Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΝΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

         Στις 21 Μαΐου η Εκκλησία μας εορτάζει και πανηγυρίζει λαμπρά τη μνήμη των αγίων ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης. Τόσο ο Μέγας Κων/νος, όσο και η αγία μητέρα του Ελένη ανήκουν στις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας, διότι η συμβολή τους για την κατάπαυση των τριακοσίων χρόνων διωγμών κατά των Χριστιανών και την εδραίωση της Εκκλησίας υπήρξε καθοριστική. Επίσης ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι μεγάλος μόνο για την Εκκλησία μας, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία, διότι ανήκει στους μεγάλους ηγέτες όλων των εποχών, έχοντας βάλλει τη δική του σφραγίδα στη ροή των ιστορικών πραγμάτων, και για τούτο δικαία του απονεμήθηκε ο τίτλος του μεγάλου.   

        Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν γιος του ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Ρωμαίου αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού, ο οποίος κατόπιν ανακηρύχτηκε Καίσαρας και Αύγουστος και ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών επαρχιών της απέραντης αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Ελένη, ελληνικής καταγωγής, από το Δρέπανο της Βηθυνίας της Μ. Ασίας, στολισμένη με εξαιρετικό κάλλος σώματος και ψυχής, ασπάστηκε νωρίς τον Χριστιανισμό, ο οποίος βρισκόταν ακόμη σε απηνή διωγμό από τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία και τους δεισιδαίμονες όχλους. Το 274 γέννησε τον Κωνσταντίνο στην πόλη Ναϊσό, σημερινή Νίσσα της Σερβίας.

      Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κράτησε το νεαρό Κωνσταντίνο κοντά του στην Ανατολή, μαζί με τη διαζευγμένη, από τον Καίσαρα πατέρα του Κωνστάντιο, μητέρα του Ελένη, για ασφάλεια και υποταγή του δευτέρου στην εξουσία του, ως το 305. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στην αγία μητέρα του να τον αποσπάσει από την ειδωλολατρία και να τον γαλουχήσει στη νέα πίστη.

      Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματός του, την ευγένεια της ψυχής του και τα εξαιρετικά του πνευματικά και φυσικά χαρίσματα. Το 305 ανάλαβαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας, ο μεν Γαλέριος στην Ανατολή, ο δε Κωνστάντιος στη Δύση. Το ίδιο χρόνο ο Κωνσταντίνος μετέβη στα Τρέβηρα της Γαλατίας, όπου συνάντησε τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος του ανέθεσε εκστρατεία στη Μ. Βρετανία. Στις 7 Ιουλίου του 307 πέθανε ο Κωνστάντιος και ο στρατός ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα της Δύσης. Παντρεύτηκε τη Μινερβίνα και απέκτησε ένα γιο, τον Κρίσπο. Εγκαταστάθηκε στην πόλη Αρελάτη και άσκησε μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία, και γι’ αυτό αγαπήθηκε από το λαό.

      Το Σεπτέμβριο του 312 στράφηκε εναντίον του τυραννικού συναυτοκράτορά του της Δύσης Μαξεντίου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη, στις 28 Οκτωβρίου του 312, είδε το γνωστό και μεγαλειώδες όραμα του Τιμίου Σταυρού στον μεσημεριανό ουρανό και την επιγραφή: «Εν Τούτω Νίκα». Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του το Χριστό με το σημείο του Σταυρού, παροτρύνοντάς τον να κατασκευάσει λάβαρο με το Σταυρό, προκειμένου να νικήσει τον ασεβή και τυραννικό Μαξέντιο. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και νίκησε τον αντίπαλό του και μπήκε θριαμβευτής και ελευθερωτής στη Ρώμη.

      Η πρώτη του ενέργεια ήταν να σταματήσει τον συνεχιζόμενο φοβερό διωγμό των Χριστιανών με το περίφημο «Διάταγμα των Μεδιολάνων», το οποίο υπέγραψε στο Μιλάνο, με τον συναυτοκράτορά του στην Ανατολή, Λικίνιο, το 313. Αυτός ο μεγάλος άνδρας οραματίστηκε και συνέλαβε το ύψιστο αγαθό της θρησκευτικής ελευθερίας και  όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία την ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως.

     Το 324 συγκρούεται με τον αυτοκράτορα της Ανατολής Λικίνιο, τον οποίο νικά και γίνεται μονοκράτορας σε όλη την αυτοκρατορία, αρχίζοντας το μεγαλειώδες μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό του έργο. Ως πολιτικός άρχοντας υπήρξε πρωτοποριακός. Μετέφερε το 325 την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, μετονομάζοντας την σε Νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη,  κόβοντας έτσι κάθε δεσμό με το ειδωλολατρικό παρελθόν και βάζοντας τα θεμέλια για τη νέα χριστιανική αυτοκρατορία, η οποία θα ζήσει χίλια χρόνια, μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας.

      Θέσπισε πληθώρα διοικητικών, οικονομικών, κοινωνικών και στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της αυτοκρατορίας και την ευημερία των λαών της. Αναδιάρθρωσε τις κυβερνητικές αρχές και για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, εισήγαγε τον σόλιδο, ένα νέο χρυσό νόμισμα που έγινε το πρότυπο για τα βυζαντινά και ευρωπαϊκά νομίσματα για περισσότερα από χίλια χρόνια. Ο ρωμαϊκός στρατός αναδιοργανώθηκε ώστε να αποτελείται από κινητές μονάδες πεζικού και μονάδες φρουρών ικανές να αντιμετωπίσουν εσωτερικές απειλές και εισβολές. Επίσης επί δικής του θητείας του σημείωσε επιτυχείς εκστρατείες εναντίον των βαρβαρικών φυλών στα ρωμαϊκά σύνορα, που έχασαν οι προκάτοχοί του κατά την Κρίση του περασμένου αιώνα.

       Έγινε προστάτης όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη, για το λόγο αυτό δεν έγινε ακόμη Χριστιανός και διατηρούσε τον τίτλο του pontifix maximus, δηλαδή του ύπατου αρχιερέα της αρχαίας θρησκείας. Απελευθέρωσε όλους τους Χριστιανούς από τις φυλακές, που είχε κλείσει ο Λικίνιος και ανακάλεσε όσους βρισκόταν στην εξορία. Απέδωσε τους ναούς και την περιουσία στην Εκκλησία. Έκαμε πράξη στο κράτος, με διατάγματα, την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Καθιέρωσε υποχρεωτικά τη υποχρεωτική δίκη στους παραβάτες. Καθιέρωσε την Κυριακή αργία. Κατάργησε τη δουλεία.

      Η αγία Ελένη αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο εκκλησιαστικό έργο, ιδρύοντας ναούς και  ενισχύοντας την Εκκλησία. Με δικά της έξοδα πήγε στην Ιερουσαλήμ και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό.

      Ο Μ. Κωνσταντίνος συνέβαλλε τα μέγιστα να ηρεμήσει η Εκκλησία από την αρειανική αίρεση, συγκαλώντας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325. Εγκαινίασε έτσι έναν νέο τρόπο, απόλυτα δημοκρατικό, διακυβέρνησης της Εκκλησίας.

     Το 337 σε μια περιοδεία του στη Νικομήδεια αρρώστησε και συναισθάνθηκε το τέλος του. Ζήτησε να λάβει το άγιο Βάπτισμα και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Δεν ξαναφόρεσε τα αυτοκρατορικά ενδύματα, αλλά φορούσε το λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος ως το θάνατό του, στις 22 Μαΐου του 337. Η Εκκλησία μας του αναγνώρισε τις πολύτιμες υπηρεσίες του και γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο, μαζί με την αγία μητέρα του. Το ίδιο και η ιστορία αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά τον ανακήρυξε μέγα.

      Η μνήμη του, μαζί με αυτή της μητέρας του αγίας Ελένης, τιμάται στις 21 Μαΐου.  

      Πολλοί εμπαθείς και ανιστόρητοι επιχειρούν να σπιλώσουν την προσωπικότητά του, χαρακτηρίζοντας τον ως «θηριώδη δολοφόνο», επειδή αναγκάστηκε να εφαρμόσει το νόμο απέναντι στον στασιαστή γιό του Κρίσπο και την δεύτερη σύζυγό του την δολοπλόκα Φαύστα για την αποτροπή κρατικής και κοινωνικής αποσταθεροποίησης και τη διάσωση αθώων ζωών. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν πως η θανάτωση των δύο αυτών στασιαστών και δολοπλόκων έγινε εν αγνοία του. Ξεχνούν όμως ότι τότε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμη ειδωλολάτρης, και ο οποίος για το θλιβερό αυτό συμβάν έκλαιγε και θρηνούσε σε όλη του την κατοπινή ζωή! Ξεχνούν επίσης πως ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου δεν πρέπει εξαρτάται από

μεμονωμένα συμβάντα, αλλά από τη συνολική αξιολόγηση της ζωής του και του έργου του!  

     Τον συκοφαντούν ότι δήθεν υπήρξε διώκτης του θνήσκοντος παγανισμού. Όμως λησμονούν ότι ο ίδιος υπήρξε «Μέγας Αρχιερεύς» και προστάτης της αρχαίας θρησκείας μέχρι λίγο πριν το θάνατό του! Ξεχνούν όμως το σπουδαιότερο, ότι η ιστορία δεν χαρίζεται σε κανέναν και ο Κωνσταντίνος κατέκτησε επάξια τον τίτλο του Μεγάλου, τόσον από αυτήν, όσο και από την Εκκλησία!

ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ: Η ΠΡΩΤΗ ΕΥΡΩΠΑΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού

      Μία από τις πλέον συμπαθείς γυναικείες μορφές που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη είναι και αυτή της Αγίας Λυδίας από τους Φιλίππους της Μακεδονίας, η οποία μάλιστα θεωρείται ως η πρώτη χριστιανή ευρωπαία γυναίκα και βέβαια ελληνίδα.

     Πληροφορίες για αυτήν παίρνουμε αποκλειστικά από το ιερό βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (16ο κεφ.).  Ο Απόστολος Παύλος, με τους συνεργούς του Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά, κατά την δεύτερη αποστολική περιοδεία του, την άνοιξη του 50 μ. Χ. και ενώ βρισκόταν στην Τρωάδα, είδε ένα σημαντικό όνειρο: έναν Μακεδόνα, οποίος του είπε: «Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πράξ.16,9). Ο μεγάλος Απόστολος θεώρησε το όραμα αυτό ως εντολή του Θεού να περάσει στον ευρωπαϊκό χώρο για να κηρύξει το ευαγγέλιο της σωτηρίας.

       Χωρίς να χάσει καιρό επιβιβάζεται, μαζί με τους συνεργάτες του, σε πλοίο και έφθασαν στο λιμάνι της Νεάπολης, της σημερινής Καβάλας. Δια μέσου της Εγνατίας Οδού έφτασαν στους Φιλίππους, σε μία πολύ σημαντική ρωμαϊκή πόλη, η οποία απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια από την αυτοκρατορική Ρώμη. Ήταν χτισμένη σε  στρατηγική θέση, εν μέσω μιας πλούσιας  περιοχής. Μετά τη μάχη των Φιλίππων (42 π. Χ.) μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αποικία και αποικίστηκε από Ρωμαίους βετεράνους στρατιώτες, έφερε την προνομιούχα ονομασία «Κολωνία» (colonia Iulia Augusta Philippensis) και διοικούνταν από στρατηγούς, έχοντας διοικητική και οικονομική αυτονομία.

       Ο συγγραφέας του βιβλίου των Πράξεων, ευαγγελιστής Λουκάς μας πληροφορεί ότι ο Παύλος με τους συνεργάτες του, περιφέρονταν στην μεγάλη πόλη και κήρυτταν σε διάφορα σημεία, απευθυνόμενοι κυρίως στους Ιουδαίους. Στους Φιλίππους υπήρχε μία σημαντική ιουδαϊκή παροικία. Οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να προσεύχονται στις όχθες του ποταμού Ζυγάκτου, ο οποίος έρρεε έξω από τα τείχη της πόλεως.  

      Είναι γνωστό πως ο Παύλος συνήθιζε να απευθύνεται πρώτιστα και να κηρύττει  στους Ιουδαίους της διασποράς σε κάθε πόλη, διότι σε αυτούς υπήρχε το υπόβαθρο της μονοθεΐας και της προσμονής του Μεσσία. Οι μεταστραφέντες Ιουδαίοι, κατά κανόνα, γινόταν τα πρώτα μέλη της τοπικής Εκκλησίας, σε αντίθεση με  τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι, λόγω της πλάνης και της υπεροψίας τους ήταν δύσκολο να δεχτούν την χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό και διάλεξε να κηρύττει στο μέρος εκείνο όπου προσεύχονταν  οι Ιουδαίοι των Φίλιππων τα Σάββατα. Σε ένα από τα κηρύγματα του, στην όχθη του ποταμού, συνάντησε μία ομάδα ιουδαίων γυναικών, στις οποίες κήρυξε την νέα πίστη, την επαγγελία των Προφητών, για το πρόσωπο του Μεσσία. Οι θεοφοβούμενες γυναίκες άκουσαν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του άγνωστου Ιουδαίου. Ανάμεσά τους ήταν και μία σημαντική και γνωστή γυναίκα της πόλης, η έμπορος Λυδία, την οποία συνεπήρε το κήρυγμα του Παύλου και ήταν από τις πρώτες που πίστεψε και προσκολλήθηκε μαζί του .

       Η Λυδία καταγόταν από την πολλή Θυάτειρα της Μ. Ασίας και ήταν αρχικά ειδωλολάτρισσα. Φαίνεται όμως πως, παρά το γεγονός ότι έζησε ειδωλολατρικό περιβάλλον, σε παγανιστική οικογένεια και βίωσε την φρίκη του παγανιστικού παράλογου και της δεισιδαιμονίας, δεν την ικανοποιούσε η αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, η οποία, ειρήσθω, την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη κατάπτωση και παρακμή. Δεν της ήταν εύκολο να λατρεύει «θεούς» και «θεές» ανήθικους, οι οποίοι οργίαζαν μεταξύ τους και «διέπρατταν» ανείπωτες κακουργίες. Η ευγενής γυναίκα αναζήτησε μία πιο πνευματική θρησκεία, την οποία βρήκε στον Ιουδαϊσμό.

Γνωρίστηκε με Ιουδαίους της πόλεως και ασπάστηκε ην θρησκεία τους. Γνωρίζοντας το Νόμο και τους Προφήτες, άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία, ο οποίος αναμένονταν να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος. Έγινε λοιπόν προσήλυτη στην ιουδαϊκή θρησκεία και ανήκε στην κατηγορία «των σεβομένων τον Θεόν».

      Ασχολούνταν με το εμπόριο της πορφύρας (πολυτελές ύφασμα), το οποίο προφανώς την είχε κάνει πλούσια. Να σημειωθεί πως το εμπόριο της πορφύρας τα χρόνια εκείνα ήταν επικερδές, διότι το αγόραζαν οι πλούσιοι και αποτελούσε δείγμα της αριστοκρατικής τους ιδιότητας. Αλλά όμως οι εμπορικές της ενασχολήσεις δεν  στέκονταν εμπόδιο στη βαθειά θρησκευτικότητά της. Δεν αμελούσε να εκτελεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα, τα οποία υπαγόρευε η ιουδαϊκή θρησκεία. Τα Σάββατα μετέβαινε μαζί με την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινότητα, στο χώρο που προσεύχονταν οι γυναίκες,  για να προσευχηθεί στον Θεό των Εβραίων.

      Κάποιο, λοιπόν, Σάββατο, όπως προαναφέραμε, άκουσε το κήρυγμα του Παύλου και σαγηνεύτηκε από την πρωτόγνωρη διδασκαλία του. Καλλιεργημένη και ανήσυχο πνεύμα, όπως ήταν, κατάλαβε ότι ο ένθερμος κήρυκας έφερνε ένα νέο ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα στην απελπισμένη και ταραγμένη ανθρωπότητα.    

      Η αναφορά του Παύλου στον ερχομό του Μεσσία, στο πρόσωπο του Χριστού, τη γέμισε ανείπωτη χαρά, διότι πραγματοποιήθηκαν οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, τις οποίες διάβαζε με αδημονία και άκουγε στη Συναγωγή.  Πίστεψε αμέσως και ζήτησε από τον Απόστολο να βαπτιστεί. Εκείνος τη βάπτισε στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτου. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ως εξής το περιστατικό: «Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής, παρεκάλεσε λέγουσα, ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε και παρεβιάσατο ημάς» (Πράξ.16,14-15).

      Με δάκρυα στα μάτια και καρδιά που πάλλονταν από ουράνια συγκίνηση και αγαλλίαση, κάλεσε τον Παύλο και τους συνεργούς του στο σπίτι της, όπου ζήτησε να βαπτιστούν και τα μέλη της οικογένειάς της. Κατόπιν τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα και αβραμιαία φιλοξενία. Ο Παύλος τέλεσε στο ευλογημένο σπίτι της και την Θεία Ευχαριστία, η οποία ολοκλήρωσε την είσοδό της και των οικείων της στην Εκκλησία και την ένωσή τους με το Χριστό. Αξιώθηκε να γίνει η οικία της η πρώτη Εκκλησία της Ελλάδος και της Ευρώπης, το μέγαρό της στέγασε την νεαρά Εκκλησία των Φιλίππων.

      Η παράδοση δεν μας έχει διασώσει στοιχεία από την κατοπινή ζωή της, η οποία εικάζουμε ότι ήταν ζωή αγιότητας και αφοσίωσης στη νεαρή εκκλησία των Φιλίππων. Η Αγία Λυδία θα ήταν προφανώς ένα από τα επίλεκτα μέλη της Εκκλησίας. Ίσως και να είχε χειροτονηθεί διάκονος, όπως συνήθιζε η αρχαία Εκκλησία. Φαίνεται ότι κοιμήθηκε ενωρίς από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην Προς Φιλιππησίους Επιστολή του απ. Παύλου, την οποία απέστειλε περί το 61 μ. Χ. από τη Ρώμη, όπου ήταν υπόδικος.   

      Ως αγία ανακηρύχθηκε πρόσφατα και η μνήμη της ορίστηκε να εορτάζεται στις 20 Μαΐου. Τιμάται ως ισαπόστολος και στο σημείο που έλαβε το άγιο Βάπτισμα χτίστηκε υπαίθριο Βαπτιστήριο.  Στη σημερινή Καβάλα έχει κτιστεί λαμπρός ναός και βαπτιστήριο, το οποίο κατέστη σημαντικό κέντρο προσκυνήματος και η όμορφη θρακική πόλη έγινε συνώνυμη με τον αγία Λυδία.

      Το σωτήριο όραμα του αποστόλου Παύλου στην Τρωάδα, να περάσει στην Μακεδονία, στην ευρωπαϊκή ήπειρο, στέφθηκε με επιτυχία στους Φιλίππους, με την μεταστροφή την αγίας Λυδίας και επίσης του δεσμοφύλακα και της οικογένειά του  (Πραξ.16,33). Η μακάρια αυτή γυναίκα θεωρείται, όπως προαναφέραμε, η πρώτη

ελληνίδα και ευρωπαία, η οποία πολιτογραφήθηκε στην Βασιλεία των Ουρανών. Οι άγιες γυναίκες της Καινής Διαθήκης και γενικά της αρχαίας Εκκλησίας, συναποτελούν με τους άνδρες, τους στύλους πάνω στους οποίους δομήθηκε η Εκκλησία του Χριστού. 

 

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

 

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή των Μυροφόρων)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Την τρίτη Κυριακή από του Πάσχα η Αγία μας Εκκλησία τιμά την σύναξη των αγίων Μυροφόρων, ανδρών και γυναικών και μαζί τη σύναξη των αγίων Επτά Διακόνων. Η μνήμη των δευτέρων φέρνει στο νου μας το αγιασμένο κλίμα της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας, την σημαντικότερη προφανώς ιστορική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, καθότι τότε έδυε ένας πεπαλαιωμένος και απόλυτα χρεοκοπημένος κόσμος και ανέτειλε ένας νέος, εύρωστος, ελπιδοφόρος και ανθρώπινος.  

     Οι άγιοι Επτά Διάκονοι ενσαρκώνουν το κοινωνικό μήνυμα της χριστιανικής μας πίστεως, και την διακονική διάσταση της Εκκλησίας μας, η οποία υπηρετεί τον όλο ψυχοσωματικό άνθρωπο, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, συνεχίζοντας το υπέρτατο διακονικό έργο του Σωτήρα μας Χριστού, ο Οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μαρκ.10,45).

      Οι άγιοι Απόστολοι, διαβλέποντας ένα υπαρκτό πρόβλημα στην νεαρή Εκκλησία, συγκέντρωσαν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, λέγοντάς τους: «ουκ αρεστόν εστιν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού διακονείν τραπέζαις. επισκέψασθε ουν, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, ους καταστήσομεν επὶ της χρείας ταύτης· ημείς δε τη προσευχή και τη διακονίᾳ του λόγου προσκαρτερήσομεν. και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον παντός του πλήθους· και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου, και Φίλιππον και Πρόχορον και Νικάνορα και Τίμωνα και Παρμενάν και Νικόλαον προσήλυτον Αντιοχέα, ους έστησαν ενώπιον των αποστόλων, και προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας» (Πραξ.6,2-7). Το πλήθος της νεαρής Εκκλησίας εξέλεξε, χωρίς κανέναν περιορισμό, ή διάκριση, τους αγίους επτά άνδρες, να τους διακονούν. Όχι μόνο «διακονείν τραπέζαις», αλλά να είναι οι αντιλήπτορες της κοινότητας για κάθε χρεία. Έτσι γεννήθηκε μια νέα πρωτόγνωρη, στον αρχαίο απάνθρωπο κόσμο, κοινωνία αγάπης, ανέτειλε η  απαρχή του ανθρωπισμού, η οποία υπήρξε η βάση για τις κατοπινές κοινωνίες, ως τα σήμερα!

     Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από άπειρη αγάπη και μαζί τον άνθρωπο ως εικόνα δική Του (Γεν.1,26), για να βιώνει την θεία μακαριότητα. Όμως η πτώση, όχι απλά ανέστειλε τη δυνατότητα της μετοχής του στη θεία μακαριότητα, αλλά διέστρεψε τον ρου του κόσμου προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το κακό και η αμαρτία επικράτησε σε όλη τη γη, «ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας» (Γεν.6,5). Όλη η γη γέμισε με κακία, η ανθρώπινη κοινωνία κατέστη πραγματική κόλαση. Μίσος, αντιζηλία, εκμετάλλευση, πόλεμοι, φόνοι, αδικία κυριαρχούσαν στην ανθρωπότητα. Η αξία του ανθρώπου υποβιβάστηκε  στην κατηγορία των ζώων. Η ανθρώπινη κοινωνία δεν διέφερε από τις αγέλες των κτηνών. Η δουλεία ήταν η διαρκής φρίκη όλων των προχριστιανικών κοινωνιών. Ακόμη και σε «προηγμένες» αρχαίες κοινωνίες, όπως της Ελλάδος, οι δούλοι αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, με απόλυτα κτηνώδεις συμπεριφορές από μέρους των «ελευθέρων» κυριών τους, αποκαλώντας τους res (πράγματα). Οι Ρωμαίοι χαρακτήριζαν τις διανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις αγρίων θηρίων (homus homini lupus = ο άνθρωπος είναι για τον άλλο άνθρωπο λύκος!). Ειδικά στα τελευταία προχριστιανικά χρόνια η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο, ώστε, σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο και ανθρωπιστή Σατωβριάνδο (1768-1848), αν ο

Σωτήρας του κόσμου Χριστός ερχόταν λίγα χρόνια μετά, θα έβρισκε το πτώμα της ανθρωπότητας!

      Η Ενανθρώπηση του Θεού λόγου έφερε στη γη την «καινή κτίση» (Β Κορ.5.17), τον καινούριο κόσμο, τον ανακαινισμένο από το Χριστό. Ήρθε να αναδημιουργήσει τον σεσαθρωμένο και απόλυτα παρηκμασμένο  παλιό κόσμο, να τον ανακαινίσει και να του δώσει ξανά το νόημα της δημιουργίας του. Ο απόστολος Παύλος έγραψε πως ο Χριστός ήρθε: «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ» (Εφ.1,3-10). Ήρθε να άρει την κακοδαιμονία του αμαρτωλού κόσμου και να φέρει την ειρήνη και τη συναδέλφωση των ανθρώπων, με γνώμονα την αγάπη, μια έννοια ολότελα άγνωστη στον αρχαίο κόσμο. Και βέβαια, να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας τη φθορά και το θάνατο και να τον επανενώσει με τον Δημιουργό του.     

      Η πρωτοχριστιανική κοινωνία μαρτυρεί περίτρανα την μεγάλη επανάσταση που έφερε ο Χριστός στη γη. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος ανάγεται σε αξία και χαίρει σεβασμού, χωρίς καμιά διάκριση φύλου, φυλής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, ως εικόνα του Θεού. Η καταφρονεμένη και απόλυτα περιθωριοποιημένη γυναίκα γίνεται ισότιμη με τον άνδρα και ο «ξένος» γίνεται οικείος. Έπαψε να είναι ο συνάνθρωπος «λύκος» και γίνεται αδελφός. Κανένας παράγων δεν μπορεί να θέσει το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο σε ανώτερη ή κατώτερη θέση στην χριστιανική κοινότητα, στην οποία κυριαρχούσε η απόλυτη ισότητα, καθότι, «οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολοσ.3,10).Τα πάντα έκρινε η άδολη, η έμπρακτη και θυσιαστική αγάπη. Ο κάθε χριστιανός ζούσε για τους άλλους και ταυτόχρονα έπαιρνε από αυτούς ζωή για τον εαυτό του.

       Ο απόστολος Παύλος θεωρούσε αυτή την καταπληκτική κοινωνία ως «ένα σώμα», το Σώμα του Χριστού, στο οποίο συσσωματώνονται οι πιστοί με το άγιο Βάπτισμα και γίνονται οργανικά κύτταρά Του. «Υμείς εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέλους» (Α΄ Κορ.12,27) και «καθάπερ γαρ το σώμα εν εστίν και μέλη πολλά έχει, πάντα δε τα μέλη του σώματος πολλά όντα εν εστίν σώμα, ούτως και ο Χριστός» (Α΄ Κορ.12,12). Και όπως στο ανθρώπινο σώμα όλα τα μέλη είναι απαραίτητα και άξια περιποίησης για να είναι εύρωστο, έτσι και στο εκκλησιαστικό σώμα οι πάντες έχουν θέση, αξία και ανάγκη περιποίησης. Πάνω σε αυτή την πρωτόγνωρη αρχή στηρίχτηκε και λειτούργησε ο χριστιανικός κοινωνισμός και ο πραγματικός ανθρωπισμός, σε αντίθεση με τον «εκλεκτικό» του λεγομένου ελληνορωμαϊκού κόσμου, ο οποίος δεν είχε ουσιαστική επίδραση στην συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, των πολυάριθμων δούλων, των ξένων, των «βαρβάρων», των γυναικών, των παιδιών, των άσημων, των φτωχών, των καταφρονεμένων, των πονεμένων και όλων των παραγκωνισμένων από την «ελίτ» των προνομιούχων!

      Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας εξισώθηκαν οι πάντες, ως μέλη Χριστού. Για πρώτη φορά παρακάθισαν στις «αγάπες», στα κοινά χριστιανικά τραπέζια, ο διάσημος, με τον άσημο, ο πρώην αφέντης με τον πρώην δούλο του, ο φτωχός με τον πλούσιο, οι άνδρες με τις γυναίκες, ο «βάρβαρος» με τον πολιτισμένο, ο φιλόσοφος με τον αγράμματο, ο εύρωστος με τον ασθενή, ο δυνατός με τον αδύνατο. Για πρώτη φορά έσμιξε στο κοινό ταμείο της κοινότητας η γενναία χορηγία του πλούσιου με την πενιχρή εισφορά του φτωχού και της χήρας, για την ανακούφιση των ενδεών. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας εφαρμόστηκε η εθελοντική κοινοκτημοσύνη των υλικών αγαθών, ώστε, σύμφωνα με τον ιερό συγγραφέα του Βιβλίου των Πράξεων ευαγγελιστή Λουκά «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ

ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων», ώστε «οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς» (Πραξ.4,32-34). Ως αποκορύφωμα αυτής της καταπληκτικής αγαπητικής σχέσεως στις περίφημες «αγάπες», τελούνταν η Θεία Ευχαριστία, όπου κοινωνούσαν οι πάντες το Σώμα του Κυρίου, το οποίο τους ένωνε οργανικά με το Χριστό και μεταξύ τους.

     Σύμφωνα με έγκυρες ιστορικές πηγές, ο θεσμός, τόσο των «αγαπών», όσο και της κοινοκτημοσύνης επέζησε ως το τέλος των διωγμών (αρχές 4ου αιώνος). Ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς (+165) μας πληροφορεί ότι ο θεσμός λειτουργούσε και τον 2ο μ. Χ. αιώνα και ο Τερτυλλιανός (+215) ως τον 3ο αιώνα.      

       Οι Ιουδαίοι και Εθνικοί δεν μπορούσαν να κατανοήσουν αυτό το ξεχείλισμα της αγάπης των Χριστιανών και εκτός από το θαυμασμό, σε πολλές περιπτώσεις έφθανε και στην παρεξήγηση και τη συκοφαντία. Με περισσή χαιρεκακία έλεγαν: «Ιδού πως αγαπώνται οι Χριστιανοί!». Βλέποντας την αγάπη των Χριστιανών και τον νέο τρόπο ζωής τους, πολλοί ασπάζονταν τη νέα πίστη και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Να αναφέρουμε εδώ την πρωτοφανή διακονική προσφορά των Χριστιανών στη φοβερή πανώλη του 250 μ. Χ. επί Δεκίου (249-251), οι οποίοι, με πρωτοφανή ηρωισμό και αυταπάρνηση, περιέθαλπαν τους ασθενείς και έθαβαν τους νεκρούς, χωρίς διάκριση χριστιανούς και εθνικούς, τους οποίους εγκατέλειπαν οι δικοί τους από το φόβο μετάδοσης της νόσου. Τότε πέθανε μεγάλο πλήθος χριστιανών εθελοντών, «παίρνοντας επάνω τους την νόσο των ασθενών συνανθρώπων τους και πεθαίνοντας εκείνοι στη θέση τους», κατά την έκφραση του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας!    

     Αλλά και μετά τους διωγμούς η κοινωνική διακονία της Εκκλησίας συνεχίστηκε αμείωτη. Στο Βυζάντιο η Εκκλησία παρείχε μια καταπληκτική κοινωνική προσφορά, λειτουργώντας χιλιάδες ιδρύματα, όπως νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία, κλπ, όταν στον προχριστιανικό κόσμο ήταν άγνωστα!

      Είναι γνωστή επίσης η κοινωνική  διακονία της Εκκλησίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στην κατοχή και στους σύγχρονους καιρούς των μνημονίων, όπου εκατομμύρια άνθρωποι ζουν από αυτή. Να επισημάνουμε επίσης το γεγονός ότι η πρωτοχριστιανική κοινωνική ζωή και διακονία, ουδέποτε εγκαταλείφτηκε  από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία συνεχίζεται στα ορθόδοξα κοινόβια μοναστήρια μας.

      Δυστυχώς υπάρχει και η αρνητική πλευρά του παρεφθαρμένου χριστιανισμού, όπου η διακονική διάστασή του έχει διαστραφεί. Ο δυτικός χριστιανισμός απομακρυσμένος από την αυθεντική χριστιανική διδασκαλία, υποτάχτηκε στο αντίχριστο φραγκικό φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο βρίσκεται στην αντίποδα της χριστιανικής παράδοσης (Παπισμός) και του απάνθρωπου οικονομικού φιλελευθερισμού (Προτεσταντισμός), με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα για την κατοπινή πορεία της ανθρωπότητας, για τα οποία δεν έχουμε εδώ την ευχέρεια να αναλύσουμε. Το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι (και) αυτή η παραφθορά δίνει ισχυρά «όπλα» στους διαχρονικούς χριστιανομάχους να πολεμούν την Εκκλησία και να της προσάπτουν τη συκοφαντία ότι δήθεν αποτελεί αντικοινωνικό και μισάνθρωπο σύστημα!

     Κι ακόμα υπάρχει και η παραχάραξη του κοινωνισμού της Εκκλησίας. Τους τελευταίους αιώνες φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά συστήματα, αποστασιοποιημένα και εχθρικά προς αυτήν, όπως λ.χ. ο άθεος ουμανισμός και ο υλιστικός μαρξισμός, επηρεασμένα από τον άθεο «ευρωπαϊκό ουμανισμό»,

επιχείρησαν να αντιγράψουν το επιτυχημένο κοινωνικό σύστημα της Εκκλησίας και να το εφαρμόσουν. Αλλά απέτυχαν οικτρά, διότι χρησιμοποίησαν τη βία για την επιβουλή του δικού τους διεστραμμένου κοινωνικού τους συστήματος, χωρίς την εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου,. Το τραγικό τους λάθος ήταν ότι δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν πως η γνήσια κοινωνική πρόσφορά είναι προϊόν αγάπης και ελευθερίας.

     Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η μοναδική Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, βιώνει επακριβώς την βιβλική και πατερική παράδοση και συνεχίζει να διακονεί τον άνθρωπο, όπως επιτάσσει ο Χριστός, ο Οποίος μας λέει, δια του στόματος του Ιερού Χρυσοστόμου: «Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ σπίτι, εγώ τροφή, εγώ ρούχο, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιο, κάθε τι το οποίο θέλεις εγώ· να μην έχεις ανάγκη από τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω· επειδή ήλθα να υπηρετήσω, όχι να υπηρετηθώ. Εγώ είμαι και φίλος, και μέλος τού σώματος, και κεφαλή, και αδελφός, και αδελφή, και μητέρα, όλα εγώ· αρκεί να διάκεισαι φιλικά προς εμένα. Εγώ έγινα φτωχός για σένα· έγινα και επαίτης για σένα· ανέβηκα πάνω στο Σταυρό για σένα· θάφτηκα για σένα. Στον ουρανό πάνω για σένα παρακαλώ τον Πατέρα· κάτω στη γη στάλθηκα για σένα από τον Πατέρα ως μεσολαβητής. Όλα για μένα είσαι συ· και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος τού σώματος. Τι περισσότερο θέλεις;» (76η Ομιλία 24,16-31. ΕΠΕ, 12, σελ. 34). 

      Η εορτή των Επτά Αγίων Διακόνων έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι, αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί και γνήσιοι πιστοί του Χριστού, οφείλουμε να αισθανόμαστε και να είμαστε διαρκείς διάκονοι στο εκκλησιαστικό σώμα. Να συνειδητοποιήσουμε πως, η όποια καταξίωσή μας, περνά μέσα από την διακονία μας προς τους αδελφούς μας, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου μας: «ος εὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εὰν θέλῃ υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος» (Μαρκ.10,43-45). Οφείλουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα μας Χριστό (και) στην διακονία των αδελφών μας, ορίζοντας έτσι την γνησιότητά μας ως μαθητές Του: «αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ιωαν.15,12).

    Τέλος, ας μη λησμονούμε ότι η αγαπητική, διακονική και θυσιαστική στάση μας απέναντι στους συνανθρώπους μας θα καθορίσει τη θέση μας στη Βασιλεία του Θεού. Ο Μεγάλος Κριτής μας, ο ένδοξος Κύριός μας Ιησούς Χριστός, θα μας πει: «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ.25,40) και είθε να αξιωθούμε να βρεθούμε στα δεξιά Του και να ακούσουμε την τρισμακάρια πρόσκλησή Του: «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν…» (Ματθ.25,34)!   

 

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η Κυριακή των Μυροφόρων είναι αφιερωμένη, εκτός από τους αγίους και τις αγίες Μυροφόρους, οι οποίοι επιμελήθηκαν για την θεόσωμη αποκαθήλωση και ταφή του Κυρίου μας, και στους  επτά Διακόνους της πρώτης Εκκλησίας.

      Σύμφωνα με το Βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, η νεαρά Εκκλησία των Ιεροσολύμων αύξανε αλματωδώς. Πλήθος ανθρώπων, Ιουδαίων, αλλά και Ελληνιστών, δηλαδή Ιουδαίων, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό τρόπο ζωής, ή πρώην εθνικών, οι οποίοι είχαν προσηλυτισθεί στον Ιουδαϊσμό, πίστευαν στο κήρυγμα των αποστόλων, βαπτίζονταν και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία άλλαζε η ζωή τους, διότι εντάσσονταν στη χριστιανική αδελφότητα, όπου όλα τα μέλη θεωρούσαν όλους τους άλλους αδελφούς εν Χριστώ, υιοθετημένους από το Θεό εν τω Χριστώ (Γαλ.4,7). Δεν ήταν η Εκκλησία μια άλλη διαφορετική θρησκεία από τον Ιουδαϊσμό ή τον παγανιστικό εθνισμό, αλλά κάτι ασύγκριτα ανώτερο από την έννοια της θρησκείας. Η Εκκλησία είναι η «καινή κτίση» (Β΄Κορ.5,17), ο καινούριος κόσμος του Θεού, η βασιλεία Του επί της γης, η οποία ήρθε να αντικαταστήσει τον παλιό πτωτικό και γερασμένο από την αμαρτία και τη φθορά κόσμο.

      Έτσι και στην αρχαία Εκκλησία δεν εξαντλούνταν οι δραστηριότητες των μελών της μόνο στη λατρεία, αλλά επεκτείνονταν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους. Το ιερό κείμενο αναφέρει πως «του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μια, και ουδὲ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ᾿ ην αυτοίς άπαντα κοινά… ουδὲ γαρ ενδεής τις υπηρχεν εν αυτοίς· όσοι γαρ κτήτορες χωρίων ή οικιών υπήρχον, πωλούντες έφερον τὰς τιμὰς των πιπρασκομένων και ετίθουν παρὰ τοὺς πόδας των αποστόλων· διεδίδετο δὲ εκάστῳ καθότι αν τις χρείαν είχεν» (Πραξ.4,32-35). Εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η περιπόθητη κοινοκτημοσύνη των αγαθών. Ορατό δε σημείο της συναδελφώσεως των μελών της Εκκλησίας ήταν οι περίφημες «αγάπες», δηλαδή τα καθημερινά κοινά δείπνα, όπου έτρωγαν αδελφωμένοι, χωρίς διακρίσεις.

      Κάποιοι χριστιανοί, οι οποίοι προέρχονταν από την αίρεση των φαρισαίων, οι οποίοι συνέχιζαν να αποστρέφονται τους εθνικούς ως ακάθαρτους, όπως τους θεωρούσαν οι Ιουδαίοι, έκαναν κάποιες διακρίσεις στις «αγάπες» σε όσους χριστιανούς προέρχονταν από τους εθνικούς, κυρίως στις χήρες και τα ορφανά. Αυτό βεβαίως θεωρήθηκε απαράδεκτο, διότι όλοι τους με το άγιο Βάπτισμα είχαν αποβάλλει τον παλαιό άνθρωπο, μαζί με τις πράξεις, τις επιθυμίες και τις καταβολές του, και ενδύθηκαν το Χριστό (Γαλ.3,27). Ουδεμία διάκριση επιτρέπονταν μέσα στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό επενέβηκαν οι απόστολοι και αποκατέστησαν την αταξία αυτή με την προσωπική τους εργασία.

      Η απασχόληση των αποστόλων να τηρούν την τάξη, να μοιράζουν, χωρίς διακρίσεις, τις τροφές και να εφαρμόζουν την ισότητα των μελών, τους αποσπούσε από το κυρίως έργο τους, το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Γι’ αυτό λοιπόν «προσκαλεσάμενοι οι δώδεκα το πλήθος των μαθητών είπον· ουκ αρεστόν εστιν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού διακονείν τραπέζαις. επισκέψασθε ουν, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, ους καταστήσομεν επὶ της χρείας ταύτης· ημείς δε τη προσευχή και τη διακονίᾳ του λόγου προσκαρτερήσομεν. και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον παντός του πλήθους· και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου, και Φίλιππον και Πρόχορον και Νικάνορα και Τίμωνα και Παρμενάν και Νικόλαον προσήλυτον Αντιοχέα, ους έστησαν ενώπιον των αποστόλων, και προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας» (Πραξ.6,2-7).

       Η εκλογή, και ο τρόπος εκλογής των Επτά Διακόνων έχει πολλή μεγάλη σημασία για την Εκκλησία μας. Ο θεσμός των διακόνων έρχεται να υλοποιήσει την εντολή του Χριστού για την αλληλοδιακονία των ανθρώπων: «ος εὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εὰν θέλῃ υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιὸς του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλὰ διακονήσαι, καὶ δούναι την ψυχὴν αυτού λύτρον αντὶ πολλών» (Μαρκ.10,43-45). Όπως ο Χριστός ήρθε να διακονήσει τον άνθρωπο, έτσι και όσοι θέλουν να είναι γνήσιοι μαθητές Του, οφείλουν να διακονούν αλλήλους. Η όποια διακονία στον άνθρωπο που την έχει ανάγκη, είναι σαν να γίνεται στον Ίδιο το Χριστό, «αμὴν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενὶ τούτων τωνν αδελφών μου των ελαχίστων, εμοὶ εποιήσατε» (Ματθ.25,39). 

      Αλλά και ο τρόπος της εκλογής είναι σημαντικός. Δεν τους όρισαν οι απόστολοι, αλλά σύστησαν στους πιστούς να εκλέξουν αυτούς που θέλουν να τους υπηρετούν, χωρίς καμιά διάκριση αριστοκρατών ή άσημων, πλουσίων ή φτωχών, ανδρών ή γυναικών. Ιδού η καθολική δημοκρατία της Εκκλησίας μας, η οποία εφαρμόστηκε δύο χιλιάδες χρόνια πριν εφαρμοστεί στην πολιτική!

       Οι Επτά Διάκονοι είχαν σαφώς κοινωνικό ρόλο στην αρχαία Εκκλησία. Την ίδια εποχή είχε καθιερωθεί και ο θεσμών των διακονισσών, με ύψιστες κοινωνικές αρμοδιότητες. Αλλά με τον καιρό ατόνησε ο θεσμός των διακόνων, όταν σταμάτησαν οι «αγάπες». Ο θεσμός των διακονισσών εξέλειπε εντελώς και ο θεσμός των ανδρών διακόνων περιορίστηκε στη διακονία της λατρείας και αποτέλεσε τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης.

       Ευχής μας είναι να δοθούν στους σύγχρονους διακόνους, πέρα από τη διακονία τους στη λατρεία, τα καθήκοντα που είχαν στην αρχαία Εκκλησία, να διακονούν ουσιαστικά το σημερινό κουρασμένο και ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Είναι επίσης ανάγκη να δει η Εκκλησία μας και την ανασύσταση του θεσμού των διακονισσών, προκειμένου να έχει και η γυναίκα ουσιαστική συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή.

«ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΜΥΡΩΝ ΘΕΟΦΡΟΝΕΣ ΟΠΙΣΩ ΣΟΥ ΕΔΡΑΜΟΝ»

 

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή των Μυροφόρων)

       ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η τρίτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη στους αγίους Μυροφόρους, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι φρόντισαν για την ταφή του ακηράτου σώματος του Κυρίου μας. Θέλοντας έτσι  να τιμήσει την εξαιρετική αφοσίωσή τους στο Χριστό, όπως και τον ηρωισμό τους, καθ’ ότι δεν ήταν εύκολο εγχείρημα να ζητήσουν για ταφή το σώμα ενός καταδικασμένου για το κακούργημα της εσχάτης προδοσίας. Η όποια εκδήλωση συμπάθειας προς τον καταδικασμένο για τέτοιο έγκλημα, έθετε σε κίνδυνο στιγματώσεως αυτόν που θα την εκδήλωνε. Δεν ήταν δύσκολο να θεωρηθεί συνεργάτης του και να έχει την ίδια τύχη με τον νεκρό εγκληματία!     

      Η επίσημη κατηγορία κατά του Χριστού ήταν ότι ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλέα, «λέγοντα εαυτόν Χριστόν βασιλέα είναι» (Λουκ.23,2). Για τούτο και οι δήμιοι στρατιώτες έγραψαν σε επιγραφή επί του σταυρού «της αιτίας αυτού επιγεγραμμένη, ο βασιλεύς των Ιουδαίων» (Μαρκ.15,26). Κάθε μορφή αντιποίησης της ρωμαϊκής εξουσίας τιμωρούνταν με βαρύτατες ποινές και συχνά το θάνατο. Ιδιαίτερα τιμωρούνταν τέτοιες περιπτώσεις στην Ιουδαία, σε μια από τις πλέον ταραγμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου οι επαναστάσεις κατά της ρωμαϊκής κατοχής ήταν συχνές και αιματηρές. Ο Χριστός παραδόθηκε στους Ρωμαίους από τους Ιουδαίους «κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και των  πρεσβυτέρων» (Ματθ.27,13) ότι «βασιλέα εαυτόν» εποίησε (Ιωάν.19,13) και πως «πας ο βασιλέα εαυτόν ποιεί αντιλέγει τω Καίσαρι» (Ιωάν.19,13). Με αυτά τα εκβιαστικά απαιτούσαν από τον Πιλάτο να Τον θανατώσει, γεγονός το οποίο θορύβησε τον ρωμαίο ηγεμόνα και υπέγραψε την θανατική Του καταδίκη.    

      Επικίνδυνο ήταν και από μέρους των Ιουδαίων, να φροντίσουν το σώμα του Χριστού και να το θάψουν με τιμές. Διότι οι Ιουδαίοι συνέλαβαν τον Ιησού ως «βλάσφημο» (Ματθ.26,65), ότι  «εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν» (Ιωάν.19,7). Ο μωσαϊκός νόμος σε περιπτώσεις ασέβειας και βλασφημίας προς το Θεό ήταν αυστηρός και προέβλεπε μεγάλες ποινές. Ο βλάσφημος στιγματίζονταν από την ιουδαϊκή κοινωνία, όπως και όσοι τον συναναστρέφονταν.  

      Αυτοί που ζήτησαν το σώμα του Χριστού δεν ήταν άσημοι άνθρωποι, αλλά σημαίνοντα πρόσωπα της ιουδαϊκής κοινωνίας, γνωστά πρόσωπα, μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, κυβερνητικοί άρχοντες, οι οποίοι, με την πράξη τους αυτή έθεταν σε κίνδυνο, όχι απλά τη θέση τους και την υπόληψή τους, αλλά και αυτή τη ζωή τους! Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας «βουλευτής υπάρχων και ανήρ αγαθός και δίκαιος» (Λουκ.23,50), «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μαρκ.15,44), για να το ενταφιάσει με τιμές και όχι, όπως συνηθίζονταν να πετούν τα σώματα των κακούργων στα σκουπίδια. Η λέξη «τολμήσας» φανερώνει το ηρωικό τόλμημα του αγίου και αφοσιωμένου στο Χριστό ανθρώπου! Μαζί του και ο έτερος αγαθός άρχοντας των Ιουδαίων, ο βουλευτής Νικόδημος «ο ελθών προς τον Ιησούν νυκτός» (Ιωάν.19,39), παλιότερα, για να γίνει κρυφός μαθητής Του. Αυτοί οι δύο σεβάσμιοι και ηρωικοί άνδρες, αψηφώντας τον κίνδυνο να κατηγορηθούν από τους φανατικούς Ιουδαίους ως συνεργάτες του «επικίνδυνου επαναστάτη και βλάσφημου του Θεού», σύμφωνα με το κατηγορητήριο της καταδίκης Του, απέδωσαν τις νεκρικές τιμές στον Μεγάλο Νεκρό. Οι δύο κρυφοί μαθητές του Κυρίου, φανερώθηκαν και επιτέλεσαν την υψηλή αποστολή τους.

      Παρούσες και πρωταγωνίστριες στην θεόσωμη ταφή του Κυρίου και οι άγιες γυναίκες Μυροφόρες, εκτός από την Θεοτόκο, «εν αις ην Μαρία η Μαγδαληνή, και Μαρία η του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, και η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου»

(Ματθ.27,56). Ο ευλογημένος αυτός σύλλογος των αγίων μαθητριών Του, σε αντίθεση με τους άντρες ένδεκα μαθητές Του, οι οποίοι Τον εγκατέλειψαν και

κρύφτηκαν, «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν.19,38), στάθηκαν άφοβα κοντά Του, Τον θρήνησαν και Τον κήδευσαν με τις τιμές, που Του άξιζε!

         Αλλά είχαν την πεποίθηση ότι, όσα έκαναν για Εκείνον ήταν λίγα. Η βιαστική ταφή Του, λόγω της εορτής του Πάσχα, δεν τους επέτρεψε να περιποιηθούν το άχραντο Σώμα Του όσο έπρεπε. Δεν αρκέστηκαν στην μύρωση του αγίου σώματος πριν την ταφή, αλλά θέλησαν να το μυρώσουν και μετά. Έτσι, μη λογαριάζοντας τους κινδύνους και τις ανυπέρβλητε δυσκολίες, «λίαν πρωί τη μια των σαββάτων», «τη επιφωσκούση» (Ματθ.28,1), «ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσι αυτόν» (Μαρκ.16,1). Ενώ βάδισαν προς το μνημείο, όπου εκείτο ο Διδάσκαλος, σκυθρωπές και λυπημένες, για τον άδικο θάνατό Του, «οδυρόμεναι μετά σπουδής», τις βασάνιζε η σκέψη: «τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ τη θύρας του μνημείου;» (Μαρκ,16,3). Ο λίθος, που κύλισαν στη θύρα του μνημείου ήταν «μέγας σφόδρα», ανυπέρβλητο εμπόδιο για την είσοδό τους στο μνημείο, για να επιτελέσουν την ευγενή επιθυμία τους. 

     Όταν έφτασαν στο μνημείο τις περίμενε η μεγάλη έκπληξη: είδαν τον ογκόλιθο αποκυλισμένο από τη θύρα και πάνω του να κάθεται ο άγγελος της Αναστάσεως (Ματθ.28,1), ο οποίος τους ανήγγελλε το χαρμόσυνο νέο, ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος «ηγέρθη, ουκ εστιν ωδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν» (Μαρκ.16,6). Πήγαιναν να συναντήσουν νεκρό και διαπίστωσαν την ανάστασή του!

      Για την άδολη αφοσίωσή τους στον Κύριο και τον ηρωισμό τους, έλαβαν την υπέρτατη επιβράβευση, να αξιωθούν να γίνουν οι πρώτοι μάρτυρες  της Αναστάσεως.    Οι υπέροχες εκείνες, ταπεινές και καταφρονεμένες γυναίκες, από την ανδροκρατούμενη κοινωνία,  αξιώθηκαν επίσης να αναγγείλουν την Ανάσταση!

      Η απ’ αιώνων καταφρονεμένη γυναικεία φύση γίνεται και πάλι αξία. Έχουμε την έμπρακτη αναγνώριση, για πρώτη φορά στην ιστορία, της γυναίκας, ως ισότιμο ανθρώπινο πρόσωπο με τον άνδρα. Για πρώτη φορά έγινε η μαρτυρία της αξιόπιστη, διότι ως τότε, ούτε στα δικαστήρια γινόταν δεκτή. Και τι μαρτυρία, η μέγιστη όλων των εποχών, η σωτήρια για το ανθρώπινο γένος και ολόκληρο τον κόσμο! Η Ανάσταση του Χριστού, για την συνανάσταση του ανθρώπου!

      Στα τιμημένα πρόσωπα αυτών των αγίων και αφοσιωμένων στον Κύριο γυναικών τιμάται η γυναικεία φύση, την οποία η προμήτορα Εύα, με την παρακοή της, την είχε απαξιώσει και οι άνδρες την είχαν θέσει στο απόλυτο περιθώριο. Όμως ήρθε ο Χριστός, ο Οποίος γκρέμισε κάθε στεγανό, που διαχώριζε τα ανθρώπινα πρόσωπα και μαζί  ήρε την απαξίωση της γυναίκας, ανάγοντάς την σε πραγματικό ανθρώπινο ον. Η γυναίκα απέκτησε τη χαμένη τιμή της από το Χριστό και καταξιώνεται πραγματικά στην Εκκλησία μας και όχι στους ψευδοφεμινισμούς του κόσμου! Οι άγιες Μυροφόρες είχαν την ευλογία να βιώσουν τον πρώτο και αληθινό φεμινισμό, την πραγματική αποκατάσταση της γυναίκας στην θέση που της αξίζει. Έναν φεμινισμό απόλυτα διαφορετικό από τον σημερινό, ο οποίος, αντί να απελευθερώνει τη γυναίκα την κάνει έρμαιο των αμαρτωλών παθών.  

        Αυτή την αλήθεια αργότερα ο απόστολος Παύλος διατύπωσε στη διδασκαλία του: «ούκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ.3,28). Οι πάντες, «όσοι εις Χριστόν εβαπτήσθημεν», είμαστε ένα σώμα, το Σώμα του Χριστού. Αν σήμερα οι γυναίκες απολαμβάνουν δικαιώματα, αυτά τα χρωστούν στο σωτήριο μήνυμα του Χριστού! Οι Άγιες και ηρωικές Μυροφόρες Γυναίκες έκαμαν την αρχή! Αναμφίβολα οι σύγχρονες γυναίκες οφείλουν ευγνωμοσύνη σε εκείνες! Η Κυριακή των Μυροφόρων θα έπρεπε να είναι η κατ’ εξοχήν εορτή των γυναικών! Γιατί λοιπόν να μην αντικαταστήσει την σύγχρονη ανούσια νεοποχίτικη «εορτή της γυναίκας»;   

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Όταν η πατρίδα μας βρισκόταν στη σκληρή δουλεία της τουρκοκρατίας, ο Θεός ευδόκησε να αναδεικνύονται μεγάλα πνευματικά αναστήματα, άξιοι ποιμένες και εκκλησιαστικοί ηγέτες, για να ποιμαίνουν επάξια το σκλαβωμένο Γένος μας. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Αθανάσιος ο Νέος, ο Θαυματουργός Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως στη Μεσσηνία.

       Γεννήθηκε στην Καρύταινα της Γορτυνίας περί το 1640. Κάποιοι βιογράφοι του αναφέρουν την πληροφορία ότι γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1644. Οι γονείς του ονομαζόταν Ανδρέας και Ευφροσύνη και είχαν άλλα τρία παιδιά. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Κορφηνός. Έλαβε από τους ευσεβείς γονείς του την ευλάβεια και την πίστη στο Θεό, δείχνοντας από παιδί την  κλήση του να αφιερωθεί στο Θεό και στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

      Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε μάλλον στην γενέτειρά του και αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στην ξακουστή σχολή της Ιεράς Μονής Φιλοσόφου στην Αρκαδία. Συνέχισε μετά ως κληρικός τις ανώτερες σπουδές του, ως κληρικός στην Κωνσταντινούπολη.

      Όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς του τον παρότρυναν να παντρευτεί, όμως εκείνος πρόβαλλε αντιρρήσεις, διότι έτρεφε στην ψυχή του την επιθυμία να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Οι γονείς του επέμειναν και μάλιστα ο πατέρας του, χωρίς να τον ρωτήσει, του διάλεξε  για  σύζυγό του μια κοπέλα από την Πάτρα, κόρη ενός πλούσιου άρχοντα, με την οποία τον αρραβώνιασε. Κατόπιν τον έστειλε, μαζί με κάποιους σέμπρους του, στο Ναύπλιο, για να αγοράσει τα απαιτούμενα, για το γάμο, χρειαζούμενα. Ο Αναστάσιος, έχοντας σεβασμό στους γονείς του, υπάκουσε και αναχώρησε για την πόλη του Ναυπλίου. 

      Βαδίζοντας για το Ναύπλιο, πέρασαν από το εκκλησάκι της Παναγίας στο Βιδόνι, κοντά στο χωριό Σύρνα, όπου ο Αναστάσιος σταμάτησε για να προσευχηθεί. Μπήκε στη μικρή Εκκλησία και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσε την Παναγία να του δείξει τι πρέπει να κάμει. Έφτασαν στο Ναύπλιο, ψώνισαν τα απαραίτητα για το γάμο και ήταν έτοιμοι να πάρουν το δρόμο του γυρισμού. Αλλά την προηγούμενη βραδιά της αναχωρήσεως είδε ένα παράξενο όνειρο: την Παναγία και τον Τίμιο Πρόδρομο, οι οποίοι του είπαν: «Σκεύος εκλογής και υπηρέτη του Υιού μου επιθυμώ να γίνεις, Αθανάσιε. Απέστειλε, λοιπόν, τους δούλους σου με τα νυμφικά ιμάτια προς τον πατέρα σου και ἡ κόρη ας συζευχθεί άλλον άνδρα. Εσὺ δε να πορευθείς στην Κωνσταντινούπολη, για να λάβεις ότι ο Υιός και Θεός μου ευδόκησε».

     Ο Αναστάσιος κατάλαβε ότι το όνειρο ήταν από Θεού και πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός. Έστειλε τους δούλους στο σπιτικό του και αυτός άλλαξε δρόμο και έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί εκάρη  μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα Αθανάσιος. Ακολούθως χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος.

     Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιάκωβος (1679-1682), (κατά την πρώτη του πατριαρχεία), τον εκτιμούσε πολύ και βλέποντας την πίστη του, την αφοσίωσή του στην Εκκλησία, τα χαρίσματά του και τα λοιπά προσόντα του, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Χριστιανουπόλεως, υπέρτιμο και έξαρχο πάσης Αρκαδίας, ως διάδοχο του κοιμηθέντος Μητροπολίτου Ευγενίου (1645-1673). Η επισκοπική του χειροτονία θα πρέπει να έγινε το 1680 με 1681, όπως φαίνεται από τα υπογραφόμενα έγγραφα από αυτόν, ω μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 

     Η έδρα της Επισκοπής του ήταν η Χριστιανούπολη, πιθανότατα η κώμη Χριστιάνοι της Μεσσηνίας. Όμως, με ασφάλεια μπορούμε να πούμε πως η πραγματική έδρα του, ήταν η πόλη της Κυπαρισσίας. 

     Ο Αθανάσιος όταν πήγε στην επισκοπή του βρήκε μια απελπιστική κατάσταση, από άποψη οικονομική, εκκλησιαστική και ηθική. Οι κάτοικοι, κάτω από την τυραννική εξουσία των τούρκων, είχαν εξαχρειωθεί και εξαθλιωθεί. Ηθικά είχαν αποκτηνωθεί και εν πολλοίς, επικρατούσε ανάμεσά τους ο νόμος της αυτοδικίας. Το ίδιο και από θρησκευτική και πνευματική άποψη, πυκνό πνευματικό σκοτάδι τους σκέπαζε. Η φιλότιμη δράση των μοναχών του Λουσίου και της Σχολής Φιλοσόφου ελάχιστα τους ωφελούσε.

     Ο ένθερμος Επίσκοπος, μόλις ενθρονίστηκε άρχισε έναν τιτάνιο αγώνα για να αντιμετωπίσει τα οξυμένα προβλήματα της επισκοπικής του περιφέρειας. Πρώτο του μέλημα η εξεύρεση ικανών ανθρώπων και ιδιαίτερα νέων να χειροτονήσει κληρικούς, για να πληρώσει τα τεράστια κενά εφημερίων. Για το σκοπό αυτό ίδρυσε σχολεία στοιχειώδους εκπαιδεύσεως για τους υποψηφίους κληρικούς, όπου διδάσκονταν ελληνική γλώσσα, χριστιανική κατήχηση και λειτουργική πρακτική. Για εξεύρεση πόρων παραιτήθηκε ο ίδιος από οποιαδήποτε εισφορά των ενοριών, για την συντήρηση του ιδίου και τη λειτουργία της Ιεράς Μητροπόλεως.

      Φρόντισε παράλληλα για την πνευματική καλλιέργεια του λαού. Ανέθεσε σε ορισμένους σχετικά μορφωμένους κληρικούς να περιοδεύουν ολόκληρη την μητροπολιτική του περιφέρεια και να κατηχούν τον λαό. Περιόδευε και ο ίδιος, διδάσκοντας το λόγο του Θεού με θέρμη και ζήλο και δίνοντας κουράγιο και ελπίδα στο λαό. Έδωσε μεγάλη σημασία στη λειτουργική ζωή, διότι πίστευε πως αυτό που έλλειπε από το λαό ήταν η θεία χάρις, η οποία λαμβάνεται μέσω της λατρείας και ιδίως των Ιερών Μυστηρίων. Ενδιαφέρθηκε για την επάνδρωση των Ιερών Μονών και την ίδρυση νέων, διότι γνώριζε πολύ καλά τον σπουδαίο ρόλο του μοναχισμού στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Μετέβαλε τα μοναστήρια σε πνευματικές εστίες και κέντρα κοινωνικής προσφοράς προς τους κατατρεγμένους χριστιανούς. Αυτά τα μοναστήρια θα γίνουν στη συνέχεια τα εκκολαπτήρια επαναστατών και τα ορμητήρια των αγωνιστών της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας!  

     Παράλληλα επέδειξε μεγάλο κοινωνικό και εθνικό έργο. Η μακραίωνη και απάνθρωπη τουρκική δουλεία είχε εξαθλιώσει τους χριστιανούς ραγιάδες. Προσπαθούσε να βρει πόρους από τους εύπορους της περιοχής, ανακουφίζοντας τους πειναλέους και δυστυχισμένους ανθρώπους. Ιδιαίτερα βοηθούσε τις χήρες και τα ορφανά, των οποίων είχε γίνει ο στοργικός τους πατέρας. Αρωγός έγινε και για τους ανήμπορους, τους γέροντες, τους αδικημένους και τους διωκόμενους. Σε αυτόν έβρισκαν καταφύγιο, στήριξη και παρηγοριά. Όσο μπορούσε, συντηρούσε στις ψυχές των πιστών τη σπίθα της ελευθερίας, μιλώντας τους για ανθρωπιστικές αρχές και φυσικά δικαιώματα, τα οποία τα καταπατούσαν με τον πλέον βάναυσο και απάνθρωπο τρόπο οι βάρβαροι και αλλόθρησκοι κατακτητές.  

      Εκτός από τα ποιμαντικά και φιλανθρωπικά του καθήκοντα ασκούνταν και στην πνευματική του τελείωση. Προσευχόταν, νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε τις άγιες Γραφές και όσα συγγράμματα Πατέρων μπορούσε να προμηθευτεί. Το αποτέλεσμα ήταν να καθαρθεί και να λάβει από το Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι, οι οποίοι έβλεπαν την ώρα της Θείας Λειτουργίας, όταν εκφωνούσε μπροστά στην Ωραία Πύλη το: «Κύριε, Κύριε επίβλεψον εξ’ ουρανού  και ίδε…», μια φλόγα σε σχήμα αστέρος να βγαίνει από το στόμα του!   

     Ποίμανε με φόβο Θεού, ζήλο και αυταπάρνηση το λογικό ποίμνιο που του ανέθεσε η Εκκλησία για είκοσι επτά χρόνια. Στα 1707, ή κατ’ άλλους στα 1708, κοιμήθηκε ειρηνικά, ύστερα από σύντομη ασθένεια. Ο λαός της εκκλησιαστικής του

περιφέρειας τον θρήνησε και τον συνόδευσε πάνδημα στην τελευταία του κατοικία, θεωρώντας τον ήδη ως άγιο. Ανάμεσα στα έτη 1710 και 1713 έγινε ανακομιδή του ιερού του λειψάνου, το οποίο βρέθηκε, στο μεγαλύτερο μέρος του, άφθορο να ευωδιάζει. Τεμάχια των λειψάνων του βρίσκονται στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας, τα οποία συχνά θαυματουργούν. Ο άγιος Αθανάσιος θεωρείται θαυματουργός. Η Εκκλησία τον κατέταξε στη χορεία των αγίων και όρισε να εορτάζεται η σεπτή του μνήμη στις 17 Μαΐου.