Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

«Περί κατ’ εικόνος ελευθερίας»

Είναι απομεσήμερο Σεπτέμβρη, βαριά σύννεφα έχουν κρύψει το γαλάζιο του ουρανού και στην απόλυτη ησυχία βρίσκω την ευκαιρία να διαβάσω. Κάπου ανάμεσα στις λέξεις, το βλέμμα μου μαγνητίζεται από στίχο ιδιαίτερο, στίχο αληθινό. «Δεν υπάρχουν παρά δύο σκοποί, η αγάπη και η ελευθερία [1]». Σκοποί ζωής, σκοποί ορθοδόξου θεολογίας. Ένας στίχος που περικλείει σοφά όλο το ορθόδοξο δόγμα της χριστιανοσύνης, με προϋπόθεση την αγάπη άνωθεν και δώρο την ελευθερία. Δύο έννοιες αλληλένδετες, που αεί-υπάρχουν και αποτελούν θεμέλιο της πίστης μας, θεμέλιο μα και συστατικά «χτισίματος», εφόδια και δώρα υψηλά, γνωρίσματα δικά Του.
Ο Θεός, πλάθοντας και δημιουργώντας το αγαπημένο των δημιουργημάτων Του, τον άνθρωπο, τον προίκισε και τον εφοδίασε με το δώρο της ελεύθερης βούλησης από το πρώτο κιόλας ζεύγος που έφτιαξε, τον Αδάμ και την Εύα [2].
Ο Θεός είναι Θεός της ελευθερίας, η ελευθερία της εκλογής [3]. Όλοι οι άνθρωποι μηδενός εξαιρουμένου είμαστε φτιαγμένοι κατ’ εικόνα του Πατρός. Μας διέπουν γνωρίσματα δικά Του και μετέχουμε ήδη από την γέννησή μας, τούτου του θείου δώρου. Της πρωτοβουλίας, της αποφάσεως, της ιδίας θελήσεως και όχι της ποδηγετημένης επιλογής, της αθέλητης και ακουσίας προτάσεως. Μαζί όμως με την κατ’ εικόνα ελευθερία, δόθηκε στον άνθρωπο η ικανότητα να σταθμίζει τα ζητήματα, να σκέπτεται, να συνυπολογίζει και να καταλήγει σοφά στο τι είναι καλό και τι λάθος [4].
Ως ελεύθεροι άνθρωποι δεν πρέπει ποτέ να βαίνουμε σε κατά-χρηση της ελευθερίας μας μα ούτε και να την θέτουμε ως δικαιολογία για πονηρία [5]. Η ελεύθερη βούληση που δόθηκε αφορά στο κοινό καλό και όχι στην ατομική καλοπέραση. Το καλό του ενός οφείλει να μην υπονομεύει το καλό του πλησίον αλλά να αποβλέπει στο συλλογικό όφελος, μέσα στην κοινωνία προσώπων. Τούτη η ελευθερία δόθηκε για ορθή και σοφή χρήση, που να υπακούει σε «γενικούς κανόνες» και να συμβαδίζει με την «ισχύ του νόμου». Να μην είναι δηλαδή άλογη, αυθαίρετη ή ακόμη και υπέρμετρη, μα να φέρει την ευθύνη των πράξεων και των όποιων αποφάσεων.
«Ο Θεός ετίμησε τον άνθρωπο απονέμοντάς του την ελευθερία, ώστε να ανήκει το καλό στον ίδιο που το διαλέγει, όσο και σε αυτόν που έθεσε τις απαρχές του καλού μέσα στην φύση [6]». Η επιλογή όμως του καλού ή όχι από τον άνθρωπο, έγκειται στην ποιότητα της χρήσεως της ελευθερίας του. Ο Θεός, Δημιουργός των πάντων, Ρυθμιστής και Ελεγκτής της καλής λειτουργίας όλων, “δεν έχει την δύναμη” να επέμβει στην ελευθερία του ποιμνίου Του καθότι ο Ίδιος το επέλεξε και άφησε την κρίση σωστού ή λάθους στον άνθρωπο, έχοντας σε αυτόν αγάπη κι εμπιστοσύνη.
Όσο σίγουρο είναι ότι δημιουργηθήκαμε με την ανάγκη να υπακούμε στους φυσικούς νόμους του Θεού, άλλο τόσο σίγουρο είναι να υπακούμε και στους ηθικούς και κοινωνικούς Του νόμους [7]. Και τούτη είναι η πραγματική ελευθερία, το να χαίρει καθείς εξ ημών πνευματικής ευτυχίας, στην αποδοχή του θελήματος του Θεού. Χωρίς όμως κάτι ή κάποιος να μας εξαναγκάζει αλλά μία έμφυτη τάση να μας οδηγεί, ιδία θελήσει, να Τον ακολουθήσουμε και να μετέχουμε της θείας Του δικαιοσύνης.
Ο Ενσαρκωθείς Λόγος του Θεού, Κύριος Ιησούς Χριστός, είπε στους ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά και ταυτοχρόνως σε όλους εμάς «στις θέλει πίσω μου λθεν, παρνησάσθω αυτόν καί ράτω τόν σταυρόν ατο καί κολουθήτω μοι [8]». Ο Χριστός θυμίζει στους ανθρώπους την κατ’ εικόνα ελευθερία που κατέχουν αφ’ υπάρξεώς τους και τους τονίζει ότι όποιος από δική του βούληση τον ακολουθήσει, οφείλει να ζήσει σύμφωνα του Πατρικού θελήματος και καθ’ υπόδειξη της του Χριστού πορείας.
«Το πρόσωπο πραγματώνεται στην ελευθερία η οποία είναι το μεταφυσικό θεμέλιο της βούλησης. Η ελευθερία είναι δεμένη με το πρόσωπο και το ανθρώπινο πνεύμα και όταν αυτή κορυφώνεται, το πρόσωπο πλέον επιθυμεί ελεύθερα την αλήθεια και το καλό. Έτσι η αλήθεια γίνεται η πράξη της ελευθερίας [9]». Ο Θεός ζητά από τον άνθρωπο την εκπλήρωση της θέλησης του Πατρός, σα να ήταν θέληση του ανθρώπου. Λέγοντας ο ορθόδοξος χριστιανός στην προσευχή του «γεννηθήτω το θέλημά Σου», η θεία βούληση αναβλύζει ελεύθερα από την βούληση του ανθρώπου και γίνεται δική του. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς [10]». Μέσα στο ορθόδοξο χριστιανό κατοικεί ήδη από το βάπτισμα ο Θείος Λόγος και ανακαινίζεται κάθε φορά με τη μετοχή στη Θεία Κοινωνία. Την στιγμή που νοερά θα εκφράσουμε το «γεννηθήτω», μετουσιώνεται το κατ’ εικόνα δώρο της ελευθερίας από την πράξη δηλαδή της αληθείας.
Μεστή η ορθοδοξία μας από τούτη την ελευθερία. «Η ίδια η θεολογία είναι ουσιαστικά θεολογία της ελευθερίας, αφού η ελευθερία είναι η πεμπτουσία του Ευαγγελίου, η Εκκλησία είναι κατ’ εξοχήν χώρος της ελευθερίας, η κλήση του ανθρώπου είναι “ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ [11]” και το ήθος αυτής της εκκλησιοτραφούς ελευθερίας είναι η Αγάπη [12]».
Κοιτάζοντας το σύμβολο του σταυρού, τούτες τις δύο λέξεις ενθυμούμαι… αγάπη κι ελευθερία. Καθώς από αγάπη σταυρώθηκε δι’ εμάς, για τη θέωση του κλήρου Του, για να φτάσουμε στο καθ’ ομοίωση και μόνο με αγάπη ο πιστός λογίζεται και ανά-λογίζεται το ύψος και της σταυρώσεως το Πάθος. Ο σταυρός όμως αποπνέει και μιαν ελευθερία, την ελευθερία του ανθρώπου να Τον ακολουθήσει, να σηκώσει εκούσια τον σταυρό του και ελεύθερα να Τον αγαπήσει. Η αγάπη δηλαδή του πιστού για τον Κύριό του να είναι εμπνεόμενη από την ίδια την αγάπη του Χριστού για το ποίμνιό του. Και τούτη είναι η πεμπτουσία της κατ’ εικόνας ελευθερίας, η πίστη στο πρόσωπο του Θεού και η αποδοχή των δογμάτων της Εκκλησίας, με αυτοθέλητο τρόπο κι εσωτερική παρότρυνση. Το θέλημα του Θεού να ταυτίζεται και να γίνεται θέλημα του πιστού, τούτο θαρρώ είναι καθάρια ελευθερία, ελευθερία αληθινή, πνευματική και πάντοτε ωφέλιμη.
Είναι απομεσήμερο Σεπτέμβρη, πλέον έξω έχει αρχίσει να βρέχει. Τη θέση της απόλυτης ησυχίας έχει πια πάρει η βροχή, ήχος μελωδικός, ευγενικός. Σκέπτομαι… δεν είναι παρά δύο τα θεμέλια του ορθοδόξου χριστιανισμού, Αγάπη κι Ελευθερία! Σκέπτομαι… λογίζομαι κι ανά-λογίζομαι και σου προσφέρω ωσάν συμβουλή την σκέψη μου…
Στην Αγάπη σου βάλε ελευθερία, κόσμε μου, και στην Ελευθερία σου βάλε αγάπη!
Δήμητρα Γ. Σαρρή
φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

[1] Νίκος Εγγονόπουλος
[2] Γένεσις 1:26-27 (26: Και είπε ο Θεός «Ας κάνουμε άνθρωπο κατά την εικόνα μας, σύμφωνα με την ομοίωσή μας» 27: Και άρχισε ο Θεός να δημιουργεί τον άνθρωπο κατά την εικόνα του˙ κατά την εικόνα του Θεού τον δημιούργησε˙ αρσενικό και θηλυκό τους δημιούργησε)
[3] Β Κορινθίους 3:17 (ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία)
[4] Εβραίους 5,14 (Η στερεά τροφή, η βαθεία και φωτισμένη πνευματική διδασκαλία, είναι δια τους τελείους, δι' εκείνους οι οποίοι έχουν με την πνευματικήν εργασίαν και συνήθειαν γυμνασμένα και ικανά τα αισθητήρια της ψυχής, ώστε να διακρίνουν εύκολα μεταξύ καλού και κακού)
[5] Α Πέτρου 2:16 (Υποταχθείτε, λοιπόν, κατά Θεόν εις τας αρχάς και τας εξουσίας σαν ηθικώς ελεύθεροι άνθρωποι και όχι σαν άνθρωποι που έχουν την ελευθερίαν ως πρόφασιν και καμουφλάρισμα της κακίας, αλλά σαν αληθινοί δούλοι του Θεού)
[6] Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός
[7] Κατά Ματθαίον 4:4 (Ο δε Ιησούς απάντησεν· «είναι γραμμένον εις την Παλαιάν Διαθήκην· Ο άνθρωπος δεν θα ζη με άρτον μόνον, αλλά και με κάθε λόγον που βγαίνει από το στόμα του Θεού»)
[8] Κατά Ματθαίον 8:34
[9] Paul Evdokimov, Χριστιανικόν Συμπόσιον, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1967, σελ.: 197.
[10] Προς Γαλάτας 2:20
[11] Προς Γαλάτας 5:13 (Ὑμεῖς γὰρ ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί)
[12] Κωνσταντίνος Ζ. Δεληκωσταντής, Η γοητεία του ασκητισμού, εκδ. Έννοια, 2011, σελ.: 101.

Πηγή: http://www.askitikon.eu/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου