Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ: Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΗΣ «ΚΛΙΜΑΚΟΣ»

 

      ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

         Η Δ΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια μεγάλη ασκητική, πατερική  και πνευματική μορφή της Εκκλησίας μας, στον άγιο Ιωάννη το Σιναΐτη, ο οποίος μας είναι καλλίτερα γνωστός ως άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, από το ομώνυμο περισπούδαστο σύγγραμμά του. Η προβολή και η τιμή του αγίου αυτού άνδρα κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή κρίθηκε επιβεβλημένη από τους Πατέρες. Το περίφημο σύγγραμμά του, θεωρήθηκε ως εξαιρετικό μέσο πνευματικής καθοδήγησης για τους αγωνιζόμενους πιστούς. Αλλά και η οσιακή του μορφή αποτελεί παράδειγμα αγώνα κατά των ψυχοκτόνων  παθών μας αυτή την ιερή περίοδο.   

     Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη, κατ’ άλλους στη Συρία, περί το 523 από πλούσια, ευγενή και ευσεβή οικογένεια. Οι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σπουδαία εκπαίδευση. Περισσότερο όμως φρόντισαν να του μεταδώσουν τη δική τους ευσέβεια και πίστη στο Θεό. Κοντά σε πνευματικούς δασκάλους σπούδασε σε βάθος τη θεολογία της Εκκλησίας μας. Του άρεσε να μελετά με πάθος τις άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας.  Από πολύ μικρός αγαπούσε την άσκηση και γι’ αυτό νέος όντας αποσύρθηκε στην έρημο του Σινά, κοντά στον φημισμένο ερημίτη και πνευματικό δάσκαλο Μαρτύριο και εκάρη μοναχός. Έζησε κοντά στον άγιο ασκητή τέσσερα χρόνια διδασκόμενος τις αρετές και τους τρόπους επίτευξης της προσωπικής κάθαρσης, σημειώνοντας τεράστια πνευματική πρόοδο. Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί ώστε στο ερημητήριό του έτρεχε πλήθος μοναχών και λαϊκών να τον συμβουλευθούν. Μάλιστα είχε αποκτήσει και τη φήμη του θαυματουργού, ο οποίος με την προσευχή του έκανε πολλά θαύματα. Εκεί έζησε για δεκαεννιά χρόνια. Κατόπιν εγκαταβίωσε στη Μονή του Θωλά. Όταν κοιμήθηκε ο ηγούμενος της σεβάσμιας Μονής της Αγίας Αικατερίνης Σινά, οι μοναχοί τον ανάδειξαν ηγούμενο, όπου τους ποίμανε για λίγα χρόνια και γι’ αυτό πήρε και την ονομασία Σιναΐτης. Η νοσταλγία όμως της ερημικής ζωής τον οδήγησε να αφήσει την Μονή και να φύγει ξανά στην έρημο, όπου έμεινε ως την κοίμησή του, ασκούμενος, προσευχόμενος και συγγράφοντας τα περισπούδαστα βιβλία του «Κλίμαξ» και «Λόγος προς τον Ποιμένα». Κοιμήθηκε το 606 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 30 Μαρτίου, ημέρα της κοίμησής του και ιδιαιτέρως την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.   

      Ήταν σοφός άνθρωπος και προπαντός μεγάλος ασκητής, εφάμιλλος του μεγάλου Αντωνίου, αγίου Ευθυμίου και αγίου Σάββα. Γύρω από τον μεγάλο αυτό δάσκαλο ασκητή συγκεντρώθηκαν πολλές χιλιάδες μοναχοί, παίρνοντας από αυτόν μαθήματα πνευματικού αγώνα. Για να μπορούν οι μοναχοί να έχουν καταγραμμένες τις σοφές διδαχές και παραινέσεις του, τις κατέγραψε στα προαναφερόμενα συγγράμματά του.

       Η «Κλίμαξ», που σημαίνει σκάλα, είναι το πρώτο και σπουδαίο σύγγραμμά του, διότι το περιεχόμενό του, ως νοητή σκάλα, ανεβάζει κλιμακωτά τον ασκούμενο άνθρωπο στην κορυφή των αρετών. Περιέχει τριάντα λόγους σε αντίστοιχες αρετές. Αρχίζει από τις αρετές, οι οποίες εύκολα αποκτώνται και έχουν κυρίως πρακτικό χαρακτήρα, και προχωρεί στις δύσκολες και υψηλές αρετές, οι οποίες έχουν θεωρητικό χαρακτήρα. Ο άγιος Ιωάννης αποδεικνύεται βαθύτατος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, όταν η επιστήμη της ψυχολογίας ήταν άγνωστη και ως έννοια. Με θαυμαστό τρόπο, ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή και προσπαθεί να εντοπίσει τις αμαρτωλές έξεις της και τις καταβολές, ώστε να την θεραπεύσει και να τη θωρακίσει από την ψυχοκτόνο δράση της αμαρτίας και του κακού. Γνωρίζει πως στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχουν βαθμίδες κάθαρσης από τα πάθη και επίσης βαθμίδες απόκτησης των αρετών. Γι’ αυτό και ιεραρχεί με καταπληκτικό τρόπο την κάθαρση

και την απόκτηση αρετών, ώστε να γίνεται με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο. Έστω για παράδειγμα: αρχίζει με τις αρετές της μετάνοιας, της υπακοής, της μνήμης του θανάτου, για να αποκολλήσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και προχωρεί σε υψηλές αρετές, όπως τις διακρίσεως, της ησυχίας, της απάθειας, της ταπεινοφροσύνης κλπ. Οι απόκτηση των αρετών είναι έτσι ταξινομημένες στο ιερό σύγγραμμα, ώστε η κάθε αρετή να προϋποθέτει την προηγούμενη και αυτή να είναι προϋπόθεση για την επόμενη! Μεγαλύτερη ηθική τελειότητα από αυτή δεν έχει γραφεί ακόμη ως τώρα!

     Η «Κλίμαξ» είναι γραμμένη σε υπέροχη λόγια και κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη και με μελωδικότητα. Έχει διαύγεια σκέψεων, γλαφυρότητα, παραστατικότητα, πλούτο εκφράσεων, επιτυχημένες παρομοιώσεις, ζωηρές εικόνες, ώστε να παρουσιάζει τον ιερό συγγραφέα της ως έναν σπάνιο χειριστή της ελληνικής γλώσσας και σκέψεως.

      Αλλά και το δεύτερο μικρό του σύγγραμμα «Λόγος  προς τον Ποιμένα», είναι μια βαθυστόχαστη πραγματεία – οδηγό για όσους έχουν επωμισθεί την ευθύνη να ποιμαίνουν ανθρώπινες ψυχές.        

      Τα υπέροχα κεφάλαια του βιβλίου της «Κλίμακος» είναι ένα από τα προσφιλή και ωφέλημα αναγνώσματα των πιστών αυτή την κατανυκτική περίοδο. Ανήκει στα λεγόμενα νηπτικά κείμενα και απευθύνεται τόσο στους μοναχούς, όσο και στους κοσμικούς και συμπληρώνει τον θαυμαστό πλούτο της εκκλησιαστικής μας γραμματείας. Όσοι αισθανόμαστε την ανάγκη να αγωνιστούμε κατά των παθών μας, την κάθαρση του κακού εαυτού μας και την πνευματική μας πρόοδο, είναι ενδεδειγμένο να εντάξουμε τα συγγράμματα του αγίου Ιωάννου στα αναγνώσματά μας. Οι σοφές παραινέσεις του μεγάλου πνευματικού δασκάλου θα αποτελέσουν πολύτιμο πνευματικό οδηγό για κλιμακωτή κατάκτηση αρετών, ώστε να αξιωθούμε να υποδεχτούμε τον Αναστάντα Κύριο, καθαροί από τους ρύπους της αμαρτίας και τη φθορά του κακού.

 

 

Σάββατο 13 Απριλίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

       Το παλαίφατο και σεβάσμιο Πατριαρχείο της Ρώμης, πριν καταληφτεί από τους αιρετικούς Φράγκους (1009) και αποσχιστεί από την Μία και αδιαίρετη Εκκλησία (1054), έχει να επιδείξει μια πλειάδα αγίων παπών, ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπήρξε για αιώνες ο θεματοφύλακας της σώζουσας αλήθειας. Ένας από αυτούς τους αγίους πάπες υπήρξε και ο άγιος Μαρτίνος Επίσκοπος Ρώμης ο θαυματουργός, ο οποίος έδωσε τη ζωή του για την σώζουσα ορθόδοξη πίστη.

      Γεννήθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα, στην πόλη Τόδι Ομβρικής, της κεντρικής Ιταλίας και έζησε στην εποχή που βασίλευε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641), ο οποίος, όπως είναι γνωστό υποστήριζε την αίρεση του Μονοθελητισμού. Έζησε επίσης στα χρόνια του Κώνστα Β΄ (641-668), ο οποίος ακολούθησε την εκκλησιαστική πολιτική των προκατόχων του και μάλιστα έγειρε διωγμό κατά των Ορθοδόξων. Ο Κώνστας μάλιστα, μετά το θάνατο του αιρετικού Πατριάρχη Σεργίου, ευνοούμενο του Ηράκλειου, ανέβασε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τον αιρετικό Πατριάρχη Παύλο Β΄ (641-653), θερμό υπέρμαχο του Μονοθελητισμού.

        Η αίρεση αυτή ήταν η φυσική μετεξέλιξη της φοβερής αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού, η οποία δεν δεχόταν τις δύο θελήσεις του Χριστού, διδάσκοντας ότι είχε μόνο μία θέληση, την θεία. Ταυτόχρονα υπήρχε και άλλη αίρεση ο Μονοενεργητισμός, ο οποίος δίδασκε πως ο Χριστός είχε μόνο μια ενέργεια, τη θεία. Και οι δύο αυτές αιρέσεις είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις στην περί σωτηρίας διδασκαλία της Εκκλησίας, διότι αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού, η οποία είχε απορροφηθεί από τη θεία. Αλλά, αν ο Χριστός δεν ήταν αληθινός Θεός και άνθρωπος, δεν επιτέλεσε τη σωτηρία. Ότι η σωτηρία μας παραμένει ένα θεωρητικό σχήμα, όπως θεωρητική είναι και η ένωσή μας με το Χριστό.   

      Δε γνωρίζουμε πολλά στοιχεία για την νεανική του ηλικία. Προφανώς ανήκε σε επιφανή οικογένεια και μάλλον έλαβε σοβαρή μόρφωση.  Επρόκειτο για πιστό και συνετό άνδρα, του οποίου η φήμη έφτασε ως την Επισκοπή της Ρώμης η οποία τον όρισε αποκρισάριο (απεσταλμένο) του πάπα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έζησε από κοντά τα προβλήματα που δημιούργησε στην Εκκλησία η νέα αίρεση. Ο Μαρτίνος ήταν Ορθόδοξος και αντιτάχτηκε εξ’ αρχής κατά της αίρεσης του Μονοθελητισμού.

      Τον Ιούνιο του 649 εκλέχτηκε Επίσκοπος Ρώμης και έθεσε ως πρώτη προτεραιότητά του την αντιμετώπιση του Μονοθελητισμού. Απέστειλε επιστολή στον αιρετικό Πατριάρχη Παύλο, προσπαθώντας, με συμβουλές αγάπης, να τον επαναφέρει στην Ορθοδοξία. Έστειλε επίσης και μια πλειάδα μορφωμένων Ρωμαίων κληρικών, ειδικών στην αντιμετώπιση των αιρέσεων, στη Βασιλεύουσα, προκειμένου να διαφωτίσουν τον κλήρο και το λαό, για την πλάνη της αιρέσεως και τις φοβερές συνέπειές της για τη σωτηρία.

       Μάταια όμως. Η αίρεση του Μονοθελητισμού είχε την στήριξη της πολιτικής εξουσίας. Ο Πατριάρχης Παύλος, όχι μόνο δεν μεταστράφηκε, αλλά στράφηκε εναντίον των απεσταλμένων του Μαρτίνου. Απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα και ζήτησε την τιμωρία τους. Τους συνέλαβαν, τους βασάνισαν αλύπητα και τους έστειλαν εξορία σε διάφορα νησιά.

      Ο Μαρτίνος, μπροστά σε αυτή την κατάσταση συγκάλεσε Σύνοδο στη Ρώμη, την λεγόμενη Α΄ Σύνοδο του Λατερανού (649), στην οποία πήραν μέρος 105 Επίσκοποι από την Ιταλία, τη Σικελία και την Αφρική και η οποία καταδίκασε την αίρεση του

Μονοθελητισμού και καθαίρεσε τους Πατριάρχες Σέργιο και Παύλο. Κατόπιν έστειλε τις αποφάσεις της Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη.    

      Ο αυτοκράτορας Κώνστας οργίστηκε από τις ενέργειες του Μαρτίνου και γι’ αυτό θέλησε να του κλείσει το στόμα. Έστειλε άνδρες στη Ρώμη, με επικεφαλής στρατιωτικό διοικητή, για να τον συλλάβουν και να τον πάνε δεμένο στη Κωνσταντινούπολη. Όμως οι Χριστιανοί της Ρώμης πληροφορούμενοι την άφιξη του αποσπάσματος, κύκλωσαν το Πατριαρχείο, περιφρουρώντας τον Επίσκοπό τους. Διαμήνυσαν στους άνδρες του αποσπάσματος, πως θα χυνόταν αίμα αν τολμούσαν να πλησιάσουν και να βάλουν χέρι στον Μαρτίνο. Εκείνοι φοβήθηκαν, ότι θα προκαλούνταν στάση στη Ρώμη και γι’ αυτό έφυγαν άπρακτοι για την Βασιλεύουσα.

       Ο Κώνστας και οι άλλοι παλατιανοί περίμεναν να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία να τον συλλάβουν, χωρίς να προκληθεί αναστάτωση και στάση του πιστού λαού. Πληροφορήθηκαν ότι ο Μαρτίνος είχε αρρωστήσει βαριά και είχε πέσει στο κρεβάτι. Έστειλαν τότε τον στρατιωτικό Θεόδωρο, με την ακολουθία του στη Ρώμη. Εισήλθαν με δόλο στο επισκοπείο, όπου τον απήγαγαν μαζί, με το κρεβάτι του και τον φυγάδευσαν κρυφά από τη Ρώμη. Μαζί του συνέλαβαν και τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, θερμό υπέρμαχο της Ορθοδοξίας και σφοδρό πολέμιο του Μονοθελητισμού, ο οποίος είχε καταφύγει, διωκόμενος στη Ρώμη. Τους οδήγησαν αρχικά στη Νάξο και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας σκόπευε να τον θανατώσει, αλλά με την παρέμβαση του Πατριάρχη Παύλου επετράπη η θανάτωσή του  και αποφασίστηκε να εξορισθεί. Μετά από απειλές, εξευτελισμούς και φυλακίσεις, τον έστειλε τον Μαρτίνο εξορία στη Χερσώνα της Κριμαίας. Από τις ταλαιπωρίες του και την πίκρα του κοιμήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου του 655. Ποίμανε την Εκκλησία της Ρώμης για έξι χρόνια και υπερασπίστηκε με πάθος και σθένος την ορθόδοξη πίστη. Για την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία έδωσε τη ζωή του. Ο θάνατος τον βρήκε αγωνιζόμενο στις επάλξεις. Μαζί του στην Χερσώνα είχαν εξορισθεί και άλλοι δύο Επίσκοποι, οι οποίοι και αυτοί πέθαναν εκεί από τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες. 

      Αργότερα, οι Χριστιανοί της Ρώμης αναζήτησαν τα τίμια λείψανα του αγίου Μαρτίνου και τα μετέφεραν στη Ρώμη, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα, προσδίνοντάς του τον χαρακτηρισμό του θαυματουργού. Ανακηρύχτηκε άγιος και ομολογητής. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Απριλίου.

      Η διαφύλαξη της σώζουσας πίστης της Εκκλησίας μας υπήρξε έργο τιτάνιο των ομολογητών Πατέρων της Εκκλησίας μας. Η ορθόδοξη πίστη έφτασε ως εμάς μέσω απίστευτων ταλαιπωριών των Πατέρων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Μαρτίνος.    

               

 

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι αγίασαν ομού με μέλη των βιολογικών τους οικογενειών. Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη, η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη της Θεοπίστη. Οι δύο αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό μωσαϊκό της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων.

       Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Αίγινα το 812 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας της ήταν πρεσβύτερος. Δυστυχώς η μητέρα της πέθανε, λίγο μετά τον τοκετό της, γι’ αυτό αναγκάστηκε ο πατέρας της να τη δώσει για ανατροφή σε μια ευλαβή ανάδοχό του και εκείνος ασπάσθηκε, μετά τη χηρεία του, το μοναχικό βίο. Η Θεοδώρα ανατράφηκε με ευλάβεια, από την ευσεβή ανάδοχο κόρη, απέκτησε φόβο Θεού και στολίστηκε με σπάνιες αρετές. Επίσης ήταν στολισμένη και με σπάνιο σωματικό κάλλος.

     Όταν μεγάλωσε, η ευσεβής θετή μητέρα της την αρραβώνιασε με έναν νέο, περιζήτητο στο νησί. Όμως ένα τρομερό γεγονός της άλλαξε τη ζωή. Βάρβαροι Σαρακηνοί πειρατές εισέβαλλαν στην Αίγινα και λεηλάτησαν τους κατοίκους, σκοτώνοντας πολλούς. Μεταξύ αυτών και τον αδελφό. Έτσι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη, με τον μνηστήρα της, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.

      Μετά από καιρό, όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκαν και έφεραν στον κόσμο μια κόρη, τη Θεοπίστη και στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά τα οποία πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Ο χαμός των παιδιών τους τους γέμισε θλίψη, αλλά η ευσεβής Θεοδώρα δεν καταβλήθηκε. Έχοντας μεγάλη πίστη και ηρωικό φρόνημα, στήριζε το σύζυγό της. Μάλιστα του πρότεινε να αφιερώσουν την τότε εξάχρονη κόρη τους, την στο Θεό. Όντως την αφιέρωσαν στην Ιερά Μονή Αγίου Λουκά.

      Ύστερα από καιρό ένα άλλο δυσάρεστο πλήγμα δέχτηκε η Θεοδώρα. Ο σύζυγός της ασθένησε και πέθανε. Όντας 25 ετών, πήρε την απόφαση να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν ηγουμένη μια συγγένισσά της, ονόματι Άννα, ζητώντας την να την δεχτεί στη Μονή. Η ηγουμένη ήταν εγνωσμένης αγιότητας και είχε αναδειχθεί ομολογητής και είχε βασανισθεί, ως υπέρμαχος των Ιερών Εικόνων (βρισκόμαστε στην εποχή της εικονομαχίας). Όταν αντίκρισε τη νεαρή χήρα εξέφρασε τους δισταγμούς της, φοβούμενη πως κάποια στιγμή θα μετάνιωνε για την απόφασή της και θα εγκατέλειπε το μοναχικό βίο. Αλλά, μπροστά στις θερμές παρακλήσεις της Θεοδώρας ενέδωσε, τη δέχτηκε και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής, υποβάλλοντάς την σε διάφορες δοκιμασίες για να πεισθεί για την ακλόνητη απόφασή της.

      Η Θεοδώρα επέδειξε πρωτοφανή ζήλο και υπακοή. Εκτελούσε με προθυμία κάθε διακόνημα, όσο ταπεινό και κοπιαστικό ήταν. Καλλιεργούσε σχέσεις αγάπης με την υπόλοιπη αδελφότητα και καταγίνονταν στον προσωπικό πνευματικό της αγώνα. Νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε πνευματικά και ψυχωφελή βιβλία και συμμετείχε στα Ιερά Μυστήρια με ευλάβεια και ταπείνωση. Εξομολογούνταν ανελλιπώς για να αποκρούει τους πειρασμούς του διαβόλου, ο οποίος  πάσχισε, με δόλιους λογισμούς να την αποσπάσει από τον πνευματικό της αγώνα και να την απομακρύνει από τη Μονή, να την επαναφέρει ξανά στον κόσμο. Όμως εκείνη έμεινε εδραία στην απόφασή της. Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ταπεινοφροσύνης, θεωρώντας τον εαυτό της ως τον πλέον αμαρτωλό άνθρωπο του κόσμου. Συχνά εξέφραζε την γνώμη της ότι ήταν η πιο άχρηστη μοναχή στη Μονή. Στοχαζόταν τις τιμωρίες της κολάσεως και έκλαιε πικρά για τα δεινά που την περίμεναν!

      Μετά από χρόνια, όταν είχε κοιμηθεί η ηγουμένη της Μονής Αγίου Λουκά, η οποία είχε δεχθεί την κόρη της Θεοπίστη και εκείνη πήρε την απόφαση να πάει να

μονάσει μαζί με τη μητέρα της τη Θεοδώρα. Έτσι ζήτησε να τη δεχτούν στη Μονή Αγίου Στεφάνου. Η ηγουμένη τη δέχτηκε και μάλιστα την έβαλε να συγκατοικεί στο ίδιο κελί με την κατά σάρκα μητέρα της.     

       Μητέρα και κόρη, ως πνευματικές αδελφές πια, μοιραζόταν την προσευχή και την άσκηση και ζούσαν αγγελικό βίο. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα τους ανθρώπους που προκόβουν πνευματικά, θέλησε να τις προσβάλει, ξύπνησε μέσα στην ψυχή της Θεοδώρας το μητρικό ένστικτο, το οποίο επισκίασε την πνευματική τους σχέση. Αυτό το παρατήρησε η ηγουμένη και ανησύχησε. Μάλιστα κάποια μέρα βρήκε τη Θεοδώρα να φροντίζει τα ενδύματα της κόρης της, τη ρώτησε: «Θεοδώρα, τίνος είναι το κορίτσι αυτό;».  Την επέπληξε και της υπενθύμισε το λόγο του Κυρίου πως «ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον άξιος και ό φιλών υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,37). Για να τις προφυλάξει τις χώρισε και τους απαγόρευσε να έχουν καμιά συναναστροφή. Εκείνες υπάκουσαν και για δεκαπέντε χρόνια δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αν και συζούσαν στην ίδια Μονή, εργάζονταν και γευμάτιζαν μαζί.

      Αργότερα η Θεοδώρα ασθένησε βαριά και η ηγουμένη Άννα, κατόπιν παρακλήσεων των άλλων μοναζουσών, έδωσε την άδεια στην Θεοπίστη να συνομιλήσει μαζί της. Διαπίστωσαν πως πλέον είχε εκλείψει εντελώς η συγγενική σχέση τους και έβλεπε η μια την άλλη ως αδελφή εν Χριστώ, σαν τις άλλες μοναχές της αδελφότητας.

       Η Θεοδώρα είχε φθάσει ήδη στο πεντηκοστό έκτο έτος της ηλικίας της και είχε ωριμάσει πνευματικά σε μεγάλο σημείο. Επίσης και η ηγουμένη Άννα είχε  φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και έπασχε από γεροντική άνοια, μη μπορώντας πια να ασκήσει τη διακονία της ηγουμένης στη Μονή. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης όρισε ως ηγουμένη της Μονής την Θεοπίστη. Η κατά σάρκα μητέρα της αξιώθηκε να γίνει υποτακτικός της κόρης της. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και εκτελούσε με υπακοή και αγόγγυστα τις εντολές της. Μάλιστα η νέα ηγουμένη της ανέθεσε το δύσκολο διακόνημα, να γηροκομεί την άρρωστη πρώην ηγουμένη Άννα και να υπομένει με καρτερία και ηρεμία τις δυστροπίες της.

       Μετά από δεκαεννέα χρόνια και όντας η Θεοδώρα εβδομήντα πέντε χρονών, απαλλάχτηκε από όλα τα διακονήματά της. Αυτό όμως τη στεναχώρησε και γι’ αυτό εξακολουθούσε κρυφά να υπηρετεί τιε αδελφές. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 892, αφού κάλεσε όλη την αδελφότητα να την αποχαιρετίσει και να ζητήσει συγχώρεση. Η ψυχή της φτερούγισε στον ουρανό και το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της έλαμψε σαν τον ήλιο και το δωμάτιο πληρώθηκε από ουράνια ευωδία. Το λάδι από το κανδήλι του τάφου της μεταβλήθηκε σε μύρο και ξεχείλιζε, χαρίζοντας ιάματα σε πλήθος ασθενών, όσοι χρίονταν από αυτό. Γι’ αυτό και της δόθηκε η προσωνυμία «Μυροβλύτισσα». Η περιώνυμη Θεσσαλονίκη αξιώθηκε να έχει δύο αγίους μυροβλύτες, τον Δημήτριο και τη Θεοδώρα. Το 893 έκαναν την εκταφή βρήκαν το ιερό σκήνωμά της άφθορο να ευωδιάζει. Το εναπέθεσαν σε πολύτιμη λάρνακα και μετονόμασαν την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, σε Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας της Μυροβλύτισσας, η οποία έμελλε να καταστεί σημαντικό πνευματικό κέντρο. Σήμερα λειτουργεί ως ανδρική Μονή και στεγάζει το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. 

     Στα 1430, όταν οι αλλόθρησκοι Οθωμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη, άνοιξαν τη λάρνακα της αγίας και κομμάτιασαν το σκήνωμά της. Οι Χριστιανοί μπόρεσαν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια, προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών.

    Η μνήμη της τιμάται στις 5 Απριλίου και στις 3 Αυγούστου, ημέρα μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου της και στις 29 Αυγούστου η μνήμη της αγίας Θεοπίστης.  

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΘΕΩΝΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η Θεσσαλονίκη υπήρξε κοιτίδα ανάδειξης αγίων. Εκατοντάδες είναι οι Θεσσαλονικείς άγιοι οι οποίοι κοσμούν τα ιερά συναξάρια. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Θεωνάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μια όντως σημαντική προσωπικότητα, η οποία σημάδεψε την πόλη τον 16ο αιώνα.

       Δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την νεανική του ηλικία, ούτε γνωρίζουμε επακριβώς τον τόπο γεννήσεώς του. Γεννήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα, σύμφωνα με παράδοση, στη Λέσβο και γι’ αυτό είχε την ονομασία Λέσβιος. Πιθανόν να πήρε την ονομασία αυτή, επειδή διετέλεσε πνευματικός στη νήσο, στο Πλωμάρι, στην αρχή της ιερατικής του διακονίας. Δεν γνωρίζουμε ούτε τα ονόματα των γονέων του, αλλά εικάζουμε ότι ήταν ευσεβείς άνθρωποι.

       Έχουμε την πληροφορία ότι ο Θεωνάς αναχώρησε νέος για το Άγιον Όρος και εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Σκήτη του Αγίου Ονουφρίου της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Εκεί άρχισε τον προσωπικό του αγώνα για κάθαρση των παθών του. Προσευχόταν με τις ώρες, αγρυπνούσε και νήστευε. Μάλιστα επειδή αγαπούσε την ησυχία και τη σιωπή, έπαιρνε λίγα τρόφιμα και αποσύρονταν σε ερημικό μέρος, όπου προσεύχονταν αδιάκοπα για όλο τον κόσμο και τελευταία για τον εαυτό του. Ιδιαίτερα προσευχόταν για το σκλαβωμένο γένος μας, το οποίο στέναζε κάτω από την δυναστεία των αλλοθρήσκων Οθωμανών.

        Εκεί γνωρίστηκε με έναν ενάρετο γέροντα τον (μετέπειτα άγιο) Ιάκωβο, του οποίου έγινε μαθητής και υποτακτικός. Κοντά στον Ιάκωβο έμαθε τα μυστικά της εν Χριστώ ζωής. Κάθε μέρα ανέβαινε προοδευτικά την πνευματική τελειότητα. Είχε νεκρώσει τον εαυτό του για τον κόσμο και ζούσε ως άγγελος.

       Στα 1518 ο Γέροντας Ιάκωβος κάλεσε τους μαθητές του, στους οποίους αποκάλυψε όραμά του, σύμφωνα με το οποίο τον καλούσε ο Θεός να πάει στην Αιτωλοακαρνανία, στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Δερβέκιστας, κοντά στο Θέρμο της Αιτωλία, διότι η περιοχή είχε ανάγκη πνευματικής αφυπνίσεως. Καλούνταν να εργαστεί πνευματικά για το λαό, ο οποίος κείτονταν σε βαθύ σκοτάδι, εξαιτίας της τουρκικής σκλαβιάς. Ο Θεωνάς του ζήτησε να τον πάρει μαζί του και τον ακολούθησε με πολλή χαρά. Όταν έφτασαν στην Ναύπακτο έψαχναν για το Μοναστήρι. Κάθε βράδυ, και οι δύο, έβλεπαν ένα ουράνιο διάχυτο φως σε μια περιοχή. Αυτό το φως έβλεπαν και οι λίγοι μοναχοί της Μονής, καθώς και κάτοικοι των γύρω περιοχών. Μάλιστα προέβλεπαν πως κάτι καλό θα συμβεί.

       Μετά από τρεις ημέρες οδοιπορία και με οδηγό το φώς, οι δύο αγιορείτες μοναχοί έφτασαν στη Μονή, οι οποίοι έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από την αδελφότητα. Θεωρούσαν μεγάλη ευλογία να έχουν μαζί τους πνευματικούς ανθρώπους από το «Περιβόλι της Παναγίας», σταλμένοι από το Θεό. Ο Ιάκωβος αποσύρθηκε σε κοντινή σπηλιά να ζήσει ως ασκητής. Κατέβαινε κάθε Κυριακή στη Μονή για να κοινωνήσει και να διδάξει τους μοναχούς. Πολλοί Χριστιανοί συνέρρεαν στη Μονή να πάρουν την ευλογία του Γέροντα και να εξομολογηθούν.

       Έστειλε τότε τον Θεωνά στον Μητροπολίτη Άρτας Ακάκιο, για να πάρει την άδεια του εξομολόγου και να ζητήσει αρωγή για τη Μονή. Πήρε την άδεια του εξομολόγου και σημαντική οικονομική βοήθεια και η Μονή του Τιμίου Προδρόμου μεταβλήθηκε έτσι σε πνευματικό φάρο της ευρύτερης περιοχής. Πλήθος ανθρώπων έτρεχαν στον Γέροντα Ιάκωβο και στον Θεωνά να εξομολογηθούν και πάρουν τη συμβουλή και την ευλογία τους.

     Όμως, ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε το έργο της Μονής και θέλησε να το καταστρέψει. Κάποιοι άθλιοι συκοφάντες έφτασαν στην Άρτα και έπεισαν τον Επίσκοπο να αναφέρει στις τουρκικές αρχές ότι η Μονή ήταν εκκολαπτήριο

επαναστατών!  Ο Γέροντας Ιάκωβος συνελήφθη και οδηγήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, για απολογία στον Μπέη. Τον ακολούθησε πιστά και ο Θεωνάς. Αν και ο Μπέης πείστηκε για την άδικη συκοφαντία εναντίον του, τον έκλεισε στη φυλακή. Άοκνος συμπαραστάτης του ο Θεωνάς, ο οποίος μπαινόβγαινε στη φυλακή και τον διακονούσε.

       Ο Μπέης των Τρικάλων, κατόπιν διαταγής του Σουλτάνου, τον έστειλε να δικαστεί στην Αδριανούπολη, όπου καταδικάστηκε και μαρτύρησε, μαζί με τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο και τον μοναχό Διονύσιο, την 1η Νοεμβρίου του 1520.

        Ο Θεωνάς επέστρεψε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, όπου έγινε ηγούμενος και συνέχισε επάξια το πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό έργο του Γέροντά του. Αλλά και πάλι ο δύστροπος Μητροπολίτης Άρτας Ακάκιος, υποκινούμενος από διεφθαρμένους ανθρώπους, διέλυσε τη Μονή και έδιωξε καταχείμωνα τους μοναχούς, τους οποίους φιλοξένησε, ως την άνοιξη, κάποιος ευσεβής προύχοντας της περιοχής.

        Στα 1522 ο Θεωνάς και η αδελφότητα πήγαν στο Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκαν στη Μονή Σίμωνος Πέτρας. Αλλά και εκεί δεν στέριωσαν, διότι οι τούρκοι είχαν λεηλατήσει τη Μονή και οι μοναχοί πεινούσαν. Γι’ αυτό έφυγαν για την   Γαλάτιστα της Χαλκιδικής, όπου ανακαίνισαν την Ιερά Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, στην οποία ο Θεωνάς έγινε ηγούμενος. Κατόπιν πληροφοριών κάποιου Αρτινού Ιερέα, ανακάλυψαν τα λείψανα των Νεομαρτύρων Ιακώβου, Ιακώβου ιεροδιακονου και Διονυσίου μοναχού, τα οποία μετέφεραν στη Μονή. Σε λίγο καιρό η Μονή έγινε γνωστή και πλήθος κόσμου έτρεχε να πάρει τις ευλογίες του Θεωνά, ο οποίος ήταν πλέον γνωστός ως εξέχουσα πνευματική μορφή. Δίδασκε και εξομολογούσε ασταμάτητα! Κοντά του θήτευσε μια άλλη μεγάλη προσωπικότητα, ο ξακουστός διδάσκαλος Θεοφάνης, ο οποίος το 1560 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Παροναξίας.

       Ο Θεός όμως προόριζε τον Θεωνά για υψηλότερη διακονία. Κλήρος και λαός τον εξέλεξε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Από τη νέα του εκκλησιαστική του θέση άσκησε εξαιρετικό ποιμαντικό, πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο, σε μια εποχή ανυπέρβλητων εμποδίων, παρ’ όλο ότι ποίμανε το θρόνο της Θεσσαλονίκης για μικρό χρονικό διάστημα, από τον Απρίλιο του 1541 μέχρι τον Μάιο του 1542, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά. Το λείψανό του μεταφέρθηκε θαυματουργικά στη Μονή της Αγίας Αναστασίας. Το 1821 μεταφέρθηκε στη Σκόπελο και αργότερα στην Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Απριλίου.

          

 

 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

         Η υμνογραφία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θείας λατρείας στην Εκκλησία μας, η οποία μας βοηθά να μεταρσιωθούμε και να αναχθούμε σε ανώτερες πνευματικές εμπειρίες. Η αξία του ορθοδόξου υμνογραφικού πλούτου είναι ανυπολόγιστη. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, έχοντας το ποιητικό χάρισμα, στο διάβα των αιώνων, διακρίθηκαν και ως υμνογράφοι και ποιητές της Εκκλησίας μας, κληροδοτώντας μας μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος.

        Καταγόταν από την Ιταλία. Γεννήθηκε στη Σικελία περί το 810, από ευσεβείς γονείς, τον Πλωτίνο και την Αγάθη, οι οποίοι του ενέπνευσαν από μικρό παιδί την πίστη στο Θεό και τον μύησαν στην αρετή. Είχε συνηθίσει να μελετά τις άγιες Γραφές και να ασκείται.

        Όμως το έτος 827 είχαν εισβάλει στη Σικελία οι Άραβες μουσουλμάνοι, οποίοι καταδίωκαν με μανία τους Χριστιανούς που δεν ήθελαν να ασπαστούν το Ισλάμ. Τότε η μητέρα του παρέλαβε τον δεκαπεντάχρονο Ιωσήφ και τον αδελφό του και ήρθαν στην Πελοπόννησο για να αποφύγουν τις σφαγές των Αγαρηνών. Από εκεί κατέληξαν στην Θεσσαλονίκη. Επισκέφτηκε μάλιστα την περίφημη Μονή Λατόμου, όπου λειτουργούσε σχολή, στην οποία συνέχισε και τελειοποίησε τις σπουδές του. Αργότερα ο Ιωσήφ έγινε μοναχός και άρχισε τους ασκητικούς και πνευματικούς του αγώνες. Με την καθοδήγηση του αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου μυήθηκε στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Προσευχόταν νυχθημερόν, νήστευε, αγρυπνούσε και μελετούσε τις άγιες Γραφές. Ως εργόχειρο είχε την  καλλιτεχνία. Είχαν εκτιμηθεί οι αρετές του και οι ικανότητές του και γι’ αυτό παρακινήθηκε και πείστηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος.

      Έμεινε στη Θεσσαλονίκη εννέα χρόνια. Το 840 έφυγε για την Κωνσταντινούπολη μαζί με τον δάσκαλό του Γρηγόριο το Δεκαπολίτη, όπου εγκαταστάθηκαν στην φημισμένη Ιερά Μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντύπα. Εκεί έμειναν ως έγκλειστοι για ένα χρόνο. Όμως βρισκόμαστε στην κορύφωση της εικονομαχικής έριδας, κατά την οποία διώκονταν με μανία οι ορθόδοξοι. Ο τελευταίος εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842) είχε εκδώσει διάταγμα για την καταστροφή όλων των εναπομεινάντων Ιερών Εικόνων και την παραδειγματική τιμωρία όσων τις τιμούσαν.  Γι’ αυτό αποφάσισαν να μεταβούν και να εγκατασταθούν στη Ρώμη, όπου δεν είχε επηρεαστεί από την έριδα αυτή. Όμως κατά την διάρκεια τον πλου του προς την Ιταλία το πλοίο έπεσε σε ενέδρα Αράβων πειρατών, οι οποίοι αφού άρπαξαν ότι πολύτιμο υπήρχε σ’ αυτό αιχμαλώτισαν τους επιβάτες, και μαζί τους τον Ιωσήφ, οδηγώντας τους στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, τους οποίους έριξαν στη φυλακή. Ο Ιωσήφ προσεύχονταν νυχθημερόν για την ελευθερία τη δική του και των άλλων αιχμαλώτων. Ταυτόχρονα δίδασκε την ορθόδοξη πίστη, μεταστρέφοντας πολλούς στην Ορθοδοξία. Με θαύμα του Αγίου Νικολάου και τις ενέργειες των πιστών Κρητών απελευθερώθηκαν.

      Το έτος 850 επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη, αφού είχε λήξει η εικονομαχία, το 842 από την Αυγούστα αγία Θεοδώρα. Εκεί ίδρυσε δική του Μονή, αφιερωμένη στον άγιο Απόστολο Βαρθολομαίο, τον οποίο τιμούσε ιδιαιτέρως. Φρόντισε μάλιστα να εναποθέσει σε αυτή τα ιερά λείψανα του αγίου Αποστόλου, τα οποία μετέφερε από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί άρχισε μια νέα περίοδος πνευματικού αγώνα του Ιωσήφ, ο οποίος διήγε με αδιάκοπη προσευχή, αγρυπνία, νηστεία και φιλανθρωπία.

       Εκεί διαπίστωσε ότι είχε προικιστεί από το Θεό με το χάρισμα του ποιητή και υμνογράφου. Παρακαλούσε με δάκρυα νύχτα και ημέρα τον άγιο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει να αξιοποιήσει το ποιητικό του τάλαντο για την Εκκλησία. Να τον

εμπνεύσει να συνθέσει εκκλησιαστικούς ύμνους. Πράγματι ο ευσεβής πόθος του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Κάποια μέρα ενώ προσευχόταν με θέρμη στον άγιο, είδε ένα όραμα. Ένας εντυπωσιακός άνδρας, με την μορφή του Αποστόλου Βαρθολομαίου, πήρε από την Αγία Τράπεζα το Ιερό Ευαγγέλιο, το τοποθέτησε πάνω στο στήθος του και τον ευλόγησε. Όταν συνήρθε, συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν ένα σαφές σημάδι ότι ήταν έτοιμος να αξιοποιήσει το χάρισμά του στην υμνολογία της Εκκλησίας μας.

        Άρχισε να γράφει ακατάπαυστα ύμνους. Βρισκόμαστε στην εποχή που εμφανίζεται το νέο και αξεπέραστο υμνογραφικό είδος στην Εκκλησία μας, οι Κανόνες, οι οποίοι εκτόπισαν τα Κοντάκια. Ο Ιωσήφ υπήρξε ιδιοφυία στη σύνθεση των Κανόνων. Έγραψε πάμπολλους, αλλά μας διασώθηκαν 165, οι οποίοι φέρουν το όνομά του.  Λίγο νωρίτερα είχαν συνθέσει τους ύμνους της Οκτωήχου ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός. Ο Ιωσήφ συμπλήρωσε την Οκτώηχο, συνθέτοντας τους ύμνους της εβδομάδος, εκτός της Κυριακής, που είχαν συνθέσει οι δύο προειρημένοι ποιητές. Συνέθεσε επίσης Κανόνες και ύμνους στους Αγίους, συμπληρώνοντας τα Μηναία της Εκκλησίας μας. Έγραψε θαυμάσιους Κανόνες και άλλους ύμνους, στη Θεοτόκο, τον άγιο Νικόλαο, στον άγιο Βαρθολομαίο, στους Αρχαγγέλους κλπ.

      Ξεχωριστό υμνογραφικό αριστούργημα του αγίου Ιωσήφ είναι ο περίφημος και δημοφιλής Κανόνας, ο οποίος ψάλλεται κατά την ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου. Συνέθεσε τα τροπάρια, που ακολουθούν τους ειρμούς, που είχε συνθέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Σημειώνουμε πως τα άφθαστα καλολογικά στοιχεία του ύμνου αυτού, τον καθιστούν ως ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

    Ορισμένους από τους σωζόμενους ύμνους του, κάποιοι τους αποδίδουν σε κάποιο άλλο Ιωσήφ Υμνογράφο, τον Στουδίτη. 

     Υπήρξε φίλος του ομολογητή πατριάρχη αγίου Ιγνατίου (846-858 και 867 – 877). Αυτό είχε ως συνέπεια να διωχθεί μαζί του, από τον ακόλαστο και θηριώδη παρακοιμώμενο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ , Βάρδα, τον οποίο ακολούθησε στην εξορία.  Κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Ιγνατίου έγινε σκευοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας. Το αξίωμα αυτό διατήρησε και επί τη δευτέρας πατριαρχίας του αγίου Φωτίου, τον οποίο εκτιμούσε και αγαπούσε ο μεγάλος Πατριάρχης.

       Κοιμήθηκε ειρηνικά το 886 και το τίμιο λείψανό του θάφτηκε στη Μονή του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Απριλίου.