Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ ΕΚ ΣΜΥΡΝΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – καθηγητού

 

     Η Μ. Ασία υπήρξε το λίκνο Αγίων της αρχαίας Εκκλησίας, αλλά και κοιτίδα Νεομαρτύρων στα νεώτερα χρόνια. Μια πλειάδα ηρώων ανδρών και γυναικών αντάλλαξαν τη ζωή τους με το μαρτύριο και το θάνατο για την αγάπη του Χριστού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Καραμάνος από τη Σμύρνη.

     Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μ. Ασίας περί το 1623 από ευσεβείς Χριστιανούς γονείς. Ζούσε ήσυχη ζωή με την οικογένειά του και δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα να τον κακολογήσει κανένας. Φαίνεται ότι τον διέκρινε βαθειά πίστη στο Θεό και ήταν ευλαβής και πιστός Χριστιανός. Όμως κάποια μέρα συνέβη έναν πολύ ατυχές συμβάν. Για κάποια αιτία θύμωσε πολύ και πάνω στην οργή του ξεστόμισε τη φράση: «θα γίνω τούρκος», εννοώντας ότι θα γίνει έξαλλος, εκτός εαυτού από το ινάτι του.

       Τον απερίσκεπτο  λόγο του άκουσαν και κάποιοι παριστάμενοι τούρκοι, οι οποίοι εξέλαβαν τα λόγια του ως ομολογία πίστης στο Ισλάμ, ως διαβεβαίωση ότι θα γινόταν τούρκος. Τον άρπαξαν και τον οδήγησαν βιαίως στον τούρκο δικαστή, τον κατή, στον οποίο κατάγγειλαν το περιστατικό, ότι μεταστράφηκε στον μουσουλμανισμό και δέχτηκε να γίνει τούρκος υπήκοος. Ζητούσαν από τον κατή να επισημοποιήσει την υποτιθέμενη επιθυμία του, ως μόνος αρμόδιος, σύμφωνα με την οθωμανική δικαιοσύνη.

   Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως ήταν τακτική των τούρκων να κατασκευάζουν ψεύτικες κατηγορίες στους υπόδουλους Χριστιανούς, από ασήμαντες αφορμές, με σκοπό, αφ’ ενός μεν την τρομοκρατία τους, για να μην σηκώνουν κεφάλι και αφ’ ετέρου, με τον τρόπο αυτόν υποχρέωνα τους δειλούς σε εξισλαμισμό, για να αποφύγουν τα μαρτύρια και το θάνατο.

   Ο δικαστής τον ρώτησε αν είναι αληθινή η μαρτυρία των τούρκων μαρτύρων και ο Νικόλαος απάντησε με θάρρος και παρρησία: «Μη γένοιτο, να αρνηθώ ποτέ τον ποιητή και σωτήρα μου, τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, που πρόκειται να κρίνει ζώντας και νεκρούς και να αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του»! Αρνήθηκε με βδελυγμία την συκοφαντία, την οποία απέδωσε σε σκευωρία εναντίον του. Τότε ο κατής θύμωσε και έδωσε διαταγή να τον δείρουν αλύπητα. Τον παρέλαβαν κάποιοι αγροίκοι στρατιώτες οι οποίοι τον μαστίγωσαν ανηλεώς για πολλή ώρα. Ο Νικόλαος υπόμεινε με γενναιότητα τους φοβερούς πόνους του μαστιγώματος, χωρίς να βγάλει την παραμικρή κραυγή. Τα μόνα του λόγια ήταν προσευχές και επικλήσεις στο Χριστό να τον ενδυναμώσει στη δοκιμασία του.  

      Βλέποντας ο δικαστής ότι ο Νικόλαος παρέμεινε σταθερός στην πίστη του, έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στη φυλακή, χωρίς φαγητό και νερό και να τον ξυλοκοπούν δύο φορές την ημέρα. Έφεραν στη φυλακή την μητέρα του και τη σύζυγό του, οι οποίες προσπάθησαν να τον πείσουν να πει το ναι προσωρινά, να γλυτώσει τα μαρτύρια και το θάνατο και ύστερα βλέπουμε. Αλλά ο Μάρτυς δεν ήθελε να ακούσει τέτοια πρόταση, διότι την θεωρούσε ως προδοσία, έστω και αν ήταν ψεύτικη. Ούτε τα βασανιστήρια, η πείνα και η αφόρητη δίψα τον κατέβαλαν να ενδώσει στους αλλοθρήσκους τυράννους.

     Ύστερα από μερικές ημέρες πίστεψε ο δικαστής ότι θα είχε «σωφρονιστεί». Το ισχυρό καθημερινό μαστίγωμα, η δίψα και η πείνα θα είχαν κάμψει κάθε αντίστασή του. Έτσι έδωσε διαταγή να βγάλουν από τη φυλακή και να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο, όπου, όπως πίστευε, θα ομολογούσε την πίστη του στο Ισλάμ και θα δεχόταν να γίνει τούρκος πολίτης. Ο δικαστής τον ρώτησε ξανά αν αποφάσισε να ασπασθεί το Ισλάμ. Μάλιστα άρχισε τα ταξίματα. Του υποσχέθηκε πως αν έλεγε το

ναι θα του δινόταν πλούτη και τιμές. Και τον απείλησε ότι αν δεν δεχόταν τον περίμεναν μαρτύρια και ο βέβαιος θάνατος.

      Εκείνος, στάθηκε αγέρωχος, με υψηλό ηρωικό φρόνημα και έδωσε την απάντηση: «Είτε στη θάλασσα με ρίξετε, είτε στη φωτιά με κάψετε, είτε λεπτά κομμάτια με κόψετε, εγώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό δεν αρνούμαι»! Και άρχισε να το επαναλαμβάνει συνεχώς και φωναχτά να το ακούν όλοι. Αυτό εξόργισε τον δικαστή και τους παραβρισκόμενους τούρκους. Ο δικαστής προσπάθησε για ύστατη φορά να τον πείσει, με νέες κολακείες και απειλές. Αλλά βλέποντας ότι αυτός ήταν αμετάπειστος τον παρέδωσε στους στρατιώτες να του κάμουν με το ζόρι περιτομή. Τον έδεσαν χειροπόδαρα σε μια κολώνα και του έκαμαν την περιτομή. Ο Μάρτυρας φώναζε με όση δύναμη είχε: «Τι και να με κόβετε; Τον Χριστό μου δεν Τον αρνούμαι. Αυτόν πιστεύω ως αληθινό Θεό. Τούρκος δεν πρόκειται να γίνω»!

     Μετά από αυτό και βλέποντας ο δικαστής ότι η περιτομή δεν έφερε αποτέλεσμα, διέταξε να τον οδηγήσουν στη φυλακή και να τον υποβάλλουν σε σκληρότερα βασανιστήρια, τα οποία συγκλόνισαν ακόμα και τους ξένους, οι οποίοι βρισκόταν στη Σμύρνη. Τα βασανίστρια διήρκησαν περισσότερο από ένα μήνα και ο Μάρτυρας τα υπέμεινε με ηρωισμό και καρτερία. Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά και αγαλλίαση και δόξαζε συνεχώς το Θεό για την μεγάλη τιμή που του δόθηκε να υποφέρει για το όνομά Του και την αγάπη Του.

       Βλέποντας ο δικαστής ότι κάθε περαιτέρω προσπάθεια να μεταπειστεί ήταν ανώφελη έβγαλε τη διαταγή: θάνατος διά απαγχονισμού. Τον κρέμασαν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης 19 Μαρτίου του έτους 1657, σε ηλικία 34 ετών. Το ιερό του λείψανο έμεινε κρεμασμένο, όπως προέβλεπαν οι τουρκικοί νόμοι, τρεις ημέρες κρεμασμένο για παραδειγματισμό. Κατόπιν το ξεκρέμασαν και αγγάρεψαν κάποιους Χριστιανούς να το σύρουν και να το πετάξουν στη θάλασσα. Όμως κάποιοι Φράγκοι ναυτικοί, πλήρωσαν τους τούρκους, το έβαλαν σε δίχτυ και το πήγαν στη χώρα τους όπου το έθαψαν με τιμές Μάρτυρα.

    Η μνήμη του τιμάται στις 6 Δεκεμβρίου.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο ΓΝΗΣΙΟΣ ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΕΩΔΟΥΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού        

      Η αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να επιδείξει ατέλειωτους καταλόγους επισκόπων Της οι οποίοι τίμησαν την υψηλή αποστολή τους και έγιναν ζωντανά πρότυπα για μίμηση. Μια από τις αντιπροσωπευτικότερες μορφές ιδανικών επισκόπων Της είναι και ο λαοφιλής άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας (Μ. Ασίας), του οποίου την ιερή μνήμη τιμά εξόχως η Εκκλησία μας στις 6 Δεκεμβρίου.    

      Το ιερό του συναξάρι είναι στ' αλήθεια μια λεπτομερής θεώρηση του γνησίου τύπου του ορθοδόξου επισκόπου, ο άγιος Νικόλαος υπήρξε πράγματι αντιπροσωπευτικός τύπος γνησίου επισκόπου της Εκκλησίας του Χριστού. Η ζωή του ολόκληρη υπήρξε προσαρμοσμένη στη ζωή του Χριστού που τόσο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και τάχθηκε να τον υπηρετήσει πιστά. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας τη μεγάλη απόφαση να υπηρετήσει το Χριστό και το λαό του Θεού την πήρε ενώ ήταν ακόμα παιδί!

      Γεννήθηκε στην πόλη Πάταρα της Λυκίας γύρω στα 265 μ.Χ. σε μια εποχή κρίσιμη,   κατά την οποία η ειδωλολατρία έδινε τις τελευταίες και σκληρότερες μάχες της κατά του Χριστιανισμού. Είναι γνωστοί οι σκληροί διωγμοί των τελευταίων ειδωλολατρών αυτοκρατόρων. Τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά «ιερά», με προεξάρχοντα στην Ασία τα διαβόητα μαντεία του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνα, είχαν αναγάγει ως κύρια αποστολή τους να συκοφαντούν τους Χριστιανούς στους τοπικούς άρχοντες ως ασεβείς και ως εκ τούτου να τους καταδεικνύουν υπεύθυνους για τις δυστυχίες που έστελναν (υποτίθεται) οι «θεοί» στους ανθρώπους. Τρανταχτή περίπτωση ο φοβερότερος όλων των διωγμών που κίνησε ο Διοκλητιανός καθ’ υπόδειξη και υποκίνηση των ως άνω μαντείων! Ο άγιος Νικόλαος είδε το φως της ζωής διωκόμενος για την πίστη του.   

      Οι ευσεβείς γονείς του τον  ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Φρόντισαν επίσης να του δώσουν και την κατά κόσμον μόρφωση ώστε ο νεαρός Νικόλαος να καταστεί μια υπέροχη πνευματική προσωπικότητα, του οποίου η φήμη απλώθηκε νωρίς στη γύρω περιοχή. Οι αρετές και τα προσόντα του εκτιμήθηκαν από την τοπική εκκλησία των Πατάρων, η οποία τον κάλεσε να την υπηρετήσει, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και αργότερα όταν χήρεψε η επισκοπή της πόλεως των Μύρων χειροτονήθηκε αυτός επίσκοπός της. Κλήρος και λαός δέχτηκαν με ενθουσιασμό την εκλογή του Νικολάου, προαισθανόμενοι την υποδειγματική για όλη την Εκκλησία ποιμαντική δράση του.  

       Αφότου εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου έπαψε πλέον να ζει για τον εαυτό του, αλλά ζούσε μόνο για να υπηρετεί την Εκκλησία του Χριστού και όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιά διάκριση. Μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε ολόκληρη την περιουσία του στους φτωχούς της επισκοπής του, ώστε πλέον ανεπηρέαστος από προσωπικές  βιοτικές μέριμνες να αφοσιωθεί στο πολυποίκιλο ποιμαντικό του έργο.

        Η επισκοπή των Μύρων έγινε το κέντρο της πνευματικής και φιλανθρωπικής διακονίας των κατοίκων όλης της ευρύτερης περιοχής της Λυκίας. Ο επίσκοπος Νικόλαος έγινε ο πατέρας, ο φροντιστής, ο παρήγορος και το καταφύγιο κάθε φτωχού, κατατρεγμένου και πονεμένου ανθρώπου. Αυτός με την απέραντη αγάπη και ανεκτικότητα που έτρεφε στα στήθη του δεν άφηνε κανέναν χωρίς να τον ευεργετήσει και να μην τον στηρίξει πνευματικά και ηθικά και υλικά. Κανένας δε μπόρεσε να εξηγήσει που έβρισκε τους υλικούς πόρους με τους οποίου κάλυπτε τις ανάγκες πλήθους ενδεών ανθρώπων. Παράλληλα έγινε ο διαπρύσιος στηλιτευτής των

εκμεταλλευτών κατά των αδυνάτων και των φτωχών. Με τη σπάνια παρρησία και το θάρρος που διέθετε ασκούσε έλεγχο σε όλους όσοι ευθύνονταν για την κακοδαιμονία του λαού, όσο ψηλά και αν βρίσκονταν. Το συναξάρι αναφέρει πως κάποτε στις μέρες του ο λαός της ευρύτερης περιοχής της επισκοπής του λιμοκτονούσε. Γεμάτος αγωνία ο Νικόλαος κατέβηκε σε κάποιο λιμάνι όπου συνάντησε πλοίο γεμάτο σιτάρι που ήταν έτοιμο να αποπλεύσει για τη Γαλλία έπεισε τον πλοιοκτήτη να μείνει το φορτίο στη Λυκία, πλήρωσε, άγνωστο πως, το σιτάρι και το μοίρασε στους λιμοκτονούντες κατοίκους τους οποίους έσωσε από βέβαιο θάνατο.

      Ο κάθε αδύναμος άνθρωπος είχε τον προστάτη του. Ο άγιος βρισκόταν κοντά σε κάθε έναν και σε κάθε δύσκολη περίσταση ευεργετούσε ακόμα και θαυματουργικά. Ο βιογράφος του αναφέρει πλήθος τέτοιων περιστατικών. Ο απόλυτα φτωχός άγιος προικοδοτούσε τα φτωχά κορίτσια, προστάτευε τη σοδιά των φτωχών γεωργών, γινόταν ο αρωγός των ναυτικών. Μέχρι σήμερα παραμένει ο προστάτης των ναυτιλλομένων χάρη στις πάμπολλες θαυματουργικές επεμβάσεις του προς αυτούς.

      Η πολιτική εξουσία κατά τον άγιο Νικόλαο υπάρχει από το Θεό να υπηρετεί το λαό. Όταν αυτή αντιστρατεύεται το πραγματικό συμφέρον και το θέλημα του λαού πρέπει να ελέγχεται. Έτσι ο άγιος δεν άργησε να γίνει ο ελεγκτής των διωκτών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, οι οποίοι έστειλαν στο θάνατο χιλιάδες χριστιανούς μάρτυρες. Με αφόρητες προσωπικές απαγορεύσεις, διώξεις και βασανιστήρια, υπερασπίζονταν όσους διώκονταν για την πίστη τους. Τους στήριζε, τους ενθάρρυνε να μη δειλιάσουν και γίνουν αρνητές του Χριστού. Παράλληλα είχε γίνει ο παρηγορητής των συγγενών των μαρτύρων, πείθοντάς τους ότι το μαρτύριο για το Χριστό είναι ύψιστη τιμή!  

      Ο  άγιος επίσκοπος υπήρξε επίσης εκφραστής και της γνήσιας και ανόθευτης πίστης της Εκκλησίας. Η αίρεση ήταν γι' αυτόν ύβρις κατά του Θεού και της αλήθειας. Ως μέλος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325) έδωσε σκληρή μάχη για να απομονωθεί ο αιρετικός και βλάσφημος του Χριστού Άρειος. Για την παρρησία του αυτή κλείστηκε στη φυλακή, διότι οι περιστάσεις τον ανάγκασαν να φερθεί σκληρά στο φοβερό αιρεσιάρχη.            

      Τα πράγματα του κόσμου τα θεωρούσε όπως και ο απόστολος Παύλος φτηνά, εφήμερα, ανούσια, πραγματικά «σκύβαλα» (Φιλιπ.3,8). Τη δόξα, το χρήμα, τη δύναμη, την κοινωνική καταξίωση τα θεωρούσε υποδεέστερα από τη διακονία του Χριστού. Γι' αυτό, τα παραμέρισε όλα, και με θέρμη τάχθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας του Θεού. Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε υπόδειγμα πραγματικού χριστιανού ηγέτη ταγμένου στη διακονία του λαού του Θεού. Ο άγιος Νικόλαος αποτελεί πράγματι πρότυπο για όλους τους κατοπινούς κληρικούς, γιατί υπήρξε ο ίδιος πιστός μιμητής του Χριστού, πραγματικός «Κανόνας πίστεως, εικόνα πραότητος, (και) εγκρατείας διδάσκαλος» σύμφωνα με το απολυτίκιο της εορτής του!  

      Το 330 μ.Χ. κοιμήθηκε ειρηνικά, γέρος και κατάκοπος, από τον αγώνα και τη συνεχή διακονία ολόκληρης της ζωής του. Το σεπτό αποστεωμένο σκήνωμά του έγινε αντικείμενο τιμής όχι μόνο από τους πιστούς της επισκοπής του, αλλά και από αλλόθρησκους και ειδωλολάτρες οι οποίοι είχαν ευεργετηθεί ποικιλότροπα από αυτόν. Ο τάφος του μέχρι σήμερα στα Μύρα είναι τόπος προσκύνησης των απανταχού της γης χριστιανών, αλλά και πολλών αλλοθρήσκων, οι οποίοι συρρέουν για να τιμήσουν αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα.

      Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο άγιος Νικόλαος υπήρξε γνήσιος εκφραστής του χριστιανικού και του ελληνικού ιδεώδους. Ως επίσκοπος υπήρξε ο αντιπροσωπευτικός τύπος του χριστιανού επισκόπου, «εις τύπον και τόπον Χριστού», σύμφωνα με τη θεολογία του Ιγνατίου του θεοφόρου. Φύλακας της ορθής πίστεως και πνευματικός αρωγός των πιστών. Επί πλέον υπήρξε αντιπροσωπευτικός ενσαρκωτής

της ελληνικής παράδοσης. Το ανθρωπιστικό ιδεώδες του ελληνισμού σε συνδυασμό με τον υπέροχο χριστιανικό ανθρωπισμό συναντήθηκαν στο ιερό πρόσωπο του Νικολάου, εφαρμόσθηκαν και έγιναν πράξη. Η δημοκρατική του τακτική και η συλλογικότητα στις ενέργειές του είναι η βίωση της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης, η οποία διασώθηκε και βελτιώθηκε από τη χριστιανική διδασκαλία και πράξη. Γι' αυτό ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός άνδρας έγινε τόσο διάσημος, τόσο λαοφιλής, ώστε να τιμάται ιδιαζόντως σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Γι' αυτό τιμάται ιδιαίτερα από όλους τους ορθοδόξους και περισσότερο από τους Έλληνες, γι' αυτό υπάρχουν τόσοι πολλοί ναοί προς τιμήν του, γι' αυτό πλήθος ανθρώπων φέρουν με καμάρι το σεπτό του όνομα.

      Εμείς οι ορθόδοξοι νεοέλληνες έχουμε χρέος να τιμάμε και να μιμούμαστε υπέροχες προσωπικότητες του ενδόξου παρελθόντος μας, σαν αυτή του αγίου Νικολάου. Σε εποχές ζοφερές, σαν και την εποχή μας, έχουμε ανάγκη από φωτεινά πνευματικά ορόσημα, αντάξιες του αγίου Νικολάου. Στις δύστηνες μέρες μας, όπου βιώνουμε ως Έθνος μια από τις χειρότερες περιόδους της εθνικής μας υπόστασης, όπου μας κυκλώνει το φάσμα της οικονομικής κατάρρευσης και αυτού ακόμα του αφανισμού μας, έχουμε ανάγκη από την αρωγή του αγίου Νικολάου, ο οποίος έσωσε το λαό σε παρόμοιες συνθήκες στον καιρό του, φτάνει να τον επικαλεστούμε. Άγιε του Θεού σπεύσε να μας βοηθήσεις γιατί χανόμαστε…

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου - Καθηγητού

      Ανάμεσα στους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας σημαντική θέση κατέχουν οι μεγάλες ασκητικές και μοναχικές μορφές. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος.

      Γεννήθηκε  το έτος 439 στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Σοφία, οι οποίοι ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Ο πατέρας ήταν στρατιωτικός και κατά συνέπεια ήταν αναγκασμένος να μεταναστεύει. Όταν ο Σάββας ήταν μικρός, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει με τη σύζυγό του στην Αλεξάνδρεια, αφήνοντας το παιδί του στην ανατροφή σε κάποιον συγγενή του ονόματι Ερμία. Αλλά ενωρίς τον εγκατέλειψε λόγω της κακής συμπεριφοράς της συζύγου του προς αυτόν. Αποφάσισε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, καταφεύγοντας στη Μονή Φλαβιανών, όπου, παρά το νεαρό της ηλικίας του έδειξε ασυνήθιστο ζήλο για τη μοναχική ζωή και την άσκηση.  Σε μικρό χρονικό διάστημα ξεπέρασε σε αρετές τους μοναχούς. Μάλιστα άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της αγιότητάς του. Κάποτε κάνοντας το σημείο του σταυρού μπήκε μέσα σε πυρακτωμένο φούρνο, για να σώσει τα ενδύματα των μοναχών, τα οποία είχε λησμονήσει ο φούρναρης,  χωρίς να υποστεί την παραμικρή φθορά.

       Μετά από δέκα έτη παραμονής του στη Μονή, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να μεταβεί και να εγκατασταθεί στην στους Αγίους Τόπους. Ο ηγούμενος, ύστερα από θεία οπτασία, του έδωσε την άδεια και έτσι ο Σάββας έφτασε στην Ιερουσαλήμ, όπου φιλοξενήθηκε στην Μονή του Αγίου Πασσαρίωνος, το χειμώνα του 456 -457. Παρά τις παρακλήσεις των αδελφών της Μονής να μείνει μαζί τους, εκείνος αποφάσισε να αναχωρήσει για την έρημο, κοντά στον φημισμένο ασκητή  Μ. Ευθύμιο.

       Ο άγιος Ευθύμιος, διαβλέποντας την πνευματική πορεία του νεαρού μοναχού, αρνήθηκε να τον δεχτεί στη Λαύρα του και τον έστειλε στην Μονή του Αββά Θεοκτίστου. Εκεί ο Σάββας επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες, υποδεικνύοντας τέλεια υπακοή και ταπεινοφροσύνη. Ιδιαίτερα αγαπούσε τις ακολουθίες και την προσευχή. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ασκήθηκε υπό την ηγουμενία του Θεοκτίστου και του Μάριδος. Κατόπιν ζήτησε από τον ηγούμενο Λογγίνο να αποσυρθεί σε παρακείμενο σπήλαιο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία. Εκεί, για πέντε ολόκληρα χρόνια, έμενε νηστικός όλη την εβδομάδα και έτρωγε μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, προσευχόμενος και εργαζόμενος το εργόχειρό του.  Κατά τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής αποσύρονταν πιο βαθιά στην έρημο του Ρουβά, μαζί με τον άγιο Ευθύμιο, προσευχόμενοι και αγρυπνούντες. Η τροφή τους αποτελούνταν από λίγα άγρια πικρά χόρτα της ερήμου και νερό. Αυτή η άσκηση συνεχίστηκε ως το θάνατο του αγίου Ευθυμίου το 473.  

      Κατόπιν ο Σάββας, διάγοντας το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του,  προχώρησε πιο βαθιά στην έρημο, όπου συνδέθηκε με τους φημισμένους αγίους ασκητές Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη και  Γεράσιμο Ιορδανίτη. Το 483 ίδρυσε δική του Λαύρα, ανατολικά του χειμάρρου των Κέδρων, συγκεντρώνοντας περίπου εβδομήντα αναχωρητές, υπό την πνευματική του καθοδήγηση. Ο ίδιος διέμενε σε παρακείμενο σπήλαιο, όπου πάλευε σκληρά με τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων.  Ως δείγμα της αγιότητάς του ανέβλυζε μύρο από τη σπηλιά του. Λίγο αργότερα οι αναχωρητές της Λαύρας του έφτασαν τους εκατόν πενήντα. Κάποιοι μοναχοί τον συκοφάντησαν στον Πατριάρχη Σαλλούστιο και ζήτησαν την αντικατάσταση της ηγουμενίας του. Όμως ο Πατριάρχης, όχι μόνο δεν πίστεψε τις συκοφαντίες, αλλά τον χειροτόνησε πρεσβύτερο το 491. 

      Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε μακριά και για τούτο πλήθος μοναχών συνέρρεαν στη Λαύρα του, άλλοι να πάρουν την ευλογία του και άλλοι να μείνουν κοντά του. Ο ίδιος, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο ενέτεινε τον πνευματικό του αγώνα και την άσκησή του. Το έτος 494 άρχισε η ανοικοδόμηση του ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, διότι ο πρότερος ναός δεν επαρκούσε για τις λατρευτικές ανάγκες των πολυπληθών μοναχών της Λαύρας. Αλλά και πάλι δέχτηκε νέα συκοφαντία εναντίον του. Για να ηρεμίσει η Λαύρα, αποφάσισε να φύγει. Για πέντε χρόνια περιόδευσε την Παλαιστίνη και τη Μ. Ασία, ιδρύοντας Λαύρες. Το 512 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), να εκθρονίσει την αιρετικό μονοφυσίτη Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία (494-512). Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ηγήθηκε του αγώνα των Ορθοδόξων κατά της φοβερής αιρέσεως του μονοφυσιτισμού.

      Το 530 έφτασε για δεύτερη φορά στην  Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) να προστατέψει τους πληθυσμούς από τις επιδρομές των αλλοφύλων και από τις ταραχές των ντόπιων. Ήδη ήταν ενενήντα χρονών. Με την επιστροφή του στην Παλαιστίνη αρρώστησε και κοιμήθηκε ειρηνικά στις 5 Δεκεμβρίου του 532. Το 547 βρέθηκε το ιερό του λείψανο άφθορο, το οποίο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 το άρπαξαν οι σταυροφόροι και το μετέφεραν στην Βενετία. Το 1965 επεστράφη στην Λαύρα του, στην Παλαιστίνη, όπου παραμένει εκεί, ως πολύτιμος θησαυρός, αγιάζοντας και θαυματουργώντας τους πολυάριθμους προσκυνητές, οι οποίοι συρρέουν από τα πέρατα του κόσμου. Άλλωστε η φημισμένη Μονή του παραμένει ως τα σήμερα φωτεινός πνευματικός φάρος της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Δεκεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης.

      Ο άγιος Σάββας έλαβε την προσωνυμία από την Εκκλησία Ηγιασμένος, διότι υπήρξε όντως αγιασμένο σκήνωμα της Χάριτος του Θεού. Με την βαθιά του πίστη στο Θεό, με τον προσωπικό του αγώνα κατά των παθών του και με την καλλιέργεια των αρετών του, αγιάστηκε ο ίδιος και αγίασε και συνεχίζει να αγιάζει τους άλλους. Γι’ αυτό και παραμένει στη συνείδηση των πιστών ως πρότυπο αληθινού Χριστιανού και ανθρώπου, διότι ο ίδιος είχε ενδυθεί από μικρός το Χριστό και έζησε σε όλη του τη ζωή με αυτό το θεϊκό αυτό ένδυμα.             

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Τους ποταμούς αιμάτων, τα οποία χύθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων της τουρκικής δουλείας, είναι εμπλουτισμένα και με το αίμα χιλιάδων κληρικών, όλων των βαθμών. Ένας από αυτούς ο οποίος έδωσε τη ζωή του στην υπηρεσία της ελεθερίας και της ποιμαντικής του συνέπειας είναι και ο άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ, επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου. Ένας αληθινός και αφοσιωμένος Ιεράρχης και συνάμα ένας φλογερός πατριώτης.

       Γεννήθηκε στα μισά του 16ου αιώνα στο χωριό Μπεζούλια των Αγράφων. Ένα πανέμορφο χωριό στις όχθες της τεχνητλής λίμνης Πλαστήρα. Γονείς του υπήρξαν ο Σωφρόνιος Αθανασίου και η Μαρία, οι οποίοι διακρίνονταν για την ευσέβειά τους και την ενάρετη ζωή τους. Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Σωτήριος. Οι ευσεβείς γονείς του φρόντισαν να τον αναθρέψουν σύμφωνα με τις χρστιανικές αρχές και να εμφυσίσουν στην παιδική του ψυχή την ακράδαντη πίστη στο Θεό. Επίσης του δίδαξαν τον ενάρετο βίο, την αγάπη προς όλους, την ταπείνωση και την σεμνότητα.

      Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε σε σχολείο που λειτουργούσε η Ιερά Μονή Αγίου Πνατελεήμονος, κοντά στο χωριό του, όπου έδειξε πρωτοφανή επιμέλεια και σεβασμό προς τους δασκάλους μοναχούς. Διδακτικά εγχειρίδια τα λειτουργικά βιβλία της Μονής, στα οποία εντρύφισε με ζήλο και σεβασμό. Ήρθε σε επαφή με τα ιερά κείμενα και τα αγάπησε με πάθος. Το Ψαλτήριο, η Παρακλητική, τα Μηναία, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο έγιναν τα αγαπημένα του αναγνώσματα. Έτσι, μαζί με την γνώση απέκτησε και αγάπη για την εκκλησιαστική ζωή. Ενωρίς γεννήθηκε στην ψυχή του η επιθυμία να ζήσει τον μοναχικό βίο.

      Όταν ενηλικιώθηκε, αφού πήρε την ευχή των γονέων του, περιπλανήθηκε σε διάφορες  Μονές των Αγράφων και κατέληξε στην ονομαστή Ιερά Μονή Κορώνης, η οποία δεν απείχε μακριά από το χωριότου και ήταν σημαντικό πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Στον ιερό εκείνο χώρο, στην ηρεμία του γαλήνιου ορεινού τοπίου, βρήκε αυτό που ζητούσε η ανήσυχη ψυχή του: το κατάλληλο κλίμα για να ασκηθεί πνευματικά. Οι αδελφοί της Μονής τον  δέχτηκαν και τον καθοδήγησαν, ώστε σε σύντομο χρόνο να αναδείξει την πνευματική του ωριμότητα, τα χαρίσματά του και τις αρετές του. Ντύθηκε το μοναχικό αγγελικό σχήμα, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Σεραφείμ, βιώνοντας με ακρίβεια τη μοναχική ζωή, συμμετέχοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής του στη λειτουργική ζωή και εκτελώντας με περισή προθυμία τις διακονίες, όσο ταπεινές και κοπιαστικές και αν ήταν. Έτσι κέρδισε την αγάπη και το σεβασμό των αδελφών της Μονής.

       Σύντομα του προτάθηκε να εισέλθει στις τάξεις της ιεροσύνης, χειροτονήθηκε διάκονος, σύντομα πρεσβύτερος και κατόπιν ηγούμενος της Ιεράς Μονής. Επί της ηγουμενίας του η Μονή αξιώθηκε να γνωρίσει ημέρες δόξης και φήμης. Από όλο τον ορεινό όγκο των Αγράφων, αλλά και του θεσσαλικού κάμπου έσπευδαν οι κατατρεγμένοι από τους Τούρκους δυνάστες, να βρουν καταφύγιο, παρηγοριά, πνευματική και υλική αρωγή. Επί πλέον η Μονή οργάνωσε Κρυφό Σχολειό, στον νάρθηκα της οποίας διδασκονταν τα σκλαβωμένα ελληνόπουλα την ελληνορθόδοξη παιδεία και καλλιεργούνταν στις ψυχές τους η ιδέα της ελευθερίας.

       Η φήμη για την φωτεινή προσωπικότητα και το έργο του Σεραφείμ έφτασε μακριά. Έτσι όταν κοιμήθηκε ο Επίσκοπος Καπούας – Φαναρίου Λαυρέντιος, κλήθηκε από την Εκκλησία να το διαδεχτεί στον επισκοπικό θρόνο. Εκείνος αρχικά διατυπωσε τις αντιρρήσεις του, λόγω της ταπεινότητας, που τον διέκρινε, αλλά τελικά υποτάχτηκε στη θέληση της Εκκλησίας, η οποία ταλανίζονταν από τη φοβερή τουρκική σκλαβιά.

      Ο σεβάσμιος και δαρστήριος Σεραφείμ διέπρεψε και ως Επίσκοπος. Στη σύντομη επισκοπική του διακονία άσκησε ένα πρωτόγνωρο ποιμαντικό, πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό έργο. Αναδείχτηκε αληθινός ποιμένας των λογικών προβάτων, που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Οι πιστοί της επισκοπής του τον αγαπούσαν και τον εμπιστεύονταν σαν πατέρα τους και εκείνος έδειχνε την πατρική του αγάπη προς  αυτούς.

      Αλλά υπήρχαν και εκείνοι που τον μισούσαν. Πρόκειται για τους Τούρκους, οι οποίοι έβλεπαν με φθόνο και καχυποψία τη δράση του δυναμικού Επισκόπου.  Γι’ αυτό και ζητούσαν να βρουν αφορμή να τον συλλάβουν και να τον σκοτώσουν.

      Αυτή η αφορμή δόθηκε. Στα  1601 ο θριλικός και ηρωικός Επίσκοπος Τρίκκης (Λαρίσης) Διονύσιος ο Φιλόσοφος, μη αντέχοντας να βλέπει τα φρικώδη δεινά των υποδούλων Ελλήνων, υποκίνησε επανάσταση κατά των Τούρκων στη Δυτική Θεσσαλία. Φυσικά το κίνημα απέτυχε και καταπνύγηκε στο αίμα. Ο φλογερός Επίσκοπος οδηγήθηκε στα Γιάννενα και ύστερα από φρικτά μαρτύρια, γδάρθηκε ζωντανός. Επίσης και όλοι οι συνεργάτες του είχαν ανάλογη τύχη.

       Για να τροκρατήσουν τους υπόδουλους Έλληνες, ασκούσαν φοβερή τρομοκρατία στην ευρύτερη περιοχή. Συνελάμβαναν αθώους, τους καταλόγιζαν ψευδείς κατηγορίες ότι δήθεν ήταν συνεργάτες του Επισκόπου Διονυσίου, τους οποίους βασάνιζαν απάνθρωπα και θανάτωναν. Ένας από αυτούς ήταν και ο Επίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ. Τον κατηγόρησαν ως δήθεν συναργάτη του Διονυσίου, αλλά εκείνος έλειπε την περίοδο της επανάστασης σε ποιμαντική και ιεραποστολική περιοδία στα χωριά των ορεινών Αγράφων.

      Επέστρεψε στο Φανάρι στις 3 Δεκεμβρίου του 1601 και επισκέφτηκε τις τουρκικές αρχές, για να δηλώσει την επιστροφή του, όπως όριζαν οι τουρκικοί νόμοι και να δώσει το καθιερωμένο «μπακσίσι» στον τούρκο διοικητή. Αλλά εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Μόλις εισήλθε στο διοικητήριο, οι παριστάμενοι αγάδες είπαν: «Αυτός ήταν με το Διονύσιο, πως τολμά και παρουσιάζεται μπροστά μας;». Εκείνος, σάστισε και τους απάντησε ότι ήταν αθώος και πως έλειπε σε περιοδία.  Εκείνοι όμως βρίζοντας του είπαν: «Αποστάτη και προδότη, θα λάβεις και εσύ όπως σου αξίζει την αμοιβή σου. Το μόνο που σου μένει είναι να αλλαξοπιστήσεις, να γίνεις Τούρκος και εμείς θα σε συγχωρήσουμε και θα σε τιμήσουμε κιόλας».

      Ο Σεραφείμ δεν σκέστηκε ούτε στιγμή την δόλια πρότασή τους. Τους δήλωσε πως «Σε καμιά περίπτωση δεν θα αρνηθώ το Χριστό μου. Τις δικές σας τιμές τις καταφρονώ»! Εκείνοι γεμάτοι θυμό και αγανάκτηση όρμισαν επάνω του, τον κτύπησαν, τον κακοποίησαν και τον έσυραν  στο θυριώδη διοικητή Φαναρίου Χαμουζάμπεη, φωνασκώντας ότι «Και ετούτος ήταν επαναστάτης καὶ συνεργαζόταν μὲ τὸν καταραμένο Διονύσιο. Είναι εχθρὸς και φοβερὸς αντίπαλός μας. Θάνατος στον προδότη»!

     Ο τούρκος διοικητής κάλεσε τον Σεραφείμ κοντά του και χρησιμοποίησε τη γνωστή μέθοδο της δήθεν καλοσύνης και επιείκειας, με ταξίματα και τιμές, αν ήθελε να αλλαξοπιστήσει. «Σεραφείμ, ἐσὺ εἶσαι ἔξυπνος ἄνθρωπος. Ἀπορῶ πῶς τὸ ἔπαθες καὶ συμφώνησες μὲ τὸν ἀνόητο ἐκεῖνο Διονύσιο καὶ δὲν σκέφθηκες πὼς τὸ κίνημά σας, ὄχι μόνον ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπικρατήση, ἀλλὰ θὰ στοίχιζε καὶ τὸ κεφάλι σας. Νά, πιάστηκες καὶ κινδυνεύεις νὰ τιμωρηθῆς παραδειγματικὰ μὲ φρικτὸ θάνατο. Τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω, νὰ γίνης Τοῦρκος, ἄν θέλης νὰ σοῦ χαρίσουμε τὸ κεφάλι· ἀκόμα καὶ μεγάλη θέση σοῦ δίνουμε καὶ πλούτη καὶ δόξα σοῦ ἐξασφαλίζουμε».

      Ο ηρωικός Επίσκοπος άκουσε με προσοχή τα λόγια του διοικητή και του απάντησε χωρίς άλλη περίσκεψη: «Ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν θ’ ἀποχωρισθῶ

ποτέ. Ἀντιθέτως, μετὰ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης θὰ δεχθῶ τὸν θάνατον χίλιες φορὲς γιὰ τὸ ὄνομά Του τὸ Ἅγιον. Δι’ αὐτὸ σφάξε, κόψε, κάμε ὅ,τι σοῦ λέγει ὁ νόμος»! Ταυτόχρονα μια ανεξήγητη γαλήνη πλήρωσε την ψυχή του, αποδιώχνωντας κάθε ίχνος φόβου και αγωνίας.

        Ο διοικητής Χαμουζάμπεης έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Πρόσταξε στους αιμοβόρους υποτακτικούς του να τον δείρουν αλύπητα και να του κόψουν τη μύτη. Ο Σεραφείμ υπόμεινε με καρτερία και αδιαμαρτύρητα τα μαρτύρια, ευχαριστώντας και υμνώντας το Θεό, ο Οποίος τον αξίωσε να κακοπαθήσει για την αγάπη Του. Κατόπιν έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στο πιο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, χωρίς φαγητό και νερό, με σκοπό να δειλιάσει και να αλλαξοπιστήσει. Μάταια όμως ήλπιζε ο Χαμουζάμπεης, ο ηρωικός Επίσκοπος ήξερε να πεθαίνει ως Χριστιανός και Έλληνας. Την όλη τη νύχτα, παρά τους αφόρητους πόνους, προσευχόταν στο Θεό και την Παναγία, να τον βοηθήσει να υπομείνει το μαρτύριο και να μη λιγήσει.

       Την άλλη μέρα τον παρουσίασαν και πάλι στον διοικητή, ο οποίος του είπε: «Ἐ, Σεραφείμ, πιστεύω νὰ σωφρονίσθηκες μὲς τὴν φυλακή. Ἔλα, λυπήσου τὰ νιάτα σου καὶ πίστεψε στὸν Μεγάλο Προφήτη». Αλλά Εκείνος, με θάρρος και πρόσωπο που έλαμπε από αγαλίαση, αρνήθηκε και πάλι τις προσποιητές κολακίες του τούρκου αξιωματούχου.  Για τούτο έδωσε διαταγή για νέα χειρότερα βασανιστήρια, τον κτύπησαν άγρια, τον ξάπλωσαν τεντώνοντάς του τα χέρια και τα πόδια και τοποθετώντας στην κοιλιά του έναν μεγάλο βράχο. Του έδωσαν να πιεί βουρκόνερο και συνέχιζαν να τον κακοποιούν.

       Μετά από ώρα ο διοικητής έδωσε διαταγή: «σουβλήστε τον»! Τον πήραν και τον οδήγησαν στο κέντρο του Φαναρίου, κοντά σε ένα κυπαρίσσι, στο μέρος που σήμερα είναι ο Ναός επ’ ονόματί του. Εκείνος γαλήνιος και προσευχόμενος βάδιζε στο φοβερό μαρτύριο, ψελίζοντας προσευχές και λόγια συγχώρεσης στους δημίους του! Όταν έφτασαν στον τόπο του μαρτυρίου, τον γύμνωσαν και τον υπέβαλαν στον δια σουβλισμού φρικτότατο θάνατο. Ο άγιος δεν επέζησε για πολλή ώρα, η ψυχή του ποέταξε στα ουράνια για να συναντήσει το Χριστό, να τον δοξάσει!  Το δε τίμιο σώμα του έλαμπε από ανεξήγητο φώς και το πρόσωπό του από λαπρότητα και γαλήνη. Ήταν 4 Δεκεμβρίου του έτους 1601.

      Ο Χαμουζάμπεης έδωσε διαταγή να μην ταφεί το σώμα του Ιερομάρτυρα, αλλά να παραμείνει εκεί ως φόβητρο των Ρωμηών. Μάλιστα έβαλε φρουρά να το φυλάει. Για πολλές ημέρες έμεινε άταφο, αλλά άφθαρτο. Δεν πέστη αλλοιώσεις, σήψη και δυσοσμία, αλλά συνέχιζε να λάμπει και να ευωδιάζει! Κατόπιν έκοψαν το κεφάλι του αγίου, το οποίο έστειλαν στα Τρίκαλα, όπου το παλούκωσαν, μαζί με τα κεφάλια άλλων δύο επαναστατών. Το σώμα το έριξαν από το κάστρο του Φαναρίου και το εξαφάνισαν.

       Ο ευλαβλης ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δουσίκου, κατάφερε να πάρει την τίμια κεφαλή και να την μεταφέρει στο μοπναστήρι, ως πολίτιμο θησαυρό. Μάλιστα υπάρχουν σ’ αυτή εμφανή ίχνη από δέρμα! Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου, την ημέρα του ηρωικού του μαρτυρίου.  Συγκαταλλέγεται στους θαυματουργούς αγίους, επιτελώντας άπειρα θαύματα σε όσους τον επικαλούνται με ευλάβεια και πίστη.   

      Ο άγιος Ιερομάρτυρας Σεραφείμ αποτελεί μια ακόμα ζωντανή απόδειξη για τον εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας μας στα τραγικά χρόνια της τουρκής δουλείας. Μια ηχηρή απάντηση σε όλους τους ανιστότητους και κακόβουλους συκοφάντες, ότι δήθεν η Εκκλησία βρικόταν με το μέρος των αλλοθρήσκων τυράννων του λαού μας! Η συντριπτική πλειοψηφία του ορθοδόξου κλήρου είναι ταυτόσημη με το βίο του αγίου Σεραφείμ!  

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

    Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έβαλαν τη δική τους σφραγίδα ο καθένας στη διατύπωση της  αποκαλυμμένης και σώζουσας αλήθειας. Είναι όντως θαυμαστό το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρόνος στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας να μην υπάρχουν Πατέρες και διδάσκαλοι, οι οποίοι εκφράζουν την αυτοσυνειδησία Της.

       Μια από τις μεγάλες πατερικές μορφές υπήρξε και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος έζησε και έδρασε σε μια κρίσιμη εποχή για την Εκκλησία, όπου η εικονομαχία συγκλόνιζε τα θεμέλιά Της. Γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας περί το 645 από ευγενείς γονείς. Η πατρίδα του, όπως και όλη η Μ. Ανατολή βρισκόταν στην εξουσία των Αράβων κατακτητών. Ο πατέρας του Σέργιος ήταν υπουργός των οικονομικών του άραβα χαλίφη Αβδέλ Μελέκ του Α΄, φιλάνθρωπος και προστάτης των χριστιανικών πληθυσμών από τις αυθαιρεσίες των Αγαρηνών. Τον γιό του Ιωάννη τον θεώρησε ως δώρο του Θεού. Φρόντισε να του δώσει ευσέβεια και μόρφωση. Διάλεξε ως δάσκαλό του έναν επιφανή άνδρα από την Ιταλία, τον μοναχό Κοσμά, τον οποίο έσωσε από θάνατο. Αυτός του δίδαξε θεολογία, φιλολογία, ρητορική, αστρονομία και μουσική. Μαζί του μεγάλωνε και σπούδαζε ο θετός αδελφός του Κοσμάς, τον οποίο υιοθέτησε η οικογένειά του λόγω ορφάνιας. Είναι ο κατοπινός μεγάλος ποιητής της Εκκλησίας μας, επίσκοπος Μαϊουμά Κοσμάς ο Μελωδός.

      Όταν ολοκληρώθηκαν οι σπουδές των δύο νέων ο δάσκαλός τους μοναχός Κοσμάς ζήτησε την άδεια να αναχωρήσει για τη λαύρα του Αγίου Σάββα στην  Παλαιστίνη, όπου κοιμήθηκε εν ειρήνη. Λίγο αργότερα κοιμήθηκαν και οι γονείς τους. Οι Σαρακηνοί εκτιμώντας τη μόρφωση του Ιωάννη του έδωσαν το αξίωμα του πατέρα του, παρά τη θέλησή του, διότι εκείνος ποθούσε τη μοναχική ζωή.

       Το 726 ο εικονομάχος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Λέων Γ΄ Ίσαυρος (717-741) προκάλεσε τη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία για εκατό και πλέον χρόνια συντάραξε την Εκκλησία, με αμέτρητους μάρτυρες και ομολογητές. Ο Ιωάννης ανάλαβε να υπερασπίσει την ορθόδοξη πίστη, στέλνοντας επιστολές στη Βασιλεύουσα, στηλίτευε την εικονομαχία ως φρικτή ασέβεια και αίρεση. Ο αυτοκράτορας εξαγριώθηκε και αποφάσισε να βάλλει ανθρώπους να τον συκοφαντήσουν στον άρχοντα των Σαρακηνών, προκειμένου να τον θανατώσει. Βρήκε έμπειρο καλλιγράφο, ο οποίος μιμήθηκε τον γραφικό χαρακτήρα του Ιωάννη, και έγραψε ψεύτικη επιστολή προς τον αυτοκράτορα, ότι δήθεν ζητούσε από αυτόν να απελευθερώσει τη Δαμασκό από τους Αγαρηνούς! Η επιστολή κοινοποιήθηκε στον Άραβα ηγεμόνα της Δαμασκού, ο οποίος πίστεψε στη συκοφαντία και συνέλαβε τον Ιωάννη. Διέταξε να του κόψουν το δεξί χέρι και να το κρεμάσουν στην αγορά για παραδειγματισμό. Ο Ιωάννης ζήτησε το χέρι του από τον ηγεμόνα και με θερμή προσευχή στο ναό του σπιτιού του, στην Παναγία έγινε το θαύμα, κώλυσε και αποκαταστάθηκε απόλυτα!

       Το θαυμαστό αυτό γεγονός άλλαξε τη ζωή του. Πήρε τη μεγάλη απόφαση να πραγματοποιήσει το νεανικό του πόθο, να γίνει μοναχός. Απελευθέρωσε τους δούλους, που είχε κληρονομήσει από τους γονείς του, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία του στους φτωχούς και αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, τη Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ντύθηκε το μοναχικό ένδυμα και άρχισε την άσκηση. Μια από τις ασκήσεις που του υπέβαλε ο ηγούμενος ήταν να σιωπά, να μη γράφει και να μην ψέλνει, μέχρι που είδε ο πνευματικός του σε όραμα την Θεοτόκο η Οποία του σύστησε να τον αφήσει

να γράφει και να ψέλνει. Ο Ιωάννης άρχισε να γράφει τα σπουδαία θεολογικά του συγγράμματα και να συνθέτει εκκλησιαστικούς ύμνους άφθαστου μεγαλείου.

       Συνέγραψε το περίφημο θεολογικό έργο: «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», το οποίο είναι η πρώτη συστηματική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Επίσης συνέγραψε το «Βίο Βαρλαάμ και Ιωάσαφ», μια διδακτικότατη αγιολογική βιογραφία, «Διαλεκτικά», «Η Θεοτόκος», «Κατά Μανιχαίων», κλπ. Παράλληλα έδινε τιτάνιους αγώνες υπέρ των Ορθοδόξων, στηλιτεύοντας και αποκρούοντας με επιτυχία τους εικονομάχους. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο κυριότερος υπερασπιστής του ορθοδόξου δόγματος κατά την πρώτη φάση της εικονομαχικής περιόδου. Η Σύνοδος του 787 (Ζ ΄Οικουμενική Σύνοδος), στηρίχτηκε στην αντιρρητική διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, αποκαθιστώντας την προσκύνηση των Ιερών Εικόνων.

        Ταυτόχρονα συνέθετε τα χιλιάδες υμνογραφικά ποιήματα, τα οποία φέρουν την υπογραφή του, κανόνες, ιδιόμελα, προσόμοια, θεοτοκία, κ.α. σε Δεσποτικές, Θεομητορικές εορτές και μνήμες αγίων. Ο άγιος Ιωάννης είναι ο δημιουργός του εκκλησιαστικού λειτουργικού βιβλίου της Οκτωήχου, το οποίο περιέχει την υμνολογία των οκτώ ήχων. Έγραφε ο ίδιος τους ύμνους και τους μελωδούσε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και άφθαστος μουσουργός. Είναι αυτός που εφεύρε την οκτώηχο και επινόησε την σημειογραφία της βυζαντινής μουσικής.  Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα του υμνολογικού του έργου είναι οι θεσπέσιοι κανόνες του Πάσχα «Αναστάσεως ημέρα» και του ιαμβικού των Χριστουγέννων «Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης». Για τούτο χαρακτηρίστηκε ως «χρυσορρόας ποταμός της Εκκλησίας». Μαζί με τον αυτάδελφό του, άγιο Κοσμά το Μελωδό, είναι οι κορυφαίοι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας και συγκαταλέγονται στους μεγάλους ποιητές και μουσουργούς της παγκόσμιας ιστορίας.

       Χωρίς να τη θέλησή του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος για να υπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες της Μονής. Αφού έζησε με αρετή και αγιότητα, κοιμήθηκε σε ηλικία 104 ετών στις 4 Δεκεμβρίου του 749. Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.

       Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ανήκει αναμφίβολα στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας και στους μεγάλες πνευματικές μορφές της ανθρωπότητας, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στη θεολογία και υμνογραφία της Εκκλησίας μας και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτές οι λαμπρές προσωπικότητες θα πρέπει να είναι και για μας τα φωτεινά ορόσημα, για να ξαναβρούμε το δρόμο της πνευματικής μας αναγέννησης.          

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ορισμένοι άγιοι της Εκκλησίας μας έχουν την προσωνυμία Μεγαλομάρτυρες, διότι υπέστησαν ιδιαίτερα σκληρά βασανιστήρια, κατά την ομολογία τους στο Χριστό και την άρνησή τους να ασπασθούν αλλότριους ψεύτικους «θεούς» και να θυσιάσουν στα άψυχα είδωλα. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγεται η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, μια ηρωική κόρη, η οποία αντάλλαξε τις δόξες του κόσμου με την πίστη της και την προσήλωσή τους στο Σωτήρα Χριστό.

       Γεννήθηκε και έζησε σε καιρούς, στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305), όπου είχε λάβει χώρα ο μεγαλύτερος και σκληρότερος διωγμός κατά των Χριστιανών, από το αντίχριστο και δαιμονικό Ρωμαϊκό Κράτος. Ήταν κόρη ενός φανατικού ειδωλολάτρη, ονόματι Διοσκούρου, ο οποίος συγκαταλέγονταν στους ευγενείς, πλουσίους και αξιωματούχους της μεγάλης πόλεως Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου. Ο Διόσκουρος φρόντισε να την μεγαλώσει με την ευσέβεια στα δαιμονικά είδωλα και τους ανύπαρκτους, διεφθαρμένους «θεούς», οι οποίοι υπαγόρευαν στους άτυχους λατρευτές τους κάθε ανηθικότητα και κακουργία. Να τους μοιάζουν οι άνθρωποι, να γίνουν μιμητές τους. Φρόντισε επίσης να της δώσει την πιο μεγάλη εκπαίδευση, στέλνοντάς την στις ονομαστές σχολές της Αλεξάνδρειας. Είχε αναδειχθεί ως μία από τις σπουδαιότερες κόρες της περιοχής.

       Όταν έφτασε στην εφηβεία, παρουσίασε ασυνήθιστο σωματικό κάλλος, γεγονός που ανάγκασε τον Διόσκουρο να την κλείσει στον πύργο του, από φόβο μήπως την απαγάγουν, σύμφωνα με τα βάρβαρα ήθη της εποχής. Αλλά υπήρχε και μια άλλη αιτία: την εποχή αυτή, παρ’ όλους τους σκληρούς διωγμούς εναντίων του Χριστιανισμού, μεγάλα πλήθη ειδωλολατρών εγκατέλειπαν την ειδωλολατρία και ασπάζονταν την πίστη στο Χριστό. Περισσότερο, μεταστρέφονταν οι νέοι, οι οποίοι δεν ικανοποιούνταν από την παχυλή ειδωλολατρία. Έτσι οι ειδωλολάτρες γονείς φρόντιζαν να περιορίζουν τα παιδιά τους.

        Όμως, άγνωστο πως, η όμορφη αρχοντοπούλα Βαρβάρα, γνώρισε τον Χριστιανισμό, ίσως από κάποιους υπηρέτες της, κρυφούς Χριστιανούς, πίστεψε στο Χριστό και βαπτίστηκε κρυφά.  Για πολύ καιρό κρατούσε την πίστη της κρυφή και τελούσε τις προσευχές της την νύχτα. Το μυστικό της όμως δεν άργησε να φανερωθεί. Κάποια μέρα ζήτησε από τους τεχνίτες του πύργου να ανοίξουν τρία παράθυρα στα διαμερίσματά της, τα οποία συμβόλιζαν για εκείνη, την Αγία Τριάδα και το άκτιστο φως Της, που εκπέμπει στον κόσμο. Οι τεχνίτες το ανήγγειλαν στον πατέρα της.

       Ο φανατικός ειδωλολάτρης Διόσκουρος ταράχτηκε όταν άκουσε πως η θυγατέρα του αρνήθηκε τη θρησκεία του και έγινε Χριστιανή, δηλαδή ασπάστηκε την πίστη, που οι ειδωλολάτρες χαρακτήριζαν ως θρησκεία των παρακατιανών και των δούλων. Άρπαξε ένα κοφτερό ξίφος και όρμισε στο δωμάτιό της να τη φονεύσει. Εκείνη τον κατάλαβε και κατάφερε να ξεφύγει. Έφυγε τρέχοντας και βρήκε καταφύγιο στα όρη. Περιπλανιόταν για αρκετό καιρό, προσευχόμενη. Όμως ο πατέρας της την εντόπισε, έστειλε τους δούλους του και τη συνέλαβαν. Την έδεσαν και την έφεραν μπροστά του και τη ρώτησε γιατί αρνήθηκε τους πατρογονικούς «θεούς» της και ασπάστηκε τη βάρβαρη και απολίτιστη πίστη των Χριστιανών.

       Εκείνη, γεμάτη καλοσύνη και ανεξικακία προς τον γονιό της, του εξήγησε ότι η πίστη στο Χριστό είναι η αληθινή πίστη στον μόνο αληθινό Θεό, η οποία αδελφοποιεί όλους τους ανθρώπους της γης, κάνοντάς τους αδέλφια. Ότι όλοι οι άνθρωποι, ευγενείς, άσημοι και δούλοι είμαστε παιδιά του ιδίου Θεού και δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε διακρίσεις. Ότι η πατρογονική θρησκεία σε ανύπαρκτους κακούργους, ανήθικους και γελοίους «θεούς» είναι οικτρή πλάνη. Ο πατέρας της έγινε σωστό

θηρίο από το θυμό του. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτε περισσότερο και γι’ αυτό την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα Μαρκιανό, με την κατηγορία, ότι αρνήθηκε την κρατική θρησκεία, βρίζει τους «θεούς», της αυτοκρατορίας και παραβαίνει τις διαταγές του αυτοκράτορα, μη θέλοντας να θυσιάσει στα είδωλα.  

      Ο Μαρκιανός ήταν ένας θηριώδης άνθρωπος, θρησκόληπτος και δεισιδαίμονας. Είχε θέσει ως σκοπό της ζωής του να εξαλείψει την πίστη στο Χριστό από την περιοχή του, εφαρμόζοντας με ακρίβεια τα αυτοκρατορικά διατάγματα. Παρέλαβε την Βαρβάρα και την υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια. Πίστευε ότι οι αφόρητοι πόνοι θα λύγιζαν τη νεαρή Χριστιανή κόρη, θα αρνιόταν την πίστη της  και θα προσέφερε θυσία στους ειδωλολατρικούς «θεούς». Όμως εκείνη έμεινε εδραία και αμετακίνητη στην πίστη της. Θεωρούσε τι πληγές του νεανικού της κορμιού ως χρυσά διαδήματα του Μεγάλου Δεσπότη Χριστού. Ως στεφάνια αμαράντινα στο κεφάλι της!  

      Αφού είδε ο Μαρκιανός ότι τα μαρτύρια δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα σκέφτηκε κάτι χειρότερο: τη δημόσια διαπόμπευσή της. Με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα της, ο οποίος παρακολουθούσε τα βασανιστήριά της, τη γύμνωσαν και την περιέφεραν στους κεντρικούς δρόμους της πόλεως, όπου οι φανατικοί ειδωλολατρικοί όχλοι την χλεύαζαν, την έφτυναν και την καταριόντουσαν. Εκείνη ήρεμη και γαλήνια, προσεύχονταν στο Χριστό και συγχωρούσε, τους βασανιστές της και το έξαλλο πλήθος, που την λοιδορούσε.

      Αφού τελείωσε η διαπόμπευση, ο μανισμένος πατέρας της, σαν μανιασμένο θηρίο, έσυρε το ξίφος του, όρμισε εναντίον της και την αποκεφάλισε, κάτω από τις επευφημίες του ειδωλολατρικού όχλου! Αλλά την ίδια στιγμή, και ενώ ήταν ξαστεριά, ένας κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του και θανάτωσε οικτρά τον πατροκτόνο ειδωλολάτρη! Ευσεβείς Χριστιανοί περιμάζεψαν κρυφά το τίμιο λείψανο της Μάρτυρος και το ενταφίασαν με τιμές.

      Αργότερα, μετά τη λήξη των διωγμών, τα τίμια λείψανά της κατατέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Τον 11ο αιώνα ένα μέρος μεταφέρθηκε στη Βενετία. Τεμάχια της Κάρας της υπάρχει στη Μονή Μ. Σπηλαίου και στο Άγιον Όρος. Άλλα τεμάχια υπάρχουν σε πολλές Ιερές Μονές και Ναούς. Θεωρείται ως η προστάτρια των ετοιμοθάνατων και γι’ αυτό εικονίζεται με ένα άγιο Ποτήριο στο χέρι. Στην πατρίδα μας θεωρείται προστάτρια του Πυροβολικού από το έτος 1828. Πάμπολλοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη χάρη της και χιλιάδες Χριστιανές φέρουν με καμάρι το όνομά της. Η μνήμη της εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.  

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΓΕΛΗΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΕΝ ΧΙΩ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η πληθώρα των Νεομαρτύρων, οι οποίοι έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με το αίμα τους και τη ζωή τους, προέρχονταν από διάφορες κοινωνικές τάξεις. Πολλοί από αυτούς ήταν μορφωμένοι και κατείχαν αξιοζήλευτες θέσει και επικερδή επαγγέλματα. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Νεομάρτυς Αγγελής ο ιατρός.

     Γεννήθηκε στο Άργος της Πελοποννήσου στα τέλη του 18ου αιώνα. Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την παιδική και νεανική του ζωή. Προφανώς καταγόταν από φτωχή, αλλά ευσεβή οικογένεια, όπου γαλουχήθηκε με τα σωτήρια νάματα της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως. Σπούδασε ιατρός. Για άγνωστους λόγους μετανάστευσε στη Μ. Ασία και εγκαταστάθηκε στο Κουσάντασι, την Έφεσο, όπου ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα. Τον διέκρινε η βαθειά πίστη στο Θεό, η προσήλωσή του στην Εκκλησία, η αγάπη του για τις ιερές ακολουθίες και τους ανθρώπους. Ήταν ελεήμων και προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες δωρεάν στους φτωχούς. Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων, που κέρδιζε από το επικερδές επάγγελμά του, το διένειμε στους ενδεείς, τις χήρες και τα ορφανά.

     Δεν παρέλειπε να μιλά για το Χριστό και να ομολογεί την μοναδική και σώζουσα αλήθεια της χριστιανικής πίστεως. Ζούσε, όπως είναι γνωστό, σε εποχή που βρισκόταν σε έξαρση η αθεΐα και η πολεμική κατά της Εκκλησίας, εξαιτίας του λεγομένου «ευρωπαϊκού διαφωτισμού», του οποίου τα ανατρεπτικά διδάγματα διαδίδονταν παντού. Κάποια μέρα συνάντησε έναν Γάλλο άθεο, ο οποίος αφίχθη στην Έφεσο για να κάμει γνωστές τις αρχές του άθεου «διαφωτισμού». Τον άκουσε να χλευάζει δημόσια την χριστιανική πίστη. Ο Αγγελής ταράχτηκε και έλαβε το λόγο, αντικρούοντας τα επιχειρήματα του Φράγκου. Μάλιστα ήταν τέτοια η προσβολή που αισθάνθηκε, ώστε κάλεσε τον θρασύ άθεο να μονομαχήσει μαζί του. Ας μην λησμονούμε πως την εποχή εκείνη η προσβολή «θεραπεύονταν» με την μονομαχία. Του πρότεινε μάλιστα να είναι εκείνος πάνοπλος και αυτός να παλέψει με ένα ξύλο, έχοντας την πεποίθηση ότι η δύναμη της πίστεως θα του χάριζε τη νίκη. Ο άθεος δέχτηκε, πήγαν δε και στην πρεσβεία όπου υπέγραψαν ειδική συμφωνία και όρισαν τον τόπο και τον χρόνο της μονομαχίας.

     Ο Αγγελής έσπευσε στον πνευματικό του, στον οποίο εξομολογήθηκε και ζήτησε την ευχή του για να νικήσει τον ασεβή. Ο ιερωμένος εξέφρασε την αντίθεσή του και προσπάθησε να τον αποτρέψει. Όμως βλέποντας την εμμονή του, του έδωσε την άδεια και την ευχή του. Κατόπιν επέστρεψε στο σπίτι του και έμεινε άγρυπνος όλη τη νύχτα προσευχόμενος και παρακαλώντας το Θεό να κατατροπώσει και να τιμωρήσει το βλάσφημο Γάλλο. Την άλλη μέρα, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, εμφανίστηκε στον Γάλλο, δηλώνοντάς του ότι ήταν έτοιμος για την μονομαχία. Όταν έφτασαν στον τόπο της μονομαχίας ο άθεος καταλήφτηκε από ξαφνική δειλία, φόβο και τρόμο, και έφυγε ντροπιασμένος, παρά τις αποδοκιμασίες των παραβρισκόμενων.

      Ο Αγγελής δεν ικανοποιήθηκε από το γεγονός, ότι ο βλάσφημος άθεος το έβαλε στα πόδια. Γι’ αυτό κλείστηκε στον εαυτό του και περιορίστηκε στο σπίτι του, μη δεχόμενος κανέναν. Ο διάβολος ενέβαλε στο νου του περίεργες σκέψεις, ότι δήθεν καταλήφτηκε από εγωισμό, αφού νίκησε τον άθεο με τη δύναμη της πίστεως. Ότι έπρεπε να εξισλαμιστεί και κατόπιν να μεταστραφεί ξανά στον Χριστιανισμό και να υποστεί μαρτυρικό θάνατο. Ήταν ολοφάνερο πως είχε πλανηθεί και ο διάβολος τον οδηγούσε στην καταστροφή, να τουρκέψει και να μην μπορέσει πλέον να μεταστραφεί στην αληθινή πίστη. Μόνο δύο φίλοι του τον επισκέπτονταν και του πήγαιναν τροφή. Προσπαθούσαν μάταια να τον παρηγορήσουν και να τον αποτρέψουν από την μελαγχολία, που του δημιούργησε το πείσμα του, όπως νόμιζαν.   

       Αλλά εκείνος είχε πάρει την απόφασή του.  Το Σάββατο του Λαζάρου του έτους 1813, πήγε στις τουρκικές αρχές και ζήτησε να γίνει μουσουλμάνος. Οι τούρκοι νόμισαν ότι χωρατεύει και γι’ αυτό τον κακοποίησαν και τον έδιωξαν με βρισιές και κλωτσιές. Όταν όμως είδαν την επιμονή του, τον δέχτηκαν και του έκαμαν περιτομή. Αλλά ευθύς αμέσως άρχισε να κάνει παράλογες πράξεις, με σκοπό να αμφιβάλουν οι μουσουλμάνοι για τον συνειδητό εξισλαμισμό του και να τον οδηγήσουν  στον τούρκο ιεροδικαστή. Εκείνοι δεν έδωσαν σημασία, διότι τον θεώρησαν τρελό και τον έδιωξαν από την κοινότητά τους, στέλνοντάς τον στη Χίο.

      Εκεί ο Αγγελής  συνέχισε την παράλογη συμπεριφορά του. Όντας ντυμένος τούρκος, τριγύριζε σε διάφορα μέρη και όπου συναντούσε εκκλησία, εισέρχονταν με ευλάβεια και έκανε ατέλειωτες μετάνοιες και με λυγμούς χτυπούσε αλύπητα το κεφάλι του εκκωφαντικά στο δάπεδο, φτάνοντας ο γδούπος μακριά. Κατόπιν ασπάζονταν με ευλάβεια και δάκρυα τις άγιες εικόνες. Συμμετείχε στις ιερές ακολουθίες, προσευχόμενος με κατάνυξη και θέρμη, ώστε έτσι προκαλούσε στους πιστούς συμπάθεια προς αυτόν. Τους παρακαλούσε να προσεύχονται γι’ αυτόν για να φέρει εις πέρας τον αγώνα του. Έδινε ελεημοσύνες στους φτωχούς και ζητούσε από τους ιερείς να προσεύχονται γι’ αυτόν. Όταν διαπίστωνε κάποιους να τον θαυμάζουν και να επαινούν, τους επέπληττε και τους έβριζε. Βγαίνοντας από τους ναούς πήγαινε στην αγορά, όπου προκαλούσε τους τούρκους και τους ερέθιζε για να τον συλλάβουν για ασέβεια προς το Ισλάμ.

       Στην περίοδο του Ραμαζανιού, κάποια μέρα, κάθισε έξω από τούρκικο σπίτι και έπινε νερό και κάπνιζε, κάτι που απαγορεύεται και τιμωρείται αυστηρά από τον ισλαμικό νόμο. Βλέποντάς τον ο τούρκος σπιτονοικοκύρης κατέβηκε και τον ξυλοκόπησε. Μετά πήγε μπροστά στο τουρκικό δικαστήριο, κάθισε στα σκαλιά και έτρωγε επιδεικτικά και έπινε κρασί. Όμως κανείς δεν του έδινε σημασία, διότι τον θεωρούσαν παράφρονα.

      Πήγαινε συχνά στον τάφο του αγίου Μακαρίου Νοταρά, ο οποίος είχε οδηγήσει πολλούς Νεομάρτυρες  στην ομολογία και το μαρτύριο, με δάκρυα και λυγμούς τον παρακαλούσε να τον αξιώσει να υποστεί το μαρτύριο που ποθούσε. Άλλοτε πήγαινε σε ένα εξωκκλήσι, για να προσευχηθεί και να πάρει την ευχή από κάποιον ευλαβή πνευματικό. Εκεί έπεφτε σε έκσταση και βίωνε σπάνιες πνευματικές εμπειρίες, τις οποίες δεν αποκάλυπτε σε κανέναν, προσποιούμενος τον σαλό (τρελό).

      Κάποια στιγμή κατάλαβε την παγίδα του διαβόλου και γι’ αυτό μετανόησε πικρά. Θεώρησε τον εξισλαμισμό του μέγα λάθος και προδοσία του Χριστού. Τότε πήρε και τη μεγάλη απόφαση να οδηγηθεί το μαρτύριο, για να ξεπλύνει το μεγάλο αμάρτημά του. Μετά από έξι μήνες προετοιμασίας και με συντριβή καρδιάς, αισθάνθηκε ότι ήταν ώριμος για μια τέτοια απόφαση. Ξύρισε τα γένια του, τα οποία ήταν δείγμα της μουσουλμανικής πίστης και πήγε στο τελωνείο. Βλέποντάς τον οι τούρκοι απόρησαν και του ζήτησαν εξηγήσεις για τη νέα του εμφάνιση. Εκείνος, με θάρρος και παρρησία, τους απάντησε πως ξαναέγινε χριστιανός και γι’ αυτό έκοψε τα περιττά, δηλαδή τα γένια, που τον όριζαν ως μουσουλμάνο.  Εκείνοι προσπάθησαν να τον συνεφέρουν και να τον συνετίσουν με το καλό και τις κολακείες. Βλέποντας όμως ότι ήταν αμετάπειστος, προχώρησαν σε βιαιότητες. Τον βασάνιζαν αλύπητα όλη τη νύχτα. Ο Μάρτυρας υπέμεινε με καρτερία τους βασανισμούς αγόγγυστα, δοξάζοντας το Θεό για την τιμή που του έκανε να υποστεί το μαρτύριο για τη δόξα τη δική Του. Την άλλη μέρα τον οδήγησαν στον  διοικητή του νησιού, ενώπιον πολλών αγάδων και αξιωματούχων, του ζητήθηκε να αλλάξει γνώμη, τάζοντάς του χρήματα και αξιώματα. Αλλά εκείνος αρνήθηκε και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Εκείνοι νόμισαν ότι θα τον μεταπείσουν οδηγώντας τον με το ζόρι και με άγριους ξυλοδαρμούς, βρισιές και απειλές στο τζαμί για την τακτική προσευχή. Ο Αγγελής

αντιστέκονταν και φώναζε με όση δύναμη είχε: «Είναι προτιμότερο να με σκοτώσετε αυτή την στιγμή, παρά να με πάτε στο τζαμί, διότι δεν είμαι πια μουσουλμάνος, αλλά χριστιανός»!  

      Οι εξαγριωμένοι τούρκοι τον οδήγησαν τελικά σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι και του έβαλαν τα πόδια στο τουμπρούκι, υποβάλλοντάς τον σε ένα από τα πιο φρικτά μαρτύρια. Την άλλη ημέρα εκδόθηκε η απόφαση: θάνατος δια αποκεφαλισμού. Τον οδήγησαν στη θέση «Βουνάκι» όπου τον αποκεφάλισαν. Ήταν 3 Δεκεμβρίου του έτους 1813.

      Το ιερό λείψανο του Μάρτυρα έμεινε στον τόπο της εκτέλεσης, φρουρούμενο, τρία ημερονύχτια. Οι χριστιανοί της περιοχής προσπαθούσαν να πάρουν τεμάχια από τα ενδύματά του, ή χώμα ποτισμένο από το αίμα του, δίνοντας χρήματα στους τούρκους φρουρούς. Κάποιος πλούσιος χριστιανός πρότεινε σεβαστό χρηματικό ποσό στους τούρκους, για να πάρει το άγιο λείψανο, αλλά εκείνοι δεν δέχτηκαν. Ένας ευλαβής κληρικός πλησίασε και ασπάστηκε την τίμια κεφαλή, μπροστά τους τούρκους. Αυτό οδήγησε τους τούρκους να πάρουν το λείψανο το Μάρτυρα, ακόμα και το ματωμένο χώμα και να το ρίξουν στη θάλασσα, 25 οργιές βαθειά. Τη νύχτα κάποιοι θαρραλέοι ευλαβείς χριστιανοί προσπάθησαν να το ανασύρουν, αλλά δεν τα κατάφεραν.

     Η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Δεκεμβρίου, την ημέρα του ηρωικού του μαρτυρίου.  

     

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ: Ο ΦΛΟΓΕΡΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Ο ορθόδοξος μοναχισμός είναι συχνά συνδεδεμένος και με την ιεραποστολή της Εκκλησίας μας. Φλογεροί μοναχοί διέδωσαν τη σώζουσα χριστιανική διδασκαλία σε φυλές και λαούς, που δεν είχαν ακούσει το σωτήριο λόγο του Ευαγγελίου. Ένας τέτοιος φλογερός μοναχός ιεραπόστολος υπήρξε και ο άγιος Νίκων ο επονομαζόμενος «Μετανοείτε», από την προτροπή του για μετάνοια. 

       Γεννήθηκε περί το 920 στην αρχαία Παφλαγονία του Πόντου, κοντά στην Τραπεζούντα, από επιφανείς, πλούσιους και ευσεβείς γονείς, τον οποίο ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Νικήτας. Ενέβαλαν δε στην τρυφερή παιδική του ψυχή την πίστη στο Χριστό και την αφοσίωση στην Εκκλησία. Ως παιδί έδειχνε πρωτοφανή ωριμότητα και σοβαρότητα, αποφεύγοντας τις διασκεδάσεις, τις τέρψεις και ζούσε με εγκράτεια και σωφροσύνη. Είχε πάρει ενωρίς δε την απόφαση να αφιερωθεί στο Θεό και την υπηρεσία της Εκκλησίας.

        Οι πλούσιοι γονείς του τον προόριζαν να ζήσει μια άνετη ζωή. Όμως εκείνος αδιαφορούσε για τις υλικές απολαύσεις και επιθυμούσε την πνευματική τρυφή και ποθούσε την αιωνιότητα. Προσπαθούσε δε να βρει την κατάλληλη ευκαιρία να κοινοποιήσει στους γονείς του τα μελλοντικά του σχέδια.

        Η ευκαιρία του δόθηκε κάποια μέρα στα πατρικά του κτήματα, όταν αντίκρισε τους φτωχούς καλλιεργητές, των οποίων η αθλιότητα γέμισε την ψυχή του με συμπάθεια προς αυτούς και όλους τους φτωχούς του κόσμου. Αφού έκλαψε πικρά για την ανθρώπινη κακοδαιμονία και ματαιότητα, πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να ασπασθεί τον μονήρη βίο. Εγκατέλειψε τα πλούτη, την οικογένειά του και την πατρίδα του και έφυγε μακριά, φτάνοντας στη Μονή της Χρυσής Πέτρας, όπου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Νίκων.

        Ο νεαρός μοναχός έδειξε ασυνήθιστη πνευματική πρόοδο, προσευχόμενος, αγρυπνώντας, μελετώντας και εργαζόμενος. Έμεινε εκεί δώδεκα χρόνια, αποκτώντας αρετές και πνευματική πρόοδο. Όμως ο πατέρας του, ο οποίος τον αναζητούσε, τον εντόπισε και έστειλε ανθρώπους να τον επιστρέψουν στο πατρικό του σπίτι. Τότε αυτός, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, έφυγε για άγνωστη κατεύθυνση, κρύφτηκε σε τόπους έρημους και άγνωστους για τρία χρόνια.

        Κατόπιν αποφάσισε να αναλάβει ιεραποστολική δράση. Να γίνει κήρυκας του σωτηρίου μηνύματος του Ευαγγελίου και της μετάνοιας. Διάβαινε πόλεις και χωριά κηρύττοντας, ως νέος Πρόδρομος, τη μετάνοια και γι’ αυτό έλαβε την προσωνυμία «ο Μετανοείτε»! Περιόδευσε πολλές περιοχές του Πόντου, της Μ. Ασίας και της Ανατολής σώζοντας πολλούς με το κήρυγμά του.  

       Το 961, με την προτροπή και την αρωγή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος είχε πληροφορηθεί για τη δράση του, αποφάσισε να πλεύσει στην Κρήτη, η οποία υπέφερε τα πάνδεινα από την κατοχή των Αράβων μουσουλμάνων. Να σώσει τους πληθυσμούς από τον βίαιο εξισλαμισμό. Ο Νίκων εγκαταστάθηκε στην πόλη Γόρτυνα και από εκεί οργάνωνε την ιεραποστολή του δράση σε όλο το νησί. Κήρυττε την πίστη στον αληθινό Θεό, προέτρεπε για μετάνοια, έκτιζε ναούς και στήριζε τους υπόδουλους Χριστιανούς. Σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να επαναφέρει στην χριστιανική πίστη, όσους είχαν εξισλαμισθεί. Είχε αποκτήσει την εκτίμηση των Κρητικών και έμεινε στην ιστορία η συμβολή του στην διάσωση της σώζουσας ορθόδοξης πίστης τους και της ελληνικότητάς τους.

       Αφού στερέωσε την πίστη και κήρυξε τη μετάνοια στην Κρήτη, μένοντας επτά χρόνια, αποφάσισε να μεταβεί στην Πελοπόννησο, όπου τα πράγματα ήταν και εκεί δύσκολα και οι κάτοικοι βρισκόταν σε πνευματική κατάπτωση. Έτσι το 968

αποβιβάστηκε στην ανατολική Πελοπόννησο και έφτασε στην Επίδαυρο, όπου άρχισε το πύρινο κήρυγμά του για μετάνοια. Μετά πήγε στην Αίγινα, στην Σαλαμίνα, στην Αττική, στην Εύβοια, στη Θήβα, στην Κόρινθο, στο Άργος και στο Ναύπλιο. Το κήρυγμά του γινόταν ενθουσιωδώς δεκτό και άναβε φωτιές ενθουσιασμού. Μάλιστα συχνά έκανε θαύματα, ως απόδειξη, ότι ήταν θεόσταλτος.

       Στη συνέχεια προχώρησε στη νότια Πελοπόννησο, στη Σπάρτη, στη Μεσσηνία και στη Μάνη. Εκεί τα πράγματα ήταν δύσκολα, διότι είχαν καταφύγει, την εποχή εκείνη, διάφορες σλαβικές φυλές, όπως οι Μίληγγες και οι Εζερίτες, οι οποίες αποζούσαν από τη ληστεία και λάτρευαν τα είδωλα. Είχαν αναμιχτεί επίσης με κάποιους ντόπιους παγανιστές – θλιβερά απομεινάρια του ειδωλολατρικού παρελθόντος, οι οποία αντιστέκονταν και έμειναν πεισματικά στην ειδωλολατρία. Τόσο οι ειδωλολάτρες Σλάβοι, όσο και οι ντόπιοι παγανιστές, δημιουργούσαν μια αφόρητη κατάσταση για τους Χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής. Ο όσιος Νίκων εργάστηκε δραστήρια και με το φλογερό του κήρυγμα, για την αληθινή και σώζουσα πίστη στον αληθινό Θεό και την αγία χριστιανική ζωή, κατόρθωσε να πείσει τους αγροίκους και ορεσίβιους παγανιστές να απορρίψουν την πλάνη και να αλλάξουν ζωή.

       Ο άγιος μοναχός ιεραπόστολος αγάπησε το λαό και τον τόπο αυτό και αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Σπάρτη, η οποία την εποχή εκείνη ονομαζόταν Λακεδαίμονα. Έχτισε μεγάλο ναό, ανάμεσα στα έτη 970 – 992, τον οποίο αφιέρωσε στον Σωτήρα Χριστό και τον εγκαινίασε ο επίσκοπος Λακεδαίμονος Θεόπεμπος. Αργότερα ο ναός αυτός μετατράπηκε σε μοναστήρι, όπου εγκαταστάθηκε ο άγιος Νίκων και εκεί δίδασκε και κήρυττε τη μετάνοια ως το τέλος της ζωής του, επιτελώντας πολλά θαύματα. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 26 Νοεμβρίου 998. Την ημέρα αυτή τιμάται και η μνήμη του, με επίκεντρο τη Σπάρτη, της οποία είναι ο πολιούχος και προστάτης άγιος.

       Είναι απαραίτητο να αναφέρουμε την σύγχρονη ανιστόρητη συκοφαντική πολεμική, που δέχεται ο άγιος Νίκων από νεοπαγανιστές, οι οποίοι τον εμφανίζουν ως δήθεν «σφαγέα των Ελλήνων». Το μίσος τους για εκείνον απορρέει από το γεγονός ότι με το κήρυγμά του έσβησε και τα τελευταία ψήγματα του παγανισμού στον ελληνικό χώρο. Όμως η συντριπτική πλειοψηφία του πιστού λαού μας, αγνοεί αυτές τις ανιστόρητες συκοφαντίες και τιμά τον φωτιστή άγιο Νίκωνα τον Μετανοείτε.