Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ «ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΜΟΥ»

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 4η Ιουνίου 2015

 ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΘΕΝ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ «ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΜΟΥ»

Σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας είχαμε αντικρούσει άρθρο του κ. Κων/νου Γεωργίτση, ο οποίος αμφισβήτησε την αγιότητα του νεοφανούς αγίου Παϊσίου του αγιορείτου, διότι εντοπίσαμε σ’ αυτό την πλάνη της αγιομαχίας και αποδείξαμε επαρκώς του λόγου το αληθές. Για την ανακοίνωσή μας αυτή, κατά παράδοξο τρόπο δεχτήκαμε άδικες κατηγορίες από συγκεκριμένα ιστολόγια, τα οποία νόμισαν ότι εθίγησαν, ενώ η ανακοίνωση αναφερόταν στο συγκεκριμένο πρόσωπο του συντάκτη του άρθρου. Ωστόσο δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να ανατρέψουν το περιεχόμενο του άρθρου, ούτε ο κ.  Γεωργίτσης τόλμησε να απαντήσει σ’ αυτό. Κατόπιν αυτών ο κ. Γεωργίτσης επανήρθε με νέο άρθρο του στο γνωστό παλαιοημερολογιτικό «ζηλωτικό» περιοδικό «ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ Ο ΕΣΦΙΓΜΕΝΙΤΗΣ» (τεύχος 268, Μάρτιος – Απρίλιος 2015), με τίτλο: «Ένσταση κατά της νεοφανούς αιρέσεως του “Καθησυχασμού” της συμβαλλούσης εις την εδραίωσιν της παναιρέσεως του Οικουμενισμού». Στο εν λόγω άρθρο του προσπαθεί να ανατρέψει τα πορίσματα της Ημερίδος την οποία διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολή μας στις 27 Νοεμβρίου 2014, με θέμα «15ος ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ» και ουσιαστικά αναμασά παλαιά γνωστά επιχειρήματα των αποτοιχισμένων. Το θλιβερότερο όμως είναι ότι ο αρθρογράφος επιτίθεται κατά ένα πρωτοφανή τρόπο. Μας κατηγορεί για «αναίσχυντη διαστροφή της αληθείας», για «υποβιβασμό και ανατροπή της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας», για «στρεψοδικία», για «καθησυχασμό» κ.λπ., και ούτε λίγο ούτε πολύ, με βάση τις παρά πάνω βαρύτατες κατηγορίες, μας θεωρεί αιρετικούς. Και τούτο επειδή δεν ακολουθήσαμε τον δρόμο της αποτειχίσεως που ακολούθησε αυτός. Θα έπρεπε δηλαδή κατά την άποψή του, η μάλλον κατά την απαίτησή του, ολόκληρος ο πιστός λαός του Θεού της Ελλαδικής Εκκλησίας, ακολουθώντας το παράδειγμά του, σε πρώτη φάση να αποτειχισθεί από την Εκκλησία και να προσκολληθεί στους αποτειχισμένους. Και σε δεύτερη φάση να αποτειχιστεί και από τους αποτειχισμένους, και να προσκολληθεί σε κάποια  άλλη παράταξη, προφανώς, παλαιοημερολογιτική. Μόνο που δεν μας εξηγεί σε ποια από τις δεκάδες «εκκλησίες» των παλαιοημερολογιτών, να προσχωρήσουμε, αφού η κάθε μία από αυτές διεκδικεί την «γνήσια Εκκλησία» και αναθεματίζει τις άλλες. Δεν μας εξηγεί ποιό είναι το κριτήριο της γνησιότητας, αφού όλες οι παλαιοημερολογιτικές παρατάξεις περίπου τα ίδια λένε: ότι εμείς οι του «νέου ημερολογίου» είμαστε «αιρετικοί οικουμενιστές»! Ότι όποιος δεν ακολουθεί το «πάτριο ημερολόγιο» θα «πάει στην κόλαση»! κ.λπ.
Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε με την Χάρη του Θεού να αναφερθούμε με συνοπτικό τρόπο, για μια ακόμη φορά, στις κατ’ επανάληψη διατυπωθείσες συκοφαντικές αυτές κατηγορίες, όχι επειδή πιστεύουμε ότι θα μεταστρέψουμε τον κ. Γεωργίτση, η τους ομόφρονές του, αλλά προς επιστηριγμό του πιστού λαού του Θεού. Και, βέβαια, η απάντησή μας αυτή σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει, ότι θα μπούμε στη διαδικασία μιας σειράς ακάρπων αντιπαραθέσεων, προσθέτοντες απαντήσεις επί απαντήσεων, διότι όπως παρατηρεί ο απόστολος Παύλος «μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς περιΐστασο· εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι» (Τιτ. 3,9).
Ενοχλείται ο  αρθρογράφος από την φράση της πρώτης παραγράφου των πορισμάτων, ότι «στην Ορθοδοξία είναι σημαντική η μνημόνευση του επισκόπου εκάστης τοπικής Εκκλησίας, ως εγγυητού και φύλακος της Ορθοδόξου πίστεως, αλλά και ως εκφραστού της ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος, η οποία, (ενότης), πραγματώνεται και διαφυλάσσεται εν τη Θεία Ευχαριστία», και διαβλέπει σ’ αυτήν την «μετάθεση με υποκρυπτόμενο δόλο των κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της διαφυλάξεως της Αγίας Πίστεώς μας, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των επισκόπων». Πραγματικά απορεί κανείς, πως έφθασε ο αρθρογράφος από την παρά πάνω  φράση σ’ αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα. Το ότι ο επίσκοπος είναι, (οφείλει να είναι),  εγγυητής και φύλακας της Ορθοδόξου πίστεως, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει, ότι παραθεωρείται ο ουσιαστικός ρόλος του πιστού λαού του Θεού, για την διαφύλαξη της πίστεως. Πολλές φορές και εμείς σε παλαιότερα άρθρα μας επισημάναμε και τονίσαμε την γνωστή διακήρυξη των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής του 1848. Εκείνο που θέλαμε να τονίσουμε με την παρά πάνω φράση είναι, ότι στην Ορθοδοξία είναι αδιανόητη η μη μνημόνευση επισκόπου  στη Θεία Ευχαριστία, αλλά και γενικότερα σε κάθε ακολουθία της εκκλησίας, επειδή ακριβώς αυτός είναι ο εκφραστής της ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος. Ας κάνει τον κόπο ο  κ. Γεωργίτσης να μελετήσει  τις επιστολές του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου και εκεί θα διαπιστώσει σε ποιά θέση περιωπής τοποθετεί τον επίσκοπο, τον οποίο θεωρεί «εις τύπον και τόπον Χριστού». Μήπως λοιπόν θα πρέπει να πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων τις θεοφώτιστες αυτές επιστολές και να τις διαγράψουμε από την πατερική μας Παράδοση; Βέβαια οίκοθεν νοείται, ότι όταν ο άγιος θεωρεί τον  επίσκοπο  «εις τύπον και τόπον Χριστού», εννοεί τον αληθινό επίσκοπο, ο οποίος ενσαρκώνει στην ζωή του και τις αρετές του Χριστού και κηρύττει την Ορθόδοξο πίστη και όχι αλλότριες διδασκαλίες, διότι τότε μόνον είναι πράγματι «εις τύπον και τόπον Χριστού», και σε καμιά άλλη περίπτωση.  
Παρά κάτω προχωρεί και σχολιάζει την τρίτη παράγραφο των πορισμάτων, στην οποία ιδιαιτέρως ετονίσαμε την φράση «παρά των αγίων Συνόδων η Πατέρων κατεγνωσμένην». Και στην παράγραφο αυτή διαπιστώνει ο συντάκτης εμφανέστατη την «προσπάθεια προς επίτευξη αποπροσανατολισμού του λογικού ποιμνίου της Εκκλησίας του λαού του Θεού, μέσω της πλήρους διαστροφής της αληθείας και της βάναυσης κακοποίησης αυτής με την χρήση πλήθους ακατανοήτων αοριστολογιών και νοηματικών ασυνταξιών, λόγω των οποίων καθίσταται αβέβαιο, αν με την αναφορά τους σε αγίους Πατέρες, παραπέμπουν στους Αγίους Αρχιερείς, που συγκρότησαν τις άγιες Οικουμενικές Συνόδους, (αποσιωπώντες την συμμετοχή και του Μοναχισμού και του Λαού σ’ αυτές), η παραπέμπουν υποθετικά και αόριστα σε Αρχιερείς μελλοντικών εποχών οι οποίοι, ενδέχεται, να συγκροτήσουν στο εγγύς η το απώτερο μέλλον Ορθόδοξη Σύνοδο με σκοπό την καταδίκη του Οικουμενισμού». Η διατύπωση της εν λόγω παραγράφου είναι σαφέστατη και λυπούμεθα πολύ για την «βάναυση κακοποίησή της». Με την αναφορά μας σε «αγίους Πατέρες», παραπέμπουμε και εμείς σε εκείνους ακριβώς τους αγίους πατέρες στους οποίους παραπέμπουν και ο άγιοι Πατέρες-μέλη της ΑΒ΄ Συνόδου, που συνέταξαν τον εν λόγω Κανόνα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Τα περί  «ακατανοήτων αοριστολογιών και νοηματικών ασυνταξιών», η τα περί Αρχιερέων «μελλοντικών εποχών» αποτελούν σενάρια φαντασίας. Εκείνο που θέλαμε ιδιαιτέρως να τονίσουμε στην παράγραφο αυτή, είναι η ανάγκη να ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες, (αυτό σημαίνει το «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι») και να μην προπορευόμεθα αυτών, διότι αυτοί, λόγω του θείου φωτισμού τον οποίον διαθέτουν, μπορούν να διακρίνουν με σαφήνεια και να ανατρέψουν με ακρίβεια τις αιρετικές διδασκαλίες. Αυτό άλλως τε ακριβώς το νόημα τονίζουν και οι συντάκτες του Κανόνος. Γι’ αυτό χρησιμοποιήσαμε το ρήμα προπορεύομαι που σημαίνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που σημαίνει το  ρήμα έπομαι (=ακολουθώ).  Επομένως και τα κείμενα που παραθέτει στη συνέχεια ο συντάκτης από τους αγίους αποστόλους, (των αποστολικών Διαταγών) και ορισμένων ακόμη αγίων Πατέρων, (αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, Μεγάλου Αθανασίου, αγίου Μάρκου του Ευγενικού, οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου κ.λπ.), θα πρέπει να τα «δούμε» μέσα στο πνεύμα του Κανόνος αυτού, παρά το γεγονός ότι ορισμένα εξ αυτών, (αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, Μεγάλου Αθανασίου), εγράφησαν αρκετούς αιώνες προτού συνταχθεί ο εν λόγω ιερός Κανόνας. Και τούτο  διότι δεν είναι δυνατόν τα κείμενα αυτά να έρχονται σε σύγκρουση και να ανατρέπουν τον εν λόγω Κανόνα. Ουδέποτε επίσης διανοηθήκαμε να συγκαταριθμήσουμε τους παρά πάνω αναφερθέντας αγίους στους «προπορευομένους και προαρπάζοντες», όπως εσφαλμένα νομίζει, ο συντάκτης.
Το ότι δεν είναι αρμόδιο το κάθε μέλος της Εκκλησίας να επισημάνει και να διαγνώσει με ασφάλεια την αίρεση, διότι δεν έχει τις ανάλογες πνευματικές προϋποθέσεις, δεν έχει δηλαδή το χάρισμα της διακρίσεως, φαίνεται σαφέστατα και από τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: «Ομοίως δε και πας άνθρωπος ο το διακρίνειν παρά Θεού ειληφώς, κολασθήσεται, απείρω ποιμένι εξακολουθήσας και ψευδή δόξαν ως αληθή δεξάμενος».[1] Στο χωρίο αυτό ο Άγιος θεωρεί αξιοκατάκριτο τον άνθρωπο εκείνο, που ενώ έχει λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διακρίσεως, δεν απομακρύνεται από άπειρο ποιμένα και αποδέχεται τις ψευδείς διδασκαλίες του ως αληθείς. Τι γίνεται όμως με εκείνους που δεν έχουν αυτό το  χάρισμα της διακρίσεως, που αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία των πιστών μελών της Εκκλησίας, (καθ’ ότι, ιδιαίτερα στην εποχή μας, είναι σπάνιοι τέτοιοι χαρισματούχοι); Δικαιούνται όλοι αυτοί, (οι μη έχοντες το χάρισμα), να προπορεύονται των αγίων Πατέρων, να μην τους συμβουλεύονται, να μην τους λαμβάνουν υπ’ όψιν των  και με θρασύτητα και απερισκεψία να προαρπάζουν την κρίση αυτών σχετικά με την αίρεση; Όχι βέβαια.  Ο πρωταρχικός ρόλος των ποιμένων, επισκόπων και πρεσβυτέρων, στην επισήμανση και διάγνωση των αιρέσεων φαίνεται και από τον λόγο του Μεγάλου Αθανασίου: «Εάν ο επίσκοπος η ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας κακώς αναστρέφονται…».[2] Από την φράση αυτή φαίνεται ξεκάθαρα σε ποιά υψηλή θέση περιωπής τοποθετεί ο κορυφαίος αυτός πατέρας τους κληρικούς, τους οποίους θεωρεί ως «οφθαλμούς της Εκκλησίας». Την θέση που έχουν οι οφθαλμοί για το σώμα μας, έχουν οι ποιμένες για την εκκλησία, Και όπως οι οφθαλμοί μας πρώτοι συλλαμβάνουν τον κίνδυνο, που προέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον, έτσι και οι κληρικοί, πρώτοι από όλα τα υπόλοιπα μέλη της εκκλησίας συλλαμβάνουν κάθε ηθικό και πνευματικό κίνδυνο και ιδιαιτέρως την αίρεση. Άλλο τώρα αν πολλοί επίσκοποι σήμερα «κακώς αναστρέφονται», εκπίπτουν της αποστολής των, καθίστανται ψευδοποιμένες και εν  τέλει ολετήρες του ποιμνίου των. Όταν εδώ ο άγιος ομιλεί περί  κακής αναστροφής, δεν εννοεί την έκπτωση του ποιμένος σε αίρεση, αλλά κυρίως την  έκπτωσή του σε άλλης φύσεως αμαρτήματα, (ηθικά παραπτώματα η αδικήματα), που προκαλούν σκάνδαλο στον λαό. Αυτού του είδους όμως τα αμαρτήματα ρυθμίζουν οι Κανόνες 13ος, 14ος και το πρώτο μέρος του 15ου της ΑΒ΄ Συνόδου. Σε απόλυτη συμφωνία με τους παραπάνω κανόνες είναι και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος σ’ ένα ερμηνευτικό του λόγο στην Β΄προς Τιμόθεον επιστολή παρατηρεί: «Ει μεν γαρ δόγμα έχει διεστραμμένον καν άγγελος η, μη πείθου. Ει δε ορθά διδάσκει, μη τω βίω πρόσεχε, αλλά τοις ρήμασιν… Αλλ’ ου δίδωσι πένησι, φησίν, ουδέ καλώς διοικεί. Πόθεν σοι τούτο δήλον; Πριν η μάθης, μη μέμψη, φοβήθητι τας ευθύνας. Πολλά από υπονοίας κρίνεται… Ει δε κατέμαθες και εξήτασας και είδες, ανάμενε τον κριτήν. Μη προαρπάσης του Χριστού την τάξιν. Εκείνου ταύτα εστί εξετάζειν, ου σου. Συ δούλος ει έσχατος, ου δεσπότης. Συ πρόβατον ει, μη τοίνυν περιεργάζου τον ποιμένα, ίνα μη και εφ’ οις εκείνου κατηγορείς, ευθύνας δως».[3] Στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει η γνώμη ενός μεμονωμένου Πατρός, (του Μεγάλου Αθανασίου), αλλά όσα νομοθετούν Συνοδικώς οι Άγιοι Πατέρες, που συνέταξαν τους παρά πάνω Κανόνες, οι οποίοι έχουν ισχύ νόμου μέσα στην Εκκλησία.
Στη συνέχεια ο συντάκτης προσπερνάει την 4η παράγραφο των πορισμάτων, χωρίς να τη σχολιάσει. Γιατί άραγε; Αν είναι ορθά όσα γράφονται σ’ αυτήν γιατί δεν το ομολογεί; Αν πάλι βρίσκει λάθη, που είναι τα λάθη; Φαίνεται ότι η εν λόγω παράγραφος δεν τον βοηθάει να οικοδομήσει το σενάριο που επιθυμεί. Πάντως η παράγραφος αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι τονίζουμε σ’ αυτήν, ότι «ο εν λόγω Ιερός Κανών οφείλει να ερμηνευθεί στο πνεύμα και στη συνάφεια των δύο προηγουμένων, του 13ου και 14ου, μετά των οποίων αποτελεί μία θεματική ενότητα».
Στη συνέχεια προχωρεί στον σχολιασμό της 5ης παραγράφου, που αναφέρεται στο προαιρετικό της αποτοιχίσεως. Και προκειμένου να πείσει, ότι ο ιερός Κανόνας έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, παραθέτει κατ’ αρχήν φράσεις δύο αγίων Πατέρων, του αγίου Μάρκου του Ευγενικού και του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Και οι δύο Πατέρες διδάσκουν, ότι σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Συνόδων, των διδασκάλων και των θείων Γραφών, θα πρέπει να αποφεύγουμε τους αιρετικούς και να μην έχουμε καμιά κοινωνία μαζί τους, διότι είναι εχθροί του Θεού. Σ’ όλα τα παρά πάνω ασφαλώς δεν υπάρχει καμία αντίρρηση. Εκείνο που χρειάζεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να ερευνηθεί και να διασαφηθεί, είναι το πώς, (δηλαδή βάσει ποιάς διαδικασίας), η Εκκλησία έφθασε στο συμπέρασμα να χαρακτηρίσει κάποιο αιρετικό ως αιρετικό. Ο αιρετικός δεν εμφανίσθηκε ουρανοκατέβατος, ούτε η εκκλησία τον χαρακτήρισε ως αιρετικό αυτομάτως, η «ενστικτωδώς», όπως εσφαλμένα πιστεύουν κάποιοι αποτοιχισμένοι. Ήταν και αυτός κάποτε μέλος της Εκκλησίας και από κάποια στιγμή και μετά, άρχισε να διολισθαίνει στην αίρεση. Στη συνέχεια οι «οφθαλμοί της Εκκλησίας», οι ποιμένες, επεσήμαναν τις αιρετικές του διδασκαλίες, κοινοποίησαν αυτές στην προϊσταμένη τους εκκλησιαστική αρχή και αυτή στους άλλους επισκόπους της τοπικής των εκκλησίας. Κατόπιν συγκρότησαν τοπική Σύνοδο, διά της οποίας απέκοψαν τον αιρετικό από το σώμα της Εκκλησίας και καταδίκασαν τις αιρετικές του διδασκαλίες. Έδωσαν δε αυστηρή παραγγελία στον πιστό λαό του Θεού, να μην έχει στο εξής καμία κοινωνία μ’ αυτόν.
Για να γίνουμε ακόμη πιο σαφείς, θα αναφερθούμε στην περίπτωση της αιρέσεως του Νεστοριανισμού και στη στάση που κράτησε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας απέναντι στον Νεστόριο. Βλέπουμε ότι ο άγιος δεν διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Νεστόριο, αμέσως μόλις διαπίστωσε τις αιρετικές του διδασκαλίες, όπως θα ήθελε ο κ. Γεωργίτσης  και οι ομόφρονές του. Ο Άγιος αντιμετωπίζει τον Νεστόριο σαν άρρωστο μέλος της Εκκλησίας και σαν σοφός ιατρός κάνει ό, τι είναι δυνατόν για την θεραπεία του, αποστέλλοντας σ’ αυτόν κατ’ αρχήν δύο επιστολές νουθεσίας. Όταν όμως διαπίστωσε, μετά τις δύο πρώτες επιστολές, ότι δεν θεραπεύεται, αναγκάζεται στην τρίτη, να τον απειλήσει ότι, αν δεν παύσει τις αιρετικές του διδασκαλίες, θα διακόψει κάθε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του. Ο Άγιος διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Νεστόριο μετά από δύο Τοπικές Συνόδους, μία στην Ρώμη από τον Πάπα Κελεστίνο και μία στην Αλεξάνδρεια από τον Άγιο, που έγιναν το ίδιο έτος, το 430. Το ότι προηγήθηκαν οι δύο αυτές Σύνοδοι και κατόπιν επακολούθησε ο αναθεματισμός του Νεστορίου, φαίνεται και από την επιστολή, που έστειλε προς τον κλήρο και τον λαό της Κωνσταντινουπόλεως: «Τοις αγαπητοίς και ποθεινοτάτοις αδελφοίς πρεσβυτέροις, διακόνοις, και λαώ Κωνσταντινουπόλεως, Κύριλλος επίσκοπος, και η συνελθούσα Σύνοδος εν Αλεξανδρεία εκ της Αιγυπτιακής διοικήσεως, εν Κυρίω χαίρειν… Επειδή δε και εξ ων παρ’ υμίν επ’ εκκλησίας λαλών ου παύεται και εκ των εγγράφως εξηγήσεων αυτού πεπλανημένον ευρίσκομεν, [τον Νεστόριον], και ου μετρίως δυσσεβούντα περί την πίστιν, λοιπόν αναγκαίως ήλθομεν επί το χρήναι δια Συνοδικού γράμματος αυτώ διαμαρτύρασθαι, ως ει μη απόσχοιτο την ταχίστην των εαυτού καινοτομιών και κατά την ορισθείσαν προθεσμίαν παρά του οσιωτάτου και θεοσεβεστάτου της Ρωμαίων Εκκλησίας επισκόπου Κελεστίνου… ουδένα κοινωνίας έχει τόπον προς τους ιερέας του Θεού, αλλ’ έσται πάντων αλλότριος…».[4] Η παρά πάνω επιστολή είναι ένα Συνοδικό κείμενο της Συνόδου της Αλεξανδρείας, με την οποία ο Άγιος αφ’ ενός μεν εφιστά την προσοχή του κλήρου και του λαού πάνω στον κίνδυνο της αιρέσεως, αφ’ ετέρου δε τους ενημερώνει ότι η Σύνοδος έστειλε Συνοδικό γράμμα προς τον Νεστόριο και του έδωσε προθεσμία, από κοινού με τον Πάπα Κελεστίνο, ότι «ει μη απόσχοιτο», εάν δεν απομακρυνθεί και δεν αναθεματίσει τις αιρετικές του διδασκαλίες, «ουδένα κοινωνίας έχει τόπον», θα παύσουν πλέον να έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του. Αυτό σημαίνει ότι, όταν εγράφη το Συνοδικό γράμμα, η Σύνοδος είχε μεν καταδικάσει τον Νεστόριο και τις αιρετικές του διδασκαλίες, ωστόσο δεν έκρινε σκόπιμο να διακόψει αμέσως την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του. Αυτό θα γινόταν μόνο μετά την λήξη της προθεσμίας και με βάση τις δύο αυτές Τοπικές Συνόδους. Και στην προκειμένη δηλαδή περίπτωση έχουμε διακοπή εκκλησιαστικής  κοινωνίας μετά και όχι προ Συνοδικής κρίσεως. Από το ίδιο Συνοδικό κείμενο επίσης φαίνεται ότι ο Άγιος τότε μόνον προτρέπει τον λαό να αποσχισθεί από τον Νεστόριο, εφ’ όσον αποδειχθεί αμετάπειστος στις αιρετικές του διδασκαλίες: « ...μήτε κοινωνείν αυτώ, ει μένει λύκος αντί ποιμένος». Άρα λοιπόν ο Νεστόριος αν και κατέστη «εχθρός του Θεού» αμέσως μετά την έκπτωσή του στην αίρεση, η Εκκλησία δεν τον απέκοψε «πάραυτα», η «ενστικτωδώς», όπως θα ήθελε ο κ. Γεωργίτσης, αλλά αφού προηγήθηκαν συνοδικές αποφάσεις. Το ότι δε πάντοτε προηγούντο συνοδικές αποφάσεις πριν από την διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τους αιρετικούς, φαίνεται και από τον 37 Αποστολικό Κανόνα, τον οποίο οι άγιοι Πατέρες εφάρμοζαν με σχολαστικότητα και ακρίβεια: «Δεύτερον του έτους σύνοδος γινέσθω των επισκόπων και ανακρινέτωσαν αλλήλως τα δόγματα της ευσεβείας και τας εμπιπτούσας εκκλησιαστικάς αντιλογίας διαλυέτωσαν, άπαξ μεν τη τετράδι εβδομάδι της Πεντηκοστής, δεύτερον δε Υπερβερεταίου δωδεκάτη».[5] Ο Κανόνας αυτός νομοθετεί ότι οι επίσκοποι κάθε τοπικής εκκλησίας οφείλουν να συγκροτούν σύνοδο δύο φορές το έτος, (σε χρονική απόσταση μεταξύ των περίπου 6 μήνες), για να εξετάζουν τα ζητήματα της πίστεως, τις τυχόν δογματικές διαφωνίες μεταξύ των επισκόπων και φυσικά να εξετάζουν κάθε καινοφανή αιρετική διδασκαλία, που εν τω μεταξύ θα εμφανιζόταν. Αυτό σημαίνει, ότι η κάθε τοπική εκκλησία, το αργότερο μέσα σε 6 μήνες, οπωσδήποτε επεσήμαινε και καταδίκαζε συνοδικά κάθε καινοφανή αιρετική διδασκαλία και αυτονόητα καλούσε σε μετάνοια τον αιρετικό, δίνοντάς του μια χρονική προθεσμία, όπως είδαμε προηγουμένως με τον Νεστόριο. Η Εκκλησία με το να θεσπίσει τον ιερό αυτόν Κανόνα, αφ’ ενός δεν άφηνε μεγάλα χρονικά περιθώρια για να εξαπλωθεί η αίρεση, και αφ’ έτερου ήθελε να δώσει τον πρώτο λόγο, το προβάδισμα, για την αντιμετώπιση της αιρέσεως στην σύνοδο, προλαμβάνοντας έτσι αποτοιχίσεις από μεμονωμένα άτομα, η ομάδες προ «συνοδικής διαγνώσεως». Ο ιερός αυτός Κανόνας κυριολεκτικά κονιορτοποιεί όλα τα επιχειρήματα των αποτοιχισμένων περί υποχρεωτικής αποτοιχίσεως προ «συνοδικής διαγνώσεως» και καταδεικνύει τον προαιρετικό χαρακτήρα της αποτοιχίσεως στην περίπτωση του 15ου Κανόνος της ΑΒ΄. Δεν υπήρχε λόγος οι συντάκτες του 15ου της ΑΒ΄ να θεσπίσουν υποχρεωτική την αποτείχιση προ συνοδικής διαγνώσεως, αφού μέσα σε 6 μήνες το αργότερο, σύμφωνα με τον 37ο Αποστολικό,  θα επακολουθούσε οπωσδήποτε συνοδική διάγνωση. Και φυσικά δεν είναι δυνατόν οι συντάκτες του 15ου της ΑΒ΄ να μην έλαβαν υπ’ όψιν τους τον 37ο Αποστολικό.
Σχολιάζοντας τέλος την 7η παράγραφο των πορισμάτων, υβρίζει σκαιότατα τους εσχάτως διαλάμψαντας αγίους, όπως τον όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς, τον άγιο Παΐσιο τον αγιορείτη, τον άγιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο κ.α., οι οποίοι κατά την άποψή του «δεν κατατάσσονται υπό της Εκκλησίας μεταξύ των φίλων του Θεού, αλλά κατατάσσονται μεταξύ των εχθρών του, διότι διατηρούσαν εκκλησιαστική κοινωνία με την παναίρεση του οικουμενισμού και με τους προωθούντας αυτήν». Είναι δε επόμενο να αρνείται την αγιότητά των, διότι την κρίνει με βάση την πεπλανημένη αντίληψη του υποχρεωτικού της αποτειχίσεως προ «συνοδικής διαγνώσεως». Ωστόσο η αγιότητα των εν λόγω αγίων μαρτυρείται από ένα μεγάλο πλήθος πιστών, οι οποίοι είναι αυτόπτες μάρτυρες ενός πλήθους θαυμάτων, τα οποία βέβαια είναι αδύνατον να αρνηθεί ο κ.  Γεωργίτσης.
Περαίνοντας την ανακοίνωσή μας αυτή, εκφράζουμε τη θλίψη μας για τις κατηγορίες του κ. Γεωργίτση εναντίον μας επί αιρέσει. Λυπούμαστε για τον «ου κατ’ επίγνωσιν ζήλο» του και προσευχόμαστε γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους επικριτές μας, παραδίδοντάς τους στην κρίση και το έλεος του Θεού. Προφανώς δεν υπάρχει χειρότερη κατηγορία από αυτή της αιρέσεως. Δεν παραβλέπουμε τις προθέσεις του, όπως και τις προθέσεις όλων των «ζηλωτών», να «διασώσουν» την Εκκλησία από το «μόλυσμα» του Οικουμενισμού. Αλλά προφανώς θέλουν να αγνοούν, ότι η Εκκλησία δεν μολύνεται, διότι «ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάσηκαθαρίσας τω λουτρώ του ύδατος εν ρήματι, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την Εκκλησίαν, μη έχουσα σπίλον η ρυτίδα η τι των τοιούτων, ίνα η αγία και άμωμος» (Εφ.5,25-27). Η πραγματική «μόλυνση» βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας, στο σχίσμα και την αίρεση. Δεν σκοπεύουμε λοιπόν να βγούμε από την Εκκλησία, αλλά δηλώνουμε ότι θα παραμείνουμε σ’ Αυτή, ομολογώντας τη σώζουσα αλήθειά Της και ακολουθώντας τους συγχρόνους διαλάμψαντας αγίους Ιουστίνο Πόποβιτς, Νικολάο Αχρίδος, Νικολάο Πλανά, Παΐσιο τον αγιορείτη, Φιλοθέο Ζερβάκο κ.α. Δεν θα κάνουμε το χατίρι των οικουμενιστών να τους «αδειάσουμε τη γωνία», διευκολύνοντάς τους στο διαβρωτικό τους έργο.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών.





[1] ΒΕΠΕΣ 2, Προς Εφεσίους, σελ. 291.
[2]ΒΕΠΕΣ 33,199.
[3] ΕΠΕ 23,492-494.
[4]PG 77,124A.
[5]Πηδάλιον αγίου Νικοδήμου αγιορείτου, σελ. 41. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου