Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ο σεπτός πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική του πορεία ανάδειξε μια πληθώρα αγίων Επισκόπων, οι οποίοι λαμπρύνουν την Εκκλησία μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ένας όντως σπουδαίος άνδρας, ο οποίος διαδραμάτισε το δικό του ρόλο στην μετά τους διωγμούς εποχή της Εκκλησίας μας.

      Γεννήθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα και είχε αριστοκρατική καταγωγή. Υπήρξε γιος του ειδωλολάτρη Ρωμαίου ευγενούς Δομετίου, αδελφού του αυτοκράτορα της Ρώμης Πρόβου (276-282). Ο Δομέτιος είχε αποκτήσει δύο γιούς, τον Πρόβο και τον Μητροφάνη, στα οποία έδωσε σοβαρή μόρφωση. Ο Μητροφάνης διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την πραότητά του και την ενάρετη ζωή του.

       Ο Δομέτιος, άνθρωπος αγαθός και καλών προαιρέσεων, συναισθάνθηκε την παραδοσιακή ειδωλολατρική θρησκεία ως ανάξια του χαρακτήρα του και ασφυκτιούσε μέσα στο δεισιδαίμον παγανιστικό περιβάλλον. Η λατρεία των ψεύτικων, ανήθικων και εν πολλοίς γελοίων παγανιστών «θεών» δεν τον συγκινούσε και γι’ αυτό κάποια στιγμή έπαψε να συμμετέχει στις ειδωλολατρικές θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις και άρχισε να ψάχνει την πίστη στον αληθινό Θεό. Μάλιστα για να ξεφύγει από τους ελέγχους και τις πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε, με την οικογένειά του, στο Βυζάντιο, την αποικία των Μεγαρέων, η οποία έμελλε να αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Εκεί γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο Βυζαντίου Τίτο, με τον συνδέθηκε με φιλία, κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αυτός και η οικογένειά του.

       Ο Επίσκοπος Τίτος εκτίμησε πολύ τον Δομέτιο, τον οποίο προόρισε για διάδοχό του στον επισκοπικό θρόνο. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποίμανε το Βυζάντιο για λίγους μήνες το 272, παραδίδοντας, με  τη σειρά του, το θρόνο στον Ρουφίνο (272-303). Κατόπιν εκλέχτηκε Επίσκοπος ο γιός του Δομέτιου Πρόβος (303-306) και εν συνεχεία εκλέχτηκε Επίσκοπος ο άλλος γιός του, ο Μητροφάνης (306-314).

      Έμεινε στον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου επτά χρόνια και θεωρείται ο τελευταίος Επίσκοπος της μικρής πόλης του Βοσπόρου, πριν σε αυτή μεταφερθεί η πρωτεύουσα του Κράτους και αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Η επισκοπική του διακονία είναι συνδεδεμένη με την παύση των διωγμών των Χριστιανών, με την έκδοση του περιφήμου Διατάγματος των Μεδιολάνων, που είχε υπογράψει ο Μ. Κωνσταντίνος με τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο το 313. Ένας εύρωστος νέος κόσμος έκαμε την εμφάνισή του, μπροστά στον απόλυτα γερασμένο και παρηκμασμένο παλιό κόσμο της ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας. Η Εκκλησία, αν και βαριά τραυματισμένη από τους σκληρούς διωγμούς τριών αιώνων, από το ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κράτος και τα αδίστακτα ειδωλολατρικά ιερατεία, έδειξε τη ζωτικότητά της και φανέρωσε ότι το μέλλον του κόσμου είναι δικό Της.

      Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων δόθηκε η ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως σε όλους τους πολίτες της απέραντης αυτοκρατορίας, της οποίας τα όρια συνέπιπταν σχεδόν με αυτά του τότε γνωστού κόσμου. Ο νέος μεγάλος ηγέτης του κράτους Κωνσταντίνος (306-337), διείδε ότι το μέλλον ανήκει στην χριστιανική πίστη και γι’ αυτό ανάλαβε την υποστήριξη της Εκκλησίας, χωρίς να παραγκωνίζει τις άλλες πίστεις, ακόμα και την ειδωλολατρία. Για να αφήσει πίσω το ειδωλολατρικό παρελθόν, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, διότι κατάλαβε το μοναδικό στρατηγικό σημείο της πόλεως. Αφότου έγινε μονοκράτορας (324), άρχισε να κτίζει τη νέα πρωτεύουσα, αποφασίζοντας να την καταστήσει λαμπρότερη από την παλαιά Ρώμη.

      Ο Επίσκοπος Μητροφάνης ανάλαβε να οικοδομήσει τους περίλαμπρους ναούς, ώστε να καταστεί η νέα πρωτεύουσα κέντρο του χριστιανικού κόσμου. Ο άγιος αυτός Επίσκοπος έβαλε τα θεμέλια των μετέπειτα περίλαμπρων ναών της Αγίας του Θεού Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Δυνάμεως, με την αρωγή του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν. Επίσης εντόπισε στην Ιερουσαλήμ τους δώδεκα κοφίνους, τους οποίους είχε γεμίσει ο Κύριος θαυματουργικά με τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων (Ματθ.14,14-22), τους οποίους μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

      Θεωρούσε το επισκοπικό αξίωμα ύψιστη εκκλησιαστική διακονία και γι’ αυτό φρόντισε να ασκήσει την ποιμαντορία του με ακρίβεια και φόβο Θεού. Παροιμιώδης υπήρξε η ταπεινοφροσύνη του και η καλοσύνη του. Χιλιάδες αναξιοπαθούντες έβρισκαν καταφύγιο, παρηγοριά και βοήθεια σε αυτόν. Υπήρξε επίσης και άνθρωπος της προσευχής και της καλλιέργειας των αρετών. Γι’ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε με το χάρισμα της θαυματουργίας.

       Αλλά ο Μητροφάνης βρισκόταν σε βαθύ γήρας και του ήταν αδύνατο να ασκήσει τα επισκοπικά του καθήκοντα. Γι’ αυτό παρεχώρησε το θρόνο στον άξιο διάδοχό του άγιο Αλέξανδρο (314-336). Όμως δεν έμεινε μακριά από τα προβλήματα του θρόνου. Όταν το 325 συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να καταδικάσει τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο Μητροφάνης θεώρησε χρέος του να συμμετάσχει και αυτός. Αλλά ήδη διένυε το 117 έτος της ηλικίας του και ήταν κατάκοιτος. Γι’ αυτό κάλεσε τον Αλέξανδρο και τον Παύλο Αναγνώστη τον Ομολογητή, να τον αντιπροσωπεύσουν, δίνοντάς τους ρητές εντολές για την ομολογιακή στάση, που πρέπει να κρατήσουν στην Σύνοδο.  

         Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 4 Ιουνίου το 327, αφού έλαβε πριν πληροφορία του θανάτου του από άγγελο Κυρίου. Ο λαός θρήνησε τον σεβάσμιο και άγιο Επίσκοπό του, όπως και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος, ο οποίος έδωσε εντολή να κτιστεί στην Πόλη ναός επ’ ονόματί του, όπου είχε αναστηλωθεί και εικόνα του. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές ο ναός του αγίου Μητροφάνη βρισκόταν  κοντά στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου, στο Επτάσκαλο, όπου φυλάσσονταν τα τίμια λείψανά του, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

      Η Μνήμη του εορτάζεται στις 4 Ιουνίου.  

      

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού 

       Η πολυτάραχη εικονομαχική περίοδος (726-843 μ. Χ.) ανέδειξε μια πλειάδα αγίων ομολογητών στην Εκκλησία μας, οι οποίοι ομολογώντας την σώζουσα πίστη της, υπέστησαν φοβερά μαρτύρια και πολλοί από αυτούς έχασαν και αυτή τη ζωή τους. Ένας από τους μεγάλους ομολογητές αυτής της περιόδου υπήρξε και ο άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 758 από ευγενείς γονείς, τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η προσήλωση στην Ορθοδοξία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Θεόδωρος και ήταν βασιλικός γραμματέας και νοτάριος στο Ιερό Παλάτιο και η μητέρα του ονομαζόταν Ειρήνη. Είχαν και οι δυο τους υποστεί σκληρούς διωγμούς από τους εικονομάχους αυτοκράτορες, λόγω της σύνταξής τους στην μερίδα των Ορθοδόξων. Ο πατέρας του είχε εξορισθεί από τον Κωνσταντίνο Ε΄ τον Κοπρώνυμο (741-775) στην περιοχή Μύλασσα της Καρίας και μετά στη Νίκαια, όπου μετά από έξι χρόνια ταλαιπωρίας πέθανε εκεί εξόριστος.

      Παρ’ όλες τις διώξεις τους, φρόντισαν να δώσουν στο Νικηφόρο καλή εκπαίδευση. Μάλιστα φάνηκαν νωρίς τα φυσικά του προσόντα και οι ικανότητές του, ώστε κλήθηκε στο παλάτι και ανέλαβε βασιλικός γραμματέας, μετά το θάνατο του φανατικού εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ (775), από την Ειρήνη την Αθηναία. Όμως σύντομα παραιτήθηκε από την υψηλή του θέση για να ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία του, να γίνει μοναχός. Έτσι αποσύρθηκε σε κάποιο λόφο απέναντι από το Θρακικό Βόσπορο, όπου εκάρη μοναχός και επικεφαλής μικρής αδελφότητα διήγε το βίο της ασκήσεως και των αρετών.

        Γρήγορα έγινε γνωστή η φήμη του για τις αρετές του και την αγιότητά του. Γι’ αυτό κλήθηκε να διευθύνει ένα μεγάλο πτωχοκομείο της Βασιλεύουσας. Ως διευθυντής στο ίδρυμα αυτό έδειξε ασυνήθιστη δραστηριότητα. Φρόντισε να ανακουφίσει χιλιάδες αναξιοπαθείς ανθρώπους από την πείνα, τις ασθένειες και την εγκατάλειψη. Η φήμη του έγινε ακόμη μεγαλύτερη από το σπουδαίο αυτό κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο.

        Στις 25 Ιανουαρίου 806 κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος (730-806). Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος ο Λογοθέτης (803-811) επέλεξε ως διάδοχό του στον πατριαρχικό θρόνο τον Νικηφόρο. Έτσι με την ψήφο κλήρου και λαού εξελέγη Πατριάρχης, στις 5 Απριλίου του 806. Χειροτονήθηκε επίσκοπος και ενθρονίστηκε στις 12 του ιδίου μηνός, την ημέρα του Αγίου Πάσχα.

        Ο Νικηφόρος θεώρησε τη νέα του υψηλή θέση, ως σπάνια ευκαιρία για να διακονήσει την Εκκλησία του Χριστού. Ανάλωσε κυριολεκτικά τη ζωή του στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Τον βοήθησε η σχετική ηρεμία, που επικρατούσε στο Κράτος και την Εκκλησία, αφού από το έτος 787 εφαρμόστηκαν οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ως το 815. Τόσο ο αυτοκράτορας Νικηφόρος, όσο και οι διάδοχοί του Σταυράκιος (811) και Μιχαήλ Ραγκαβές (811-813) έτρεφαν σεβασμό στο πρόσωπό του και τον άφηναν ελεύθερο να επιτελεί το ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο. Όμως το 815 ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (815-820), φανατικός πολέμιος των Ιερών Εικόνων, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη φάση της εικονομαχικής περιόδου.

       Ο άγιος Νικηφόρος εκδήλωσε φανερά και δυναμικά την αντίθεσή του στην εκκλησιαστική πολιτική του Λέοντος, ο οποίος μισούσε με πάθος τους ορθοδόξους και είχε αρχίσει τις διώξεις εναντίον τους. Παρέλαβε τους ορθοδόξους επισκόπους: όσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, Άγιο Ευθύμιο Σάρδεων, Ευδόξιο Αμορίου, Άγιο Μιχαήλ Συνάδων και Άγιο Ιωσήφ

Θεσσαλονίκης και πήγαν στο παλάτι, προκειμένου να ελέγξουν τον ασεβή αυτοκράτορα και να προσπαθήσουν να τον συνεφέρουν στην Ορθοδοξία. Ο άγιος Νικηφόρος έδειξε ασυνήθιστη παρρησία και θάρρος ενώπιον του σκληρού Λέοντος.

      Η απόπειρά τους αυτή στέφτηκε με αποτυχία. Ο αυτοκράτορας έμεινε αμετάπειστος στην εκκλησιαστική του πολιτική. Έδωσε διαταγή να συλληφθεί ο Πατριάρχης και οι υπόλοιποι επίσκοποι, που τον ακολούθησαν, καταδικάζοντάς τους σε εξορία. Ο Νικηφόρος εξορίστηκε στην αρχή στην πόλη Χρυσούπολη και αργότερα οδηγήθηκε στη μονή του αγίου Θεοδώρου στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε με τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, όπου ήταν εξορισμένος, λόγω του ομολογιακού του φρονήματος κατά των εικονομάχων.

         Το 820 δολοφονήθηκε ο Λέων και ανήλθε στο θρόνο ο Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820-829), ο οποίος ήθελε να ηρεμήσει το κράτος, ακολουθώντας μετριοπαθή πολιτική. Γι’ αυτό αποφάσισε να ανακαλέσει τον Νικηφόρο από την εξορία. Του υποσχέθηκε την αποκατάστασή του στον πατριαρχικό θρόνο, με την προϋπόθεση να αναγνωρίσει την ήδη υφιστάμενη κατάσταση στην Εκκλησία, δηλαδή να συνεχιστεί η εικονομαχία και να μη ζητήσει εφαρμογή των όρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Να μην ανακινήσει θέμα αναστηλώσεως των Ιερών Εικόνων. Ο Νικηφόρος αρνήθηκε κατηγορηματικά να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του εικονομάχου αυτοκράτορα, ανταλλάσοντας την εγκόσμια δόξα με την ομολογία της σώζουσας πίστης. Θεώρησε ως καθήκον του να μη συμβιβαστεί με την πλάνη και την ασέβεια. Ο αυτοκράτορας υπέγραψε την οριστική έκπτωσή του από τον πατριαρχικό θρόνο και την εκ νέου εξορία του. Έμεινε στην εξορία για εννέα χρόνια, θεωρώντας τα κακοπαθήματά του ως ύψιστη ευλογία του Θεού. Εκεί κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 829. Μετά την παύση της εικονομαχίας ανακηρύχτηκε άγιος και ομολογητής. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου.

        Ο άγιος Νικηφόρος ανήκει αναμφίβολα  στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο οποίος όρθωσε το ανάστημά του στους ισχυρούς της εξουσίας, σε μια στιγμή που κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη. Με ζήλο και ενθουσιασμό αγωνίστηκε κατά της εικονομαχίας, η οποία ήταν στην ουσία η συνέχιση των χριστολογικών αιρέσεων των προηγουμένων αιώνων. Η άρνηση του εικονισμού του Χριστού σήμαινε την άρνηση της ανθρώπινης φύσης Του. Ο άγιος Νικηφόρος, ως άριστος Θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, συνέβαλε τα μέγιστα για την αντίκρουση της πλάνης των εικονομάχων. Μέσα στην λαίλαπα των διώξεών του έγραψε περισπούδαστα έργα, όπως: «Σύντομος Ιστορία», «Χρονολογικόν σύντομον», «Στιχομετρία», «Λόγοι αντιρρητικοί», «Επιστολαί» και διάφοροι εκκλησιαστικοί κανόνες.

      Τόσο ο άγιος Νικηφόρος, όσο και οι άλλοι ομολογητές επίσκοποι αυτής της ταραγμένης περιόδου αποτελούν, (πρέπει να αποτελούν), τα πρότυπα των κατοπινών και των σημερινών Επισκόπων!    

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Μεταξύ των χιλιάδων Νεομαρτύρων, οι οποίοι ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους, στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, συγκαταλέγονται και ορισμένοι, οι οποίοι προέρχονταν από τους αλλόθρησκους τούρκους. Ένας από αυτούς υπήρξε ο ηρωικός Νεομάρτυς άγιος Κωνσταντίνος εξ Αγαρηνών.

       Γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο νησί της Λέσβου, στην κοινότητα Υψηλομέτωπου από τούρκους και μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, γονείς. Ήταν ένα χαριτωμένο και πανέμορφο παιδί, το οποίο όσο μεγάλωνε, τόσο αναδεικνύονταν τα ψυχικά του χαρίσματα και τα ασυνήθιστα σωματικά του κάλλη. Άλλοι τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν και άλλοι τον ζήλευαν και τον μισούσαν.

      Όταν έγινε δεκαπέντε χρονών, κάποια τουρκάλα γειτόνισσά του, παρασυρμένη πάθος της ζήλιας και του φθόνου αποφάσισε να τον θανατώσει. Κάποια μέρα συνέλαβε ένα πανούργο σχέδιο, έφτιαξε γλυκό, στο οποίο έβαλε δηλητήριο και το πρόσφερε στον ωραίο νεαρό. Εκείνος το έφαγε και αμέσως άρχισαν οι παρενέργειες της δηλητηρίασης. Πάλεψε για μέρες, αλλά στο τέλος σώθηκε μεν από το θάνατο, αλλά έμεινε τυφλός και παράλυτος, καθηλωμένος στο κρεβάτι. Και σαν να μην έφθανε αυτό, προσβλήθηκε και από ευλογιά, και έδινε μάχη να κρατηθεί στη ζωή.

       Μια άλλη γειτόνισσά του χριστιανή, τον συμπόνεσε και πήγε στο σπίτι του με ένα δοχείο με αγίασμα, προτείνοντας στη μητέρα του να τον νίψει με αυτό. Η μουσουλμάνα μητέρα του, μέσα στην απόγνωσή της και βλέποντας το παιδί της να πεθαίνει, ώρα την ώρα, δέχτηκε. Το θαύμα έγινε, αμέσως άρχισε η ανάρρωση και σε λίγες ημέρες έγινε εντελώς καλά! Είδε ξανά το φώς του και σηκώθηκε από το κρεβάτι!  

       Μετά λίγο καιρό πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του παντρεύτηκε άλλο άνδρα μουσουλμάνο, κακό και μέθυσο, ο οποίος συμπεριφέρονταν βάναυσα στον ίδιο και τα τρία αδέλφια του. Μη μπορώντας να αντέξουν το ξύλο και τη βαναυσότητα του πατριού τους τα τέσσερα αδέλφια αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη Σμύρνη. Εκεί για να ζήσουν ασχολήθηκαν με το εμπόριο λαχανικών.

      Μεταξύ των πελατών τους ήταν και ο Μητροπολίτης Σμύρνης, στον οποίο προμήθευε λαχανικά, πηγαίνοντάς τα ο μετέπειτα ονομασθείς Κωνσταντίνος. Κατά τις τακτικές επισκέψεις του στη Μητρόπολη εξοικειώθηκε με τους Χριστιανούς και άκουγε όμορφες συζητήσεις και χρήσιμες συμβουλές, άγνωστες στους ομοθρήσκους του τούρκους. Τακτικά τύχαινε να δει πως εόρταζαν οι Χριστιανοί τις μεγάλες γιορτές τους, οι οποίες του προξενούσαν μεγάλη εντύπωση και συγκρίνοντάς τες με αυτές της θρησκείας του, τις έβλεπε ανώτερες, με ασύγκριτο πνευματικό βάθος και νόημα. Κάθε φορά που παρακολουθούσε χριστιανική εορτή, γέμιζε η ψυχή του από ανεξήγητη χαρά και αγαλλίαση. Συχνά έπιανε συζήτηση με σεβάσμιους κληρικούς της Μητροπόλεως, συζητώντας για πνευματικά θέματα και ζητώντας απαντήσεις σε απορίες του.

      Κάποια μέρα βρήκε μόνο του έναν γέροντα πνευματικό, τον οποίο παρακάλεσε να του διαβάσει κάτι πνευματικό από τα ιερά βιβλία του Χριστιανισμού. Ο γέροντας δεν είχε μαζί του τα γυαλιά του και ο νεαρός μουσουλμάνος έτρεξε να του φέρει, για να μη χάσει την ευκαιρία να ακούσει πνευματικά λόγια, που αγνοούσε. Ο σεβάσμιος γέροντας άρχισε να του διαβάζει αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και Συναξάρια αγίων. Παράλληλα του μιλούσε για το Χριστό και την σωτηρία, μέσω της Εκκλησίας Του. Η συζήτηση διήρκησε πολλές

ώρες. Ο νεαρός μουσουλμάνος κατενθουσιάστηκε από όσα άκουσε, εντυπώνοντάς τα στην ψυχή του.

     Όταν έφυγε από τη Μητρόπολη αισθάνθηκε ότι κάτι σημαντικό άλλαξε μέσα του. Είχε αγαθή ψυχή και φόβο Θεού. Φαίνεται πως τον καιρό που η ευσεβής γειτόνισσα τον  ένιψε με τον αγιασμό τον επισκέφτηκε η θεία χάρις, οδηγώντας τον στη σωτηρία. Καθ’ οδόν για το σπίτι του πήρε τη μεγάλη απόφαση να αλλαξοπιστήσει και να γίνει Χριστιανός, διότι πείστηκε για την ανωτερότητα της χριστιανικής πίστεως. 

      Δεν πέρασε πολύς καιρός όπου παράτησε το εμπόριο των λαχανικών, αποχαιρέτησε τα αδέλφια του και αναχώρησε για το Άγιο Όρος για να πραγματοποιήσει τον μεγάλο και σωτήριο σκοπό του. Έφτασε στη Νέα Σκήτη, όπου αναζήτησε έναν έμπειρο πνευματικό να εξομολογηθεί και να κατηχηθεί, ώστε να ακολουθήσει η βάπτισή του. Με δάκρυα στα μάτια εξομολογήθηκε και ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα. Ο πνευματικός του τον κράτησε για λίγες ημέρες κοντά του, διδάσκοντάς του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και συζητώντας μαζί του ώρες ολόκληρες. Ο νεαρός μουσουλμάνος ζούσε ένα όνειρο, την ανείπωτη χαρά του την εκδήλωνε με ποταμούς δακρύων.

     Ο πνευματικός κράτησε μυστικό την επιθυμία του νεαρού να γίνει Χριστιανός για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Κατόπιν το ανέφερε στους προϊσταμένους της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, οι οποίοι χάρηκαν και δόξασαν το Θεό για την μεταστροφή του αλλόθρησκου νέου. Ταυτόχρονα τους κατέλαβε σοβαρός προβληματισμός, αναλογιζόμενοι τις φοβερές συνέπειες που θα υφίσταντο αν μαθεύονταν το γεγονός της μαθητείας και βαπτίσεως μουσουλμάνου.  Σημειώνουμε πως η σαρία, δηλαδή ο ισλαμικός νόμος προβλέπει την ποινή του θανάτου για όποιον αρνιέται το Ισλάμ και για όποιους τον βοηθήσουν.

     Οι πατέρες του Αγίου Παύλου αποφάσισαν να τον στείλουν στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου ήταν το κέντρο της αγιορείτικης πολιτείας και είχε πολλούς και σοφούς γέροντες, για να χειριστούν το θέμα. Οι πατέρες της Λαύρας τον καλοδέχτηκαν, τον περιποιήθηκαν, ωστόσο δεν τόλμησαν και αυτοί να τον βαπτίσουν. Μάλιστα κάποιοι από τους πατέρες νόμισαν πως επρόκειτο για παγίδα των τούρκων, ότι ήταν βαλτός να λάβει εικονικό βάπτισμα, για να βρουν την αφορμή να καταστρέψουν τη Μονή.

      Την εποχή εκείνη βρισκόταν στο Άγιο Όρος εξόριστος ο Πατριάρχης άγιος Γρηγόριος Ε΄, σε μια από τις πολλές εκθρονίσεις και εξορίες του. Σ’ αυτόν τον έστειλαν οι πατέρες, δίνοντάς του και πέντε αργύρια ως βοήθημα. 

      Εκείνος όμως αντί να πάει στον εξόριστο Πατριάρχη, πήγε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, όπου βρήκε έναν άγιο και πνευματικό πατέρα τον Χρύσανθο, στον οποίο έμεινε τρεις ημέρες φιλοξενούμενος και νουθετούμενος. Μετά αναχώρησε προς άγνωστη γι’ αυτόν κατεύθυνση, διότι χάθηκε μέσα σε πυκνή ομίχλη. Κατά συγκυρία Θεού πήγαινε προς τα Καυσοκαλύβια, μια μεγάλη και ξακουστή αγιορείτικη Σκήτη. Νύχτωσε στο δρόμο και αποκοιμήθηκε στα ριζά ενός βράχου. Είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία του είπε να μη λυπάται και να μην ανησυχεί και να συνεχίσει το δρόμο, ο οποίος οδηγεί στα Καυσοκαλύβια. Όταν έφτασε εκεί γνώρισε έναν άγιο γέροντα τον Γαβριήλ, ζητώντας του να τον βαπτίσει.

      Όμως και αυτός ο γέροντας φοβήθηκε να τον βαπτίσει και με τη σύμφωνη γνώμη των προϊστάμενων της Σκήτης τον έστειλαν, με συνοδεία μοναχού, στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου μόναζε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄. Ο Άγιος Πατριάρχης τον δέχτηκε και συζήτησε μαζί του, για να διαγνώσει τις πραγματικές του προθέσεις. Ο νέος μουσουλμάνος έκλαιγε απαρηγόρητα και εκλιπαρούσε να βαπτισθεί. Ο Γρηγόριος τον διαβεβαίωσε ότι θα τον βάπτιζε ο ίδιος σε λίγο καιρό στα Καυσοκαλύβια, όπου

 τον έστειλε να κατηχηθεί για έξι μήνες. Εκεί έδειξε μεγάλη πίστη και έφεση στις αρετές.

      Όταν πέρασαν οι έξι μήνες, έλαβε το άγιο Βάπτισμα και το όνομα Κωνσταντίνος. Την ώρα του Ιερού Μυστηρίου το πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο, ώστε δεν μπορούσαν να τον δουν οι μοναχοί. Από εκεί πήγε να προσκυνήσει την Ιερή Εικόνα της Πορταΐτισσας στη Μονή Ιβήρων και στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου να προσκυνήσει Ιερά Λείψανα Νεομαρτύρων. Εκεί του γεννήθηκε η επιθυμία να προστεθεί και αυτός στους Νεομάρτυρες, να χύσει το αίμα του για το Χριστό. Όμως ο πνευματικός της Σκήτης τον απέτρεψε, λέγοντάς του ότι, αν θέλει ο Θεός, Αυτός θα τον οδηγήσει στο μαρτύριο.

     Κάποια μέρα θυμήθηκε τα αδέλφια του στη Σμύρνη και σκέφτηκε ότι είχε την υποχρέωση ότι να τα μεταστρέψει και αυτά στην πίστη του Χριστού. Ζήτησε την άδεια του Πατριάρχη και συστατική επιστολή προς τον σοφό διδάσκαλο Κυδωνιών κυρ Γρηγόριο Σαράφη. Αλλά όταν έφτασε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) τον αναγνώρισε κάποιος τούρκος, ο οποίος τον κατέδωσε στις αρχές. Ο Κωνσταντίνος έφυγε βιαστικά για τη Σμύρνη, αλλά τον συνέλαβαν στο πλοίο και ο οδήγησαν στον αγά της πόλεως. Στην ανάκριση ο Κωνσταντίνος απάντησε: «Ήμουν μωαμεθανός, αλλά φωτίστηκα από το Θεό και διαπίστωσα ότι η πίστη των Αγαρηνών είναι ψεύτικη και η μόνη αληθινή πίστη είναι αυτή των Χριστιανών. Για το συμφέρον μου για να κερδίσω την αιώνια ζωή, έγινα Χριστιανός». Ο αγάς των Κυδωνιών κάλεσε και τον αγά των Μοσχονησίων για να προσπαθήσουν μαζί να τον μεταστρέψουν, είτε με τις κολακείες, είτε με τη βία. Αφού αρνήθηκε να απαρνηθεί το Χριστό, με νουθεσίες και παρακάλια, τον υπέβαλλαν σε φρικτά βασανιστήρια και φυλακίσεις. Όμως ο Μάρτυς έμενε σταθερός στην πίστη του. Παράλληλα οι Χριστιανοί των Κυδωνιών έκαναν προσευχές και αγρυπνίες για την ενίσχυσή του.

     Χρησιμοποίησαν ένα φρικτό εργαλείο, με το οποίο είχαν βασανίσει πρωτύτερα τον άγιο Νεομάρτυρα Γεώργιο από τον Χιοπολίτη. Μια σιδερένια περικεφαλαία, την οποία πυράκτωναν και την έβαζαν στο κεφάλι του και την έσφιγγαν, προκαλώντας αφόρητους πόνους. Το βράδυ έβλεπαν, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ένα  ανεξήγητο φως να λούζει το κελί της φυλακής του. Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία τον προειδοποίησε ότι θα μαρτυρήσει στην Κωνσταντινούπολη.

     Αφού, λοιπόν, δεν έφεραν αποτέλεσμα, τον έστειλαν με συνοδεία, όντως στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπέφερε τα πάνδεινα. Τον κάλεσε ο διοικητής της Πόλης σε ανάκριση, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την μεταστροφή του στο Ισλάμ. Όμως ο Μάρτυρας του απάντησε με ηρωισμό: «Άρχοντά μου, μακάρι να γνώριζες και συ το συμφέρον τη ψυχή σου και να γινόσουν Χριστιανός»! Ο τούρκος αξιωματούχος έγινε θηρίο από το θυμό του, θεωρώντας φρικτή ύβρη τα λόγια του. Έβγαλε αμέσως διαταγή να θανατωθεί διά απαγχονισμού και το σώμα του να το θάψουν σε μουσουλμανικό νεκροταφείο, για να μη μπορούν να πάρουν τα λείψανά του οι Χριστιανοί. Ήταν 2 Ιουνίου 1819. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.  

«ΕΘΑΥΜΑΣΑΝ ΟΤΙ ΜΕΤΑ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΕΛΑΛΕΙ»

 

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σαμαρείτιδος)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

        Η πέμπτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη σε μια σημαντική γυναίκα της Καινής Διαθήκης, στην αγία Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα. Αυτή η γυναίκα, ούσα αμαρτωλή και «αιρετική» (κατά τους Ιουδαίους), αξιώθηκε να γίνει συζητητής του Κυρίου, ο Οποίος της αποκάλυψε ύψιστες αλήθειες, τις οποίες δεν είχε αποκαλύψει, εισέτι, ούτε στους μαθητές Του.

      Η Σαμάρεια ήταν πόλη, αλλά και ονομασία περιοχής, στα βορειοανατολικά της Παλαιστίνης. Απείχε περί τα 45 χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ και είχε ιδρυθεί από τον βασιλιά Αμβρί, τον 10ο π. Χ. αιώνα. Καταλήφτηκε πολλές φορές από βασιλείς της Δαμασκού και άλλους από ειδωλολατρικούς λαούς. Τον 2ο π. Χ. αιώνα καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε από τον Ρωμαίο ανθύπατο Γυβίνιο και τον Ηρώδη το Μέγα και γι’ αυτό είχε μετονομαστεί σε Σεβάστεια ή Σεβαστή, προς τιμήν του Καίσαρος. Εκτός από την πόλη Σαμάρεια στην περιφέρεια της Σαμάρειας υπήρχαν και άλλες πόλεις όπως η Καισάρεια και η Συχέμ, όπου βρισκόταν ένα σημαντικό μνημείο για τους Ισραηλίτες, το φρέαρ του πατριάρχη Ιακώβ, το οποίο άνοιξε για να ποτίσει την οικογένειά του και τα ποίμνιά του. Οι Σαμαρείτες ήταν ισραηλιτικής καταγωγής, αλλά, λόγω των ιστορικών περιπετειών,  αποκόπηκαν ενωρίς από τις υπόλοιπες φυλές. Λόγο ότι είχαν αναμειχθεί με τους ειδωλολάτρες, είχαν υιοθετήσει πολλές από τις συνήθειες τους και κατά συνέπεια είχαν διαφοροποιηθεί κυρίως από τους Ιουδαίους, οι οποίοι τους μισούσαν και τους αποστρέφονταν με βδελυγμία. Κύριο χαρακτηριστικό των Σαμαρειτών ήταν ότι είχαν μεταθέσει την ιερότητα του ναού της Ιερουσαλήμ στο όρος Γαριζίν, όπου πίστευαν ότι κατοικεί ο Θεός και προσέτρεχαν εκεί να προσευχηθούν.

       Ο Κύριό μας Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρο ανθρώπινο γένος και όχι μόνο τους Ιουδαίους, όπως αντιλαμβάνονταν εκείνοι λαθεμένα το πρόσωπο του Μεσσία. Γι’ αυτό και περιόδευσε σε περιοχές που κατοικούσαν μη Ιουδαίοι. Σε μια από τις περιοδείες Του ανέβηκε, με τους μαθητές του, και στη Σαμάρεια να κηρύξει και εκεί το ευαγγέλιο της σωτηρίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως στις παραβολές Του αναφέρθηκε κάποιες φορές στους Σαμαρείτες, παρουσιάζοντάς τους ως ηθικά ανώτερους από τους Ιουδαίους (Λουκ.10,25-37).    

         Έφτασαν κάποιο ζεστό μεσημέρι στη Συχέμ και στάθμευσαν στο ιστορικό πηγάδι του Ιακώβ. Οι μαθητές Του είχαν πάει στην πόλη για να αγοράσουν προμήθειες. Ο Χριστός είχε μείνει μόνος και διψασμένος στο στόμιο του πηγαδιού, περιμένοντας κάποιον να έρθει με δοχείο άντλησης, διότι το πηγάδι ήταν βαθύ, περίπου 35 μέτρα βάθος, να του δώσει νερό να ξεδιψάσει.      

        Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα Σαμαρείσσα να αντλήσει νερό. Ο Κύριος της ζήτησε να του δώσει νερό, υποσχόμενος ότι θα της έδινε σε αντάλλαγμα το «ζωντανό νερό» να μην διψάσει ποτέ πια. Εκείνη εξέφρασε την απορία της, πως ήταν δυνατόν ένας «ορθόδοξος» Ιουδαίος να ζητά χάρη από μια «αιρετική» Σαμαρείτισσα. Αυτή ήταν η αφορμή για να προκαλέσει συζήτηση μαζί της. Ως Θεός γνώριζε ότι η γυναίκα εκείνη είχε δεκτική ψυχή για να καρποφορήσει ο λόγος Του, διότι έμελλε να γίνει η ευαγγελιστής των ομοεθνών της. Γι’ αυτό έπιασε μαζί της υψηλού θεολογικού χαρακτήρα συζήτηση, αποκαλύπτοντάς της υψηλές αλήθειες, τις οποίες δεν ήταν ώριμοι να ακούσουν, ούτε οι μαθητές Του. Επίσης της ανάγγειλε ότι είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας και πως ήρθε μαζί Του η νέα μεσσιανική εποχή. Ακόμα της αποκάλυψε, για πρώτη φορά, την πνευματική φύση του Θεού και την πνευματική και αληθινή λατρεία Του και πως έφτασε το τέλος στις θρησκευτικές αντιλήψεις του κόσμου, είτε  αυτές είναι ιουδαϊκές, είτε σαμαρειτικές, είτε  εθνικές. Πως έφτασε ο

πολυπόθητος καιρός κατά τον οποίο θα λατρεύεται ο Θεός «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν.4,23).

       Η γυναίκα αυτή ήταν αμαρτωλή. Άλλαζε τους άνδρες και ζούσε έκλυτη ζωή. Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στο Χριστό να πιάσει συζήτηση μαζί της και να της αποκαλύψει τα μυστήρια της σωτηρίας. Δεν ήταν άλλωστε η μόνη αμαρτωλή στον κόσμο, διότι, «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ.3,23). Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο να αναζητήσει δικαίους, αλλά αμαρτωλούς, να τους καλέσει σε μετάνοια (Λουκ.5,31). Γι’ αυτό και συναναστρέφονταν με αμαρτωλούς, πόρνες και τελώνες, κάτι που σκανδάλιζε σφόδρα τους ηθικιστές Ιουδαίους (Λουκ.7,34). Δεν είναι πια πρόβλημα αυτή καθ’ εαυτή η αμαρτία, αλλά η αμετανοησία, η εμμονή στην αμαρτία. Παραδείγματα προς μίμηση δεν είναι οι «ηθικοί» Φαρισαίοι, όπως ήταν στην ιουδαϊκή κοινωνία, αλλά οι μετανοημένοι τελώνες, πόρνες, ληστές και οι λοιποί αμαρτωλοί.

        Οι μαθητές του Κυρίου, όταν επέστρεψαν, «εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει» (Ιωάν.4,26). Δεν πίστευαν στα μάτια τους, βλέποντας τον διδάσκαλό τους να συζητά με μια γυναίκα Σαμαρείτισσα «αιρετική». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο Χριστός, ήρθε στον κόσμο για να λυτρώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι να εξυπηρετήσει τους εθνικισμούς και μεγαλοϊδεατισμούς των ομοφύλων Του και γι αυτό στράφηκε και προς τους «αιρετικούς» Σαμαρείτες, να τους αναγγείλει το μήνυμα της σωτηρίας. Δε μπορούσαν να διανοηθούν ότι διάλεξε μια γυναίκα να διαλεχτεί μαζί της, στο στόμιο ενός πηγαδιού, αποκαλύπτοντάς  της τα μυστήρια του Θεού και τον πνευματικό τρόπο προσέγγισής Του από τους ανθρώπους. Είχαν την πεποίθηση πως η γυναίκα δεν είχε ιδιαίτερη αξία, δεν της επιτρεπόταν να ασχολείται με τέτοια θέματα. Ήταν ανώφελη κάθε συζήτηση με αυτή, αφού δε θα μπορούσε ποτέ να κηρύξει, διότι κάθε μαρτυρία της γυναίκας θεωρούνταν αναξιόπιστη.

        Ο Χριστός όμως ήρθε να αλλάξει και αυτές τις νοοτροπίες. Να δώσει σε όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα την αρμόζουσα αξία τους, ανεξάρτητα από το φύλο, την καταγωγή, την κοινωνική και εθνική καταγωγή. Γκρέμισε όλα τα στεγανά, που είχε θέσει η αμαρτία. Έδωσε την αξία που στερούταν η γυναίκα, εμπράκτως (και) στο πρόσωπο της Σαμαρείτιδος, δίνοντάς της το ύψιστο προνόμιο να είναι ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος πληροφορήθηκε ευθέως και ξεκάθαρα ότι Αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η φύση της ως γυναίκα και μάλιστα αμαρτωλή, δε στάθηκε εμπόδιο να της αποκαλυφθούν από το Χριστό τα μυστήρια του Θεού.

           Αυτό είναι ένα από τα πολλά παράξενα και ακατανόητα, στους διαχρονικούς ορθολογιστές, συμβάντα της ζωής του Χριστού. Λογικά θα περίμενε κανείς την υψηλή αυτή θεολογική συζήτηση να την κάνει με τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους και το ιουδαϊκό ιερατείο και όχι με μια άσημη, και εγνωσμένης ηθικής ελευθεριότητας γυναίκα. Αλλά όμως «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά» (Α΄Κορ.1,27), αφού «ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν» (Α΄Κορ,1,21). Προτίμησε αυτήν, διότι, ως Θεός, διείδε ότι στην ψυχής της σιγόκαιγε η ελπίδα της σωτηρίας, από τον ερχόμενο Μεσσία, τον οποίο περίμενε εναγωνίως, σε αντίθεση με την θρησκευτική και πολιτική ιουδαϊκή ηγεσία, η οποία τον περίμενε ως έναν εγκόσμιο λαμπρό και ισχυρό βασιλιά και τίποτε περισσότερο. Γι’ αυτό και Τον σταύρωσαν, όταν είδαν ότι δεν εκπλήρωσε τις φθηνές προσδοκίες τους.  Εδώ βλέπουμε το υπέρτατο μεγαλείο της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία δεν «χωρά» στα υπερφίαλα μυαλά των σοφών του κόσμου, αλλά στις ταπεινές καρδιές.

      Στο πρόσωπο της αγίας Φωτεινής καταξιώθηκε η γυναικεία φύση, η οποία βρισκόταν στο απόλυτο περιθώριο στον προχριστιανικό κόσμο και συνεχίζει να

βρίσκεται, στον σύγχρονο εξωχριστιανικό. Ο λόγος Του καρποφόρησε στην ψυχή της και η ως τότε η αμαρτωλή και ταπεινή αυτή γυναίκα αναδείχτηκε θερμός κήρυκας του Ευαγγελίου στους ομοφύλους της και αλλαχού, ώστε η Εκκλησία μας να της προσδώσει τον υπέρτατο τιμητικό τίτλο της ισαποστόλου. Είναι η κατοπινή αγία Φωτεινή, σωστό φωτεινό ορόσημο στην πορεία του κόσμου προς τη σωτηρία.

       Τελειώνοντας, μπορούμε να φανταστούμε με ποιους «συνομιλεί» σήμερα ο Χριστός. Προφανώς όχι με τους σύγχρονους μεγαλορρημονούντες «θεολόγους», ιδιαίτερα με όσους διαστρέφουν το λόγο Του, με τον γνωστή άνυδρη και ξύλινη «θεολογία» τους, την οποία διατυπώνουν, με ακαταλαβίστικους συλλογισμούς και φιλοσοφικούς όρους, για να κάμουν επίδειξη γνώσεων και να καταστούν ως «σημαίνοντες θεολόγοι». Τέτοια παραδείγματα έχει να μας παρουσιάσει πάμπολλα η μεσαιωνική αιρετική σχολαστική «θεολογία», αλλά και η σύγχρονη προτεσταντική, η οποία επιχειρεί μέσω της «θεολογίας» να καταρρίψει την πίστη στο Θεό! Δε «συνομιλεί» με τους θιασώτες της λεγομένης Οικουμενικής Κινήσεως, του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, οι οποίοι σχετικοποιούν την σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας και αναβιβάζουν σε «σώζουσες αλήθειες» τις αιρετικές δοξασίες των αιρετικών και αλλοθρήσκων, ως δήθεν «διαφορετικές παραδόσεις και πίστεις», τις αιρετικές τους κοινότητες σε «εκκλησίες» και τις θρησκείες σε «διαφορετικούς τρόπους αναγωγής στον ίδιο Θεό».  Δε «συνομιλεί» με τη σύγχρονη διανόηση, η οποία κλεισμένη στα στεγανά της, δεν έχει να προσφέρει τίποτε το ουσιαστικό στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση ταυτότητας και βιώνει πρωτοφανή υπαρξιακή αγωνία. Δεν «συνομιλεί» με τους ισχυρούς του κόσμου, οι οποίοι τον εκθρόνισαν και στη θέση Του θρόνιασαν την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Με ποιους λοιπόν «συνομιλεί»; Αναμφίβολα, με ταπεινούς στην καρδιά, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, των οποίων ο απλοϊκός λόγος είναι αγνή και αυθεντική θεολογία, διότι είναι ξεχείλισμα πίστεως και αγάπης προς Αυτόν και προς τους αδελφούς τους!

 

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Μια από τις συκοφαντίες των μαινόμενων ειδωλολατρών κατά της Εκκλησίας στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ήταν ότι απαρτίζονταν αυτή από αγραμμάτους και άσημους ανθρώπους. Ότι ο Χριστιανισμός ήταν η θρησκεία του απαίδευτου όχλου και των δούλων. Αλλά η παρουσία σπουδαίων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων τους αποστόμωσε. Μια από τις κορυφαίες μορφές της αρχαίας Εκκλησίας είναι και ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς. Ένας από τους πλέον μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, εφάμιλλος ή και ανώτερος από τους εθνικούς φιλοσόφους της εποχής του.

      Γεννήθηκε στην πόλη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης περί το 110 μ. Χ. από γονείς έλληνες ειδωλολάτρες. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρίσκιος Βάκχιος, ενώ της μητέρας του αγνοούμε το όνομα. Μεγάλωσε ως ειδωλολάτρης. Ήταν προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα και φιλομάθεια. Οι γονείς του φρόντισαν να του παράσχουν υψηλή παιδεία. Σπούδασε φιλοσοφία στις ονομαστές σχολές της Παλαιστίνης και της Συρίας. Εμβάθυνε στην στωική, στην επικούρεια, στην περιπατητική και στην πυθαγόρεια φιλοσοφία. Ιδιαιτέρως ασχολήθηκε με τις αρχές της οντολογίας του πλατωνισμού. Τον απασχολούσε η γνώση του Θεού, διότι ενωρίς άρχισε να διαπιστώνει πως οι ποικίλες δοξασίες και πίστεις των ειδωλολατρικών θρησκειών της εποχής του περί θείου ήταν όχι μόνον ατελείς, αλλά και απαράδεκτες για μορφωμένους ανθρώπους. Άλλωστε βρισκόμαστε στην εποχή, που η κατάρρευση της ειδωλολατρίας ήταν ραγδαία.

       Η θεία πρόνοια βλέποντας τις αγαθές προθέσεις του νεαρού φιλοσόφου ευδόκησε να του φανερώσει την πίστη στον αληθινό Θεό. Περί το 135 γνώρισε κάποιο σεβάσμιο Χριστιανό, ο οποίος τον έπεισε ότι οι ανθρώπινες αντιλήψεις για το Θεό είναι ατελείς και γι’ αυτό ο Θεός αποφάσισε να αποκαλύψει τον εαυτό Του. Μελετώντας την Αγία Γραφή φωτίστηκε ο νους του και ικανοποιήθηκε ο πόθος του για τη γνώση του αληθινού Θεού. Πέταξε τον φιλοσοφικό τρίβωνα και άρχισε να ζει χριστιανική ζωή, «την μόνην φιλοσοφίαν την αληθή και ασύμφορον», όπως έγραψε ο ίδιος αργότερα για την μεταστροφή στο Χριστό, στην υπηρεσία του Οποίου αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του.

        Αφού βαπτίστηκε, αποφάσισε να εγκατασταθεί στην πολυάνθρωπο Ρώμη, να είναι κοντά στα κέντρα εκείνα που αποφάσιζαν και κινούσαν τον αφανισμό της νέας πίστης. Βρισκόμαστε άλλωστε στον 2ο αιώνα, όπου οι διωγμοί κατά των Χριστιανών από τη ρωμαϊκή εξουσία βρισκόταν σε έξαρση. Πίστευε πως συντελούνταν μια φρικτή αδικία εις βάρος των διωκομένων Χριστιανών και έπρεπε κάποιος να τους υπερασπίσει. Άνοιξε σχολή, στην οποία δίδασκε την χριστιανική πίστη. Έχοντας, επίσης, καλή γνώση της ειδωλολατρίας, των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής του και της χριστιανικής πίστεως, ανάλαβε το δύσκολο έργο της απολογίας κατά των διωκτών. Ομιλεί με θάρρος ενώπιον ειδωλολατρών φιλοσόφων, τους οποίους ελέγχει διότι πολεμούν τον Χριστιανισμό χωρίς να τον γνωρίζουν. Με τα ακαταμάχητα επιχειρήματά του και την ευγλωττία τους αποστομώνει και τους καθιστά ασόφους.

        Στράφηκε επίσης, να δώσει λόγο απολογίας, και προς τους Ιουδαίους, οι οποίοι μάχονταν και αυτοί τους Χριστιανούς παράλληλα με τους εθνικούς. Είχε κάποτε διήμερο θεολογικό διάλογο με κάποιον Ιουδαίο Τρύφωνα, τον οποίο και κατατρόπωσε. Μάλιστα φρόντισε ο Ιουστίνος να καταγράψει αυτόν τη συζήτηση, η οποία διασώθηκε και έφτασε ως εμάς. Είναι ο περίφημος «Διάλογος προς Τρύφωνα».

        Οι επιτυχίες του Χριστιανού φιλοσόφου δεν άργησε να γίνουν γνωστές στους φιλοσοφικούς κύκλους της Ρώμης. Οι αποστομωμένοι και ταπεινωμένοι φιλόσοφοι

καλλιέργησαν ένα απίστευτο μίσος κατά του Ιουστίνου. Επειδή έχαναν συνεχώς έδαφος και τους ήταν αδύνατο να τον αντιμετωπίσουν, αποφάσισαν να τον καταδώσουν στις ρωμαϊκές αρχές, για τις οποίες οι Χριστιανοί ήταν παράνομοι. Ο κυνικός φιλόσοφος Κρήσκεντας τον κατάγγειλε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο (Ι61-180), διότι τον μισούσε θανάσιμα επειδή του ερήμωσε τη σχολή, μεταστρέφοντας τους μαθητές του στον Χριστιανισμό. Συνελήφθη ο μαθητής του Πτολεμαίος και μαρτύρησε. Ο ίδιος πρόλαβε να φύγει προσωρινά, ώσπου να κοπάσει ο θόρυβος. Αργότερα επέστρεψε για να συγγράψει τις δύο περίφημες Απολογίες του προς τη ρωμαϊκή σύγκλητο, υπερασπίζοντας την διωκόμενη χριστιανική πίστη, οι οποίες αποτελούν υπέροχα δείγματα χριστιανικής γραμματείας και απολογητικής.                   

        Οι απολογίες του όμως ουδόλως έπεισαν τις ρωμαϊκές αρχές για τον άδικο διωγμό των φιλήσυχων Χριστιανών. Μάλιστα τον εντόπισαν οι αρχές, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν να απολογηθεί ενώπιον του επάρχου της Ρώμης Ιουνίου Ρουστικού (162-167), πρώην διδασκάλου και παιδαγωγού του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Ο Ιουστίνος ομολόγησε με απίστευτο ηρωισμό και σθένος την πίστη του στο Χριστό και στηλίτευσε την ειδωλολατρία ως πίστη σε ψευδείς και ανήθικους «θεούς». Μετά από αυτό οδηγήθηκε στον τόπο του μαρτυρίου, όπου αποκεφαλίστηκε, μαζί με ομάδα αφοσιωμένων μαθητών του περί το 165. Το λείψανό του θάφτηκε στην κατακόμβη της Αγίας Πρισκίλλης, όπου βρέθηκε λίθος με την επιγραφή ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδή Μάρτυς Χριστού Ιουστίνος. Η μνήμη του τιμάται την 1η Ιουνίου.

       Στην πρώτη του Απολογία ο άγιος Ιουστίνος, η οποία στάλθηκε στον αυτοκράτορα Αντωνίνο (138-161), για να κάνει γνωστή τη χριστιανική πίστη και ανασκευάζει τις κατηγορίες των ειδωλολατρών. Παραθέτοντας σε αυτή πληροφορίες για την χριστιανική λατρεία, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την λατρεία της αρχαίας Εκκλησίας, και κύρια της Θείας Ευχαριστίας.

      Ο άγιος Ιουστίνος είναι ένας από τους πρώτους μεγάλους θεολόγους της Εκκλησίας μας. Παρ’ όλο που δεν είχαν διευκρινισθεί ακόμη οι βασικές αρχές της χριστιανικής πίστεως, μπόρεσε να διατυπώσει κατά τρόπο ορθόδοξο, πολλές από αυτές και κυρίως τη θεολογία του σαρκωμένου Λόγου.     

 

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΣΟΣ: Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Η εμφάνιση αγίων στην Εκκλησία μας σε κάθε εποχή είναι το μόνιμο θαύμα. Ουδέποτε υπήρξε εποχή στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας που να μην έχει εμφανιστεί άγιος. Όπως σε κάθε εποχή, έτσι και στους νεώτερους και σύγχρονους καιρούς αναδεικνύει ο Θεός αγίους για τη δόξα τη δική Του και τον αγιασμό και την αρωγή των πιστών. Ένας από τους νέους λαοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας είναι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος.

     Ήταν Ρώσσος στην καταγωγή και είχε γεννηθεί στη Ν. Ρωσία, τη σημερινή Ουκρανία, στα 1690 από ευσεβή οικογένεια. Κατατάχτηκε στον ρωσικό στρατό να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, όταν η πατρίδα του βρισκόταν σε πόλεμο με την Τουρκία (1711-1718). Ο νεαρός Ιωάννης πολεμούσε με ηρωισμό στον αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος είχε υποστεί ταπεινωτικές ήττες από τα ακατάβλητα τουρκικά στρατεύματα. Στη μάχη ανακατάληψης του Αζώφ πιάστηκε αιχμάλωτος, μαζί με χιλιάδες άλλους συμμαχητές του και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εν μέσω εξευτελισμών. Από εκεί προωθήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στο χωριό Προκόπιο, όπου δόθηκε στην κατοχή ενός  Αγά, ο οποίος ηγείτο στρατοπέδου Γενιτσάρων. Εν μέσω πρωτοφανών εξευτελισμών και σκληρών βασανιστηρίων του ανατέθηκε να περιποιείται τα ζώα και να μένει μαζί τους στους βρώμικους από τις κοπριές στάβλους.

       Ο ίδιος, έχοντας ακράδαντη πίστη στο Χριστό, θεωρούσε την παραμονή του στο στάβλο ως ευλογία, θυμίζοντάς του ότι και ο Λυτρωτής μας γεννήθηκε σε στάβλο. Επίσης δεχόταν με πλήρη ανεξικακία τις ταπεινώσεις και τα βασανιστήρια των βαρβάρων αλλοθρήσκων. Πρότυπό του ο Χριστός, ο οποίος συγχώρησε τους σταυρωτές Του! Όταν τον ξυλοκοπούσαν, τον άφηναν νηστικό για μέρες και τον ταπείνωναν, ψιθύριζε τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «ποιος μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού μου; Θλίψις ή στενο­χώρια ή διωγμός ή γυμνότης ή αιχμαλωσία;» (Ρωμ.8,35). Εκτελούσε με πρωτοφανή προθυμία τις αγγαρείες που τον υπέβαλλαν οι απάνθρωποι άνθρωποι του Αγά. Απορούσαν με την υπομονή, την καλοσύνη και την ανεξικακία του και γι’ αυτό άρχισαν να μαλακώνουν την θηριωδία τους, να του δείχνουν μια κάποια συμπάθεια και να τον αποκαλούν «βελή», δηλαδή άγιο! Μάλιστα επέτρεψε ο Θεός να δείξει την εύνοιά Του προς τον ευσεβή Ιωάννη με ένα ασυνήθιστο θαύμα. Κάποτε ο Αγάς αφέντης του είχε ταξιδέψει στην Μέκκα της Αραβίας για προσκύνημα. Εκεί έλαβε ανεξήγητα ένα πιάτο ζεστό φαγητό σε πιάτο που έφερε το οικόσημό του. Όταν επέστρεψε στο Προκόπιο εξέτασε την υπόθεση και αποκαλύφτηκε ότι του το έστειλε θαυματουργικά ο Ιωάννης!

        Από τότε σταμάτησαν τα βασανιστήρια. Του προτάθηκε να φύγει από το στάβλο, αλλά εκείνος αρνήθηκε και παρέμεινε εκεί προσευχόμενος μέρα και νύχτα. Ζητούσε κρυφά και κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Στις 27 Μαΐου του 1730 έστειλε μήνυμα στον ιερέα του χωριού να τον κοινωνήσει. Ο ιερέας του έστειλε τη Θεία Κοινωνία κρυμμένη σε ένα μήλο, που είχε κουφώσει, φοβούμενος τους Τούρκους. Κοινώνησε και παρέδωσε ήρεμα το πνεύμα του στο Χριστό, που τόσο είχε αγαπήσει και μιμηθεί στη σύντομη ζωή του.

       Οι Χριστιανοί του Προκοπίου ζήτησαν το σώμα του αγίου και το έθαψαν με μεγάλες τιμές. Στην κηδεία του έλαβαν μέρος και πολλοί Αρμένιοι και Τούρκοι, οι οποίοι είχαν μάθει για την αγία ζωή του.

       Το 1733 ο ευλαβής ιερέας που κοινωνούσε τον άγιο Ιωάννη και ήξερε για τα μαρτύριά του, τον είδε στον ύπνο του, ο οποίος του αποκάλυψε πως το σώμα του δεν υπέστη φθορά και του ζήτησε να κάνουν εκταφή και να το έχουν μαζί τους στους

αιώνες για ευλογία και προστασία. Ο ιερέας δίστασε και τότε ένα ουράνιο φως είχε καλύψει τον τάφο και μια πύρινη στήλη ανέβαινε στον ουρανό. Οι πιστοί άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν όντως απόλυτα άφθορο το σώμα του Ιωάννη, αν και είχαν περάσει τριάμισι χρόνια από την ταφή του, να ευωδιάζει! Το μετέφεραν με ευλάβεια και τιμές στο ναό τους χωριού, όπου άρχισαν νε επιτελούνται θαύματα σε Χριστιανούς και αλλοθρήσκους.

      Λίγο αργότερα σε σύρραξη του σουλτάνου με τον πασά της Αιγύπτου Ιμπραήμ, ο απεσταλμένος του σουλτάνου πασάς Οσμάν έδωσε διαταγή να καεί το ιερό λείψανο. Οι πιστοί με δάκρυα στα μάτια έβλεπαν να κατατρώνε οι φλόγες το θεοφόρο σώμα. Αλλά την άλλη μέρα, και ενώ είχε «χωνέψει» η φωτιά, βρήκαν το τίμιο λείψανο και πάλι άφθορο, απλά μαυρισμένο! Οι φλόγες το σεβάστηκαν! Το τοποθέτησαν σε αργυρή λάρνακα και εκείνο άρχισε και πάλι να κάνει θαύματα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους!

      Κατά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 οι ευσεβείς κάτοικοι του Προκοπίου πήραν μαζί τους το ιερό λείψανο και το μετέφεραν με μύριους κινδύνους και περιπέτειες στην Ελλάδα. Από το λιμάνι της Μερσίνας μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα, με έξοδα της ευσεβούς οικογένειας Παπαδόπουλου. Έμεινε εκεί ως το 1925, οπότε μεταφέρθηκε οριστικά στο Νέο Προκόπιο της Εύβοιας. Το 1930 θεμελιώθηκε περικαλλής ναός προς τιμή του. Εκεί παραμένει το τίμιο σκήνωμά του μέχρι σήμερα, σε βαρύτιμη λάρνακα και μαρμάρινη περίτεχνη θολωτή βάση.

        Το Νέο Προκόπιο Ευβοίας είναι ένα από τους πλέον δημοφιλείς προορισμούς χιλιάδων πιστών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, κι αυτό διότι μαρτυρούνται άπειρα θαύματα από τον άγιο Ιωάννη. Καραβάνια προσκυνητών καταφθάνουν καθημερινά, να περάσουν μπροστά από τη λάρνακα του αγίου. Να τον προσκυνήσουν. Να τον παρακαλέσουν για τα προβλήματά τους ή να τον ευχαριστήσουν για τα επιτελούμενα θαύματά του!

       

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΔΕΡΒΙΣΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ.ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Μια κατηγορία ενδόξων Νεομαρτύρων στα τετρακόσια μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς ήταν και αυτοί που είχαν αλλαξοπιστήσει και επανήρθαν στην Ορθοδοξία μας, επισφραγίζοντας με το μαρτύριό τους την επάνοδό τους στην αληθινή και σώζουσα πίστη της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Νεομάρτυς Αλέξανδρος ο Δερβίσης, ο οποίος όχι απλά εξισλαμίστηκε, αλλά και αναδείχτηκε υψηλός αξιωματούχος της ισλαμικής θρησκείας.

       Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα μισά του 18ου αιώνα από Χριστιανούς γονείς. Διακρίνονταν από τα άλλα παιδιά της συνοικίας του για την ξεχωριστή ομορφιά του. Αλλά η ομορφιά των παιδιών δεν ήταν προσόν για τα χρόνια εκείνα. Οι βάρβαροι απολίτιστοι Οθωμανοί τα άρπαζαν από τις αγκαλιές των μητέρων τους. Τα μεν κορίτσια τα προόριζαν για τα χαρέμια των αγάδων τα δε αγόρια για το στράτευμα και τις κυβερνητικές θέσεις. Τα μεγάλωναν σε ειδικά κέντρα, και το πρώτο πράγμα που τους έκαναν ήταν ο εξισλαμισμός και η καλλιέργεια μίσους προς τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Το φοβερό τάγμα των Γενίτσαρων, για παράδειγμα, αποτελούνταν από παιδιά Χριστιανών οι οποίοι διέπρατταν τα φοβερότερα εγκλήματα και τις γενοκτονίες κατά των χριστιανικών πληθυσμών.

      Κάποιος τούρκος είχε βάλει στο μάτι τον μικρό Αλέξανδρο και ήταν έτοιμος να τον αρπάξει. Το αντιλήφτηκαν οι γονείς του και τον φυγάδεψαν στη Σμύρνη. Αλλά και εκεί δε βρήκε ησυχία. Έφηβος πια, και για κάποιο άγνωστο λόγο, έμπλεξε με παρέες μουσουλμάνων, οι οποίοι τον παρέσυραν και απαρνήθηκε την πίστη του και ασπάστηκε το Ισλάμ. Μπήκε μάλιστα και στην υπηρεσία κάποιου αγά. Ήταν δε τέτοια η πίστη του και η προσήλωσή του στη μουσουλμανική θρησκεία ώστε κατόρθωσε να ανεβεί στην «ιερατική» ιεραρχία και να γίνει δερβίσης, δηλαδή άγαμος ιεροκήρυκας του Ισλάμ της πόλεως της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Είχε δε τόσο ζήλο, ώστε περιόδευε στις διάφορες πόλεις και τα χωριά της Μ. Ασίας για να διαδώσει την πίστη στον Αλλάχ και στον προφήτη του τον Μωάμεθ. Απόκτησε δύναμη, δόξα και χρήματα και έγινε ξακουστός. Κάνοντας μεγάλες περιοδείες, έφτασε ως τη Μέκκα, της Αραβίας, όπου προσκύνησε τον «ιερό λίθο» των Μουσουλμάνων.

       Πέρασαν αρκετά χρόνια υπηρετώντας με συνέπεια την ισλαμική θρησκεία ως δερβίσης. Κάποια εποχή όμως άρχισε να αισθάνεται μια περίεργη αδιαφορία για την αποστολή του. Η μουσουλμανική πίστη δεν του προξενούσε πια ορμητικότητα, για να διδάξει με ζήλο και φανατισμό τα διδάγματα του Κορανίου και τις αρχές του ισλαμισμού. Λίγο καιρό μετά άρχισε να νοιώθει μια ψυχική ανησυχία και να αισθάνεται τύψεις, που άφησε την πίστη των πατέρων του, αλλαξοπίστησε και τούρκεψε για το εφήμερο συμφέρον του. Με τον καιρό θέριεψε μέσα του ο έλεγχος της συνείδησής του και πήρε τη μεγάλη απόφαση, όχι απλά να απαρνηθεί το Ισλάμ, αλλά και να ξεπληρώσει με το αίμα του αυτή τη μεγάλη αμαρτία.

       Δεν απαρνήθηκε αρχικά φανερά το Ισλάμ, αλλά συνέχισε να διδάσκει ως δερβίσης, προκειμένου να φανερώσει εκ των έσω την πλάνες της μουσουλμανικής θρησκείας. Καταφέρονταν με ασυνήθιστη αυστηρότητα στους μουσουλμάνους, τους οποίους ήλεγχε για τις παρανομίες, τις αδικίες, την ανηθικότητά τους και προπαντός για τη συμπεριφορά τους κατά των υπόδουλων Χριστιανών. Πολλές φορές προσποιούταν τον τρελό και καταφέρονταν κατά των αρχών του μουσουλμανισμού, φανερώνοντας τα άτοπά του. Οι μουσουλμάνοι δε μπορούσαν να εξηγήσουν αυτή την αλλαγή του. Στην Αίγυπτο μάλιστα κάποιοι φανατικοί μουσουλμάνοι παραλίγο να τον φονεύσουν για τον έλεγχο που τους έκανε.

       Για δεκαοκτώ χρόνια προσποιούταν τον δερβίση και έλεγχε τους μουσουλμάνους και κριτικάροντας την πίστη τους, ζώντας ο ίδιος ως κρυπτοχριστιανός, έχοντας τον πνευματικό του και χωρίς να πληρώνεται ως δερβίσης. Συναναστρέφονταν περισσότερο με Χριστιανούς, παρά με μουσουλμάνους και αυτό έβαζε σε υποψίες κάποιους τούρκους.

      Περνώντας κάποτε από τη Χίο στη Σμύρνη ένοιωσε την χάρη του Θεού στην ψυχή του και κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα να φανερώσει την πίστη του στο Χριστό. Ήταν παραμονές της Πεντηκοστής, όταν πήρε την απόφαση να παρουσιαστεί στον τούρκο κατή, στον οποίο παρουσιάστηκε και ομολόγησε: «Γεννήθηκα Χριστιανός. Κάποτε από ανοησία μου αρνήθηκα την πίστη μου και έγινα τούρκος. Τώρα κατάλαβα το μεγάλο λάθος μου και ήρθα να σας γνωρίσω ότι αρνούμαι το Ισλάμ και ξαναγίνομαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω. Είμαι έτοιμος να χύσω ακόμα και το αίμα μου για τον Χριστό μου»!  

      Ο κατής και οι παριστάμενοι ξαφνιάστηκαν  από την ομολογία του ξακουστού δερβίση να απαρνιέται το Ισλάμ. Νόμισαν ότι τρελάθηκε. Στην αρχή άρχισαν να τον νουθετούν και να του τάζουν μεγαλύτερα αξιώματα αν ανακαλέσει την απόφασή του να γίνει Χριστιανός. Όμως ο Αλέξανδρος όταν χαρακτήρισε το Ισλάμ ψεύτικη θρησκεία και διαπίστωσαν ότι ήταν μάταιες οι κολακείες τους, άρχισαν να χρησιμοποιούν απειλές και βία. Τον ξυλοκόπησαν και τον έριξαν στη φυλακή, νομίζοντας ότι ήταν μεθυσμένος, ώσπου να ξεμεθύσει! Αλλά και την επομένη ημέρα ο Αλέξανδρος ανακρίθηκε, αλλά έμεινε αμετάπειστος, ομολογώντας την πίστη του στον Τριαδικό Θεό, κάνοντας μάλιστα και το σημείο του σταυρού, μπροστά στον τούρκο κριτή. Γι’ αυτό έβγαλε την απόφασή του: θάνατος δια αποκεφαλισμού!  

      Ήταν Παρασκευή πριν την Πεντηκοστή. Οδηγήθηκε στον τόπο της εκτελέσεως, με δεμένα τα χέρια του. Προσπαθούν για ύστατη φορά ιμάμηδες και χοτζάδες να τον μεταπείσουν, αλλά εκείνος αποκρινόταν με όση δύναμη είχε: «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός ν’ αποθάνω»! Όταν έφτασαν στο σημείο της εκτελέσεως ο δήμιος έδειχνε για πολλή ώρα το σπαθί του στον Μάρτυρα, για να τον φοβίσει. Εκείνος σκυμμένος περίμενε την ευλογημένη ώρα που θα πετούσε η ψυχή του στα ουράνια. Τελικά το κοφτερό σπαθί έκοψε την τιμημένη κεφαλή του στις 26 Μαΐου του έτους 1794. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Μαΐου, ημέρα του μαρτυρίου του.           

 

«ΙΔΕ ΥΓΙΗΣ ΓΕΓΟΝΑΣ, ΜΗΚΕΤΙ ΑΜΑΡΤΑΝΕ»

 

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Παραλύτου)

    ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

          Η τέταρτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη στο μεγάλο θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Ένα δυστυχισμένος άνθρωπος κείτονταν παράλυτος και απόλυτα εγκαταλειμμένος σε μια από τις πέντε στοές της φημισμένης δεξαμενής Βηθεσδά στην Ιερουσαλήμ, επί τριάντα οχτώ χρόνια. Περίμενε υπομονετικά τη θαυματουργική του ίαση, μαζί με πολλούς άλλους ασθενείς, αφού εκεί «κατέκειτο πλήθος πολὺ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν» (Ιωάν.5,3).

       Ένας άγγελος εξ ουρανού κατέβαινε κατά καιρούς και ετάραζε το ύδωρ και όποιος προλάβαινε και κατέβαινε πρώτος στη δεξαμενή γινόταν καλά. Το θαύμα ετούτο μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως μεσσιανικό και εσχατολογικό γεγονός. Ο άγγελος, ο οποίος κατέβαινε στην δεξαμενή και μετέβαλε στιγμιαία το νερό θαυματουργό, προεικόνιζε τον «Μεγάλης Βουλής Άγγελο» (Ησ.9,5), τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο οποίος θα ερχόταν να προφέρει, όχι περιοδική και στιγμιαία θεραπεία των σωματικών νοσημάτων, αλλά μοναδική, καθολική και μόνιμη σωτηρία σώματος και ψυχής. Ήρθε στον κόσμο να άρει το κακό και να θεραπεύσει τις ολέθριες συνέπειές του, στην όλη ψυχοσωματική μας ύπαρξη. Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το θαύμα του αγγέλου, τονίζει πως: «Άγγελος καταβαίνων εταράττε το ύδωρ και ιαματικήν ενετίθει δύναμιν, ίνα μάθωσιν Ιουδαίοι ότι πολλώ μάλλον ο των αγγέλων δεσπότης πάντα τα νοσήματα της ψυχής ιάσθαι δύναται» (Χρυσόστομος, παρά Π. Τρεμπέλα Υπόμνημα εις το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1969, σελ.173). Με τέτοια θαύματα προετοιμάζονταν οι Ιουδαίοι για να υποδεχτούν τη μεσσιανική εποχή, καθ’ ότι «τη παρουσία αυτού αλείται χωλός ως έλαφος, και τρανή έσται γλώσσα μογιλάλων τυφλοί αναβλέψουσι και λεπροί καθαρισθήσονται και νεκροί αναστήσονται και περιπατήσουσιν» (Ιουστ. Απολ. Α΄, 48,1-3). Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος όρισε τα σημεία της Βασιλείας Του: «τυφλοὶ αναβλέπουσι και χωλοὶ περιπατούσι, λεπροὶ καθαρίζονται και κωφοὶ ακούουσι, νεκροὶ εγείρονται και πτωχοὶ ευαγγελίζονται» (Ματθ.11,5).  

       Ο τραγικός παράλυτος ήταν έρημος, μόνος και εγκαταλειμμένος. Οι οικείοι του τον «ξεφορτώθηκαν» στις υγρές στοές της δεξαμενής, για να μην τους είναι βάρος και εμπόδιο στην ευδαιμονία τους. Αυτή είναι άλλωστε μια διαχρονική τραγική πραγματικότητα στην ανθρώπινη κοινωνία, όπου οι αδύναμοι και ασθενείς αποτελούν βάρος για τους δυνατούς και υγιείς. Ζούσε από τις φιλανθρωπίες και βίωνε τη φρίκη της αναπηρίας και τη μοναξιά της εγκατάλειψης. Όταν ο Άγγελος Κυρίου τάρασσε το ύδωρ, δεν είχε άνθρωπο να το  κατεβάσει στα νερά και να θεραπευθεί. Γι’ αυτό, και μη έχοντας άλλη επιλογή, περίμενε υπομονετικά να βρεθεί ο άνθρωπος, που θα τον έριχνε στη δεξαμενή. Πίστευε πως, όσο και αν αργήσει, θα έρθει μια μέρα!

      Όμως επιτέλους ήρθε ο Μεγάλος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων για να του δώσει διπλή υγεία, του σώματος και της ψυχής του. Τον πλησίασε και του έκανε μια «ανόητη», για τους ορθολογιστές, ερώτηση: «θέλεις υγιής γενέσθαι;» (Ιωάν.5,6). Τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει καλά. Όμως ο Ιησούς δεν εννοούσε την αποδοχή του για αποκατάσταση της υγείας του σώματός του, την οποία ούτως ή άλλως ήθελε ο πονεμένος και ταλαιπωρημένος εκείνος άνθρωπος, αλλά εννοούσε την αποδοχή της ίασης της ψυχής του, η οποία αξίζει ασύγκριτα περισσότερο από την ίαση του σώματος. Αυτό μας βεβαίωσε ρητά ο ίδιος ο Κύριος με το λόγο Του: «Τι γάρ

ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μαρκ.8,34). Και εκείνος, μη κατανοώντας την ερώτηση Του είπε: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα

όταν ταραχθή τὸ ύδωρ, βάλῃ με εις τὴν κολυμβήθραν· ἐν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει» (Ιωάν.5,6). Πίστευε πως η μόνη του ελπίδα ήταν η ρίψη του στην θαυματουργική δεξαμενή, μη γνωρίζοντας πως έχει ενώπιόν του το Θεό, την πηγή της ζωής, την ίδια τη ζωή (Ιωάν.14,6). Θάρρεψε ο δυστυχής, πως ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την ίαση του σώματός του, ίσως τον βοηθούσε να ριχτεί στην δεξαμενή και να θεραπευτεί. 

      Αλλά ο συμπαθής και άγνωστος, για εκείνον, συνομιλητής του, χωρίς άλλη κουβέντα, τον πρόσταξε: «έγειρε, άρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει» (Ιωάν.5,9). Εκείνος, γεμάτος θαυμασμό για την παράδοξη προσταγή, σηκώθηκε από το κρεβάτι του πόνου και στάθηκε για πρώτη φορά στα πόδια του. Κατόπιν «ηρε τὸν κράβαττον αυτού καὶ περιεπάτει» (Ιωάν.5,9), πλημυρισμένος από ανείπωτη χαρά και θαυμασμό για την αποκατάσταση της πολύτιμης υγείας του! 

       Αλλά το θαυμαστό αυτό γεγονός, η ίαση ενός πονεμένου και ταλαιπωρημένου αυτού ανθρώπου, όχι μόνο δεν χαροποίησε τους ομοφύλους του Ιουδαίους, αλλά τους εξόργισε και τους έστρεψε εναντίον του, διότι έτυχε να γίνει η θεραπεία του ημέρα Σάββατο. Σκανδαλίστηκαν διότι τον είδαν να «καταλύει» την αργία του Σαββάτου μεταφέροντας το κρεβάτι του. «σάββατόν εστιν· οὐκ έξεστί σοι άραι τὸν κράβαττον» (Ιωάν.5,10). Ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει αυτή τη λεπτομέρεια για να τονίσει την απελευθέρωση που έφερε ο Χριστός από το γράμμα του νόμου, ο οποίος είχε γίνει τυραννική κατάσταση στην ιουδαϊκή κοινωνία. Στα χρόνια εκείνα είχε διαστραφεί ολότελα η εντολή της αργίας του Σαββάτου, έχοντας προσθέσει οι νομοδιδάσκαλοι μια πληθώρα ερμηνειών γι’ αυτή, η οποία είχε απίστευτες και παράλογες προεκτάσεις. Ως και τα βήματα μετρούσαν κατά την ημέρα του Σαββάτου! Μάλιστα οι Ιουδαίοι, πληροφορούμενοι από τον θεραπευμένο παράλυτο, ο ότι ο «ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτὸν υγιή …  εζήτουν αυτὸν αποκτείναι, ότι ταύτα εποίει εν σαββάτῳ» (Ιωάν.5,15-16). Ήθελαν να Τον σκοτώσουν! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο Χριστός επιτέλεσε τα περισσότερα και μεγαλύτερα θαύματά Του το Σάββατο, για να δείξει ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο (Μάρκ.2,27). Ότι η ημέρα αυτή θα πρέπει να είναι αφιερωμένη στο Θεό, προσφέροντας υπηρεσίες στους συνανθρώπους, για τη δόξα Του. Ο Θεός δεν ευλογεί την τυπική αποχή από κάποιες ενασχολήσεις, αλλά την προσφορά μας στον άνθρωπο, την εικόνα του Θεού.

     Ο πρώην παράλυτος, μετά την θαυματουργική ίασή του, πήγε στο ναό της Ιερουσαλήμ για να δοξολογήσει το Θεό. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για την ευλογία που έλαβε. Εκεί τον βρήκε ο Χριστός και του είπε: «ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν.5,14). Τον συμβούλεψε να διατηρήσει στο εξής τον εαυτό του καθαρό από αμαρτίες, διότι υπήρχε το ενδεχόμενο να ασθενήσει ξανά.  

       Είναι ευνόητο πως το μεγάλο αυτό θαύμα του Κυρίου μας διδάσκει τη στενή σχέση, αμαρτίας και ασθένειας. Οι ασθένειες και γενικά η φθορά του σώματος, η οποία οδηγεί εν τέλει στο θάνατο, είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι η αιτία και η ασθένεια το αποτέλεσμα. Το βεβαιώνει και ο απόστολος Παύλος «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ.6,23). Αλλά και η ίδια η πείρα της ζωής μας βεβαιώνει πως η ικανοποίηση των παθών μας και γενικά η άσωτη και αμαρτωλή ζωή γεννά αρρώστιες και φθείρει το σώμα. Περισσότερο όμως φθείρει την ψυχή, η οποία χρειάζεται και αυτή τη θεραπεία της, που είναι η μετάνοια και η ένωση με το Χριστό.

      Η ασθένεια είναι αφύσικη κατάσταση στην ανθρώπινη φύση, είναι αποτέλεσμα της φθοράς και προάγγελος του θανάτου. Η πτώση έφερε την αμαρτία και η αμαρτία

τη φθορά και το θάνατο. Ο άνθρωπος μακριά από το Θεό, την πηγή της ζωής, δεν ζει, αλλά απλά επιβιώνει προσωρινά, μέχρι τον βρει ο θάνατος. Η είσοδος του κακού στον κόσμο προκάλεσε  οντολογική αλλοίωση στην ανθρώπινη φύση. Ο Σωτήρας μας

Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο να καταργήσει το κακό και να θεραπεύσει την ανθρώπινη φύση. Τα άπειρα θαύματά Του μαρτυρούν ακριβώς αυτή την αλήθεια. Δυστυχώς όμως ο άνθρωπος αρέσκεται στην αμαρτία και για τούτο κατατρώγεται από τη φθορά. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ο οποίος έχει αναγάγει την αμαρτία σε ύψιστο ζητούμενο, οδηγεί σε φρικώδεις νόσους. Αντίθετα, σε ανθρώπους εγκρατείς και ιδιαίτερα στους ασκητές και τους μοναχούς οι ασθένειες είναι περιορισμένες. Τρανή απόδειξη της συνάφειας αμαρτίας και ασθενείας!