Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

Περί του «Καρναβαλιού»

 

π. Νικόλαος Γεωργαντώνης

Εφημέριος Γερακίου Λακωνίας – Θεολόγος, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Θεολογίας ΕΚΠΑ (Εκκλ. Γραμματεία από τον Θ’ Αιώνα)

 


Ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να φτάσει είτε στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Ο Θεός δεν καταπιέζει κανέναν και αφήνει τον άνθρωπο, ελεύθερα να επιλέξει. Δυστυχώς, παρόλο που ο κόσμος σπουδάζει, μελετά, έχει περισσότερη πρόσβαση σε πηγές για να μάθει την Αλήθεια, συνεχίζει να πράττει μια άσχημη και κακόδοξη παράδοση. Όλες οι παραδόσεις μας που έχουνε επικρατήσει, δεν συμβαδίζουν πάντα με την Ορθόδοξη πίστη μας. Πολλά ήθη και έθιμα πέρασαν από την Αρχαιότητα στην Ορθόδοξη Ελλάδα χωρίς να γνωρίζουν οι άνθρωποι από που προήλθαν και τι σημαίνουν. Τέτοια παράδοση είναι το Καρναβάλι που θα αναπτυχθεί στο παρόν άρθρο.

        Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ομοίωση» του Θεού[1]. Το «κατ’ εικόνα» παρέχει την δυνατότητα στον άνθρωπο να ενωθεί με τον Θεό, να γίνει κατά χάρη θεός και να φτάσει στο «καθ’ ομοίωσιν». Αυτό αποκτάται όταν ο άνθρωπος παραμένει καθαρός, αμόλυντος, αληθινός, μέσω της συμμετοχής του στα Μυστήρια της Εκκλησίας. Μπορεί η μεταμφίεση και οι «Απόκριες» να φαίνονται αθώα και αβλαβή. Αλλά εάν εξεταστεί το θέμα λίγο καλύτερα, θα φανεί ότι κάθε άλλο παρά «αθώο» είναι το «Καρναβάλι». Το «Καρναβάλι» προέρχεται από την λατινική λέξη «Carnivale» που σημαίνει «Αποχαιρετισμός στο κρέας». Για αυτό το λόγο συνδέθηκε με την περίοδο της Απόκρεω της Ορθοδόξου πίστεως. Προέρχεται από τις ειδωλολατρικές εορτές των Αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων όπως «τα Σατουρνάλια, τας καλένδας του Ιανουαρίου, τα Λουπερκάλια του Φεβρουαρίου, κ.α.»[2]. Σε αυτές τις εορτές, κάθε ηθικός φραγμός εξαφανιζόταν και «όλα» ήταν επιτρεπτά με τους ανθρώπους να φτάνουν να πράττουν άθλιες, ανήθικες πράξεις, αποκρύπτοντας την ταυτότητα τους με μια μάσκα. Αυτό συνεχίζεται και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδος όπου γίνονται τα «Καρναβάλια».

Υπάρχουν και Αγιογραφικά χωρία που νουθετούν τους πιστούς για την αποφυγή τέτοιων καταστάσεων. Ο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος λέει, «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων»[3].  Επίσης, ο Απόστολος Παύλος λέει, «ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίτας καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας»[4]. Άρα, φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι το πνεύμα του Καρναβαλιού έχει σκοπό να αντιστρέψει ότι υπάρχει στον κόσμο, από θεολογικής απόψεως μέχρι φιλοσοφικής και ηθικής.

        Συμπερασματικά, γίνεται κατανοητό ότι η Ορθοδοξία είναι ασυμβίβαστη με το παγανιστικό έθιμο του Καρναβαλιού. Υπάρχει καταδίκη της Εκκλησίας κατά του Καρναβαλιού με τον 62ος κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (692 μ.Χ.). Η περίοδος που ανοίγει το Τριώδιο, είναι μια περίοδο περισυλλογής και μετάνοιας που σκοπό έχει να προετοιμάσει τον άνθρωπο για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κάτι που φαίνεται από τα τροπάρια των Ακολουθιών αυτής της περιόδου. Πως γίνεται η Εκκλησία να κηρύττει κατά την ημέρα της Απόκρεω την μετάνοια, την ενθύμηση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου Ιησού Χριστού και από την άλλη οι Χριστιανοί να συμμετέχουν σε μια καθαρή ειδωλολατρική εορτή που αντιστρέφει το Ευαγγέλιο; Κατά τη βάπτιση του, ο κάθε Χριστιανός καλείται να «αποτάξει τον σατανά και όλη την πομπή του». Δηλαδή κάθε τι που έρχεται να αμαυρώσει το πρόσωπο του ανθρώπου όπως το μασκάρεμα, συμμετοχή σε αμαρτωλά και ανήθικες εορτές, κ.α. μόνο από τον Θεό δεν προέρχονται. Καλό οι γονείς να μιλούν στα παιδιά και να εξηγούν ποια είναι η αλήθεια. Όταν τα παιδιά όχι μόνο ακούνε την Αλήθεια αλλά και την βιώνουν στο σπίτι, τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στο να ακολουθήσουν τις Παραδόσεις που συμβαδίζουν με την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη. Αρκεί να υπάρχει θέληση στο να πράττει ο καθένας το Ευαγγέλιο.

 



[1] Γεν. 1, 26.

[2] Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Καραβάλι», Τόμος Γ’, σ. 862.

[3] Α’ Ιωαν 5, 21.

[4] Ρωμ. 13, 12 – 14.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Υπόσταση και παρ-υπόσταση στον θεσμό του γάμου

 

Βασίλειος Ι. Τουλουμτσής

υπ. Διδάκτωρ Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

 


Διαχρονικά το περιεχόμενο της νομοθεσίας μίας ελεύθερης πολιτείας αποτελείται από διατάξεις που στοχεύουν στη συνοχή, στην εξασφάλιση, στην ανάπτυξη και στο εν γένει συμφέρον της κοινωνίας. Το δεδομένο αυτό θεμελιώνεται πάνω σε μία διττή βάση: αφενός η πολιτεία να είναι ελεύθερη και αφετέρου ο νομοθέτης να κινείται σε ένα πλαίσιο σεβασμού της αξίας των πολιτών της, ως ελλόγων όντων. Αν η βάση αυτή απουσιάζει, τότε το αποτέλεσμα στρέφεται ενάντια στις θεμελιώδεις αρχές, θυμίζοντας κάτι απ’ όσα βιώνουμε.

Η πολιτεία δεν φαίνεται να είναι ελεύθερη και από την άλλη, η αντιμετώπιση των πολιτών φέρει ταυτόχρονα δύο χαρακτηριστικά: ο άνθρωπος εκλαμβάνεται μόνον ως φορέας ενστίκτων, ενώ η νοημοσύνη του απλώς εμπαίζεται και υποτιμάται. Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά φέρει έντονα η κινητικότητα, που παρατηρείται, με σκοπό την τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και την δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ ανθρώπων του ιδίου φύλου.

Όταν η πολιτεία δεν ασχολείται σοβαρά με το πλήθος των προβλημάτων που κατακλύζουν την κοινωνία και το υγιές κύτταρό της, που λέγεται οικογένεια, τυρβάζοντας περί άλλων θεμάτων, φανερώνει ότι δεν έχει ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας, ζώντας σε μία «άλλη» παράλληλη πραγματικότητα. Ο πρωθυπουργός, με δεδομένη τη βιούμενη σκληρή πραγματικότητα και δυσπραγία των οικογενειών, ανέφερε σε συνέντευξή του ότι η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση «αφορά τους λίγους και σίγουρα δεν περιλαμβάνεται μέσα στα 20 θέματα που απασχολούν την κοινωνία». Η δήλωση αυτή φανερώνει, αν μη τι άλλο, την ύπαρξη μιας à la carte ευαισθησίας, δεδομένου ότι δεν επέδειξε παρόμοια δείγματα ευαισθησίας όταν με μία υπογραφή και σε μία νύκτα τέθηκαν σε αναστολή και οικονομική εξαθλίωση 7500 συμπολίτες μας μαρτυρικού φρονήματος, εργαζόμενοι στα νοσοκομεία της χώρας. Δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η μανιώδης πρωτοβουλία, που περιλαμβάνει -εκτός των άλλων- και φροντιστήρια διάπλασης φρονημάτων των βουλευτών. Το όλο θέμα αυτής της άθεσμης θεσμοθέτησης ενός «παράλληλου γάμου» θυμίζει, ως προς τα χαρακτηριστικά της, τα ιδιώματα της υπόστασης και της παρ-υπόστασης· δύο όρων, που στην θεολογία και στην φιλοσοφία ταυτίστηκαν με το αγαθό και το κακό αντίστοιχα.

Ό,τι υπάρχει, αποτελεί την αγαθή δημιουργία της Μίας δημιουργικής αιτίας των πάντων, έχοντας εκ κατασκευής ουσία, δύναμη και ενέργεια. Από την άλλη πλευρά, εντός του κόσμου παρατηρείται ως ανυπόστατη πραγματικότητα το κακό, το οποίο όμως, επειδή ακριβώς η δημιουργία του δεν ανάγεται στην ίδια άκτιστη δημιουργική αιτία αλλά στην προαίρεση των ελλόγων κτισμάτων, δεν φέρει αυτόνομη υπόσταση, ουσία, δύναμη και ενέργεια και γι’ αυτόν τον λόγο προσκολλάται στην υπόσταση του αγαθού, προκειμένου να οικειοποιηθεί και να μιμηθεί τη λειτουργία και την ενέργειά του, όχι όμως προς δημιουργία, αλλά αντίθετα προς φθορά και καταστροφή. Απλοϊκό παράδειγμα κατανόησης αποτελεί η κατ’ ουσίαν ύπαρξη του φωτός και παράλληλα η κατ’ ουσίαν ανυπαρξία του σκότους (επειδή το σκοτάδι δεν δημιουργήθηκε). Το φως υφίσταται επειδή αποτελείται από φωτόνια, σε αντίθεση με το σκοτάδι που, μη έχοντας «συστατικά» στοιχεία, παρ-υφίσταται, δηλώνοντας απλώς την έλλειψη των στοιχείων που συνιστούν την υπόσταση (φωτονίων). Γι’ αυτό άλλωστε και στην παρουσία του φωτός, το σκοτάδι απλώς εξαφανίζεται.

Στο Αρεοπαγιτικό έργο «Περί των θείων ονομάτων», στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ειδική ενέργεια του αγαθού και του κακού, αναφέρονται στοιχειωδώς τα γνωρίσματα και των δύο. Το αγαθό αποτελεί την τάξη, την αρμονία και την ομορφιά του κόσμου, έχοντας το γνώρισμα και την δυνατότητα της δημιουργίας και της παραγωγής, επί τη βάσει των δυνατοτήτων που «κατασκευαστικά» έχουν λάβει τα όντα από την δημιουργική τους αιτία. Δηλ. τα όντα εκ κατασκευής έχουν συγκεκριμένο τρόπο που υπάρχουν. Αντίθετα, η αταξία και αμορφία ταυτίζονται με το κακό, το οποίο δεν έχει τη δυνατότητα της παραγωγής και της δημιουργίας, διότι εκ φύσεως δεν είναι ούτε γεννητικό, ούτε θρεπτικό, ούτε σωστικό. Το κακό αποβλέπει μόνον στη φθορά και στην καταστροφή της υπόστασης των όντων.

Αν εξετάσουμε πάνω σε αυτήν την βάση το ζήτημα των φύλων, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η δημιουργική αιτία πάνσοφα δημιούργησε μόνον δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό, με στοιχεία συμπληρωματικής ενότητας σε επίπεδο φυσιολογίας και βιολογίας, από τα οποία αποκλειστικά αναπαράγεται η ζωή. Ο δεσμός μεταξύ ανδρός και γυναικός αποτελεί φυσικό «κατασκευαστικό» σύνδεσμο στην προοπτική της ενότητας της ανθρώπινης φύσης. Οτιδήποτε πέραν αυτού δεν αποτελεί δημιούργημα της αυτής αιτίας αλλά αποτέλεσμα της προαίρεσης, που επιδιώκει απλώς την βιολογική κάλυψη της ερωτικής επιθυμίας με διάφορους τρόπους και γι’ αυτό στην αρεοπαγιτική σκέψη ταυτίζεται με την κακία, την ακοσμία και τον θάνατο. Ό,τι δεν δημιουργήθηκε από την Μία δημιουργική αιτία αλλά από την εμπαθή προαίρεση των ανθρώπων, δεν χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και σταθερότητα αλλά από ρευστότητα και αστάθεια, παράγοντες δηλ. διάβρωσης και φθοράς εντός του πλαισίου της κοινωνίας. Συνεπώς πρόκειται για στοιχεία που απαιτούν πολύ ειδική μεταχείριση, και όχι ασφαλώς την επένδυση με νομικό κύρος, δεδομένου ότι θεμελιώνονται σε μία υπαρκτή διάσπαση του βιολογικού φύλου και της ερωτικής επιθυμίας. Η υποτίμηση των όρων που συνιστούν την ανθρώπινη φύση, έχει ως αποτέλεσμα την κακή χρήση της ελευθερίας, η οποία οδηγεί αναπότρεπτα σε καταστάσεις αντίθετες με τον οικείο λόγο της.

Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος επιζητεί αμυδρά είδωλα των αγαθών προκειμένου να νιώσει ικανοποίηση και επιβεβαίωση. Αυτή η κατάσταση όμως χαρακτηρίζεται εκ θεμελίων ως ανικανοποίητη. Και τούτο διότι, επειδή ακριβώς οι εν λόγω επιθυμίες δεν εναρμονίζονται με την ανθρώπινη φύση αλλά πηγάζουν από τις άτακτες κινήσεις της ψυχής, αδυνατούν να τον πληρώσουν με νόημα, επιζητώντας απλώς μία εφήμερη ικανοποίηση. Απόδειξη τούτου αποτελεί ο ρευστός και ολοένα αυξανόμενος αριθμός των φύλων (πρόσφατα ακούστηκε ο αριθμός 72) που ορίζει η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, αναλόγως του αυτοπροσδιορισμού των μελών της. Και το οξύμωρο είναι ότι πίσω από αυτές τις γραφικές καταστάσεις δεν εντοπίζεται υπόβαθρο εκτροπής των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου αλλά απλώς «φυσιολογικές σεξουαλικές ετερότητες» (sic).

Η παρυπόσταση πάντοτε θα εμφανίζεται σφετεριζόμενη και μιμούμενη τα ιδιώματα της υπόστασης, που εκ κατασκευής δεν έχει, και υπάρχει λόγος και σοφία που δεν τα έχει. Εν προκειμένω στον θεσμό του γάμου, παρατηρείται η πρόθεση μίμησης της κατά φύσιν οικογένειας και της εξ’ αυτής τεκνογονίας, μέσω παρένθετης κυοφορίας ή/και μέσω υιοθεσίας, γεγονός που μόνον ως κακέκτυπο οικογένειας δύναται να εκληφθεί. Ό,τι δεν δημιουργήθηκε, δεν δύναται να λειτουργεί αγαθοπρεπώς εντός της κοινωνίας.

Ο όρος «γάμος», επειδή ακριβώς προϋποθέτει την ένωση στοιχείων που θέλουν συμπλήρωση, και που εάν δεν συμπληρωθούν δεν μπορούν με άλλο τρόπο να αποτελέσουν ενότητα, είναι αδόκιμος για την επιχειρούμενη σκοποθεσία. Επιπρόσθετα, η τεκνογονία απαιτεί την ένωση και αλληλοσυμπλήρωση δύο γαμετών, οι οποίοι από μόνοι τους φέρουν απλώς το ήμισυ του αριθμού των χρωμοσωμάτων. Παραταύτα, επειδή ο δικαιωματισμός μιας συγκεκριμένης κουλτούρας, αποτελεί το θεμέλιο όλης αυτής της συζήτησης, παρατηρείται η ανατροπή των όρων και η αντιστροφή της πραγματικότητας.

Οι άλογες επιθυμίες μετονομάστηκαν σε δικαιώματα και απαιτούν κατοχύρωση, σε αντίθεση με το λογικό δικαίωμα των παιδιών να θεωρούνται καθόλα άνθρωποι και να έχουν ανάγκη διττού παιδαγωγικού προτύπου ως προς την κατά το δυνατόν υγιή ανάπτυξή τους. Οι (απ)αιτούντες σήμερα πρόσβαση στον θεσμό του γάμου, στην υιοθεσία και στην βάπτιση των βρεφών, είναι οι ίδιοι που χθες καθύβριζαν με χυδαιότητα την οικογένεια ως «πατριαρχικό» κατασκεύασμα (sic) και τον νηπιοβαπτισμό ως «καταπάτηση του αυτεξουσίου» (sic). Είναι θλιβερό το πώς ένα παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα χρησιμοποιεί με τόση ευκολία και τόση απανθρωπιά το εσωτερικό κενό και την δίψα για επιβεβαίωση αυτών των ανθρώπων, προκαλώντας εν ριπή οφθαλμού τέτοιες μεταβολές στα αιτήματά τους, δίχως οι ίδιοι να προβληματίζονται και να νιώθουν υποχείρια παιγνίων. Δεν προβληματίζει επίσης το γεγονός ότι παρότι παγκόσμια παρατηρούνται έντονα προβλήματα βιοπορισμού, την ίδια στιγμή να δαπανώνται αδικαιολόγητα υπέρογκα ποσά για εκδηλώσεις «υπερηφάνειας» από παγκόσμιους εμπορικούς και τραπεζικούς ομίλους, μη εξαιρουμένων και των πρεσβειών συγκεκριμένων χωρών. Όταν μια κοινωνία αδυνατεί να εξασφαλίσει το δικαίωμα στην επιβίωση, αποτελεί τραγέλαφο να επιχειρεί να στήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό «εξάλειψης των διακρίσεων», τη στιγμή μάλιστα που ως φαίνεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, η ίδια προκαλεί και συντηρεί τις διακρίσεις και τις «ταμπέλες».

Άσχετα του εάν αυτό το νομοσχέδιο τελικά θα ψηφιστεί, και μόνον η συζήτηση που αναπτύχθηκε, με την προπαγάνδα και τις ζυμώσεις που την περιβάλλουν, προδίδει συγκεκριμένα πράγματα, που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Ο άνθρωπος δεν δείχνει να σέβεται τους όρους της φυσικότητας, επιχειρώντας μάλιστα με αλαζονεία και ύβρη την επιβολή μίας νέας κανονικότητας και τη διαμόρφωση μίας νέας κοινωνίας, με συνεκτικό δεσμό τις όποιες επιθυμίες του, που όπως προαναφέρθηκε μετονομάστηκαν αδιάκριτα σε δικαιώματα. Η επιβαλλόμενη “ηθική του γούστου”, φράση που πολύ εύστοχα χρησιμοποίησε ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, αδυνατεί να αποτελέσει συνεκτικό δεσμό μιας κοινωνίας. Μπορεί όμως πολύ εύκολα να την μετατρέψει σε αγέλη υποκειμένων που απλά και συνεχώς επιθυμούν.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Βία και εκβιασμός

 


Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την έξαρση της βίας, ενδοοικογενειακής ή μη, κάτι που οφείλεται εν ολίγοις και στην απουσία ηθικών φραγμών, η οποία καλλιεργήθηκε συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες από την «προοδευτική» διανόηση όλων των πολιτικών αποχρώσεων, καθώς οι αξίες του χριστιανισμού αποβλήθηκαν ως «παλαιολιθικές και άχρηστες». Τη θέση τους έλαβαν νέες μοντέρνες αξίες, μέσα στις οποίες, ελλείψει μεταθανάτιας απολογίας και απόδοσης δικαιοσύνης, βρίσκει γόνιμο έδαφος η βία. Η βία οποιασδήποτε μορφής προϋποθέτει μίσος για τα θύματα, γι’ αυτό και δεν μπορεί να ασκηθεί από αυτούς που πρώτα άσκησαν βία στον εαυτό τους για να ξεφύγουν από τη δυστυχία της εγωπάθειας.

Η βία, όμως, δεν έχει μόνο τη μορφή της επίθεσης κατά της σωματικής ακεραιότητας του άλλου ανθρώπου. Δεν περιορίζεται μόνο σε δολοφονίες, ξυλοδαρμούς, πρόκληση σωματικών βλαβών, σεξουαλική βία. Απευθύνεται και στην ψυχική υπόσταση των θυμάτων, με τη δημιουργία αισθημάτων φόβου, λύπης, αγωνίας, αλλά και στην στέρηση των αναγκαίων μέσων επιβίωσης.

Μία ακραία μορφή βίας, που παρακολουθούμε απαθώς τον τελευταίο καιρό, είναι η ομηρία των εργαζομένων στα νοσοκομεία και στην κοινωνική πρόνοια, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε στέρηση εργασίας και άρα αξιοπρεπούς διαβίωσης ακόμα και επιβίωσης, επειδή επέλεξαν να μην προβούν σε εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού. Πίσω από αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους, υπάρχουν οικογένειες, μικρά παιδιά, για τα οποία το κράτος-τιμωρός και οι κάθε λογής κλακαδόροι του, δεν δείχνουν καμία ευαισθησία.

Οι άνθρωποι αυτοί, εργάζονταν με αυτοθυσία στην πρώτη γραμμή όλο το διάστημα της πανδημίας, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης, τα οποία ξαφνικά και χωρίς να υπάρχει πειστική εξήγηση, κρίθηκαν «μη επαρκή». Αντίθετα, μοναδικό επαρκές μέτρο κρίθηκε ο εμβολιασμός, ασχέτως αν όλες οι επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι δεν προστατεύει απολύτως από τη νόσηση και τη μετάδοση, γεγονός που και η ίδια η κρατική επιτροπή επιστημόνων δεν αρνείται. Επομένως, οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί τιμωρούνται βάναυσα και υφίστανται αναίτια δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους εμβολιασμένους, αλλά δυνητικούς φορείς και μεταδότες συναδέλφους τους, επειδή δεν υπέκυψαν στο εκβιαστικό δίλημμα «εμβόλιο ή πείνα». Στην ακραία μορφή βίας εναντίον τους, έχουμε μερίδιο ευθύνης και όσοι κλείνουμε τα μάτια και αδιαφορούμε, σιωπώντας μπροστά στο ανάλγητο θράσος των δήθεν υπηρετούντων το λαό.

Ηπιότερης μορφής βία, είναι και εκείνη που ασκούν καθ’ όλο το 24ωρο οι ομονοούντες δημοσιογράφοι, ίσως η μοναδική κοινωνική ομάδα που δεν περιλαμβάνει αμφισβητίες των χειρισμών της κυβερνήσεως, αν κρίνουμε ότι όλοι όσοι εμφανίζονται στα μεγάλα κανάλια, είναι υπέρ της υποχρεωτικότητας, επικρίνοντας με αήθεις χαρακτηρισμούς όσους είναι επιφυλακτικοί ή αρνητικοί στα συγκεκριμένα εμβόλια.

Αναμφίβολα, το θέμα του εμβολίου είναι ιατρικό, επί του οποίου δεν μπορούμε να έχουμε άποψη οι μη ειδικοί. Όμως, στην επιστήμη, σε αντίθεση με τα χρηματοδοτούμενα από το κράτος ΜΜΕ, υπάρχουν και διαφορετικές απόψεις και είναι υγιές να υπάρχουν, να ακούγονται και να κρίνονται.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της επιβολής του εμβολιασμού ξεφεύγει από τα επιστημονικά όρια και εισέρχεται σε κοινωνικά και πνευματικά επίπεδα, αφού δημιουργεί πολίτες β΄ κατηγορίας και καταργεί το αυτεξούσιο του προσώπου. Η υποχρεωτικότητα υποβιβάζει οποιοδήποτε επιστημονικό επίτευγμα σε πράξη βίαιη και άρα αποκρουστική και ανεπιθύμητη. Η επιστήμη που θέλει να προσφέρει στον άνθρωπο δεν εκβιάζει, δεν λοιδωρεί, δεν διχάζει, δεν καταδικάζει στην πείνα του αντιφρονούντες.

Ο εκφοβισμός του αδυνάτου υπαλλήλου ή κληρικού από το ισχυρό αφεντικό ή επίσκοπο είναι ένα ακόμα φαινόμενο κοινωνικής παρακμής, που εκδηλώθηκε περισσότερο στις συνθήκες της πανδημίας. Και ο εκφοβισμός αυτός γίνεται στο όνομα της επιστήμης. Ουδεμία σχέση μπορεί να έχει η θεόσδοτη επιστήμη, πολύ περισσότερο η χριστιανική πίστη, με τακτικές εκφοβισμών και εκβιασμών.

Ο εμβολιασμός οφείλει να παραμένει ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων, όπως και η ίδια η διοικούσα Εκκλησία έχει υποστηρίξει, η οποία πρέπει άμεσα να παρέμβει στις περιπτώσεις των Μητροπολιτών που απειθώντας στις συνοδικές αποφάσεις περί ελεύθερης επιλογής, επέβαλαν υποχρεωτικό εμβολιασμό κληρικών, για να σταματήσει ο σκανδαλισμός και ο διχασμός των πιστών.

 

- Χαράλαμπος Άνδραλης