους αιρετικούς μονοφυσίτες, όπως ισχυρίζονταν οι σχισματικοί επίσκοποι, αλλά εξέφραζε την ορθόδοξη πίστη.

       Παρ’ όλο που ο άγιος Γρηγόριος ήταν βαθύτατα προσηλωμένος στην εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως, εκείνη αδυνατούσε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στους Ρωμαίους της Δύσης, διότι την εποχή εκείνη βρισκόταν σε συνεχείς πολέμους με τους Πέρσες, τους Αβάρους, τους Σλάβους και τους Μαυρούσιους. Έτσι αναγκάστηκε να αναλάβει ο ίδιος πολιτική πρωτοβουλία, συνεννοούμενος με τους Λομβαρδούς να εξασφαλίσουν την ειρήνη με φόρο υποτέλειας. Αυτή ήταν δυστυχώς η αρχή για την στροφή των παπών στους βαρβαρικούς ηγεμόνες της Δύσης και τη δημιουργία του κατοπινού «παπικού πρωτείου» και τη μεταβολή του πάπα σε κοσμικό άρχοντα. Το μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν οι πάπες της Ρώμης απευθύνθηκαν στους βάρβαρους Φράγκους για βοήθεια, και έτσι προοδευτικά κατέλαβαν το Πατριαρχείο της Δύσης, με αποκορύφωμα την κατάληψή του από πάπα φραγκικής καταγωγής (1009) και την απόσχισή του από την Εκκλησία το 1054. Ας σημειωθεί πως οι Φράγκοι ήταν αιρετικοί, οι οποίοι επέβαλαν τις κακοδοξίες τους, όπως το φιλιόκβε, η κτιστή χάρη, κλπ, στην Δυτική Εκκλησία, μετά την εκδίωξη των Ορθοδόξων. Οι κακοδοξίες αυτές, μαζί με πάμπολλες άλλες που συσσώρευσαν οι αιώνες, υπάρχουν μέχρι σήμερα στον παπισμό και μας εμποδίζουν να τον θεωρούμε Εκκλησία, αλλά θρησκευτική κοινότητα.   

      Ο άγιος Γρηγόριος ουδέποτε άσκησε κανένα είδος πρωτείου στην Εκκλησία, διότι ήταν ταπεινός και προσηλωμένος στην αρχέγονη παράδοση της Εκκλησίας, όπως και οι άλλοι άγιοι πάπες πριν την απόσχιση του Πατριαρχείου της Δύσης. Το αντίθετο μάλιστα, υπερασπίστηκε με σθένος, τα δικαιώματα των αρχαίων Πατριαρχείων, που είχαν θεσπίσει η Οικουμενικές Σύνοδοι. Αρνιόταν τον τίτλο του «οικουμενικού πάπα», που του είχε εισηγηθεί ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ευλόγιος (579-607) και προτιμούσε τον τίτλο «δούλος Θεού». Αντιτάχτηκε με σθένος στην απόφαση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη του Νηστευτή (582-595) να λάβει από τη Σύνοδο του 587 τον τίτλο του «Οικουμενικού Πατριάρχη», ο οποίος δεν είχε βεβαίως διοικητική εξουσία σε όλη την Εκκλησία, αλλά ήταν και είναι τίτλος τιμής, ως επίσκοπος της πρωτεύουσας της οικουμένης.

    Ο άγιος Γρηγόριος κοιμήθηκε ειρηνικά το 604, ανακηρύχτηκε άγιος και μέγας για την αγιότητα του βίου του και την μεγάλη προσφορά του στην Εκκλησία. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Μαρτίου. Ονομάστηκε Διάλογος επειδή έγραφε θεολογικά έργα σε διαλογική μορφή.

    Θεωρούμε ότι η μορφή του αγίου Γρηγορίου και το έργο του είναι η ηχηρή απάντηση στον σύγχρονο παπισμό, ο οποίος προβάλλει το αντιχριστιανικό «πρωτείο» εξουσίας σε όλη την Εκκλησία και επίσης σε όσους επιδιώκουν τη δημιουργία «Βατικανού» στον ορθόδοξο χώρο!            

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

                                                  ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Η ορθόδοξη υμνολογία αποτελεί ένα κορυφαίο κεφάλαιο στον παγκόσμιο πολιτισμό. Είναι  η αδιάκοπη συνέχεια της ανεπανάληπτης αρχαιοελληνικής ποίησης, καθότι, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός διασώθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στο Χριστιανισμό. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική ποίηση, ως  ύψιστη καλλιτεχνική έκφραση, κατέστη τα τελευταία χρόνια αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού πολλών ξένων ετεροδόξων μελετητών.

     Ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα της εκκλησιαστικής μας ποίησης είναι και ο λαοφιλής Ακάθιστος Ύμνος, ο οποίος ψάλλεται όπως είναι γνωστό, τμηματικά, κάθε Παρασκευή βράδυ  στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μ. Τεσσαρακοστής και ολόκληρος το βράδυ της Παρασκευής της Ε΄ εβδομάδος των Νηστειών. Η αγάπη δε του πιστού λαού για την ακολουθία των Χαιρετισμών και του Ακαθίστου Ύμνου είναι τόσο μεγάλη ώστε κατακλύζει ασφυκτικά τους ναούς αυτές τις ημέρες.

     Ο Ακάθιστος Ύμνος ανήκει στην υμνολογική κατηγορία των κοντακίων, των υπέροχων εκείνων ύμνων που μεσουράνησαν από τον ΣΤ΄ έως τον Η΄ αιώνα στο Βυζάντιο. Ο ύμνος αυτός, όπως και όλα τα κοντάκια με τη σταθερή μορφή, αποτελείται από το προοίμιο, το οποίο είναι ένα τροπάριο εισαγωγικό και περιληπτικό του όλου ύμνου, το γνωστό μας «Τη υπερμάχω…» και ακολουθούν 24 στροφές (οι οίκοι), έχοντας ακροστιχίδα τα γράμματα της αλφαβήτου και ακροτελεύτιο, οι μεν δώδεκα περιττοί οίκοι το «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε» και οι υπόλοιποι δώδεκα ζυγοί το «αλληλούια». Οι στίχοι των οίκων είναι αντίστοιχα ισοσύλλαβοι και ομότονοι έτσι ώστε η ισοσυλλαβία και η ομοτονία των αντιστοίχων στίχων των οίκων να δημιουργεί αξιόλογη ρυθμική τάξη.

       Ο ποιητής του θαυμαστού αυτού ποιήματος μας είναι άγνωστος, καθώς και ο χρόνος σύνθεσής του. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Κάποιοι δέχονται ως ποιητή τον Ρωμανό τον Μελωδό (6ος αιώνας), άλλοι τον πατριάρχη Σέργιο (7ος αιώνας), άλλοι τον Γεώργιο Πισίδη (7ος αιώνας), κάποιοι άλλοι τον πατριάρχη Γερμανό Α΄ (8ος αιώνας), τον ιερό Φώτιο (9ος αιώνας), την Κασσιανή (9ος αιώνας) κ.α.

        Πρόβλημα επίσης είναι και η αφορμή σύνθεσης του Ακαθίστου Ύμνου. Οι ερευνητές παίρνοντας αφορμή από το υπέροχο προοίμιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ…» και εστιάζοντας στην φράση «Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε» επιχειρούν να προσδιορίσουν το πολεμικό γεγονός από το οποίο σώθηκε η Κωνσταντινούπολη, χάρη στην θαυματουργική επέμβαση της Θεομήτορος. Έτσι κάποιοι μιλούν για την στάση του νίκα (534), άλλοι για την επιδρομή των Αβάρων επί Μαυρικίου και επί Ηρακλείου (626), ή των Αράβων επί Κωνσταντίνου Δ΄του Πωγωνάτου (7ος αιώνας) και την εποχή του  Λέοντος Γ ΄του Ισαύρου (8ος αιώνας). Οι πιο πολλοί συγκλίνουν στην άποψη ότι ο Ακάθιστος Ύμνος συντέθηκε γύρω στον 6ο αιώνα ανεξάρτητα από κάποιο ιστορικό γεγονός με μοναδικό σκοπό να εξυμνηθεί το ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου και κατά κύριο λόγο ο Ευαγγελισμός Της.   

        Την άποψη αυτή ενισχύει το γεγονός ότι το αρχικό προοίμιο του ύμνου ήταν άλλο, το «Το μυστικώς προσταχθέν λαβών εν γνώσει…», το οποίο έχει σχέση με το περιεχόμενο της εορτής του Ευαγγελισμού. Είναι όμως πολύ πιθανό, όπως βεβαιώνει και η παράδοση, το έτος 626, επί Ηρακλείου, χάρη στη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου για τη σωτηρία της Βασιλεύουσας από τους Αβάρους, να συντέθηκε άλλο επίκαιρο προοίμιο,  το «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» από τον πατριάρχη Σέργιο, για να ταιριάζει στην περίσταση. Ο προϋπάρχων θαυμαστός ύμνος μαζί με το νέο προοίμιο, το οποίο επεκράτησε τελικά, ψάλθηκε από τον ευσεβή λαό της Πόλης

 ως ευχαριστήρια ολονύκτια ωδή στην Υπέρμαχο Στρατηγό. Ονομάστηκε δε Ακάθιστος, διότι, σε ένδειξη σεβασμού, κλήρος και λαός, έψαλλαν όρθιοι τον επινίκιο αυτόν ύμνο στη Θεοτόκο.

      Ανεξάρτητα από τα προβλήματα αυτά, η καλλιέπεια του Ακαθίστου Ύμνου είναι πραγματικά θαυμαστή. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι η σπουδαιότερη υμνολογική σύνθεση της Εκκλησίας μας και ένα κορυφαίο ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πραγματικά, τα εκφραστικά και αισθητικά στοιχεία του είναι πάμπολλα. Εξαιρετική εντύπωση προκαλούν οι παρομοιώσεις, οι ζωηρές εικόνες από την καθημερινή ζωή, το φυτικό και ζωικό βασίλειο, οι αντιθέσεις, τα αφηρημένα ουσιαστικά, τα οποία έπλεξε αριστοτεχνικά ο ποιητής σε κάθε στίχο.

       Ως περιεχόμενο του ύμνου περιλαμβάνεται ο Ευαγγελισμός, η επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, οι αμφιβολίες του μνήστορος Ιωσήφ, η προσκύνηση του Θείου Βρέφους από τους Μάγους της Ανατολής, η Υπαπαντή, η φυγή στην Αίγυπτο, το όλο μυστήριο της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και η εν Αυτώ σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Μέσα από τη θαυμάσια ποιητική πλοκή προβάλλει το ιερότατο πρόσωπο της Θεομήτορος ως η αγνότερη, καθαρότερη και αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, ο Οποία αξιώθηκε να γίνει το τίμιο και καθαρό δοχείο της θεότητας. Αξιώθηκε Αυτή να γίνει η καθέδρα του Βασιλέως και η νοητή κλίμαξ, η οποία ένωσε τη γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό. Εξαίρεται επίσης με έμφαση η συμβολή της Θεοτόκου στο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, η οποία χαρακτηρίζεται ως αναντικατάστατη.

        Ο υπέροχος αυτός ύμνος, με την ανεπανάληπτη ποιητική του αξία, ενέπνευσε κατά καιρούς πληθώρα καλλιτεχνών. Μεγάλοι ζωγράφοι ιστόρισαν με το χρωστήρα τους ατόφιες σκηνές του Ακαθίστου Ύμνου. Μεγάλοι ποιητές χρησιμοποίησαν αυτολεξεί φράσεις του θεσπεσίου ύμνου και δανείστηκαν από αυτόν καλλολογικά στοιχεία (Παλαμάς, Σικελιανός, Ελύτης). Σπουδαίοι ρήτορες δεν παραλείπουν να χρησιμοποιούν φραστικά σχήματα του Ακαθίστου Ύμνου στους λόγους τους. Επίσης η επίδραση του θαυμαστού ύμνου  στον απλό λαό υπήρξε τεράστια. Δεν είναι λίγες οι φράσεις που χρησιμοποιούνται με σημασία στον καθημερινό λόγο, παρμένες από το θεσπέσιο λειμωνάριο αυτού του ποιήματος, π.χ. «χαίρε βάθος δυσθεώρητον». 

        Οι ακολουθίες των Χαιρετισμών και του Ακαθίστου γίνονται ευκαιρία για τους πιστούς να κατακλείσουν τους ναούς. Σπεύδουν να ακούσουν τον υπέροχο ύμνο και να σιγοψάλλουν το «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε» στην Μεγάλη Μητέρα του κόσμου, το καταφύγιο κάθε πονεμένης ψυχής. Υπάρχουν πιστοί που έχουν αποστηθίσει ολόκληρο τον Ακάθιστο Ύμνο, τον οποίο ψάλλουν στην καθημερινή τους προσευχή, ως βάλσαμο ουράνιο και ύψιστη πνευματική τέρψη για τις ψυχές τους. Διότι μέσα από τους μελιστάλακτους στίχους του προβάλλει η γλυκιά μορφή της Παναγίας μας ως το αρχέτυπο της πραγματικής μητρικής αγάπης, της απύθμενης ευσπλαχνίας, της αείσκεπης προστασίας, της ταχείας βοηθείας. Γι' αυτό το υπέροχο αυτό ποίημα είναι τόσο αγαπητό στο ορθόδοξο πλήρωμα!

 

 

                                                                                                  ΜΑΡΤΙΟΣ  2001                              

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΤΡΥΦΩΝ: Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ένας από τους ηρωικότερους μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας είναι και ο άγιος Τρύφωνας ο ιαματικός. Μάλιστα για την απλότητά του και την ενασχόλησή του με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, θεωρείται ο προστάτης άγιος των γεωργών και ιδιαίτερα των αμπελουργών.

       Γεννήθηκε στη Λάμψακο της Φρυγίας της Μ. Ασίας περί το 220 μ. Χ., από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι του ενέπνευσαν την πίστη στον αληθινό Θεό. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και ο ίδιος εξασκούσε το επάγγελμα του χηνοβοσκού. Όμως παράλληλα μελετούσε την Αγία Γραφή και ποθούσε να τύχει της σωτηρίας και να γίνει πολίτης της ουράνιας βασιλείας του Θεού. Χάρις στην βαθιά του πίστη και την αγνή και αγία ζωή του προικίστηκε από το Θεό να έχει το χάρισμα της θεραπείας ασθενειών και την εκδίωξη των δαιμόνων. Κάποτε έκανε περιοδεία στην Μ. Ασία ο αυτοκράτορας Γορδιανός (238-244) έχοντας μαζί του και την άρρωστη κόρη του, η οποία βασανιζόταν από φοβερό δαιμόνιο. Πληροφορήθηκε για τη δύναμη του χριστιανού Τρύφωνα, του οποίου ζήτησε τη βοήθεια. Ύστερα από θερμή προσευχή θεράπευσε την κόρη του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα, αποδεικνύοντας τη δύναμη του αληθινού Θεού. Το θαύμα αυτό στάθηκε αφορμή να μεταστραφούν στο Χριστό πλήθος ειδωλολατρών και να εγκαταλείψουν τη λατρεία των δαιμονικών «θεών» και των ειδώλων.

     Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε περίοδο σκληρών διωγμών των Χριστιανών από το ρωμαϊκό κράτος. Με την παρότρυνση των αδίστακτων και σκοταδιστικών ειδωλολατρών ιερέων, των μάντεων, των μάγων, των ορφεοτελεστών και άλλων παρασίτων της ειδωλολατρικής θρησκείας, οι ρωμαϊκές αρχές καταδίωκαν με μανία εξοντώσεως τους Χριστιανούς, υποβάλλοντάς τους σε φρικτά βασανιστήρια και το θάνατο. Το 249 ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Ρώμης ο Δέκιος (249-251), ένας ιδιαίτερα σκληρός και απάνθρωπος ηγεμόνας. Τα σκοτεινά ειδωλολατρικά ιερατεία έπεισαν τον δεισιδαίμονα αυτοκράτορα, πως δήθεν, οι «θεοί» ήταν δυσαρεστημένοι από την παρουσία και τη δράση των Χριστιανών και γι’ αυτό δεν έδειχναν ευμένεια για το κράτος. Τον συμβούλεψαν πως για να ξαναγίνουν ευμενείς οι «θεοί», «ζητούσαν» να τους προσφέρουν θυσία όλοι οι πολίτες του κράτους! Έτσι ο Δέκιος έδωσε διαταγή να προσφέρουν θυσίες όλοι οι πολίτες, με πιστοποίηση από τις αρχές. Όποιοι θα αρνούνταν να θυσιάσουν θα θανατώνονταν με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Ευνόητο ότι οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους δαιμονοθεούς και γι’ αυτό σύρθηκαν στα μαρτύρια μυριάδες πιστοί. Ο διωγμός επί Δεκίου είναι ο πρώτος μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, ο οποίος είχε γενικό χαρακτήρα σε ολόκληρη την αχανή αυτοκρατορία.  

      Ένας από αυτούς ήταν ο άγιος Τρύφων, ο οποίος είχε γίνει στόχος των ειδωλολατρών ιερέων της Λαμψάκου και ιδιαιτέρως του επάρχου της Ανατολής Ακυλίνου, που είχε ως έδρα του τη Νίκαια. Καταγγέλθηκε ότι αρνήθηκε να προσφέρει θυσία στα είδωλα και πως κηρύσσει τον Χριστιανισμό και μεταστρέφει ειδωλολάτρες στη νέα, μισητή γι’ αυτόν, πίστη. Διέταξε τη σύλληψή του  και τη μεταφορά του στον θηριώδη έπαρχο.

     Ο νεαρός Χριστιανός έδειξε πρωτοφανές ηρωικό φρόνημα απέναντι στους ειδωλολάτρες ανακριτές και στον ίδιο τον έπαρχο. Ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό και στηλίτευσε την ειδωλολατρία, ως λατρεία των δαιμόνων στα πρόσωπα των άγριων και ανήθικων «θεοτήτων» της. Δήλωσε μάλιστα με πρωτόγνωρο θάρρος πως έχει τη διάθεση να μαρτυρήσει για το Χριστό, να χύσει το αίμα του και να δώσει τη ζωή του για Εκείνον!

     Οι ειδωλολάτρες ανακριτές, κυριευμένοι από δαιμονικό θυμό, τον παρέδωσαν στους τερατώδεις δημίους να τον υποβάλλουν στα πιο σκληρά και επώδυνα βασανιστήρια, για να καμφθεί και να αρνηθεί την πίστη του. Τον κάρφωσαν σε ξύλο και τον χτυπούσαν αλύπητα και ασταμάτητα με ξύλινα σπαθιά. Ο ηρωικός μάρτυρας υπέμεινε με καρτερία τα επώδυνα βασανιστήρια και κήρυττε μεγαλόφωνα Χριστό Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Κατόπιν προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν με δελεαστικές προτάσεις να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Αλλά εκείνος παρέμεινε αμετάπειστος. Τότε τον υπέβαλλαν σε νέα, πιο φρικτά και επώδυνα βασανιστήρια. Τον δένουν και τον σέρνουν στην πόλη, τον φυλακίζουν και του τρυπούν τα πόδια, τον κτυπούν με σιδερένια ραβδιά και του καίνε το σώμα με αναμμένους πυρσούς. Αλλά ο μάρτυς συνεχίζει να υπομένει με ηρωισμό τα βασανιστήρια. Ένα φωτεινό στεφάνι κατέβηκε από τον ουρανό και στάθηκε στο κεφάλι του. Το θαύμα αυτό έκανε πολλούς ειδωλολάτρες να φοβηθούν και να πιστέψουν στον αληθινό Θεό.

       Βλέποντας ο θηριώδης και σκληρόκαρδος έπαρχος Ακυλίνος ότι η καρτερία του Τρύφωνα μεταστρέφει και άλλους στον Χριστιανισμό, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Όμως πριν προλάβουν να του πάρουν το κεφάλι ξεψύχησε, παραδίνοντας στο Χριστό την αγνή και αγία ψυχή του. Οι Χριστιανοί της Νίκαιας, με φόβο και ευλάβεια, παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του Μάρτυρα για να το ενταφιάσουν με τιμές. Αλλά ο άγιος παρουσιάστηκε σε όραμα, ζητώντας τους να μεταφερθεί το σώμα του στην πατρίδα του τη Λάμψακο, όπου θάφτηκε, επιτελώντας άπειρα θαύματα. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Φεβρουαρίου και τιμάται ιδιαίτερα σε πολλά μέρη της Ελλάδος. Υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες θαυμάτων και γι’ αυτό ονομάζεται ιαματικός και ανήκει στην κατηγορία των Αναργύρων Αγίων της Εκκλησία μας.  

        Ο άγιος Τρύφωνας είναι αγαπητός κυρίως στους αγρότες και ιδιαίτερα στους αμπελουργούς, των οποίων θεωρείται προστάτης άγιος. Εικονίζεται μάλιστα να βαστά κλαδευτήρι στο αριστερό του χέρι. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο πως την εποχή αυτή γίνεται το κλάδεμα των αμπελιών και την ημέρα της μνήμης του δεν εργάζονται οι αμπελουργοί. Είναι ευλογία για μας του Χριστιανούς, το κάθε επάγγελμα να έχει τον προστάτη άγιό του!

 

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Σε ορισμένους μεγάλους ασκητές η Εκκλησία μας έδωσε τον τίτλο του μεγάλου, διότι, με την ξεχωριστή βιωτή τους, έγιναν τα πρότυπα του μοναχισμού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ευθύμιος ο Μέγας, αληθινά μεγάλος ασκητής και άγιος της Εκκλησίας μας.

         Καταγόταν από την Μελιτηνή της Αρμενίας και γεννήθηκε στα 377, στα χρόνια του αυτοκράτορα Γρατιανού (375-383) από ευσεβείς γονείς, τον Παύλο και την Διονυσία. Ήταν άτεκνοι και απέκτησαν παιδί, ύστερα από θερμές προσευχές, το οποίο αφιέρωσαν στο Θεό. Το ονόμασαν Ευθύμιο, από την ευθυμία, που ένοιωσαν με τη γέννησή του. Εμβολίασαν το νεαρό βλαστάρι τους με την πίστη στο Θεό και του δίδαξαν την ενάρετη ζωή. Αλλά και ο ίδιος υπήρξε κυριολεκτικά από κοιλίας μητρός αγιασμένος και καλεσμένος από το Θεό να Τον δοξάσει με την αγία ζωή του. Από μικρό παιδί σύχναζε στην εκκλησία, άκουγε με προσοχή τα ιερά γράμματα και δοξολογούσε ασταμάτητα το Θεό. Αυτό έκανε και σε όλη τη ζωή του, ανέπεμπε αέναη δοξολογία στο Θεό.

       Σε ηλικία τριών ετών πέθανε ο πατέρας του και η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευσεβή επίσκοπο ΜελιτηνήςΕυτρώιο για να τον αναθρέψει και να τον μεγαλώσει. Μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο, που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τον κατέστησε έξαρχο των Ιερών Μονών της περιοχής του.

Στα 406, όντας 29 ετών αποφάσισε να πάει στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τους αγίους Τόπους, που πάτησε και έζησε ο Σωτήρας Χριστός. Παράλληλα θέλησε να γνωρίσει τους φημισμένους αγίους ασκητές της Παλαιστίνης και να ωφεληθεί πνευματικά από αυτούς. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά κατέληξε σε ένα σπήλαιο της ΛαύραςΦαράν, όπου εγκαταστάθηκε με έναν άλλο φημισμένο ασκητή, τον Θεόκτιστο. Εκεί έζησε πέντε χρόνια, με τέλεια ακτημοσύνη, ασκούμενος στην αρετή και στην αγιότητα και εργαζόμενος, πλέκοντας ψάθες για την συντήρησή του.

         Κατόπιν φύγανε οι δύο ασκητές και εγκαταστάθηκαν κοντά σε ένα ξεροπόταμο, στην περιοχή, που σήμερα ονομάζεται Ουάντι Δαμπόρ, σε απόκρημνο σπήλαιο. Εκεί, με συνεχή προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και ποταμούς δακρύων, ο Ευθύμιος καθάρθηκε και έφτασε σε μεγάλη ύψη αγιότητας. Η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη την ευρύτερη περιοχή και έτσι πλήθος ανθρώπων έτρεχαν να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Πολλοί έμειναν μαζί του και αποτέλεσαν μια ευλογημένη αδελφότητα, σε ένα πρότυπο κοινόβιο, το πρώτο που ιδρύθηκε στην Παλαιστίνη, με ηγούμενο τον Ευθύμιο, ο οποίος σύνταξε αυστηρούς κανόνες, ζητώντας από τους μοναχούς να τους εφαρμόσουν αν ήθελαν να προκόψουν πνευματικά. Όμως κάποιοι από τους μοναχούς, αδυνατούσαν να εφαρμόσουν αυτή την  αυστηρότητα και αποφάσισαν να φύγουν, προς μεγάλη λύπη του ηγουμένου και των άλλων μοναχών.

Όσοι έμειναν μαζί του γεύονταν τους πνευματικούς καρπούς από την καθοδήγηση του Ευθυμίου. Με πατρικό φρόνημα τους νουθετούσε και τους καθοδηγούσε στον προσωπικό τους αγώνα. Αλλά ευτύχησαν να γίνουν μάρτυρες άπειρων θαυμάτων, που επιτελούσε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.Κάποτε με ελάχιστους άρτους χόρτασε περισσότερους από τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι έτυχε να τον επισκεφτούν στη Μονή του. Συχνά προσευχόταν και αποκτούσαν παιδιά στείρες γυναίκες. Άνοιγε συχνά τις πύλες του ουρανού και έβρεχε, σε καιρούς ανομβρίας και έτσι η γη έδινε πλούσιους τους καρπούς της σε ανθρώπους και ζώα.

      Ένα από τα μεγαλύτερα θαύματά του ήταν η ίαση ενός παράλυτου παιδιού κάποιου Άραβα φύλαρχου, το οποίο ονομαζότανΤερέβωνας. Ο πατέρας του

Ασπέβετος είχε ξοδέψει ολόκληρη την περιουσία του στους ονομαστούς γιατρούςτης περιοχής, αλλά το παιδί του δεν έβρισκε γιατρειά. Ένα βράδυ το άρρωστο παιδί είδε στον ύπνο του έναν μοναχό, ο οποίος του είπε: «Εγώ είμαι ο Ευθύμιος, που κάθομαι στην έρημο, δέκα μίλια ανατολικά της Ιερουσαλήμ, μέσα στο ξεροπόταμο που είναι νότια από το δρόμο που πηγαίνει στην Ιεριχώ. Αν θέλεις να θεραπευθείς, έλα σε μένα κι ὁ Θεός θα σε γιατρέψει». Το παιδί διηγήθηκε το όνειρο στον πατέρα του και εκείνος το πήγε, με την πολυπληθή συνοδεία του, στη Μονή του αγίου. Με θερμή προσευχή ο Ευθύμιος κατόρθωσε να θεραπεύσει το παιδί. Ο άραβας φύλαρχος και η συνοδεία του, ζήτησαν να κατηχηθούν και να βαπτιστούν επί τόπου, μεγάλο γεγονός για τον εκχριστιανισμό της αραβικής χερσονήσου.

      Κάποτε ένα ευλαβής μοναχός, ονόματι Δομετιανός, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, είδε να κατεβαίνειαπό τον ουρανό εκτυφλωτικό φως και να σκεπάζει τον άγιο Ευθύμιο, ο οποίος ιερουργούσε στο Ιερό Θυσιαστήριο, φανερώνοντας με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο την αγιότητά του ο Θεός.

Η αγιότητα του Ευθυμίου συνετέλεσε τα μέγιστα για την μεταστροφή πολλών αιρετικών στη σώζουσα αληθινή ορθόδοξη πίστη, καθ’ ότι, στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν κοινότητες αιρετικών Μανιχαίων, Νεστοριανών και Ευτυχιανών, οι οποίοι απέρριπταν την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους. Ακούγοντας τα κηρύγματα του αγίου Ευθυμίου και αισθανόμενοι την αγιότητά του, εγκατέλειπαν τις πλάνες τους και επέστρεφαν στην Ορθοδοξία. Μάλιστα η φήμη του Ευθυμίου έφτασε και ως τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Κατόρθωσε να συναντήσει την αυτοκράτειρα Ευδοκία, η οποία είχε παρασυρθεί στην αίρεση του μονοφυσιτισμού. Μετά από μακρό και πειστικό διάλογο μαζί της, και χάρις στην αγιότητά του, την μετέστρεψε και αυτή στην ορθόδοξη πίστη.

      Γράφηκαν πάρα πολλά για τον όσιο βίο του. Η φήμη του έφτασε σε όλο τον κόσμο και μάλιστα του προσδόθηκε ο χαρακτηρισμός: «μέγας φωστήρας και ήλιος της ερήμου». Η Εκκλησία του προσέδωσε τον τίτλο του Μεγάλου, διότι όντως υπήρξε μια μεγάλη ασκητική και αγία προσωπικότητα. Έφυγε από τα εγκόσμια, σε ηλικία97 ετών, στις 20 Ιανουαρίου του 473, ημέρα Σάββατο. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Ιανουαρίου και λογίζεται ως ένας από τους κορυφαίους δασκάλους και καθοδηγητές του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους.

 

 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ: Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Στις 19 Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησίας μας την ιερή μνήμη ενός από τους μεγαλύτερους ομολογητές της πίστεώς μας, του αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Μιας μεγάλης μορφής, την οποία η Θεία Πρόνοια πρόβαλλε στη συγκεκριμένη και κρίσιμη εκείνη εποχή, προκειμένου να υπερασπισθεί και να σώσει την Ορθοδοξία.

       Γεννήθηκε το 1392 στην Κωνσταντινούπολη από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν και τον ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Εμμανουήλ. Φρόντισαν οι γονείς του να του δώσουν σπουδαία μόρφωση. Η Ιδιωτική σχολή του πατέρα του υπήρξε καθοριστική για την πνευματική του πορεία. Δυστυχώς έμεινε ορφανός με τον αδελφό του Ιωάννη, πατέρας τους πέθανε όταν ήταν ακόμη παιδί. Η μητέρα του φρόντισε να μαθητεύσει κοντά σε φημισμένους δασκάλους της εποχής του, όπως τον περίφημο Ιωάννη Χορτασμένο, τον μετέπειτα μητροπολίτη Σηλυβρίας και τον γνωστό μαθηματικό και φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό – Πλήθωνα, πριν παρεκκλίνει στον παγανισμό.

      Στην αρχή ο νεαρός Εμμανουήλ ανέλαβε τη σχολή του πατέρα του και της έδωσε αίγλη, συγκεντρώνοντας σε αυτή σπουδαίους μαθητές, όπως τον Γεώργιο Σχολάριο, μετέπειτα πρώτον οικουμενικό πατριάρχη μετά την άλωση της Πόλης. Αλλά ο θείος έρως για τη μοναχική ζωή οδήγησε τον Εμμανουήλ να εγκαταλείψει τη σχολή και τα εγκόσμια και να γίνει μοναχός, παίρνοντας το όνομα Μάρκος. Αποσύρθηκε στη νήσο Αντιγόνη στα Πριγκιποννήσια, όπου ασκήθηκε εκεί για δύο χρόνια. Κατόπιν εγκαταβίωσε στη Ιερά Μονή του αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων της Κωνσταντινούπολης, όπου συνέχισε την άσκησή του και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, κατόπιν πιέσεων. Απέκτησε τη φήμη του καλού πνευματικού, στον οποίο συνέρρεαν χιλιάδες άνθρωποι να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκεί έγραψε ο άγιος Μάρκος τα περισσότερα από τα θεολογικά και αντιαιρετικά έργα του, κυρίως εναντίον των αιρετικών Λατίνων και των αντιπάλων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

      Στα 1436 ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διόρισε αντιπρόσωπό του στη σύνοδο που συγκλήθηκε για την ένωση των Εκκλησιών. Τον ίδιο χρόνο ο αυτοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος τον ανάγκασε να δεχτεί τον χηρεύοντα μητροπολιτικό θρόνο της Εφέσου. Παράλληλα ο αυτοκράτορας τον όρισε γενικό έξαρχο της συνόδου, επειδή τον εκτιμούσε και έλπιζε ότι θα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κρίσιμη εκείνη σύνοδο. Έτσι ο άγιος Μάρκος αναγκάστηκε να ακολουθήσει την ορθόδοξη αντιπροσωπεία και τον αυτοκράτορα στην Φεράρα της Ιταλίας, όπου άρχισαν οι εργασίες της συνόδου. Πήγε με τις καλλίτερες προθέσεις έναντι των άτεγκτων παπικών, οι οποίοι άρχισαν τους εκβιασμούς για την ένωση με τους δικούς τους όρους, προκειμένου να βοηθήσουν το Βυζάντιο, το οποίο κινδύνευε από ώρα σε ώρα να πέσει στα χέρια των Οθωμανών.

     Πολλοί ορθόδοξοι είχαν παρεξηγήσει τη στάση του αγίου Μάρκου για ενδοτισμό. Αλλά γρήγορα φάνηκε η βαθιά προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Ο άγιος Μάρκος με σαφήνεια και κρυστάλλινο λόγο άρχισε να αναιρεί μία προς μία τις κακοδοξίες των Λατίνων, οι οποίες ήταν το εμπόδιο για την πολυπόθητη ένωση των δύο Εκκλησιών. Αυτό ενθουσίασε τους ορθοδόξους και προσωπικά τον αυτοκράτορα, ο οποίος έλπιζε ότι θα έπειθε τους αιρετικούς Λατίνους. Αντίθετα δημιούργησε αντιπάθεια και αγανάκτηση στους Λατίνους, οι οποίοι έμεναν πεισματικά αμετακίνητοι στις θέσεις τους και  άρχισαν να μεταχειρίζονται πλάγιους, σκοτεινούς και ανήθικους τρόπους να σταματήσουν τον άγιο Μάρκο. Άρχισαν να εφαρμόζουν τακτική ψευδολογιών και

συκοφαντιών. Κυκλοφόρησαν μάλιστα και φυλλάδιο με λίστα 54ων υποτίθεται αιρετικών δοξασιών των Ορθοδόξων! Η εκβιαστική και ανήθικη στάση των Λατίνων εξόργισε τους Ορθοδόξους, οι οποίοι είχαν συνταχθεί γύρω από τον άγιο Μάρκο. Ο αυτοκράτορας πίεζε να υπογραφεί η ένωση, διότι η επέλαση των Οθωμανών γινόταν πιο ασφυκτική, γι’ αυτό και κάποιοι Ορθόδοξοι δραπέτευσαν να αποφύγουν τις αφόρητες πιέσεις. Γι’ αυτό η σύνοδος μεταφέρθηκε στη Φλωρεντία για να αποφευχθούν δραπετεύσεις. Παράλληλα οι Λατίνοι άρχισαν τους ωμούς εκβιασμούς, στερώντας και αυτή την τροφή στους άτεγκτους Ορθοδόξους! Πολλοί πέθαναν από τις στερήσεις και τις κακουχίες και πολλοί αυτομόλησαν στους Λατίνους, όπως ο γνωστός επίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων, ο οποίος αναγορεύτηκε προκλητικά καρδινάλιος! Για τον άγιο Μάρκο οι Λατίνοι διέδωσαν τη φήμη ότι τρελάθηκε και πως δεν έπρεπε να τον παίρνουν πια στα σοβαρά! Μάλιστα όταν αποκάλεσε τους παπικούς αιρετικούς απειλήθηκαν επεισόδια και κάποιοι χειροδίκησαν εναντίον του!

      Μετά από αφόρητες πιέσεις στις 5 Ιουλίου του 1439 υπογράφηκε η ένωση κατόπιν αφόρητων πιέσεων των Ορθοδόξων, οι οποίοι υπέγραψαν από το φόβο του αυτοκράτορα, σύμφωνα με τις επιταγές των παπικών. Περιχαρείς οι παπικοί πήγαν στον πάπα να του αναγγείλουν την ένωση, αλλά όταν εκείνος πληροφορήθηκε ότι δεν υπέγραψε ο άγιος Εφέσου Μάρκος, αναφώνησε: «λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν»! Γεμάτος υπεροψία και απερίγραπτο θυμό απαίτησε από τον αυτοκράτορα να δικάσει τον άγιο Μάρκο και να τον καθαιρέσει!

       Αλλά η επιστροφή των Ορθοδόξων στην Κωνσταντινούπολη έκρυβε μεγάλη έκπληξη γι’ αυτούς. Στην προκυμαία τους περίμενε σύσσωμος ο πιστός λαός της Βασιλεύουσας, ο οποίος τους αναθεμάτιζε για την προδοσία τους να υπογράψουν την ένωση! Αντίθετα υποδέχτηκαν τον άγιο Μάρκο ως ομολογητή της Εκκλησίας!

       Ο άγιος Μάρκος μετέβηκε στην Έφεσο, όπου ποίμανε την τουρκοκρατούμενη επισκοπή του για λίγο καιρό. Οι ενωτικοί σε συνεργασία με τους τούρκους θέλησαν να τον σκοτώσουν και ο άγιος Μάρκος κατάκοπος και άρρωστος αποφάσισε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, όμως τελικά περνώντας από τη Λήμνο αναγνωρίστηκε και συνελήφθη και φυλακίστηκε για δύο χρόνια κατά διαταγή του αυτοκράτορα. Κατόπιν εγκαταβίωσε στη Μονή των Μαγγανών στην Κωνσταντινούπολη όπου έδινε τον αντιπαπικό του αγώνα. Κοιμήθηκε στις 23 Ιουνίου 1444 σε ηλικία μόλις 52 ετών. Η Εκκλησία μας τον ανακήρυξε αμέσως άγιο και ομολογητή. Η μνήμη του εορτάζεται στις 19 Ιανουαρίου.       

                   

      

 

 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Τα συγγραφικά έργα των ασκητών Πατέρων συγκαταλέγονται στα σπουδαιότερα κεφάλαια της χριστιανικής γραμματείας. Με την άσκηση, την προσευχή, την νηστεία και την συνεχή προσωπική κάθαρση, υπερέβησαν την πτωτική κατάσταση της φύσεώς τους, καθαρίστηκαν, φωτίστηκαν και αγιάστηκαν. Γι’ αυτό και κληροδότησαν στην Εκκλησία άφθαστα συγγράμματα σοφίας και πνευματικότητας, ασφαλείς οδηγούς για τους πιστούς όλων των εποχών. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, μια μεγάλη ασκητική και πνευματική μορφή, ο χαρακτηριζόμενος Μέγας, για τα περισπούδαστα συγγράμματά του.

        Γεννήθηκε στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου το έτος 301, από ευσεβή οικογένεια, η οποία τον ανάθρεψε με ευσέβεια και του πρόσφερε ικανή παιδεία, ώστε από τη  νεανική του ηλικία διαφάνηκε η αγιότητά του και η λαμπρή πνευματική του πορεία, μάλιστα κάποιοι τον αποκαλούσαν «παιδαριογέροντα». Αγαπούσε την αρετή και μισούσε την αμαρτία και γι’ αυτό κατόρθωσε να έχει άμεμπτο νεανικό βίο. Από μικρός ποθούσε την μοναχική και ασκητική ζωή. Έτσι όταν έγινε τριάντα ετών αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας, την μεγάλη αυτή κοιτίδα του αιγυπτιακού μοναχισμού, για να περάσει τον υπόλοιπο βίο του με άσκηση, προσευχή, μελέτη των Αγίων Γραφών και καλλιέργεια των αρετών.

       Έμεινε στην έρημο περισσότερο από εξήντα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για την αγιότητά του και τη σοφία του. Σε ηλικία σαράντα ετών αξιώθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος, όπου υπηρέτησε ως λειτουργός των κελιών της περιοχής. Υπήρξε δε για μεγάλο διάστημα μαθητής του Μ. Αντωνίου, του «καθηγητή της ερήμου», από τον οποίο διδάχτηκε τον πόλεμο κατά των παθών και την ακρίβεια της ασκητικής ζωής. Προσευχόταν αδιάκοπα και ταυτόχρονα εργαζόταν το εργόχειρό του, ώστε ο διάβολος δεν τον έβρισκε ποτέ εύκαιρο και «αργόσχολο», για να τον πειράξει και να τον προσβάλει. Αγρυπνούσε και τρέφονταν με ελάχιστη τροφή, από μουσκεμένα όσπρια και χόρτα της ερήμου. Χάρις στην πνευματική του προκοπή και την αγιότητά του αξιώθηκε του χαρίσματος της θεραπείας. Γι’ αυτό και έτρεχε πληθώρα αναξιοπαθούντων και ασθενών ανθρώπων στο ασκητήριό του για να λάβουν βοήθεια και θεραπεία. Επίσης ο Θεός τον αντάμειψε και με το χάρισμα της προφητείας. 

       Για μεγαλύτερη ησυχία και να μένει απερίσπαστος στον  πνευματικό του αγώνα, αποφεύγοντας τους πολυάριθμους επισκέπτες του, έσκαψε ο ίδιος μια μυστική υπόγεια στοά, κάτω από το κελί του. Η στοά οδηγούσε σε μια σπηλιά, την οποία είχε διαμορφώσει σε μυστικό κελί. Έτσι όταν αισθανόταν την ανάγκη της απομόνωσης και να μην τον ενοχλούν οι πολυάριθμοι επισκέπτες του, κατέβαινε στην στοά και κρύβονταν στο σπήλαιο για να μην μπορεί να τον βρει κανείς, κάνοντας απερίσπαστος τον πνευματικό του αγώνα.

       Όσο περνούσαν τα χρόνια ανέρχονταν σε ανώτερες πνευματικές καταστάσεις και αναδεικνύονταν η αγιότητά του. Μάλιστα τον θαύμαζε για τις αρετές του και ο ίδιος ο δάσκαλός του ο Μ. Αντώνιος, στον οποίο κάποτε είπε: «Ιδού, επαναπαύθηκε επί σε το Πνεύμα το Άγιον και στο εξής θα είσαι κληρονόμος των αγώνων μου».

       Αλλά ο διάβολος, ο οποίος λυσσομανούσε για την πνευματική πρόοδο του αγίου ασκητή, κατόρθωσε κάποτε να τον πειράξει με τον πειρασμό της πορνείας. Εκείνος μόλις αντιλήφτηκε την παγίδα του πονηρού, εγκατέλειψε αμέσως το κελί του και κατέφυγε σε άλλο τόπο, απόλυτα αφιλόξενο και σκληρό, μια έρημη και ελώδη περιοχή, όπου έμεινε αγωνιζόμενος κατά του δαιμονικού πάθους έξι μήνες. Εκεί τον βασάνιζαν φρικτά τα πολυάριθμα σμήνη κουνουπιών και σφηκών, τα οποία με τα

τσιμπήματα τους καταπλήγωνα όλο το σώμα του. Το μαρτύριο αυτό ήταν τρομερό. Όταν είχε γυρίσει ξανά στο κελί του, οι περίοικοι ασκητές δεν μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν, από τις πληγές και την παραμόρφωση του σκελετωμένου σώματός του και μόνο από τη φωνή του κατάλαβαν ότι ήταν ο Μακάριος!

        Ο άγιος ασκητής είχε αποκτήσει και μια άλλη μεγάλη αρετή, της ιεράς μιμήσεως. Κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος αποκτούσε κάποια αρετή, παρακινούνταν από ιερό ζήλο και ήθελε να τον μιμηθεί, να προσπαθήσει και αυτός να επιτελέσει αυτό το αγώνισμα.  Έτσι όταν πληροφορήθηκε ότι οι μοναχοί της νήσου του Νείλου Ταβεννήσου, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν έτρωγαν μαγειρεμένο φαγητό, αλλά ωμά όσπρια, πήρε τη μεγάλη απόφαση να μην φάει μαγειρεμένο φαγητό για επτά ολόκληρα χρόνια! Τρέφονταν με ωμά λάχανα και όσπρια.

       Επίσης παροιμιώδης υπήρξε η ολιγάρκεια του ύπνου του. Για να καταπολεμήσει την νύστα δεν κοιμήθηκε για είκοσι χρόνια κάτω από στέγη, με αποτέλεσμα να φλέγεται ανελέητα την ημέρα από τον καυτό ήλιο και ξεπαγιάζει τα βράδια από το δριμύ ψύχος της αιγυπτιακής ερήμου.

       Λέγεται πως κάποια μέρα που καθόταν και δίδασκε στους μαθητές και επισκέπτες του ωφέλιμους πνευματικούς λόγους, είδαν ξαφνικά μια ύαινα να φέρνει στο στόμα της το νεογνό της, το οποίο είχε γεννηθεί τυφλό. Το άγριο και αιμοβόρο ζώο πλησίασε τον άγιο ασκητή και απίθωσε το άρρωστο νεογνό του στα πόδια του. Τότε ο Μακάριος το πήρε στα χέρια του, έφτυσε τα μάτια του και του χάρισε το φώς του! Η άγρια ύαινα πήρε το μωρό της και γεμάτη χαρά έφυγε τρέχοντας προς την έρημο, προς μεγάλη έκπληξη των παρόντων στο θαύμα. Τότε εκείνος τους εξήγησε πως τα πάντα, όπως και τα ζώα, είναι δημιουργήματα του Θεού και χρήζουν της συμπάθειάς μας και της φροντίδας μας. Ο άνθρωπος, ως η κορωνίδα της θείας δημιουργίας και μετέχων ταυτόχρονα του θείου και του κόσμου, ήταν ο σύνδεσμος αυτού με το Θεό και η δίοδος των ακτίστων ενεργειών Του. Όμως μετά την πτώση του έχασε αυτή την λειτουργία και γι’ αυτό υποφέρει μαζί του και ολόκληρη η υλική κτίση.   

      Υπάρχει και ένα άλλο διδακτικό περιστατικό από τη ζωή του μεγάλου ασκητού. Κάποτε περπατούσε στην έρημο, συλλογιζόμενος για την κατάσταση των ψυχών στην άλλη ζωή. Ξαφνικά βρήκε ένα ανθρώπινο κρανίο, το οποίο πήρε στα χέρια του και το ρώτησε σε ποιον ανήκει. Εκείνο του απάντησε ότι ανήκει σε ιερέα των ειδώλων και μάγο και τον παρακάλεσε να προσεύχεται για εκείνον για την ανακούφιση της ψυχής του, που βρισκόταν στην κόλαση, αποδεικνύοντας την  ορθότητα της Εκκλησίας μας να δέεται υπέρ των κεκοιμημένων, πρακτική που αρνούνται οι πλανεμένοι αιρετικοί. 

       Όμως ο μεγάλος ασκητής έμελλε στα βαθειά του γεράματα να πιεί το πικρό ποτήρι των διώξεων. Στα χρόνια του η Εκκλησία συνταράζονταν από τη φοβερή αρειανική αίρεση. Οι αιρετικοί αρειανοί, με την στήριξη της Πολιτείας είχαν ανεβάσει στους θρόνους των περισσότερων Επισκοπών ομόφρονές τους Επισκόπους, οι οποίοι καταδίωκαν με δαιμονική μανία τους ορθοδόξους. Έτσι ο αρειανός Επίσκοπος Αλεξανδρείας Λούκιος έβαλε ως στόχο του τον Μακάριο, ο οποίος μάχονταν τη φοβερή και βλάσφημη αίρεση και διαφώτιζε τους μαθητές και επισκέπτες του. Γι’ αυτό και τον εξόρισε σε μια ερημική και απομονωμένη νησίδα του Νείλου, να μη μπορεί να έχει επαφή με κανέναν.

       Ο Μακάριος υπήρξε και αυτός στύλος της Ορθοδοξίας, της μόνης σώζουσας πίστεως. Θεωρούσε την αίρεση ως χείριστη δαιμονική παγίδα και πλάνη, η οποία οδηγεί τον πλανεμένο στην καταστροφή. Κάποτε τον είχε επισκεφτεί ένας αιρετικός, ο οποίος τον προκαλούσε, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών. Εν τω

μεταξύ είχε πεθάνει ένας μοναχός και ο άγιος, ύστερα από θερμή προσευχή τον ανέστησε, προς καταισχύνη  του αιρετικού. Δίδασκε πως υπάρχουν δύο τάξεις δαιμόνων, η μία παρασύρει τους ανθρώπους σε ακατανόμαστα και τερατώδη πάθη, ατιμίες και αμαρτήματα και η άλλη, χειρότερη της πρώτης, έχει ως έργο να παρασύρει τους ανθρώπους στις πλάνες και αιρέσεις. Αυτή τη δαιμονική ομάδα στέλνει ο Σατανάς στους μάγους και στους αιρεσιάρχες.

       Στο ερημικό εκείνο νησί του μεγάλου ποταμού κοιμήθηκε ειρηνικά, σε ηλικία ενενήντα ετών, το έτος 391. Η μνήμη του τιμάται στις 19 Ιανουαρίου.

       Ο άγιος Μακάριος ανήκει στους μεγάλους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας μας και τους στοχαστές. Μας διασώθηκε ένα σημαντικό μέρος του συγγραφικού του έργου, το οποίο τον κατατάσσει στους πλέον βαθυστόχαστους θεολόγους, παρά το γεγονός ότι κάποιοι αμφισβητούν τη γνησιότητα των συγγραμμάτων. Σύγχρονος ερμηνευτής του υπήρξε ο νεοφανής άγιος της Σερβικής Εκκλησίας και μέγιστος θεολόγος του 20ου αιώνος, όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, του οποίου η διδακτορική διατριβή είχε τίτλο: «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Σε αυτό ο μεγάλος σύγχρονος θεολόγος αναλύει σε βάθος την υψηλή θεολογία του μεγάλου διδασκάλου της αρχαίας Εκκλησίας.   

 

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ο ΣΤΥΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Ελάχιστοι άνθρωποι αξιώθηκαν να λάβουν τον τίτλο του «Μεγάλου» στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι αυτό προϋποθέτει να υπάρξει κάποιος υπέρμετρα σπουδαίος και να προσφέρει υπέρτατες και μοναδικές υπηρεσίες σε αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος εκτός από τον τίτλου του «Μεγάλου» του αποδόθηκε και ο μοναδικός τίτλος «Στύλος της Ορθοδοξίας». Μελετώντας κάποιος την προσωπικότητα και το τιτάνιο έργο του, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει με την επιλογή αυτή της Εκκλησίας μας.

      Γεννήθηκε περί το 298 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από ευσεβείς Έλληνες γονείς και ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Οι ευκατάστατοι γονείς του φρόντισαν να λάβει μια σπάνια κλασική παιδεία, η οποία άκμαζε ακόμα στην Αλεξάνδρεια. Παράλληλα φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή θεολογία, αναδεικνυόμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας μας όλων των εποχών. Καθοριστική σημασία για την κατοπινή πορεία του Αθανασίου υπήρξε η γνωριμία του και η πνευματική του σύνδεση με τον μέγιστο ασκητή της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο. Κοντά του μυήθηκε στην ευσέβεια και χαλυβδώθηκε ο χαρακτήρας του να είναι αμετακίνητος και απόλυτα προσηλωμένος στην αλήθεια της Εκκλησίας. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εισέρχεται στις τάξεις του ιερού κλήρου, ως διάκονος της αλεξανδρινής Εκκλησίας, μπαίνοντας στην υπηρεσία του γηραιού και σεβάσμιου επισκόπου Αλεξάνδρου.

       Δεν έμελλε όμως να βιώσει μια ειρηνική ιερατική διακονία, διότι κατά την χρονική εκείνη περίοδο ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες θεολογικές θύελλες στην ιστορία της Εκκλησίας μας, η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Ο πρεσβύτερος της αλεξανδρινής Εκκλησίας Άρειος δίδασκε άκρως βλάσφημες και κακόδοξες διδασκαλίες, ανατρέποντας εκ θεμελίων την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Απέρριπτε το θεμελιώδες δόγμα της Αγίας Τριάδος, υποβιβάζοντας τον Υιό σε κτίσμα του Θεού και αρνούμενος την προσωπική υπόσταση του Αγίου Πνεύματος. Ο νεαρός διάκονος Αθανάσιος, με την ευλογία του επισκόπου Αλεξάνδρου ανέλαβε να ανασκευάσει τις βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Στα 325 συγκροτήθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια της Βηθυνίας για να συζητηθεί η αρειανική κακοδοξία και να διατυπωθεί με σαφήνεια το ορθόδοξο δόγμα. Ο διάκονος Αθανάσιος εκπροσώπησε τον Αλέξανδρο και μάλιστα ορίστηκε και γραμματείας της Συνόδου. Στις θυελλώδεις συζητήσεις με τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους οπαδούς του, ο Αθανάσιος εξέπληξε με την ωριμότητα της σκέψεώς του, τη θεολογική του κατάρτιση και προ πάντων την ακριβή έκφραση της ορθόδοξης διδασκαλίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε ο πρωταγωνιστής της Συνόδου και ο εκφραστής της αλήθειας της Εκκλησίας.

     Το 328 κοιμήθηκε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και ο λαός απαίτησε να ανέβει στον επισκοπικό θρόνο ο Αθανάσιος, ο οποίος αποδέχτηκε την ύψιστη αυτή διακονία, διαρκούσης της αρειανικής λαίλαπας, παρά την καταδίκη της από την Α Οικουμενική Σύνοδο. Εργάστηκε σκληρά αναδιοργανώνοντας την αλεξανδρινή Εκκλησία. Επέλεξε άξιους συνεργάτες από την τάξη των ασκητών και των μοναχών, οι οποίοι είχαν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο. Το μεγάλο βάρος το έδωσε στην προάσπιση της ορθόδοξης πίστης και τον αντιαιρετικό αγώνα. Αυτό είχε όμως δυσμενείς εξελίξεις για τον ίδιο. Οι αρειανοί και οι άλλοι αιρετικοί της επισκοπής του κατείχαν υψηλά  κρατικά αξιώματα και οικονομική δύναμη. Κάνοντας χρήση αυτών, είχαν κηρύξει ανελέητο πόλεμο κατά του Αθανασίου και οχετούς λάσπης συκοφαντιών, οι οποίες έφταναν ως την αυτοκρατορική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό και ολόκληρη η ζωή του υπήρξε μαρτυρική. Από τα

46 έτη της επισκοπικής του διακονίας τα 17 τα πέρασε στις εξορίες! Έχουν διασωθεί οι φρικτές συκοφαντίες εναντίον του από τους αιρετικούς, προς τον αυτοκράτορα. Κατηγορήθηκε ο ασκητής Αθανάσιος για δήθεν πορνεία και βιασμό γυναίκας! Κατηγορήθηκε επίσης ο ένθερμος αυτός ζηλωτής του Χριστού και ως μάγος!

      Αλλά ο Αθανάσιος υπόμενε με καρτερία τις συκοφαντίες και τις άδικες διώξεις. Την προσωπική του πίκρα και τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες του τις προσπερνούσε με την νυχθημερόν συγγραφή θεολογικών πραγματικών και αντιαιρετικών έργων. Από τα σπουδαιότερα συγγράμματά του ξεχωρίζουμε το μοναδικό έργο του «Περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου αν αναπτύσσει με καταπληκτική ακρίβεια την αλήθεια της Εκκλησίας μας για το θείο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Στα έργο του «Κατά Αρειανών» καταρρίπτει πανηγυρικά τις αρειανικές κακοδοξίες. Στο επίσης περισπούδαστο έργο του «Κατά Ειδώλων» καταρρίπτει το σαθρό οικοδόμημα της ειδωλολατρίας, η οποία στην εποχή του ήταν ακόμη μια μεγάλη απειλή και μια σοβαρή πρόκληση για την Εκκλησία. Συνέγραψε ακόμη το βίο του δασκάλου του Μ. Αντωνίου, καθώς και πάμπολλες επιστολές σε διάφορα εξέχοντα πρόσωπα, οι οποίες αποπνέουν σπάνιο ζήλο για την διαφύλαξη της αλήθειας της Εκκλησίας, διότι είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αξίζει να σημειώσουμε πως με την 39η εορταστική επιστολή του ορίζεται ο λεγόμενος «κανόνας της Καινής Διαθήκης», δηλαδή ορίζονται τα 27 γνήσια βιβλία, από τα ψευδεπίγραφα (απόκρυφα) που κυκλοφορούσαν στην αρχαία Εκκλησία και έσπερναν πλάνες στους πιστούς. 

       Κατάκοπος και τσακισμένους από τους ατέλειωτους αγώνες και τις προσωπικές ταλαιπωρίες, κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου του 373. Η Εκκλησία μας τον κατέταξε στους αγίους της και τον ανακήρυξε «Μέγα» για τις μοναδικές του υπηρεσίες του προς Αυτήν. Ορίστηκε δε να συνεορτάζεται η μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον επίσης σπουδαίο αλεξανδρινό επίσκοπο, τον άγιο Κύριλλο, ο οποίος και αυτός έδωσε παρόμοιους αγώνες για την Ορθόδοξη πίστη.