Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ - Η ασέβεια της βλασφημίας

†Μητροπολίτου Φλωρίνης  Αυγουστίνου Καντιώτου

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ.8,26-39)

Ἡ ἀσέβεια τῆς βλασφημίας
 
Πρέπει,ἀγαπητοί μου, νὰ σᾶς μιλήσω σήμερα. Ἀλλὰ βρίσκομαι σὲ κάποια ἀμηχανία.Τί νὰ πῶ;Νὰ ἐπαινέσω; Ἡ κολακεία πρέπει νὰ εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ στόμα ἐκείνου ποὺ κηρύττει τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ ν᾽ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθεια (βλ. Ἰω. 18,37). Νὰ ἐπαινέσω λοιπὸν ἢ νὰ ἐλέγξω; Ἡ ἀποστολή μου εἶνε νὰ μὴν κολακεύω, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχω.
 
Διστάζω ὅμως· διστάζω, γιατὶ ξέρω πόσο ὁ κόσμος εἶνε δύσκολος νὰ δεχθῇ τὸν ἔλεγχο.Ἐὰν σᾶς ἐλέγξω, ἐὰν θίξω τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς κακίες ποὺ ἔχετε κ᾽ ἐσεῖς ὡς ἄνθρωποι,φοβᾶμαι ὅτι θὰ πιάσετε πέτρες νὰ μὲ λιθοβολήσετε. Ἀφοῦ λοιπὸν οὔτε νὰ κολακεύουμε ἐπιτρέπεται, οὔτε νὰ ἐπαινέσουμε μποροῦμε, οὔτε νὰ ἐλέγξουμε δέχεται ἡ ἐποχή μας, τί ὑπολείπεται σ᾿ ἐμᾶς τοὺς ἱεροκήρυκες; Ἢ νὰ πᾶμε ὅλοι νὰ κλειστοῦμε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἢ νὰ κάνουμε κάτι ἄλλο· νὰ παρουσιαζώμεθα μπροστά σας καὶ νὰ κλαῖμε· μόνο τὰ δάκρυα ὑπολείπονται σ᾿ ἐμᾶς.

Καὶ ὄντως δάκρυα πολλὰ πρέπει νὰ χύσῃ σήμερα ὄχι μόνο κάθε ἱεροκήρυκας ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανός· ὅποιος ἔχει μέσα του ἕνα ζώπυρο, μιὰ σπίθα, πρέπει νὰ κλάψῃ πολύ.Διότι καὶ τὸ θέμα ποὺ μᾶς δίνει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο εἶνε τέτοιο πού, ἂν ἔχουμε καρδιὰ καὶ αἴσθημα, θὰ κλάψουμε. Ἀλλὰ ποιό εἶνε τὸ θέμα;
 
Τὸ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.Τί μᾶς λέει; Λέει, ὅτι ἕνας νέος ἄνθρωπος περιῆλθε σὲ μία πολὺ δυσάρεστη κατάστασι. Τὸ μυαλό του ἔπαψε πιὰ νὰ λειτουργῇ κανονικά· τὰ νεῦρα του ταράχτηκαν, τὸ πρόσωπό του ἀγρίεψε· τὰ μάτια του κοκκίνιζαν, τὸ στόμα του ἄφριζε, τὰ χέρια του δὲν τὰ ἐξουσίαζε· ἦταν ἕρμαιο κακῶν τάσεων.
Ἅρπαζε λιθάρια, πλήγωνε τὸ κορμί του, ἔσχιζε τὰ ροῦχα του. Ἔβγαινε ἀπ᾽ τὸ σπίτι, ἔτρεχε στοὺς δρόμους, οἱ δικοί του τὸν κυνηγοῦσαν. Πήγαινε στὰ ἔρημα βουνὰ καὶ μέσ᾿ στὶς σπηλιές, ἔμπαινε μέσ᾿ στὰ μνήματα. Κι ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἔμενε ἦταν ἀδύνατον ἄνθρωπος νὰ περάσῃ. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ὅλης τῆς περιοχῆς. Μὲ σχοινιὰ καὶ ἁλυσίδες τὸν ἔδεναν, ἀλλὰ τὶς ἔσπαζε σὰν νὰ ἦταν κλωστές. Μὰ τί ἦταν αὐτός, τρελλός; Μακάρι νὰ ἦταν τρελλός. Ἦταν κάτι χειρότερο. Ἦταν –Θεὸς φυλάξοι– δαιμονισμένος. Σὰν ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ἀδελφούς μας ποὺ καὶ σήμερα τοὺς πηγαίνουν στὸν ἅγιο Γεράσιμο στὴν Κεφαλονιὰ καὶ ἡ χάρις τοῦ ἁ γίου τοὺς θεραπεύει.
 
Δαιμονισμένος, λοιπόν, ἦταν. Ἀλλὰ ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ τόσο ἀγριεμένος,
ἀλλάζει. Τὸν βλέπουμε νὰ τρέμῃ ὁλόκληρος· ὅπως τὰ φύλλα τοῦ δέντρου ὅταν τὰ σείει ὁ ἄνεμος, ἔτσι ἔτρεμε κι αὐτός. Πέσανε ἀπ᾽ τὰ χέρια του οἱ πέτρες, ἔπαψε ν᾿ ἀφρίζῃ· ἤτανε πλέον διαφορετικός, ἡσύχασε, ἠρέμησε. Ὁ λύκος ὁ ἄγριος ἔγινε ἀρνάκι. Τί συνέβη; Μακριὰ εἶδε νά ᾿ρχεται ἐκεῖ κάποιος ἀπὸ τὸ δρόμο. Ποιός νὰ ἦταν; Κάποιος ταπεινὸς καὶ περιφρονημένος, ποὺ ἐξωτερικὰ φαινόταν ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μέσα του κατοικοῦσε ὅλη ἡ Θεότης· ἦ ταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἦρθε κοντά του.Αὐτός, μόλις εἶδε τὸ Χριστό, ἔπεσε μπροστά του, λέει τὸ εὐαγγέλιο. Ὁ τρομερὸς καὶ ἀλύγιστος αὐτὸς ἄνθρωπος ἔσκυψε καὶ τὸν προσκυνοῦσε φωνάζοντας· «Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, δέομαί σου, μή με βασανίσῃς»(Λουκ. 8,28).
 
Δὲν εἶνε θαυμαστό, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἔπεσε μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ τὸν προσκυνοῦσε ὄχι πιὰ ὁ δαιμονισμένος, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπ᾽ αὐτόν, δηλαδὴ ὁ σατανᾶς; Καὶ δὲν ἦταν ἕνας σατανᾶς· ἦταν μία «λεγεὼν» δαιμονίων (ἔ.ἀ. 8,30), χιλιάδες δαιμόνια· ἑφτὰ χιλιάδες δαίμονες εἶχαν φωλιάσει μέσα του. Ὅπως στὶς κουφάλες τῶν δέν τρων φωλιάζουν σφῆγκες,ἔτσι μέσα στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ὑπῆρχε ὁλόκληρη δαιμονικὴ σφηγκοφωλιά. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ χιλιάδες δαιμόνια ἔπεσαν τώρα καὶ προσκυνοῦσαν τὸ Χριστό. Τὸν ἀνεγνώριζαν ὡς ἐξουσιαστὴ καὶ κυρίαρχο.
 
Τί βλέπουμε ἐδῶ; Ἐκεῖνο ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος στὴν θεόπνευστη ἐπιστολή του· ὅτι «καὶ τὰ δαιμόνια» ἀκόμη«πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι», τρομάζουν μπροστὰ στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν(Ἰακ. 2,19). Τρέμουν τὸ ὄνομά του τὸ ἅγιο· ἀκοῦνε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ γίνονται καπνός. Τρέμουν τὰ δαιμόνια ἐπίσης τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀντέχουν νὰ τὸν βλέπουν· ὁ διάβολος, ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «φρίττει καὶ τρέμει, μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ (=τοῦ σταυροῦ) τὴν δύναμιν» (Παρακλ., αἶν. Κυρ.πλ. δ΄).
Τὰ δαιμόνια, ἀγαπητοί μου,δὲν τολμοῦν νὰ ποῦν λόγο κακὸ γιὰ τὸν Κύριο, τρέμουν. Κι ὁ ἄνθρωπος τί κάνει;Βλαστημάει· ἀνοίγει τὸ στόμα του καὶ βγάζει φαρμάκι, λάσπη, ἀκαθαρσία. Βλαστημάει τὰ θεῖα· τὸ Θεό, τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ σταυρό, τοὺς ἁγίους, τὰ καντήλια, τὶς κολυμπῆθρες, τὰ πάντα. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται χειρότερος κι ἀπὸ τὸ διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος πολλὰ κάνει, ἀλλὰ ἕνα ἁμάρτημα δὲν τὸ κάνει· στὰ τόσες χιλιάδες χρόνια τῆς ἡλικίας του ὣς τώρα, δὲ βλαστημάει. Τρέμει. Μὰ ἀπὸ τὶς δικές μας βλαστήμιες ἔχει τάχα κάτι νὰ πάθῃ ἢ νὰ ζημιωθῇ ὁ Θεός, ἡ Παναγία, οἱ ἅγιοι; Τίποτε. Κι ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τρελλαθοῦν κι ἀνεβοῦν στὶς ταράτσες κι ἀρχίσουν νὰ φτύνουν τὸν ἥλιο, ὅλα τὰ πτύσματα δὲ φτάνουν νὰ τὸν σβήσουν.
Ὅπως λοιπὸν τὰ σάλια μας δὲ φτάνουν στὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ ὕβρεις μας δὲ φτάνουν νὰ βλάψουν τὸ Χριστό. Εἶνε τόσο ψηλά, εἶνε τόσο μεγάλος! Καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς. Κι ἂν ἐμεῖς τὰ σκουλήκια τῆς γῆς ἀντὶ νὰ τὸν ὑμνοῦμε τὸν βλαστημοῦμε, δὲν χρειάζεται τὶς δικές μας δοξολογίες. Ἔχει στοὺς οὐρανοὺς τάγμα τα, ταξιαρχίες καὶ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων ποὺ τοῦ ψάλλουν ἀκαταπαύστως «Ἅγιος, ἅγιος,ἅγιος Κύ ριος σαβαώθ…» (Ἠσ. 6,3).
Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς· ἐμεῖς ζημιωνόμεθα, ἐμεῖς δείχνουμε τὴν ἀχαριστία μας.Ὁ βλάσφημος εἶνε χειρότερος κι ἀπὸ τὰ ζῷα. Ἔχεις ἕνα σκυλί, τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἔχει γλῶσσα νὰ μιλήσῃ, κουνάει τὴν οὐρά του, σὰ νὰ σοῦ λέῃ· Εὐχαριστῶ, ἀφέντη. Ὁ βλάσφημος ὅμως, σὰν τὸ λυσσασμένο σκυλὶ ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει πιὰ τὸ ἀφεντικό του ἀλλὰ τὸ δαγκώνει, «δαγκώνει» κι αὐτὸς τὰ χέρια τοῦ εὐεργέτου Χριστοῦ, ποὺ ἁπλώθηκαν στὸ σταυρὸ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.
Μεγάλη ἁμαρτία ἡ βλαστήμια,πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ἄλλες. Ἐγὼ σᾶς λέω, ὅτι εἶνε χειρότερη κι ἀπὸ τὸ φόνο. Μὲ τὸ φόνο σκοτώνεις ἄνθρωπο, μὲ τὴ βλαστήμια –ὅσο ἐξαρτᾶται ἀ πὸ σένα– σὰν νὰ φονεύῃς τὸ Θεό, σὰν νὰ σταυρώνῃς τὸ Χριστό!

Ὁ βλάστημος ἔχει μεγάλη ζημία καὶ κατάρα. Ἀνοῖξτε τὴν ἁγία Γραφή, τὴν Παλαιὰ Διαθή κη στὸ Λευϊτικό, νὰ δῆτε ἐκεῖ ἕνα παράδειγμα. Οἱ Ἑβραῖοι δὲ βλαστημοῦσαν τὸ Θεό· ἄκουγαν τ᾿ ὄνομά του καὶ στέκονταν ὄρθιοι.
Κάποτε ὅμως ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς βλαστήμησε. Ἀμέσως τὸν ἀπομόνωσαν καὶ συμβουλεύτηκαν τὸ Μωυσῆ τί νὰ κάνουν. Κ᾽ ἐκεῖνος κατόπιν προσευχῆς εἶπε· «Θάνατος στὸ βλάστημο!». Τὸ ἄλλο πρωὶ μαζεύτηκε ὅλος ὁ λαός, ἀκόμα καὶ ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἴδιου, πῆραν ἀπὸ ἕνα λιθάρι καὶ τὸ ἔρριξαν ἀπάνω του.
Ἔγινε ἕνας λόφος ἀπὸ πέτρες, καὶ κάτω ἀπ᾽ αὐτὲς ξεψύχησε ὁ βλάστημος (βλ.Λευϊτ. 24,10-16). Καὶ στὴν Αἰθιοπία ἐπίσης δὲν ὑπάρχει βλαστήμια· ἂν κάποιος τολμήσῃ νὰ βλαστημήσῃ, θὰτὸν ἁρπάξουν καὶ θὰ τοῦ κόψουν τὴ γλῶσσα.
Ἐδῶ στὴν πατρίδα μας;… Μοῦ ᾿ρχεται νὰ κλάψω. Σοῦ συγχωρῶ τὶς πορνεῖες σου, τὶς μοιχεῖες σου, τὶς ἀτιμίες σου, τὶς κλεψιές σου· ἀλλὰ τὸ Θεὸ νὰ βλαστημᾷς; Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό! Ποιός τολμάει νὰ βγῇ καὶ νὰ βλαστημήσῃ τοὺς ἄρχοντες; Κανένας.
Τὸ Χριστὸ ὅμως, τὴν Παναγία; Ἄ βέβαια, μεγάλοι αὐτοί, μικρὸς ὁ Χριστός μας, μικρὴ ἡ Παναγιά μας! Μοῦ ἦρθε χθὲς ἕνας οἰκοδόμος ταραγμένος. –Τί ἔχεις; τοῦ λέω. –Θὰ φύγω ἀπ᾽ τὴ δουλειά.Εἶμαι χρόνια στὶς οἰκοδομές, ἀλλὰ δὲν ὑποφέρω τὴ βλαστήμια. Βλαστημᾶνε ὅλοι.Ὑπολογίζω ὅτι γιὰ νὰ χτιστῇ μιὰ πολυκατοικία, χρειάζεται τόσο μπετόν, τόσα σίδερα, τόσα ξύλα, τόσα …, καὶ —μὴ γελάσῃ κανείς— καὶ πεντακόσες βλαστήμιες. Ὦ Θεέ μου Θεέ μου!
Δὲν εἶμαι προφήτης, ἀδέρφια μου, εἶμαι ἁμαρτωλὸς σὰν ἐσᾶς· ἀλλὰ φοβᾶμαι. Σᾶς τὸ λέω καὶ γράψτε το. Ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα νὰ πάψῃ ἡ βλαστήμια στὰ γιαπιά, στὰ σχολειά, στὰ μαγαζιά, στὰ καράβια,στὸ στρατό, παντοῦ, ἐὰν δὲ ληφθοῦν δρακόντεια μέτρα ὥστε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας νὰ εἶνε σεβαστὸ καὶ ἅγιο, καμμιὰ νύχτα θὰ γίνῃ κανένας σεισμὸς χειρότερος ἀπὸ τοὺς προηγουμένους, καὶ δὲ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον» (πρβλ. Ματθ. 24,2)ἐπάνω στὴν ἁμαρτωλὴ αὐτὴ γῆ, ποὺ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας νὰ διεκδικήσῃ τὴν τιμὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ!
 
(†)ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἱ. ναὸ τῶν Ἀθηνῶν τὴν 23-10-1966.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου