Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα Λειτουργικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα Λειτουργικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2023

Προσοχή στο Αντίδωρο – Μόνο έτσι πρέπει να το λαμβάνουμε

 Δημήτριος Λυκούδης, Θεολόγος



Μόνο από το χέρι του ιερέα πρέπει να λαμβάνουμε το αντίδωρο και πότε μόνοι μας από το πανέρι.


Το ορθόν είναι να σταυρώνουμε τα χέρια με προσοχή, να κατασθίουμε όλο το αντίδωρο και όχι σιγά σιγά να δαγκώνουμε αυτό ωσάν μέρος του όλου κομματιού (εδώ ταιριάζει αυτό που λέγω πάντοτε: μικρά κομμάτια το αντίδωρο να κόπτεται, μικρά, ως κάμνουν στις Ιερές Μονές). Μετά, ρουφάμε, τρόπον τινά, την παλάμη μας για να συγκεντρώσουμε εντός της στοματικής μας κοιλότητας κάθε ψυχίον του αντιδώρου. 

Δεν είναι όμορφη συνήθεια να κρατάμε χαρτομάνδηλο για να πάρουμε αντίδωρο γιατί, μετά, ο κανόνας άλλωστε είναι αυτός, το αυτό χαρτομάνδγηλο έχει την απώτερη κατάληξή του στα σκουπίδια! Μόνο όταν πρόκειται να λάβουμε αντίδωρο για κάποιον ηλικιωμένο που αδυνατεί να εκκλησιαστεί ή, κάποιες φορές, εάν λαμβάνουμε αντίδωρο για να έχουμε κατά τη διάρκεια της εβδομάδος, μόνο τότε και καταχρηστικά μπορούμε να χρησιμοποιούμε κάποιο μανδήλι ή πανί ή χαρτομάνδηλο, έχοντες βέβαια, πάντοτε αυξημένη την προσοχή μας για την κατάληξή αυτού του χαρτιού. 

Να σταματήσει άμεσα αυτή η ανίερη συνήθεια να λαμβάνουμε 3-4 κομμάτια αντίδωρο, να δαγκώνουμε, να χαιρετίζουμε, να γελάμε εξερχόμενοι του Ιερού Ναού και, αλλοίμονο, όλα τα ψυχία, πολλές δε φορές κομμάτια αντιδώρου ολόκληρα να ποδοπατούνται ένεκα της προσωπικής μας «ευσέβειας» και απροσεξίας. Προσοχή παρακαλώ! Ένα κομμάτι αντίδωρο, ένα! Δεν είναι για χόρταση!


Πηγή: www.orthodoxia.online.gr

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Προβληματισμοί για τη σημερινή λειτουργική πραγματικότητα από τη σκοπιά του ιεροψάλτη

Το παρόν κείμενο αποτελεί εισήγηση του Κωνσταντίνου Μπουσδέκη, που εκφωνήθηκε στην ημερίδα που διοργάνωσε η Εστία Πατερικών Μελετών με τίτλο «Στον απόηχο της λειτουργικής ανανέωσης: αναταράξεις στη θεία λατρεία» και πραγματοποιήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο στις 11 Ιουνίου 2023.

Από μικρής ηλικίας και εγώ αλλά και πολλοί από τους φίλους μου ψάλτες είχαμε την ευλογία να μας σπρώξει η πρόνοια του Θεού στο αναλόγιο. Μεγαλώσαμε και ανδρωθήκαμε πάνω στο στασίδι. Τριάντα χρόνια αδιάκοπης ενασχόλησης με την ψαλτική και κατ’ επέκταση με τις ιερές ακολουθίες, από μία θέση που τα βλέπει και τα ζει όλα από πολύ κοντά.

Τα χρόνια αυτά ασχοληθήκαμε και με τη διδασκαλία της ψαλτικής και μάλιστα επαγγελματικά, ιδρύοντας με τον παιδικό φίλο και συνεργάτη μου Κωνσταντίνο Φωτόπουλο το «Σχολείον Ψαλτικής» στο Μαρούσι.

Είναι πάρα πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο, όταν έρχονται νέοι υποψήφιοι μαθητές της βυζαντινής μουσικής και αφού αρχίζουν να συμμετέχουν πιο τακτικά και από πιο νωρίς στις ακολουθίες, να μας εκμυστηρεύονται ότι νιώθουν σαν να μην ήξεραν σχεδόν τίποτα μέχρι τότε για αυτές. Τα μαθήματα της μουσικής σε συνδυασμό με την τακτικότερη συμμετοχή στις διάφορες ακολουθίες, τους αποκαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο θα μπορούσαμε να πούμε. Αυτό συνήθως τους ενθουσιάζει και η συμμετοχή τους έκτοτε αποκτά μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο ενδιαφέρον. Και μιλάμε για ανθρώπους που ήδη εκκλησιάζονται, πολλοί απ’ αυτούς μάλιστα για αρκετά χρόνια.

Το δεύτερο που συνήθως μας μεταφέρουν είναι πράγματα και καταστάσεις που δεν τους αρέσουν όταν βρίσκονται στο ναό, είτε αυτά αφορούν σε ανθρώπινες συμπεριφορές είτε σε άλλα προβλήματα που μπορεί να προκύπτουν από διάφορες αιτίες όπως, για παράδειγμα, η υψηλή ένταση των μικροφώνων.

Όλα αυτά που μας λένε και μας ερωτούν μάλλον ισχύουν και παρατηρώντας κι εμείς με τη σειρά μας λίγο πιο προσεκτικά όσα διαδραματίζονται, δεν μπορούμε παρά να κάνουμε τη σύγκριση με το λειτουργικό σκηνικό που έχουμε στο μυαλό μας, και που προκύπτει από όλα όσα έχουμε διαβάσει και διδαχθεί από τους μεγάλους Δασκάλους της τέχνης μας, αλλά και από όσα βιώσαμε και βιώνουμε ακόμα στις ακολουθίες του Αγίου Όρους.

Ποια είναι όμως τα στοιχεία αυτά που συνθέτουν αυτήν την ιδανική κατάσταση; Τήρηση των παραδόσεων, σεβασμός στην Τάξη και το Τυπικό, απουσία της προσωπικής γνώμης και άποψης στη Λατρεία. Κι όλα αυτά προκύπτουν από την αγάπη για την ακολουθία. Ή και αντίστροφα: η αγάπη για την ακολουθία έχει ως φυσικό επακόλουθο τον σεβασμό στην παράδοση. 

Οι ιερές ακολουθίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχουν συγκεκριμένο τρόπο επιτέλεσης, που στη γλώσσα μας την ονομάζουμε «Τυπικό». Το Τυπικό ορίζει πώς πρέπει να γίνεται κάθε ακολουθία και μάλιστα με αρκετές διαδικαστικές λεπτομέρειες, δηλαδή όχι μόνο πόσους και ποιους ύμνους θα ψάλουμε ανάλογα με την περίσταση, αλλά και το πώς στέκεται ο ψάλτης ή ο ιερέας, πώς θυμιάζει ο διάκονος, πώς ευλογεί ο αρχιερέας, κτλ. Υπάρχει «Τάξη» σε ό,τι γίνεται! Υπάρχουν και πολλοί άγραφοι «κανόνες» που διατηρούνται ζωντανοί μέσω της προφορικής παραδόσεως αλλά και της αδιάκοπης τήρησής τους, για παράδειγμα μέσα σε ένα μοναστήρι.

Τόσο σημαντική θεωρούσε και θεωρεί η Εκκλησία την τήρηση αυτής της Τάξεως και του Τυπικού, που ανέθεσε σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο να επιμελείται της ορθής και απρόσκοπτης τήρησής του, ώστε να μην γίνονται αυθαιρεσίες. Το διακόνημα του Τυπικάρη ήταν και είναι από τα πιο σημαντικά και υπεύθυνα διακονήματα σε ένα μοναστήρι, αφού αυτός ορίζει τι θα ειπωθεί και από ποιον.

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομος, απόφοιτος της Σχολής της Χάλκης, αγιορείτης μοναχός και Σχολάρχης της Αθωνιάδος, δεινός ψάλτης και μύστης των αγιορείτικων καλογερικών παραδόσεων, καταγράφει τα ακόλουθα σχετικά με το διακόνημα του Τυπικάρη:

«Ἀπό ἐκεῖνες τίς θέσεις θά διαπίστωναν […] τόν κυρίαρχο ρόλο καί τήν γενική ἐποπτεία τοῦ έπιβλητικοῦ καί μειλίχιου Τυπικάρη, τοῦ ὁποίου κάθε ὑπόδειξις καί κάθε νεῦμα ἦταν ἐντολή σεβαστή καί ἐκτελεστέα παραχρῆμα καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς λελευκασμένους Προϊσταμένους, πού ἴσως νά ἦταν καί ἀρχαιότεροί του σέ μοναχική κουρά καί διακονία στήν Μονή. Νόμος γιά ὅλους ἡ ἄποψίς του καί διαταγή ἡ ὑπόδειξίς του στούς διακονητάς τοῦ Καθολικοῦ, γιά τό πῶς καί πότε θά θυμιάσῃ ὁ ἐφημέριος, πῶς θά κρατάῃ τό θυμιατό καί ποιοί ἀκριβῶς θά εἶναι οἱ βηματισμοί , οἱ κινήσεις καί οἱ “σεβισμοί” πρό τῶν ἁγίων λειψάνων καί ἱερῶν εἰκόνων· γιά τό πῶς καί πότε θά κάνουν “σχῆμα” οἱ ἐκκλησιαστικοί, γιά ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀνάβουν τούς πολυελαίους, καί πῶς πρέπει νά συμπεριφερθοῦν, ἄν κάποιο κανδήλι ἐνδιαμέσως σβήσῃ ἤ κάποιο κερί “λαμπαδιάσῃ” κι’ ἀρχίσει νά στάζῃ, ἤ ὁ φανός δέν καλοφέγγῃ.

Τῆς ἀμεσωτάτης ἐγκρίσεως καί παιδείας τοῦ [Τυπικάρη] θά ἦσαν καί ὁ διαβαστής καί ὁ κανονάρχης, διακονηταί μεγίστης σημασίας γιά τήν ἄνευ λαθῶν, καί μέ εὐάκουστη ἄρθρωσι καί ὀρθοφωνία, ἀνάγνωσι ὅλων τῶν κειμένων τῆς ἀκολουθίας καί γιά τήν ἐξ ἴσου προσεκτική καί περίπου ἐμμελῆ κανονάρχησι τῶν τροπαρίων καί τῶν δοξαστικῶν, ὥστε οἱ ψάλται ἀμφοτέρων τῶν χορῶν νά ψάλλουν τά μέλη καί τά τροπάρια ἐννοιολογικῶς καί χωρίς χασμωδίες, ἀρκούμενοι στήν ἀκρόασι καί μόνο τῶν κανοναρχουμένων καί μή βλέποντες σέ βιβλία, ὅπως σήμερα»[1].

Και πάλι από τον ίδιο Επίσκοπο διαβάζουμε: «Εἶναι τῆς μερίμνης καί τῆς ὑπευθυνότητος τῶν τυπικάρηδων στό Ὄρος νά ἐντοπίζουν τούς καλούς διαβαστάδες, γιατί θέλουν νά δώσουν τήν ἴδια, ὅση καί στά μουσικά, βαρύτητα στά διδακτικά καί ἐξηγητικά κείμενα, πού ἀναφέρονται στό νόημα τῆς ἑορτῆς καί τῆς πανηγύρεως»[2].

Και εννοείται ότι ο Τυπικάρης είναι αυτός που ορίζει και ποιος θα ψάλλει και ακριβώς ποιο κομμάτι.

Αλλά και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το κέντρο της εκκλησιαστικής μας μουσικής, στο οποίο πάντοτε διακονούσαν οι καλύτεροι ψάλτες και μουσικοί της εποχής τους, και εκεί υπάρχει ειδικό διακόνημα, όπου συγκεκριμένος κληρικός της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας είναι επιφορτισμένος με αυτόν τον ρόλο. Αυτός ονομάζεται «Μέγας Εκκλησιάρχης» και σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Διονυσίου Γούτσε, πρωτοκανονάρχου στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι τη δεκαετία του ’60, «ὁ Μέγας Ἐκκλησιάρχης καθόταν σέ ἔνα ὑπερυψωμένο στασίδι στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ καί ἤλεγχε ὅλη τήν ἀκολουθία, καί στό τέλος καλούσε ἰδιαιτέρως τούς ἱερεῖς καί τούς ψάλτες καί τούς βοηθητικούς καί τούς ἔκανε παρατηρήσεις, ἄν κάπου εἴχαν ξεφύγει ἤ κάτι εἴχαν κάνει λάθος. Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ αὑτόν ἀκόμα τόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐδέχετο τήν παρατήρηση τοῦ Μεγάλου Ἐκκλησιάρχη ἀπαντούσε “εὐχαριστῶ πολύ  Ἅγιε Ἐκκλησιάρχα, δέν θά ἐπαναληφθεῖ”»[3]! 

Πάντως και στις δύο περιπτώσεις -Κωνσταντινούπολη και Άγιον Όρος- ο Τυπικάρης έχει γαλουχηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συναισθάνεται την ευθύνη του διακονήματός του και να μην κάνει εκπτώσεις. Θεωρεί χρέος του να μπορέσει να διατηρηθεί αλώβητος ο λειτουργικός πλούτος των ακολουθιών μας, που προέκυψαν έπειτα από ζυμώσεις αιώνων. Και εάν χρειαστεί να γίνουν εκπτώσεις -«κατ’ οικονομίαν» όπως λέμε στην εκκλησιαστική ορολογία- τον Τυπικάρη εμπιστευόμαστε για να γίνει αυτό, γιατί αυτός γνωρίζει τα λεπτά όρια της «οικονομίας» από την αυθαιρεσία ή ακόμα και την ασυδοσία και αυτός μόνο ξέρει αν και πόσο «οικονομία» μπορεί να κάνει.

Γενικότερα η λογική της υπάρξεως του Τυπικάρη είναι ότι έχουμε βάλει κάποιον υπεύθυνο, ώστε να μην κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Είτε σχετικός είτε μη. Γιατί δηλαδή, οι μοναχοί στο Άγιον Όρος δεν είναι σχετικοί; γιατί να χρειάζονται κάποιον να τους ελέγχει; Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ώστε να μην έχουμε κανενός είδους πρωτοβουλίες και αυθαιρεσίες στις ακολουθίες.

Οι ιερές μας ακολουθίες τα έχουν όλα, και η Εκκλησία μέσω του Τυπικού τα έχει ρυθμίσει τόσο ωραία ώστε οι ακολουθίες να κυλούν ευχάριστα και αβίαστα. Ψάλσιμο, ανάγνωση και δεήσεις  εναλλάσσονται, ώστε να υπάρχει «ξεκούραση» του αυτιού και να σπάει η μονοτονία. Αλλά και στα καθαυτά ψαλτικά μέρη έχουμε πολλές εναλλαγές. Τα τρία είδη μελοποιίας στα οποία κατατάσσουμε τους ύμνους μας, μας δείχνουν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο είναι μελοποιημένος ένας ύμνος. Μία βασική διαφορά των τριών αυτών ειδών μελοποιίας είναι η διάρκειά τους. Δηλαδή υπάρχουν τα σύντομα και τα πιο αργά μέλη. Αλλά και σε αυτά υπάρχει και ο παράγοντας “tempo”, δηλαδή η χρονική τους αγωγή. Μπορεί δηλαδή ένας ύμνος να είναι μελοποιημένος στο σύντομο, το ειρμολογικό είδος μελοποιίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ψάλλουμε πάντοτε σε γοργή χρονική αγωγή. Είναι καθορισμένος ο τρόπος με τον οποίο ψάλλεται κάθε τι.

Στην εκκλησιαστική μουσική έχουμε επίσης την καθιέρωση της οκτωηχίας από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που θεωρείται και ο πατέρας της βυζαντινής μουσικής. Ποικιλία και εναλλαγή και σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορούμε να εκφράζουμε καλύτερα τα νοήματα των ύμνων. Κάθε ήχος έχει το ήθος του, λένε οι πατέρες. Άλλος είναι για να εκφράζει τη χαρά, άλλος τη μετάνοια και τη συντριβή, άλλος είναι πιο παρακλητικός, άλλος μεγαλόπρεπος.

Να το χαρακτηριστικό επίγραμμα που παρατίθεται στο βιβλίο της Οκτωήχου, μετά το τέλος του β΄ ήχου:

«Κἄν δευτέραν εἴληφας ἐν τάξει θέσιν,

Ἀλλ’ἡδονὴ πρώτη σοὶ τῷ μελιῤῥύτῳ.

Τὸ σὸν μελιχρόν, καὶ γλυκύτατον μέλος

Ὀστά πιαίνει καρδίας τ’ ἐνηδύνει.

Σειρῆνες ᾖδον δευτέρου πάντως μέλη.

Οὕτω πράως σοι ῤεῖ μελισταγὲς μέλος»[4].

Επίσης υπάρχει Τάξη και για το ποιοι ψάλλουν. Έχουμε τους ψάλτες και τους αναγνώστες, που κανονικά θέλουν χειροθεσία και ανήκουν στον κατώτερο κλήρο. Λέει ο ΙΕ΄ Κανόνας της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου, που πραγματοποιήθηκε τον 4ο αιώνα: «Περὶ τοῦ μὴ δεῖν πλὴν τῶν κανονικῶν ψαλτῶν, τῶν ἐπὶ τὸν ἄμβωνα ἀναβαινόντων, καὶ ἀπὸ διφθέρας ψαλλόντων, ἑτέρους τινὰς ψάλλειν ἐν ἐκκλησίᾳ».  Θυμηθείτε και προηγουμένως τι λέγαμε για τον Τυπικάρη στο Άγιον Όρος, που έχει την ευθύνη αυτή. Στις ενορίες φυσικά δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει αυτό, οπότε όρισε η Εκκλησία να έχει ο ναός καθορισμένους ψάλτες, που ψάλλουν από διφθέρας (και εδώ εννοεί να ξέρουν τι λένε, να είναι δόκιμοι ψάλτες κι όχι λύσεις ανάγκης). Επίσης λέει ο Κανόνας ότι μόνο αυτοί επιτρέπεται να ψάλλουν. Και σε αυτό υπάρχει Τάξη. Έχουμε τους ψάλτες, τους βοηθούς τους, που λέγονται «δομέστικοι», τους βοηθητικούς και τους κανονάρχες. Χορωδία κανονική δηλαδή. Και μέσα σε αυτήν τη χορωδία πάλι υπάρχει Τάξη. Άλλους ύμνους τους λέει ο πρώτος ψάλτης, άλλους ο δομέστικος, άλλους τους λένε όλοι μαζί. Σε άλλους κανοναρχούμε, σε άλλους όχι. Άλλους διαβάζει ο προεστώς, άλλους οι αναγνώστες. Όπως και στα ιερατικά. Άλλα τα λέει ο δεσπότης, άλλα ο παπάς κι άλλα ο διάκος.

Διαπιστώνουμε λοιπόν την αξία και τη σημασία της Τάξεως και του Τυπικού και πόσο σημαντικά είναι για την ομαλή ροή των ακολουθιών αλλά και την ευταξία και ευπρέπειά τους. Πολύ σημαντικό στην τήρηση όλων αυτών ήταν η γενικότερη αγάπη αλλά και γνώση που υπήρχε από τον κλήρο και το εκκλησίασμα για την ψαλτική και το Τυπικό. Μέχρι πριν τριάντα-σαράντα χρόνια οι περισσότεροι ιερείς έψαλλαν καλά, έστω και πρακτικά. Στην Κωνσταντινούπολη δε, είχαμε τη Σχολή της Χάλκης -φυτώριο ιερέων και αρχιερέων- που έβγαζε έτοιμους ψάλτες! Άρα κι αυτοί μάθαιναν να αγαπούν την ψαλτική και τις ακολουθίες και ήξεραν απ’ έξω όλες τις τυπικές διατάξεις και εξαιρέσεις. Συνέπεια όλων αυτών ήταν όλοι  να αγαπούν, να εκτιμούν και να σέβονται ιδιαιτέρως τους ψάλτες.

Ας ακούσουμε τον Επίσκοπο Κορυτσάς Ευλόγιο Κουριλά (1880-1961) να διηγείται την επίσκεψή του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1937: «ἦτο Κυριακή Δευτέρα τῶν νηστειῶν, καὶ ἀντικρύσαμεν τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Βενιαμὶν τὸν Α΄, μετὰ τῆς σεμνῆς ἀκολουθίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς πατριαρχικῆς αὐλῆς εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναόν ἵνα χοροστατήσῃ. Γλυκεῖα καὶ μεγαλοπρεπὴς ἀντήχησεν ἡ μελωδία τοῦ «εἰς πολλὰ ἔτη δέσποτα», ἐνῷ ἡ χαριτόβρυτος μορφὴ τοῦ Πατριάρχου προβάλλει. Ὁποία συγκίνησις εἰς ἡμᾶς προσατενίσαντας τὸ πρῶτον τὸν μάρτυρα οἰκουμενικὸν Πατριάρχην! Τὴν συγκίνησιν ταύτην ἑπέτεινεν ἡ κατανυκτικὴ βυζαντινὴ τῶν Καταβασιῶν ψαλμῳδία, ὑψιπετής, θεία, οὐρανία. Ἐπληρώθη ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ Πατριαρχικοῦ ναοῦ, ἤχου καθαροῦ ἑορταζόντων καὶ ἀγγελικῆς μελῳδίας. Ὁποῖον δῶρον θεῖον ἀπώλεσαν οἱ τοῦ ἐλευθέρου κράτους Ἔλληνες ἀντεισαγαγόντες τὴν ξενόφωνον κοσμικὴν τετραφωνίαν. Καίτοι ὁ ἄρχων πρωτοψάλτης ὑπηρετεῖ ἐν τῷ πατριαρχικῷ ναῷ ὑπὲρ τὰ ἑξήκοντα ἔτη, ὁ ἐμπνευσμένος Ἰάκωβος Ναυπλιώτης, ὁ θεσπέσιος ἀοιδός, ὅταν ψάλλῃ λησμονεῖ ἑαυτόν, λησμονεῖ τὰ ἔτη αὑτοῦ, ἐνθουσιᾷ καὶ αἴρεται εἰς ὕψη οὐράνια, καὶ συναρπάζει τοὺς πάντας. Ὁποία ἀπόλαυσις νὰ ἀκούῃ τις τοιούτους ψάλτας»[5]! Ακούστε πως μιλάει ένας επίσκοπος για ένα ψάλτη… Πόσο συχνά το ακούμε αυτό στις μέρες μας;  

Αυτήν την κατάσταση στη λατρεία επιθυμούμε όλοι όσοι μεγαλώσαμε με τέτοια ακούσματα και πρότυπα. Όσοι έχουμε βιώσει αγιορείτικες αγρυπνίες και ακολουθίες. Όσοι προλάβαμε τις ακολουθίες πριν την εξέλιξη της τεχνολογίας και του σύγχρονου γρήγορου τρόπου ζωής -ειδικά των μεγαλουπόλεων-  και ακόμα πιο τυχεροί όσοι πρόλαβαν τις ακολουθίες ακόμα και πριν την ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος! Τί μας διδάσκει η ορθόδοξη πίστη μας; την άσκηση. «Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή»[6], όπως λέει και το γνωστό απολυτίκιο. Τώρα όλα τα θέλουμε εύκολα και σε τίποτα δεν αναπαυόμαστε.

Πώς είναι οι ακολουθίες σήμερα; Όπως και η καθημερινότητά μας. Τρέξιμο και εκπτώσεις σε όλα! Στις ακολουθίες αυτό μεταφράζεται: βιασύνη και «οικονομία»! Το μότο σήμερα είναι: Ο κόσμος βιάζεται! Ή μήπως βιαζόμαστε εμείς;

Ένα πράγμα που θαυμάζουν οι ξένοι ή οι νεοεισερχόμενοι από άλλη θρησκεία στην ορθόδοξη πίστη, είναι οι ακολουθίες μας. Ο μυσταγωγικός, μυστηριακός τρόπος επιτέλεσής τους, που παραπέμπει σε κάτι αρχαιοπρεπές. Η μεγάλη τους διάρκεια. Οι αγιογραφημένοι ναοί μας. Τα άμφια των ιερέων. Κατανύσσονται επίσης από την εκκλησιαστική μας μουσική, που παγκοσμίως θεωρείται ως κάτι το άπιαστο και υψηλό, αλλά εμείς δυστυχώς σε λίγο θα την εξαφανίσουμε τελείως.

Κανείς δεν νοιάζεται για τη διάρκεια των ακολουθιών, εκτός αν εκπαιδευτεί να βιάζεται! Σήμερα εκπαιδεύουμε πιστούς να βιάζονται και να βαριούνται στις ακολουθίες! Τα αίτια της παρά την ορθή Τάξη τελέσεως των ακολουθιών πρέπει να τα σκεφθούν πολύ σοβαρά οι αρμόδιοι, και η Εκκλησία θα πρέπει να μεριμνήσει και να βρει λύσεις προτού χαθεί τελείως η αυθεντική λειτουργική μας ζωή.

Από τη δική μας μικρή πείρα, σαν δάσκαλοι της μουσικής, βλέπουμε ότι στους νέους αρέσουν ιδιαιτέρως τα αργά μέλη, ειδικά όταν τα γνωρίζουν περισσότερο. Με αυτό συμφωνούν και οι μαρτυρίες των παλαιοτέρων, που στις ακολουθίες περίμεναν να ακούσουν συγκεκριμένα αργά κομμάτια. Πόσες και πόσες αναφορές όπου ο κόσμος συνέρρεε στους ναούς για ν’ ακούσει την «Κασσιανή» ή το «Ῥῆμα τυράννου» τη Μεγάλη Τρίτη ή το αργό «Τῇ ὑπερμάχῳ» της ακολουθίας των Χαιρετισμών.

Σήμερα λοιπόν τί ζούμε στις ακολουθίες μας;

Ζούμε μία κατάσταση στην οποία κυριαρχεί το «εγώ» του παπά και του ψάλτη. Επειδή δεν περάσαμε από αυτήν τη διαδικασία υπακοής, μάθησης, γνώσης και βιώματος, καταλαμβάνουμε μια θέση και αυτομάτως γινόμαστε παντογνώστες. Έχει χαθεί αυτός ο σεβασμός στην παράδοση, που επιφέρει την ευταξία και την ηρεμία στο ναό. Κι αν προσθέσεις τις ανθρώπινες αδυναμίες, καθώς και την κακή χρήση της τεχνολογίας κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, συχνά έχουμε ένα αποτέλεσμα χαοτικό, που μόνο κατάνυξη και προσευχητικό κλίμα δεν επιφέρει.

Θα αναφέρουμε τώρα επιγραμματικά κάποιες από τις παρεκκλίσεις που παρατηρούνται σήμερα στους ναούς μας:

  • Η βιασύνη. Αυτή συνεπάγεται κόψιμο μεγάλου μέρους των ακολουθιών. Τελευταία μάλιστα ακούμε και περιπτώσεις που κόβεται ολόκληρος ο Όρθρος. Γενικότερα η βιασύνη μπορεί να μας προκαλέσει άγχος και ένταση κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, με αποτέλεσμα πολλές φορές να υπάρχουν και άσχημες συμπεριφορές.
  • Kόψιμο του κανόνα, που είναι και η ραχοκοκαλιά του Όρθρου.
  • Κόψιμο των στιχολογιών και ειδικά στους Εσπερινούς, που δεν υπάρχει και θέμα ιδιαίτερης βιασύνης.
  • Κόψιμο των αργών δοξολογιών, ακόμα και σε χοραστασίες αρχιερέων.
  • Μετατροπή της πανηγύρεως των ναών από την πιο σημαντική και πανηγυρική ημέρα του έτους στην πιο σύντομη και βιαστική.
  • Σύντμηση της Νεκρωσίμου Ακολουθίας και του Μυστηρίου του Γάμου, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γνωστό μας.
  • Μετάθεση της θέσεως του κηρύγματος από εκεί που προβλέπεται -δηλαδή μετά το ευαγγέλιο- στη θέση του Κοινωνικού.
  • Κόψιμο του κοινωνικού και αντικατάστασή του με οτιδήποτε άλλο αρέσκεται ο ιερέας ή ο ψάλτης. Δηλαδή, κήρυγμα, ανακοινώσεις, Θεία Μετάληψη ή άσχετους με τη στιγμή ψαλμούς και τραγουδάκια, όπως ο εξωλατρευτικός ύμνος του Αγίου Νεκταρίου «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα», που δυστυχώς προβάλλουν κατά κόρον όλοι οι εκκλησιαστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί και εκπομπές.
  • Κόψιμο του Χερουβικού, που από δεκαπεντάλεπτο έγινε δωδεκάλεπτο, μετά δεκάλεπτο, οκτάλεπτο, εξάλεπτο και πλέον είμαστε συνήθως στο τετράλεπτο.
  • Απλή ανάγνωση του Ευαγγελίου αντί για την παραδεδομένη εμμελή απαγγελία του, με αποτέλεσμα θεατρινίστικη και συναισθηματική απαγγελία.
  • Κάθε είδους ανακοινώσεις σε τελείως ακατάλληλες στιγμές, διακόπτοντας τη Θεία Λειτουργία.
  • Χτύπημα της καμπάνας σε στιγμές που δεν προβλέπεται.
  • Τέλεση αρτοκλασιών και μνημοσύνων σε μη προβλεπόμενες ακολουθίες ή σε μη προβλεπόμενες στιγμές της ακολουθίας.
  • Μετάθεση της εξόδου του Τιμίου Σταυρού ή των Ιερών Εικόνων την Κυριακή της Ορθοδοξίας στο τέλος της ακολουθίας από την προβλεπόμενη θέση τους.
  • Μνημόνευση αγίων που δεν προβλέπονται από το Τυπικό στο «Σῶσον ὁ Θεός τὸν λαόν σου» ή στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας και ψάλσιμο πολλών απολυτικίων μετά τη μικρή είσοδο, πέραν των προβλεπομένων.
  • Καθιέρωση Όρθρου εορταζομένου αγίου σε απλές καθημερινές, βάζοντας καταβασίες και δοξολογία, καθώς και εισαγωγή νέων ειδικών απολυτικίων των αγίων, στη θέση των καθιερωμένων προβλεπόμενων απολυτικίων της εβδομάδος.
  • Καθιέρωση νυχτερινών ακολουθιών, που μετονομάζονται σε αγρυπνίες.
  • Μείωση της διάρκειας των αγρυπνιών.
  • Τέλεση δύο θείων λειτουργιών την ίδια μέρα.
  • Εισαγωγή τοπικών παραδόσεων ή νέων ακολουθιών στη λατρεία, όπως Εγκώμια και Επιτάφιος της Παναγίας, μέχρι και ευλογητάρια διαφόρων αγίων.
  • Όσον αφορά στις εκφωνήσεις των ιερέων έχει χαθεί το μέτρο. Καθένας επιλέγει να εκφωνήσει το ευαγγέλιο ή τις αιτήσεις όπως νομίζει, σε όποιο ήχο θέλει, σε όποια βάση θέλει και με όποιον τρόπο θέλει.
  • Άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα που υφίσταται τα τελευταία χρόνια είναι αυτό των νέων υμνογράφων και των νέων ακολουθιών, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι κατάλληλες για τη λατρεία, αφού συνήθως παραθεωρούνται βασικά δομικά και μετρικά στοιχεία των ύμνων – ποιημάτων. Το θέμα αξίζει ιδιαίτερης μερίμνης από την επίσημη Εκκλησία.
  • Τέλος, έχει αρχίσει και εξαπλώνεται το φαινόμενο της γυναικείας ψαλμωδίας στους ναούς και μάλιστα πολλές φορές μαζί με άνδρες ψάλτες, σε μεικτούς χορούς, πράγμα το οποίο -πέραν ότι είναι εκτός της παραδόσεώς μας- ακόμα και από μουσικής πλευράς δημιουργεί αρκετά προβλήματα.

Φυσικά υπάρχουν και αρκετά άλλα θέματα στα οποία υπάρχουν αλλαγές αλλά δεν θα ασχοληθούμε καθόλου με αυτά. Μάλιστα αυτά είναι ακόμα πιο σημαντικά, γιατί αγγίζουν πιο θεολογικά και ευαίσθητα θέματα, αλλά θεωρούμε ότι όλα αυτά έχουν ως γενικότερη αιτία την κακή λειτουργική μας εκπαίδευση.

Δυστυχώς όμως κι εμείς οι ψάλτες έχουμε χάσει τον δρόμο μας. Είναι κι αυτό ένα όντως υπαρκτό και μεγάλο πρόβλημα. Παλαιότερα για να γίνεις ψάλτης καθόσουν για χρόνια στο πλάι του δασκάλου στο ψαλτήρι, όπου -πέραν της μουσικής εκπαίδευσης- διαμόρφωνες το χαρακτήρα σου, την αισθητική σου, μάθαινες το σεβασμό σε όλα αυτά τα πράγματα. Δεν πλησίαζες στο ψαλτήρι αν δεν ήσουν έτοιμος. Υπήρχε μουσική επιτροπή που όριζε ποια βιβλία μπορούν να εκδοθούν και ποια όχι ώστε να μην νοθευτεί το ρεπερτόριο με μουσικές συνθέσεις εκτός του εκκλησιαστικού ύφους. Υπήρχε μουσικοκριτική στους ψάλτες από τον κλήρο, το εκκλησίασμα, ακόμα κι από τις εφημερίδες. Σήμερα καθένας από εμάς δικαιούται να ψάλει ό,τι θέλει κι όπως το θέλει. Αλλάζουμε τους ήχους των καθιερωμένων σταθερών μελών, επιλέγουμε ακατάλληλες μελοποιήσεις, ψάλλουμε επιδεικτικά ή τραγουδιστικά, φοράμε πολύχρωμα εντυπωσιακά ράσα, πιάνουμε υψηλούς τόνους, είμαστε συχνά αδιάβαστοι και ανέτοιμοι.

Κι αυτό ξεκινά από την εκπαίδευση. Εύκολα κάποιος παίρνει ένα πτυχίο βυζαντινής μουσικής (το οποίο συχνά δεν αξίζει) κι έτσι αυτόματα διεκδικεί και μία θέση στο αναλόγιο. Αυτός ο άπειρος και ανέτοιμος ψάλτης θα ανεβεί στο αναλόγιο και θα πρέπει να υπηρετήσει με συνέπεια όλα αυτά που προαναφέραμε, συν την τεράστια ψαλτική παράδοση μιας χιλιετίας. Δεν είναι τόσο απλό, απλά ανεβαίνεις και ψάλλεις… Και για τον λόγο αυτό, επειδή εμείς οι ίδιοι οι ψάλτες δεν δίνουμε την απαιτούμενη σημασία στο να σπουδάσουμε και να υπηρετήσουμε σωστά την τέχνη και το λειτούργημά μας, για τον λόγο αυτό πέφτει αντίστοιχα και το γενικότερο ψαλτικό επίπεδο. Έχουμε τεράστια ευθύνη όσοι διδάσκουμε την εκκλησιαστική μουσική να μεταλαμπαδεύσουμε όλη αυτήν την ψαλτική παράδοση στους μαθητές μας. Είναι βίωμα και τρόπος ζωής, που δεν χωνεύεται εύκολα με ένα τυπικό ωδειακό μάθημα. «Θέλει πολλὰς ὑπομονάς, θέλει πολλὰς ἡμέρας» όπως λέει και το γνωστό ποιηματάκι σε έναν παλιό κώδικα ψαλτικής. Και βέβαια όλα αυτά τα ξέρουμε οι δάσκαλοι της ψαλτικής, αλλά τελικά τα εφαρμόζουμε; Όλοι τα λέμε, αλλά για τους άλλους…

Να μιλήσουμε τώρα και για τα προβλήματα που προκαλεί η κακή χρήση της τεχνολογίας;

  • Μικρόφωνα.

Έχουμε πει αρκετές φορές και σε φίλους μας ιερείς να κάνουν το εξής πείραμα. Να πάνε σε έναν ναό ως απλοί εκκλησιαζόμενοι, να καθίσουν στις θέσεις των πιστών και να παρακολουθήσουν την ακολουθία από την αρχή μέχρι το τέλος. Τότε θα καταλάβουμε γιατί ο κόσμος πολλές φορές δεν αντέχει τις ακολουθίες. Ένα από τα σημαντικότερα παράπονα του κόσμου είναι ότι φωνάζουμε μέσα στο μικρόφωνο. Η ένταση των μικροφώνων συνήθως είναι υψηλή και ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε τα μικρόφωνα επίσης δεν είναι σωστός. Ακόμα και επαγγελματίες μουσικοί οργανοπαίκτες, όταν παίζουν σε μία εκδήλωση δεν ρυθμίζουν μόνοι τους τα μικρόφωνα αλλά έχουν ηχολήπτη που τα ελέγχει.

Επίσης παρατηρείται το φαινόμενο οι ιερείς να διαβάζουν χαμηλόφωνα ή και πιο δυνατά τις ευχές, κολλώντας όμως το στόμα τους στο μικρόφωνο. Αυτό προκαλεί χασμωδία και δυσκολεύει την κατανόηση των ψαλλομένων εκ μέρους των πιστών[7].

  • Ηλεκτρικά φώτα και πολυέλεοι.

Σε ένα μοναστήρι δεν υπάρχουν φώτα. Καντήλια και κεριά μόνο, που και αυτά κατά την Τάξη ανάβουν όποτε και για όσο πρέπει. Πολύ σημαντικό για την ησυχία και την ευταξία του ναού καθώς και για την επιδιωκόμενη κατάνυξη. Τώρα βέβαια έχουμε το ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά θα μπορούσαμε έστω να προσπαθούμε να ανάβουμε τα φώτα στα σημεία που πρέπει. Επίσης θα μπορούσαμε να προσπαθούμε να έχουμε σχετικά χαμηλό φωτισμό.

  • Ηλεκτρικές καμπάνες που χτυπούν μηχανικά, χωρίς φυσικότητα και ζωντάνια. Επίσης είναι της μόδας να «παίζουν» απολυτίκια, κάλαντα και διάφορες άλλες ακαλαίσθητες γραφικότητες. Τα παίζουν μάλιστα και φάλτσα! Αλλά ποιος νοιάζεται; Με την ηλεκτρική καμπάνα χάθηκε και η χαρά των παιδιών, που συναγωνίζονταν ποιος θα την πρωτοχτυπήσει.
  • Κλιματιστικά και απορροφητήρες μανουαλίων, που προκαλούν έναν συνεχή ενοχλητικό βόμβο.
  • Ηλεκτρονικοί ισοκράτες.

Παρά τη διπλή απαγόρευση της Ιεράς Συνόδου[8], όλο και αυξάνεται ο αριθμός των ψαλτών που τους χρησιμοποιούν. Δεν αντιδρά σχεδόν κανείς σε αυτόν τον επίσης ακαλαίσθητο βόμβο, ο οποίος πέραν ότι αντιβαίνει στους κανόνες της Εκκλησίας, που επιτρέπουν μόνο τη χρήση της ανθρώπινης φωνής στις ακολουθίες, παίζει και καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός καινούριου ψαλτικού στιλ και ύφους, που αλλάζει την ψαλτική προς το χειρότερο. Δυστυχώς έχουν πέσει στην παγίδα ακόμα και καλοί και άξιοι ψάλτες.

  • Χρήση «τάμπλετ» και κινητών τηλεφώνων από ψάλτες και ιερείς. Σε αυτήν την περίπτωση στην ίδια εγκύκλιο του 2019 η Ιερά Σύνοδος έγραψε να γίνεται «λελογισμένη καί μετά φειδοῦς χρῆσις»[9]. Δυστυχώς κι αυτό το πρόβλημα έχει όλο και μεγαλύτερη διάδοση. Πέρα από το ότι η χρήση τους είναι επικίνδυνη από πολλές απόψεις, αρχίζει να υπάρχει πρόβλημα στην εκμάθηση του Τυπικού, αφού οι ψάλτες πλέον έχουν όλη την ακολουθία έτοιμη σε ένα αρχείο. Τελευταία αρχίζουν να τα χρησιμοποιούν και οι πιστοί, στους οποίους φυσικά ελλοχεύουν οι ίδιοι κίνδυνοι.

Γενικότερα η χρήση κινητών τηλεφώνων μέσα στους ναούς έχει αρχίσει να γίνεται ανεξέλεγκτη. Βλέπουμε τους ανθρώπους στον ναό να κοιτάνε συνέχεια στο κινητό τους, άλλοι να φωτογραφίζουν, άλλοι να μιλάνε κανονικά στο τηλέφωνο, άλλοι να απαντάνε σε μηνύματα, άλλοι να παρακολουθούν ή και να ποστάρουν στα social media.

  • Live μεταδόσεις των ιερών ακολουθιών και φωτογραφική κάλυψή τους.

Τη δεκαετία του ‘90 στο Άγιον Όρος ηχογραφούσαμε τους παλιούς ψάλτες με ένα κασετοφωνάκι, το οποίο και κρύβαμε γιατί αν το έβλεπαν οι καλόγεροι συνήθως μας έκαναν παρατήρηση. Ακόμα και φωτογραφίες ήταν δύσκολο να τραβήξεις και σίγουρα αν το έκανες δεν το έκανες εύκολα, κι άκουγες και την κατσάδα σου. Γενικά ήταν πολύ δύσκολο να κινηθείς μέσα στο ναό, ειδικά οι λαϊκοί ή όσοι δεν είχαν κάποια δουλειά. Σιγά σιγά άρχισε να χαλαρώνει κι αυτό και να συνηθίζεται. Με τα κινητά έγινε ακόμα πιο εύκολο. Ήρθαν και τα εκκλησιαστικά πρακτορεία με τα εκκλησιαστικά ρεπορτάζ και το θέμα πλέον έχει «ξεχειλώσει» τελείως. Τουλάχιστον εμείς ηχογραφούσαμε καλλιτεχνικά μνημεία που θα μείνουν στην ιστορία. Με ποια λογική μπαίνει η κάμερα στο ιερό και γιατί χρειάζονται εκατό και διακόσιες φωτογραφίες από την ίδια ακολουθία, όταν θα αρκούσαν έστω δέκα ενδεικτικές, που οι καλοί φωτογράφοι θα μπορούσαν με διακριτικότητα και σεμνότητα να τραβήξουν;

Οι δε ψάλτες το έχουμε παρακάνει με τα βίντεο που τραβάμε την ώρα που ψάλλουμε. Τουλάχιστον ας γίνει διακριτικά, ας βάλουμε κάπου μια σταθερή κάμερα κι ας την παρατήσουμε εκεί.

Να μιλήσουμε και για τα προβλήματα που σχετίζονται με τις ανθρώπινες συμπεριφορές; Ιερέων, ψαλτών, επιτρόπων, νεωκόρων και γενικότερα όσων διακονούν σε ένα ναό; Αυτά δεν είμαστε αρμόδιοι να τα σχολιάσουμε αλλά δεν θα πρέπει να αφήνουν αδιάφορη την επίσημη Εκκλησία, καθότι πολύ συχνά γινόμαστε αφορμή να σκανδαλίζεται ο κόσμος και να απομακρύνεται απ’ τις εκκλησίες.

Ίσως υπερβάλαμε λίγο στην προσπάθειά μας να αναφέρουμε όσο περισσότερα μπορούμε. Σίγουρα δεν υπάρχουν πάντα όλα τα προβλήματα μαζεμένα σε μία ενορία και σίγουρα υπάρχουν αρκετές ενορίες με φιλακόλουθους ιερείς και ψάλτες, που κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν.

Ταπεινώς φρονούμε ότι σε γενικές γραμμές χρειαζόμαστε κατήχηση στα βασικά. Ακολουθία και πάλι ακολουθία. Αυτή είναι η εκπαίδευσή μας. Οι ακολουθίες. Το καλύτερο για όλους μας θα ήταν αν μπορούσαμε να περάσουμε κάποια διαστήματα σε μοναστήρια, όπου οι ακολουθίες τελούνται σωστά και χωρίς πίεση χρόνου, ώστε να μπούμε στο κλίμα και στο νόημα. Ειδικά δε για τους υποψήφιους ιερείς και ψάλτες το θεωρούμε απαραίτητο!

Η ενασχόληση με την εκκλησιαστική μας μουσική είναι επίσης μια δοκιμασμένη μέθοδος εκπαίδευσης, ευχάριστη, ποιοτική και με σίγουρα αποτελέσματα.

Δυστυχώς, για να εκφράσουμε και το παράπονό μας, υπάρχει υποτίμηση του ψάλτη. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπιζόμαστε συνήθως από τους ιερείς, ως υπάλληλοι και όχι ως συνεργάτες. Επίσης φαίνεται από τους πενιχρούς μισθούς των ψαλτών. Γενικότερα ο ιεροψαλτικός κόσμος νιώθει υποτιμημένος και πολύ συχνά γίνεται αποδέκτης απαράδεκτων συμπεριφορών.

Η ενορία είναι ο τόπος εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης του ποιμνίου. Πρέπει να αναρωτηθούμε τί εισπράττει τελικά ο πιστός που έρχεται για να εκκλησιαστεί και κατά πόσον ωφελείται. Ο παπάς κι ο ψάλτης ρυθμίζουν την ακολουθία και έχουν μεγάλη ευθύνη για το κλίμα που επικρατεί μέσα στον ναό. Θα πρέπει μεταξύ τους να υπάρχει σύμπνοια και αλληλοσεβασμός. Και φυσικά σεβασμός στην παράδοση.

Ευχόμαστε η Εκκλησία να ακούσει την κραυγή αγωνίας μας και εν Πνεύματι Αγίω να σκύψει πατρικά πάνω από τα σοβαρά λειτουργικά μας προβλήματα.


[1] Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καί Ἄρματα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σ. 51.

[2] Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου, Γράμματα καί Ἄρματα στόν Ἄθωνα, Ἅγιον Ὄρος, 2000, σ. 239.

[3] Περιληπτική μεταφορά των λεγομένων του Διονυσίου Γούτσε από τη Διαδικτυακή εκπομπή του Σχολείου Ψαλτικής «Απορίες ψάλτου 2, Μέρος Β΄», https://www.youtube.com/watch?v=jQWaFEzo_RQ.

[4] (Ελεύθερη μετάφραση: «Παρότι έρχεσαι δεύτερος στη σειρά, είσαι πρώτος στην ευχαρίστηση. Η γλυκειά -σαν το μέλι- μελωδία σου ενισχύει – τονώνει τα οστά και ευαρεστεί τις καρδιές μας. Σίγουρα οι σειρήνες τραγουδούσαν μέλη δευτέρου ήχου. Με τόση πραότητα ρέει το μελισταγές μέλος του δευτέρου ήχου»).

[5] Κορυτσᾶς Εὐλογίου, Ἐντυπώσεις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, 1937.

[6] Γενικό οσιακό απολυτίκιο «τῆς ἐρήμου πολίτης».

[7] Εδώ να συμπληρώσω και ένα επιχείρημα υπέρ της μυστικής ανάγνωσης των ευχών. Πώς θα ακούγονταν οι ευχές στον κόσμο αφού δεν υπήρχαν μικρόφωνα; θα κάλυπτε ο ιερέας με τη φωνή του μέσα από το ιερό τη φωνή του ψάλτη ή της χορωδίας; Η λειτουργική παράδοση μας έχει δείξει ότι ούτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά ούτε και στο Άγιον Όρος γινόταν αυτό. Οι ιερείς δεν περίμεναν τον ψάλτη να τελειώσει ώστε να αναγνώσουν μετά -έστω και χαμηλόφωνα- τις ευχές. Τότε, γιατί στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μελοποιήθηκαν και ψάλλονται αιώνες τώρα τα αργά «λειτουργικά», ώστε να καλύψουν το χρόνο που απαιτεί η ανάγνωση των ευχών από τον ιερέα; αν ήταν να ακουστούν δυνατά, δεν θα υπήρχε ανάγκη αργής μελοποίησης των «λειτουργικών» αυτών (τα οποία φυσικά είναι και ήδη συντετμημένα σε σχέση με τα πρωτότυπα). Και μάλιστα σε μια εποχή που τα «λειτουργικά» στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου δεν ψάλλονταν ποτέ. Λέγονταν «χύμα».

[8] 1992, 2019.

[9] https://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/egyklioi.asp?id=2495&what_sub=egyklioi

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΥΒΡΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η Αγία μας Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία καθόρισε, ως όφειλε, επακριβώς τα όρια της αλήθειας και της πλάνης, διότι πιστεύει ότι η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περιχαρακώνουν την βιβλική αλήθεια και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, ώστε να αποτελούν την αλάνθαστη πυξίδα πλεύσης του νοητού σκάφους της ως τα έσχατα της ιστορίας.             

       Μελετώντας με προσοχή το «Συνοδικό» Της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, το οποίο διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας στους ναούς, κατά την τελετή της περιφοράς των Ιερών Εικόνων, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μέριμνα των Πατέρων να καθαρθεί η πίστη της Εκκλησίας από περιρρέουσες ιδέες του παρελθόντος, τις οποίες κάποιοι αναμίγνυαν με την διδασκαλία Της, με στόχο να επικρατεί σύγχυση στους πιστούς.

      Κάποιοι, όμως περίεργοι τύποι, τα τελευταία χρόνια, που αρέσκονται να παριστάνουν τους «ελληναράδες», ασκούν σκληρή κριτική κατά των «όρων» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι δήθεν μέσω αυτών …υβρίζεται ο Ελληνισμός, επειδή απορρίπτονται από αυτή ορισμένες δοξασίες των αρχαίων προγόνων μας ως αντίθετες με τη χριστιανική διδασκαλία! Δεν κάνουν όμως τον κόπο να μελετήσουν, τι είδους δοξασίες είναι αυτές και την αντιφατικότητα και το ξεπερασμένο τους, ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα.  

       Αναφέρουμε ως παραδείγματα τις δοξασίες της προΰπαρξης των ψυχών και της αϊδιότητας του κόσμου, τις οποίες η πλειοψηφία των αρχαίων σοφών (π.χ. σοφιστές, επικούρειοι, κλπ) τις απέρριπτε, αν και είχαν διατυπωθεί από μεγάλους σοφούς (π.χ. Πλάτων). Την ύπαρξη και κατά συνέπεια την προΰπαρξη της ψυχής την είχαν απορρίψει οι περισσότεροι των αρχαίων φιλοσόφων. Η δοξασία περί της αιωνιότητας του υλικού κόσμου, αν και είχε διατυπωθεί από ορισμένους φιλοσόφους (υλοζωιστές), εν τούτοις την απέρριψαν πάμπολλοι άλλοι σοφοί, όπως οι νεοπλατωνικοί, διότι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την πίστη τους στο «Ένα», την πρωταρχική, κατ’ αυτούς, «άυλη» αρχή του κόσμου! Έστω επίσης οι  αρχαιοελληνικές πίστεις στην ειμαρμένη καθώς και η πίστη στη «θεότητα» των άστρων των στωικών, όχι μόνο απορρίφτηκαν από την πλειοψηφία των αρχαίων σοφών, αλλά πολεμήθηκαν με σφοδρότητα από τους ατομικούς φιλοσόφους, τον Αναξαγόρα, τον Καρνεάδη, τον  Ίππαρχο, κ.α.   

      Αφού λοιπόν οι θεωρίες αυτές ήταν απορριπτέες από άλλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, γιατί να τις υιοθετήσει η Εκκλησία, αφού οι δοξασίες αυτές ήταν αντίθετες  με τη διδασκαλία Της; Ας μην ξεχνάμε επίσης πως υπάρχουν διδάγματα, δοξασίες και θεσμοί των αρχαίων προγόνων μας απόλυτα απαράδεκτες, όπως λ.χ. ο θεσμός της δουλείας, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η κοινοκτημοσύνη των γυναικών (Πλάτων), η «ιερή πορνεία», οι φρικτές ανθρωποθυσίες καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και ως τον 4ο μ. Χ. αιώνα, κ.α. τα οποία κρινόμενα με το πνεύμα του Χριστιανισμού και με τη σημερινή πραγματικότητα, είναι σαφώς αποβλητέα. Υπήρχε περίπτωση να υιοθετήσει κάτι τέτοια η Εκκλησία, για να μη θεωρηθεί «υβρίστρια» των Ελλήνων; Και για ποιο λόγο άλλωστε να το κάνει, αφού ήλθε να απελευθερώσει καθολικά τον άνθρωπο από τη δεισιδαιμονία και την κακοδαιμονία του προχριστιανικού κόσμου και όχι να τον διαιωνίσει!  

     Αλλά αν θέλουν να αποκαλέσουν κάποιους υβριστές των Ελλήνων, ας αρχίσουν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν απορρίψει

ό, τι θεωρούν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» ως «ελληνικό». Ας αρχίσουν από τους ίδιους τους σοφούς, οι οποίοι απέρριπταν τις απόψεις άλλων σοφών. Ας αποκαλέσουν

πρώτα υβριστές των Ελλήνων τους σοφιστές και τους επικούρειους, οι οποίοι δεν δέχονταν και πολεμούσαν το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνος. Ας αποκαλέσουν πρώτα τον Πλάτωνα (427-347 π. Χ.) υβριστή της Ελλάδος, διότι θεωρούσε μόνες πραγματικότητες τις αρχετυπικές ιδέες, τον δε υλικό κόσμο δήθεν αιώνιο των υλοζωιστών ως μη πραγματικό, ως αντικατοπτρισμό του ιδεατού κόσμου, ως «φάσμα των ιδεών»!

     Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τους σοφούς και επιστήμονες (σχεδόν στο σύνολό τους), οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με τα σκοταδιστικά διδάγματα της αρχαίας θρησκείας και τις δεισιδαιμονίες των ιερέων και καταδιώχτηκαν άγρια από αυτούς. Είναι άλλωστε γνωστό, πως περισσότεροι από πεντακόσιοι γνωστοί σοφοί και επιστήμονες βρήκαν τραγικό θάνατο κατά τις εκκαθαρίσεις, που έκανε το ιερατείο, μέσω της πολιτικής εξουσίας, μόνο στην Αθήνα, με τις φρικτές «δίκες περί αθεΐας»!

     Ας αποκαλέσουν το Σωκράτη (469-399 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, επειδή δίδασκε «καινά δαιμόνια», δηλαδή αλλότρια θρησκευτική πίστη από την κρατούσα, τη δήθεν ελληνική, και γ’ αυτό τον σκότωσαν. Ας αποκαλέσουν τον Αριστοτέλη (384-322 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, ο οποίος θέλοντας να στηλιτεύσει τις δεισιδαίμονες πρακτικές του ιερατείου, και να αναιρέσει την πίστη στους ανύπαρκτους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα και να καταφύγει στην Χαλκίδα, προκειμένου να γλυτώσει τη ζωή του. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον μεγάλο Αίσωπο (6ος π. Χ. αιών), ο οποίος κατάγγειλε την απάτη της αρχαίας θρησκείας και την πρακτική των απατεώνων ιερέων του δελφικού «ιερού», και οι οποίοι τον δολοφόνησαν στον ανίερο εκείνο τόπο. Ας αποκαλέσουν υβριστές της Ελλήνων τον ελευθερόφρονα Αλκιβιάδη, τους ρήτορες Λεωγόρα και Ανδοκίδη και τον μεγάλο κυνικό φιλόσοφο Διογένη, (5ος π. Χ. αιών), οι οποίοι διακωμώδησαν τα γελοία πνευματιστικά ελευσίνια μυστήρια.

     Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τον Πυθαγόρα (580-490 π. Χ.) και τους μαθητές του, οι οποίοι εξαιτίας του φόβου τους από τους ιερείς και των οργάνων τους, δημιούργησαν μυστική σχολή, όπου δίδασκαν δόγματα αντίθετα με τα κρατούντα και τους οποίους οι ιερείς έκαψαν ζωντανούς στον Κρότωνα το 430 π. Χ.!

     Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων το σοφιστή Πρωταγόρα ( 480-411 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι το πραγματικό θείον είναι άγνωστο στους ανθρώπους και πως οι «θεοί» της αρχαίας θρησκείας ήταν ανύπαρκτοι, και γι’ αυτό τον καταδίωξαν άγρια οι ιερείς και έκαψαν τα «αιρετικά» βιβλία του στην αγορά της Αθήνας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Αναξαγόρα (490-427 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά ποίημα του Νου, και τα άστρα δεν είναι θεοί, αλλά διάπυρες μάζες, και ο οποίος παραλίγο να χάσει τη ζωή του από το αθηναϊκό ιερατείο και το δεισιδαίμονα όχλο. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ξενοφάνη (570-480 π. Χ.), ο οποίος μίλησε για τον ένα Θεό και αρνήθηκε, την χονδροειδή ειδωλολατρία, τον ανόητο πολυθεϊσμό και το γελοίο ανθρωπομορφισμό της αρχαίας θρησκείας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Επίκουρο (341-270 π. Χ.), ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη των «θεών» της αρχαίας θρησκείας και του όχλου και τη μεταθανάτια ζωή, το βασίλειο του Πλούτωνα στον Άδη, Νήσους Μακάρων κλπ. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ευήμερο (2ος αιών π. Χ.), ο οποίος χαρακτήρισε τους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, ως κάποιους επιφανείς ανθρώπους της παλιάς εποχής, τους οποίους θεοποίησαν οι απατεώνες ιερείς και επέβαλαν τη λατρεία τους στους αμαθείς όχλους για να τους εκμεταλλεύονται.

      Ας αποκαλέσουν, τέλος, υβριστή των Ελλήνων το ίνδαλμά τους, τον παρανοϊκό Ιουλιανό (361-363 μ. Χ.), ο οποίος απαγόρευε τη διδασκαλία στα σχολεία των έργων

αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών, όσων είχαν γράψει εναντίον της αρχαίας θρησκείας, καίγοντας με μανία τα έργα τους! Δείτε άλλωστε τι είχε γράψει σε επιστολή του ο άθλιος εκείνος «εστεμμένος φιλόσοφος»: «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί (σ.σ. μέσω αυτού) καλά έκαναν και κατέστρεψαν τα έργα τους, ευτυχώς που τα βιβλία τους χάθηκαν» (Ιουλ.Επιστ.89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c)!

      Ασφαλώς θα τρίζουν τα τιμημένα κόκκαλα όλων των αρχαίων σοφών προγόνων μας, από την ακατανόητη «υπεράσπισή» τους από τους σύγχρονους «αρχαιολάτρες», οι οποίοι ήξεραν να βιώνουν το σεβασμό προς τους άλλους, έστω και αν διαφωνούσαν μαζί τους, ξέχωρα από τους σκοταδιστές ιερείς, τα παράσιτα της θρησκείας και τον δεισιδαίμονα και αμαθή όχλο! Θα τρίζουν τα κόκαλά τους από αγανάκτηση διότι τους ταυτίζουν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» με τους σκοτεινούς παράγοντες της αρχαίας θρησκείας και με τον χυδαίο και θρησκομανή όχλο, ο οποίος ποτέ δε μπόρεσε να δημιουργήσει πολιτισμό και καταδίωκε την αντίθετη γνώμη!  Θα τρίζουν από αγανάκτηση τα κόκαλά τους, διότι κάποιοι φανατικοί, αμαθείς και εμπαθείς σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» έχρισαν τους εαυτούς τους όψιμους τιμητές και υπερασπιστές τους, μη γνωρίζοντας οι δύστυχοι ότι ο διαχρονικός ελληνικός πολιτισμός, από τα βάθη της ιστορίας, ως τα σήμερα, είναι σύνθεση και όχι δογματική μονολιθικότητα!  

      Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως γνήσιοι Έλληνες (στην καταγωγή, στη σκέψη και στη νοοτροπία) και εν προκειμένω οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σκέφτηκαν και έπραξαν ελληνικά, εκφραζόμενοι σύμφωνα με τα πιστεύω τους ελεύθερα, απέκλεισαν κάποιες ιδέες από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, οι οποίες δε συμφωνούσαν με Αυτήν. Σκέφτηκαν και έπραξαν όπως οι φημισμένοι πρόγονοί τους, οι οποίοι ήταν εκλεκτικοί, και όπως κάνουν οι Έλληνες στη διαχρονική μορφή του Ελληνισμού. Έπραξαν ό, τι έπρατταν οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, οι οποίοι απέρριπταν ό, τι δε συμφωνούσε με τις δικές τους απόψεις. Τι το πιο φυσικό για πολιτισμένους, ορθά και ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους;

     Θλιβερή εξαίρεση στη μακραίωνη παράδοσή μας είναι οι σύγχρονοι αρχαιόπληκτοι «αρχαιολάτρες» και άλλοι θιασώτες της θολής κουλτούρας, οι οποίοι πάσχουν από ανίατο μονισμό για την αρχαία Ελλάδα. Λες και οι αρχαίοι τους «διόρισαν αγροφύλακες» στα αθάνατα διαχρονικά τους κτήματα, τα οποία είναι κτήματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και περισσότερο ημών των απογόνων τους! Υβριστής των αρχαίων προγόνων μας δεν είναι η Εκκλησία με τον απόλυτα δικαιολογημένο εκλεκτισμό Της, αλλά πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν τον διαχρονικό Ελληνισμό, όσοι αρνούνται την ιστορική ενότητά του και τον περιορίζουν χρονικά κατά τη δική τους υποκειμενική εκτίμηση. Εν προκειμένω, πραγματικοί και μάλιστα άθλιοι υβριστές είναι όσοι βρίζουν, με τη γνωστή υστερία, την πίστη εκατομμυρίων νεοελλήνων, οι οποίοι σε πείσμα των υβριστών τους, βιώνουν το ελληνικό ιδεώδες ασύγκριτα γνησιότερα από εκείνους με την ορθόδοξη πίστη τους.   

     Σε αντίθεση με όλους τους σύγχρονους εικονοκλάστες του πραγματικού και διαχρονικού Ελληνισμού, μηδέ των «αρχαιολατρών» εξαιρουμένων, εμείς ως ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχουμε της αλήθειας και ταυτόχρονα, ως έλληνες, μετέχουμε του ωραίου. Χάρη σ' αυτές τις δύο σταθερές διαφέρουμε από όλους όσους έχουν μονοσήμαντες πίστεις και αναγάγουν τον μονισμό σε μονολιθικό δόγμα. Για τούτο έχουμε το προβάδισμα στην αληθινή πρόοδο και τον παγκόσμιο πολιτισμό και αναγκάζουμε τους άλλους να μας ακολουθούν! Ο εκλεκτισμός μας είναι το μεγάλο μας μυστικό για το ότι η Εκκλησία μας θριαμβεύει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και

μαζί Της θριαμβεύει και το γνήσιο ελληνικό πνεύμα, το οποίο χωρίς Αυτή θα ήταν χαμένο, ίσως χωρίς ανάμνηση, κάπου στα έσχατα της αρχαιότητας, όταν ο

Χριστιανισμός βρήκε να ψυχορραγεί τον Ελληνισμό και τον ανάστησε από το βέβαιο θάνατό του!

      Κατά συνέπεια θα συνεχίσουμε, ως Χριστιανοί και ως Έλληνες, την αδιαίρετη διαχρονική μας παράδοση, να είμαστε εκλεκτικοί, εφαρμόζοντας το λόγο του Μ. Βασίλειου: «Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ’ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας» (Μ. Βασιλείου: Προς τους Νέους, όπως αν εξ ελλην­ι­κών ωφελοίντο λόγων»! Αυτός ο εκλεκτισμός μας είναι, και θα είναι, η ειδοποιός διαφορά μας με τους μονιστές και μονολιθικούς υβριστές μας, ως δήθεν υβριστές των Ελλήνων. Έχουμε ευτυχώς την ικανότητα να παίρνουμε ό, τι εκλεκτό και ωφέλιμο από το ανθρώπινο πνεύμα και να απορρίπτουμε ό, τι σαθρό και βλαβερό για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό, αδιαφορώντας για τους κακόηχους γρυλλισμούς των επικριτών μας!    

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Η ορθόδοξη υμνολογία αποτελεί ένα κορυφαίο κεφάλαιο στον παγκόσμιο πολιτισμό. Είναι  η αδιάκοπη συνέχεια της ανεπανάληπτης αρχαιοελληνικής ποίησης, καθότι, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός διασώθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στο Χριστιανισμό. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική ποίηση, ως  ύψιστη καλλιτεχνική έκφραση, κατέστη τα τελευταία χρόνια αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού πολλών ξένων ετεροδόξων μελετητών.

     Ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα της εκκλησιαστικής μας ποίησης είναι και ο λαοφιλής Ακάθιστος Ύμνος, ο οποίος ψάλλεται όπως είναι γνωστό, τμηματικά, κάθε Παρασκευή βράδυ  στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μ. Τεσσαρακοστής και ολόκληρος το βράδυ της Παρασκευής της Ε΄ εβδομάδος των Νηστειών. Η αγάπη δε του πιστού λαού για την ακολουθία των Χαιρετισμών και του Ακαθίστου Ύμνου είναι τόσο μεγάλη ώστε κατακλύζει ασφυκτικά τους ναούς αυτές τις ημέρες.

     Ο Ακάθιστος Ύμνος ανήκει στην υμνολογική κατηγορία των κοντακίων, των υπέροχων εκείνων ύμνων που μεσουράνησαν από τον ΣΤ΄ έως τον Η΄ αιώνα στο Βυζάντιο. Ο ύμνος αυτός, όπως και όλα τα κοντάκια με τη σταθερή μορφή, αποτελείται από το προοίμιο, το οποίο είναι ένα τροπάριο εισαγωγικό και περιληπτικό του όλου ύμνου, το γνωστό μας «Τη υπερμάχω…» και ακολουθούν 24 στροφές (οι οίκοι), έχοντας ακροστιχίδα τα γράμματα της αλφαβήτου και ακροτελεύτιο, οι μεν δώδεκα περιττοί οίκοι το «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε» και οι υπόλοιποι δώδεκα ζυγοί το «αλληλούια». Οι στίχοι των οίκων είναι αντίστοιχα ισοσύλλαβοι και ομότονοι έτσι ώστε η ισοσυλλαβία και η ομοτονία των αντιστοίχων στίχων των οίκων να δημιουργεί αξιόλογη ρυθμική τάξη.

       Ο ποιητής του θαυμαστού αυτού ποιήματος μας είναι άγνωστος, καθώς και ο χρόνος σύνθεσής του. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Κάποιοι δέχονται ως ποιητή τον Ρωμανό τον Μελωδό (6ος αιώνας), άλλοι τον πατριάρχη Σέργιο (7ος αιώνας), άλλοι τον Γεώργιο Πισίδη (7ος αιώνας), κάποιοι άλλοι τον πατριάρχη Γερμανό Α΄ (8ος αιώνας), τον ιερό Φώτιο (9ος αιώνας), την Κασσιανή (9ος αιώνας) κ.α.

        Πρόβλημα επίσης είναι και η αφορμή σύνθεσης του Ακαθίστου Ύμνου. Οι ερευνητές παίρνοντας αφορμή από το υπέροχο προοίμιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ…» και εστιάζοντας στην φράση «Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε» επιχειρούν να προσδιορίσουν το πολεμικό γεγονός από το οποίο σώθηκε η Κωνσταντινούπολη, χάρη στην θαυματουργική επέμβαση της Θεομήτορος. Έτσι κάποιοι μιλούν για την στάση του νίκα (534), άλλοι για την επιδρομή των Αβάρων επί Μαυρικίου και επί Ηρακλείου (626), ή των Αράβων επί Κωνσταντίνου Δ΄του Πωγωνάτου (7ος αιώνας) και την εποχή του  Λέοντος Γ ΄του Ισαύρου (8ος αιώνας). Οι πιο πολλοί συγκλίνουν στην άποψη ότι ο Ακάθιστος Ύμνος συντέθηκε γύρω στον 6ο αιώνα ανεξάρτητα από κάποιο ιστορικό γεγονός με μοναδικό σκοπό να εξυμνηθεί το ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου και κατά κύριο λόγο ο Ευαγγελισμός Της.   

        Την άποψη αυτή ενισχύει το γεγονός ότι το αρχικό προοίμιο του ύμνου ήταν άλλο, το «Το μυστικώς προσταχθέν λαβών εν γνώσει…», το οποίο έχει σχέση με το περιεχόμενο της εορτής του Ευαγγελισμού. Είναι όμως πολύ πιθανό, όπως βεβαιώνει και η παράδοση, το έτος 626, επί Ηρακλείου, χάρη στη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου για τη σωτηρία της Βασιλεύουσας από τους Αβάρους, να συντέθηκε άλλο επίκαιρο προοίμιο,  το «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» από τον πατριάρχη Σέργιο, για να ταιριάζει στην περίσταση. Ο προϋπάρχων θαυμαστός ύμνος μαζί με το νέο προοίμιο, το οποίο επεκράτησε τελικά, ψάλθηκε από τον ευσεβή λαό της Πόλης

 ως ευχαριστήρια ολονύκτια ωδή στην Υπέρμαχο Στρατηγό. Ονομάστηκε δε Ακάθιστος, διότι, σε ένδειξη σεβασμού, κλήρος και λαός, έψαλλαν όρθιοι τον επινίκιο αυτόν ύμνο στη Θεοτόκο.

      Ανεξάρτητα από τα προβλήματα αυτά, η καλλιέπεια του Ακαθίστου Ύμνου είναι πραγματικά θαυμαστή. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι η σπουδαιότερη υμνολογική σύνθεση της Εκκλησίας μας και ένα κορυφαίο ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πραγματικά, τα εκφραστικά και αισθητικά στοιχεία του είναι πάμπολλα. Εξαιρετική εντύπωση προκαλούν οι παρομοιώσεις, οι ζωηρές εικόνες από την καθημερινή ζωή, το φυτικό και ζωικό βασίλειο, οι αντιθέσεις, τα αφηρημένα ουσιαστικά, τα οποία έπλεξε αριστοτεχνικά ο ποιητής σε κάθε στίχο.

       Ως περιεχόμενο του ύμνου περιλαμβάνεται ο Ευαγγελισμός, η επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, οι αμφιβολίες του μνήστορος Ιωσήφ, η προσκύνηση του Θείου Βρέφους από τους Μάγους της Ανατολής, η Υπαπαντή, η φυγή στην Αίγυπτο, το όλο μυστήριο της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και η εν Αυτώ σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Μέσα από τη θαυμάσια ποιητική πλοκή προβάλλει το ιερότατο πρόσωπο της Θεομήτορος ως η αγνότερη, καθαρότερη και αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, ο Οποία αξιώθηκε να γίνει το τίμιο και καθαρό δοχείο της θεότητας. Αξιώθηκε Αυτή να γίνει η καθέδρα του Βασιλέως και η νοητή κλίμαξ, η οποία ένωσε τη γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό. Εξαίρεται επίσης με έμφαση η συμβολή της Θεοτόκου στο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, η οποία χαρακτηρίζεται ως αναντικατάστατη.

        Ο υπέροχος αυτός ύμνος, με την ανεπανάληπτη ποιητική του αξία, ενέπνευσε κατά καιρούς πληθώρα καλλιτεχνών. Μεγάλοι ζωγράφοι ιστόρισαν με το χρωστήρα τους ατόφιες σκηνές του Ακαθίστου Ύμνου. Μεγάλοι ποιητές χρησιμοποίησαν αυτολεξεί φράσεις του θεσπεσίου ύμνου και δανείστηκαν από αυτόν καλολογικά στοιχεία (Παλαμάς, Σικελιανός, Ελύτης). Σπουδαίοι ρήτορες δεν παραλείπουν να χρησιμοποιούν φραστικά σχήματα του Ακαθίστου Ύμνου στους λόγους τους. Επίσης η επίδραση του θαυμαστού ύμνου  στον απλό λαό υπήρξε τεράστια. Δεν είναι λίγες οι φράσεις που χρησιμοποιούνται με σημασία στον καθημερινό λόγο, παρμένες από το θεσπέσιο λειμωνάριο αυτού του ποιήματος, π.χ. «χαίρε βάθος δυσθεώρητον». 

        Οι ακολουθίες των Χαιρετισμών και του Ακαθίστου γίνονται ευκαιρία για τους πιστούς να κατακλείσουν τους ναούς. Σπεύδουν να ακούσουν τον υπέροχο ύμνο και να σιγοψάλλουν το «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε» στην Μεγάλη Μητέρα του κόσμου, το καταφύγιο κάθε πονεμένης ψυχής. Υπάρχουν πιστοί που έχουν αποστηθίσει ολόκληρο τον Ακάθιστο Ύμνο, τον οποίο ψάλλουν στην καθημερινή τους προσευχή, ως βάλσαμο ουράνιο και ύψιστη πνευματική τέρψη για τις ψυχές τους. Διότι μέσα από τους μελιστάλακτους στίχους του προβάλλει η γλυκιά μορφή της Παναγίας μας ως το αρχέτυπο της πραγματικής μητρικής αγάπης, της απύθμενης ευσπλαχνίας, της αείσκεπης προστασίας, της ταχείας βοηθείας. Γι' αυτό το υπέροχο αυτό ποίημα είναι τόσο αγαπητό στο ορθόδοξο πλήρωμα!

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Η ορθή τελετουργική τάξη κατά την ψαλμώδηση του Ν' ψαλμού, ευθύς αμέσως μετά την ανάγνωση του εωθινού Ευαγγελίου της Κυριακής!

 Δημητρίου Π. Λυκούδη

Θεολόγου – Φιλόλογου

Υπ. Δρα Παν/μίου Αθηνών

Πρόκειται για ένα ακόμη ζήτημα λειτουργικής και τελετουργικής τάξης. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι τηρούμε σχολαστικά και άβουλα όσα προτάσσονται, αλλά θελημένα και εκούσια, καθώς έτσι, συμβάλουμε στην εύρυθμη συνέχεια της ακολουθίας και, κυρίως, ακολουθούμε με ακρίβεια το λειτουργικό έθος και την ορθή τυπική διάταξη της Εκκλησίας μας.

Ευθύς. αμέσως, μετά την ανάγνωση του αναστάσιμου χαιρετισμού "Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι..." (αναφερόμαστε στον κυριακάτικο Όρθρο), ψάλλεται (απαγγέλεται εμμελώς) ο Ν' ψαλμός από τους δυο χορούς των ιεροψαλτών, ανά στίχο, αρχομένου, ασφαλώς, του πρωτοψάλτου. Οι ιεροψάλτες, συνηθίζεται να κατέρχονται ελαφρώς από τη θέση τους, στο πρώτο σκαλί του αναλογίου τους, ως ένδειξη σεβασμού και τιμής προς το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο πρόκειται να εξέλθει από το άγιο βήμα, εντός ολίγου. Στη θέα του ιερού Ευαγγελίου οι ιεροψάλτες κάνουν υπόκλιση, στο Ευαγγέλιο, όχι στον ιερέα, και ανέρχονται και πάλι στην κανονική τους θέση για να συνεχίσουν το έργο τους. Προσοχή! Δεν αποτελεί λειτουργικό έθος να κατέρχονται οι ιεροψάλτες για να ασπασθούν το Ευαγγέλιο, πολύ δε, περισσότερο, αποτελεί καινοτομία η προσέγγιση του Ευαγγελίου προς αυτούς, μια κίνηση που κάνει ο προεστώς ιερέας για να δώσει στους ιεροψάλτες τη δυνατότητα να ασπασθούν το Ευαγγέλιο. Είναι λάθος και αντιπαραδοσιακή όλη η παραπάνω ενέργεια.


Άλλωστε, έχουμε τονίσει ότι οι ιεροψάλτες δεν κατέρχονται ποτέ από το αναλόγιο, ούτε στην περίπτωση που ιερουργεί ή χοροστατεί Αρχιερέας για να πάρουν "ευχή". Κάνουν υπόκλιση και μένουν σε αυτό (1). Η περίπτωση, δε, ο πρωτοψάλτης να κάμνει λάθος και να κατέρχεται να προσκυνήσει και ο Λαμπαδάριος, αν και σωστός, να παραμένει στη θέση του, πάνω απ᾿όλα, θυμίζει εκτέλεση σκηνών επί θεατρικού δρώμενου (ή, αλλέως, "τσίρκο"). Ο Λαμπαδάριος ιεροψάλτης είναι υποχρεωμένος ν᾿ακολουθεί "πιστά" όσα κάμνει ο πρωτοψάλτης, ακόμη και τα "λάθη" του, τρόπον τινά!

Ο προεστώς ιερέας, ο οποίος και αναγιγνώσκει (κανονικά απαγγέλεται εμμελώς) το εωθινό Ευαγγέλιο της Κυριακής, στο άκουσμα του στίχου "Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην..." και αυστηρά ως προς την εφαρμογή του χρονικού σημείου, μόνο τότε, εξέρχεται από το άγιο βήμα κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο και κινείται προς τον Σολέα. Στέκεται στο σημείο εξόδου του Σολέα προς τον υπόλοιπο Ναό και υπομονετικά, φέρων το βλέμμα και τους οφθαλμούς του προς τη γη, αναμένει να προσκυνήσει το Ευαγγέλιο όλος ο λαός. Προσοχή! Τα χέρια του ιερέα είναι καλυμμένα! Δεν ασπαζόμαστε με χειροφίλημα τα χέρια του ιερέα, αλλά μόνο το ιερό Ευαγγέλιο (2), το οποίο συμβολίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό και, όλως ιδιαιτέρως, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, η όλη στάση συμβολίζει την ανάμνηση της παρουσίας του Χριστού στους μαθητές Του, ευθύς αμέσως, μετά την Ανάσταση (3).

Μετά την προσκύνηση του Ευαγγελίου, η οποία όχι απλά είναι πρέπον, αλλά επιβάλλεται να γίνεται με κάθε τιμή, ιεροπρέπεια και απόλυτη ησυχία, ο ιερέας επιστρέφει εντός του ιερού βήματος μετά του Ευαγγελίου. Η συνήθεια να τοποθετείται το Ευαγγέλιο στο προσκυνητάρι έως το πέρας της Θείας Λειτουργίας, δήθεν, για να προσκυνήσουν όσοι δεν ήταν παρόντες την πρέπουσα στιγμή, είναι απαράδεκτη, νεοτερική.

Η θέση του ιερού Ευαγγελίου είναι εντός του ιερού βήματος, επί της αγίας Τραπέζης. Πέραν, βέβαια, της αχαρακτήριστης ενέργειας (διότι έχουμε δει και τέτοιες εικόνες), μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και, κυρίως, στις περιπτώσεις που λειτουργεί ένας ιερέας ή όταν κάνει κατάλυση, το Ευαγγέλιο να μεταφέρεται εντός του ιερού βήματος στα χέρια του νεωκόρου, του ιεροψάλτου ή όποιου άλλου πρόσφορου και καλοδιάθετου πιστού. Αυτές οι κινήσεις είναι απαράδεκτες και δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με λειτουργική Παράδοση και την τάξη της Εκκλησίας μας.

Άνευ σχολαστικότητας, λοιπόν, εφαρμόζοντας, όμως, την όλη λειτουργική και εκκλησιαστική μας Παράδοση, ας παραμείνουμε πιστοί σε όσα οι Πατέρες μάς κληροδότησαν και μάς δίδαξαν. Πιστοί στην εφαρμογή της τυπικής διάταξης και του λειτουργικού τυπικού που έχει και φέρει η Ορθόδοξη Εκκλησίας μας.

Παραπομπές:
1. Ασφαλώς, οι ιεροψάλτες δύνανται να κατέρχονται ελαφρώς, να ίστανται, δηλαδή, στο πρώτο σκαλί του αναλογίου τους σε ένδειξη σεβασμού και τιμής, σε συγκεκριμένα σημεία και χρονικές στιγμές των ιερών ακολουθιών και, δη, αυτής της Θείας Λειτουργίας.
2. Πρβλ., Ιωἀν. Φουντούλη, Λειτουργική Α', Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 75-76.
3. Άλλωστε, ο προεστώς ιερέας αναγιγνώσκει τα εωθινά ευαγγέλια της Κυριακής εντός του ιερού βήματος και όχι εκτός, και, μάλιστα, στο δεξιό μέρος της Αγίας Τράπεζας, ως ο άγιος άγγελος, δηλαδή, έμπροσθεν του Παναγίου Τάφου του Σωτήρος Χριστού.

Σημείωση: Η ως άνω λειτουργική απορία αποτελεί μέρος του νέου πονήματος του κ. Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου-Φιλολόγου, υπό τον τίτλο "Λειτουργικά Ζητήματα", τόμος Α', που μέσα του ερχόμενου μήνα κυκλοφορεί.

Πηγή: dimitrislikoudis.blogspot.gr,  
https://naxioimelistes.blogspot.com/2017/09/blog-post_4.html?spref=fb