Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Η Εκκλησία ως ώδε πραγματικότητα προς επίτευξη της μελλούσης πατρίδος: υπερβαίνοντας τον εθνικισμό

O Oρθόδοξος Θεολόγος Olivier Clement αναφέρει πως «ο εθνικισμός, σε έξαρση εξαιτίας των αιώνων δουλείας στις περισσότερο ή λιγότερο πολυεθνείς αυτοκρατορίες, θέλησε να οικειωθεί την Ορθοδοξία, να την κάνει όργανό του, να ενσταλάξει μέσα της τα μίση του, τους φόβους του, τις φαντασιώσεις του… Αγαπάει κανείς τα δάση της πατρίδας του, τις ψαλμωδίες στους ναούς της και τη φλόγα των κεριών, αλλά δεν έχει διαβάσει το Ευαγγέλιο. Λέγεται ορθόδοξος (διευκρινίζοντας αμέσως την εθνικότητα), αλλά δεν ξέρει καθόλου πως είναι χριστιανός».
Κάθε -ισμός αποτελεί έκπτωση της έννοιας με την οποία είναι συνδεδεμένος, ακόμα και ο Χριστιανισμός ιδεολογικοποιεί τη χριστιανική αποκάλυψη. Έτσι και ο εθνικισμός είναι μία πτωτική μορφή της αγάπης προς την πατρίδα και όσα εικονίζει αυτός ο ορός. Ο πατριώτης μαζί με την αγάπη προς το γένος του και ό,τι άλλο συγκροτεί την εθνικότητα του, αναγνωρίζει και σέβεται τα ίδια χαρακτηριστικά και στους άλλους.
Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για τον λαό του Θεού και τον συνδέει με όλους εκείνους που ενώνονται με την κεφαλή της Εκκλησίας, που είναι ο Χριστός και ο απόστολος Πέτρος αναφέρεται σε αυτόν στον λαό του Θεού, το έθνος το άγιο που δέχθηκε την άκτιστη Χάρη του Θεού, και οι άνθρωποι έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού. Στο λόγο των Αποστόλων οι λέξεις λαός και έθνοςαποδεσμεύονται από την φυλετική έννοια και συνδέονται με την χαρισματική σχέση Θεού και ανθρώπου που επετεύχθη με την ενανθρώπηση του Χριστού, και την ένταξη των ανθρώπων στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Οι Χριστιανοί, που προηγουμένως δεν ήταν λαός, τώρα γίνονται ο λαός του Θεού και αυτό έγινε γιατί ο Χριστός τους κάλεσε από το σκοτάδι της αμαρτίας στο θαυμαστό φως Του.
Η πνευματική σχέση και κοινωνία των μελών της Εκκλησίας αποτελεί και είναι υπέρβαση της φυλετικής καταγωγής, μπορεί να διατηρείται η φυλετική καταγωγή, εν τούτοις υπάρχει μια άλλη σχέση και κοινωνία των ανθρώπων που αποτελούν τα μέλη της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικός ο ύμνος των τεσσάρων ζώων και των εικοσιτεσσάρων πρεσβυτέρων, που συμβολίζουν σύνολη την Εκκλησία, στο αρνίο της Αποκαλύψεως: «ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας τῷ Θεῷ ἡμᾶς ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους, 10 καὶ ἐποίησας αὐτοὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς, καὶ βασιλεύσουσιν ἐπὶ τῆς γῆς» (Απ. 5, 9-10).
Ο εθνικισμός συνιστά από την άλλη πλευρά μια διαίρεση, που καταστρατηγεί την ενότητα των ανθρώπων, ακριβώς γιατί προτάσσεται ο φυλετισμός σε βάρος της ενότητος του ανθρωπίνου γένους. Στην αρχή της δημιουργίας, ο άνθρωπος δεν ήταν χωρισμένος σε φυλές και εθνότητες.
Στο βιβλίο της Γενέσεως μετά τον κατακλυσμό του Νώε, αναφέρεται ότι οι άνθρωποι ομιλούσαν μια κοινή γλώσσα. Όταν όμως κατασκεύαζαν τον πύργο της Βαβέλ, τότε ο Θεός δημιούργησε σύγχυση στις γλώσσες και τους διασκόρπισε στα πέρατα της γης.  Φαίνεται στη βιβλική διήγηση ότι η διαίρεση των γλωσσών, η σύγχυση μεταξύ των ανθρώπων, η διαίρεσή τους, ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας του ανθρώπου. Ο Θεός τελικά συγχώρησε και ευλόγησε αυτήν την απομάκρυνση, αποβλέποντας στο γενικότερο συμφέρον, αφού ήδη είχε προηγηθεί μια άλλη καταστροφή δια του κατακλυσμού.
Η εκ νέου ενότητα μεταξύ των ανθρώπων επιτεύχθηκε με την  ενανθρώπηση του Χριστού και την έλευση του Παρακλήτου. Ο Θεός διεμέρισε τα έθνη και τις γλώσσες, αλλά δια του Αγίου Πνεύματος και δια της διανομής της κοινής γλώσσας του πυρός οι άνθρωποι απέκτησαν ενότητα μεταξύ τους, ψάλλουμε την Κυριακή της Πεντηκοστής, «Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε, καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα». Στην Εκκλησία παραμένει η ιδιαιτερότητα της γλώσσας και της πατρίδος, όμως παρά τον χωρισμό και την διαφοροποίηση των γλωσσών, εν τούτοις υπάρχει μια κοινή γλώσσα. Η υπέρβαση του εθνοφυλετισμού γίνεται μόνο με την μέθεξη της ενοποιού δυνάμεως του Παναγίου Πνεύματος.
Ο μεταπτωτικός άνθρωπος κλείνεται ερμητικά μέσα στα κτιστά περιοριστικά όρια, μέσα στην φυλακή του εγώ. Είναι φυσικό, λοιπόν, στην παρά φύση ζωή, να αισθάνεται ασφαλής μέσα στην γλώσσα και την φυλή του, την οποία βλέπει σαν προέκταση του εαυτού του και της οικογενείας του. Δεν μπορεί να αγαπήσει τους άλλους περισσότερο από τον εαυτό του, δεν μπορεί να προσφερθεί στην κοινωνία θυσιάζοντας την οικογένειά του, δεν μπορεί να υπερβεί τον φυλετισμό.
Η Εκκλησία με τον χαρισματικό χαρακτήρα και την εσχατολογική προοπτική της παραμένει ανοικτή προς όλα και ελεύθερη από όλα. Μπορεί να δεχθεί και να μεταμορφώσει τα πάντα, ακόμα και τις συνέπειες της αμαρτίας και τον ίδιο τον θάνατο. Το έργο της Εκκλησίας στον κόσμο είναι να φανερώνει στον κόσμο την αλήθεια του Θεού. Η αλήθεια αυτή είναι δύναμη και ζωή. Και η Εκκλησία ως φορέας δυνάμεως και ζωής έχει δυναμική και ανακαινιστική αποστολή. Ζώντας η ίδια και αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα του κόσμου συμβάλλει αποφασιστικά στην ευρύτερη αντιμετώπιση τους. Το ίδιο και οι Χριστιανοί ως πρόσωπα οφείλουν να μην εγκλωβίζονται στον εαυτό τους ούτε να αποστρέφονται τον κόσμο, αλλά να δίνουν παντού τη μαρτυρία της αγάπης του Θεού. Άλλα ούτε επιτρέπεται να συσχηματίζονται με τον κόσμο, γιατί τότε χάνουν την ταυτότητα και εγκαταλείπουν την αποστολή τους. Την πορεία των πιστών μέσα στον κόσμο υποδηλώνει ο σταυρός και η ανάσταση του Χριστού.
Στην ιστορία και τη ζωή της Εκκλησίας υπάρχει κάτι άκρως φιλάνθρωπο και φιλάδελφο, το οποίο πολλοί δεν το προσέχουν και δεν είναι σε θέση και να το καταλάβουν. Στη κοινωνία της Εκκλησίας όλοι ανεξαιρέτως θεωρούνται ισότιμα πρόσωπα, σε αυτό το σώμα κανένας δεν είναι ανώτερος. Ενώπιον του Θεού δεν υπάρχει κανείς άγνωστος ή ανώνυμος αφενός, και ότι οι πάντες είναι ίσοι και ισότιμοι αναμεταξύ τους αφετέρου, «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3,28). Ο καθένας μέσα στην Εκκλησία είναι πρόσωπο με το όνομα του και η Εκκλησία, ως κέντρο και καρδιά της δημιουργίας, είναι καθολική και οικουμενική και είναι ανοιχτή σε όλους, σύμφωνη προς τον λόγο του αποστόλου, «ἔρχου καὶ ἴδε».
Η Εκκλησία αποτελεί μία θεανθρώπινη ιστορική και ταυτόχρονα υπερχρονική πραγματικότητα, η οποία οδεύει μέσα από την ιστορία προς τα έσχατα, προκειμένου να γίνει πράξη η τελείωση σύμπασας της δημιουργίας. Η πορεία και η δράση του λαού του Θεού μέσα στον κόσμο αποσκοπεί στο να συμβάλλει ώστε ο κόσμος όλος να γίνει Εκκλησία.
 Στην προς Διόγνητον επιστολή παρουσιάζεται εκφραστικότατα η εν Χριστώ ζωή, που είναι υπέρβαση κάθε μορφής διαφορετικότητας και ιδιαιτερότητας. Λέγεται ότι οι Χριστιανοί «πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολίται, καί πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν, καί πᾶσα πατρίς ξένη… ἐν σαρκί τυγχάνουσιν, ἀλλ’ οὐ κατά σάρκα ζῶσιν. ἐπί γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται».
Επομένως χωρίς να καταργείται η πατρίδα, υπερβαίνεται με την κατά Χριστόν ξενιτεία και η βίωση των εσχάτων αίρει κάθε περιοριστικότητα. Οι Χριστιανοί έχουν μεν μια συγκεκριμένη πατρίδα, αλλά δεν εξαρτώνται σε αυτήν, αφού αισθάνονται ως ξένοι, βιώνοντας ταυτόχρονα όλη την οικουμένη ως πατρίδα και τον κάθε άνθρωπο ως αδερφό και εικόνα του Θεού, ενθυμούμενοι πάντοτε τον κυριακό λόγο,  «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». Ο Χριστιανός πορεύεται μέσα στην ιστορία έχοντας πάντοτε ως προορισμό τη Βασιλεία του Θεού, καθώς σύμφωνα με τον παύλειο λόγο «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».
Γεώργιος Μανώλης, Θεολόγος
υπ. ΜΔΕ Ερμηνευτικής Θεολογίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου