Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Τα συγγραφικά έργα των ασκητών Πατέρων συγκαταλέγονται στα σπουδαιότερα κεφάλαια της χριστιανικής γραμματείας. Με την άσκηση, την προσευχή, την νηστεία και την συνεχή προσωπική κάθαρση, υπερέβησαν την πτωτική κατάσταση της φύσεώς τους, καθαρίστηκαν, φωτίστηκαν και αγιάστηκαν. Γι’ αυτό και κληροδότησαν στην Εκκλησία άφθαστα συγγράμματα σοφίας και πνευματικότητας, ασφαλείς οδηγούς για τους πιστούς όλων των εποχών. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, μια μεγάλη ασκητική και πνευματική μορφή, ο χαρακτηριζόμενος Μέγας, για τα περισπούδαστα συγγράμματά του.

        Γεννήθηκε στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου το έτος 301, από ευσεβή οικογένεια, η οποία τον ανάθρεψε με ευσέβεια και του πρόσφερε ικανή παιδεία, ώστε από τη  νεανική του ηλικία διαφάνηκε η αγιότητά του και η λαμπρή πνευματική του πορεία, μάλιστα κάποιοι τον αποκαλούσαν «παιδαριογέροντα». Αγαπούσε την αρετή και μισούσε την αμαρτία και γι’ αυτό κατόρθωσε να έχει άμεμπτο νεανικό βίο. Από μικρός ποθούσε την μοναχική και ασκητική ζωή. Έτσι όταν έγινε τριάντα ετών αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας, την μεγάλη αυτή κοιτίδα του αιγυπτιακού μοναχισμού, για να περάσει τον υπόλοιπο βίο του με άσκηση, προσευχή, μελέτη των Αγίων Γραφών και καλλιέργεια των αρετών.

       Έμεινε στην έρημο περισσότερο από εξήντα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για την αγιότητά του και τη σοφία του. Σε ηλικία σαράντα ετών αξιώθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος, όπου υπηρέτησε ως λειτουργός των κελιών της περιοχής. Υπήρξε δε για μεγάλο διάστημα μαθητής του Μ. Αντωνίου, του «καθηγητή της ερήμου», από τον οποίο διδάχτηκε τον πόλεμο κατά των παθών και την ακρίβεια της ασκητικής ζωής. Προσευχόταν αδιάκοπα και ταυτόχρονα εργαζόταν το εργόχειρό του, ώστε ο διάβολος δεν τον έβρισκε ποτέ εύκαιρο και «αργόσχολο», για να τον πειράξει και να τον προσβάλει. Αγρυπνούσε και τρέφονταν με ελάχιστη τροφή, από μουσκεμένα όσπρια και χόρτα της ερήμου. Χάρις στην πνευματική του προκοπή και την αγιότητά του αξιώθηκε του χαρίσματος της θεραπείας. Γι’ αυτό και έτρεχε πληθώρα αναξιοπαθούντων και ασθενών ανθρώπων στο ασκητήριό του για να λάβουν βοήθεια και θεραπεία. Επίσης ο Θεός τον αντάμειψε και με το χάρισμα της προφητείας. 

       Για μεγαλύτερη ησυχία και να μένει απερίσπαστος στον  πνευματικό του αγώνα, αποφεύγοντας τους πολυάριθμους επισκέπτες του, έσκαψε ο ίδιος μια μυστική υπόγεια στοά, κάτω από το κελί του. Η στοά οδηγούσε σε μια σπηλιά, την οποία είχε διαμορφώσει σε μυστικό κελί. Έτσι όταν αισθανόταν την ανάγκη της απομόνωσης και να μην τον ενοχλούν οι πολυάριθμοι επισκέπτες του, κατέβαινε στην στοά και κρύβονταν στο σπήλαιο για να μην μπορεί να τον βρει κανείς, κάνοντας απερίσπαστος τον πνευματικό του αγώνα.

       Όσο περνούσαν τα χρόνια ανέρχονταν σε ανώτερες πνευματικές καταστάσεις και αναδεικνύονταν η αγιότητά του. Μάλιστα τον θαύμαζε για τις αρετές του και ο ίδιος ο δάσκαλός του ο Μ. Αντώνιος, στον οποίο κάποτε είπε: «Ιδού, επαναπαύθηκε επί σε το Πνεύμα το Άγιον και στο εξής θα είσαι κληρονόμος των αγώνων μου».

       Αλλά ο διάβολος, ο οποίος λυσσομανούσε για την πνευματική πρόοδο του αγίου ασκητή, κατόρθωσε κάποτε να τον πειράξει με τον πειρασμό της πορνείας. Εκείνος μόλις αντιλήφτηκε την παγίδα του πονηρού, εγκατέλειψε αμέσως το κελί του και κατέφυγε σε άλλο τόπο, απόλυτα αφιλόξενο και σκληρό, μια έρημη και ελώδη περιοχή, όπου έμεινε αγωνιζόμενος κατά του δαιμονικού πάθους έξι μήνες. Εκεί τον βασάνιζαν φρικτά τα πολυάριθμα σμήνη κουνουπιών και σφηκών, τα οποία με τα

τσιμπήματα τους καταπλήγωνα όλο το σώμα του. Το μαρτύριο αυτό ήταν τρομερό. Όταν είχε γυρίσει ξανά στο κελί του, οι περίοικοι ασκητές δεν μπόρεσαν να τον αναγνωρίσουν, από τις πληγές και την παραμόρφωση του σκελετωμένου σώματός του και μόνο από τη φωνή του κατάλαβαν ότι ήταν ο Μακάριος!

        Ο άγιος ασκητής είχε αποκτήσει και μια άλλη μεγάλη αρετή, της ιεράς μιμήσεως. Κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος αποκτούσε κάποια αρετή, παρακινούνταν από ιερό ζήλο και ήθελε να τον μιμηθεί, να προσπαθήσει και αυτός να επιτελέσει αυτό το αγώνισμα.  Έτσι όταν πληροφορήθηκε ότι οι μοναχοί της νήσου του Νείλου Ταβεννήσου, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν έτρωγαν μαγειρεμένο φαγητό, αλλά ωμά όσπρια, πήρε τη μεγάλη απόφαση να μην φάει μαγειρεμένο φαγητό για επτά ολόκληρα χρόνια! Τρέφονταν με ωμά λάχανα και όσπρια.

       Επίσης παροιμιώδης υπήρξε η ολιγάρκεια του ύπνου του. Για να καταπολεμήσει την νύστα δεν κοιμήθηκε για είκοσι χρόνια κάτω από στέγη, με αποτέλεσμα να φλέγεται ανελέητα την ημέρα από τον καυτό ήλιο και ξεπαγιάζει τα βράδια από το δριμύ ψύχος της αιγυπτιακής ερήμου.

       Λέγεται πως κάποια μέρα που καθόταν και δίδασκε στους μαθητές και επισκέπτες του ωφέλιμους πνευματικούς λόγους, είδαν ξαφνικά μια ύαινα να φέρνει στο στόμα της το νεογνό της, το οποίο είχε γεννηθεί τυφλό. Το άγριο και αιμοβόρο ζώο πλησίασε τον άγιο ασκητή και απίθωσε το άρρωστο νεογνό του στα πόδια του. Τότε ο Μακάριος το πήρε στα χέρια του, έφτυσε τα μάτια του και του χάρισε το φώς του! Η άγρια ύαινα πήρε το μωρό της και γεμάτη χαρά έφυγε τρέχοντας προς την έρημο, προς μεγάλη έκπληξη των παρόντων στο θαύμα. Τότε εκείνος τους εξήγησε πως τα πάντα, όπως και τα ζώα, είναι δημιουργήματα του Θεού και χρήζουν της συμπάθειάς μας και της φροντίδας μας. Ο άνθρωπος, ως η κορωνίδα της θείας δημιουργίας και μετέχων ταυτόχρονα του θείου και του κόσμου, ήταν ο σύνδεσμος αυτού με το Θεό και η δίοδος των ακτίστων ενεργειών Του. Όμως μετά την πτώση του έχασε αυτή την λειτουργία και γι’ αυτό υποφέρει μαζί του και ολόκληρη η υλική κτίση.   

      Υπάρχει και ένα άλλο διδακτικό περιστατικό από τη ζωή του μεγάλου ασκητού. Κάποτε περπατούσε στην έρημο, συλλογιζόμενος για την κατάσταση των ψυχών στην άλλη ζωή. Ξαφνικά βρήκε ένα ανθρώπινο κρανίο, το οποίο πήρε στα χέρια του και το ρώτησε σε ποιον ανήκει. Εκείνο του απάντησε ότι ανήκει σε ιερέα των ειδώλων και μάγο και τον παρακάλεσε να προσεύχεται για εκείνον για την ανακούφιση της ψυχής του, που βρισκόταν στην κόλαση, αποδεικνύοντας την  ορθότητα της Εκκλησίας μας να δέεται υπέρ των κεκοιμημένων, πρακτική που αρνούνται οι πλανεμένοι αιρετικοί. 

       Όμως ο μεγάλος ασκητής έμελλε στα βαθειά του γεράματα να πιεί το πικρό ποτήρι των διώξεων. Στα χρόνια του η Εκκλησία συνταράζονταν από τη φοβερή αρειανική αίρεση. Οι αιρετικοί αρειανοί, με την στήριξη της Πολιτείας είχαν ανεβάσει στους θρόνους των περισσότερων Επισκοπών ομόφρονές τους Επισκόπους, οι οποίοι καταδίωκαν με δαιμονική μανία τους ορθοδόξους. Έτσι ο αρειανός Επίσκοπος Αλεξανδρείας Λούκιος έβαλε ως στόχο του τον Μακάριο, ο οποίος μάχονταν τη φοβερή και βλάσφημη αίρεση και διαφώτιζε τους μαθητές και επισκέπτες του. Γι’ αυτό και τον εξόρισε σε μια ερημική και απομονωμένη νησίδα του Νείλου, να μη μπορεί να έχει επαφή με κανέναν.

       Ο Μακάριος υπήρξε και αυτός στύλος της Ορθοδοξίας, της μόνης σώζουσας πίστεως. Θεωρούσε την αίρεση ως χείριστη δαιμονική παγίδα και πλάνη, η οποία οδηγεί τον πλανεμένο στην καταστροφή. Κάποτε τον είχε επισκεφτεί ένας αιρετικός, ο οποίος τον προκαλούσε, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών. Εν τω

μεταξύ είχε πεθάνει ένας μοναχός και ο άγιος, ύστερα από θερμή προσευχή τον ανέστησε, προς καταισχύνη  του αιρετικού. Δίδασκε πως υπάρχουν δύο τάξεις δαιμόνων, η μία παρασύρει τους ανθρώπους σε ακατανόμαστα και τερατώδη πάθη, ατιμίες και αμαρτήματα και η άλλη, χειρότερη της πρώτης, έχει ως έργο να παρασύρει τους ανθρώπους στις πλάνες και αιρέσεις. Αυτή τη δαιμονική ομάδα στέλνει ο Σατανάς στους μάγους και στους αιρεσιάρχες.

       Στο ερημικό εκείνο νησί του μεγάλου ποταμού κοιμήθηκε ειρηνικά, σε ηλικία ενενήντα ετών, το έτος 391. Η μνήμη του τιμάται στις 19 Ιανουαρίου.

       Ο άγιος Μακάριος ανήκει στους μεγάλους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας μας και τους στοχαστές. Μας διασώθηκε ένα σημαντικό μέρος του συγγραφικού του έργου, το οποίο τον κατατάσσει στους πλέον βαθυστόχαστους θεολόγους, παρά το γεγονός ότι κάποιοι αμφισβητούν τη γνησιότητα των συγγραμμάτων. Σύγχρονος ερμηνευτής του υπήρξε ο νεοφανής άγιος της Σερβικής Εκκλησίας και μέγιστος θεολόγος του 20ου αιώνος, όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, του οποίου η διδακτορική διατριβή είχε τίτλο: «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Σε αυτό ο μεγάλος σύγχρονος θεολόγος αναλύει σε βάθος την υψηλή θεολογία του μεγάλου διδασκάλου της αρχαίας Εκκλησίας.   

 

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Ο ΣΤΥΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Ελάχιστοι άνθρωποι αξιώθηκαν να λάβουν τον τίτλο του «Μεγάλου» στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι αυτό προϋποθέτει να υπάρξει κάποιος υπέρμετρα σπουδαίος και να προσφέρει υπέρτατες και μοναδικές υπηρεσίες σε αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος εκτός από τον τίτλου του «Μεγάλου» του αποδόθηκε και ο μοναδικός τίτλος «Στύλος της Ορθοδοξίας». Μελετώντας κάποιος την προσωπικότητα και το τιτάνιο έργο του, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει με την επιλογή αυτή της Εκκλησίας μας.

      Γεννήθηκε περί το 298 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από ευσεβείς Έλληνες γονείς και ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Οι ευκατάστατοι γονείς του φρόντισαν να λάβει μια σπάνια κλασική παιδεία, η οποία άκμαζε ακόμα στην Αλεξάνδρεια. Παράλληλα φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή θεολογία, αναδεικνυόμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας μας όλων των εποχών. Καθοριστική σημασία για την κατοπινή πορεία του Αθανασίου υπήρξε η γνωριμία του και η πνευματική του σύνδεση με τον μέγιστο ασκητή της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο. Κοντά του μυήθηκε στην ευσέβεια και χαλυβδώθηκε ο χαρακτήρας του να είναι αμετακίνητος και απόλυτα προσηλωμένος στην αλήθεια της Εκκλησίας. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εισέρχεται στις τάξεις του ιερού κλήρου, ως διάκονος της αλεξανδρινής Εκκλησίας, μπαίνοντας στην υπηρεσία του γηραιού και σεβάσμιου επισκόπου Αλεξάνδρου.

       Δεν έμελλε όμως να βιώσει μια ειρηνική ιερατική διακονία, διότι κατά την χρονική εκείνη περίοδο ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες θεολογικές θύελλες στην ιστορία της Εκκλησίας μας, η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Ο πρεσβύτερος της αλεξανδρινής Εκκλησίας Άρειος δίδασκε άκρως βλάσφημες και κακόδοξες διδασκαλίες, ανατρέποντας εκ θεμελίων την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Απέρριπτε το θεμελιώδες δόγμα της Αγίας Τριάδος, υποβιβάζοντας τον Υιό σε κτίσμα του Θεού και αρνούμενος την προσωπική υπόσταση του Αγίου Πνεύματος. Ο νεαρός διάκονος Αθανάσιος, με την ευλογία του επισκόπου Αλεξάνδρου ανέλαβε να ανασκευάσει τις βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Στα 325 συγκροτήθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια της Βηθυνίας για να συζητηθεί η αρειανική κακοδοξία και να διατυπωθεί με σαφήνεια το ορθόδοξο δόγμα. Ο διάκονος Αθανάσιος εκπροσώπησε τον Αλέξανδρο και μάλιστα ορίστηκε και γραμματείας της Συνόδου. Στις θυελλώδεις συζητήσεις με τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους οπαδούς του, ο Αθανάσιος εξέπληξε με την ωριμότητα της σκέψεώς του, τη θεολογική του κατάρτιση και προ πάντων την ακριβή έκφραση της ορθόδοξης διδασκαλίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε ο πρωταγωνιστής της Συνόδου και ο εκφραστής της αλήθειας της Εκκλησίας.

     Το 328 κοιμήθηκε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και ο λαός απαίτησε να ανέβει στον επισκοπικό θρόνο ο Αθανάσιος, ο οποίος αποδέχτηκε την ύψιστη αυτή διακονία, διαρκούσης της αρειανικής λαίλαπας, παρά την καταδίκη της από την Α Οικουμενική Σύνοδο. Εργάστηκε σκληρά αναδιοργανώνοντας την αλεξανδρινή Εκκλησία. Επέλεξε άξιους συνεργάτες από την τάξη των ασκητών και των μοναχών, οι οποίοι είχαν αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο. Το μεγάλο βάρος το έδωσε στην προάσπιση της ορθόδοξης πίστης και τον αντιαιρετικό αγώνα. Αυτό είχε όμως δυσμενείς εξελίξεις για τον ίδιο. Οι αρειανοί και οι άλλοι αιρετικοί της επισκοπής του κατείχαν υψηλά  κρατικά αξιώματα και οικονομική δύναμη. Κάνοντας χρήση αυτών, είχαν κηρύξει ανελέητο πόλεμο κατά του Αθανασίου και οχετούς λάσπης συκοφαντιών, οι οποίες έφταναν ως την αυτοκρατορική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως. Γι’ αυτό και ολόκληρη η ζωή του υπήρξε μαρτυρική. Από τα

46 έτη της επισκοπικής του διακονίας τα 17 τα πέρασε στις εξορίες! Έχουν διασωθεί οι φρικτές συκοφαντίες εναντίον του από τους αιρετικούς, προς τον αυτοκράτορα. Κατηγορήθηκε ο ασκητής Αθανάσιος για δήθεν πορνεία και βιασμό γυναίκας! Κατηγορήθηκε επίσης ο ένθερμος αυτός ζηλωτής του Χριστού και ως μάγος!

      Αλλά ο Αθανάσιος υπόμενε με καρτερία τις συκοφαντίες και τις άδικες διώξεις. Την προσωπική του πίκρα και τις ατέλειωτες ταλαιπωρίες του τις προσπερνούσε με την νυχθημερόν συγγραφή θεολογικών πραγματικών και αντιαιρετικών έργων. Από τα σπουδαιότερα συγγράμματά του ξεχωρίζουμε το μοναδικό έργο του «Περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου αν αναπτύσσει με καταπληκτική ακρίβεια την αλήθεια της Εκκλησίας μας για το θείο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Στα έργο του «Κατά Αρειανών» καταρρίπτει πανηγυρικά τις αρειανικές κακοδοξίες. Στο επίσης περισπούδαστο έργο του «Κατά Ειδώλων» καταρρίπτει το σαθρό οικοδόμημα της ειδωλολατρίας, η οποία στην εποχή του ήταν ακόμη μια μεγάλη απειλή και μια σοβαρή πρόκληση για την Εκκλησία. Συνέγραψε ακόμη το βίο του δασκάλου του Μ. Αντωνίου, καθώς και πάμπολλες επιστολές σε διάφορα εξέχοντα πρόσωπα, οι οποίες αποπνέουν σπάνιο ζήλο για την διαφύλαξη της αλήθειας της Εκκλησίας, διότι είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αξίζει να σημειώσουμε πως με την 39η εορταστική επιστολή του ορίζεται ο λεγόμενος «κανόνας της Καινής Διαθήκης», δηλαδή ορίζονται τα 27 γνήσια βιβλία, από τα ψευδεπίγραφα (απόκρυφα) που κυκλοφορούσαν στην αρχαία Εκκλησία και έσπερναν πλάνες στους πιστούς. 

       Κατάκοπος και τσακισμένους από τους ατέλειωτους αγώνες και τις προσωπικές ταλαιπωρίες, κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου του 373. Η Εκκλησία μας τον κατέταξε στους αγίους της και τον ανακήρυξε «Μέγα» για τις μοναδικές του υπηρεσίες του προς Αυτήν. Ορίστηκε δε να συνεορτάζεται η μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον επίσης σπουδαίο αλεξανδρινό επίσκοπο, τον άγιο Κύριλλο, ο οποίος και αυτός έδωσε παρόμοιους αγώνες για την Ορθόδοξη πίστη.    

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου - Καθηγητού

     Οι αλεξανδρινοί Πατέρες έβαλαν και εκείνοι τη δική τους σφραγίδα στην ανάπτυξη της Θεολογίας της Εκκλησίας μας. Με κέντρο ανάπτυξης των θεολογικών σπουδών την περίφημη Κατηχητική Σχολή, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ανέδειξε μεγάλες μορφές. Μια από αυτές είναι και ο άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ο κορυφαίος δογματικός θεολόγος και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Αλλά και ένας από τους πλέον συκοφαντημένους Πατέρες και αγίους της Εκκλησίας μας.

     Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια περί το 378 από εύπορους γονείς και ήταν ανεψιός του πατριάρχη Θεοφίλου. Οι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή μόρφωση. Σπούδασε γραμματική, ρητορική και φιλοσοφία στις ονομαστές εθνικές σχολές της Αλεξάνδρειας και τέλος σπούδασε θεολογία και βιβλικές σπουδές στην ονομαστή Κατηχητική Σχολή. Περί το 400 χειροτονήθηκε από το θείο του Θεόφιλο αναγνώστης και στη συνέχεια διάκονος και πρεσβύτερος, ο οποίος έδειξε νωρίς τα χαρίσματά του και την βαθιά προσήλωσή του στην ορθόδοξη παράδοση. 

      Το 403 συνόδευσε το Θεόφιλο προκειμένου να συμμετάσχει στην λεγομένη παρά την Δρυν Σύνοδο, η οποία καθαίρεσε τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Ήταν η πρώτη ατυχής συγκυρία της ζωής του. Μετά την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια ένοιωσε την ανάγκη για να αναπτύξει περαιτέρω την πνευματική του ανάπτυξη και τον καταρτισμό του. Γι’ αυτό κατέφυγε στα ονομαστά μοναστήρια της Αιγύπτου, όπου υπήρχαν άγιοι ασκητές, για να πάρει από αυτούς τα πνευματικά εφόδια, τα οποία θα του ήταν απαραίτητα για την κατοπινή εκκλησιαστική του διακονία. Ο θείος του Θεόφιλος τον έστειλε στις Μονές της Νιτρίας, για να εντρυφήσει στην ευσέβεια. Έμεινε πέντε χρόνια στην Μονή του Αγίου Μακαρίου, μελετώντας την Αγία Γραφή υπό την καθοδήγηση του αγίου Σεραπίωνος.

      Στις 15 Οκτωβρίου του 412 ήρθε στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί στην κηδεία του Θεόφιλου και να διεκδικήσει τον επισκοπικό θρόνο. Αν και η αριστοκρατία της Αλεξάνδρειας προωθούσε για τον επισκοπικό θρόνο τον Τιμόθεο, όπως και η πολιτική διοίκηση της πόλεως, εν τούτοις εξελέγη ο Κύριλλος, ο οποίος ενθρονίστηκε στις 17 Οκτωβρίου του 412 και ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας για 32 χρόνια.

         Η επισκοπική του διακονία δεν υπήρξε ειρηνική, διότι η μεγάλη πόλη των αλεξανδρινών ταρασσόταν από συχνές επαναστάσεις και η τοπική Εκκλησία σπαράσσονταν από αιρέσεις και σχίσματα. Στη μεγαλούπολη και πολυεθνική Αλεξάνδρεια είχαν βρει καταφύγιο υπολείμματα αρχαίων αιρετικών και σχισματικών ομάδων, όπως των αρειανών, των μαρκιωνιτών, των οπαδών του Παύλου Σαμοσατέως, των νοβατιανών, κ.α. οι οποίοι δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στους Ορθοδόξους. Ο άγιος Κύριλλος ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη αντιαιρετική ποιμαντική, ώστε εξουδετέρωσε στην ουσία τις αιρετικές ομάδες, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο των αιρεσιαρχών.

        Προβλήματα δημιουργούσαν επίσης και οι εναπομείναντες φανατικοί ειδωλολάτρες του θνήσκοντος εθνισμού. Οι ιερείς των ειδώλων, οι μάντεις και όλα τα παράσιτα της αρχαίας θρησκείας, βλέποντας τα συμφέροντά τους να θίγονται σοβαρά από την ερήμωση των ναών και των μαντείων, καλλιεργούσαν στις αμαθείς και φανατισμένες μάζες των εθνικών μίσος και εκδίκηση κατά της Εκκλησίας και των Χριστιανών και ιδιαιτέρως κατά του επισκόπου Κυρίλλου.     

        Τέλος η πολυπληθής ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, συνεχίζοντας την αρχαία έχθρα προς τους Χριστιανούς, κρυβόταν συχνά πίσω από ραδιουργίες,

 εξωθώντας τους φανατισμένους ειδωλολάτρες κατά των Χριστιανών, καθώς και την πολιτική διοίκηση της πόλεως, η οποία συντάσσονταν με τους εχθρούς της Εκκλησίας.

       Ο άγιος Κύριλλος προσπαθούσε να είναι ειρηνοποιός ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις, που όμως δεν το κατόρθωνε πάντα. Μια από τις ατυχέστερες στιγμές της ποιμαντορίας του αγίου Κυρίλλου υπήρξε η δολοφονία της αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας το 416, στον οποίο αποδίδουν κάποιοι κακεντρεχείς και ανιστόρητοι ευθύνες. Αφορμή υπήρξε η ενεργοποίηση κάποιου νόμου για τη δήμευση των ιουδαϊκών συναγωγών, διότι ο ιουδαϊκός όχλος  είχε βιαιοπραγήσει κατά των Χριστιανών. Κάποιοι Ιουδαίοι προσεταιρίστηκαν τον δύστροπο Έπαρχο Ορέστη, τον οποίο έστρεψαν κατά του Κυρίλλου. Σε μια διαδήλωση άνθρωποι του Ορέστη σκότωσαν κάποιον μοναχό Αμμώνιο, με αποτέλεσμα οι Χριστιανοί να εξαγριωθούν και να κινηθούν κατά του Επάρχου. Οι Ιουδαίοι βρήκαν αφορμή και κινήθηκαν κατά των Χριστιανών, έχοντας μαζί τους πλήθος ειδωλολατρών της πόλεως, οι οποίοι, όπως είπαμε, μισούσαν τους Χριστιανούς. Σε αυτή την άγρια συμπλοκή, άγνωστο πως και από ποιους, συνελήφθη η Υπατία, η οποία δολοφονήθηκε οικτρά. Αλλά οι μόνοι που δεν είχαν λόγο να δολοφονήσουν τη φιλόσοφο ήταν οι Χριστιανοί, διότι εκείνη, εκτός από το ότι είχε μαθητές διακεκριμένους Χριστιανούς της πόλεως, όπως τον Συνέσιο επίσκοπο Πτολεμαΐδας, βρισκόταν στο στάδιο της κατηχήσεώς της και το επόμενο Πάσχα επρόκειτο να βαπτισθεί χριστιανή! Οι μόνοι που είχαν λόγο να τη δολοφονήσουν ήταν οι ειδωλολάτρες, που τη θεωρούσαν αποστάτη και οι υποκινητές της στάσεως Ιουδαίοι. Επίσης είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως ο Κύριλλος δε φέρει ευθύνη για τη δολοφονία, διότι έλειπε από την πόλη.

       Ο άγιος Κύριλλος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους δογματικούς θεολόγους της εποχής του, ο οποίος κατανόησε και διατύπωσε το χριστολογικό δόγμα, με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια. Πρωτοστάτησε στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο, ο οποίος αρνούνταν τη θεία φύση του Χριστού. Στα βαθυστόχαστα θεολογικά του συγγράμματα εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας στην αληθινή σάρκωση του Θεού Λόγου και την τέλεια ένωση της θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου. Επίσης ο άγιος Κύριλλος είναι ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Θεοτόκου.

        Κοιμήθηκε στις 27 Ιουνίου του 444. Τιμάται ως άγιος και οικουμενικός διδάσκαλος από την Εκκλησία και η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Ιουνίου και στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον Μ. Αθανάσιο.   

ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ: Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου -Καθηγητού

Στην κορυφή των μεγάλων ασκητών της Εκκλησίας μας βρίσκεται ο Μέγας Αντώνιος και γι’ αυτό δικαίως η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο του Μεγάλου, διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποτέλεσε το πρότυπο του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους. Άλλωστε αποκαλείται και ως ο «καθηγητής της ερήμου», διότι θεμελίωσε τον υγιή χριστιανικό μοναχισμό και παραμένει ο δάσκαλος των κατοπινών μοναχών ως τα σήμερα.

      Την βιογραφία του έγραψε ο Μ. Αθανάσιος, ο οποίος υπήρξε μαθητής και πνευματικό του παιδί. Γεννήθηκε στην πόλη Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντάστη Μέμφιδα, περί το 251 στα χρόνια του παρανοϊκού και θρησκομανή ρωμαίου  αυτοκράτορα Δεκίου (249-251), ο οποίος είχε εγείρει τον σκληρότερο, ως τότε, διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι πιστοί Χριστιανοί, στους οποίους χρωστούσε την ευσέβεια. Γράμματα έμαθε λίγα και ίσως να ήταν εντελώς αγράμματος, όμως είχε αποκτήσει πάμπολλες αρετές, οι οποίες απέρρεαν από την βαθιά χριστιανική του πίστη. Από μικρός είχε δείξει δείγματα αυτάρκειας, ασκητικότητας και εσωστρέφειας, ώστε διέφερε από τα άλλα παιδιά της πόλεως. Αγαπημένη του συνήθεια ήταν ακολουθεί τους γονείς του στην Εκκλησία και να παραμένει στο ναό συμμετέχοντας στις ιερές ακολουθίες και ακούγοντας τα ιερά αναγνώσματα με προσοχή.

        Στην εφηβική του ηλικία έχασε τους γονείς του και απόμειναν μόνοι με την μικρή αδελφή του, την οποία ανάλαβε την φροντίδα της. Όμως έξι μήνες μετά άκουσε στην Εκκλησία την ευαγγελική περικοπή την προτροπή του Χριστού προς τον πλούσιο νέο: «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δοςπτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθειμοι» (Ματθ.19,21). Αισθάνθηκε ότι αυτός ο λόγος απευθύνονταν και στον ίδιο. Έτσι, συγκινημένος, πήρε τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει το Χριστό. Δώρισε την περιουσία του, η οποία αποτελούνταν από 300 εύφορα κτήματα στους φτωχούς, εμπιστεύτηκε την αδελφή του σε ένα παρθεναγωγείο και ο ίδιος αποσύρθηκε έξω από το χωριό του, σε απομονωμένο κελί, μιμούμενος κάποιον σεβάσμιο ασκητή, τον οποίο θαύμαζε και ήθελε να μιμηθεί.

       Ύστερα από καιρό αποφάσισε να αποσυρθεί στην έρημο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία, μακριά από κοσμικές φροντίδες και τους πειρασμούς του κόσμου. Κατά καιρούς επισκέπτονταν άλλους ερημίτες, για να αποκομίζει πλούσια πνευματική εμπειρία και να διδάσκεται την αληθινή εν Χριστώ ζωή. Ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και αγρυπνία. Έκανε σκληρή νηστεία, τρώγοντας μια φορά την ημέρα μετά τη δύση του ηλίου. Αργότερα έτρωγε κάθε δύο ή και τέσσερις μέρες μόνο άρτο, αλάτι και νερό. Δεν έμεινε ποτέ άεργος, εργαζόταν ανελλιπώς το εργόχειρό του, χάρις στο οποίο εξοικονομούσε τη λιγοστή τροφή του και τα μέσα να ελεεί τους φτωχούς. Ταυτόχρονα με το εργόχειρό του προσεύχονταν και στοχάζονταν τις θείες δωρεές για τον ίδιο και τον κόσμο. Στα διαλείμματα διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα ψυχωφελή αναγνώσματα. Δεν άργησε να διαφαίνεται σ’ αυτόν η αγιότητα. Οι πλησίον συνασκητές του τον αγαπούσαν και τον σέβονταν για την πίστη, την πραότητά του και την ταπείνωσή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν.

       Αλλά ο πονηρός διάβολος δε μπορούσε να βλέπει μια τέτοια πνευματική προκοπή στον Αντώνιο και γι’ αυτό άρχισε τις λυσσαλέες επιθέσεις του κατ’ αυτού. Του ενέβαλε δόλιους λογισμούς να εγκαταλείψει την έρημο και να γυρίσει στον κόσμο. Του έβαζε στο νου πονηρούς λογισμούς για σαρκικές απολαύσεις και ηδονές. Κάποτε έπαιρνε τη μορφή προκλητικής γυναίκας για να τον παρασύρει στην αμαρτία. Κάποιες φορές του διαμήνυε ψευδώς ότι η αδελφή του είχε πάρει τον κακό δρόμο, ότι

δήθεν είχε γίνει πόρνη και έπρεπε να κατέβει στον κόσμο να τη σώσει. Συχνά του έβαζε σκέψεις υπερηφάνειας και φιλαργυρίας. Όμως ο Αντώνιος αντιπαρέρχονταν με

ηρωισμό όλες τις σατανικές προσβολές. Αφού είδε ο διάβολος ότι ήταν αδύνατον να τον αποσπάσει από την άσκηση και να τον παρασύρει στην αμαρτία, άρχισε να του προξενεί σωματικά άλγη και αρρώστιες, στόχο να βαρυγκωμήσει κατά του Θεού . Τις αντιμετώπισε και αυτές με καρτερία και ηρωισμό, χωρίς να βγάλει ποτέ κακό λόγο από τα χείλη του για τις δοκιμασίες του. Στο τέλος του παρουσιάστηκε ως μελαψό παιδί και του ομολόγησε την ήττα του. Κατόπιν έφυγε και δεν πείραξε ξανά τον άγιο.

     Σύχναζε σε κάποιο νεκροταφείο, όπου κοιμόταν σε κάποιον τάφο. Εκεί φιλοσοφούσε το μάταιο της εγκόσμιας ζωής και την αξία της αιώνιας ζωής. Κάποια νύχτα δέχτηκε επίθεση από πλήθος δαιμόνων, οι οποίοι τον κτύπησαν και τον άφησαν ημιθανή. Μετά ερχόταν με τη μορφή αγρίων θηρίων και θανατηφόρων ερπετών, τον οποίο απειλούσαν. Εκείνος γνωρίζοντας ότι ήταν δαίμονες, τους λοιδορούσε, με αποτέλεσμα να γίνουν άφαντοι, εκφράζοντας το θυμό τους με θορύβους, γρυλλίσματα και τρίξιμο των δοντιών τους.    

       Εκείνος συνέχιζε ακάθεκτος τον ασκητικό του αγώνα και την κάθαρση από τα πάθη του. Όμως, ο Αντώνιος έζησε στην εποχή των σκληρότερων διωγμών κατά των Χριστιανών. Επί αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285-311) κατέβηκε στον κόσμο να στηρίξει τους αγρίως διωκόμενους Χριστιανούς. Το ίδιο έκαμε και όταν κινδύνευε η Εκκλησία από την φοβερή αίρεση του Αρείου. Κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια να στηρίξει τους Ορθοδόξους και νακαταπολεμήσει την αίρεση, αν και ήταν εκατό χρονών. Η φήμη του έφτασε ως τη Βασιλεύουσα. Ο Μ.Κωνσταντίνος αλληλογραφούσε μαζί του και τον συμβουλεύονταν.

       Κοιμήθηκε ειρηνικά το 356 σε ηλικία 105 ετών. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου.

      Μας διασώθηκαν μια σειρά διδαχών του, οι οποίες εκφράζουν την γνήσια χριστιανική πνευματικότητα. Ο Μ. Αντώνιος υπήρξε ο πνευματικός καθοδηγητής του Μεγάλου Αθανασίου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «Στύλος της Ορθοδοξίας». Κάθε φορά που αντιμετώπιζε δυσκολίες ή διωγμούς κατέφευγε στο ερημητήριο του Μ. Αντωνίου να πάρει δύναμη από αυτόν και συμβουλές για τον αγώνα του υπέρ της σώζουσα αλήθειας της Εκκλησίας. Ο Μ. Αντώνιος ενσαρκώνει την γνήσια χριστιανική μοναχική και ασκητική ζωή.   

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Οι χιλιάδες Νεομάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν την ηρωική τους μαρτυρία στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, είναι ισάξιοι με τους Μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις.

      Γεννήθηκε στο χωριό Τσούρχλι των Γρεβενών, σημερινό «Άγιος Γεώργιος» στα 1808. Οι γονείς του, Κωνσταντίνος και Βασιλική, απλοϊκοί και φτωχοί γεωργοί, είχαν πίστη στο Θεό και βίωναν την Ορθοδοξία. Μεγάλωσαν και ανάθρεψαν το παιδί τους με ευσέβεια και προσήλωση στην σώζουσα πίστη της Ορθοδοξίας.

       Σε ηλικία 18 ετών έχασε τους αγαπημένους του γονείς και, για να ζήσει, κατέβηκε στα Ιωάννινα να εργαστεί. Προσλήφτηκε ως ιπποκόμος σε κάποιον Χατζή Αβδουλά, αξιωματικό του Εμίν Πασά,  εργαζόμενος για περίπου οκτώ χρόνια, δείχνοντας ασυνήθιστη τιμιότητα, ευγένεια και αφοσίωση, ώστε να τον εκτιμήσουν οι τούρκοι και να τον θεωρούν «δικό» τους. Μάλιστα τον αποκαλούσαν «Χασάν Αγά», ελπίζοντας ότι θα εξισλαμίζονταν.

        Στα 1836 ο Γεώργιος αρραβωνιάστηκε με μια ευσεβή Γιαννιώτισσα νέα, την Ελένη. Τότε ένας ραδιούργος χότζας της περιοχής θύμωσε, διότι είδε τον Γεώργιο να μην προτιμά και να καταφρονεί την θρησκεία του και έτρεξε αμέσως στις αρχές και τον συκοφάντησε, ότι δήθεν είχε ασπασθεί το Ισλάμ και κατόπιν επέστρεψε στην χριστιανική πίστη. Ας σημειωθεί, πως για την διδασκαλία του Κορανίου, αυτό ήταν ασυγχώρητο αμάρτημα και πως, αν δεν μεταστρέφονταν και πάλι στο Ισλάμ, έπρεπε να πεθάνει!

       Το έσυραν με βία στα ανακριτικά γραφεία και ώσπου να δικασθεί, τον έκλεισαν σε σκοτεινές και απάνθρωπες φυλακές. Ο Γεώργιος απολογήθηκε στο δικαστήριο με θάρρος, ότι κατάγεται από ευσεβή χριστιανική οικογένεια και πως ουδέποτε διανοήθηκε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό. Για να αποδείξει την αθωότητά του και ζήτησε να εξετασθεί ότι δεν είχε κάνει περιτομή. Η εξέταση τον δικαίωσε και αφέθηκε ελεύθερος. Ο Γεώργιος και η Ελένη παντρεύτηκαν τον Αύγουστο ή τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.

      Το 1837 προσλήφτηκε στη δούλεψη ενός άλλου τούρκου αξιωματούχου, του Μουσελίμη των Φιλιατών. Αλλά το Δεκέμβριο του ιδίου έτους γύρισε τα Ιωάννινα, διότι γέννησε η σύζυγός του ένα χαριτωμένο αγόρι και διότι ήθελε να παραστεί στη βάπτισή του, η οποία έγινε στις 12 Ιανουαρίου. Ο ίδιος χότζας, όταν έμαθε για τη βάπτιση του παιδιού του Γεωργίου, σκέφτηκε να επανέλθει στην συκοφαντία του, υποστηρίζοντας, πως ο Γεώργιος ευτελίζει την ισλαμική πίστη, διότι είχε όντως γίνει μουσουλμάνος και αλλαξοπίστησε για χάρη της χριστιανής Ελένης. Μάλιστα θεώρησε επιπρόσθετη προσβολή, τη βάπτιση του παιδιού του! 

      Οι τουρκικές δικαστικές αρχές έδωσαν διαταγή να συλληφθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή και να βασανιστεί, ώσπου να αρνηθεί την χριστιανική του πίστη και να τουρκέψει. Βασανιστές τον πίεζαν και τον κακοποιούσαν να υποκύψει, αλλά εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Ομολογούσε, με όση δύναμη είχε, την πίστη του στο Χριστό και την Ορθοδοξία. 

      Ο κλήρος και ο λαός των Ιωαννίνων, όταν έμαθαν για τη σύλληψή του, θορυβήθηκαν και έκαναν ό, τι μπορούσαν για να τον απελευθερώσουν. Μάταια εκλιπαρούσαν και προσπαθούσαν να πείσουν τις τουρκικές αρχές ότι ο Γεώργιος ήταν αθώος και ουδέποτε είχε εκφράσει την παραμικρή επιθυμία να γίνει μουσουλμάνος.

      Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ ο Χίος, αποφάσισε να πάει στο δικαστήριο, να καταθέσει υπέρ του Γεωργίου, το οποίο έγινε την επόμενη ημέρα.

Όμως τα επιχειρήματα και τις μαρτυρίες του Μητροπολίτη δεν έγιναν δεκτά από τους τούρκους δικαστές, οι οποίοι είχαν πάρει την απόφασή τους: ή να κάμουν το Γεώργιο να αλλαξοπιστήσει, ή να τον σκοτώσουν! Με διάφορες κολακείες, προσπαθούσαν να τον πείσουν, τάζοντάς του αξιώματα, τιμές και πλούτη. Εκείνος όμως έμεινε εδραίος στην πίστη του, ομολογώντας: «Είμαι Χριστιανός!». Κατόπιν άρχισαν οι απειλές, πως αν δεν ασπάζονταν το Ισλάμ θα τον βασάνιζαν φρικτά και θα τον θανάτωναν. Όμως ο Γεώργιος δεν υπέκυπτε, και φώναζε όσο δυνατότερα μπορούσε: «Είμαι Χριστιανός!».

        Όταν διαπίστωσαν το μάταιο των προσπαθειών τους, παρέδωσαν τον Μάρτυρα στους δημίους να τον βασανίσουν, όσο φρικτότερα μπορούσαν. Τον μαστίγωσαν άγρια και ανελέητα, γεμίζοντας το σώμα του με βαθιές πληγές, στις οποίες έριχναν καυτό λάδι και κερί. Του έχωσαν στα νύχια ακίδες από καλάμια. Τον πέταξαν στο πιο υγρό και σκοτεινό μέρος της φυλακής, τοποθετώντας μια τεράστια πέτρα στο στήθος του, την οποία μόλις σήκωναν είκοσι άνδρες! Ο Γεώργιος, υπόμεινε με ηρωισμό και καρτερία τα φρικτά βασανιστήρια, φωνάζοντας: «Είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω»!

        Το επόμενο Σάββατο τον οδήγησαν στον ανθύπατο Καχαγιάμπεη, ο οποίος, για τελευταία φορά τον ρώτησε αν θέλει να σώσει τη ζωή του, να αλλαξοπιστήσει. Ο Μάρτυρας ομολόγησε και πάλι την απόφασή του να πεθάνει ως Χριστιανός. Την Κυριακή οδηγήθηκε στον διοικητή Μουσταφά Πασά, ο οποίος έβγαλε διαταγή: θάνατος δι’ απαγχονισμού!  

        Στις 17 Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ανήμερα της εορτής του αγίου Αντωνίου, διάλεξαν οι αντίχριστοι για να τον εκτελέσουν. Το απαγχόνισαν, στην αγορά του Χάνδακος, κάτω από το μεγάλο φρούριο, ενώπιον μεγάλου πλήθους φωνασκούντων μουσουλμάνων, αφήνοντας κρεμασμένο το ιερό λείψανό του τρεις μέρες, ως τις 19 Ιανουαρίου. Το διάστημα αυτό συνέβηκαν θαυμαστά φαινόμενα. Το βράδυ της 17η Ιανουαρίου ένα λαμπρό φως από τον ουρανό κατέβηκε και στεφάνωσε τον Μάρτυρα. Το φως αυτό κατέβαινε κάθε βράδυ, όσο ήταν το τίμιο λείψανο κρεμασμένο. Κατόπιν προύχοντες των Ιωαννίνων το αγόρασαν αντί 300 γροσιών και το παρέδωσαν στον Μητροπολίτη Ιωακείμ, ο οποίος με τον Μητροπολίτη Άρτης, το ενταφίασαν στη δυτική πύλη του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου. Ακολούθησαν πάμπολλα θαύματα.

     Η ανακομιδή του έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1971, όπου τοποθετήθηκε στον ομώνυμο ναό, στην πλατεία Πάργης. Η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιανουαρίου και είναι ο πολιούχος άγιος των Ιωαννίνων.          

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η Εκκλησία της Ρώμης, στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, όταν ακόμα ήταν ορθόδοξη και δεν είχε εκπέσει στην αίρεση (1054) παύοντας να είναι Εκκλησία, υπήρξε κοιτίδα ανάδειξης μεγάλων αγίων. Μεταξύ αυτών αναφέρεται η Μεγαλομάρτυς Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια.

     Γεννήθηκε και  έζησε στη Ρώμη, τον 3ο μ. Χ. αιώνα, στην εποχή που αυτοκράτορας της απέραντης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ο χριστιανομάχος Διοκλητιανός (284-305). Σε μια εποχή δύσκολη για τους χριστιανούς, τους οποίους καταδίωκε μέχρι εξοντώσεως το διεφθαρμένο ρωμαϊκό κράτος. Χιλιάδες πιστοί του Χριστού συλλαμβάνονταν, ανακρίνονταν, βασανίζονταν και θανατώνονταν με τους πλέον φρικτούς τρόπους.

       Καταγόταν από ευγενή, ξακουστή και πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας της ονομαζόταν Πραιτεξτάτος και ήταν ειδωλολάτρης ρωμαίος πατρίκιος και η μητέρα της ονομαζόταν Φούστα και ήταν θερμή χριστιανή. Η Αναστασία ανατράφηκε χριστιανικά από τη μητέρα της, με τη βοήθεια του θεόπνευστου και ευσεβούς διδασκάλου της Χρυσόγονου. Είχε ασυνήθιστο σωματικό κάλλος και από μικρή διακρινόταν για την σεμνότητά της, τη σωφροσύνη της και το άμεμπτο ήθος της. Έχοντας την οικονομική δυνατότητα οι γονείς της της έδωσαν σοβαρή παιδεία, ώστε έφηβη πια να αποκτήσει τη φήμη μιας σπουδαίας προσωπικότητας και να καταστεί περιζήτητη νύφη για τους ευγενείς νέους της ρωμαϊκής αριστοκρατίας.

       Ο πατέρας της, παρά τη θέλησή της, την πάντρεψε  με έναν αριστοκράτη νέο, ονόματι Πούπλιο, άσωτο, βάναυσο, ασεβή, φανατικό ειδωλολάτρη και ορκισμένο εχθρό των χριστιανών. Αγνοώντας τα θελήματά του, η Αναστασία δέχτηκε το Άγιο Βάπτισμα. Ας μη λησμονούμε ότι την εποχή εκείνη πολλοί χριστιανοί βαπτίζονταν όταν ενηλικιώνονταν.  

      Ως χριστιανή η Αναστασία, παρά τους περιορισμούς που της έθετε ο ειδωλολάτρης σύζυγός της και έχοντας οικονομική άνεση, άρχισε ένα μεγάλο φιλανθρωπικό έργο. Στην μεγαλούπολη Ρώμη συνέρρεαν χιλιάδες ενδεείς από όλη την αυτοκρατορία για να επιζήσουν από την επαιτεία και τα αποφάγια των πλουσίων τραπεζιών. Η Αναστασία πήγαινε κρυφά στις λαϊκές συνοικίες, ντυμένη φτωχά ενδύματα, για να μην αναγνωρίζεται και παρείχε οικονομική βοήθεια στους εξαθλιωμένους φτωχούς. Ιδιαίτερα στήριζε τους διωκόμενους χριστιανούς, προσφέροντάς τους κάθε δυνατή βοήθεια. Πήγαινε στις φυλακές για να συναντήσει τους φυλακισμένους μάρτυρες, δίνοντάς τους τροφές και χρήματα. Παράλληλα περιποιούνταν τις πληγές τους από τα φοβερά μαρτύρια, που υπέστησαν για την πίστη τους στο Χριστό και πλήρωνε, όταν ήταν δυνατό, για την απελευθέρωσή τους. «Εντεύθεν, κρυφίως περιερχομένη τας οικίας των πτωχών και τας φυλακάς των του Χριστού μαρτύρων και προσφέρουσα αυτοίς τα επιτήδια, σπογγίζουσα αυτών τας πληγάς, λύουσα αυτούς των δεσμών και τας οδύνας αυτών θεραπεύουσα, επωμάσθη εκ τούτου φαρμακολύτρια».

      Ονομαζόταν Φαρμακολύτρια διότι είχε μάθει από τον σεβάσμιο και σοφό δάσκαλό της Χρυσόγονο να παρασκευάζει ιαματικά φάρμακα από άνθη και βλαστούς θεραπευτικών φυτών, τα οποία έβραζε, απέσταζε και τα τοποθετούσε σε φιαλίδια. Με αυτά θεράπευε πολλές ασθένειες, φυσικά δωρεάν. Αλλά η κάθε θεραπεία της συνοδεύονταν από θερμή προσευχή στο Θεό, του Οποίου επικαλούνταν την άκτιστη χάρη, να ενεργοποιήσει τα φάρμακά της και να σώσει τους ασθενείς.

       Αλλά στην εποχή της οι διάφοροι τσαρλατάνοι μάγοι, οι αδίστακτοι ιερείς των διαφόρων ειδωλολατρικών «θεραπευτηρίων», τα οποία ονομάζονταν «ασκληπιεία», αποκαλούνταν «φαρμακοί». Στην ειδωλολατρική αρχαιότητα φαρμακός σήμαινε

Μάγος, όπως και μαθηματικός σήμαινε τον αγύρτη μάντη αστρολόγο. Η Αναστασία έμαθε πως πολλές από τις ασθένειες οφείλονταν στις δαιμονικές μαγικές τέχνες των «φαρμακών». Με τη θερμή προσευχή της έλυνε τα μάγια και  απελευθέρωνε τους άτυχους ανθρώπους, που είχαν δεθεί από το σατανά μέσω των σκοτεινών ειδωλολατρών «φαρμακών». Γι’ αυτό και έλαβε την προσωνυμία Φαρμακολύτρια.

     Στα φοβερά δεσμωτήρια, όπου κρατούνταν και βασανίζονταν ανηλεώς οι χριστιανοί μάρτυρες η Αναστασία δε θεράπευε μόνο τις επώδυνες πληγές τους, αλλά και τους έδινε κουράγιο και θάρρος. Τους ενίσχυε το ηρωικό φρόνημα, να μην δειλιάσουν, από τα μαρτύρια και αρνηθούν το Χριστό. Αναφέρεται ότι είχε εμψυχώσει τις άγιες Μάρτυρες αδελφές Αγάπη, Χιονία και Ειρήνη, των οποίων η μνήμη εορτάζεται στις 16 Απριλίου, περισυνέλεξε τα τίμια λείψανά τους και έκαμε την ευχή να τις μιμηθεί στην απολογία τους και να τις ακολουθήσει το μαρτύριό τους. Επίσης είχε ως έργο της να περισυλλέγει τα τίμια λείψανα των Μαρτύρων και να τα ενταφιάζει, με τη βοήθεια άλλων χριστιανών, στις περίφημες Κατακόμβες, τα δαιδαλώδη υπόγεια χριστιανικά κοιμητήρια, τα οποία σώζονται ως τα σήμερα και μαρτυρούν τον ηρωισμό των πρώτων χριστιανών.

     Όμως δεν άργησε να γίνει γνωστή η θεάρεστη δράση της στον ειδωλολάτρη σύζυγό της και ορκισμένο εχθρό των χριστιανών. Γεμάτος οργή, αγανάκτηση και διάθεση εκδικητικότητας, την κάλεσε κοντά του, απαιτώντας να σταματήσει να βοηθά τους χριστιανούς, να απαρνηθεί την πίστη της στο Χριστό  και να θυσιάσει στους δαιμονικούς ειδωλικούς «θεούς». Προειδοποιώντας την πως, διαφορετικά θα γινόταν ο μεγαλύτερος εχθρός του. Στην αρχή μεταχειρίστηκε απαλές συμβουλές και κολακείες. Άλλα η ηρωική Αναστασία αδιαφόρησε για τις κολακείες του και αγνόησε τις απειλές του. Χωρίς καμιά ταραχή  και δισταγμό του απάντησε πως η απόφασή της να είναι χριστιανή είναι οριστική και πως δεν πρόκειται να αρνηθεί το Χριστό με κανένα τίμημα. Μάλιστα του είπε πως ο Κύριος Ιησούς Χριστός ενημέρωσε τους αγωνιζόμενους πιστούς Του ότι: «Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ.10,36). Δηλαδή, εχθροί του πιστού ανθρώπου θα είναι οι άνθρωποι του σπιτιού του, που δε θα δεχθούν το Ευαγγέλιο, το οποίο φέρνει την αληθινή και ουράνια ειρήνη.

     Εκείνος σαν άκουσε αυτά έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Αμέσως άρχισαν τα βασανιστήρια, νομίζοντας ότι δεν θα άντεχε τους πόνους, θα λύγιζε και θα αρνιόταν την πίστη της στο Χριστό. Όμως η Αναστασία δεν δείλιασε ούτε στιγμή. Υπέφερε με καρτερία και ηρωισμό τα φρικτά παθήματα. Ο Ποπλίων επιστράτευσε και έναν ειδωλολάτρη ιερέα να την πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Με κολακείες, μαγικά τεχνάσματα και μαγγανείες προσπαθούσε για μέρες να την κάνει να αρνηθεί το Χριστό. Αλλά συνέβη το απροσδόκητο: Την ώρα που την κατηχούσε στην πλάνη της ειδωλολατρίας, έχασε το φως του!  

      Βλέποντας αυτή την εξέλιξη ο ειδωλολάτρης σύζυγος την κατήγγειλε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό ότι παρέβηκε το διάταγμά του να αρνηθεί την χριστιανική της πίστη. Ήξερε πολύ καλά τι θα επακολουθούσε, αφού ο θρησκομανής αυτοκράτορας είχε θέσει ως σκοπό της ζωής του την εξαφάνιση του Χριστιανισμού. Την παρέδωσε σ’ αυτόν για να την εκδικηθεί. Εκείνος την ανέκρινε και κατόπιν την παρέδωσε σε φρικτά βασανιστήρια. Μετά από καιρό και αφού είδε ότι δεν κατόρθωσε να την μεταστρέψει, έδωσε διαταγή να εξοριστεί σε ένα απομακρυσμένο νησί. Εκεί βασανίστηκε ανελέητα και στο τέλος υπέστη μαρτυρικό θάνατο, δια της πυράς, το 290, παραδίδοντας την αγία της ψυχή στο Χριστό, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε στη ζωή της.

     Το τίμιο λείψανό της το περιμάζεψε μια ευσεβής χριστιανή αρχόντισσα, ονόματι Απολλωνία, η οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την γυναίκα του επάρχου  της

περιοχής και το έθαψε στον κήπο του σπιτιού της και έκτισε ναό προς τιμή της. Στα χρόνια του βυζαντινού αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ Σοφού (886-912), μεταφέρθηκαν τα τίμια λείψανά της στην Κωνσταντινούπολη. Στη Ρώμη είχε κτισθεί από τον 4ο αιώνα μεγαλοπρεπής βασιλική. Σήμερα τεμάχια των Ιερών Λειψάνων της, η κάρα της και μέρος από το δεξιό πόδι της βρίσκονται στην Πατριαρχική Ιερά Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, τα οποία ευωδιάζουν και θαυματουργούν.

     Η μνήμη της τιμάται στις 22 Δεκεμβρίου.    

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

«Βηθλεέμ ετοιμάζου», Ιδιόμελο Α΄ Ώρας Χριστουγέννων (Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία)

«Βηθλεέμ ετοιμάζου», Ιδιόμελο Α΄ Ώρας Χριστουγέννων (Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία) 




ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ο ΘΕΟΦΟΡΟΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Οι Αποστολικοί Πατέρες αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία στην Εκκλησία μας. Ονομάζονται Αποστολικοί, διότι είναι οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων και ως εκ τούτου έλκουν την αυθεντικότητά τους από εκείνους. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Μια πραγματικά μεγάλη πατερική μορφή και οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας.

      Δεν μας έχουν διασωθεί πολλά πράγματα από την προσωπική του ζωή, αλλά από την εκκλησιαστική του δράση και το σπουδαίο συγγραφικό του έργο. Καταγόταν από την Αντιόχεια και είχε προφανώς ελληνική καταγωγή και παιδεία. Γεννήθηκε από γονείς Χριστιανούς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με την πίστη στον αληθινό και την ευσέβεια, σε ένα περιβάλλον φανατικών ειδωλολατρών. Η παράδοση αναφέρει πως όταν ήταν μικρός βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα και υπήρξε ένα από τα παιδιά που ευλόγησε ο Χριστός, τον πήρε στα χέρια του και τον έδειξε στους ακροουμένους Του και τους είπε πως αν δεν γίνει ο άνθρωπος σαν το παιδί αυτό, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία των ουρανών.

       Ο Ιγνάτιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τους Αποστόλους και αργότερα αναδείχτηκε επίσκοπος της μεγάλης πόλεως Αντιοχείας. Από εκείνους διδάχτηκε την χριστιανική πίστη και γι’ αυτό αναδείχτηκε φορέας της γνησίας αποστολικής παραδόσεως. Μέσα στην γεμάτη είδωλα και ειδωλολάτρες μεγάλη πόλη της Συρίας υπήρξε φωτεινός πνευματικός φάρος, ο οποίος διέλυε τα μαύρα σκοτάδια της ειδωλολατρικής πίστης. Χιλιάδες άνθρωποι, ακούγοντας τα σωτήρια λόγια του και βλέποντας τα έργα του και την αγία ζωή του, ασπάζονταν τη νέα πίστη. Ας μην λησμονούμε ότι η Αντιόχεια υπήρξε το λίκνο της πρώτης Εκκλησίας, όπου οι Ιουδαίοι είχαν στείλει από την Ιερουσαλήμ τον Σαούλ - Παύλο για να την διαλύσει.

       Δεν θα πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι στην Αντιόχεια λειτουργούσε ονομαστό «ιερό» της αρχαίας θρησκείας και ξακουστό μαντείο στο προάστιο Δάφνη. Το εκεί ειδωλολατρικό ιερατείο και οι πολυπληθείς μάντεις θορυβήθηκαν από την δραματική μείωση των οπαδών της ειδωλολατρίας, και ως εκ τούτου ζητητών χρησμών, μειώνοντας έτσι τα έσοδά τους. Δεν θα πρέπει τέλος να λησμονούμε ότι ήταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη οι διωγμοί κατά των Χριστιανών από το ρωμαϊκό κράτος. Γι’ αυτό και μπήκε στο στόχαστρό τους ο άγιος επίσκοπος της πόλεως Ιγνάτιος.

      Ο θρησκόληπτος και θρησκομανής αυτοκράτορας Τραϊανός (98-117), ύστερα από μια λαμπρή νίκη κατά των Τατάρων, νόμισε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα της εύνοιας των ειδωλολατρικών «θεών». Προφανώς τον έπεισαν γι’ αυτό οι σκοταδιστές ιερείς των ειδώλων και οι οποίοι ζήτησαν την ένταση του διωγμού εναντίον των Χριστιανών, οι οποίοι αρνούνταν να θυσιάσουν στους δαιμονικούς ψευτοθεούς. Ένα κύμα αγρίων διώξεων άρχισε να εξαπλώνεται σε όλη την αυτοκρατορία. Χιλιάδες χριστιανοί σύρονταν στα μαρτύρια και οδηγούνταν στο θάνατο. Ποτάμια  αιμάτων έρεαν.

       Την εποχή εκείνη βρέθηκε ο Τραϊανός στην Αντιόχεια, όπου ετοίμαζε πόλεμο εναντίον των Περσών. Οι ιερείς του Δαφναίου Απόλλωνος τον πλησίασαν και διέβαλλαν τον Ιγνάτιο, ως δήθεν επικίνδυνο για την ρωμαϊκή εξουσία. Τον κατηγόρησαν ότι αρνείται να λατρεύσει τους «θεούς» της πόλεως και του κράτους, ότι λατρεύει κάποιο ασήμαντο εσταυρωμένο για Θεό και ότι δεν συμμετέχει στις οργιαστικές παγανιστικές εορτές, αλλά κηρύσσει την εγκράτεια. Ότι αποτρέπει τους πολίτες να απολαμβάνουν τις απολαύσεις της ζωής. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τον φέρουν μπροστά του να ακούσει από τον ίδιο για τις κατηγορίες αυτές. Να δει ποιος είναι αυτός ο επίσκοπος που καταφρονεί τις διαταγές του και αψηφά τις φοβέρες του.

      Ο Ιγνάτιος στάθηκε με πρωτοφανές θάρρος μπροστά του και απολογήθηκε με παρρησία για την πίστη του. Ομολόγησε ότι ο αληθινός Θεός είναι ο Τριαδικός Θεός, που μας αποκάλυψε ο σαρκωμένος Υιός Του Ιησούς Χριστός. Πως οι διάφοροι «θεοί» τη ειδωλολατρίας είναι ψεύτικοι, ανύπαρκτοι ως «θεοί», δαιμόνια, τα οποία θέλουν να σφετεριστούν τον αληθινό Θεό. Αρνήθηκε με βδελυγμία να θυσιάσει στα είδωλα.

      Η άρνησή του αυτή αποτέλεσε την αρχή του τέλους του. Τον έδεσαν με αλυσίδες και τον έστειλαν στη Ρώμη να δικαστεί από το αυτοκρατορικό δικαστήριο, όπου συνήθως επέβαλε το φρικτό θάνατο δια της κατασπαράξεως αγρίων θηρίων σε δημόσια θέα, όσων Χριστιανών δεν θυσίαζαν στα είδωλα. Γέρος ο Ιγνάτιος σύρονταν από άγριους και απάνθρωπους στρατιώτες οδικώς προς τη Ρώμη. Παρ’ όλες τις ταλαιπωρίες, τα βασανιστήρια, τις στερήσεις  και τα γηρατειά του, βάδιζε με χαρά τον δρόμο του μαρτυρίου του. Στο δρόμο έμαθε ότι οι Χριστιανοί της Ρώμης σχεδίαζαν την σωτηρία του. Αλλά εκείνος τους διαμήνυσε ότι επιθυμεί το μαρτύριο, να γίνει το σώμα του «ψωμί του Χριστού, αλεσμένο από τα δόντια των θηρίων»! Τους παρακαλούσε να μην του στερήσουν αυτή τη χαρά και τιμή! Πρόκειται για την περίφημη επιστολή του «Προς Ρωμαίους».  

      Μέσω της Μ. Ασίας, Μακεδονίας και Ηπείρου, πέρασε με πλοίο στην Ιταλία και έφτασε στη Ρώμη, όπου δικάστηκε και καταδικάστηκε στον, δια της κατασπαράξεως υπό των θηρίων, θάνατο. Οδηγήθηκε στο μεγαλοπρεπές Κολοσσαίο, όπου συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου να δει το φρικτό θέαμα.  Άφησαν τα λιοντάρια και τις τίγρεις νηστικά επί μία εβδομάδα και μετά τα ελευθέρωσαν στο στάδιο μπροστά στον ανυπεράσπιστο γέροντα επίσκοπο. Εκείνος αγέρωχος, χωρίς ίχνος φόβου, προσευχήθηκε και προκάλεσε τα θηρία, τα οποία όρμισαν και τον κατασπάραξαν, υπό τις κραυγές του ειδωλολατρικού πλήθους. Τα λίγα εναπομείναντα λείψανα τα περιμάζεψαν κρυφά οι Χριστιανοί και τα έκρυψαν στις κατακόμβες. Το μαρτύριο συνέβη περί το109 ή 110 μ. Χ. Η μνήμη του εορτάζεται στις  20 Δεκεμβρίου.

      Ο άγιος Ιγνάτιος, ο Αποστολικός Πατέρας, όπως προαναφέραμε, υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες πατερικές μορφές της Εκκλησίας μας. Έγραψε επτά σπουδαίες Επιστολές (Προς Ρωμαίους, Φιλιππισίους, Εφεσίους, Μαγνησίους, Τραλλιανούς, Φιλαδελφείς, Σμυρναίους και Πολύκαρπον), στις οποίες αναπτύσσει την περίφημη περί τη ενότητας της Εκκλησίας θεολογία του, περί τον επίσκοπο και τη Θεία Ευχαριστία.        

          

    

 

 

 

 

 

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ορισμένοι άγιοι της Εκκλησίας μας έχουν την προσωνυμία Μεγαλομάρτυρες, διότι υπέστησαν ιδιαίτερα σκληρά βασανιστήρια, κατά την ομολογία τους στο Χριστό και την άρνησή τους να ασπασθούν αλλότριους ψεύτικους «θεούς» και να θυσιάσουν στα άψυχα είδωλα. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγεται η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, μια ηρωική κόρη, η οποία αντάλλαξε τις δόξες του κόσμου με την πίστη της και την προσήλωσή τους στο Σωτήρα Χριστό.

       Γεννήθηκε και έζησε σε καιρούς, στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305), όπου είχε λάβει χώρα ο μεγαλύτερος και σκληρότερος διωγμός κατά των Χριστιανών, από το αντίχριστο και δαιμονικό Ρωμαϊκό Κράτος. Ήταν κόρη ενός φανατικού ειδωλολάτρη, ονόματι Διοσκούρου, ο οποίος συγκαταλέγονταν στους ευγενείς, πλουσίους και αξιωματούχους της μεγάλης πόλεως Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου. Ο Διόσκουρος φρόντισε να την μεγαλώσει με την ευσέβεια στα δαιμονικά είδωλα και τους ανύπαρκτους, διεφθαρμένους «θεούς», οι οποίοι υπαγόρευαν στους άτυχους λατρευτές τους κάθε ανηθικότητα και κακουργία. Να τους μοιάζουν οι άνθρωποι, να γίνουν μιμητές τους. Φρόντισε επίσης να της δώσει την πιο μεγάλη εκπαίδευση, στέλνοντάς την στις ονομαστές σχολές της Αλεξάνδρειας. Είχε αναδειχθεί ως μία από τις σπουδαιότερες κόρες της περιοχής.

       Όταν έφτασε στην εφηβεία, παρουσίασε ασυνήθιστο σωματικό κάλλος, γεγονός που ανάγκασε τον Διόσκουρο να την κλείσει στον πύργο του, από φόβο μήπως την απαγάγουν, σύμφωνα με τα βάρβαρα ήθη της εποχής. Αλλά υπήρχε και μια άλλη αιτία: την εποχή αυτή, παρ’ όλους τους σκληρούς διωγμούς εναντίων του Χριστιανισμού, μεγάλα πλήθη ειδωλολατρών εγκατέλειπαν την ειδωλολατρία και ασπάζονταν την πίστη στο Χριστό. Περισσότερο, μεταστρέφονταν οι νέοι, οι οποίοι δεν ικανοποιούνταν από την παχυλή ειδωλολατρία. Έτσι οι ειδωλολάτρες γονείς φρόντιζαν να περιορίζουν τα παιδιά τους.

        Όμως, άγνωστο πως, η όμορφη αρχοντοπούλα Βαρβάρα, γνώρισε τον Χριστιανισμό, ίσως από κάποιους υπηρέτες της, κρυφούς Χριστιανούς, πίστεψε στο Χριστό και βαπτίστηκε κρυφά.  Για πολύ καιρό κρατούσε την πίστη της κρυφή και τελούσε τις προσευχές της την νύχτα. Το μυστικό της όμως δεν άργησε να φανερωθεί. Κάποια μέρα ζήτησε από τους τεχνίτες του πύργου να ανοίξουν τρία παράθυρα στα διαμερίσματά της, τα οποία συμβόλιζαν για εκείνη, την Αγία Τριάδα και το άκτιστο φως Της, που εκπέμπει στον κόσμο. Οι τεχνίτες το ανήγγειλαν στον πατέρα της.

       Ο φανατικός ειδωλολάτρης Διόσκουρος ταράχτηκε όταν άκουσε πως η θυγατέρα του αρνήθηκε τη θρησκεία του και έγινε Χριστιανή, δηλαδή ασπάστηκε την πίστη, που οι ειδωλολάτρες χαρακτήριζαν ως θρησκεία των παρακατιανών και των δούλων. Άρπαξε ένα κοφτερό ξίφος και όρμισε στο δωμάτιό της να τη φονεύσει. Εκείνη τον κατάλαβε και κατάφερε να ξεφύγει. Έφυγε τρέχοντας και βρήκε καταφύγιο στα όρη. Περιπλανιόταν για αρκετό καιρό, προσευχόμενη. Όμως ο πατέρας της την εντόπισε, έστειλε τους δούλους του και τη συνέλαβαν. Την έδεσαν και την έφεραν μπροστά του και τη ρώτησε γιατί αρνήθηκε τους πατρογονικούς «θεούς» της και ασπάστηκε τη βάρβαρη και απολίτιστη πίστη των Χριστιανών.

       Εκείνη, γεμάτη καλοσύνη και ανεξικακία προς τον γονιό της, του εξήγησε ότι η πίστη στο Χριστό είναι η αληθινή πίστη στον μόνο αληθινό Θεό, η οποία αδελφοποιεί όλους τους ανθρώπους της γης, κάνοντάς τους αδέλφια. Ότι όλοι οι άνθρωποι, ευγενείς, άσημοι και δούλοι είμαστε παιδιά του ιδίου Θεού και δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε διακρίσεις. Ότι η πατρογονική θρησκεία σε ανύπαρκτους κακούργους, ανήθικους και γελοίους «θεούς» είναι οικτρή πλάνη. Ο πατέρας της έγινε σωστό

θηρίο από το θυμό του. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτε περισσότερο και γι’ αυτό την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα Μαρκιανό, με την κατηγορία, ότι αρνήθηκε την κρατική θρησκεία, βρίζει τους «θεούς», της αυτοκρατορίας και παραβαίνει τις διαταγές του αυτοκράτορα, μη θέλοντας να θυσιάσει στα είδωλα.  

      Ο Μαρκιανός ήταν ένας θηριώδης άνθρωπος, θρησκόληπτος και δεισιδαίμονας. Είχε θέσει ως σκοπό της ζωής του να εξαλείψει την πίστη στο Χριστό από την περιοχή του, εφαρμόζοντας με ακρίβεια τα αυτοκρατορικά διατάγματα. Παρέλαβε την Βαρβάρα και την υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια. Πίστευε ότι οι αφόρητοι πόνοι θα λύγιζαν τη νεαρή Χριστιανή κόρη, θα αρνιόταν την πίστη της  και θα προσέφερε θυσία στους ειδωλολατρικούς «θεούς». Όμως εκείνη έμεινε εδραία και αμετακίνητη στην πίστη της. Θεωρούσε τι πληγές του νεανικού της κορμιού ως χρυσά διαδήματα του Μεγάλου Δεσπότη Χριστού. Ως στεφάνια αμαράντινα στο κεφάλι της!  

      Αφού είδε ο Μαρκιανός ότι τα μαρτύρια δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα σκέφτηκε κάτι χειρότερο: τη δημόσια διαπόμπευσή της. Με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα της, ο οποίος παρακολουθούσε τα βασανιστήριά της, τη γύμνωσαν και την περιέφεραν στους κεντρικούς δρόμους της πόλεως, όπου οι φανατικοί ειδωλολατρικοί όχλοι την χλεύαζαν, την έφτυναν και την καταριόντουσαν. Εκείνη ήρεμη και γαλήνια, προσεύχονταν στο Χριστό και συγχωρούσε, τους βασανιστές της και το έξαλλο πλήθος, που την λοιδορούσε.

      Αφού τελείωσε η διαπόμπευση, ο μανισμένος πατέρας της, σαν μανιασμένο θηρίο, έσυρε το ξίφος του, όρμισε εναντίον της και την αποκεφάλισε, κάτω από τις επευφημίες του ειδωλολατρικού όχλου! Αλλά την ίδια στιγμή, και ενώ ήταν ξαστεριά, ένας κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του και θανάτωσε οικτρά τον πατροκτόνο ειδωλολάτρη! Ευσεβείς Χριστιανοί περιμάζεψαν κρυφά το τίμιο λείψανο της Μάρτυρος και το ενταφίασαν με τιμές.

      Αργότερα, μετά τη λήξη των διωγμών, τα τίμια λείψανά της κατατέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Τον 11ο αιώνα ένα μέρος μεταφέρθηκε στη Βενετία. Τεμάχια της Κάρας της υπάρχει στη Μονή Μ. Σπηλαίου και στο Άγιον Όρος. Άλλα τεμάχια υπάρχουν σε πολλές Ιερές Μονές και Ναούς. Θεωρείται ως η προστάτρια των ετοιμοθάνατων και γι’ αυτό εικονίζεται με ένα άγιο Ποτήριο στο χέρι. Στην πατρίδα μας θεωρείται προστάτρια του Πυροβολικού από το έτος 1828. Πάμπολλοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη χάρη της και χιλιάδες Χριστιανές φέρουν με καμάρι το όνομά της. Η μνήμη της εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.