Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού

        Ένα από τα απτά δείγματα της αγιότητας είναι και το χάρισμα της θαυματουργίας στους αγίους μας. Αυτοί, δια των ακτίστων ενεργειών του Θεού αξιώθηκαν να θαυματουργούν και να δοξάζεται έτσι το άγιο όνομα του Θεού. Ένας από τους θαυματουργούς αγίους της Εκκλησίας μας είναι και ο άγιος ιερομάρτυς Πολυχρόνιος.

      Καταγόταν από την επαρχία Γαμφανίτιδα ή Γαμφάνη της Μ. Ασίας, της περιοχής των Αλαμάνων και έζησε τον 4ο αιώνα όταν βασίλευε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Ήταν γόνος ευγενών και ευσεβών γονέων. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βαρδάνης, ένα ευσεβής και πλούσιος γεωργός. Μεγάλωσε σε σπίτι όπου καλλιεργούνταν η ευσέβεια και οι αρετές. Οι πλούσιοι γονείς του φρόντισαν να γεμίσουν την ψυχή του με πίστη στο Θεό και τον δίδαξαν την ενάρετη ζωή. Παράλληλα φρόντισαν να λάβει σπουδαία μόρφωση και να εντρυφήσει στα ιερά γράμματα.

      Από μικρός έδειξε έφεση στην αρετή, στην πίστη στο Θεό, τη φρόνηση και την εγκράτεια, ώστε τον θαύμαζαν οι συντοπίτες του. Μάλιστα αξιώθηκε, παιδί ον, να κάμει, δια της θερμής προσευχής του ένα μεγάλο θαύμα. Να αναβλύσει άφθονο νερό στην άνυδρη πόλη, που κατοικούσε!  Στην πόλη δεν υπήρχε πηγή και οι κάτοικοι ήταν αναγκασμένοι να πηγαίνουν σε μακρινή απόσταση να προμηθεύονται το απαραίτητο νερό. Ο Πολυχρόνιος έπεσε στα γόνατα και παρακάλεσε με θέρμη και πίστη το Θεό να απαλλάξει τους συμπατριώτες του από αυτόν τον κόπο. Και ω του θαύματος, ανάβλυσε αστέρευτη πηγή με άφθονο δροσερό νερό δίπλα από το σπίτι του πατέρα του! Οι κάτοικοι δόξασαν το Θεό και μακάριζαν τον άγιο της πόλης τους!

     Όταν ο ενάρετος Πολυχρόνιος μεγάλωσε, αποφάσισε να φύγει από την πατρίδα του, για να εξοικονομεί τα προς το ζειν του. Μαζί του έφυγαν και μερικοί άλλοι συμπατριώτες του, μεταξύ των οποίων και οι μετέπειτα συναθλητές του: Παρμένιος, Πολυτέλειος, Ελυμάς, Μώκιος, Χριστοτελής, Μαξιμος, Λουκάς, Αβδίας, Σέμνιος και Ολυμπιάδης. Μετέβηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου έπιασαν εργασία σε  μεγάλο αμπελώνα.

      Εκεί διακρίθηκε για την εργατικότητά του, τη φιλοπονία του και κυρίως για τις αρετές του. Ήταν υπομονετικός και γλυκόλογος με όλους. Η εργασία του ήταν μια διαρκής προσευχή. Εργαζόταν και προσεύχονταν νοερά. Επίσης νήστευε σκληρά, ώστε έτρωγε λίγο ψωμί κάθε δύο ή τρεις ημέρες!

       Το αφεντικό του τον παρακολουθούσε και τον θαύμαζε. Όμως κάποια στιγμή ντράπηκε για το ότι έναν άγιο άνθρωπο τον υπέβαλε σε κουραστική εργασία και τον σύγκρινε με τη δική του αμαρτωλότητα. Έτσι αποφάσισε να τον σταματήσει από τη δούλεψή του. Του έδωσε αρκετά χρήματα και του είπε: «άγιε άνθρωπε του Θεού πήγαινε στην πατρίδα σου και να προσεύχεσαι για μένα». Ο άγιος πήρε τα χρήματα και έφυγε για την πατρίδα του, του άφησε όμως το δικέλλι του για ανάμνηση, το οποίο όμως άρχισε να θαυματουργεί.

      Ο Πολυχρόνιος έφτασε στην πόλη του και με τα χρήματα που πήρε από το πρώην αφεντικό του αγόρασε χώρο, στον οποίο ίδρυσε «ευκτήριο οίκο», όπου υπηρετούσε την Εκκλησία του Χριστού. Αρχικά ήταν λαϊκός ιεροκήρυκας, αργότερα έγινε αναγνώστης και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Πολλούς ανθρώπους ευεργέτησε και βοήθησε να ασπασθούν την αληθινή πίστη.

      Αργότερα τον βρίσκουμε στην Κύπρο, όπου έγινε Επίσκοπος. Η επισκοπική του διακονία υπήρξε ιδιαίτερα επωφελής για το κύπριο ποίμνιό του. Ιερουργούσε με κατάνυξη, δίδασκε με θέρμη και ασκούσε την ελεημοσύνη. Υπήρξε άοκνος προστάτης των αδυνάτων, των χηρών, των ορφανών και των κατατρεγμένων.

Σκορπούσε αγάπη προς όλους, ώστε δι’ αυτού δοξάζονταν ο Θεός.  Παράλληλα έκανε πολλά θαύματα. Ιδιαιτέρως έδειξε μεγάλη επιμέλεια προς τους πλανεμένους στις πάμπολλες αιρέσεις, που άρπαζαν οι αιρετικοί από τους σωστικούς κόλπους της Εκκλησίας. 

      Την εποχή εκείνη, και ενώ σταμάτησαν  οι διωγμοί από τους ειδωλολάτρες, η Εκκλησία δοκιμάστηκε σκληρά από τη φοβερή αίρεση του Αρείου, τον αρειανισμό, ο οποίος ξεθεμέλιωνε κυριολεκτικά το χριστιανικό οικοδόμημα. Δίδασκε ότι ο Θεός είναι μόνο ο Πατέρας, ενώ ο Υιός είναι κτίσμα και το Άγιο Πνεύμα απρόσωπη δύναμη. Με τη συνεργεία του διαβόλου και τις ικανότητες του αιρεσιάρχη Αρείου η αίρεση διαδίδονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Χιλιάδες Χριστιανοί, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, ασπάζονταν τις φρικτές της πλάνες. Τότε ο ευσεβής αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια της Βιθυνίας, το 325. για να εξετάσει το πρόβλημα και να ορίσει το τριαδικό δόγμα. 318 Επίσκοποι ή αντιπρόσωποί τους πήραν μέρος στη Σύνοδο. Ανάμεσά τους και ο Πολυχρόνιος, ο οποίος υποστήριξε σθεναρά την Ορθόδοξη Πίστη και στηλίτευσε την αίρεση, ως δαιμονική κατάσταση, η οποία στόχο έχει να απομακρύνει τους πιστούς από την Εκκλησία και να τους στερήσει τη σωτηρία.

      Όμως δεν έμελλε να ηρεμήσει η Εκκλησία και μετά την πανηγυρική καταδίκη του αιρεσιάρχη Αρείου. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου (337), ο ασεβής διάδοχός του γιός του Κωνστάντιος (337-361) ασπάσθηκε την αρειανική αίρεση και καταδίωξε τους ορθοδόξους. Οι αρειανοί, έχοντας τη στήριξη του αυτοκράτορα επιτίθονταν με μανία κατά των ορθοδόξων πιστών και ιδίως κατά των ορθοδόξων κληρικών. Οι αρειανοί στην Κύπρο, βλέποντας τον άγιο Πολυχρόνιο να υπερασπίζει την Ορθοδοξία και να εφαρμόζει τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, τον μισούσαν θανάσιμα και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να τον θανατώσουν. Όταν βρήκαν την ευκαιρία τον συνέλαβαν, τον βασάνισαν και τον αποκεφάλισαν. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, εισέβαλαν στην Κύπρο Άραβες πειρατές, οι οποίοι λεηλάτησαν το νησί. Πέρασαν και από τον τόπο που ήταν Επίσκοπος ο Πολυχρόνιος. Τον βρήκαν την ώρα που λειτουργούσε, τον συνέλαβαν και τον κομμάτιασαν επί τόπου με τα ξίφη τους. Ο αοίδιμος αξιώθηκε να ανακατέψει το τίμιο αίμα του με το αίμα του Κυρίου! Είναι ίσως πιθανόν να επιτέθηκαν οι αιμοβόροι πειρατές, καθ’ υπόδειξη των αρειανών, οπότε η μία διήγηση συμπληρώνει την άλλη.

     Το αγιασμένο σώμα του το πήραν οι πιστοί και το έθαψαν με τιμές. Ο τάφος του έγινε πηγή αγιασμού και επιτέλεσης θαυμάτων. Αργότερα τα τίμια λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

     Η μνήμη του εορτάζεται στις 7 Οκτωβρίου.       

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

        Οι Μάρτυρες αποτελούν την πλέον επίλεκτη και εκλεκτή χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας, διότι με την ομολογία τους στο Χριστό αντάλλαξαν τη δόξα, τις τιμές και τα αξιώματα του κόσμου με την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Αυτοί υπήρξαν οι ισχυροί κυματοθραύστες κατά των λυσσαλέων επιθέσεων κατά της Εκκλησίας. Με το τίμιο αίμα τους πότισαν το δένδρο της σώζουσας πίστης. Δύο από τους μυριάδες Μάρτυρες υπήρξαν οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος, αξιωματικοί του Ρωμαϊκού στρατού.

      Καταγόταν από τη Ρώμη και έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού  (286-305). Καταγόταν από ευγενείς οικογένειες και είχαν λάβει σοβαρή μόρφωση. Η αριστοκρατική τους καταγωγή τους ευνόησε να κάνουν καριέρα στο ρωμαϊκό στρατό. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους είχαν αναχθεί σε υψηλά αξιώματα στη «Σχολή Κιντιλίων». Οι «Σχολές» ήταν επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες, οι οποίες είχαν καθιερωθεί από τον Διοκλητιανό (284-305) και υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον αυτοκράτορα. Λειτουργούσαν ως σώματα όπου εκπαιδεύονταν οι αξιωματικοί των ρωμαϊκών λεγεώνων. Γι’ αυτό όσοι υπηρετούσαν σ’ αυτές, επιλέγονταν με μεγάλη προσοχή και εκτιμώντο τα φυσικά και πνευματικά τους πλεονεκτήματα και οι σπάνιες στρατιωτικές τους ικανότητες. Οι δύο νέοι αξιωματικοί είχαν διαλεχτεί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους νέους για την αξιοζήλευτη θέση τους στη «Σχολή». Έχοντας επιδείξει ασυνήθιστη ανδρεία και αρετή, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο μεν Σέργιος είχε οριστεί Πριμηκήριος, ο δε Βάκχος Σεκουνικήριος.

       Όμως οι δύο νέοι λαμπροί αξιωματικοί γνώρισαν την νέα, χριστιανική πίστη, κατηχήθηκαν και έλαβαν το άγιο Βάπτισμα. Η κοινή τους πίστη στο Χριστό τους ένωσε σε μια αδελφική φιλία.  Όμως δεν το αποκάλυψαν σε κανέναν διότι, όπως είναι γνωστό, οι χριστιανοί διώκονταν για την πίστη τους, με εξοντωτική μανία από το ρωμαϊκό κράτος, υπό την παρότρυνση των φανατικών ειδωλολατρικών ιερατείων και του αμαθούς ειδωλολατρικού όχλου. Χιλιάδες χριστιανοί συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν με τη βία στα ειδωλολατρικά «ιερά» για να θυσιάσουν στους δαιμονικούς «θεούς» των ειδώλων. Αυτό θα τους έσωζε τη ζωή, ενώ αν αρνούνταν τη θυσία οδηγούνταν στα πλέον φρικτά μαρτύρια και εν τέλει στο θάνατο.

       Μάλιστα, οι ρωμαϊκές αρχές είχαν καθιερώσει και τη δημόσια θυσία, ώστε να γνωρίζουν ποιοι είναι νομιμόφρονες και ποιοι όχι. Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν, θεωρούνταν εχθροί του κράτους και άρχιζαν οι διώξεις τους. Μια τέτοια θυσία στους «θεούς» της Ρώμης είχε οργανώσει ο αυτοκράτορας για να διαπιστώσει το στέρεο της εξουσίας του. Οι δύο νεαροί αξιωματικοί του δεν παρουσιάστηκαν να θυσιάσουν. Αυτό έβαλε σε υποψία και ανησυχία τον αυτοκράτορα. Θεώρησε την άρνησή τους ως ανταρσία εναντίον της εξουσίας του και γι’ αυτό διέταξε με οργή να παρουσιαστούν μπροστά του για να απολογηθούν για την ανυπακοή τους.

       Οι δύο νεαροί αξιωματικοί οδηγήθηκαν ενώπιών του και ο αυτοκράτορας τους ζήτησε γιατί αθέτησαν τη διαταγή του, Με ένα στόμα του απάντησαν χωρίς φόβο: «Έχουμε υποχρέωση βασιλιά μας, να υπακούμε και να υπηρετούμε την επίγειο στράτευμά σας, ως δούλοι ευγνώμονες. Όμως δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να προσκυνούμε κωφούς και αναίσθητους “θεούς”. Δεν θα αρνηθούμε τον αληθινό Θεό και δεν θα χωριστούμε από Αυτόν με καμιά δύναμη. Δεν θα καμφθούμε ούτε από τα σίδερα, ούτε από τη φωτιά, ούτε από άλλο βασανισμό της σάρκας μας. Διότι τίποτε δεν είναι πιο μακάριο από το να βασανίζεσαι και να πεθαίνεις για την ευσέβεια»!

       Ακούγοντας ο φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας την θαρραλέα απολογία των δύο χριστιανών αξιωματικών του,  έγινε θηρίο από το θυμό του. Διέταξε να

καθαιρεθούν αμέσως από το αξίωμά τους και να τους διαπομπεύσουν. Τους έντυσαν γυναικεία ενδύματα, τους κρέμασαν βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο και τους περιέφεραν στην πόλη για να τους χλευάσει ο αμαθής και δεισιδαίμονας όχλος.

      Κατόπιν παραδόθηκαν στον θηριώδη διοικητή της επαρχίας της Ανατολής Αντίοχο, ο οποίος ήταν διαβόητος για τις ωμότητές του, να τους συνετίσει. Η έδρα του βρισκόταν στις όχθες του Ευφράτη, στην πόλη Βαρβαλισσό, εκατό χιλιόμετρα από το σημερινό Χαλέπι. Οδηγήθηκαν μπροστά του να απολογηθούν. Στην αρχή χρησιμοποίησε κολακείες και ταξίματα για να τους κάνει να θυσιάσουν στα είδωλα, αλλά οι δύο νέοι έμειναν αμετακίνητη στην απόφασή τους να μην προδώσουν την πίστη τους στο Χριστό. Τότε ο Αντίοχος τους έκλεισε στη φυλακή, όπου άρχισε να βασανίζει αρχικά τον Βάκχο. Τον έδερναν αλύπητα για ώρες ατέλειωτες με φοβερά και επώδυνα βούνευρα. Το σώμα του είχε μεταβληθεί σε μια πελώρια πληγή, γι’ αυτό και δεν άντεξε για πολύ. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο.

       Την άλλη μέρα οδήγησαν τον Σέργιο ενώπιον του Αντιόχου. Ο άγιος νέος ήταν πολύ θλιμμένος διότι ο εν Χριστώ αγαπημένος αδελφός του Βάκχος ήταν πλέον στα ουράνια δώματα του θρόνου της μεγαλοσύνης του Θεού και γι’ αυτό επιθυμούσε να τον ακολουθήσει το συντομότερο.  Ο ανελέητος τύραννος του ζήτησε για μια ακόμη φορά να απαρνηθεί το Χριστό για να του χαρίσει τιμές και αξιώματα. Τον απείλησε με φρικτά βασανιστήρια, όμως εκείνος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε έδωσε διαταγή να αρχίσουν τα μαρτύρια. Του φόρεσαν υποδήματα με αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό τους και τον υποχρέωσαν να τρέχει μπροστά από το άρμα του. Δεκαπέντε ολόκληρα χιλιόμετρα διάνυσε. Τα καρφιά είχαν καρφωθεί στα πόδια του, το αίμα έτρεχε ποτάμι, οι πόνοι ήταν αφόρητοι, αλλά εκείνος υπόμεινε με υπεράνθρωπη καρτερία το μαρτύριο και αντί να ουρλιάζει από τους πόνους, έψελνε ύμνους στο Χριστό! Το βράδυ τον έριξαν στη φυλακή, όπου άγγελος Κυρίου θεράπευσε τις πληγές του. Το πρωί ο Αντίοχος έδωσε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν. Ο Μάρτυρας αφού προσευχήθηκε θερμά για τη συγχώρηση των βασανιστών του, έσκυψε το κεφάλι και δέχτηκε το φονικό ξίφος, το οποίο τον ένωσε με το Χριστό και ξαναβρήκε τον αγαπημένο του φίλο Βάκχο.

        Οι ευσεβείς κάτοικοι της περιοχής περιμάζεψαν τα τίμια λείψανα και τα έθαψαν με τιμές σε ασφαλές τόπο. Μετά τη λήξη των διωγμών, μετονόμασαν την περιοχή σε Σεργιούπολη. Το 547 ο Ιουστινιανός έκτισε περίλαμπρο ναό στην Κωνσταντινούπολη, όπου εναπέθεσε τα τίμια λείψανά τους. Η μνήμη τους εορτάζεται στις 7 Οκτωβρίου.     

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ: Ο ΔΥΣΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

         Την πρώτη Κυριακή μετά την Ανάσταση του Κυρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγίου ενδόξου αποστόλου Θωμά και διαβάζεται στις εκκλησίες η σχετική περικοπή της ψηλάφησης του Χριστού από αυτόν. Δεν είναι τυχαία αυτή η επιλογή. Έρχεται να επιβεβαιώσει, μαζί με τις τόσες άλλες μαρτυρίες, ότι ο Κύριος αναστήθηκε όντως από τους νεκρούς. Ο Θωμάς κατά θεία παραχώρηση ζήτησε να έχει απτή εμπειρία της Ανάστασης του Χριστού. Να βάλλει τα χέρια του «επί των τύπων των ήλων» και να πιστέψει στο υπέρτατο γεγονός.   

      Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωάν.11,16). Οι αγιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και γι’ αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του. Προσπάθησαν να εντοπίσουν τίνος δίδυμος αδελφός ή αδελφής υπήρξε. Κάποιοι τον ταυτίζουν με τον αναφερόμενο από τον Ματθαίο (13,55) αδελφόθεο Ιούδα. Μάλιστα οι πολέμιοι του Χριστού συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε δίδυμος αδελφός του Κυρίου, παρά τις αντίθετες μαρτυρίες των Ευαγγελίων, θέλοντας να πλήξουν την υπερφυσική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου! Αρχαία παράδοση, την οποία αποδέχεται η Εκκλησία μας ο Θωμάς ήταν δίδυμος αδελφός κάποιας Λυδίας ή Λυσίας. Κάποιοι άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν δίδυμος αδελφός κάποιου Ελεάζαρ.

     Ο Θωμάς καταγόταν από την Αντιόχεια, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μαθητών, που ήταν Γαλιλαίοι (Ιωάν.21,2). Κλήθηκε από τον Κύριο να τον ακολουθήσει και αυτός υπάκουσε (Ματθ.10,3.Μάρκ.3,18.Λουκ.6,15). Γενικά υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους μαθητές, τον οποίο διέκρινε το θάρρος. Όταν οι άλλοι μαθητές προσπαθούσαν να αποτρέψουν το Χριστό να μεταβεί στη Βηθανία να αναστήσει το Λάζαρο, για το φόβο κακοποιήσεώς τους από τους φανατικούς Ιουδαίους, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο τους είπε: «άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ’ αυτού» (Ιωάν.11,16). Είναι η πρώτη φορά που ακούστηκε από μαθητή του Χριστού να ζητά να πεθάνει μαζί με τον Κύριο! Ταυτόχρονα υπήρξε και σχετικά ορθολογιστής. Στο Μυστικό Δείπνο δε δίστασε να ρωτήσει τον Κύριο: «Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις και πως δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» (Ιωάν.14,5). Επίσης ήταν και σκεπτικιστής και δύσπιστος. Για να πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου ζήτησε να έχει απτή βεβαίωση, να ψηλαφίσει με τα ίδια του τα χέρια τις πληγές του διδασκάλου του. Μετά την ψηλάφηση ομολόγησε με ενθουσιασμό και αυθορμητισμό: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28).

      Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Περσία και την αχανή χώρα των Ινδιών. Ως τα σήμερα θεωρείται ο φωτιστής των χωρών αυτών. Το τέλος της ζωής του υπήρξε μαρτυρικό. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 6 Οκτωβρίου.        

      Στο όνομα του Θωμά έχουν διασωθεί τρία απόκρυφα κείμενα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Πρόκειται αναμφίβολα για ψευδεπίγραφα κείμενα αρχαίων αιρετικών γνωστικών, οι οποίοι θέλοντας να δώσουν κύρος στις αιρετικές τους δοξασίες, τις απέδωσαν στον απόστολο Θωμά. Αυτά τα κείμενα περιέχουν σοβαρές πλάνες και κακοδοξίες και γι’ αυτό δε θα πρέπει να τα εμπιστεύονται οι πιστοί, διότι τα χρησιμοποιούν οι χριστιανομάχοι για να πλήξουν την αξιοπιστία της χριστιανικής διδασκαλίας και ιδιαίτερα το Θείο Πρόσωπο του Λυτρωτή μας Χριστού.   

      Πολλοί αποκαλούν τον απόστολο Θωμά άπιστο. Δεν είναι σωστός αυτός ο χαρακτηρισμός του. Ο Θωμάς δεν υπήρξε άπιστος, αλλά δύσπιστος. Ζητούσε αποδείξεις για να βεβαιωθεί και να πιστέψει, όπως και έγινε. Ο Κύριος δεν του αρνήθηκε αυτή του την επιθυμία, γεγονός που σημαίνει ότι η πίστη μας στα

διδάγματα της Εκκλησίας μας, δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, παθητική και απόλυτα άκριτη κατάσταση, αλλά προϊόν ελεύθερης επιλογής. Ο απόστολος Φίλιππος, όταν μίλησε στον φίλο του Ναθαναήλ για το Χριστό του είπε εκείνο το περίφημο: «έρχου και ίδε» (Ιωάν.1,47), «έλα φίλε μου να διαπιστώσεις με τα ίδια σου τα μάτια αυτά που σου λέω για Εκείνον». Άρα δεν είναι κακό να ερευνούμε καλόπιστα. Κακό είναι να κρατάμε στάση κακόπιστη, η οποία και θα μας κρατήσει τελικά μακριά από την αλήθεια. Ο απόστολος Θωμάς ήταν καλόπιστος και γι’ αυτό, αφού ικανοποίησε τις αισθήσεις του, ομολόγησε ευθαρσώς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28)! Πόσοι και πόσοι μεγάλοι άνδρες και γυναίκες στην ιστορία δεν έγιναν πιστοί από την έρευνα! Μυριάδες πραγματικοί επιστήμονες ανακάλυψαν την πίστη τους μέσα από την επιστημονική έρευνα, διότι στα θαυμαστά τους πορίσματα είδαν τις άκτιστες ενέργειες του Θεού να είναι παρούσες, δημιουργικές και συνεκτικές δυνάμεις του κόσμου! Αντίθετα υπάρχουν άλλοι επιστήμονες, τους οποίους δεν αγγίζει το γεγονός της πανταχού παρουσίας του Θεού, διότι ορμώνται εξ’ αρχής με οδηγό την τυφλή απιστία. Αυτοί δε θα βρουν ποτέ την αλήθεια και δε θα συναντήσουν το Θεό!     

     Το σκοτεινό μεσαίωνα κυκλοφόρησε στην αιρετική Δύση ένα σλόγκαν, το οποίο δεν έχει το παραμικρό έρεισμα στην αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για το «πίστευε και μη ερεύνα», το οποίο και έγινε παντιέρα των χριστιανομάχων τους τελευταίους αιώνες κατά της Εκκλησίας, ότι δήθεν αρνείται την επιστημονική έρευνα και ζητά τυφλή πίστη και υπακοή. Αλλά αυτή ήταν τακτική του αιρετικού παπισμού, ο οποίος επέβαλε στους πιστούς του άκριτη πίστη και αφοσίωση, για να ασκεί την κοσμική του εξουσία. Αντίθετα, η αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, μας παροτρύνουν: «ερευνάτε τας Γραφάς» (Ιωάν.5,39), και «δράξασθε παιδείας» (Ψαλμ.2,12). Κριτήριό μας θα πρέπει να είναι το γεγονός της ελευθερίας, η οποία είναι η προϋπόθεση καθορισμού του προσώπου. Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι η γνήσια εικόνα του Θεού, σύμμορφος της εικόνος του Θεού, δια του Χριστού (Φιλιπ.3,23). Αυτό έκανε και ο απόστολος Θωμάς!

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΜΕΘΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΙΜΩΛΟΥ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Οι όσιες γυναίκες συναγωνίστηκαν επάξια τους οσίους άνδρες σε πνευματικούς αγώνες και αγιότητα. Η Εκκλησίας μας έχει να επιδείξει μια πλειάδα οσίων γυναικών, οι οποίες λαμπρύνουν το εκκλησιαστικό στερέωμα. Μια από αυτές υπήρξε και η αγία Μεθοδία η εν Κιμώλω. Μια σύγχρονη οσιακή σημαντική μορφή.

       Καταγόταν από τη νήσο Κίμωλο και γεννήθηκε την 10η Νοεμβρίου 1865 από γονείς θεοσεβούμενους και ενάρετους. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιάκωβος και η μητέρα της Μαρία, το δε επίθετό της ήταν Σάρδη. Στην οικογένεια υπήρχαν τρεις γιοι και πέντε θυγατέρες. Η δεύτερη από αυτές ήταν η Ειρήνη, η οποία μετονομάστηκε αργότερα σε Μεθοδία. Από μικρό κορίτσι διακρίνονταν για τη σεμνότητά της, την πίστη της στο Θεό και την υπακοή της. Ήταν στολισμένη με αρετές και καλοσύνη και για γι’ αυτό ξεχώριζε από τα άλλα κορίτσια της οικογένειας και της περιοχής. Οι φτωχοί και αγράμματοι γονείς της φρόντισαν να τη μεγαλώσουν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Της εμφύτευσαν βαθειά στην  ψυχή της την αγάπη στο Χριστό και την αφοσίωση στην Εκκλησία.

       Σε νεαρή ηλικία, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής, αποφάσισαν οι γονείς της να την παντρέψουν με έναν νέο ναυτικό από τη Χίο. Η Ειρήνη, αν και είχε άλλα σχέδια για της ζωή της, να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό, υπάκουσε στους γονείς της να μην τους λυπήσει. Χωρίς λοιπόν τη θέλησή της, παντρεύτηκε τον νέο Χιώτη. Όμως η ευσέβεια της Ειρήνης δεν έπαψε και μετά το γάμο της. Τηρούσε με ακρίβεια τις νηστείες, εξομολογούνταν τακτικά και κοινωνούσε αδιάκοπα. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για την ματαίωση των σχεδίων της να ακολουθήσει τον μονήρη βίο. Τιμούσε το σύζυγό της και ουδέποτε του φανέρωσε τον κρυφό πόθο της να ακολουθήσει τον Νυμφίο της ψυχής της Χριστό. Μέσα στην ψυχή της έτρεφε την ελπίδα πως κάποτε ίσως πραγματοποιούνταν ο ευσεβής πόθος της.

        Ύστερα από λίγο καιρό συνέβη το απροσδόκητο. Το πλοίο που εργάζονταν ο σύζυγός της ναυάγησε στα παράλια της Μ. Ασίας και εκείνος κατέστη αγνοούμενος, αφού δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Προφανώς είχε πνιγεί. Μάταια τον περίμενε για πολύ καιρό η Ειρήνη. Όμως αφού είδε ότι δεν εμφανίζονταν, αποφάσισε να ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία της να ζήσει πλέον ως μοναχή. Πήγε στον επίσκοπο Σύρου Μεθόδιο και του ζήτησε να ντυθεί το μοναχικό σχήμα. Εκείνος δέχτηκε και την έκειρε μοναχή στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας Κιμώλου, δίνοντάς της το μοναχικό όνομα Μεθοδία.

        Για τη Μεθοδία ανοίχτηκε μπροστά της ένας νέος δρόμος πνευματικού αγώνα.  Η ψυχή της αισθάνονταν απέραντη αγαλλίαση και ευχαριστούσε μέρα και νύχτα το Θεό, που την αξίωσε να νοιώσει τις μυστικές εμπειρίες της ασκητικής ζωής. Άρχισε να μελετά με πάθος ασκητικά βιβλία, θέλοντας να εφαρμόσει η ίδια τα παραγγέλματα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας μας. Άρχισε με ακρίβεια την εφαρμογή τους. αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και θεωρία. Ακολουθούσε τον αγώνα αποκοπής των παθών και της νεκρώσεως του παλιού εαυτού της. Ενωρίς φάνηκαν τα σημάδια της αγιότητά της.

        Θεώρησε καλό και ωφέλιμο να ζει σε απομόνωση, ώστε να μην αποκόβεται από την προσευχή και τη θεωρία του Θεού. Κλείστηκε σε ένα μικρό κελί στη θέση «Στιάδι», μέσα στο Κάστρο της Κιμώλου, κοντά στον Ιερό Ναό της Γεννήσεως του Σωτήρος. Εκεί ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και ουράνιες αναβάσεις. Έβγαινε σπάνια από το κελί της και μόνο σε επείγουσα ανάγκη, ιδιαίτερα να προσφέρει τη βοήθειά της σε ανθρώπους που την είχαν ανάγκη. Άλλωστε έτρεφε απέραντη αγάπη για όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα για τους ενδεείς, τους οποίους ωφελούσε όσο μπορούσε.  

      Έγκλειστη η Μεθοδία στο στενό κελί της ζούσε ως επίγειος άγγελος. Ο ύπνος της ήταν ελάχιστος, η τροφή της στοιχειώδης. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν έβγαινε καθόλου από το κελί της. Ζούσε με ελάχιστη ξηρή τροφή και νερό, τα οποία της τα έδιναν από ένα μικρό παράθυρο του κελιού της και εκείνη τους ανταπόδιδε λίγο λάδι από το ακοίμητο καντήλι του κελιού της. Οι ευσεβείς κάτοικοι της Κιμώλου, το έπαιρναν  με ευλάβεια και άλειφαν με αυτό τους ασθενείς, οι οποίοι, σε πολλές περιπτώσεις γινόταν καλά με τις ευχές της αγίας μοναχής.

       Μια από τις αρετές της ήταν τα αστείρευτα δάκρυα για τον εαυτό της, τον οποίο θεωρούσε αμαρτωλό και για τη σωτηρία του κόσμου. Η προσευχή της συνοδεύονταν πάντα από ποταμούς δακρύων και γι’ αυτό είχε αποτελεσματικότητα η προσευχή της. Μια άλλη ευσεβής ενασχόλησή της στο κελί της ήταν η ανάγνωση θεοφιλών συγγραμμάτων. Τα θεία λόγια της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας την έθελγαν και την ευχαριστούσαν αφάνταστα. Ζούσε για το Χριστό και είχε πάψει να ζει για τον εαυτό της. Το λιπόσαρκο ασκητικό της σαρκίο είχε μεταβληθεί σε σκεύος και κατοικία του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό αξιώθηκε πολλών θαυμάτων.

      Η φήμη της αγίας ασκήτριας είχε διαδοθεί σε όλο το νησί, αλλά και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Πολλοί έτρεχαν στο μικρό κελί της, κυρίως γυναίκες, για να ακούσουν λόγια πνευματικά και παρηγορητικά. Ποτέ δεν αρνούνταν να τους δεχτεί. Ως στοργική μητέρα τους άκουγε, τους συμπονούσε και τους ωφελούσε με τις νουθεσίες της. Πάμπολλες κουρασμένες και βασανισμένες ψυχές βρήκαν στην Μεθοδία παρηγοριά και οδηγήθηκαν στη μετάνοια και τη σωτηρία. Δίδασκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της την αγάπη, την υπομονή και την καρτερία στις αντιξοότητας της ζωής. 

        Έτσι πολιτεύτηκε η αγία μοναχή, ωφελώντας τον εαυτό της και τους άλλους. Ο Κύριος την κάλεσε κοντά Του την Κυριακή 5 Οκτωβρίου  του έτους 1908 σε ηλικία μόλις 43 ετών. Την επομένη της κοιμήσεώς της παρατηρήθηκε η ευκαμψία των μελών του λειψάνου της, ως τεκμήριο της αγιότητάς της. Ο πιστός λαός της Κιμώλου κήδεψε πάνδημα την αγία μοναχή. Αργότερα έγινε ανακομιδή των ιερών λειψάνων της, τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Κιμώλου και αποτελούν πηγή θαυμάτων. Η μνήμη της αγίας Μεθοδίας τιμάται στις 5 Οκτωβρίου.

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

        Η Αρμενία υπήρξε σημαντική κοιτίδα του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρώτοι που έφεραν το χριστιανικό μήνυμα στις χώρες του Καυκάσου, ήταν οι απόστολοι Θαδδαίος και Βαρθολομαίος. Αλλά οι διωγμοί εκ μέρους των ειδωλολατρών ηγεμόνων της περιοχής δεν επέτρεψαν να αναπτυχθούν ιδιαίτερα οι εκεί χριστιανικές κοινότητες. Αυτά μέχρι την εμφάνιση του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία του Φωτιστή της Αρμενίας.

        Έζησε στα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός (284-305), ο πλέον φανατικός και θρησκομανής ρωμαίος αυτοκράτορας, ο μεγαλύτερος διώκτης των Χριστιανών. Ήταν Πάρθος στην καταγωγή και γόνος επιφανούς οικογένειας. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ανάκ και ήταν συγγενής του βασιλιά της Αρμενίας Κουσαρώ, ενός φανατικού ειδωλολάτρη και σφοδρού διώκτη των Χριστιανών. Χιλιάδες Χριστιανοί συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και βρήκαν τραγικό θάνατο από τους δημίους του.

      Ο Γρηγόριος κατηχήθηκε στην χριστιανική πίστη και βαπτίστηκε Χριστιανός. Παράλληλα δε έλαβε σπουδαία μόρφωση, λόγω της ευγενικής και πλούσιας οικογένειάς του. Επίσης διακρίνονταν για την ευσέβειά του και τον ενάρετο βίο του και γι’ αυτό έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους συμπατριώτες του.

     Τον Κουσαρώ διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιός του Τιριδάτης, φανατικός και αυτός ειδωλολάτρης, ο οποίος ανανέωσε τη διαταγή του πατέρα του, εναντίον των Χριστιανών του βασιλείου του. Οι στρατιώτες του εισέβαλλαν στις πόλεις και τα χωριά και συλλάμβαναν όσους καταγγέλλονταν ως Χριστιανοί. Μαζί τους συνελήφθη και ο Γρηγόριος, ο οποίος σύρθηκε σιδηροδέσμιος στον βασιλιά. Ο γενναίος Χριστιανός στάθηκε με θάρρος και παρρησία μπροστά στον θηριώδη ηγεμόνα και ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό και στηλίτευσε την ειδωλολατρία, ως λατρεία των πονηρών πνευμάτων. Κάθε άλλη λατρεία, εκτός του Τριαδικού Θεού, που μας αποκάλυψε ο ένσαρκος Λόγος Του, ο Ιησούς Χριστός, είναι λατρεία των δαιμόνων, όπως ρητά αποφαίνεται η Αγία Γραφή, «πάντες οι θεοί των εθνών (είναι) δαιμόνια» (Ψαλμ.95,5).

        Ο Τιριδάτης θύμωσε τόσο πολύ ώστε αλλοιώθηκε η όψη του από την απολογία του Χριστιανού Γρηγορίου. Τον φοβέρισε ότι θα τον υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια και πως θα τον σκότωνε αν δεν θυσίαζε στους «θεούς» του. Όμως εκείνος έμεινε αμετάπειστος και εδραίος στην πίστη του στο Χριστό. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να τον βασανίσουν με τα πλέον επώδυνα και φρικτά μέσα. Κάποιος τον πληροφόρησε για την ταυτότητα του Γρηγορίου, ότι ήταν γιος του Ανάκ του Πάρθου, ο οποίος είχε δολοφονήσει τον πατέρα του Κουσαρώ. Αυτό τον εξόργισε έτι περισσότερο και σκέφτηκε να τον θανατώσει με αργό και  βασανιστικό τρόπο, προκειμένου να πάρει εκδίκηση για τον πατέρα του. Έδωσε διαταγή να ανοίξουν ένα βαθύ λάκκο, στην πόλη Αρταξά και αφού έδεσαν πισθάγκωνα το Γρηγόριο, τον έριξαν στην τάφρο για να φαγωθεί από τα θηρία και τα δηλητηριώδη ερπετά, τα οποία έριξαν μαζί του.  

       Κανένας δεν ασχολήθηκε πια με αυτόν, διότι θεώρησαν βέβαιο το θάνατό του. Όμως ο άγιος δεν βλάφτηκε, τα θηρία και τα ερπετά δεν του προξένησαν την παραμικρή βλάβη. Εκεί ξεχασμένος έζησε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, με λίγο ψωμί και νερό που του πήγαινε κρυφά μια ευσεβής Χριστιανή χήρα. Η θεία χάρις τον επισκίασε και τον προστάτευε όλα αυτά τα χρόνια.  Επί τη ευκαιρία επισημαίνουμε πως αυτές οι θαυμαστές διηγήσεις «ξενίζουν» τους ορθολογιστές και απίστους, ως

μυθώδη γεγονότα. Αλλά για τους πιστούς είναι η δυναμική φανέρωση των άκτιστων ενεργειών του Θεού στον κόσμο. Κατά τον απόστολο Παύλο: «Πίστει νοούμενν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι» (Εβρ.11,3), Διότι είναι «μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα» και «όπου Θεός δε βούλεται, νικάται φύσεως τάξις»!

        Όμως συνέβη το εξής παράδοξο γεγονός. Ο θηριώδης βασιλιάς Τιριδάτης είχε παραφρονήσει και έτρεχε στα βουνά και τα όρη κάνοντας παρέα με τους χοίρους, βόσκοντας χόρτα όπως τα ζώα και τρώγοντας συχνά τις σάρκες του κορμιού του. Οι συγγενείς του παλατιανοί βρισκόταν σε απόγνωση για την τραγική κατάσταση του ηγεμόνα. Κάποιο βράδυ έγινε το θαύμα. Η αδελφή του Τιριδάτη Κουσαροδούκτα είδε ένα παράξενο όνειρο και άκουσε μια υπερκόσμια φωνή, η οποία την πληροφορούσε πως «όσο καιρό θα βρίσκεται στο λάκκο ο Γρηγόριος και δεν τον βγάζετε από εκεί, δεν πρόκειται να βρει γιατρειά ο αδελφός σου»!

      Το παράξενο όνειρο συντάραξε την πριγκίπισσα, η οποία το διηγήθηκε στους αξιωματούχους του ανακτόρου. Εκείνοι δεν ήξεραν για κανέναν Γρηγόριο, ο οποίος βρίσκεται σε λάκκο, διότι η υπόθεση αυτή είχε ξεχασθεί. Όμως κάποιος γέρος θυμήθηκε το γεγονός και τους οδήγησε στον τόπο, όπου κείτονταν ο αθλητής του Χριστού. Εκεί πράγματι οι άρχοντες βρήκαν τον Γρηγόριο απόλυτα υγιή και τα θηρία και ερπετά να τον προσκυνούν! Τον έβγαλαν από το λάκκο και τον οδήγησαν στο παλάτι, στο βασιλικό διαμέρισμα του άρρωστου Τιριδάτη. Ο Γρηγόριος αφού προσευχήθηκε, τον σταύρωσε και ο βασιλιάς έγινε αμέσως καλά!

      Τότε ο Τιριδάτης κράτησε κοντά του τον Γρηγόριο, για να τον κατηχήσει στην πίστη του Χριστού. Αφού περατώθηκε η κατήχηση, ο Γρηγόριος τον βάπτισε. Ο πρώην διώκτης βασιλιάς έγινε ένθερμος Χριστιανός και προστάτης της Εκκλησίας και των Χριστιανών. Πρότεινε δε στον Γρηγόριο να χειροτονηθεί Επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας. Εκείνος δέχτηκε  και από τότε άνοιξε μια νέα σελίδα για τον Αρμενικό λαό.  

       Ο άγιος Γρηγόριος διακρινόταν για τις αρετές του, την ακλόνητη πίστη του στο Θεό και την ιεραποστολική του θέρμη. Κήρυττε και θαυματουργούσε, ως τεκμήριο της αληθινής πίστης που δίδασκε στους συμπατριώτες του. Οργάνωσε πολυπληθείς  ιεραποστολές σε όλη τη χώρα, ώστε σε μικρό χρονικό διάστημα να μεταστραφούν στο Χριστιανισμό η μεγάλη πλειοψηφία του Αρμενικού λαού.

      Ο άγιος Γρηγόριος ανήκει στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Για τους Αρμενίους θεωρείται ο φωτιστής τους και γι’ αυτό τον αποκαλούν Αουσάβοριτς, δηλαδή φωτιστή, διότι αυτός τους έβγαλε από τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας και τους οδήγησε στο Φως το αληθινό, τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, το Λυτρωτή του κόσμου, τον Ιησού Χριστό. Υπήρξε λοιπόν ο ουσιαστικός ιδρυτής της Αρμενικής Εκκλησίας και ο μεγάλος φωτιστής του Αρμενικού λαού και γι’ αυτό τιμάται υπερβαλλόντως από τους Αρμενίους. Το ιεραποστολικό του ενδιαφέρον εκτάθηκε και σε άλλες όμορες χώρες του Καυκάσου. Όπως αναφέρει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο άγιος Γρηγόριος βάπτισε στον Ευφράτη ποταμό πάνω από τέσσερα εκατομμύρια Αρμενίους, Ασσυρίους και Πέρσες. Μαζί τους τον Τιριδάτη. Έχτισε τρεις περίλαμπρους ναούς προς τιμή της αγίας Μάρτυρος Γαϊανής και των συν αυτής αγίων Παρθένων.

      Όταν ολοκλήρωσε το τιτάνιο ιεραποστολικό του έργο, θέλησε να αποσυρθεί στην έρημο για να αφιερώσει χρόνο για την δική του τελείωση. Πριν αναχωρήσει χειροτόνησε τρεις Επισκόπους, να συνεχίσουν τον έργο του, τον Ολβιανό, τον Ευθάλιο και τον Βάσσο. Συνολικά χειροτόνησε, στις περιοχές που εκχριστιάνισε, περισσότερους από τετρακόσιους Επισκόπους.

       Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 30 Σεπτεμβρίου του 325. Την ημέρα αυτή τιμάται η μνήμη του.

       Ατυχώς όμως η Αρμενική Εκκλησία, «η άμπελος ην εφύτευσεν» ο άγιος Γρηγόριος, παρέκλινε από την Ορθόδοξη πίστη τον 5ο αιώνα, απέρριψε τις αποφάσεις της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451) και συντάχτηκε με τους αιρετικούς Μονοφυσίτες, ακολουθώντας έναν μετριοπαθή Μονοφυσιτισμό, τον οποίο ακολουθεί μέχρι σήμερα. Ευχή μας είναι, ο αδελφός μας μαρτυρικός Αρμενικός λαός, ο οποίος βίωσε, στο διάβα της ιστορίας του, απίστευτες διώξεις και μαρτύρια, να βρει ξανά την αληθινή πίστη και να ενταχθεί στους κόλπους της Μίας, Αγίας, καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, στην Ορθοδοξία μας, την αληθινή Εκκλησία του Χριστού.  

 

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού

       Πολλοί από τους οσίους της Εκκλησίας μας έχουν τον τίτλο του Αναχωρητή, κι’ αυτό διότι είχαν πάρει τη μεγάλη απόφαση να αναχωρήσουν σωματικά από τον πτωτικό κόσμο στις ερήμους, αλλά όμως ψυχικά να βρίσκονται κοντά στους κοσμικούς, με την προσευχή τους. Ένας από τους μεγάλους Αναχωρητές υπήρξε και ο άγιος Κυριακός, ο οποίος πήρε το προσωνύμιο του Αναχωρητή.

        Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 448, όταν βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450). Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης και ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Κορίνθου και η μητέρα του ονομαζόταν Ευδοξία. Αμφότεροι ήταν πιστοί και ενάρετοι άνθρωποι και γι’ αυτό φρόντισαν να αναθρέψουν το παιδί τους με ευσέβεια, πίστη και φόβο Θεού. Ο Κυριακός από μικρό παιδί είχε δείξει σημάδια πνευματικής ωριμότητας. Στοχάζονταν συνεχώς το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, την αγάπη του Θεού να σωθεί το ανθρώπινο γένος, χάρις στην ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

       Αυτές οι σκέψεις τον οδήγησαν να αφιερωθεί στο Θεό. Όταν έφτασε στην εφηβική ηλικία αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, επιλέγοντας τους Αγίους Τόπους ως τόπο της άσκησής του. Έφυγε λοιπόν για τα Ιεροσόλυμα, να πατήσει τα άγια χώματα που είχαν πατήσει τα πανάγια πόδια του Λυτρωτή Χριστού. Εκεί συνάντησε στην αρχή έναν μεγάλο ασκητή, τον Ευστόργιο, στον οποίο προσκολλήθηκε για αρκετό καιρό. Ακούγοντας ακούραστος τις παραινέσεις του αγίου Γέροντα απέκτησε μεγάλη ψυχική ωφέλεια και πνευματική ωριμότητα. Μετά άκουσε για τον Μέγα Ευθύμιο και τις αρετές του. Ζητώντας την ευλογία του Ευστόργιου, πήγε κοντά του, γενόμενος δεκτός από εκείνον. Εκεί ενδύθηκε και το μοναχικό σχήμα.

       Επειδή όμως υπήρχε η συνήθεια να μη δέχονται αγένειους νέους, λόγω σκανδαλισμού, ο Μέγας Ευθύμιος τον έστειλε στη Μονή του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτη, όπου έγινε δεκτός και του ανατέθηκε το διακόνημα του μαγείρου. Εκεί ο Κυριακός διακονούσε με μεγάλη προθυμία τους αδελφούς και ασκούνταν ο ίδιος στην πίστη και στην αρετή. Νήστευε, αγρυπνούσε και προσεύχονταν ατέλειωτες ώρες. Τρέφονταν μόνο με λίγο άρτο και νερό, κάθε δύο ημέρες. Έτσι σε λίγο χρονικό διάστημα άρχισαν να διαφαίνονται οι αρετές του και η αγιότητά του. Ο ίδιος ο ηγούμενος άγιος Γεράσιμος και όλη η αδελφότητα τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν.

       Μετά από εννέα χρόνια και ενώ ο ίδιος ήταν είκοσι οκτώ ετών, κοιμήθηκε ο Γέροντάς του Γεράσιμος. Ο Κυριακός γύρισε στη Λαύρα του αγίου Ευθυμίου, όπου έγινε δεκτός από τον ηγούμενο Ηλία. Όμως δεν έμεινε για πολύ, διότι έβλεπε με πίκρα τη διαμάχη της Μονής με τη διπλανή Μονή του Οσίου Θεοκτίστου, για οικονομικές διαφορές. Πήρε την απόφαση να φύγει και να εγκατασταθεί στη Μονή Σουκά. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια, διακονώντας και σημειώνοντας πνευματική πρόοδο. Εκεί αξιώθηκε να δεχτεί και το αξίωμα του Πρεσβυτέρου και απέκτησε τη φήμη του σπουδαίου πνευματικού άνδρα.

      Όντας στην ηλικία των εβδομήντα επτά ετών, αποφάσισε να φύγει για την έρημο, να ζήσει την ευλογημένη ζωή της ερημικής ησυχίας. Με έναν υποτακτικό του αναχώρησε για την σκληρή έρημο Νατουφά, στην  οποία φύτρωναν μόνο πικρά σκυλοκρέμμυδα. Με την προσευχή του ο άγιος τα πικρά και ακατάλληλα χόρτα έγιναν γλυκά και η τροφή των δύο αναχωρητών επί τέσσερα χρόνια.  Μέσα στην ησυχία της ερήμου οι δύο άνδρες προσεύχονταν, αγρυπνούσαν, πολεμούσαν το διάβολο κατά μέτωπο και απέκοπταν τα πάθη τους. Ο άγιος Κυριακός είχε καθαρθεί και έμοιαζε με τους αγγέλους. Μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο αγιότητας να βγάζει

δαιμόνια από κατεχόμενους. Θεράπευσε κάποιον δαιμονισμένο στη χώρα των Θεώνων.

      Το θαύμα αυτό έγινε γνωστό στην ευρύτερη περιοχή. Πολλοί άρρωστοι και ιδίως δαιμονισμένοι έτρεχαν να βρουν τη γιατρειά τους από το άγιο ασκητή. Αυτό όμως τον ενοχλούσε, διότι τον απέκοπτε από τον πνευματικό του αγώνα. Γι’ αυτό αποφάσισε να αναχωρήσει πιο βαθειά στην έρημο του Ρουβά, τρεφόμενος με ρίζες αγρίων φυτών. Αλλά οι άρρωστοι έφταναν ως εκεί για να βρουν θεραπεία και ο άγιος ανταποκρίνονταν στη λαχτάρα τους. Αλλά και πάλι ο άγιος θεώρησε την κατοικία του αυτή ακατάλληλη από την κοσμοσυρροή. Έφυγε για άλλη πιο μακρινή έρημο, τη Σουσακείμ. Εκεί έζησε επτά χρόνια ως επίγειος άγγελος. Τον καιρό εκείνο έπεσε φοβερό θανατικό στην περιοχή. Οι μοναχοί της Λαύρας του Σουκά έτρεξαν στον άγιο να τους σώσει από την πανώλη. Ο Κυριακός τους λυπήθηκε, γύρισε στη Λαύρα και με τις προσευχές του κατόρθωσε να διώξει την αρρώστια. Έμεινε στο κελί του αβά Χαρίτωνος πέντε χρόνια. Από εκεί αναγκάστηκε να πολεμήσει την αίρεση του ωριγενισμού, με επιτυχία. Ο ίδιος ο Ωριγένης (+254) και κυρίως οι μαθητές του, είχαν πέσει σε σημαντικές πλάνες, όπως «η προΰπαρξη των ψυχών» και η «αποκατάσταση των πάντων», οι οποίες καταδικάστηκαν από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (553). 

        Διάνυε ήδη το ενενηκοστό ένατο έτος της ηλικίας του. Είχε επιθυμήσει να ζήσει και πάλι στην αγαπημένη του έρημο Σουσακείμ. Εκεί έζησε ακόμη εννέα έτη. Λίγο πριν το τέλος της επί γης ζωής του πήγαν να τον επισκεφτούν κάποιοι μοναχοί από τη Λαύρα Σουκά και να πάρουν την ευλογία του. Τον βρήκαν να προσεύχεται χωρίς κούραση, παρά τα εκατόν οκτώ έτη του, με πλήρη σωματική ρώμη και πνευματική διαύγεια. Ο άγιος ασκητής, αφού τους ευχαρίστησε και τους ευλόγησε κοιμήθηκε ειρηνικά το 556 και αγία του ψυχή πέταξε στα ουράνια για να συναντήσει τον Κύριο στον Οποίο είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Σεπτεμβρίου.

       Αυτός υπήρξε ο άγιος Κυριακός ο Αναχωρητής. Σωματικά στην έρημο και πνευματικά στον κόσμο, καθ’ ότι η ορθόδοξη ασκητική δεν είναι απόκοσμη, αλλά αγώνας για την κάθαρση του κόσμου από τη δουλεία της αμαρτίας.      

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΚΥΛΙΝΑ: Η ΠΑΝΕΦΗΜΗ ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 

      Μια κατηγορία Νεομαρτύρων είναι και τα νεαρά κορίτσια, τα οποία, παρά το άωρο της ηλικίας τους, ομολόγησαν την σώζουσα πίστη τους στο Χριστό, βασανίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους, από την μανία των αλλόθρησκων και βαρβάρων τυράννων τούρκων. Μια από αυτές υπήρξε η αγία ένδοξος Νεομάρτυς Ακυλίνα από τη Θεσσαλονίκη. Μια πραγματικά πανέφημη νύμφη του Χριστού. Ένα εύοσμο άνθος του χριστιανικού λειμώνα. 

   Γεννήθηκε στο χωριό Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης, στην επαρχία Λαγκαδά, το 1745, όπου σώζεται ως τα σήμερα, το ερειπωμένο σπίτι της. Ο πατέρας της ονομαζόταν Γεώργιος, ενώ της μητέρας της αγνοούμε το όνομα. Ήταν χριστιανοί και ζούσαν μια συνηθισμένη αγροτική ζωή. Η Κόρη τους Ακυλίνα ζούσε μαζί τους και είχε ριζώσει στην παιδική ψυχή της την πίστη στο Χριστό. Είχε δε ασυνήθιστη σωματική ομορφιά.

     Όταν η Ακυλίνα ήταν 19 χρονών συνέβη ένα τραγικό γεγονός. Ο πατέρας της μάλωσε με κάποιον τούρκο και πάνω στον καυγά τον σκότωσε. Μετά από αυτό αναστατώθηκε όλο το χωριό και οι κάτοικοι έτρεξαν να κρυφτούν, διότι τα αντίποινα από τους τούρκους αναμένονταν να είναι φοβερά. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι βάρβαροι ασιάτες τύραννοι προέβαιναν σε μαζικές σφαγές αθώων, για παραδειγματισμό, να μην επαναληφθεί βιαιοπραγία εναντίον τούρκων.

     Τουρκικά αποσπάσματα έψαχναν παντού το φονιά Γιώργη, ώσπου τον εντόπισαν, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στις τουρκικές αρχές. Το τοπικός κατής, ο οποίος ονομαζόταν και ιεροδικαστής, διότι δίκαζε σύμφωνα με τις διατάξεις του Κορανίου και της σαρία, δηλαδή του ισλαμικού νόμου, ανάκρινε το φονιά και μετά την ομολογία του, του γνωστοποίησε τις συνέπειες της πράξεις του, η οποία ήταν θάνατος δια απαγχονισμού. Τον ενημέρωσε όμως, ότι είχε τη δυνατότητα να γλυτώσει τη ζωή του αν ήθελε να εξισλαμισθεί. Ο ισλαμικός νόμος παρείχε αυτή τη δυνατότητα σε αλλοθρήσκους οι οποίοι είχαν διαπράξει εγκλήματα, να απαλλαγούν από τις συνέπειές τους, με την προσχώρηση στην μουσουλμανική θρησκεία. Και μάλιστα, όχι μόνον απαλλάσσονταν οι εξωμότες από τις συνέπειες των εγκληματικών τους πράξεων, αλλά και επιβραβεύονταν από το οθωμανικό κράτος, με φοροαπαλλαγές, κατάληψη υψηλών κυβερνητικών θέσεων και απόκτηση πλούτου.

    Ο Γιώργης δείλιασε μπροστά στην απειλή του θανάτου και αποδέχτηκε να ασπασθεί το Ισλάμ, για να γλυτώσει τη ζωή του. Επίσης υποσχέθηκε στον κατή ότι με τον καιρό θα έπειθε και την οικογένειά του να αλλαξοπιστήσει. Αμέσως παραδόθηκε στους μουλάδες, οι οποίοι του έκαμαν περιτομή και του ζήτησαν να κάνει το λεγόμενο «σαλαβάτι», την «ομολογία πίστεως» του Ισλάμ. Έτσι αθωώθηκε από την κατηγορία του φόνου και αφέθηκε ελεύθερος. Μάλιστα του έδωσαν αρκετά χρήματα και του υποσχέθηκαν τιμές και αξιώματα.

     Η φήμη ότι ο Γιώργης αλλαξοπίστησε και τούρκεψε έπεσε σαν κεραυνός στην ευσεβή σύζυγό του και στην αγνή και πιστή κόρη του την Ακυλίνα. Το ίδιο και στους συγχωριανούς του, οι οποίοι, με θυσίες και ταπεινώσεις κρατούσαν αιώνες την αληθινή πίστη στο Σωτήρα και Λυτρωτή Χριστό. Στεναχωρήθηκαν πολύ και επαναλάμβαναν όλοι, μικροί μεγάλοι, με ένα στόμα, διερωτώμενοι: «Είναι δυνατόν να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει την Πίστη του;»!

    Η σύζυγός του και η κόρη του ήταν απαρηγόρητες για το κακό που μπήκε στο σπιτικό τους. Τον Γιώργη τον θεωρούσαν πλέον «ξένο σώμα» στην οικογένεια. Ντύθηκαν μαύρα ρούχα, κλείστηκαν στο σπίτι τους και έκλαιγαν απαρηγόρητα, μέρα και νύχτα για το κατάντημα του συζύγου και πατέρα, ο οποίος έγινε προδότης της

Πίστεως. Η καλή σύζυγος προσπαθούσε με καλοσύνη και αγάπη να τον πείσει να συνέλθει και να μεταστραφεί στην πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό, να μετανοήσει, να εξομολογηθεί, να χρισθεί με το Άγιο Μύρο και να ενταχθεί ξανά στην σωστική αγκαλιά της αγίας Εκκλησίας του Χριστού. Αλλά εκείνος, τυφλωμένος από τη δαιμονική ενέργεια, η οποία τον είχε καταλάβει και τα χρήματα και τα δώρα που του έδωσαν οι αλλόθρησκοι τύραννοι, δεν ήθελε να ακούσει για μεταστροφή. Δεν ήθελε να ακούει το όνομα του Χριστού! Άλλωστε σκεφτόταν πως, αν απαρνιόταν το Ισλάμ τον περίμενε βέβαιος θάνατος! Αντίθετα μάλιστα, προσπαθούσε να τις μεταστρέψει και αυτές στο Ισλάμ, όπως είχε υποσχεθεί στον τούρκο κατή. Ήταν ένας από τους όρους της αθώωσής του.

     Βλέποντας η ευσεβής σύζυγός του ότι ήταν μάταιο να τον μεταπείσει, έπαψε να ασχολείται μαζί του και άρχισε να φροντίζει την αγαπημένη της κορούλα. Της μιλούσε για το Χριστό και την νουθετούσε να μην απαρνηθεί ποτέ και για καμιά αιτία την πίστη της. Της έλεγε πως ο μεγάλος μας θησαυρός ημών των Χριστιανών είναι η ορθόδοξη πίστη μας. Η συνετή εκείνη γυναίκα ήξερε πως οι τούρκοι κάποια στιγμή θα απαιτούσαν και τον δικό τους εξισλαμισμό. Διαισθάνονταν και το δικό τους επερχόμενο μαρτύριο.  

     Το κακό δεν άργησε να έρθει. Το έτος 1764 ο γιός του πασά της Θεσσαλονίκης είδε την Ακυλίνα στη βρύση του χωριού, η οποία έπαιρνε νερό και θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Ζήτησε να μάθει πια ήταν και ανήγγειλε στον πατέρα του, ότι θέλει να κάνει σύζυγό του την όμορφη ρωμιά. Εκείνος έστειλε διαταγή στον εξισλαμισμένο Γιώργη να δώσε την κόρη του στο γιό του, αφού πρώτα την πείσει να εξισλαμισθεί και γίνει τουρκάλα. Ο εξωμότης πατέρας θεώρησε μεγάλη τιμή του να συμπεθερέψει με τον πασά της Θεσσαλονίκης και γι’ αυτό έτρεξε περιχαρής στο σπίτι του να αναγγείλει το «μεγάλο γεγονός» στην ίδια και τη σύζυγό του.

       Οι δύο γυναίκες πάγωσαν κυριολεκτικά από το θράσος του εξωμότη Γιώργη. Χωρίς καν το σκεφτούν τον πέταξαν έξω από το σπίτι και του διαμήνυσαν ότι δεν ήθελαν πια να έχουν σχέσεις μαζί του, δεν ήθελαν να τον ξαναδούν τα μάτια τους. Εκείνος δεν υποχώρησε, άρχισε με γλυκόλογα και ταξίματα να προσπαθεί να πείσει την Ακυλίνα να δεχτεί τις προτάσεις του. Όμως εκείνη παρέμενε ασυγκίνητη. Τότε έτρεξε στις τουρκικές από τις οποίες ζήτησε να αρχίσουν τα βασανιστήρια για να κάμψει την άρνησή της.

     Πριν φτάσουν οι τούρκοι χωροφύλακες να τη συλλάβουν, η μητέρα της την εμψύχωσε συμβουλεύοντάς την: «Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην αιωνιότητα της μακάριας ζωής»!  Οι βασανιστές της την άρπαξαν και την οδήγησαν στον τόπο του μαρτυρίου, αρχίζοντας τα βασανιστήρια. Τη γύμνωσαν και άρχισαν να τη μαστιγώνουν ανελέητα με βέργες και συρμάτινα μαστίγια. Το νεανικό κορμί της γέμισε πληγές και το αίμα έτρεχε ποτάμι, ποτίζοντας τη μακεδονική γη. Εκείνη υπόμεινε με πρωτοφανή καρτερία τους αφόρητους πόνους, έχοντας συνεχώς το κεφάλι της υψωμένο στον ουρανό και φωνάζοντας, με όση δύναμη της είχε απομείνει, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα: «Είμαι Χριστιανή και Χριστιανή θα πεθάνω»! Μάλιστα ήλεγχε την πλάνη των βασανιστών της.

      Τρία ολόκληρα ημερονύχτια τη βασάνιζαν χωρίς έλεος οι κτηνώδεις βασανιστές της. Το απόγευμα της τρίτης ημέρας, πλημυρισμένη από τα αίματα και παραμορφωμένη από τα κτυπήματα, την πήγαν στο σπίτι της. Πίστευαν πως αν την έβλεπε σε αυτή τη δεινή κατάσταση η μητέρα της, θα την έπειθε να αλλαξοπιστήσει και να παντρευτεί το γιο του πασά. Αλλά συνέβη το αντίθετο. Η ηρωική μητέρα πήρε στην αγκαλιά της το σπλάχνο της και αντί άλλων, τη ρώτησε: «Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες το Χριστό;». Η Μάρτυς της απάντησε: «Μητέρα έκανα

όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου»! Αμέσως ξεψύχησε και η αγία ψυχή της πέταξε στα ουράνια να συναντήσει το Νυμφίο της Χριστό. Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764, 19 ετών. Το αμόλυντο και άγιο λείψανό της άρχισε να ξεχύνει μια ουράνια και ανέκφραστη ευωδία. Σε λίγο η ευωδία πλήρωσε όλο το χωριό!

     Οι τούρκοι, θέλοντας να αποστερήσουν τις τιμές στο ιερό λείψανό της, το άρπαξαν και το έθαψαν σε τουρκικό νεκροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού, θεωρώντας την ως μουσουλμάνα! Ήθελαν να δείξουν με αυτή την απαίσια πράξη τους ότι την έκαμαν μουσουλμάνα μετά το θάνατό της! Οι δρόμοι, από όπου πέρασε το άγιο λείψανο ευωδίαζαν για μέρες! Το ίδιο βράδυ, μόλις σκοτείνιασε, ένα ουράνιο φως, σαν λαμπερό αστέρι, κατέβηκε και στάθηκε πάνω από τον τάφο της, μένοντας εκεί για ώρες!

     Οι Χριστιανοί του  Ζαγκλιβερίου δόξαζαν το Θεό για την τιμή και την ευλογία, η οποία επισκέφτηκε το χωριό τους, στο πρόσωπο της ηρωικής Μάρτυρος Ακυλίνας. Αλλά λυπόνταν που στερήθηκαν το ιερό της λείψανο. Όμως τρεις ηρωικοί Χριστιανοί νέοι, σωστά ηρωικά παλληκάρια του Χριστού, αποφάσισαν κάποια σκοτεινή νύχτα, να κάμουν κάτι εξαιρετικά παράτολμο, να ξεθάψουν και να κλέψουν το ιερό λείψανό και να το θάψουν σε ασφαλή τόπο. Κατά την παράδοση, τα ονόματα των τολμηρών αυτών ανθρώπων ήταν Τσόπλας, Καλημέρης και Μπούκλας, οι οποίοι λέγεται πως έκαναν όρκο να μην μαρτυρήσουν ποτέ σε κανέναν το μυστικό, γιατί θα υπήρχε ο φόβος να βρεθεί το άγιο λείψανο στα χέρια των Τούρκων.

    Η μνήμη της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του ηρωικού της μαρτυρίου. 

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Μια κατηγορία αγίων της Εκκλησίας μας είναι αυτή των στρατιωτικών. Μάλιστα η αγιασμένη αυτή τάξη ανάδειξε πλήθος Μαρτύρων στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Μεγαλομάρτυρας Ευστάθιος.

      Έζησε στα χρόνια του Τραϊανού (98-117) και του Αδριανού (117-138). Ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε ως ανώτερος αξιωματικός στον ρωμαϊκό στρατό. Το όνομά του ήταν Πλακίδας και ήταν ειδωλολάτρης. Παρ’ όλα αυτά όμως ήταν δίκαιος άνθρωπος και εγκρατής στις επιθυμίες του. Είχε ευγενική ψυχή και έδειχνε συμπόνια προς τους αναξιοπαθούντες. Η σύζυγός του ονομαζόταν Τατιανή και είχαν αποκτήσει δύο γιούς. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως στο στράτευμα και την κοινωνία.

       Ένα ανεξήγητο θαύμα στάθηκε αφορμή να μεταστραφεί στο χριστιανισμό και να αφήσει για πάντα την δεισιδαίμονα ειδωλολατρία. Είχε πάει για κυνήγι στο δάσος με τη συνοδεία στρατιωτών του. Του άρεσε να κυνηγά ελάφια. Ξαφνικά είδε ένα υπερμεγέθη ελάφι, το οποίο άρχισε να το κυνηγά για να το σκοτώσει. Όμως είδε με έκπληξη πως ανάμεσα στα μεγάλα κέρατά του έφερε έναν λαμπερό σταυρό, με τη μορφή εσταυρωμένου άνδρα. Ταυτόχρονα άκουσε μια παράξενη φωνή από το μέρος του ελαφιού, η οποία του έλεγε: «Πλακίδα γιατί με διώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός, τον Οποίο τιμάς με τις αρετές σου, αλλά δε με γνωρίζεις!». Ήταν η φωνή του Κυρίου Ιησού Χριστού, η ίδια η οποία είχε μεταστρέψει, με ίδια λόγια, τον απόστολο των Εθνών Παύλο στην αληθινή πίστη.

       Ο στρατηγός Πλακίδας σάστισε και έπεσε από το άλογό του. Όταν συνήρθε ρώτησε τον αόρατο συνομιλητή του: «Ποιος είσαι; Φανερώσου για να σε γνωρίσω». Η φωνή ξανακούστηκε: «Εγώ είμαι ο αληθινός Θεός, ο ποιητής του ουρανού και της γης. Ο Υιός του Θεού που έγινα άνθρωπος για τη σωτηρία του κόσμου». Στρατηγός συνταράχτηκε από το παράδοξο συμβάν. Η αγαθή ψυχή του δέχτηκε τη σωτήρια αποκάλυψη και ομολόγησε: «Ναι Κύριε σε πιστεύω, δείξε μου τι να κάνω». «Να πας στον επίσκοπο να ζητήσεις να βαπτιστείς Χριστιανός εσύ και η οικογένειά σου»!

       Γεμάτος συγκίνηση και άφατη χαρά ο Πλακίδας επέστρεψε αμέσως στο σπίτι του, όπου διηγήθηκε το σωτήριο όραμά του στους οικείους του και τους ανακοίνωσε την απόφασή του να ασπασθεί τη νέα πίστη, η οποία διώκονταν με μανία από το ρωμαϊκό κράτος και τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία. Κατόπιν έτρεξαν όλοι μαζί στον επίσκοπο της πόλεως και ζήτησαν να βαπτιστούν. Εκείνος, αφού τους κατήχησε, τους έδωσε το Άγιο Βάπτισμα. Ο Πλακίδας μετονομάστηκε σε Ευστάθιος, η σύζυγός του σε Θεοπίστη και τα παιδιά του Αγάπιος και Θεόπιστος. Άλλαξαν τα ονόματά τους διότι ήθελαν να αφήσουν για πάντα στη λήθη το ειδωλολατρικό τους παρελθόν.

      Μετά το βάπτισμά του ο Ευστάθιος έσπευσε στο σημείο του θαύματος. Έπεσε μπρούμυτα στη γη για να ευχαριστήσει το Χριστό για τη μεγάλη δωρεά της σωτηρίας του και της οικογένειάς του.      

       Όμως ο φθονερός διάβολος κήρυξε ανοιχτό πόλεμο με τον νεοφώτιστο Ευστάθιο. Ο Τραϊανός τον απέλυσε από το στρατό, όταν πληροφορήθηκε ότι έγινε Χριστιανός. Φοβερός λοιμός ξέσπασε στην περιοχή που ζούσε. Αρρώστησαν βαριά και σώθηκαν από θαύμα από το θάνατο. Έχασαν επίσης την περιουσία τους και γι’ αυτό αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Αίγυπτο. Αλλά ο πόλεμος του διαβόλου εναντίον τους συνεχίστηκε. Η αγαπημένη του γυναίκα απήχθη και χάθηκαν τα παιδιά του. Ο ίδιος γεμάτος θλίψη έφτασε σε μια πόλη που ονομαζόταν Βάδησσος, όπου άρχισε να εργάζεται χειρονακτικά προσευχόμενος να ξαναβρεί την οικογένειά του. Το θαύμα έγινε, ο Θεός εισάκουσε τις θερμές προσευχές του και ξανάσμιξε με την αγαπημένη του σύζυγο και τα παιδιά του.

       Ύστερα από καιρό πέρασε ο λοιμός και ξαναγύρισε στην πατρίδα του. Παράλληλα ο αυτοκράτορας Τραϊανός, τον αποκατέστησε και του έδωσε εντολή να ηγηθεί εκστρατείας κατά βαρβάρων, οι οποίοι απειλούσαν τη Ρώμη, λόγω της ανδρείας του. Στρατολόγησε και τα παιδιά του και κατατρόπωσε τους εισβολείς. Κυρίευσε  άπαρτα φρούρια και ελευθέρωσε χιλιάδες αιχμαλώτους. Κατόπιν γύρισε θριαμβευτής στη Ρώμη. Αλλά το 117 είχε πεθάνει ο Τραϊανός και στο θρόνο ανέβηκε ο ανεψιός του Αδριανός, ο οποίος μισούσε με πάθος τους Χριστιανούς και εγκαινίασε νέους σκληρούς διωγμούς εναντίον τους. Ο νέος αυτοκράτορας βγήκε να προϋπαντήσει το γενναίο στρατηλάτη Ευστάθιο, να τον συγχαρεί και να τον τιμήσει για τη σωτηρία του κράτους.

       Το πρώτο πράγμα που του ζήτησε Αδριανός ήταν να θυσιάσει στο «θεό» Απόλλωνα, τον οποίο θεωρούσε σωτήρα της Ρώμης και προσωπικό του προστάτη και στους άλλους «θεούς». Όμως ο ηρωικός Ευστάθιος του αποκρίθηκε με θάρρος και παρρησία: «Είμαι Χριστιανός αυτοκράτορά μου. Πιστεύω στον αληθινό Θεό και μην ελπίζει να θυσιάσω στα άψυχα ξόανα των σιχαμερών ειδωλολατρικών «θεών».

        Ο θρησκομανής και ακόλαστος αυτοκράτορας έγινε θηρίο από το θυμό του. Αντί για τιμές, διέταξε να του αφαιρέσουν τη στολή του στρατηγού και με κολακείες προσπαθούσε να τον μεταπείσει. Αλλά εκείνος έμεινε σταθερός στην πίστη του, όπως και η οικογένειά του. Τότε άρχισαν τα βασανιστήρια. Τους οδήγησαν σε μια πεδιάδα και αμόλησαν ένα πεινασμένο λιοντάρι να τους κατασπαράξει. Εκείνο όμως τους σεβάστηκε και δεν τους έβλαψε, αλλά σαν υπάκουο σκυλάκι τους κουνούσε φιλικά την ουρά του! Μετά από αυτό διέταξε να κατασκευάσουν ένα μεγάλο χάλκινο βόδι, να το πυρακτώσουν και να τους κλείσουν μέσα, να πεθάνουν μαρτυρικό θάνατο. Εκείνοι μπήκαν με ευχαρίστηση στον φοβερό κλίβανο, όπου προσευχόμενοι άφησαν οι ψυχές τους τα εγκόσμια και πέταξαν στα ουράνια. Όταν άνοιξαν οι δήμιοι τον κλίβανο βρήκαν άθικτα τα τίμια λείψανά τους, γεγονός που έκαμε πολλούς ειδωλολάτρες να ομολογήσουν πίστη στο Χριστό. Τα έθαψαν με τιμές οι διωκόμενοι Χριστιανοί. Η μνήμη τους τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.          

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΙΣΤΙΣ, ΕΛΠΙΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

        Η οικογένεια αποτελεί πρώτιστη αξία για την χριστιανική μας πίστη, η οποία χαρακτηριζόταν στην αρχαία εποχή ως «κατ οίκον εκκλησία». Μια από αυτές τις άγιες οικογένειες υπήρξε και αυτή της αγίας Σοφίας και των θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

      Έζησαν τον 2ο μ. Χ. αιώνα, όταν βασίλευε στη Ρώμη ο ειδωλολάτρης και έκφυλος αυτοκράτορας Αδριανός (117-138). Κατάγονταν από την Ιταλία. Η Σοφία είχε ευγενή καταγωγή. Χήρεψε πολύ νέα, μένοντας με τις τρεις θυγατέρες της. Ζούσε ενάρετη και αγνή ζωή, μεγαλώνοντας τα τρία βλαστάρια της ως αληθινές Χριστιανές κόρες, διαφέροντας από τις κόρες των ειδωλολατρών, τις οποίες μεγάλωναν μέσα στην ακολασία, που υπαγόρευε η λατρεία των ανήθικων «θεών» τους. Τους έδωσε, όχι τυχαία, τα ονόματα των τριών κορυφαίων χριστιανικών αρετών, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος, «νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη» (Α΄ Κορ.13,13).    

      Για κάποιο λόγο αναγκάστηκε να μεταβεί μαζί με τις κόρες της να ζήσει στη Ρώμη, στη μεγάλη πόλη, όπου κυριαρχούσε η πιο χυδαία μορφή της ειδωλολατρίας και άκμαζε η ακολασία, όπου συνέχιζαν να βιώνουν με ακρίβεια τη χριστιανική ζωή, χωρίς να τις αγγίζει η ηθική κατάπτωση των ειδωλολατρών. Προσπαθούσαν δε να δείχνουν με το παράδειγμά τους τη νέα εν Χριστώ ζωή. Οι ειδωλολάτρες όμως ρωμαίοι, οι οποίοι μισούσαν θανάσιμα τους Χριστιανούς τις κατάγγειλαν στις αρχές ότι δεν τιμούν τους «θεούς» της αυτοκρατορίας και δεν συμμετέχουν στην καθιερωμένη θυσία προς τιμήν του «θεού» αυτοκράτορα. Αυτό άλλωστε σήμαινε για τους ρωμαϊκούς νόμους με έσχατη προδοσία και τιμωρούνταν με θάνατο, αν δεν άλλαζαν γνώμη.

     Ο Αντίοχος, διοικητής της Ρώμης, ενημέρωσε τον Αδριανό, ότι η πατρικία Σοφία, μαζί με τις τρεις κόρες της είναι Χριστιανές. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τις συλλάβουν και να τις οδηγήσουν δέσμιες μπροστά του. Προσπάθησε με κολακείες να τις μεταπείσει να αρνηθούν την πίστη τους και να θυσιάσουν στα είδωλα. Κατόπιν τις ξεχώρισε, φυλάκισε χωριστά τη μητέρα από τις κόρες της, ώστε να μη μπορούν να ενθαρρύνονται μεταξύ τους. Όμως η Σοφία βρήκε τον τρόπο και επικοινώνησε με τις κόρες της, στις οποίες σύστησε εμμονή στην πίστη τους με κάθε τίμημα. Εκείνες απάντησαν στη μητέρα τους ότι δεν πρόκειται να προδώσουν την πίστη τους στο Χριστό, αψηφώντας ακόμα και τις απειλές των φρικτών μαρτυρίων και του θανάτου. Ας σημειωθεί πως η Πίστις ήταν δώδεκα χρονών, η Ελπίδα δέκα και η Αγάπη εννέα! 

      Ο δικαστής, με κολακείες και απειλές προσπαθούσε να μεταπείσει τις αγνές Χριστιανές κόρες να θυσιάσουν στα είδωλα. Αλλά εκείνες με ένα στόμα του απαντούσαν ότι ο Χριστός είναι ο Νυμφίος της ψυχής τους και πως δεν είχαν σκοπό να προδώσουν την αγάπη τους και την πίστη τους για Εκείνον. Εκείνος, ενώ θαύμασε το ηρωικό φρόνημα των τριών ανήλικων κοριτσιών, γέμισε με οργή την ψυχή του. Αποφάσισε να τις χωρίσει, φυλακίζοντάς τες σε ξεχωριστά κελιά, ελπίζοντας πως θα μπορούσε ευκολότερα θα τους άλλαζε γνώμη.

       Τότε ξεκίνησαν τα μαρτύρια. Άρχισαν από την Πίστη. Την οδήγησαν μπροστά του, παροτρύνοντάς την να θυσιάσει στη «θεά» Αρτέμιδα, όπως έκαναν οι παρθένες των ειδωλολατρών. Εκείνη αρνήθηκε και γι’ αυτό την παρέδωσε στους βασανιστές της. Την έγδυσαν και την μαστίγωσαν μέχρι λιποθυμίας. Τις έκοψαν τα στήθη, αλλά αντί να τρέξει αίμα έτρεξε γάλα! Την ξάπλωσαν σε πυρακτωμένη σχάρα και ενώ το άγουρο σώμα της βασανιζόταν, εκείνη υμνούσε το Θεό. Μετά την έριξαν σε πυρακτωμένο καζάνι με πίσσα, όμως διασώθηκε θαυματουργικά, προκαλώντας το θαυμασμό των δημίων της. Στο τέλος την αποκεφάλισαν.

       Ύστερα έφεραν μπροστά του την Ελπίδα, την οποία προέτρεψε να θυσιάσει στην Αρτέμιδα. Εκείνη αρνήθηκε με θάρρος και στηλίτευσε την τακτική τους να της ζητούν να πράξει αντίθετα με την πίστη της. Την υπέβαλλαν στα μαρτύρια. Αφού την έγδυσαν την μαστίγωσαν άγρια με βούνευρα. Μετά την έριξαν σε πυρακτωμένο καμίνι, όμως ο Θεός τη διέσωσε για να δείξει στους ειδωλολάτρες τη δύναμή Του. Τη συνέχεια την κρέμασαν σε ξύλο και τις ξέσχιζαν τις παιδικές σάρκες της με σιδερένια νύχια και στη συνέχεια την έριξαν σε κοχλάζουσα πίσσα. Ο Θεός και πάλι τη διέσωσε προς καταισχύνη των βασανιστών της. Εκείνοι εξοργισμένοι της απέκοψαν το κεφάλι.

       Κατόπιν ήρθε η σειρά της εννιάχρονης Αγάπης. Πίστευαν πως το μαρτύριο και ο θάνατος των αδελφών της θα ήταν αρκετό να κάμψει την παιδική της ψυχή και να θυσιάσει στην απαίσια «θεά». Όμως και εκείνη ομολόγησε με περισσό θάρρος την πίστη της στο Χριστό και αποζήτησε το μαρτύριο να πάει να συναντήσει τις άγιες και ηρωικές αδελφές της στον ουρανό. Τότε οι δήμιοι την κρέμασαν και της τέντωσαν τα παιδικά της μέλη, ώστε έσπασαν οι αρθρώσεις των οστών της. Μετά την οδήγησαν και αυτή στο πυρακτωμένο καμίνι. Όταν έφτασαν εκεί η ηρωική κόρη πήδησε μόνη της στις θεριεμένες φλόγες. Αλλά έγινε και πάλι το θαύμα, οι φλόγες δεν την άγγιξαν! Οι φλόγες μάλιστα έφυγαν από το καμίνι, πέφτοντας επάνω στους ειδωλολάτρες, κατακαίοντας πολλούς! Στο τέλος την αποκεφάλισαν και αυτή, ολοκληρώνοντας την τριπλή θυσία.

      Η μητέρα τους Σοφία αφέθηκε να πλησιάσει τα ιερά λείψανα των ηρωικών θυγατέρων της. Τα αγκάλισε, τα καταφίλησε με δάκρυα, ευχαριστώντας το Θεό που τα άγια βλαστάρια της δεν πρόδωσαν το Χριστό και αξιώθηκε η ίδια να γίνει μητέρα Μαρτύρων. Ύστερα τα μύρωσε και στη συνέχεια τα έθαψε με τιμές σε κοντινό μυστικό ναΐσκο. Ύστερα από τρεις ημέρες, και ενώ προσευχόταν πάνω από τους τάφους των Μαρτύρων θυγατέρων της, παρακαλούσε το Θεό να την πάρει από αυτό τον κόσμο και να την οδηγήσει κοντά στις κόρες της. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή της και ξεψύχησε την ίδια στιγμή. Η ιερή τους μνήμη εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου.