Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Σὲ τί βρίσκεται ἡ χριστιανικὴ τελειότητα. Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ κάποιος, πρέπει νὰ πολεμᾷ. Τὰ τέσσερα ἀναγκαῖα σ᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο.

Τὸ μεγαλύτερο καὶ τελειότερο κατόρθωμα, ποὺ μπορεῖ νὰ πῇ ἢ νὰ συλλογισθῇ ὁ ἄνθρωπος, εἶναι τὸ νὰ πλησίαση κάπως στὸ Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ αὐτόν.

Λοιπόν, ἐὰν ἐσύ, ἀγαπητέ μου ἐν Χριστῷ ἀναγνώστη, ἐπιθυμεῖς νὰ φθάσης σὲ αὐτὴν τὴν κορυφή, πρῶτα πρέπει νὰ γνωρίσῃς, ἀπὸ τί ἀποτελεῖται ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ χριστιανικὴ τελειότητα (1). Γιατὶ, εἶναι πολλοί, ποὺ λένε, πὼς αὐτὴ ἡ ζωὴ καὶ ἡ τελειότητα βρίσκεται στὶς νηστεῖες, στὶς ἀγρυπνίες, στὶς γονυκλισίες, στὶς χαμαικοιτίες καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες σκληραγωγίες τοῦ σώματος. Ἄλλοι πάλι λένε πὼς βρίσκεται στὶς πολλὲς προσευχὲς καὶ στὶς μεγάλες ἀκολουθίες.
Καὶ ἄλλοι πολλοὶ νομίζουν, ὅτι ἡ τελειότητα βρίσκεται ὁλόκληρη στὴ νοερὰ προσευχή (2), στὴ μοναξιὰ καὶ στὴν ἀναχώρησι, στὴ σιωπὴ καὶ στὴν ἐκπαίδευσι μὲ τὸν κανόνα· δηλαδή, τὸ νὰ βαδίζουν μὲ τὸν κανόνα καὶ τὸ μέτρο, καὶ οὔτε νὰ φτάνουν σὲ ὑπερβολές, οὔτε σὲ ἐλλείψεις.
Οἱ ἀρετὲς ὅμως αὐτές, μόνες τους, δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε ὡς χριστιανικὴ τελειότητα, ἀλλὰ εἶναι ἄλλοτε μέσα καὶ ὄργανα, γιὰ νὰ ἀπολαύσῃ κάποιος τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄλλοτε πάλι εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Καὶ ὅτι μὲν εἶναι πολὺ δυνατὰ ὄργανα, γιὰ τὴν ἀπόλαυσι τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, γιατὶ βλέπουμε πολλοὺς ἐνάρετους ποὺ τὰ μεταχειρίζονται ὅπως πρέπει, μὲ αὐτὸ τὸν σκοπόν, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν δηλαδὴ ἰσχὺ καὶ δύναμι κατὰ τῆς κακίας καὶ τῆς χαλαρότητας, γιὰ νὰ δυναμώνουν ἐναντίον τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς πλάνης τῶν τριῶν κοινῶν ἐχθρῶν, δηλαδὴ τῆς σάρκας, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ παίρνουν ἀπὸ ἐκεῖνες τὴν πνευματικὴ βοήθεια, ποὺ εἶναι ἀναγκαῖες σὲ ὅλους τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα στοὺς ἀρχαρίους, καὶ ἁπλά, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦν νὰ πάρουν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· δηλαδή, «Πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· Πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος· Πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως· Πνεῦμα φόβου Θεοῦ», καθὼς τὰ ἀπαριθμεῖ ὁ Ἡσαΐας (11,2).

Ὅτι αὐτὲς οἱ πράξεις εἶναι καὶ καρπὸς τοῦ Πνεύματος καὶ ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν «ἀγάπη, χαρά, πίστι, ἐγκράτεια» (Γάλ. 5,22), ὅπως εἶπε ὁ Παῦλος, καὶ αὐτὸ εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία. Γιατὶ οἱ πνευματικοὶ ἄνδρες παιδεύουν τὸ σῶμα μὲ αὐτὲς τὶς σκληραγωγίες, γιατὶ λύπησε τὸν Ποιητή του (3) καὶ γιὰ νὰ τὸ κρατᾶνε πάντα ταπεινωμένο καὶ ὑποτεταγμένο στὸ νὰ ἐργάζεται τὰ τοῦ Θεοῦ. Σιωποῦν καὶ μονάζουν, γιὰ νὰ ἀποφεύγουν καὶ τὴν παραμικρὴ λύπη πρὸς τὸν Θεό.
Προσεύχονται καὶ προσέχουν στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ πολίτευμά τους στοὺς οὐρανούς· μελετᾶνε τὴ ζωὴ καὶ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου μας, ὄχι γιὰ τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ γνωρίσουν περισσότερο τὴν δική τους κακία, καὶ τὴν ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ τὸ νὰ ἀπαρνοῦνται τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ σταυρὸ στοὺς ὤμους, γιὰ νὰ θερμαίνωνται περισσότερο στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ των.

Οἱ ἀρετὲς ὅμως ποὺ ἀναφέρθηκαν, μποροῦν νὰ προξενήσουν σὲ ἐκείνους, ποὺ θέτουν ὅλο τους τὸ βάρος σὲ αὐτές, περισσοτέρη βλάβη ἀπὸ τὶς φανερὲς ἁμαρτίες· ὄχι ἐξαιτίας αὐτῶν (γιατί, αὐτὲς εἶναι ὅλες ἁγιώτατες), ἀλλ᾿ ἐξ αἰτίας ἐκείνων ποὺ τὶς μεταχειρίζονται, ἐπειδή, αὐτοὶ προσέχοντας σ᾿ αὐτὲς μόνο, ἀφήνουν τὴν καρδιά τους νὰ τρέχῃ στὰ δικά τους θελήματα καὶ τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος βλέποντάς τους πὼς πηγαίνουν ἀπὸ τὸν εὐθὺ δρόμο, τοὺς ἀφήνει ὄχι μόνον νὰ ἀγωνίζωνται μὲ χαρὰ σὲ αὐτοὺς τοὺς σωματικοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ ἀκόμη νὰ ἐπεκτείνωνται, μὲ τὸν μάταιο λογισμό τους, καὶ ὡς στὰ μεγαλεῖα του Παραδείσου.
Ὅθεν καὶ νομίζουν οἱ τοιοῦτοι πὼς ὑψώθησαν μέχρι τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ πὼς αἰσθάνονται τὸν Θεὸ μέσα τους· καὶ κάποτε, βυθισμένοι μέσα σὲ κάποιες σκέψεις καὶ λογισμοὺς περιέργους καὶ ὑψηλούς, νομίζουν πὼς ἄφησαν σχεδὸν τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ ἁρπάγησαν μέχρι τὸν τρίτο οὐρανό.

Ἀλλά, σὲ πόσα σφάλματα εἶναι μπλεγμένοι αὐτοὶ καὶ πόσο εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ τελειότητα, μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβη ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὰ ἤθη τους. Γιατὶ, αὐτοὶ θέλουν νὰ προτιμοῦνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους σὲ κάθε τί ποὺ ὑπάρχει· εἶναι ἰδιόρρυθμοι καὶ ἰσχυρογνώμονες στὸ θέλημά τους, εἶναι τυφλοὶ σε ὅλα τὰ δικά τους, μὲ ἐπιμέλεια ὅμως ἐξετάζουν τοὺς λόγους καὶ τὶς πράξεις τῶν ἄλλων, ἂν τοὺς ἀγγίξη κάποιος λίγο στὴ μάταιη ὑπόληψι τῆς τιμῆς τους, ποὺ αὐτοὶ νομίζουν πὼς ἔχουν καὶ ποὺ (σὲ ὑπόληψι) θέλουν νὰ τοὺς ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι· ἢ ἐὰν τοὺς ἐμπόδιση κάποιος ἀπὸ κεῖνες τὶς εὐλάβειες καὶ τὶς ἀρετές, μὲ τὶς ὁποῖες καταπιάνονται (ὁ Θεὸς νὰ φυλάει!) ἀμέσως συγχύζονται, ἀμέσως ἀνάβουν ὅλοι ἀπὸ θυμὸ καὶ γίνονται ἔξαλλοι.

Καί, ἂν ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ τοὺς φέρῃ σὲ ἀκριβὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ στὸν ἀληθινὸ δρόμο τῆς τελειότητας, τοὺς στείλη θλίψεις καὶ ἀρρώστειες ἢ παραχωρήσῃ νὰ τοὺς ἔρθουν διωγμοὶ (οἱ ὁποῖοι εἶναι τὸ δοκιμαστήριο ποὺ δοκιμάζει τοὺς γνήσιους καὶ ἀληθινοὺς δούλους του), τότε φανερώνουν τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς τους, πὼς εἶναι διεφθαρμένοι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Γιατὶ, σὲ κάθε λυπηρὸ γεγονὸς ποὺ συμβαίνει, δὲν θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μένουν ἀναπαυμένοι στὶς δίκαιες, ἂν καὶ κρυφὲς κρίσεις τοῦ Θεοῦ, οὔτε θέλουν κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ταπεινωθέντα καὶ παθόντα Υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ ταπεινωθοῦν κάτω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα, ἔχοντας γιὰ ἀγαπητοὺς φίλους τους τοὺς διῶκτες, σὰν ὄργανα τῆς θείας ἀγαθότητας καὶ συνεργοὺς τῆς σωτηρίας τους.

Ὁπότε εἶναι φανερὸ πὼς βρίσκονται σὲ μεγάλο κίνδυνο. Γιατὶ, ἔχοντας τὸ ἐσωτερικὸ μάτι, δηλαδὴ τὸν νοῦ τους, σκοτεινό, βλέπουν μὲ ἐκεῖνο τὸν ἑαυτόν τους· καὶ σκεπτόμενοι νὰ πετύχουν τὶς ἐξωτερικὲς πράξεις ποὺ κάνουν, πὼς εἶναι καλές, νομίζουν πὼς ἔφτασαν στὴν τελειότητα· καὶ κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ὑπερηφανευόμενοι, κατακρίνουν τοὺς ἄλλους. Γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀλλάξη ἄλλος κάποιους ἀπὸ αὐτούς, πάρα μόνο μία ξεχωριστὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ εὐκολώτερα μετατρέπεται στὸ καλὸ ὁ φανερὸς ἁμαρτωλός, παρὰ ὁ ἀπόκρυφος καὶ σκεπασμένος μὲ τὸ κάλυμμα τῶν φαινομενικῶν ἀρετῶν.

Τώρα λοιπὸν ποὺ γνώρισες πολὺ καλὰ ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἡ τελειότητα δὲν στέκεται σὲ αὐτὲς τὶς ἀρετές, ποὺ εἴπαμε, γνώριζε ὅτι δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄλλα παρὰ ἀπὸ (4) τὴν γνῶσι τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς μεγαλειότητας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικῆς μας μηδεναμηνότητας καὶ κλίσεως σὲ κάθε κακὸ στὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ μας· στὴν ὑποταγή, ὄχι μόνο του Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν κτισμάτων, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὴν ἀποστροφὴ κάθε δικοῦ μας θελήματος, τέλειας ὑπακοῆς στὸ Θεῖο θέλημα· καὶ ἀκόμη, νὰ τὰ θέλουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ τὰ κάνουμε ξεκάθαρα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ (5) καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσουμε σὲ αὐτόν, καὶ γιατὶ ἔτσι θέλει καὶ αὐτὸς καὶ ἔτσι πρέπει νὰ τὸν ἀγαπᾶμε καὶ νὰ τὸν ὑπηρετοῦμε.

Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀγάπης, αὐτὸς ποὺ ἔχει γραφτεῖ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὶς καρδίες τῶν πιστῶν δούλων του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὴν ὁποία ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Αὐτὸς εἶναι ὁ γλυκὸς ζυγὸς τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ φορτίο του τὸ ἐλαφρό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία μᾶς προσκαλεῖ ὁ λυτρωτής μας καὶ Διδάσκαλος μὲ τὸ δικό του παράδειγμα καὶ μὲ τὴ φωνή του (6).

Λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ, ποὺ ἐπιθυμεῖς νὰ φθάσης στὸ ὕψος αὐτῆς τῆς τελειότητας, ἐπειδὴ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνῃς μία ἀκατάπαυστη πάλη μὲ τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ νικήσῃς γενναῖα καὶ νὰ ἐξουδετερώσῃς ὅλα τὰ θελήματα μεγάλα καὶ μικρά, ἀναγκαστικά, πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇς μὲ κάθε προθυμία τῆς ψυχῆς σου σὲ αὐτὸ τὸν πόλεμο (γιατί, τὸ στεφάνι δὲν δίνεται σὲ ἄλλο, παρὰ μόνο στὸν γενναῖο πολεμιστή)· ὁ ὁποῖος πόλεμος, καθὼς εἶναι δυσκολώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλο πόλεμο (γιατὶ πολεμώντας ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, πολεμούμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτό μας), ἔτσι καὶ ἡ νίκη ποὺ πετυχαίνουε σὲ αὐτόν, θὰ εἶναι ἐνδοξότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη, καὶ περισσότερο εὐπρόσδεκτη στὸν Θεό. Γιατὶ ἂν θελήσῃς νὰ θανατώσῃς τὰ ἄτακτα πάθη σου, καὶ τὶς ἐπιθυμίες καὶ θελήματά σου, θὰ ἀρέσῃς στὸν Θεὸ περισσότερο, καὶ θὰ τὸν ὑπηρετῆς καλύτερα, παρὰ νὰ μαστιγώνεσαι μέχρι νὰ βγάλης αἷμα, καὶ νὰ νηστεύῃς περισσότερο ἀπὸ τοὺς παλιοὺς ἐρημῖτες, καὶ παρὰ νὰ ἐπέστρεφες στὸ καλὸ χιλιάδες ψυχές, ὄντας ἐσὺ κυριευμένος ἀπὸ τὰ πάθη (7).

Γιατὶ, ἂν κι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ περισσότερο τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ψυχῶν, ἀπὸ τὴ νέκρωσι ἑνὸς μικροῦ θελήματος, ὅμως ἐσύ, ἀγαπητέ, δὲν πρέπει νὰ θέλῃς, οὔτε νὰ κάνῃς τίποτα ἄλλο βασικώτερο, ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ὁ Θεὸς ζητᾷ, καὶ θέλει πλέον ἀποκλειστικὰ ἀπὸ σένα· γιατὶ αὐτός, βεβαιότατα, καλύτερα εὐχαριστεῖται στὸ νὰ ἀγωνίζεσαι γιὰ νὰ ἀπονεκρώσῃς ἐσὺ τὰ δικά σου πάθη, παρὰ στὸ νὰ κάνῃς ὁποιοδήποτε ἄλλο πρᾶγμα, καὶ ἂς εἶναι μεγάλο καὶ σπουδαῖο, παραβλέποντας τὰ πάθη σου.

Τώρα λοιπόν, ποὺ ἔμαθες ἀπὸ τί ἀποτελεῖται ἡ χριστιανικὴ τελειότητα καὶ ὅτι γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃς πρέπει νὰ ἔχῃς ἕνα παντοτινὸ καὶ σκληρότατο πόλεμο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προμηθευτῇς τέσσερα πράγματα, σὰν ὁπλισμὸ πολὺ ἀσφαλῆ καὶ ἀναγκαῖο, γιὰ νὰ γίνῃς νικητὴς σὲ αὐτὸν τὸν ἀόρατο πόλεμο καὶ νὰ λάβης τὸ στεφάνι. Καὶ αὐτὰ εἶναι: α) τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι ποτὲ τὸν ἑαυτόν σου, β) τὸ νὰ ἔχῃς πάντα ὅλο σου τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεὸ γ) τὸ νὰ ἀγωνίζεσαι πάντα· καὶ δ) τὸ νὰ προσεύχεσαι. Γιὰ αὐτὰ θέλω νὰ σοῦ μιλήσω ξεχωριστά, σὺν Θεῷ, σύντομα.


1. Ἡ τελειότητα τῶν χριστιανῶν ἀπαιτεῖται σὰν ἐντολὴ καὶ παραδίδεται στὴν Καινὴ Διαθήκη γιατὶ λέγει ὁ Κύριος· «νὰ εἶσθε τέλειοι, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ Πατέρας σας» (Ματθ. 5,48). Καὶ ὁ Παῦλος λέει «τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε» (Α´ Κορινθ. 14,20)· καὶ πάλι «νὰ εἶσθε τέλειοι καὶ νὰ ἐκπληρώνετε σὲ ὅλα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ» (Κολοσ. 4,12). Καὶ πάλι· «Στὴν τελειότητα ἂς ὁδηγούμαστε» (Ἐβρ. 6,1). Προανεκηρύχθηκε αὐτὴ σὰν ἐντολὴ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, γιατὶ λέει στοὺς Ἰουδαίους ὁ Θεὸς στὸ Δευτερονόμιο: «Νὰ εἶσαι τέλειος ἀπέναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου» (18,18). Καὶ ὁ Δαβὶδ διατάζει τὰ ἴδια στὸν υἱό του τὸν Σολομῶντα. «Καὶ τώρα παιδί μου Σολομῶντα, νὰ γνωρίσῃς τὸν Θεὸ τῶν πατέρων σου καὶ νὰ τὸν ὑπηρετήσῃς μὲ ὅλη σου τὴν καρδιὰ καὶ προθυμία ψυχῆς» (Α´ Παραλ. 28,9). Συμπεραίνουμε λοιπόν, ὅτι ἀπαιτεῖ ὁ Θεὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ ἀσκοῦν καὶ νὰ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τὴν τελειότητα, δηλαδὴ ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός, νὰ γίνουμε τέλειοι σὲ ὅλες τὶς ἀρετές.

2. Γιὰ αὐτὴ βλέπε στὸ μς᾿ κεφάλαιο.

3. Σημείωσε, ὅτι, κατὰ τοὺς θεολόγους, βλάβη τοῦ Θεοῦ λέγεται, κάθε ἁμαρτία ἁπλά, γιατὶ βλάπτει, πληγώνει καὶ ἐναντιώνεται στὸ Θεόν. Καὶ κατὰ τὸ ὅτι αὐτὴ μὲν δὲν ὑπάρχει σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός, βλάπτει καὶ ἐναντιώνεται στὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ καθότι εἶναι κακό, βλάπτει τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, καθότι εἶναι ἀσθένεια καὶ ἀδυναμία, βλάπτει τὴν δύναμί του, καθότι ἀγνωσία, βλάπτει τὴν σοφία του. Καὶ ἁπλά, καθότι αὐτὴ εἶναι καὶ λέγεται ἀτελειότητα καὶ παράλειψη, βλάπτει καὶ ἐναντιώνεται στὶς ἄπειρες τελειότητες τοῦ Θεοῦ καὶ καθότι παράβαση καὶ ἀνομία βλάπτει καὶ πληγώνει τοὺς νόμους καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ καθώς, κάθε λόγος ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὀνομάζεται βλασφημία, γιατὶ βλάπτει τὴν φήμη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ κάθε ἁμαρτία βλάβη λέγεται τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο γιατὶ ἀπὸ μόνη της ἐναντιώνεται σὰν μεγαλύτερο κακὸ στὸ μεγαλύτερο κακό, ἀλλὰ γιατὶ καὶ σὰν γίνεται στὰ κτίσματα τοῦ Θεοῦ, κάνει νὰ βλασφημῆται ὁ Κτίστης αὐτῶν, πὼς εἶναι καὶ αὐτὸς τέτοιος κακός, καὶ στὴ συνέχεια ὅτι ἔκτισε καὶ τέτοια κακά· καθὼς καὶ ἡ ἀρετὴ τῶν κτισμάτων, κάνει νὰ δοξάζεται καὶ ὁ Κτίστης τους.

4. Βλέπε ἀγαπητέ, πόσο ἄριστη εἶναι ἡ τάξι καὶ ἡ μέθοδος, ποὺ μεταχειρίζεται αὐτὸ τὸ βιβλίο. Ἐπειδὴ κάθε τάξι καὶ τέχνη, ἀπὸ τὸ σκοπό της γνωρίζεται, σύμφωνα μὲ τὸ φιλοσοφικὸ ἀξίωμα καὶ τὸ τέλος ποὺ προκατασκευάζεται καὶ στοχεύεται σύμφωνα μὲ τὴν διάνοια, ἀρχὴ γίνεται καὶ λόγος τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐπιχειρήσεως κάθε πράγματος· γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ βιβλίο αὐτό, πρὶν ἀπὸ κάθε τί ἄλλο, προσθέτει ἐδῶ στὴν ἀρχή, τὴν τελειότητα καὶ τὸ σκοπὸ ὅλου αὐτοῦ τοῦ ἀοράτου πολέμου, ὥστε γνωρίζοντας τὰ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ πρόκειται νὰ πολεμήσουν, νὰ μὴν πλανηθοῦν μὲ τίποτα ἄλλο, ἀλλὰ νὰ κατευθύνωνται πρὸς αὐτό, σὰν σὲ σημεῖο καὶ πρὸς μία κατεύθυνσι νὰ ὁδηγοῦν ὅλες τὶς πράξεις τους.

5. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος διατάζει νὰ κάνουμε γενικὰ ὅλα μας τὰ ἔργα γιὰ μόνο τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ λέγοντας «Εἴτε τρῶτε, εἴτε πίνετε, εἴτε κάτι ἄλλο κάνετε, ὅλα νὰ τὰ κάνετε γιὰ τὴν δόξα» (Α´ Κορ. 10,31).

6. Καὶ ἀληθινά, τὸ νὰ ὑποτασσώμαστε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ πάντα καὶ νὰ προτιμᾶμε αὐτὸ ἀπὸ τὸ δικό μας, καὶ μὲ τὴν φωνή του μᾶς τὸ ἐδίδαξε ὁ ἀρχηγὸς καὶ τελειωτὴς τῆς σωτηρίας μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος μᾶς παράγγειλε νὰ προσευχώμαστε καὶ νὰ λέμε «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς... γεννηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. 6,10), καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του, γιατὶ καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του, ἀμέσως ποὺ μπῆκε στὸ κόσμο, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐζήτησε νὰ κάνῃ κατὰ τὸν Παῦλο ποὺ λέει: «Νά, ἔρχομαι νὰ κάνω τὸ θέλημά σου» (Ἑβρ. 10,9)· καὶ στὸ μέσον τοῦ Εὐαγγελίου του, αὐτὸ ἔλεγε «κατέβηκα ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὄχι γιὰ νὰ κάνω τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ θέλημα ἐκείνου ποὺ μ᾿ ἔστειλε» (Ἰωάν. 6,38)· καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, αὐτὸ τὸ ἴδιο ἐσφράγισε λέγοντας, στὴν προσευχή· «Πάτερ, ἂς μὴ γίνῃ τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ δικό σου» (Λουκ. 22,42).

7. Τὰ ἴδια σχεδὸν λέει καὶ ὁ ἄββας Ἰσαὰκ (λόγ. κγ´), ὅπου λέει: «Εἶναι καλύτερο νὰ λύσῃς τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸν σύνδεσμο τῆς ἁμαρτίας, παρὰ νὰ ἐλευθερώσῃς δούλους ἀπὸ τὴν δουλεία»· καὶ ἄλλα πολλὰ σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ ἐξηγοῦνται ἐδῶ (ἀνάγνωσε καὶ τὸν νς᾿ λόγο τοῦ ἰδίου).


orthodoxfathers.com

ΚΑΙ ΟΜΩΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ!!!

Στην Εκκλησία ομιλούμε για εξέλιξη του ανθρώπου


όχι από τον πίθηκο στον άνθρωπο, αλλά από τον άνθρωπο στον Θεό.


Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος



«Οι Πατέρες, μιλώντας για την Μεταμόρφωση του Χριστού και την μέθεξη της θείας δόξης, κάνουν λόγο για προσωπική ανάβαση στο όρος της θεοπτίας. Συνεχής είναι η κραυγή της Εκκλησίας: "λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς το φως σου το αΐδιον". Και σε μια σχετική ευχή κατά την πρώτη ώρα αισθανόμαστε την ανάγκη να παρακαλέσουμε τον Χριστό: "Χριστέ, το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψόμεθα φως το απρόσιτον".

Χρειάζεται διαρκής άνοδος και εξέλιξη. Στην Εκκλησία ομιλούμε για εξέλιξη του ανθρώπου όχι από τον πίθηκο στον άνθρωπο, αλλά από τον άνθρωπο στον Θεό.

Και αυτή η εκκλησιαστική θεωρία της εξελίξεως δίνει νόημα ζωής και ικανοποιεί όλα τα εσωτερικά προβλήματα και τις υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπου».


Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος

Από το βιβλίο: «Οι Δεσποτικές Εορτές»

Κεφ. Α7, Εκδόσεις Ι. Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου

Ο μοναχισμός σήμερα

Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Στην αίθουσα συνεδρίων του ιερού κοινοβίου του οσίου Νικηδήμου στον Πεντάλοφο Γουμένισσας, μετοχίου της ιεράς μονής Σίμωνος Πέτρα του Αγίου Όρους, πραγματοποιήθηκε από 31/8-1/9/2011 συνέδριο περί μοναχισμού με τη συμπλήρωση τριάντα ετών από της ιδρύσεως του κοινοβίου.
Το συνέδριο χαιρέτισαν θερμά ο εκπρόσωπος της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους Γέρων Νικόδημος Αγιοπαυλίτης, ο εκπρόσωπος της μονής Σίμωνος Πέτρας ιερομόναχος Θεολόγος, ο περιφερειάρχης Μακεδονίας Παναγιώτης Ψωμιάδης και ο δήμαρχος Παιονίας Α. Λαπόρδας. Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο καθηγούμενος του κοινοβίου αρχιμ. Χρυσόστομος, ο οποίος ανέγνωσε και μελέτη του αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου περί του ευαγγελικού μοναχισμού και της οργανώσεως του κοινοβίου, με γνώση της ιστορίας, των μοναχικών θεσμών και της σημερινής καταστάσεως του μοναχισμού. Ο ιερομ.Χρυσόστομος Αγιονικοδημίτης έκανε την εισαγωγική ομιλία της τριαντάχρονης ιστορίας του κοινοβίου του οσίου Νικοδήμου.
Πραγματοποιήθηκαν οκτώ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις από διακεκριμένους ρασοφόρους. Αναπτύχθηκαν θέματα διάφορα περί του μοναχισμού. Υπήρξε και αυτοκριτική, για το ποιος θα πρέπει να είναι ο γνήσιος πνευματικός πατέρας, τι θα τον χαρακτηρίζει και τι θα πρέπει να απουσιάζει από αυτόν για να καθοδηγεί ψυχές ορθά. Πώς στέκεται ο μοναχισμός στη σύγχρονη πνευματική και οικονομική κρίση. Το παράδειγμά του, εγκρατείας, μετανοίας και σεμνότητος, είναι ενδεικτικό και διδακτικό. Παρουσιάστηκαν φωτεινές μορφές σύγχρονων Γερόντων που με τον λόγο, την εμπειρία και το βίωμά τους βοήθησαν πολλούς πολύ. Ειπώθηκε πως ο μοναχισμός είναι ευγγελιοπαράδοτος και αγιοπατερικός.
Αναφέρθηκαν στοιχεία και σημεία τριβής και διαφοράς μονών και επισκόπων με βάση την ιστορία, την παράδοση και τη νεότερη νομολογία. Τονίστηκε πως το γνήσια αναγεννητικό κίνημα των ιεροπρεπών Αγιορειτών λεγομένων Κολλυβάδων στάθηκε υποστηρικτής των πατρώων, αναγεννητής της παραδόσεως, αυστηρός ελεγκτής των αιρετικών, των διαφωτιστών και των μοντέρνων παρερμηνευτών. Εντοπίσθηκε η μοναχική πολιτεία ως ισάγγελος μοναχική βιοτή βάσει των αποφθεγμάτων οσίων πατέρων. Τέλος αναφέρθηκε πως η φυγή του μοναχού από τον κόσμο δεν γίνεται από μίσος στον κόσμο αλλά από μεγάλη αγάπη στον Θεό. Ο εγκλεισμός στο κελί του δεν γίνεται για να απομονωθεί, αλλά για να μελετήσει, να προσευχηθεί, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να τον διορθώσει. Ο αβάς Μωυσής λέγει: “Κάθου εις το κελλίον σου και αυτό σε διδάξει πάντα”.
Σε μια εποχή ταραγμένη, συγχύσεως, θορύβου,στενοχώριας και απελπισίας, τι έχε να πει ο μοναχισμός; Οι μοναχοί είναι φυγόπονοι και μισόκοσμοι; Είναι εαυτούληδες και καλοπερασάκηδες; Κοιτούν τον εαυτό τους και δεν νοιάζονται για τίποτε άλλο; Όχι! Στην ησυχία της ερήμου,στην κοινωνία του κοινοβίου, στην τάξη των σκητών και τη γαλήνη των κελιών επικρατεί ειρήνη. Δεν κυριαρχεί η σύγχυση, ο θόρυβος και η ταραχή. Η ακτημοσύνη των μοναχών, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, η σεμνότητα, η ολιγάρκεια και η ταπεινοφροσύνη τούς ελευθερώνουν, τους αναπτερώνουν, τους χαροποιούν. Ο μοναχός δεν φοβάται τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, τα προβλήματα και τις δυσκολίες, αλλά ωριμάζει μέσα από αυτά. Δεν μπορεί ο καλός μοναχός να μισεί τον κόσμο, τον άνθρωπο, τον συνάνθρωπο, αλλά το κοσμικό και αντίθεο φρόνημα. Δεν οκνεύει ο μοναχός, αλλά εργάζεται, διακονεί, αγωνίζεται, προσπαθεί, πέφτει και σηκώνεται συνεχώς. Ζει για τους απλούς και όχι για τον εαυτό του, τον οποίο κρίνει και αυστηρά. Δεν είναι σκληροί, αδιάφοροι και ακατάδεκτοι μοναχοί.Συμπονούν, συμπαρίστανται, συναντιλαμβάνονται και προσεύχονται.
Είναι αλήθεια πως έχει παρεξηγηθεί από πολλούς ο μοναχισμός. Θεωρείται αχρείαστος και άχρηστος, ανώφελος και ανοημάτιστος. Όλοι μπορούν να κάνουν σήμερα τα πάντα και μόνο να αγαπάς τον Θεό ολοκληρωτικά δεν μπορείς. Ο μοναχισμός έχει λαμπρή ιστορία, μεγάλη προσφορά,δίκαιη εκτίμηση και δικαιολογημένο θαυμασμό από πολλούς. Ως πρόσωπα ορισμένοι μπορεί να λανθάνουν και να καθίστανται αξιολύπητοι. Ο μοναχισμός όμως, ως ιερός και αρχαίος θεσμός, παραμένει αξιόπιστος και αξιοσέβαστος. Έχει πολλά να πει στον σύγχρονο παραπαίοντα κόσμο. Έχει να φωτίσει, να παρηγορήσει πολλούς, και σήμερα και αύριο. Μην εύκολα τον κατηγορούμε ως ελεγχόμενοι από αυτόν. Ο μοναχισμός θα χρειαστεί ακόμη πιο πολύ. Δεν είπε ακόμη τον τελευταίο λόγο του.Δεν είπε “δι’ ευχών”. Γνωρίζει να υπομένει και να αγαπά αληθινά.
 

Το Ευαγγέλιο είναι πάνω από την πολιτική

Πολύ συχνά ακούμε, κυρίως από τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους, ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να αναμιγνύεται στην πολιτική αλλά να περιορίζεται στα του οίκου Της. Αυτούσια, μάλιστα, αυτή τη φράση υιοθέτησε πρόσφατα και ένας ιεράρχης της Ηπείρου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι και ποιμένες της Εκκλησίας έχουν παγιδευτεί στην περίεργη αυτή λογική, νομίζοντας ότι έτσι εκφράζουν την αλήθεια και προφυλάσσουν την Εκκλησία από την εκκοσμίκευσή Της!
* * *
Πριν εξετάσουμε αν αληθεύουν οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στο θέμα αυτό, είναι χρήσιμο και αναγκαίο να διερευνήσουμε τη σκοπιμότητα πού υπαγορεύει τον ισχυρισμό τους ότι δεν πρέπει τάχα να αναμιγνύεται η Εκκλησία στην πολιτική. Δεν θα κάνουμε φανταστικές, άδικες και συκοφαντικές υποθέσεις εις βάρος τους, αλλά θα στηριχθούμε σε πραγματικά γεγονότα, πού μπορεί ο καθένας να επιβεβαιώση.
Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι και πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατηγορούν πλειστάκις, ευκαίρως-ακαίρως, την Εκκλησία ότι δεν έκανε τίποτα κατά τη διάρκεια της επταετίας εναντίον της δικτατορίας; Γιατί την κατηγορούν, αφού πιστεύουν ότι δεν πρέπει η Εκκλησία να πολιτεύεται; Αν ήσαν συνεπείς με το πιστεύω τους αυτό, έπρεπε να την επαινούν πού δεν ανεμίχθη στα πολιτικά πράγματα της επταετίας. Αυτοί, όμως, έχουν το σκοπό τους πού την κατηγορούν και γι’ αυτό πρός στιγμήν κάνουν πώς λησμονούν το πιστεύω τους. Την κατηγορούν γιατί θέλουν να την χρησιμοποιούν μόνο όταν αυτοί κρίνουν ότι εξυπηρετείται το πολιτικό τους παιχνίδι και οι κομματικοί τους σχεδιασμοί και όχι όποτε κρίνει η Εκκλησία ότι πρέπει να μιλήση.
Βεβαίως η αλήθεια είναι ότι η Εκκλησία ανεμίχθη και κατά την περίοδο της δικτατορίας και ήλεγξε τους δικτάτορες, όταν παρέβαιναν τις ευαγγελικές εντολές, λόγω δε αυτού του ελέγχου εκθρονίσθηκε ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, στη θέση του οποίου η δικτατορία εγκατέστησε τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, τον οποίον διετήρησαν και όλες οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, για να φανή περίτρανα ότι οι πολιτικοί δεν ανέχονται τους κληρικούς πού έχουν λόγο αληθείας, γιατί ο λόγος αυτός τους χαλάει τα σχέδια και δεν μπορούν να παραπλανούν τους ανθρώπους. Έτσι, δίνουν τη “ρετσινιά” του χουντικού στον αρχιεπίσκοπο πού τους αντιστέκεται και απονέμουν τον τίτλο του δημοκρατικού σ’ αυτόν πού τους κάνει τα χατήρια ή είναι αφωνότερος ιχθύος, αδιαφορώντας αν αυτός επεβλήθη από τους δικτάτορες της στυγνότερης περιόδου της επταετίας! Οι πολιτικοί θέλουν να εκφράζεται πολιτικά η Εκκλησία μόνο σε θέματα της επιλογής και της εγκρίσεώς τους. Θέλουν μια Εκκλησία πού να πιστεύη και να ενεργή σαν τους σταυρωτάς του Χριστού. Μια Εκκλησία πού θα συντάσσεται με το «ουκ έχομεν Βασιλέα ει μη Καίσαρα!», γιατί μόνο μια τέτοια Εκκλησία τους αφήνει ασύδοτους να συρρικνώνουν την αλήθεια στα μέτρα των σκοπιμοτήτων τους!
Για να συμπληρώσουμε τη διερεύνηση των προθέσεων των πολιτικών πρέπει να διερωτηθούμε: Γιατί, άραγε, αυτοί κόπτονται τόσο πολύ, διαλαλώντας σε όλους τους τόνους ότι δεν πρέπει να αναμιγνύεται η Εκκλησία στην πολιτική; Αυτό το “πρέπει” από πού πηγάζει; Ποιός το απαιτεί και γιατί; Μήπως πηγάζει από το γνήσιο ενδιαφέρον των πολιτικών και των δημοσιογράφων για την διασφάλιση της πνευματικότητος της Εκκλησίας, πού κινδυνεύει τάχα από την έλλειψη συνέσεως στους κληρικούς; Όχι βέβαια! Κανείς μας δεν είναι τόσο αφελής για να πιστεύη τέτοια παραμύθια. Εξ άλλου η συστηματική πολεμική πού υφίσταται η ορθόδοξη πίστη μας και η ευσέβεια του λαού μας από τις λυσσαλέες επιθέσεις και των δύο αυτών παρατάξεων αλλά και η αντιευαγγελική νομοθεσία πού καθημερινά πληθαίνει στον τόπο μας δεν αφήνουν περιθώρια και στον αφελέστερο των ανθρώπων να παραμένη αφελής!
Τότε, γιατί η επιμονή τους; Απλούστατα, γιατί δεν θέλουν να ακούγεται ο λόγος της Εκκλησίας επειδή γνωρίζουν πολύ καλά την τεράστια δύναμη της Εκκλησίας! Γνωρίζουν πώς ο λαός εμπιστεύεται τους ιερείς του, γιατί οι κληρικοί ξυπνάμε τον λαό και δεν τον αφήνουμε να πέφτη θύμα των παραπλανήσεων και των παγίδων, πού με μαεστρία του στήνουν, με στόχο να υποκλέψουν την έγκριση των πολιτών για τα εκθεμελιωτικά σχέδιά τους, παρουσιάζοντας έντεχνα τις ενέργειές τους αυτές ως λαϊκή επιταγή!
Σ’ ένα πρόχειρο αντίλογό τους, με τον οποίο επιχειρούν να εξηγήσουν τη μανία πού έχουν για να βάλουν φίμωτρο στην Εκκλησία, ισχυρίζονται πώς τάχα οι κληρικοί δεν ψηφίζονται και γι’ αυτό δεν νομιμοποιούναι να έχουν πολιτικό λόγο(!) Όμως, ούτε οι δημοσιογράφοι ψηφίζονται και παρά ταύτα, όχι μόνο έχουν πολιτικό λόγο αλλά και πολλές φορές έχουν τόσο καθοριστικό και κοφτερό λόγο, πού εγκαλούν και βάζουν σε πολύ δύσκολη θέση υπουργούς και πρωθυπουργούς! Οι δημοσιογράφοι, χωρίς να ψηφίζονται, έχουν κατορθώσει να θεωρούνται από όλους ως τετάρτη εξουσία(!), ενώ κατ’ ουσίαν είναι η πρώτη και σχεδόν μοναδική εξουσία, αφού καταντήσαμε να μην μπορούμε ούτε “κίχ” να κάνουμε χωρίς την έγκριση των δημοσιογράφων!
Όμως εις πείσμα των αντιφρονούντων, οι κληρικοί ψηφίζονται από το λαό και μάλιστα, όπως έλεγε ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, δεν ψηφίζονται αναγκαστικά (όπως στα προκαθορισμένα ψηφοδέλτια, πού εκφράζουν τον κομματάρχη πού συμπεριέλαβε τα συγκεκριμένα ονόματα) αλλά ψηφίζονται ολόψυχα με το να ανοίγουν οι άνθρωποι μπροστά τους διάπλατα τις ψυχές τους, αποκαλύπτοντάς τους τα μύχια της υπάρξεώς τους, τις αμαρτίες αλλά και τους αγαθούς και κατά Θεόν πόθους τους.
Οι κληρικοί, παρά ταύτα, δεν διεκδίκησαν και δεν διεκδικούν ετσιθελικά να γίνουν ηγέτες του λαού, ούτε έχουν συμφέροντα και προσδοκίες κοσμικής εξουσίας, είναι, όμως, υποχρεωμένοι να σταθούν στο πλευρό των ανθρώπων και να ακούσουν τη φωνή απογνώσεώς τους πού τους ζητεί κάτι να κάνουν πριν είναι πολύ αργά.
Ο λαός βλέπει τους κληρικούς αληθινούς πατέρες του, γιατί τους ζει καθημερινά από κοντά, να τον στηρίζουν, να τον διαφωτίζουν, να τον προστατεύουν, να τον καθοδηγούν. Ο πιστός λαός δεν καθοδηγείται από την τηλεόραση στο να γνωρίση τους ποιμένες του αλλά τους γνωρίζει προσωπικά μετά από προσεκτική έρευνα. Ο πιστός λαός ξέρει πως, αφού έχουν σαπίσει όλες οι δομές της κοινωνίας δεν μπορεί να εξαιρούνται και κάποιοι πού ευρίσκονται στον ιερό κλήρο, γι’ αυτό ερευνά να ανεύρη αυτούς πού είναι πιστοί στην αποστολή τους και του εμπνέουν εμπιστοσύνη και δεν επηρεάζεται αυτή του η εμπιστοσύνη από την τηλεόραση, πού συστηματικά και με πρόθεση προβάλλει και παρουσιάζει ό,τι χειρότερο και ευτελέστερο σε ποιότητα κληρικών όλων των βαθμών υπάρχει σήμερα στον εκκλησιαστικό οργανισμό.
Αυτός ο πιστός λαός όχι μόνο εγκρίνει αλλά και ζητεί εναγωνίως από τους ποιμένες του να μιλήσουν, να πάρουν θέση και να κάνουν κάτι για να αλλάξη η θανατηφόρα πορεία του σύγχρονου κόσμου.
* * *
Είδαμε ότι δεν είναι λογική ούτε συνταγματική η απαίτηση των πολιτικών και των δημοσιογράφων –των κατ’ εξοχήν εκφραστών της παγκοσμίου διαπλοκής– για τη φίμωση της Εκκλησίας, αφού κανείς δεν μπορεί να στερήση από τους κληρικούς το δικαίωμα του εκφράζεσθαι, πού έχουν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες των δημοκρατικών χωρών.
Παρά ταύτα, η Εκκλησία, παρά το αναφαίρετο, δηλαδή, δικαίωμά Της, δεν είναι Εκείνη πού εμπλέκεται στην πολιτική, αλλά οι πολιτικοί είναι αυτοί πού εμπλέκονται ασύστολα και δικτατορικά στην περιοχή του Θεού, πού είναι η περιοχή της Εκκλησίας.
Το Ευαγγέλιο δεν αφορά μόνο στην μέλλουσα ζωή των ανθρώπων, ώστε οι ιερείς να ασχολούνται μόνο με τα μετά θάνατον, αλλά θεωρεί την παρούσα ζωή, με όλες τις λεπτομέρειές της, ως προϋπόθεση και πρόκριμα για την σωτηρία του ανθρώπου. Συνεπώς, ενδιαφέρουν άμεσα το Ευαγγέλιο οι συνθήκες πού επικρατούν στην καθημερινή μας ζωή, γιατί αυτές είναι πού επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά τους ανθρώπους. Και σαφώς επηρεάζουν αρνητικά οι συνθήκες πού επαινούν και προωθούν την αμαρτία και την διαστροφή και διακωμωδούν και διασύρουν την ηθική και την ευλάβεια.
Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήση κανείς πολύ για να καταφανή ότι δουλειά της Πολιτείας είναι μόνο η γεωργία, το εμπόριο, οι συγκοινωνίες, οι τέχνες, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η αστυνόμευση, οι δίκες των ενόχων και η εξωτερική πολιτική. Δεν είναι η διαμόρφωση του ήθους των ανθρώπων, δηλαδή της εν γένει καλλιεργείας και παιδείας τους, ούτε ο προσδιορισμός του τι είναι χριστιανικό και τι όχι. Αυτό είναι έργο αποκλειστικά της Εκκλησίας. Βεβαίως και οι δραστηριότητες πού αναγνωρίζονται ως έργο της Πολιτείας δεν μπορούν να αποξενώσουν την Εκκλησία, γιατί η πνευματική εποπτεία όλων των τομέων της ανθρωπίνης δραστηριότητος ανήκει στο Θεό και, συνεπώς, στην Εκκλησία Του. Και Εκκλησία του Θεού δεν είναι η εκάστοτε Εκκλησιαστική Διοίκηση αλλά ο κλήρος και ο λαός πού τηρούν το Ευαγγέλιο και το θέτουν πάνω από κάθε επίγεια αρχή και εξουσία. Είναι εκείνοι, πού δεν διανοούνται να δεχθούν παραχαράξεις του Ευαγγελίου, όχι μόνο από τους πολιτικούς αλλά ούτε από «αγγέλους φωτός»!
Έτσι η Εκκλησία θα μπορούσε για πολλά πράγματα να κατηγορήση την Πολιτεία και τους πολιτικούς, βλέποντας ότι δεν τους απασχολεί το ότι ο λαός ταπεινώνεται και εξευτελίζεται κάθε μέρα στις δημόσιες Υπηρεσίες και πρέπει να βάλη “μέσον” για να πετύχη αυτό πού είναι στοιχειώδες δικαίωμά του. Δεν τους απασχολεί ότι ο λαός μας δεν μπορεί να βαστάση άλλο τις ανάλγητες, Διοκλητιανού τύπου, φορολογίες, με αποτέλεσμα να περιορίζη τα μέλη της οικογενείας του, αποφεύγοντας την τεκνογονία, αφού έχει φθάσει στην απόγνωση. Δεν τους απασχολεί ότι οι περισσότεροι γιατροί στα νοσοκομεία συμπεριφέρονται στους ασθενείς σαν να είναι υποζύγια, χωρίς να τους ενημερώνουν στοιχειωδώς για την εξέλιξη της ασθενείας τους και χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους την γνώμη τους. Δεν τους απασχολεί ότι τα Πανεπιστήμιά μας βγάζουν κάθε χρόνο και πιο αγράμματους και απολίτιστους αποφοίτους, με φυσικό επακόλουθο να έχουν καταντήσει τα σχολεία μας περισσότερο άντρα ασυδοσίας και εξτρεμισμού παρά εργαστήρια γνώσεως και πνεύματος. Δεν τους απασχολεί ότι οι αγρότες παίρνουν τα ψίχουλα και οι κάθε λογής μεσάζοντες, χωρίς να κοπιάσουν, λαμβάνουν την μερίδα του λέοντος. Δεν τους απασχολεί η λαϊκή κατακραυγή και η αγανάκτηση του λαού πού βλέπει τους μισθούς του σκληρού μόχθου του να παραμένουν σχεδόν στάσιμοι ενώ η ακρίβεια πολλαπλασιάζεται, και από την άλλη μεριά να αυξάνωνται αλματωδώς, χωρίς ντροπή, οι μισθοί δύο–τριών κλάδων, με επικεφαλής τους βουλευτές, σαν να μην είναι αυτό η πιο κραυγαλέα και αδίστακτη επίδειξη ρατσισμού!
Για όλα αυτά και για πολλά άλλα θα μπορούσε η Εκκλησία να κατηγορήση τους άρχοντες. “Αντί, όμως, να τρίζη η άμαξα, τρίζει ο αμαξηλάτης”. Αντιστρέφονται οι όροι και οι πολιτικοί από κατηγορούμενοι γίνονται κατήγοροι της Εκκλησίας. Αντί να απολογηθούν στο λαό πού δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, ζητούν και τα “ρέστα” αναλαμβάνοντας να καθορίζουν αυτοί το περιεχόμενο της Χριστιανικής διδασκαλίας και να προσδιορίζουν αυτοί την “διδακτέα ύλη” της Εκκλησίας και των Ποιμένων Της!
Αυτά πού περιγράψαμε περιληπτικά πρέπει να αρχίσουν να συζητούνται σε έκταση μεταξύ των πιστών, ώστε να πάψη να επικρατή η πλάνη συσκοτίζοντας την Αλήθεια, πού ελευθερώνει τους ανθρώπους.
Βεβαίως, όλες οι παραπάνω τοποθετήσεις μας ισχύουν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι πολιτικοί, πού διεκδικούν τη διακυβέρνηση, θέλουν να θεωρούνται χριστιανοί Ορθόδοξοι, οπότε τη γνωμάτευση για την Ορθοδοξία τους θα την εκδίδη αποκλειστικά η Εκκλησία. Αν επιλέξουν να πάψουν να είναι χριστιανοί, πρέπει με θάρρος και χωρίς περιστροφές να το πουν στο λαό, όπως ξεκάθαρα το έχει πει το Κ.Κ.Ε. και έχει μείνει στο 8%!
Όμως πρέπει να ξέρουν ότι τους αθέους ελάχιστοι τους εμπιστεύονται για να κυβερνήσουν, γιατί και ο πιο αφελής γνωρίζει ότι αυτός πού δεν φοβάται τον Θεό προσέχει μόνο τόσο, όσο για να μην γίνη αντιληπτός απ’ τον …Εισαγγελέα! Γιατί και ο πιο αφελής συμφωνεί ολόψυχα με τον μεγάλο Ντοστογιέφσκυ πως, «όταν δεν υπάρχη Θεός, όλα επιτρέπονται»…

Πρωτοπρ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
“ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ”
Νοέμβριος 2007 – Τεύχος 65

Θέμα μισθοδοσίας των κληρικών από το δημόσιο και φορολόγησης των Ιερών Ναών, θέτουν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ



Στην παρούσα ρευστή οικονομική κατάσταση, υπάρχουν βουλευτές στο ΠΑΣΟΚ, που εισηγούνται τη φορολόγηση των Ιερών Ναών, φορολόγηση που όπως λένε πρέπει να γίνει εφάπαξ, για όλους τους ναούς. Παράλληλα θέτουν θέμα μισθοδοσίας του ιερού κλήρου από το Δημόσιο, επιχειρηματολογώντας ως εξής: «όταν παραχώρησε η Εκκλησία στο Κράτος την περιουσία της, οι κληρικοί ήταν λιγότεροι από τους μισούς που είναι σήμερα».Θεωρούν λοιπόν πως η Εκκλησία πρέπει να αναλάβει μέρος της μισθοδοσίας των κληρικών.
Η κ. Σούλα Μερεντίτη που από το 2000 εκλέγεται βουλευτής (ΠΑΣΟΚ)Τρικάλων, είναι μια από αυτούς τους βουλευτές. Σε συνέντευξή της στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, δηλώνει μεταξύ άλλων:
«Μπορούσαμε να βάλουμε αύριο το πρωί να πληρώσει από 300 ευρώ κάθε ναός, ποσό το οποίο άνετα μπορούσε να πληρώσει. Κι εδώ μπαίνει κι άλλο ένα θέμα: γιατί πληρώνουμε τους ιερείς, έναντι ποίας συμφωνίας; Πόσες εκκλησίες είχαμε τότε; Πόσοι ήταν οι ιερείς και τι μισθό έπαιρναν; Και πώς καταδέχεται η Εκκλησία σήμερα να πληρώνει η πολιτεία τους αναρίθμητους ιερείς την ώρα που υπάρχει αυτή η κατάσταση;» από το ιερό βήμα.

Ρωτώ την κ. Σούλα Μερεντίτη, προτού κάνεις προτάσεις για τους άλλους, μπορεί να μας πει τί έκανε αυτή από το 2000 πυο εκλέγεται; τί έδωσε από τον μισθό της, και γνωρίζει αν μπορούν οι ναοί στα χωριά να πληρώσουν ακόμα και αυτά τα 300 ευρώ π...ου προτείνει, όταν τα έσοδα είναι ελάχιστα και πολλές φορές τα έξοδα υπερτερούν των εσόδων, με τέτοιες δημαγωγίες καλύπτει τα δικά της κενά η κ. βουλευτίνα, τούτη την δύσκολη ώρα;;;!!! Υπενθυμίζω πως τα άδεια βαρέλια κάνουν πάντα θόρυβο. Όσο για το γιατί πληρώνει το κράτος τους ιερείς αρκετά πια με αυτή την καραμέλα, ας ανατρέψει στους σχετικούς νόμους και διατάγματα της εποχής. Δεν λέω να μην φορολογείται η Εκκλησία, όπως άλλωστε γίνεται, άλλα όχι όποτε κινδυνεύουν αυτοί, να τα ρίχνουν στην Εκκλησία, εδώ φτάσαμε γιατί αυτοί ήταν ανίκανοι να κυβερνήσουν και φρόντιζαν να εκλέγονται και επανεκλέγονται χάρις τις πελατιακές σχέσεις, αρκετά μανδάμ!!!!


by Γεώργιος Μανώλης on Sunday, 18 September 2011

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Αγίες Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη


Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,



Σήμερα εορτάζουμε της αγίες Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη που έζησαν επί την εποχή του Αυτοκράτορας Ανδιανού.



Όταν οι Αγ. Σοφία χήρεψε, πήρε τιε 3 κόρες τις (Πίστη, Ελπίδα, και Αγάπη) και πήγε να ζήσει στην Ρώμη. Μετά από καιρό, ο αυτοκράτορας έμαθε ότι η οικογένεια ήταν χριστιανοί, διέταξε να τις συλλάβουνε. Τις έπιασαν και χώρισε τα κορίτσια από την μητέρα τους. Πρώτα έφερε μπροστά του την δωδεκάχρονη Πίστη. Προσπάθησε με διαφόρους τρόπους να πείσει την Πίστη να αρνηθεί τὸ Χριστό, αλλά το νεαρό κορίτσι έμενε σταθερά στην πίστη της. Την ίδια ένθερμη πίστη και σθένος έδειξαν οι άλλες δύο αδελφές τις, η Ελπίδα ( δέκα χρονών) και η Αγάπη (εννέα χρονών). Τότε ὁ άκαρδος αυτοκράτορας Ανδριανός διέταξε τὸν αποκεφαλισμό και των τριών κοριτσιών.



Η Αγ. Σοφία, όντως περίφανη για την πίστη που είχαν οι κόρες τις, τις έθαψε και έμεινε κοντά στους τάφους τους, προσευχόμενη στον Θεό για να την πάρει και αυτήν κοντά του.

Ο Θεός, πράγματι, άκουσε την προσευχή της, και η αγία παρέδωσε το πνεύμα της δίπλα από τους τάφους των παιδιών της.



Πράγματι πρέπει να είναι παράδειγμα για εμάς τους χριστιανούς ο βίος της Αγ. Σοφίας και της τρείς κόρες τις. Πόσοι από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και τον εαυτό μου, θα μπορούσε να παλέψει και να μαρτυρήσει για την πίστη μας;!



Πολλές φορές ακούμε για τα μαρτύρια των αγίων και φρίττουμε μόνο στο άκουσμα του μαρτυρίου. Αλλά δεν τους φόβιζε τίποτα όπως βλέπουμε και στον βίο των τεσσάρων γυναικών. Τα τρία μικρά σε ηλικία κορίτσια είχανε την μεγάλη πίστη και σθένος να αρνηθούν ότι θα τους έδινε ο ηγεμόνας για να μην αποχωριστούνε τον Χριστό! Δεν φοβήθηκαν καθόλου, ούτε σκέφτηκαν τα υλικά αγαθά ή τίποτα άλλο παρά το ανεκτίμητο θησαυρό που ήταν ο Χριστός.



 Και εμείς δυστυχώς κάθε μέρα ντρεπόμαστε να κάνουμε τον σταυρό μας ή να μιλήσουμε για πνευματικά θέματα. Γιατί;! Τι φοβόμαστε; Εδώ τόσοι και τόσοι άγιοι και αγίες δεν φοβήθηκαν να μαρτυρήσουνε για το όνομα του Ιησού Χρηστού. Πόσο μάλλον εμείς που δεν έχουμε διωγμούς ή άλλες συνθήκες για να μας δυσκολεύουν. Πρέπει να παίρνουμε θάρρος από τα παραδείγματα που μας δίνουνε οι βίοι των αγίων και να πολεμάμε κάθε μέρα για την εξάλειψη των παθών μας. Γιατί εάν ζούμε φοβισμένα, δηλαδή ντρεπόμαστε να κάνουμε τον σταυρό μας, να συζητήσουμε για πνευματικά ζητήματα, πώς μπορούμε να αποκαλούμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί;! Γιατί ζώντας χωρίς Χριστό είναι σαν να ζούμε χωρίς οξυγόνο, αδελφοί! Πρέπει να είμαστε περήφανοι που είμαστε Ορθόδοξοι χριστιανοί, χωρίς να έχουμε έπαρση, και να πολεμάμε να βελτιώσουμε τον εαυτό μας.



Εύχομαι ο πανάγαθος Θεός και οι Αγίες Σοφία, Πίστη, Ελπίδα, και Αγάπη να μας δίνουνε φωτίσει και δύναμη να προχωράμε σε αυτόν τον δύσκολο δρόμο προς την σωτηρία μας. Να παίρνουμε δυνάμεις από των βίο των αγίων και να συνεχίζουμε δυναμικά στην πνευματική ζωή μας και όταν έρθει η φοβερή μέρα της Κρίσεως, να μας βρει ο Θεός όρθιους και πραγματικούς στρατιώτες της Ορθοδόξου πίστεως. Αμήν, γένοιτο!







                                                                                                                 Νικόλαος Δ. Γεωργαντώνης
                                                                                                      Φοιτητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών



           

Άγιος Νεκτάριος: Το Θαύμα στην Ρουμανία


            Σε ένα χωριό της Ρουμανίας δεν υπήρχε ιερέας, και οι κάτοικοι πήγαιναν συχνά στον Πατριάρχη με το αίτημα, την πλήρωση της κενής θέσης.
          Πήγαιναν και ξαναπήγαιναν οι κάτοικοι, αλλά, τίποτε ο Πατριάρχης τους έλεγε τα ίδια λόγια, ότι δεν έχω ιερέα να σας στείλω στο χωριό.
          Εν τω μεταξύ άλλοι πέθαιναν αδιάβαστοι, άλλοι είχαν γυναίκες και παιδιά χωρίς γάμο, τα παιδιά και οι μεγάλοι ήταν αβάπτιστοι.

         Μια μέρα σταμάτησε έξω από τον Ναό ένα αυτοκίνητο και κατέβηκε ένας ιερέας. Μόλις τον είδαν οι κάτοικοι φώναξαν «μας ήρθε παπάς!».
 Πήγαν εκεί οι κάτοικοι, τον καλωσόρισαν και του είπαν,

        «πώς ήρθες στο χωριό αφού ο Πατριάρχης μας έχει πει ότι δεν έχει ιερέα να μας στείλει;»

   Τότε απάντησε ο ιερέας,
                                «Αυτό δεν θέλατε; Δεν θέλατε ιερέα; Να ήρθα».

   Όλο το χωριό χάρηκε με την παρουσία του νέου ιερέα.

  Ο ιερέας άρχισε αμέσως τα καθήκοντά του, πήγε σε όλους τους τάφους και διάβασε την εξόδιο ακολουθία, βάπτισε και πάντρεψε όλους στο χωριό και λειτούργησε στην εκκλησία.
 Μια μέρα κάλεσε τους χωρικούς και τους είπε ότι,

                                «Θα φύγω, τελείωσε η αποστολή μου».

Τότε όλο το χωριό αναστατώθηκε,
                               «Τώρα που ήρθες θα φύγεις;!»
Όμως ο ιερέας δεν άκουγε τους κατοίκους και ενέμεινε  στην απόφαση του.
Αφού οι κάτοικοι κατάλαβαν ότι δεν γινόταν τίποτα τον ευχαρίστησαν για την προσφορά του.

Μετά από λίγες μέρες πήγαν στον Πατριάρχη και τον ευχαρίστησαν που τους έστειλε ιερέα και εάν μπορεί να ξαναστείλει κάποιον άλλον. Ο Πατριάρχης όμως δεν ήξερε τίποτα γι’αυτόν τον ιερέα. Ρώτησε τον πρωτοσύγκελο μήπως είχε στείλει αυτός κανέναν ιερέα, αλλά δεν είχε στείλει κανέναν.

Ρώτησε ο Πατριάρχης τους κατοίκους του χωριού,
                                            
                                              «Τι έκανε αυτός ο ιερέας στην ενορία;»

Και απάντησαν οι κάτοικοι,

                           «Μας πάντρεψε, μας βάπτισε, μας έκανε τις κηδείες και μας κοινώνησε».

                      «Καλά», είπε ο Πατριάρχης, «δεν σας έδινε χαρτιά, δεν έγραφε τα μυστήρια;»

            «Βεβαίως», είπαν οι κάτοικοι. «μας έδινε χαρτιά και τα καταχώρισε στα βιβλία του Ναού».

                   «Δεν είδατε τι έγραφε; Και πως υπέγραφε, με τι όνομα;» ρώτησε ο Πατριάρχης.

    Απάντησαν οι κάτοικοι,
         «όλα τα στοιχεία, δέσποτα, τα έγραφε στα Ρουμάνικα πολλά γράμματα δεν ξέρουμε γιατί την υπογραφή την έβαζε σε άλλη γλώσσα που δεν έχουμε ξαναδεί».
  Ο Πατριάρχης παρακάλεσε να πάνε να φέρουνε τα βιβλία για να δει ποιος ήταν αυτός ο κληρικός.

 Όταν του πήγαν τα βιβλία ο Πατριάρχης έμεινε έκθαμβος. Δεν πίστευε τα μάτια του με αυτό που έβλεπε. Όντως όλα τα στοιχεία ήταν γραμμένα στα Ρουμάνικα ενώ το όνομα του ήταν γραμμένο στα Ελληνικά με το όνομα της υπογραφής να είναι…

«Νεκτάριος, επίσκοπος Πενταπόλεως»

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Κρίση Πνευματική


Ο Γερ. Παισιος ελεγε: <<Καποτε οι χριστιανοι τρωγανε αναλαδο (νηστησιμο) φαγητο και εβγαζαν καναν αγιο,τωρα γιναμε οι ιδιοι οι χριστιανοι αναλαδοι>>



            Ο Γέροντας Παίσιος πολύ σωστά το λέει αυτό. Δυστυχώς η κοινωνία μας βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής κρίσης η οποία δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Η κατάπτωση που βιώνουμε σήμερα, είναι πρόβλημα το οποίο ξεκίνησε πριν πολλές δεκαετίες και δεν ασχολήθηκε κανείς με αυτό, το οποίο μας έφερε στην δυσχερή κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα.

Πρέπει ο καθένας μας να αναλογιστεί τι γίνετε γύρω μας. Χρειάζεται προσευχή και μετάνοια.  Δεν μπορούμε να κοιτάμε μόνο τον εαυτό μας, δεν μπορεί να μην μας νοιάζει τι γίνετε με τους συνανθρώπους μας. Σήμερα χρειάζεται περισσότερο παρά ποτέ να δείχνουμε αγάπη και συμπόνια στους συνανθρώπους μας. Όταν ακούς άνθρωποι με οικογένειες να χάνουν τις δουλειές τους, τα υπάρχοντα τους, δεν μπορεί εσύ να κάθεσαι και να λες «ευτυχώς που εγώ περνώ καλά». Αν μπορούσα να βάλω μια ταμπέλα σε αυτό που μας έχει φέρει στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα και αυτό θα ήταν η αναισθησία. Αυτό μας έχει κάνει "ανάλαδους", ο καθένας ασχολείται μόνο με τον εαυτό του, και δεν εννοώ στα πνευματικά θέματα που θα έπρεπε, αλλά στα υλικά.

Η σημερινή κρίση ίσως είναι αυτό που χρειαζόμαστε για να ξαναγυρίσουμε στον σωστό δρόμο. Με αυτόν τον τρόπο θα καταλάβουμε ότι με τα υλικά αγαθά δεν πετυχένουμε τίποτα στην ζωή μας εκτός από το να ζούμε μια ζωή μέσα στην δυστυχία.

Εύχομαι ο πανάγαθος Θεός να μας φωτίσει όλους ώστε να αλλάξουμε αυτόν τον κακό τρόπο ζωής και να επανέλθουμε στον σωστό δρόμο προς την Βασιλεία των Ουρανών.



Νικόλαος Δ. Γεωργαντώνης

Φοιτητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση

του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου (†)


Όταν κάνουμε λόγο για την αγία Γραφή και την ιερή παράδοση δεν εννοούμε δύο ξεχωριστά ή αντίθετα πράγματα, αλλά ένα αρμονικό όλο· την όλη αποκάλυψη του Θεού για χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου.
Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει αυτή τη διδαχή της Ορθοδοξίας με τα ακόλουθα λόγια:
«Από τα δόγματα και τας αληθείας που διαφυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχομε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που μυστικά έφθασαν μέχρις εμάς, τα εκάναμε δεκτά από την παράδοση των αποστόλων. Και τα δύο έχουν την ίδια σημασία για την πίστη. Και κανείς από όσους έχουν ακόμη και μικρή γνώση των Εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα προβάλει αντίρρηση σ’ αυτά… Γιατί αν επιχειρήσουμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα ”έθη” είναι άγραφα, γιατί δήθεν δεν έχουν μεγάλη σημασία, χωρίς να το καταλάβουμε, θα ζημιώναμε το ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το ευαγγέλιο σε “κενόν νοήματος όνομα”».
Ο Μ. Βασίλειος δεν παραλείπει να αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα από τα «έθη» της Εκκλησίας στην εποχή του, τα οποία κανείς δεν αμφισβητούσε και όμως δεν βρίσκονταν σε καμμία γραπτή παράδοση:
«Λόγου χάρη (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο από όλα), ποιος εδίδαξε γραπτώς ότι όσοι ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτή την πίστη με το να κάνουν το σημείο του σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς ανατολάς κατά την προσευχή, ποιο γραπτό κείμενο μας το δίδαξε; Τους λόγους της Εκκλησίας κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μας τους άφησε γραπτώς; Δεν αρκούμεθα ασφαλώς σ’ αυτά που οι απόστολοι ή το ευαγγέλιο μνημονεύουν, αλλά προ της ευχαριστίας και μετά από αυτήν λέγομεν και άλλα, γιατί διδαχθήκαμε από την άγραφη διδασκαλία πως έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου».
Αλλά ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας αναφέρεται και στην τέλεση άλλων ιερών μυστηρίων. «Ευλογούμε», λέγει, «επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το έλαιο του χρίσματος και ακόμη και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποία γραπτά κείμενα τα πήραμε αυτά; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση;… Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτή τη διδασκαλία που κρατήθηκε μυστική και δεν δημοσιεύθηκε, την οποία οι πατέρες μας διατήρησαν με σιγή, χωρίς να την πολυερευνήσουν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθά είχαν μάθει ότι πρέπει με σιωπή να προστατεύουμε τη σεμνότητα των μυστηρίων;».
Αυτή η διατήρηση «εν σιωπή» ήταν στο φρόνημα των αποστόλων και αναφερόταν στη σωστή στάση των πιστών απέναντι στο μυστήριο του Θεού.
«Οι απόστολοι και οι πατέρες που έθεσαν από την αρχή στην Εκκλησία θεσμούς, επιδίωκαν να διαφυλάξουν τη μυστικότητα. Άλλωστε αυτό που εύκολα πληροφορείται ο οποιοσδήποτε παύει να είναι μυστήριο· αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης», καταλήγει ο Μ. Βασίλειος. Όμως στη συνέχεια επανέρχεται, φέρει σαν παράδειγμα την ομολογία κατά το ιερό βάπτισμα και γράφει:
«Την ομολογία της πίστης στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα από ποία γραπτή παράδοση την έχουμε; Γιατί, αν με βάση την παράδοση του βαπτίσματος θέτουμε σαν ουσιαστικό στοιχείο του βαπτίσματος την ομολογία, από συνέπεια στην ευσέβεια, αφού όπως βαπτιζόμαστε έτσι οφείλουμε να πιστεύουμε, ας μας επιτρέψουν από συνέπεια πάλι στην ευσέβεια, να προσφέρουμε τη δοξολογία με τρόπο όμοιο προς την πίστη. Αν όμως απορρίπτουν αυτό τον τρόπο της δοξολογίας σαν άγραφο, τότε ας μας παρουσιάσουν γραπτές αποδείξεις και για την ομολογία της πίστης και για τα άλλα που αναφέραμε».
Δεν υπάρχει λοιπόν αξιολογική διαφορά ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη αποκάλυψη του Θεού, ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη παράδοση της Εκκλησίας, που ανάγεται στους πρώτους εκκλησιαστικούς αιώνες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων.
Υπογραμμίζουμε πως το ευαγγελικό μήνυμα φυλάσσεται και μεταδίδεται από την Εκκλησία. Οι Απόστολοι εμπιστεύθηκαν τη διδαχή του Χριστού στους ποιμένες της Εκκλησίας, που βρίσκονται σε αδιάσπαστη αποστολική διαδοχή και εγγυώνται για την καθαρότητα και την ασφαλή μετάδοση αυτής της διδαχής στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η «παράδοση» ή «παρακαταθήκη» που παρελήφθη «άπαξ» από τους αγίους και μεταδίδεται χωρίς «χάσματα» και «διακοπές» από γενεά σε γενεά δεν αποτελεί «εντάλματα ανθρώπων», αλλά είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία που έχει κεφαλή τον Χριστό.
Ο Χριστός δεν ήλθε να γράψει βιβλία, αλλά να οδηγήσει τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού σε ενότητα υπό τον ίδιο σαν Κεφαλή. Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα της Παλαιάς Διαθήκης, που κατανοείται ορθά με κέντρο το πρόσωπο του ερχόμενου μεσσία. Για τους χριστιανούς το νέο, το κεντρικό γεγονός δεν είναι η σύνταξη κάποιων βιβλίων, που ονομάσθηκαν Καινή Διαθήκη, αλλά το ίδιο το γεγονός της εν Χριστώ σωτηρίας. Οι απόστολοι έλαβαν την εντολή να «αυξήσουν» το σώμα του Χριστού κτίζοντας πάνω στο ένα θεμέλιο, τον Χριστό· δεν ήταν έργο τους να γράψουν βιβλία. Αλλά και τα κείμενα που έγραψαν συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό τους από την ίδια την Εκκλησία και συγκρότησαν τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ήταν κείμενα περιπτωσιακά, προϋπέθεταν το προφορικό κήρυγμα και δεν το καθιστούσαν περιττό, ούτε το αντικαθιστούσαν.
Ο «Κανόνας» της Καινής Διαθήκης (ο κατάλογος των βιβλίων που ανήκουν στην Καινή Διαθήκη) δεν γίνεται κατανοητός χωρίς την ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Χωρίς την Εκκλησία δεν μπορούμε με πειστικότητα να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια βιβλία ανήκουν στην Αγία Γραφή και για ποιο λόγο, ούτε μπορούμε να προχωρήσουμε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής χωρίς κίνδυνο να δημιουργούνται ατέλειωτες ξεχωριστές ομάδες, σχίσματα και αιρέσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη σωτηρία του ανθρώπου.
Όλες οι αιρετικές ομάδες, που προβάλλουν διαφορετικό «Κανόνα» της Γραφής ή που αποκλίνουν από την αλήθεια της αγίας Γραφής οφείλουν τις κακοδοξίες τους σ’ αυτό τον ένα λόγο: Απέρριψαν την Εκκλησία και αποκόπηκαν από την κοινωνία με αυτήν. Έτσι έχασαν το σταθερό μέτρο κρίσεως και το σημείο αναφοράς που θα τους εξασφάλιζε την κοινωνία «μετά πάντων των αγίων» και την μετοχή στην σωτήρια πίστη που παραδόθηκε «άπαξ» στους αγίους (Ιούδα 3). Όταν κανείς απορρίψει την Εκκλησία, γίνεται ο ίδιος σημείο αναφοράς και μέτρο κρίσεως· αυτόματα πέφτει θύμα της υποκειμενικής πλάνης· μετατίθεται σε «άλλο ευαγγέλιο» (Γαλ. α’ 6-8).
Αν ο άνθρωπος διατηρούσε την καθαρότητα της καρδιάς του ο Θεός θα συνέχιζε να επικοινωνεί με περισσότερο άμεσο τρόπο με τον άνθρωπο, δεν θα χρειαζόταν ο γραπτός λόγος. Αυτό σημαίνει πως τα βιβλία της αγίας Γραφής δόθηκαν σαν είδος φαρμάκου, που πρέπει να χρησιμοποιεί ο ασθενής άνθρωπος. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο γραπτός λόγος απομονώνεται και απολυτοποιείται, γιατί είναι μέρος της «παρακαταθήκης», όχι το όλον. Η ιερή παράδοση της Εκκλησίας είναι το όλον και αυτή δεν νοείται έξω από την Εκκλησία.
Πρόκειται για την ιερή μνήμη της Εκκλησίας, για την κοινή εμπειρία «πάντων των αγίων» όχι για εντάλματα ανθρώπων. Είναι η αποστολική διαδοχή, που συνδέεται άμεσα με την αποστολική διδαχή και εκφράζεται σαν κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, με «στόμα» τις οικουμενικές συνόδους.
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Ή Ορθοδοξία μας».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΤΕΥΧΟΣ 31

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/agia-grafh-iera-paradosh.el.aspx

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Συναξάριον

24 Αυγούστου

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γεννήθηκε στὸ Μονοδένδρι τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ τοῦ ἔμαθαν τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Σὲ ἡλικία 20 χρόνων πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ σχολεῖο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε καὶ ἱερέας.

Ὁ Κοσμᾶς ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅλους τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες γιὰ τὸν Χριστό. Θεωροῦσε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἀδύνατο γιὰ νὰ τὸ κάνει. Μὲ Θεία ὅμως φώτιση πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συνάντησε τὸν ἀδελφό του, Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος ἦταν δάσκαλος. Αὐτὸς τὸν βοήθησε στὴν ρητορική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διδάξει.

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ πατριάρχη, γύρισε στὴν Ἑλλάδα καὶ κυριολεκτικὰ τὴν ὄργωσε ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Ἀπ’ ὅπου πέρναγε πλῆθος πιστῶν «ραγιάδων», τὸν ἄκουγε μὲ πολλὴ προσοχή. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε στὴν ὁμιλία του σ’ ἕνα χωριὸ: «Ἦρθα στὸ χωριό σας νὰ σᾶς κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δίκαιο λοιπὸν εἶναι νὰ μὲ πληρώσετε γιὰ τὸν κόπο μου. Ὄχι ὅμως μὲ χρήματα, γιατί τί νὰ τὰ κάνω; Ἡ πληρωμή μου εἶναι νὰ βάλετε τὰ λόγια του Θεοῦ στὴν καρδιά σας γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια ζωή».

Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες ποὺ ἔκανε, ἔκτιζε σχολεῖα, βοηθοῦσε τοὺς ἀπόρους καὶ γενικῶς ἔκανε πολλὰ καλά.
Τελικὰ ἐπειδὴ ἔκανε κακὸ στοὺς Τούρκους, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε τὸ 1779.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησία, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Ὡς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.


Μεγαλυνάριον.Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

Σήμερα εορτάζουνε:

Ὁ Ἅγιος Εὐτυχὴς ὁ Ἱερομάρτυρας μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Θεολόγου, Ὁ Ἅγιος Τατίων ὁ Μάρτυρας, Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Λιμνιώτης, Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐκ Ζακύνθου, και Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Θαυματουργός (Ρῶσος † 1550).