Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΡΗΓΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η παρουσία των Πατέρων του ταραγμένου 4ου μ. Χ. αιώνα είναι πολύ σημαντική, διότι κατόρθωσαν να αναδείξουν την Εκκλησία του Χριστού, μέσα από την ιστορική εκείνη καμπή, ως το νέο πνευματικό σχήμα της ανθρωπότητας, το οποίο διαδέχτηκε τον καταρρέοντα εθνισμό. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ρηγίνος, επίσκοπος Σκοπέλου, ο οποίος υπήρξε ένα από τα τελευταία θύματα της ειδωλολατρίας.

       Ήταν έλληνας στην καταγωγή και γεννήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα στη Λειβαδιά της Βοιωτίας από ευσεβείς και ενάρετους γονείς. Έχοντας αυτοί οικονομική και κοινωνική θέση στην τοπική κοινωνία, έδωσαν στο γιό τους σοβαρή μόρφωση. Τον έστειλαν σε ονομαστές σχολές της εποχής, όπου σπούδασε την θύραθεν παιδεία. Παράλληλα φρόντισαν να γεμίσουν την ψυχή του με πίστη στο Θεό και ευσέβεια και τον στόλισαν με αρετές.  Τον κατήχησαν στην ορθόδοξη πίστη και τον έμαθαν πως να ξεχωρίζει τις πλάνες, οι οποίες την εποχή εκείνη, αλλά και κάθε εποχή, τείνουν να νοθεύσουν τη σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας μας και να αναστείλουν το σωστικό της έργο. Έτσι ο Ρηγίνος κατέστη ενωρίς μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ένας χαριτωμένος άνθρωπος, κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.

       Ο Ρηγίνος έζησε στα χρόνια που βασίλευαν στο απέραντο Ρωμαϊκό Κράτος οι γιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος (337-361) στην Ανατολή και ο Κώνστας (337 -       ) στη Δύση. Είναι η εποχή που σταμάτησαν οι φοβεροί διωγμοί κατά των Χριστιανών, με το γνωστό περίφημο Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) και η ειδωλολατρία ψυχορραγούσε κάτω από το βάρος της αρνητικής της δράσης στον προχριστιανικό κόσμο. Όμως έκαμε την εμφάνισή του ένας άλλος κίνδυνος, χειρότερος από τους διωγμούς των ειδωλολατρών, η φοβερή αίρεση του αρειανισμού, η οποία συντάραξε την Εκκλησία. Ο ευσεβής αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325), όπου καταδικάστηκε ο αιρεσιάρχης Άρειος και οι οπαδοί του. Όμως, μετά το θάνατό του (337) ο γιός του Κωνστάντιος αθέτησε την απόφαση της Συνόδου και έγινε υπέρμαχος και προστάτης των αρειανών και σφοδρός διώκτης των Ορθοδόξων, σε αντίθεση με τον Κώνστα ο οποίος έμεινε πιστός στο δόγμα της Συνόδου και προστάτευε τους Ορθοδόξους στη Δύση. Η σχιζοφρενική αυτή πολιτική είχε τρομακτικές συνέπειες για την Εκκλησία. Οι διαμάχες και οι έριδες διατάραζαν την γαλήνη των πιστών. Ο Κωνστάντιος στην Ανατολή έστελνε εξορία όσους Επισκόπους δεν ασπάζονταν τα δόγματα των αρειανών.

       Ένας από τους πολλούς τόπους εξορίας των Ορθοδόξων Επισκόπων και άλλων Ορθοδόξων ομολογητών ήταν και η νήσος Σκόπελος, η οποία βρίσκεται στις Βόρειες Σποράδες. Ο Επίσκοπος Λαρίσης Αχίλλειος, θείος του Ρηγίνου, τον έστειλε στη Σκόπελο, να ενισχύσει τους εξόριστους και να τους στερεώσει στην πίστη. Πράγματι εκείνος υπάκουσε και έπλευσε στο νησί, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από τους εκεί εξορίστους. Μάλιστα χειροτονήθηκε και Επίσκοπος της νήσου.

      Επειδή όμως η θρησκευτική διαμάχη είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις, οι δύο αυτοκράτορες Κωνστάντιος και Κώνστας αποφάσισαν να συγκληθεί νέα Σύνοδος για να εξετάσει την εκρηκτική κατάσταση. Το 343 συγκλήθηκε η Σύνοδος της Σαρδικής, στη σημερινή Σόφια της Βουλγαρίας, στην οποία έλαβε μέρος και ο Ρηγίνος, όπου έβαλε τη δική του σφραγίδα στην εδραίωση της Ορθοδοξίας. Ανασκεύασε όλες τις κακοδοξίες των αρειανών και κατέδειξε την πίστη των Ορθοδόξων ως τη μόνη γνήσια πίστη.

      Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο Ρηγίνος επέστρεψε στην επισκοπή του στη Σκόπελο, όπου ποίμαινε θεοφιλώς και ορθοδόξως το λαό του νησιού.

Μεγάλα προβλήματα του δημιουργούσαν οι εναπομείναντες ειδωλολάτρες, οι οποίοι παρακινούνταν από τους αδίστακτους ιερείς των ειδώλων, διότι άδειαζαν και ρήμαζαν τα «ιερά» τους και άρα εκμηδενίζονταν οι πλούσιες πρόσοδοί τους. Όπως είναι γνωστό, η θνησκούσα ειδωλολατρία είχε ακόμη σχετική δύναμη στον ελλαδικό χώρο την εποχή εκείνη.

       Τα μεγάλα προβλήματα για τον Επίσκοπο Ρηγίνο, αλλά και για σύμπασα την Εκκλησία, εντάθηκαν όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ή Αποστάτης (361-363). Ο ανεδαφικός και θρησκομανής αυτοκράτορας, αφού προσελκύστηκε στην ειδωλολατρική θρησκεία, απαρνούμενος τον Χριστιανισμό, αναβίωσε τους διωγμούς των προκατόχων του Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των Χριστιανών και της Εκκλησίας. Χιλιάδες Χριστιανοί, κληρικοί όλων των βαθμών και λαϊκοί ταλαιπωρήθηκαν, βασανίστηκαν και βρήκαν φρικτό θάνατο στην ευτυχώς σύντομη βασιλεία του. Παράλληλα επιχείρησε ανεπιτυχώς να νεκραναστήσει την προχριστιανική ειδωλολατρία, προτείνοντας ένα δικής του εμπνεύσεως θρησκευτικό παγανιστικό σύστημα, με στοιχεία της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρίας, της ρωμαϊκής, του παρσισμού, του νεοπλατωνισμού και του Χριστιανισμού.

       Η φήμη του δραστήριου Επισκόπου Σκοπέλου Ρηγίνου έφτασε ως τη Βασιλεύουσα, καθότι ο άγιος ποιμενάρχης του νησιού είχε μεταστρέψει στο σύνολό τους στο Χριστό τους ειδωλολάτρες του νησιού. Γι’ αυτό στάλθηκε ο έπαρχος της Ελλάδος για να «συνετίσει»   το Ρηγίνο και να τον μεταστρέψει στην ειδωλολατρία. Ο φανατικός ειδωλολάτρης Έπαρχος μόλις έφτασε στο νησί, διέταξε να συλληφθεί ο Επίσκοπος και να προσαχθεί ενώπιον του. Του ζήτησε με αναίδεια και θράσος να απαρνηθεί το Χριστό και να ασπασθεί τη λατρεία των «θεών». Να ακολουθήσει την περίεργη αυτοκρατορική παγανιστική θρησκεία. Στην αντίθετη περίπτωση θα υφίστατο τις συνέπειες του αυτοκρατορικού διατάγματος.  Ο Ρηγίνος στάθηκε αγέρωχος και θαρραλέος, μπροστά στον θηριώδη έπαρχο, χωρίς τον παραμικρό κλονισμό και φόβο. Αρνήθηκε κατηγορηματικά να εκτελέσει τη διαταγή του, ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό, στον αληθινό Θεό  και στηλίτευσε την άφρονα και ανεδαφική επιλογή του αυτοκράτορα να επαναφέρει το σκοτεινό ειδωλολατρικό παρελθόν. Κατάγγειλε δε τους νέους διωγμούς ως πράξη βάρβαρη και απολίτιστη, η οποία δεν ταιριάζει σε έναν υποτιθέμενο λάτρη του ελληνικού πολιτισμού, όπως ήθελε να εμφανίζεται ο Ιουλιανός.

        Ο έπαρχος έδωσε εντολή να βασανισθεί ανηλεώς και να φυλακισθεί, ελπίζοντας πως με τη βία και το φόβο θα υπέκυπτε. Ύστερα από μερικές ημέρες βασανισμών οδηγήθηκε και πάλι ενώπιον του επάρχου, πιστεύοντας εκείνος ότι θα αλλαξοπιστούσε. Όμως ο άγιος Επίσκοπος επανέλαβε την αμετακίνητη απόφασή του να μην αρνηθεί το Χριστό, με κανένα κόστος, περιφρονώντας επιδεικτικά τις προτροπές του αξιωματούχου. Τότε εκείνος, γεμάτος θυμό και οργή, έβγαλε την απόφαση της θανάτωσής του. Τον παρέδωσε στους δημίους να τον διαπομπέψουν για παραδειγματισμό και στη συνέχεια να τον θανατώσουν. Τον οδήγησαν στο στάδιο της πόλεως, όπου τον βασάνισαν φρικτά, ενώπιον φανατικών ειδωλολατρών και πιστών χριστιανών, οι οποίοι συμπονούσαν με τον άγιο Επίσκοπό τους. Κατόπιν οδηγήθηκε στη θέση «Παλαιό Γεφύρι» όπου τον αποκεφάλισαν. Οι πιστοί πήραν το τίμιο λείψανό του και το έθαψαν με τιμές σε παρακείμενο δάσος. Ήταν 25 Φεβρουαρίου 362. Ο τάφος του έγινε πηγή αγιασμού θαυμάτων για τους πιστούς.

     Η μνήμη του τιμάται στις 25 Φεβρουαρίου, ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου. Τιμάται επίσης με λαμπρότητα στη γενέτειρά του Λειβαδιά της Βοιωτίας, όπου τελευταία ανεγέρθηκε περίλαμπρος ναός.       

      

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Η μεγάλη εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο (726-842) ανέδειξε μεγάλους Πατέρες και ομολογητές, οι οποίοι έδωσαν τιτάνιους αγώνες για την υπεράσπιση της ορθοδόξου πίστεως. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην διάσωση της σώζουσας ορθόδοξης πίστης την ταραγμένη εκείνη εποχή.

        Γεννήθηκε περί το 730 στην Κωνσταντινούπολη από ευγενείς γονείς. Ο πατέρας του ονομάζονταν Γεώργιος, ο οποίος ήταν πατρίκιος και υπηρέτησε ως έπαρχος της Βασιλεύουσας και δικαστής. Η μητέρα του ονομάζονταν Ευκρατία και ήταν πολύ ευσεβής. Αυτή μετέδωσε στον Ταράσιο βαθιά πίστη στο Θεό και ευσέβεια. Έκανε λαμπρές σπουδές και αναδείχτηκε ανώτερος κρατικός υπάλληλος. Υπηρέτησε ως ύπατος και πρωτασηκρήτης. Ανέβηκε στο αξίωμα των υπάτων. Έγινε ύπατος και τον εξέλεξαν ως πρώτο γραμματέα των μυστικών του αυτοκράτορα.

       Η αυτοκράτειρα Ειρήνη Αθηναία (752-803), η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο γιό της αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄(780-798), εκτιμούσε ιδιαιτέρως τις ικανότητες του Ταρασίου και τον θαύμαζε για την ευσέβειά του και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Μετά το θάνατο του Πατριάρχη Παύλου Δ΄ του Κυπρίου,  του πρότεινε να υπηρετήσει την Εκκλησία, προωθώντας τον για τη θέση του Πατριάρχη. Διέβλεπε στο πρόσωπό του τον σωστό εκκλησιαστικό ηγέτη, ο οποίος θα ειρήνευε την Εκκλησία και θα επούλωνε τις πληγές της από τους εικονομάχους εχθρούς της. Στην αρχή υπήρξε διστακτικός από ταπείνωση και έχοντας τη συναίσθηση του μεγάλου φορτίου του πατριαρχικού θρόνου, στην κρίσιμη εκείνη περίοδο. Δέχτηκε τελικά, αφού έλαβε την διαβεβαίωση ότι θα συγκροτούσε το παλάτι Οικουμενική Σύνοδο, για να θέσει τέρμα στο πρόβλημα της εικονομαχίας. Τα Χριστούγεννα του 784 χειροτονήθηκε ταυτόχρονα στους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης και αναδείχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ο βεβιασμένος τρόπος εκλογής του προκάλεσε χλιαρή αντίδραση του (ορθοδόξου τότε) πάπα Αδριανού Α΄, το ίδιο και στους  συγχρόνους του. Από τον ενθρονιστήριο λόγο του, που διέσωσε ο χρονικογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής, φαίνεται ο πόθος του για να επικρατήσει η πολυπόθητη ειρήνη στην Εκκλησία.

      Ως Πατριάρχης, στα 22 χρόνια της πατριαρχίας του, αποδείχτηκε ικανότατος, σε μια περίοδο, που υπήρχε προσωρινή ανάπαυλα της εικονομαχικής έριδας (780-814). Υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και επηρέασε θετικά τους αυτοκράτορες για την τιμή των Ιερών Εικόνων. Συνέβαλε τα μέγιστα για την προετοιμασία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), στην οποία μάλιστα και προήδρευσε. Ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος σ’ αυτή είναι εν πολλοίς έργο δικό του.  

       Όπως είναι γνωστό, η Σύνοδος αυτή αποφάνθηκε για την ορθόδοξη πίστη και αναστήλωσε τις Ιερές Εικόνες, αλλά όμως τα προβλήματα συνέχιζαν να υπάρχουν και να ταλαιπωρούν την Εκκλησία. Ο Ταράσιος κράτησε μετριοπαθή στάση στην εισδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων στην Εκκλησία, διότι ήθελε να ειρηνεύσει η Εκκλησία. Όμως το γεγονός αυτό ενόχλησε κάποιους ζηλωτές μοναχούς, οι οποίοι θεώρησαν το επιτίμιο ακοινωνησίας, (του ενός έτους) μικρό, και γι’ αυτό οργάνωσαν δυναμικές αντιδράσεις εναντίον του. Σε αυτή την αντίδραση πρωτοστατούσε ο ανιψιός του, μοναχός Θεόδωρος ο Στουδίτης, ηγούμενος της περίφημης Μονής Στουδίου της Κωνσταντινουπόλεως. Ο άγιος Επίσκοπος προσπάθησε με πνεύμα ταπεινότητας και πραότητας να ειρηνεύσουν τα πνεύματα και να αποφευχθούν τα σχίσματα.

       Στα 795 ξέσπασε νέα αναταραχή και αντίδραση κατά του Πατριάρχη Ταρασίου, ξανά από τους ίδιους μοναχικούς κύκλους. Ο νεαρός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ΄ (780-798)  αποφάσισε να χωρίσει τη σύζυγό του Μαρία, την οποία του είχε επιβάλλει η μητέρα του Ειρήνη και να παντρευτεί την Θεοδότη, ανιψιά του Θεοδώρου  Στουδίτου και καμαριέρα της μητέρας του. Έκλεισε σε μοναστήρι τη σύζυγό του και απαιτούσε από τον Ταράσιο να τελέσει τον ανίερο αυτό γάμο. Τόσο ο Θεόδωρος Στουδίτης, όσο και ο μοναχός Πλάτων, ηγούμενος της Μονής Σακκουδίωνος, κατηγόρησαν τον Ταράσιο ότι κράτησε διαλλακτική στάση ως προς το γάμο αυτό και αποδέχτηκε τη μοιχεία. Αλλά ο Ταράσιος βρισκόταν σε δίλημμα, διότι ο αυτοκράτορας τον απειλούσε ότι αν αντιδρούσε θα επανέφερε την εικονομαχία. Τελικά ο γάμος τελέστηκε χωρίς τη θέληση του Ταρασίου από κάποιον ιερέα Ιωσήφ. Οι δύο μοναχοί διέκοψαν το μνημόσυνο του Πατριάρχη και κατέληξαν στην εξορία, στη Θεσσαλονίκη. Το 798 όμως η Ειρήνη παραμέρισε το γιό της Κωνσταντίνο από το θρόνο, τον οποίο τύφλωσε και του πήρε το θρόνο. Η διαμάχη έληξε και οι δύο μοναχοί ανακλήθηκαν από την εξορία. Ο Πατριάρχης Ταράσιος τους έστειλε επιστολή, με την οποία τους καλούσε σε ενότητα. Εκείνοι δέχτηκαν και η ειρήνη πραγματοποιήθηκε στην Εκκλησία.

     Ο Ταράσιος πολιτεύτηκε με σύνεση και ζήλο. Τον διέκρινε σπάνια ευσέβεια και ήταν στολισμένος με πολλές αρετές.  Ήταν επίσης τίμιος και φιλάνθρωπος, γι’ αυτό και είχε ασκήσει σπάνια φιλανθρωπική δράση. Είχε οργανώσει συσσίτια για τους πεινασμένους σε πολλά σημεία της Κωνσταντινουπόλεως. Παρείχε δε ιματισμό και είδη πρώτης ανάγκης. Ίδρυσε πολλά κοινωφελή ιδρύματα, όπως νοσοκομεία και πτωχοκομεία.

      Δεν τον είχε αγγίξει στο ελάχιστο η πολυτέλεια της Βασιλεύουσας. Αντίθετα ζούσε βίο ασκητικό. Παροιμιώδης υπήρξε η εγκράτειά του. Φρόντισε μάλιστα να χτίσει προσωπικό ασκητήριο. Ίδρυσε την Μονή των Αγίων Πάντων στο ευρωπαϊκό μέρος του Βοσπόρου, όπου κατέφευγε συχνά για προσευχή και άσκηση.   

       Οι αδιάκοποι αγώνες του έφθειραν το λιπόσαρκο σαρκίο του. Στα τέλη της ζωής του ταλαιπωρήθηκε από επώδυνες ασθένειες. Στο τέλος είχε χάσει την ομιλία του. Στις 25 Φεβρουαρίου του 806 κοιμήθηκε ειρηνικά. Το λείψανό του μεταφέρθηκε και θάφτηκε στην αγαπημένη του Μονή των Αγίων Πάντων. Σύντομα ανακηρύχτηκε άγιος και ορίστηκε η μνήμη του στις 25 Φεβρουαρίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του. Το βίο του τον συνέγραψε ο διάκονος Ιγνάτιος.

       Ο άγιος Ταράσιος υπήρξε και ένας μεγάλος θεολόγος. Σώζονται έξι επιστολές του και μια ομιλία του στα Εισόδια  της Θεοτόκου.               

         

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΒΑΚΧΟΣ ΖΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ!

 

(Μια διαφορετική προσέγγιση των καρναβαλικών αθλιοτήτων)

                                                 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

         Εισερχόμαστε για μια ακόμη φορά, με τη χάρη του Θεού, στο άγιο Τριώδιο, στην ιερότερη εορτολογική περίοδο της Εκκλησίας μας, κατά την οποία μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την πνευματική μας υστέρηση, να βιώσουμε την σωτήρια κλήση μας για μετάνοια και νίψη και να κάνουμε τον προσωπικό μας αγώνα για την πνευματική μας αναγέννηση. Η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου είναι ένα νοητό στάδιο πνευματικού αγώνα στο οποίο καλείται κάθε πιστός να τρέξει τον καλό αγώνα των αρετών,  να αποβάλλει κάθε παρείσακτο αμαρτωλό στοιχείο από τον εαυτό του, το οποίο υπάρχει ως θανατηφόρος ιός, που δηλητηριάζει τον άνθρωπο και τον οδηγεί αργά, αλλά σταθερά, στον πνευματικό θάνατο. Μόνο έτσι θα αξιωθούμε να προσκυνήσουμε πνευματικά καθαροί το θείο Πάθος του Λυτρωτή μας Χριστού και να εορτάσουμε με αγαλλίαση τη λαμπροφόρο Ανάστασή Του.

       Η αγία μας Εκκλησία καθόρισε κλιμακωτούς τρόπους καθάρσεως και ασκήσεως των πιστών, αρχίζοντας από τη συνειδητοποίηση της τραγικής καταστάσεως που προκάλεσε η αμαρτία στον κόσμο. Καταδεικνύει με θαυμαστή ακρίβεια την παρεκτροπή του ανθρώπου από τη θεοδημιούργητη φύση του και την υποβίβασή του σε ζωώδεις καταστάσεις με την κυριαρχία των ενστικτωδών παρορμήσεων. Το «κατά φύσιν ζην» του αρχαίου ειδωλολατρικού κόσμου δεν ήταν τίποτε άλλο από την κτηνώδη ζωή του ξεπεσμένου πνευματικά ανθρώπου. Κύρια μέριμνα της Εκκλησίας μας είναι να μας ανασύρει κατά την περίοδο αυτή από τη λασπώδη τάφρο της αμαρτίας και την αγελαία κατάσταση και να μας αποκαταστήσει στην προ της πτώσεως θεοειδή κατάστασής μας.

      Όμως αλίμονο! Ο κόσμος της πτώσεως, της αμαρτίας και της φθοράς ανθίσταται σθεναρά σε μια τέτοια αλλαγή. Ο διάβολος που κινεί τα νήματα του κακού και της αμαρτίας εγείρει ισχυρότατες αντιδράσεις, ώστε να ματαιωθεί η πνευματική αποκατάσταση και η εν Χριστώ μεταμόρφωση των ανθρώπων. Τι άγιες ημέρες των πρώτων εβδομάδων του Τριωδίου, με τα επί γης όργανά του, οργανώνει τα αίσχιστα καρναβαλικά δρώμενα, τα οποία έχουν σαφέστατα χαρακτήρα έκρηξης των πιο ταπεινών ανθρωπίνων παρορμήσεων. Τη χρονική περίοδο που η Εκκλησία μας καλεί τα ανθρώπινα πρόσωπα να αποβάλλουν την κτηνώδη κατάντια τους, ο διάβολος επιχειρεί να τα αποκτηνώσει περισσότερο με τα άθλια καρναβαλικά δρώμενα!

      Στον παγανισμό η αμαρτία και κάθε ηθική εκτροπή ήταν συνδεδεμένα με την ειδωλολατρική θρησκευτική πίστη. Σε όλα τα ειδωλολατρικά θρησκεύματα υπήρχαν «θεότητες» - προστάτες των ανθρωπίνων παθών, όπως της εκδίκησης, του μίσους, του φόνου, της απάτης, του ψεύδους, της κλοπής, της ατιμίας, της πορνείας, της μοιχείας, της αχαλίνωτης ερωτικής λαγνείας, των σεξουαλικών διαστροφών, των οργίων, της μέθης,  της κραιπάλης, κλπ. Στην αρχαία Ελλάδα, όλοι τους σχεδόν οι «θεοί» αντιπροσώπευαν ανθρώπινα πάθη. Όμως αφότου «ήρθε» στην Ελλάδα τον 8ο π.Χ. αιώνα ο φρυγικός αγροτικός «θεός» της γονιμότητας και των οργίων Σαβάζιος,  μέσω της Θράκης, ο οποίος μετονομάστηκε Διόνυσος ή Βάκχος, συμπεριέλαβε στο πρόσωπό του την προστασία όλων των ανθρωπίνων παθών! Δεν θα ασχοληθούμε με τα φοβερά εγκλήματα και τη βία η οποία άγγιξε τα όρια της γενοκτονίας, που άσκησαν οι λατρευτές του προκειμένου να επιβάλουν τη λατρεία του στον ελλαδικό χώρο, και που μια μικρή γεύση παίρνουμε από το δράμα του Ευριπίδη «Βάκχες». Ούτε θα ασχοληθούμε με το ακραίο μυστικιστικό κίνημα του «ορφισμού» που ξεπήδησε μέσα από τη διονυσιακή λατρεία και που βύθισε την Ελλάδα σε απερίγραπτη κατάσταση δεισιδαιμονίας. Θα σταθούμε σε αυτή καθ’ εαυτή τη διονυσιακή λατρεία, της οποίας βασικός χαρακτήρας και κύριο στοιχείο ήταν τα

ακατονόμαστα όργια, ο χυδαίος ερωτισμός, οι πάσης φύσεως ηθικές παρεκτροπές, η παθολογική έκσταση μέχρι του σημείου της ωμοφαγίας ζωντανών ζώων ή και ανθρώπων. Σύμφωνα με τους ειδικούς το διονυσιακό πνεύμα ήρθε, επιβλήθηκε και εκτόπισε το απολλώνιο πνεύμα, δηλαδή το μέτρο και τη νηφαλιότητα.  Δεν είναι τυχαίο ότι η διονυσιακή λατρεία επιβλήθηκε από απολυταρχικά καθεστώτα, όπως εκείνο των Πεισιστρατιδών τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Αθήνα, ως στροφή των λαϊκών μαζών στον ηδονισμό, τις ηθικές ελευθεριότητες και τη μέθη, προκειμένου να μη διαμαρτύρονται για την πολιτική καταπίεση!

     Οι αμόρφωτες και δεισιδαίμονες μάζες συμμετείχαν με πάθος σε αυτές τις αισχρές εορτές, διότι οι ιθύνοντες προνόησαν να προσδώσουν σε αυτές αφάνταστη ελευθερία ακόμη και στα πιο ταπεινά ορμέμφυτα των θρησκευτών. Μοιχοί, πόρνοι, έκφυλοι και κάθε λογίς ανώμαλοι, κρυμμένοι πίσω από τα ειδεχθή προσωπεία,  μπορούσαν να ικανοποιήσουν τα αισχρά πάθη τους «νόμιμα», εκτελώντας τα θρησκευτικά τους καθήκοντα! Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι αναγκάζονταν με το ζόρι οι γυναίκες που ήταν κλεισμένες στους γυναικωνίτες να βγαίνουν τις ημέρες των «εορτών» στους θορυβώδεις δρόμους και να παίρνουν μέρος στις τελετές, υποκύπτοντας στις βρωμερές ορέξεις του κάθε ανώμαλου και αισχρού άνδρα θρησκευτή, ως δήθεν υποταγή στο θέλημα του Διόνυσου! Η σεξουαλική κακοποίησή τους θεωρούνταν θρησκευτική πράξη λατρείας προς το «θεό»!  

       Η βωμολοχίες, οι άσεμνες χειρονομίες, οι περιφορές των φαλλών, δηλαδή τεραστίων ομοιωμάτων του ανδρικού οργάνου, οι ξέφρενοι οργιαστικοί χοροί, η οινοποσία μέχρι και αυτού ακόμη του θανάτου, οι υστερικές κραυγές, οι ειδεχθείς μεταμφιέσεις, ο δαιμονικός θόρυβος  και η εκκωφαντική μουσική, των αυλών και των τυμπάνων συνέθεταν ένα νοσηρό μυστικιστικό κλίμα. Ήταν μια ανοικτή τεράστια μαγική τελετουργία για να ξορκιστούν οι κακές δαιμονικές δυνάμεις. 

     Βεβαίως υπήρχαν και χειρότερα. Γυναίκες- λάτρισσες του Βάκχου, οι διαβόητες μαινάδες, καταλαμβάνονταν από φοβερή μανία, έπεφταν σε ανείπωτη έκσταση, έφευγαν από τα σπίτια τους και περιπλανιόνταν στις ερημιές τις νύχτες ουρλιάζοντας σαν άγρια θηρία. Αν τύχαινε και έβρισκαν μπροστά τους κάποιο ζώο το ξέσκιζαν και έτρωγαν τις σάρκες του ωμές. Σε πολλές περιπτώσεις κατακρεουργούσαν ανθρώπους και τους έτρωγαν, όπως συνέβη με τον Πενθέα, βασιλιά της Θήβας, στον Κιθαιρώνα, που τον κατακρεούργησε η ίδια η μητέρα του Αγαύη, μαζί με τις αδερφές του! Σε άλλες περιπτώσεις μητέρες μέσα στη διονυσιακή παραζάλη τους κατακρεουργούσαν τα παιδιά τους και τα έτρωγαν, όπως οι κόρες του βασιλιά Μινύα στη Βοιωτία, Αλκιθόη και Αρσίππη,  τις οποίες ο δαιμονοθεός Διόνυσος τις τρέλανε και κομμάτιασαν, μέσα στην έκστασή τους το βρέφος Ίππασο, και τον έφαγαν! Ως και ανθρωποθυσίες γινόταν προς τιμή του απαίσιου «θεού», κατά την εορτή του «Αγριώνιου Διονύσου» στον Ορχομενό της Βοιωτίας, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Πλούταρχος, ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια τον απαίσιο ιερέα του «θεού» Ζωίλο, να κατασφάζει νεαρή παρθένα, απόγονο των Μινυών, ως απαίτηση του κακούργου «θεού», αυτόν που τιμούν οι σύγχρονοι καρναβαλιστές. Αυτές τις φρικαλεότητες ζητούσαν οι διμονοθεοί από τους άτυχους λατρευτρές προγόνους μας. Αυτή ήταν η δήθεν «λαμπρή αρχαιοελληνική θρησκεία»! Αυτοί ήταν οι «θεοί» της, οι οποίοι δεν έπρατταν τίποτε διαφορετικό από τις κακουργίες που διαπράττουν οι κακοποιοί δαίμονες της χριστιανικής μας πίστεως και γι’ αυτό ταυτίζονται μ’ αυτούς!     

      Δεν είναι λίγες οι φωνές διαμαρτυρίας από φωτισμένα μυαλά της αρχαιότητας κατά των  εμετικών διονυσιακών εορτών, με πρώτο τον προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο τον Εφέσιο (570-489), ο οποίος απειλούσε όσους έπρατταν τέτοιες φρικαλεότητες και ασχήμιες και λάβαιναν μέρος στα απαίσια «ιερά όργια» και στους αισχρούς και γελοίους βακχισμούς (Ηρακλ. απ.90). Ο μεγάλος φιλόσοφος έσειε το

πυρ της θείας τιμωρίας κατά όλων των «νυκτοπόλων, μάγων, βακχών, ληνών, μυστών» (Κλημ.Αλεξ.Προτρεπτ.22,16-24). Χωρίς καμιά αμφιβολία, «Ο διοινυσιακός μυστικισμός δίδασκε την μέγιστη περιφρόνηση προς το ανθρώπινο λογικό» (P. Decharme Μυθολογία της αρχαίας Ελλάδος, μετ. Α. Καραλή, τομ.2,σελ.533) και γι’ αυτό βρήκε αντίπαλους τους αρχαίους σοφούς, σε αντίθεση με τον χύδην όχλο του οποίου υποτιμούσε το λογικό και του θώπευε τα ζωώδη πάθη! Δεν αναφέρεται πουθενά να λάμβαναν μέρος στα διονυσιακά όργια (καρναβάλια των αρχαίων) οι σοφοί, μορφωμένοι και σοβαροί προγονοί μας. Λάβαινε μέρος αποκλειστικά ο αμόρφωτος και χυδαίος όχλος, ο οποίος έβρισκε την ευκαιρία, στην ιδιότυπη αυτή λατρεία, να ικανοποιήσει τα πλέον χυδαία πάθη του στο όνομα του «θεού», με κρυμμένη την ανωνυμία τους κάτω από τις τρομακτικές προσωπίδες! Μάλιστα ήταν τέτοιο το εύρος των χυδαιοτήτων, οι οποίες συνοδεύονταν από απίστευτες εγκληματικές πράξεις, ώστε στα ρωμαϊκά χρόνια, απαγορεύτηκαν τα διονυσιακά όργια των «Βακχικών Ομίλων», με την ποινή του θανάτου, σε όσους συμμετείχαν παράνομα σ’ αυτά, από τους ειδωλολάτρες Ρωμαίους!             

       Αυτά γινόταν στην προχριστιανική εποχή. Όμως και στους μετά το Χριστό χρόνους οι ασχήμιες αυτές δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν, ως απόδειξη ότι ο διάβολος είναι ακόμη παρών στην ανθρώπινη ιστορία! Οι κατ’ όνομα χριστιανοί συνεχίζουν να

λατρεύουν τον απαίσιο «θεό» των ανθρωπίνων παθών Βάκχο, με τα καρναβάλια, που δεν είναι τίποτε άλλο από σύγχρονες διονυσιακές εορτές. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τείνουν να ξεπεράσουν τις αθλιότητες της αρχαιότητας, όπως είναι το εμετικό καρναβάλι του Τιρνάβου, όπου θλιβερές γυναίκες ασπάζονται με «κατάνυξη» τους τεράστιους «φαλλούς», ξεδιάντροπα, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες! Ό, τι πιο αισχρό, ξεδιάντροπο, χυδαίο, κακόγουστο και παράλογο δρώμενο, το οποίο όχι μόνο γέλιο μπορεί να προκαλέσει, αλλά εμετική αηδία και φανέρωση απολίτιστου πρωτογονισμού!   

       Φρόντισε ο διάβολος, ως άλλος Βάκχος, με τα επί γης όργανά του να γίνονται τα αίσχιστα αυτά δρώμενα κατά την περίοδο του Τριωδίου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Επιχειρεί μέσω αυτών να αποσπάσει τους ανθρώπους από το πνευματικό και νηπτικό προσκλητήριο της Εκκλησίας για ψυχοσωματική κάθαρση. Ύστερα από μια κραιπάλη περίπου τεσσάρων εβδομάδων είναι δύσκολο έως αδύνατο να επέλθει κατάνυξη, ηρεμία, περισυλλογή και διάθεση για μετάνοια στις ψυχές όσων έλαβαν μέρος στα διονυσιακά δρώμενα. Η ισορροπία μεταξύ αμαρτίας και καθάρσεως είναι λεπτότατη και δε χωράει πειραματισμούς. Η αμαρτία πωρώνει επικίνδυνα τον άνθρωπο, τον αιχμαλωτίζει με τα πάθη, ώστε να μην μπορεί να απαλλαχτεί από αυτά. Φυσικά τα καρναβάλια αυτόν ακριβώς το σκοπό εξυπηρετούν.

      Παρατηρείται το φαινόμενο πως, παρ’ όλες τις επισημάνσεις της Εκκλησίας μας, πολλοί χλιαροί χριστιανοί να παίρνουν μέρος στις καρναβαλικές εκδηλώσεις. Οφείλουμε να τους κάνουμε γνωστό πως αυτό αποτελεί σοβαρό ατόπημα, διότι όπως προαναφέραμε τα καρναβαλικά δρώμενα είναι ουσιαστικά θρησκευτική λατρεία στους παγανιστικούς «θεούς» των παθών και εν τέλει αποτελούν λατρεία στο ίδιο το σατανά, αφού «πάντες οι θεοί των εθνών (είναι) δαιμόνια» (Ψαλμ.95,5). Αυτό σημαίνει πως η θέση αυτών των ανθρώπων στην Εκκλησία γίνεται προβληματική, διότι «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, ή γαρ τον ένα  μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Ματθ.6,24). Δε μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι λατρεύουμε το Θεό και ταυτόχρονα να αποδίδουμε λατρεία στους δαιμονικούς θεούς.  Οι καρναβαλικές συνεστιάσεις έχουν ασφαλώς το χαρακτήρα της βρώσεως ειδωλόθυτων της αρχαίας ειδωλολατρικής θρησκείας, για τις οποίες ο απόστολος Παύλος παραγγέλλει στους χριστιανούς να απέχουν ολότελα από αυτές. Τις

χαρακτηρίζει ως τράπεζες δαιμονίων, τονίζοντας με έμφαση ότι, «ου θέλω υμάς κοινωνούς των δαιμονίων γίνεσθαι» (Α΄Κορ.10,20). Επίσης ο 62ος κανόνας της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου θέτει εκτός της Εκκλησίας όσους μετέχουν σε μεταμφιέσεις και οργιαστικά καρναβαλικά όργια!  Με άλλα λόγια: δε μπορεί χριστιανός να μετέχει στις αισχρές καρναβαλικές φιέστες, τις οποίες διοργανώνουν οι Δήμοι από τα άδεια ταμεία τους και την άγρια φορολογία όλων ημών, για να πραγματοποιούνται αυτές οι αισχρότητες!   

      Καλούμαστε λοιπόν ως συνειδητοί πιστοί της Εκκλησίας μας, αυτή την ιερή περίοδο, να εντάξουμε στον προσωπικό μας αγώνα και την αντίστασή μας κατά των αισχροτήτων της νεοδιονυσιακής λατρείας. Να αντιτάξουμε στις καρναβαλικές ασχήμιες και αισχρότητες την προσευχή, την κάθαρση, τη σοβαρότητα, την καλλιέργεια των ηθικών αξιών και πάνω απ’ όλα να διατρανώσουμε την πίστη μας στον μόνο αληθινό Τριαδικό Θεό. Να κάνουμε γνωστό σε όλο τον κόσμο πως τα επαίσχυντα καρναβαλικά δρώμενα εντάσσονται στο γενικότερο σχέδιο των σκοτεινών δυνάμεων να θέσουν στο περιθώριο την Εκκλησία του Χριστού και να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε μια σύγχρονη τερατώδη ειδωλολατρία, που οικοδομείται στα απόκρυφα άντρα της «Νέας Εποχής του Υδροχόου». Να καταγγείλουμε με παρρησία τη δαιμονική προσπάθεια των επί γης υπηρετών του Εωσφόρου να λατρευτεί ο μιαρός αφέντης τους ως θεός,  στο πρόσωπο του «θεού» της κραιπάλης Βάκχου.  

       Να μην έχουμε, τέλος, καμιά αμφιβολία πως ο Βάκχος ζει στο πρόσωπο του Εωσφόρου και ο Εωσφόρος λατρεύεται στο πρόσωπο του Βάκχου, αυτή είναι όλη η ουσία της φρενίτιδας του αποκριάτικου καρνάβαλου! Να απόσχουμε από τις ηλίθιες καρναβαλικές εκδηλώσεις, είτε ως καρναβαλιστές, είτε ως απλοί θεατές, διότι η όποια συμμετοχή μας δε μπορεί να ερμηνευτεί διαφορετικά, παρά ως συμμετοχή μας σε σύγχρονες δαιμονικές λατρείες, με απόλυτο μαγικό, παράλογο και πρωτόγονο χαρακτήρα!