Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΕΓΑΛΟΣ & ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ


ΠΟΙΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΣΤΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΜΕΙΝΕ ΑΗΤΤΗΤΟΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΕΙΤΕ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
ΕΊΤΕ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ;
ΠΟΙΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΑΓΑΠΗΘΗΚΕ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ;
ΠΟΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ
ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΑΛΛΟΥ;
ΠΟΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΕΝΩΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΔΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ;
ΠΟΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΠΕΤΥΧΕ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΜΑΚΡΟΒΙΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ
ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ;
ΠΟΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΜΙΣΗΘΗΚΕ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ
ΓΙΑΤΙ ΠΕΤΥΧΕ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ;
ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΘΗΚΕ ΟΣΟ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙ'  ΑΥΤΟ;
ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΟΥ; (!)
ΠΟΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΑΦΗΣΕ ΤΟΥΣ ΥΠΗΚΟΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΕ ΟΠΟΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΗΘΕΛΑΝ;
ΠΟΙΟΣ ΗΓΕΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΘΗΚΕ ΜΕΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;
ΒΕΒΑΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΧΙ ΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ...
Ο ΦΘΟΝΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ!
Νεοπαγανιστικές απάτεςΑπάντηση στις συκοφαντίες του ΝεοπαγανισμούΣυκοφαντίες

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια
Του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών
Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία: Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός ξεσκεπάζει μια Δυτικόφερτη συνωμοσία των αρχαίων Παγανιστών, την οποία συνεχίζουν να συντηρούν σε συνεργασία Νεοπαγανιστές και Προτεστάντες!

Η εορτή του αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του, της αγίας Ελένης, που είχαμε πριν από δύο μέρες, επικαιροποιεί το θέμα το οποίον εξαγγείλατε προηγουμένως.
Η σωστή χρήση των πηγών
Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται. Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».
Επαναλαμβάνω λοιπόν,  ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.
Οι πηγές
Μιλώντας για τον Μέγα Κωνσταντίνο, ποιες είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες; Ο σύγχρονος ιστορικός, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι ο ιστορικός Ευσέβιος, ο οποίος συνεδέετο με φιλικούς δεσμούς με τον Μέγα Κωνσταντίνο και γι’ αυτό το λόγο και οι δικές του πληροφορίες πρέπει να κρίνονται και να διασταυρώνονται με άλλες πηγές. Αν δεν μπορούν να διασταυρωθούν παραμένουν ως μαρτυρίες αλλά που δε μπορεί να τις επικαλείται κανείς και να υποστηρίξει αυτό το οποίον θέλει.
Ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, φίλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, ήταν ο Λακτάντιος. «Περί του θανάτου των διωκτών», του Χριστιανισμού προφανώς, έχει γράψει. Είναι όμως και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ο οποίος εις τα έπη του ασχολείται με τις δύο Ρώμες, την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη. Θεωρεί την δευτέρα, Νέα Ρώμη, ως σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως, θα επανέλθω σ’ αυτό. Αυτές είναι οι ασφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.
Ζώσιμος
Από την άλλη πλευρά, πηγή που περιέχει όποιο αρνητικό στοιχείο επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, είναι ο ειδωλολάτρης, ο εθνικός και φανατικός μάλιστα ειδωλολάτρης ιστορικός, ο Ζώσιμος. 425 περίπου με 518. Γράφει δηλαδή ένα, ενάμιση αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Ο Ευσέβιος όπως είπαμε είναι ο πατέρας της Εκκλησιαστικής ιστορίας και κοιμάται, αποθνήσκει, περί το 339, 340. Το 337 πεθαίνει ο Μέγας Κωνσταντίνος, άρα είναι σύγχρονος. Ο Zώσιμος ήταν φανατικός οπαδός της αρχαίας θρησκείας και έγραψε το έργο «Ιστορία Νέα» που αρχίζει από τον Αύγουστο και τελειώνει το 410, σε έξι βιβλία. Οι πηγές του είναι παγανιστικές. Οι πληροφορίες τις οποίες δίδει δεν διασταυρώνονται. Αλλά εκείνοι που θέλουν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αντλούν συνεχώς από αναπόδεικτα στοιχεία τα οποία παραδίδει ο Ζώσιμος. Βλέπετε πως προσπαθώ να μείνω αντικειμενικός, δεν είναι αν εμάς μας ενδιαφέρει  ο Κωνσταντίνος να φανεί καλός ή κακός. Το πρόβλημα στην έρευνα είναι τι λέγουν οι πηγές. Επομένως, και ο Ευσέβιος σε πολλά σημεία πρέπει να δεχθεί αυτή τη διασταύρωση για το έγκυρο των πληροφοριών του, αλλά πολύ περισσότερο ο Ζώσιμος που είναι και μεταγενέστερος. Είναι απορριπτικός έναντι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και είναι συγχρόνως λιβελογράφος. Η επιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ότι ο Ζώσιμος πραγματικά δεν υπήρξε ιστορικός επιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, είναι ηθικολόγος περισσότερο παρά επιστήμων. Υπάρχει ένα καταπληκτικό άρθρο, του Ντίντλεϋ, σε ένα περίφημο γερμανικό περιοδικό του 1972. Όπως επίσης ένα σπουδαίο άρθρο, που έχει τον Ντίντλεϋ υπόψιν, εις το παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Τσακανίκα. Ο φανατισμός του Ζωσίμου και η λιβελογραφική επίθεση εναντίον του Κωνσταντίνου, φαίνεται στο ότι του αποδίδει την παρακμή της αρχαίας θρησκείας και της αυτοκρατορίας σε στιγμή όπου στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία, της Ρώμης, αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και τη μεγαλύτερη ενότητα και αίγλη. Εντελώς διαφορετικά δηλαδή είναι τα πράγματα απ’ ό,τι τα παρουσιάζει ο Ζώσιμος.
Σημασία έχει ότι άκριτα αναπαράγονται από τους μεταγενεστέρους, και μάλιστα από τους συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ή νεοειδωλολάτρες, οι απόψεις του Ζωσίμου. Σκόπιμα για να στιγματιστεί και απορριφθεί ο Μέγας Κωνσταντίνος και το έργο του. Να σπιλωθεί και να υποτιμηθεί το πρόσωπό του. Η κορύφωση είναι η ύπουλη πραγματικά και αδίωκτη, ακαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τι να κάνεις, που να προσφύγεις σε ποια δικαιοσύνη σ’ αυτό το χώρο, είναι τα όσα δημοσιεύονται, ανώνυμα τις περισσότερες φορές. Πόσες φορές μου στέλνουν κείμενα, από το ίντερνετ, άλλοι με επαινούν αλλά οι περισσότεροι, κυρίως οι νεοειδωλολάτρες, με κατηγορούν και μου αποδίδουν απόψεις που ποτέ δεν τις σκέφτηκα. Άλλοι το κάνουν ίσως για να αποκτήσουν κύρος, να μην τους αδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στην έρευνα, σου λέει το λέει και ο Μεταλληνός. Κι αυτό είναι τιμή μου. Αλλά δε με τιμά το ότι μου αποδίδουν απόψεις που δεν τις γνωρίζω εγώ ο ίδιος. Δε θέλω τώρα να φέρω… έτσι δουλεύει και ο… θα πω το όνομα διότι είναι δημόσια πράγματα, ο κύριος Γεωργαλάς, ο παλαιός συνεργάτης του Παπαδοπούλου, είναι ανέντιμο διότι αποδίδει σε κάποιο βιβλίο ανθελληνικές θέσεις τις οποίες ποτέ δε σκέφτηκα. … (απάντηση σε ακροατή: Ο Γεωργαλάς… ζει… και να ’ναι καλά ο άνθρωπος και να ζήσει και να μετανοήσει πριν φύγει από τον κόσμο για τα ψέματα τα οποία λέει.) Μένει όμως το κείμενο και το παίρνουν φοιτητές. Αυτό γίνεται γενικά και με τον Ζώσιμο. Ο Βολταίρος επί παραδείγματι, τοποθετείται αρνητικά απέναντι στον Κωνσταντίνο. Ο Γίββων τοποθετείται αρνητικά και θα το δούμε αυτό στη συνέχεια. Αμέσως τώρα, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι διαχρονικά και συγχρονικά στην εποχή μας, κατηγορούν και απορρίπτουν τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, τον 19ο αιώνα, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει να ανανεωθούν σήμερα, αλλά βασικά το έργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, το λέγω γι’ αυτούς που ίσως δεν το γνωρίζουν, ο Παπαρηγόπουλος έχει ένα προσόν: δε στοχάζεται κυρίως αλλά ακολουθεί τις ιστορικές πηγές. Το έργο του είναι ανάπτυξη των ιστορικών πηγών. Άρα και να μη βρει κανείς όλες τις πηγές, μπορεί πιστότατα να τις μελετήσει όπως αποδίδονται από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν.  Πρώτη ομάδα, που εμίσησε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρόμαχο του νέου θρησκεύματος, είναι οι του αρχαίου θρησκεύματος οπαδοί. Οι ειδωλολάτρες της εποχής, όπως ο Ζώσιμος. Ο Ζώσιμος του αποδίδει όλες τις συμφορές, κατά τον Ζώσιμο, συμφορές του κράτους. Και σήμερα λοιπόν αποδίδονται στον Κωνσταντίνο, αναπόδεικτα, όλα αυτά τα οπαία επικαλείται ο Ζώσιμος και οι νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον έχουν δίκιο, θα το δούμε στη συνέχεια. Δεύτερο, επιτίθενται στον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον 18ο κυρίως αιώνα, οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Μια γνώμη του Ζωσίμου, που διέφυγε, την υπογραμμίζω: «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά είναι τα πράγματα. Ασέβεια είναι ο Χριστιανισμός. Και η πάτρια θρησκεία τιμάται! Βέβαια ένας ερευνητής της ιστορίας όπως ο ομιλών, δεν ασχολείται με συναισθηματικά πράγματα. Αλλά καταλαβαίνετε, πώς ανατρέπεται η προοπτική και πως περιμένεις να επαινέσει κάποιος τον Κωνσταντίνο όταν έχει αυτή τη βασική προοπτική στην προσέγγισή του. Παρόλα αυτά, σπεύδω να πω ότι πολλές φορές ο Ζώσιμος ή αποσιωπά σημαντικά έργα του Κωνσταντίνου ή τον επαινεί για τις αρετές τις οποίες διέθετε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας για τον Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεί την εξής παροιμία που ίσως είναι δική του: «θαυμάζει ανδρός αρετήν και πολέμιος». Τη λεβεντιά ενός ανθρώπου τη θαυμάζει και ο αντίπαλός του. Όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου σημαίνει ότι κάτι αξίζεις. Και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζεται ο Ζώσιμος να επαινέσει τον Κωνσταντίνο.
Διαφωτιστές
Οι Διαφωτιστές λοιπόν, ο Γίββων, ο Βολταίρος. Ο Βολταίρος συνεχώς απορρίπτει το Βυζάντιο ο δε Γίββων ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, ναι μεν δεν αρνείται ότι το όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι Βυζάντιο αλλά είναι Νέα Ρώμη, είναι συνέχεια από πλευράς πολιτικής και εδαφικής αλλά όχι και πολιτιστικής και πνευματικής, της παλαιάς Ρώμης, μιλεί για την Decline andFall of the Roman Empire. Δηλαδή είναι το κατρακύλισμα και η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό οφείλεται κατ’ αυτόν, κατά τον Γίββωνα, στον Χριστιανισμό. Το έργο του είναι σπουδαίο, αλλά όταν έχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε το βασικό μειονέκτημά του. Στη διαστροφή των πνευμάτων κατά τον Παπαρηγόπουλο, ουκ ολίγον συνετέλεσε και η παπική αρχή. Μπορεί να είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγεγραμμένος εις το αγιολόγιο του παπισμού (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στους Ουνίτες), αλλά δεν παύει να μισείται ή να τον αποστρέφονται οι ρωμαιοκαθολικοί επειδή μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη και οδήγησε στην αφάνεια την Παλαιά Ρώμη. Αν γινότανε κάτι τώρα σε μας, λέγω τώρα μια σκέψη, η πρωτεύουσα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, τι θα κάναμε κύριε δήμαρχε εμείς, οι χαμουτζήδες, όπως μας λένε οι βόρειοι, σ’ αυτή τη μεταβολή; Σημασία τώρα ουσιαστικότερη έχει το εξής: το όνομα Κωνσταντίνος μολονότι εννοιολογικά προέρχεται από την ελληνική γλώσσα. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική, αλλά το όνομα Κωνσταντίνος επεκράτησε στη Δύση. Από το σχίσμα και μετά, ουδείς πάπας και ουδείς ηγεμόνας της Δύσεως, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Έγινε το μισητότερο όνομα εις την Δύση εν αντιθέσει με την Ανατολή που φθάσαμε πριν από κάποια χρόνια από τον ανώτατο άρχοντα και όχι μόνο τον πρώην, τον τέως βασιλέα, αλλά και πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τους αρχηγούς των κομμάτων, να έχουν όλοι το όνομα Κωνσταντίνος. Και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα η Κάραλη, είπε κάποτε με κάποια αγανάκτηση, καλά βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας Βρασσίδας, Επαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι υπάρχουν. Έγινε το αγαπητότερο όνομα, κι επειδή έχω και τον γαμπρό μου Κωνσταντίνο, συγνώμη γι’ αυτό που λέγω, το έζησα και προχτές, οι Κωνσταντίνοι έγιναν, δόξα τω Θεώ, περισσότεροι από τους Γιώργηδες και τους Γιάννηδες. Αυτό σημαίνει πόσο αγαπήθηκε, λαογραφικά μιλώ αυτή τη στιγμή, πόσο αγαπήθηκε αυτό το όνομα.
Και τέταρτη ομάδα που στρέφεται εναντίον του είναι οι δυτικόφρονες οι οποίοι, ακρίτως, ακολουθούν πάντοτε κάποιαν Ευρώπη, κάποια Δύση, χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτά που λέγονται είναι ορθά ή όχι.
Βιογραφικά στοιχεία
Δύο τρία βιογραφικά στοιχεία πριν προχωρήσω σε κάποιες απολογητικές θέσεις. Το όνομα του ήταν Imperator CeasarClavdius Valerius Constantinus Augustus – το πλήρες όνομα όταν από το 324 έγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου περί το 280. Κατ’ άλλους λίγο ενωρίτερα, κατ’ άλλους λίγο αργότερα. Στη Ναϊσό, εις την Νίσσα της Σερβίας. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ως όμηρος εις την αυλή του αυτοκράτωρος Διοκλητιανού ή στην αυλή του συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Όμηρος ώστε να εμποδιστεί ο πατέρας του που ήταν Καίσαρ, ο Κωνστάντιος ο Χλωρός, να επαναστατήσει εναντίον του αυτοκράτωρος. Ίσως γνώρισε το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου και τα θαύματά του στην Ανατολή, γιατί η αγάπη του προς τους μάρτυρες πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό έρεισμα. Υπήρξε γενναίος πολεμιστής με πολλά προσόντα, με ηρωικό φρόνημα. Στην αρχή ενυμφεύφθει τη σεμνή Νινευίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, το πρώτο παιδί του. Για πολιτικούς λόγους, όπως και ο πατέρας του, αναγκάστηκε να χωρίσει τη Νινευίνα και να νυμφευθεί την κόρη του συναυτοκράτωρος Μαξιμιανού, την Φαύστα. Η Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα και πραγματικά ήταν η Φάουστα της οικογενείας. Ο Βοσταντζόγλου έχει γράψει ο μακαρίτης σχετικά με την Φαύστα. Απέκτησε από την Φαύστα τρεις γιους. Τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα που βασίλευσαν και οι τρεις. Βλέπετε, όλα τα ονόματα στρέφονται γύρω από την ίδια ρίζα. Ο Διοκλητιανός εφήρμοσε ένα νέο σύστημα διοικήσεως, την Renovatio Imperius, την ανανέωση της αυτοκρατορίας από το 285, την τετραρχία.
Ο Διοκλητιανός ήταν ο πρώτος Αύγουστος και Καίσαρ, δεύτερος Αύγουστος θα λέγαμε, ο Γαλέριος. Βοηθός του στην Ανατολή. Ο Μαξιμιανός επίσης συναύγουστος, είχε καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό, τον πατέρα του Κωνσταντίνου στη Νίσσα. Το 305, την 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός και ο Χλωρός ανακυρήχθηκε Αύγουστος στην Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνσταντίνος τότε εκλήθη στη Δύση, κοντά στον πατέρα του. Το 306 επέρχεται ο θάνατος του Κωνσταντίου Χλωρού και στις 25 Ιουλίου του 306, ο στρατός ανεκύρηξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη κάτι εδώ. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα της βασιλείας, όπως όλη την περίοδο του Βυζαντίου, της Νέας Ρώμης δηλαδή, της Ρωμανίας, όπως δεν υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δεν υπήρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Απλούστατα, ο στρατός η σύγκλητος και ο λαός μπορούσαν να δεχθούν το γιο κάποιου να τους διαδεχθεί, αλλά όχι κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτή είναι η δημοκρατία του ελληνισμού και όχι το όνομα βασιλεύς. Έχω πει και άλλες φορές σ’ αυτή την αίθουσα, ας λέγεται όπως θέλει να λέγεται, αρκεί να εκλέγεται. Αυτή είναι η δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν ανακηρύχθηκε από τον στρατό και την σύγκλητο αυτοκράτωρ. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, το ίδιο έτος στις 28 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας. Το 311 αποθνήσκει ο Γαλάριος και τον διαδέχεται ο Λικίνιος που έλαβε ως σύζυγο την Κωνσταντία – Κωνσταντία και αυτή – θετή αδερφή του Κωνσταντίνου. 28 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος ενίκησε τον Μαξέντιο – θα το δούμε γιατί – στη Μιλβία, κατ’ άλλους Μουλβία, γέφυρα. Η σύγκλητος ανακήρυξε τότε πρώτον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Το 313 ο Λικίνιος ενίκησε τον Μαξιμίνο. Και μένουν τώρα δύο Αύγουστοι. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος Αύγουστος και ο Λικίνιος δεύτερος Αύγουστος. Έτσι το 313 εκδίδεται το περιβόητο διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα δούμε πια είναι η σημασία του. Το 321 ο Λικίνιος επαναφέρει τους διωγμούς με νέο διάταγμα εναντίον των χριστιανών ενώ το 313 είχε αποφασιστεί, με πρώτον τον Κωνσταντίνο, να πάψουν οι διωγμοί. Επέρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο και η ήττα του Λικινίου. Το 324 ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας, η αυτοκρατορία αποκτά ενότητα σε μία αχανή έκταση. Από την Θούλην, που μπορεί να ήταν η σημερινή  Ισλανδία, ή τουλάχιστον η Ιρλανδία, μέχρι την Περσία και την Ινδία. Επομένως γίνεται ένα ενιαίο κράτος, με μία κεντρική εξουσία, έναν κεντρικό αυτοκράτορα. Το 325 συγκαλεί την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και το 330 εγκαινιάζει τη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη. Στις 22 Μαΐου του 337 πεθαίνει στο Δρέπανο της Βιθυνίας – Μικρασία – που ήταν η πόλις καταγωγής της Αγίας Ελένης και γι’ αυτό ονόμασε την πόλην αυτήν Ελενούπολη. Βαπτίστηκε από τον φίλο του, Ευσέβιο Νικομηδείας, με λευκή εσθήτα, ως κατηχούμενος και μετά από λίγο αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη.
Κατηγορίες από τον Ζώσιμο
Αυτά είναι τα τυπικά ιστορικά. Ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε από τον Ζώσιμο για τη δολοφονία και εξόντωση των αντιπάλων του.
Τι μαρτυρούν οι πηγές; Κάποια πράγματα τα οποία λέγονται από τους αντιπάλους του, και μάλιστα το Ζώσιμο που είναι η πηγή των συκοφαντιών κατά του Κωνσταντίνου, μένουν στο χώρο του θρύλου. Όταν είναι κάτι αναπόδεικτο το αναφέρει μεν ο ιστορικός όπως κάνω και ’γω τώρα, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε αμέριστες υποθέσεις ή σκέψεις.
Η περίπτωση του Μαξιμιανού
Η περίπτωση του Μαξιμιανού, για να μείνω σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μαξιμιανός ήθελε να γίνει αύγουστος, αυτοκράτορας και διώχθηκε από τον γιο του Μαξέντιο. Έτσι κατέφυγε στην κόρη του, ήταν πεθερός του Κωνσταντίνου, στην κόρη του Φαύστα και ζήτησε προστασία από τον Κωνσταντίνο. Το 310 όμως οργάνωσε συνωμοσία και κίνημα για ανατροπή του Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν η κατάσταση της εποχής. Ξέρετε, κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε μπορεί να πάψει να είναι τέκνο της εποχής του. Γι’ αυτό σας είπα ότι όταν εφαρμόζεται ο λεγόμενος ιστορικός αναχρονισμός, είναι αποτυχία της ιστορικής έρευνας. Εμείς θα ερμηνεύσουμε τα πράγματα της εποχής εκείνης, μεθιστάμενοι σ’ αυτή την εποχή κι όχι μεταφέροντας την εποχή στις δικές μας συνθήκες σήμερα. Ο Μαξιμιανός διέδωσε ότι ο Κωνσταντίνος φονεύθηκε στον πόλεμο κατά των Φραγκογερμανών στα βόρεια σύνορα, και πήρε ένα μέρος του στρατού με το μέρος του και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε και ο Μαξιμιανός κλείστηκε στο φρούριο της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος τον αιχμαλωτίζει, τον συγχωρεί όμως, με τη μεσολάβηση και της γυναίκας του της Φαύστας. Νέα συνωμοσία του Μαξιμιανού και της Φαύστας τώρα, για να δολοφονηθεί ο Κωνσταντίνος. Αποτυγχάνει η προσπάθεια. Η Φαύστα τότε, η Φάουστα όπως είπα της οικογένειας, ενοχοποιεί τον πατέρα της. Ο Μαξιμιανός αναγκάστηκε να αυτοαπαγχονιστεί, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ότι τα πράγματα έγιναν σκληρότερα γι’ αυτόν. Κατηγορούν γι’ αυτό τον Κωνσταντίνο. Κοιτάξτε, όταν κάποιος είναι ανώτατος άρχων, και δεν είναι απλώς πολιτικά και διοικητικά ανώτατος άρχων, αλλά συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες ονομάζετο Rectus TotiusOmnis, δηλαδή ο κυβερνήτης, ο διοικητής ολοκλήρου του κόσμου. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος ήταν ο Ανώτατος Δικαστής. Ήταν Pontifex maximus, ο ανώτατος αρχιερεύς. Αυτά δεν τα μετέφερε ο ίδιος στον εαυτό του, τα βρήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επομένως, πάσα πράξις έπρεπε να δικαστεί από τον ανώτατο δικαστή. Ο οποίος βέβαια περιεστοιχίζετο από τον στρατό αλλά στα πολιτικά πράγματα από την σύγκλητο. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποδίδουμε μονομερώς την ευθύνη, όπως όταν κανείς είναι πρόεδρος της δημοκρατίας και υπογράψει θανατική ποινή η οποία ορίζεται από το δικαστήριο, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Αν αρνηθεί ο ανώτατος άρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος της δημοκρατίας, να δεχθεί αυτό που προτείνει η δικαστική εξουσία καταλαβαίνετε ποιες επιπτώσεις θα γίνουν.
 Η περίπτωση του Βασσιανού
Δεύτερο, η περίπτωση του Βασσιανού. Θ’ αποφύγω τις λεπτομέρειες, διότι, εις την στάση του Βασσιανού, κι εδώ ο Κωνσταντίνος έδειξε μεγαθυμία κι όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – εναντίον του ανωτάτου άρχοντος, ο Βασσιανός εξετελέσθη με την εφαρμογή των νόμων του κράτους. Είναι δυνατόν λοιπόν, εν ψυχρώ, να αποδοθεί η κατηγορία στον Κωνσταντίνο και να θεωρηθεί δολοφόνος; Κάθε ανώτατος άρχων τότε θα έπρεπε να ονομάζεται δολοφόνος, εκτός και αν ο ανώτατος άρχων χρησιμοποιεί τους νόμους. Αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γι’ αυτό κατόρθωσε τόσα χρόνια να επιβιώσει ’ δεν ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο.
«Τούτω Νίκα» περίπτωση του Μαξεντίου
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξεντίου, του κουνιάδου του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος επεθύμησε να γίνει ο μόνος αυτοκράτορας και εστράφη κατά του Κωνσταντίνου επικαλούμενος τον θάνατο – την δολοφονία κατ’ αυτόν – του πατέρα του, του Μαξιμιανού. Διατάζει την καταστροφή των αγαλμάτων του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος μέσω των Άλπεων έρχεται στην Ιταλία και συναντώνται οι δύο στρατοί στην ιδία γέφυρα του Τίβερη, δύο χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ εμφανίζεται η γνωστή θεοσημία, όπως το περιγράφει ο ιστορικός Ευσέβιος, κατά το απομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στον ουρανό τον Σταυρό και τα γράμματα που έλεγαν «Τούτω Νίκα», όχι δηλαδή «Εν Τούτω Νίκα». Με αυτό το σύμβολο θα μπορείς να νικάς, ας νικάς. Ο Λακτάντιος παραθέτει το κείμενο εις τα Λατινικά. Και λέει πάλι ότι ήταν Σταυρός, ότι το είδε σε ενύπνιον ο Κωνσταντίνος, βλέπετε  υπάρχουν διάφορες εκδοχές, και είπε ότι τα γράμματα ήσαν In Hoc Vincas, Εν τούτω, εδώ δηλαδή υπάρχει το In. Εν αυτώ, δηλαδή να νικάς. Ο Άγιος Αρτέμιος και ο στρατός, υπάρχουν σχετικές πηγές, εβεβαίωσαν πως το είδαν και αυτοί το σύμβολο, άρα το είδε ολόκληρος ο στρατός και όχι μόνον ο Κωνσταντίνος. Γεγονός είναι ένα. Είτε ως ενύπνιον το είδε, είτε μέρα μεσημέρι στον ουρανό, σημασία έχει ότι από τότε ο Κωνσταντίνος κατασκευάζει το λάβαρο του Σταυρού με το μονόγραμμα, το Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σε ένα στεφάνι. Και εις τις ασπίδες των στρατιωτών εμφανίζεται το μονόγραμμα.
Ο Ζώσιμος αποσιωπά το γεγονός, ενώ θα μπορούσε να το διαψεύσει, αλλά δε μπορεί. Αποσιωπά το γεγονός όπως και άλλοι παγανιστές συγγραφείς. Το επιβεβαιώνουν όμως μεταγενέστεροι ιστορικοί, ο Φιλοστόργιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο ησυχαστής του 14ου αιώνος. Ο δε Σωζομενός, ιστορικός του 5ου αιώνος, έναν αιώνα μετά τον Κωνσταντίνο μαζί με τον Σωκράτη τον σχολαστικό, λέγει ότι οι λέξεις «Τούτω Νίκα» ήσαν άγγελοι. Όπως το αστέρι της Βηθλεέμ, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ήταν υπερφυές θαύμα, δηλαδή άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, το ίδιο και ο Σωζομενός, το ερμηνεύει με το δικό του τρόπο. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 γίνεται η μάχη. Ο Κωνσταντίνος είχε 25.000 στρατό, ο Μαξέντιος 100.000 και κυριολεκτικά συνετρίβη ο στρατός του Μαξεντίου. Σπάζει μια γέφυρα του Τιβέριου ποταμού και πολλοί στρατιώτες πέφτουν στο ποτάμι και πνίγονται και μαζί τους και ο Μαξέντιος. Πάλι κατηγορούν τον Κωνσταντίνο. Εμένα με ενδιαφέρει στην έρευνά μου ο όρος που χρησιμοποιείται: «δολοφόνος ο Κωνσταντίνος». Ξέρετε τι σημαίνει δολοφόνος. Να πείτε ότι με τον τρόπο που επετέθη κατόρθωσε κλπ να πέσει ο Μαξέντιος στο ποτάμι και να πνιγεί, εντάξει το δέχομαι. Αλλά δολοφόνος από πού ως που; Όταν είναι μία μάχη κατά την οποία αντιμετωπίζεται στάσις, επανάσταση εναντίον του ανωτάτου άρχοντος. Τρία χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Θριαμβική Αψίδα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Ρώμη. Τώρα μια αντίφαση, στους αντιπάλους του Κωνσταντίνου είναι ότι δεν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη του αντιπάλου στρατεύματος. Δεν εφήρμοσε κανένα μέτρο εναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιες αντιφάσεις υπάρχουν εις την κρίση του Κωνσταντίνου.
Κρίσπος – Φαύστα
 Χαρακτηριστικότερες από αυτές – να ολοκληρώσω αυτές τις αναφορές – είναι η περίπτωση του γιου του του Κρίσπου και η περίπτωση της Φαύστας, της δεύτερης συζύγου του. Το 316 γιόρταζε τα δέκα χρόνια της ανόδου του εις τον θρόνο, στα ανάκτορα. Και εξαπλώνεται αυτόματα η είδηση ότι συνελήφθη ο Κρίσπος και εφυλακίσθη εις την φυλακήν της Πόλας εις την Ίστρια – από εκεί κατήγετο ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οικογένειά του, την Ίστρια. Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, είχε περιβληθεί ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ήταν μάλιστα και αρχηγός του στόλου της αυτοκρατορίας. Μη σας φαίνεται περίεργο, ο Γκουαρνέ της Ιωσηφίνας, ο θετός γιος του Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονών ηύρε να καταλάβει τα Επτάνησα με τους δημοκρατικούς Γάλλους. Εδώ φαίνεται το μίσος της Φαύστας. Ο Κρίστπος υπερτερούσε έναντι των τριών δικών της γιων. Ετίθετο θέμα διαδοχής. Επίσης η αγία Ελένη, αγαπούσε τον Κρίσπο για τα προσόντα, της θύμιζε τον γιο της στα νεανικά του χρόνια. Γίνεται μια σατανική ενέργεια. Ένα μήνα πριν από τον θάνατο του Κρίσπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε εκδώσει ένα νόμο εναντίον της μοιχείας. Μοιχεία με έγγαμη γυναίκα, όχι απλώς πορνεία. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος. Με ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε από την Φαύστα ο Κρίσπος, πρώτον για συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου και δεύτερον ότι της επετέθη, στη μητριά του δηλαδή, με ανήθικους σκοπούς. Ο Ζώσιμος, προσέξτε, ο ειδωλολάτρης ιστορικός, και ο Ιωάννης Ζωναράς τον δωδέκατο αιώνα δέχονται ως αβάσιμες τις πληροφορίες και όλοι οι σοβαροί ερευνητές δέχονται ότι αυτά μένουν στο χώρο του θρύλου. Δεν μπορεί να συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα. Το δίλημμα που είχε ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση ήταν ανάλογο εκείνο ενός μεγάλου νομοθέτη του ελληνισμού. Τον έβδομο αιώνα ο Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, όμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλώ όσους δεν το ξέρουν να μη λένε ζάμπλουτος – ζα σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος και ζάλευκος). Ο Ζάλευκος είναι σύγχρονος του Χαμουραμπί, ή Χαμουράμπι και εκδίδει την πρώτη ελληνική νομοθεσία – είναι αρχαιότερος του Σόλωνος. Είχε λοιπόν ένα νόμο που έλεγε: ο κατηγορούμενος και συλλαμβανόμενος για μοιχεία καταδικάζεται με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών. Ο πρώτος που συνελήφθη για μοιχεία ήταν ο γιος του Ζαλεύκου. Έρχεται λοιπόν ο βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος ανώτατος δικαστής, να δικάσει. Τι να κάνει; Να τυφλώσει το γιο του που ο στρατός τον ήθελε ως διάδοχό του και η εκκλησία του δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ο Ζάλευκος την σύναξη: πόσα μάτια απαιτεί ο νόμος στην περίπτωση αυτή ως τιμωρία; Και του είπαν δύο. Ε, λέει, ένα μάτι του γιου μου και ένα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε και αυτός κατά το ένα μάτι για να μην καταδικάσει με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών το γιο του.
Αυτό το επικαλούμεθα συνήθως, ο Δημινιάτης και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος για να δικαιώσουν την περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και άλλο θέμα.
Δεν εκτελεί τον Κρίσπο, απλώς τον φυλακίζει ο Κωνσταντίνος. Ο νέος εκτελέστηκε με άγνωστο τρόπο και δεν βρέθηκε διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που να καταδικάζει τον Κρίσπο σε θάνατο, όπως έπρεπε να υπάρχει. Οι ιστορικοί μας λέγουν ότι η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την σφραγίδα του αυτοκράτορος ήταν η γυναίκα του η Φαύστα και σ’ αυτήν αποδίδεται η δολοφονία. Η απάντηση λοιπόν είναι αδύνατη και ανεύθυνη και προς πάσα κατεύθυνση. Η Ελένη επέστρεψε από τη Ρώμη και πληροφορήθηκε τη συνωμοσία της Φαύστας και απεκάλυψε τα πράγματα στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος τότε διέταξε την σύλληψη της Φαύστας. Ο Ζώσιμος αυθαίρετα λέει ότι ο Κωνσταντίνος διέταξε να πνιγεί η Φαύστα στο λουτρό με καυτό νερό. Προχθές μου έστειλαν ένα άρθρο – θα το επικαλεστώ για ολίγο στη συνέχεια – που επαναλαμβάνει ένας εχθρός του Χριστιανισμού, τα όσα γράφει ο Ζώσιμος. Χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση της πληροφορίας. Αναπαράγεται λοιπόν αυτή η κρίση αναπόδεικτα. Αλλά το μύθο του Ζωσίμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος. Εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ). Άριστος ελληνιστής, είχε ζήσει κοντά σε πατέρες στην ανατολή και μάλιστα κοντά  στον Ιωάννη το Χρυσόστομο – ανατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, ανήκουν στην ίδια ομάδα από πλευράς Ορθοδοξίας – έζησε ο Ιερώνυμος τα γεγονότα, και αυτός παρέχει την πληροφορία ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να συνδέονται, και μάλιστα άμεσα, τα δύο γεγονότα; Ακόμη και ο ιστορικός Γίββων εις την ιστορία του καταθέτει την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας. Και ο Παπαρηγόπουλος επίσης απορρίπτει μια τέτοια θεωρία. Τις περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, του Κρίσπου και της Φαύστας, καλύπτει θρύλος.
Η στάση του Μ. Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρείας
Ποια ήταν η στάση τώρα του Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρίας. Ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Νικαίας το 326, ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της Βασιλείας του, τα δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική, ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η άρνηση του αυτοκράτορος να τελέσει τα καθήκοντά του ως εθνικός, ως ειδωλολάτρης αυτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει να ξέρουμε, θα το πω παρενθετικά, γιατί εδιώκετο ο Χριστιανισμός, κυρίως τους τρεις πρώτους αιώνες; Αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ οι διωγμοί αυτοί, μέχρι σήμερα. Εδιώκετο διότι δεν απεδέχετο άλλες θεότητες. Η φράσις της λειτουργίας: «εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός», κατά τους μεγάλους λειτουργιολόγους, εισήλθε εις την θεία λειτουργία ήδη από τον πρώτο αιώνα. «Εις Άγιος», ήταν απάντηση στους Εβραίους’ ένας είναι ο Άγιος που αγιάζει, ο Τριαδικός Θεός. «Εις Κύριος», ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, απευθύνεται στους Ρωμαίους. Ένας είναι εκείνος ο οποίος είναι ο βασιλιάς ο δικός μας. Κι αυτό το επαναλαμβάνει το 160 περίπου στη δίκη του, ο άγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης. Τι του είπε ο Στάτιος ο Κονδράτιος, ο διοικητής της Σμύρνης; «Ώμοσον του Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στο άγαλμα του Καίσαρα. Διότι ο Καίσαρ ήταν Θεός επί της γης.
Τιμούσαν το πνεύμα του Καίσαρος και το πνεύμα της Ρώμης, με αγάλματα με θυσίες, ετιμώντο ως θεότητα. Άρα δεν θα είχε αντίρρηση η Ρώμη οι Χριστιανοί να εισαγάγουν μια νέα θεότητα εις την πανσπερμία των θεοτήτων – ο Οράτιος έλεγε την εποχή αυτή «υπάρχουν περισσότεροι θεοί απ’ όσον άνθρωποι» - οπότε δε θα ηρνείτο η Ρώμη εάν πρώτα εδέχοντο τη θεότητα του Καίσαρος και της Ρώμης. Γι’ αυτό εδιώκοντο οι Χριστιανοί. Ήταν απηγορευμένη εταιρεία – ομάδα διότι δεν εδέχετο «ους η πόλις», για να επαναλάβω το Σωκράτη, «ους η πόλις ενόμιζε θεούς», κατά νόμον εδέχετο ως θεότητες. Αυτό λοιπόν λειτουργεί μ’ έναν τρόπο περίεργο στη συνείδηση των ειδωλολατρών όταν ο αυτοκράτωρ που ετιμάτο ως θεός – και ο Κωνσταντίνος μέχρι τότε ετιμάτο – αρνείται να προσφέρει τα νενομισμένα όπως επέβαλε η θρησκεία της Ρώμης. Ύστερα απ’ όσα είχε βιώσει εις την Σύνοδο της Νικαίας, δεν μπορούσε να δεχθεί όλα αυτά.
Επίσης κατά τον Ζώσιμο, προκάλεσε το μίσος των ειδωλολατρών, οι οποίοι για να τον εκδικηθούν και να τον προσβάλουν, εβεβήλωσαν τα αγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά του προσώπου στα αγάλματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά εκείνος, ειρηνικότατα, όταν του είπαν τι είχε γίνει, έπιασε το πρόσωπό του και είπε «ευτυχώς εγώ δε βλέπω κανένα τραύμα στο πρόσωπό μου». Δεν καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, αλλά ούτε και τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Με επιστολές του συμβούλευε τους κατοίκους της χώρας και των περιοχών που υπήρχαν ειδωλολάτρες να στραφούν προς τη χριστιανική πίστη. Πως είναι δυνατόν να τον αγαπήσουν οι εθνικοί; Αυστηρότητα έδειξε μόνον προς τους αιρετικούς. Γι’ αυτό πότε εξόριζε το Μέγα Αθανάσιο, πότε εξόριζε τον Άρειο. Διότι ένας άρχοντας, για να καταλαβαίνουν οι διοικούντες, ενδιαφέρεται σε κάθε εποχή γι’ αυτό που λέει η λαϊκή φράση: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Ήθελε δηλαδή να αποφύγει τις άκαιρες διενέξεις και τις συγκρούσεις. Γι’ αυτό και ο Μέγας Αθανάσιος, για να προφυλαχθεί κατά πολλούς ιστορικούς, επειδή τον απειλούσαν με δολοφονία οι Αρειανοί, εστάλη εις την Δύση. Εξόριστος στη Ρώμη, 335-36, και στα Ρέμιδα το σημερινό Πριρ, τη γενέτειρα του Μαρξ. Εκεί ακριβώς εστάλη ο Μέγας Αθανάσιος και  μετέφερε το μοναχισμό του αγίου Αντωνίου και του αγίου Παχωμίου, το κοινοβιακό μοναστήρι. Δεν αδίκησε την εθνική θρησκεία. Κατά τον Ζώσιμο επέβλεψε την ανοικοδόμηση εθνικών ναών.
Η συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική, η κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη, έχει μια σπουδαία εργασία εις την οποία λέει ότι αμέσως μετά τη Νίκαια ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο ειδωλολατρικούς και δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθούσε να τηρήσει την ισορροπία και να εξασφαλίσει την ισότητα και ενότητα των πολιτών. Επίσης χρηματοδότησε τους ναούς της αγίας Ελένης, την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, τους ναούς εκεί που βρίσκονται και σήμερα στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθλεέμ, στο Σταυροβούνι, στη σκήτη που μετέφερε η αγία Ελένη μεγάλο τμήμα του Τιμίου Σταυρού και ούτω καθεξής. Συγχωρήστε με, βλέπω σ’ αυτό το άρθρο, και δε θα το διαβάσω ολόκληρο, και πολλοί νεοπαγανιστές μας κατηγορούν λέγοντας «δεν είναι Τίμιος Σταυρός αυτό, αλλά δάσος ολόκληρο». Μη νομίσητε ότι όποιος έχει Τίμιο Ξύλο είναι απευθείας από το Σταυρό του Χριστού. Έχουμε τα λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, με το άγγιγμα του αίματος των μαρτύρων και με το άγγιγμα του Σταυρού του Χριστού, το ξύλο αγιάζεται και λέγεται και αυτό Τίμιο Ξύλο αλλά δεν ανήκει στο Σταυρό του Χριστού. Προσέξτε τώρα. Άλλο στη Μονή Ξηροποτάμου και στη Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο που υπάρχει μεγάλο τμήμα του Σταυρού. Δεν είναι λοιπόν πολλοί σταυροί που κόπτονται, αλλά με αυτόν τον τρόπο παράγονται φυλαχτά που έχουν άμεση σχέση εξ επαφής με τον Σταυρό του Χριστού. Αλλά και ο πατέρας του Κωνσταντίνου είχε ευνοήσει τους Χριστιανούς με την έννοια ότι δεν εφήρμοζε τα διωκτικά διατάγματα του Διοκλητιανού απέναντί τους. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Κωνσταντίνος.
Ο Κωνσταντίνος συνέβαλε στη νίκη του Χριστιανισμού. Ένα τεράστιο εγκληματικό λάθος – μακάρι να οφείλεται σε άγνοια – είναι το διαθρυλούμενο και επαναλαμβανόμενο πολλάκις ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ανεκήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό – άπαγε της βλασφημίας! Αυτό θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου του 380 από τον Ισπανικής προελεύσεως και θερμόαιμο αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο τον Α’, αλλά όχι από τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος εξησφάλισε ελευθερία σε κάθε θρήσκευμα, οπότε και οι Χριστιανοί απέκτησαν το δικαίωμα να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Όχι ότι ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος και ψέμα συγχρόνως. Ο Κωνσταντίνος ο Παπαρηγόπουλος λέγει ότι «προς τον Χριστιανισμό ο Κωνσταντίνος ηδύνατο να πολιτευτεί και άλλως ή όπως επολιτεύθη, ηδύνατο να μην προστατεύσει και να τον καταδιώξει». Άρα μόνο σε μεταφυσικές, κυρίως υπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στην καρδιά του Κωνσταντίνου βλέπει ο Παπαρηγόπουλος την στάση του έναντι των Χριστιανών. Και κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δεν στηρίζεται ποτέ εις την μειοψηφία αλλά πάντα στην πλειοψηφία. Είτε για να επιτύχει στις εκλογές είτε για να επιτύχει τους δικούς του στόχους. Και η εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος μέχρι την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που δείχνει το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό, ποιος ήταν ο αριθμός των Χριστιανών στην Αυτοκρατορία; Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Αυτό το μαρτυρεί σε μια σπουδαιότατη εργασία του ο Άντολφ φον Χάρμερ, ένας μεγάλος ιστορικός φιλευθέρας ιδεολογίας εις την Ευρώπη, εις την Γερμανία «Η εξάπλωσις του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους αιώνες». Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Μειοψηφία ήσαν αυτή την εποχή οι Χριστιανοί.
Επίσης ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για μένα, και μόνο γι’ αυτό είναι Μέγας και άγιος της εκκλησίας. Άγιος σημαίνει ότι έχει τη Χάρη του Θεού μέσα του, αυτό σημαίνει, όχι αλάθητος. Έχει τη Χάρη του Θεού, ζωντανή και αισθητή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αυτοκαταργήθηκε σε κάποια στιγμή ως αυτοκράτωρ, δεχόμενος τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ιστορίας που είναι η Σύνοδος, το Συνοδικό σύστημα. Το 311 και εν συνεχεία 313 – 14 ξέσπασε μια μεγάλη διένεξις, για το σχίσμα των Δονατιστών. Μάλωναν μεταξύ τους οι Χριστιανοί που ανήκαν στον Δονάτο και οι άλλοι στον νόμιμο επίσκοπο σε ποιον ανήκουν οι ναοί και οι περί τους ναούς τίτλοι και τα αγροτεμάχια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος που έπρεπε να δικάσει την υπόθεση, αυτοκαταργείται από «Ύψιστος Δικαστής» και λέγει εις τον Μιλτιάδη – Έλληνα – επίσκοπο Ρώμης, της Παλαιάς Ρώμης : «έχετε σύλλογο, δικάστε με τον συνοδικό σύλλογο». Έτσι φθάσαμε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Όταν λέμε δε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πρόεδρος της Συνόδου – με συγχωρείτε αλλά δεν ξέρω γράμματα, να διαβάσω τα κείμενα – ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, συνάδελφός μας έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για την προεδρία της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Οι πηγές μας λένε, αναλυόμενες κριτικά από τον κύριο Φειδά και από άλλους επιστήμονες, τελευταίος είναι αυτός που γράφει ο κύριος Φειδάς, ότι πρόεδρος υπήρξε ο Αντιοχείας Ευστάθιος.
Άλλο ο πρόεδρος που συντονίζει τις συζητήσεις και άλλο ο συγκαλέσας τη Σύνοδο. Μόνο ο αυτοκράτωρ είχε δικαίωμα να δώσει άδεια στους επισκόπους από όλο το μήκος και πλάτος της αυτοκρατορίας να κινηθούν προς την πρωτεύουσα και μάλιστα εδώ προς τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ξέρετε αυτό και επί Ιουστινιανού ισχύει και επί Παλαιάς Ρώμης ίσχυε και επί Κατοχής. Μπορούσε να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε άδεια της γερμανικής διοικήσεως και στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να πει κανείς «πετάγομαι μέχρι τη Ρώμη για ψώνια» αν δεν είχε άδεια της αστυνομίας; Διότι εφοβούντο στάση, εξεγέρσεις. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος όμως και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δίνει την άδεια να συγκληθεί η Σύνοδος. Προσφωνεί τους Πατέρες της Συνόδου σε άπταιστα ελληνικά, ήταν εγκρατέστατος της ελληνικής γλώσσης, και εν συνεχεία αποσύρεται και το έργο της Συνόδου διεξάγεται από τους αγίους Πατέρες μεταξύ των οποίων ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, διάκονος ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος – καταλαβαίνετε για ποια πρόσωπα μιλούμε. Αλλά δεν υπήρξε πρόεδρος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως θα συμβεί και στη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας. Θα μου πει κανείς, συζητήσεις, επηρεασμοί εις τα μετόπισθεν μπορούσαν να υπάρχουν πάντοτε. Αλλά όταν στις Οικουμενικές Συνόδους μπορούσαν να υπάρχουν άγιοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πίστη του Θεού, ουδεμία επιρροή είναι δυνατή. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος; Αν δεν έχουμε θεουμένους, δε μπορούμε να έχουμε Οικουμενική Σύνοδο. Ή, αν δεν έχουμε επισκόπους που αγωνίζονται για την πίστη του Χριστού και ακολουθούν τους αγίους τους θεουμένους, διαφορετικά όποια Σύνοδος που θα γίνει στο μέλλον που θα διεκδικήσει τον τίτλο Πανορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου και θα εναντιώνεται εις τον λόγο και την πολιτεία και την πράξη των θεουμένων, δηλαδή των αγίων, θα αποδειχθεί και εύχομαι να μη γίνει αυτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Επίσης, από ελληνολάτρης ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε πραγματικά πιστός εις τον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό. Έγινε υπέρμαχος της χριστιανικής θρησκείας όπως αποδεικνύει ήδη το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, χωρίς, όπως είπα, να διακηρύξει επίσημη και μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό.
Το διάταγμα των Μεδιολάνων
Το διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λακτάντιος το περιέχει στο έργο του και ο Ευσέβιος εις την Ιστορία του. Τι περιείχε το διάταγμα. Παρείχε ελευθερία λατρείας. Γενικά, σε κάθε θρησκεία. Κατήργησε τους νόμους οι οποίοι ίσχυαν εναντίον των Χριστιανών και οι τόποι λατρείας – που τους είχαν αρπάξει οι ειδωλολάτρες – επεστράφησαν στους Χριστιανούς. Ή, όπου δεν ήταν δυνατό αυτό, οι Χριστιανοί έπαιρναν αποζημίωση για τους τόπους λατρείας που είχαν αρπαγεί. Είπαμε για την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Ανύψωσε συγχρόνως τον ελληνισμό σε πολιτική και εκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί τη γλώσσα της Ρωμανίας, της αυτοκρατορίας, της Ελληνικής δηλαδή αυτοκρατορίας η οποία εκτεινόταν απ’ τη Δύση μέχρι το βάθος της Ανατολής. Οι γλώσσες ήταν δύο, λατινικά και ελληνικά. Ο Κωνσταντίνος μιλεί ελληνικά στη Σύνοδο όπως και στη Σύνοδο το 324, στην Αντιόχεια. Εκεί ακριβώς ολοκληρώνει την αυτοταπείνωσή του και την αποδοχή της Συνόδου, του Συνοδικού θεσμού, όταν λέγει στους επισκόπους το περίφημο εκείνο: «Εσείς είστε επίσκοποι των εντός, μέσα δηλαδή στα πνευματικά, στα sacra interna της Εκκλησίας. Εγώ, ο αυτοκράτωρ, υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός αν είη». Όσοι είστε φιλόλογοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό το «αν είη». Θα μπορούσα να είμαι εφόσον μου το αναγνωρίζετε, επίσκοπος, που θα επιβλέπω δηλαδή τα εκτός της Εκκλησίας, τα εκτός του αγίου βήματος. Μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα από τις μετέπειτα επιδρομές κυριολεκτικά όχι μόνο στην Ελλάδα, εις τα sacra interna της Εκκλησίας. Το πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεί την στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πολλών άλλων αυτοκρατόρων μας στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια για να κλείσω.
Έργα του Μ. Κωνσταντίνου
Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε. Μια απ’ αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας. Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι κύριε πρόεδρε δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε τα βροντάω και φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του. Είναι ο πρώτος έπειτα Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποιαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα. Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή. Εκεί θα έτρεχε το μεγάλο παιχνίδι που το έπαιξε για χίλια εκατό χρόνια και περισσότερο – μέχρι σήμερα το παίζει, οικουμενικά. Ο Ελληνισμός διατηρεί την οικουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά με τη Νέα Ρώμη, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει, τόσο ανθέλληνας ήταν, είχε επιλέξει στην αρχή την Τροία. Εκεί ήθελε να χτίσει την πρωτεύουσα. Τα λέει ο ιστορικός Σωζομενός. Εν συνεχεία όμως κατάλαβε τη σημασία της περιοχής του παλαιού Βυζαντίου, που ήταν ερείπια τώρα, που έλεγχε το πέρασμα προς τη Μαύρη θάλασσα, τα στενά δηλαδή του Βοσπόρου. Ο Παπαρηγόπουλος το είχε επιχειρήσει, ο Γίββων το είχε επιχειρήσει και πολλοί άλλοι ιστορικοί, μέτρησαν την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Θούλη της Ισλανδίας και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κίνα. Είναι περίπου τα ίδια χιλιόμετρα. Αντελήφθη ο Κωνσταντίνος ότι το κέντρο του κόσμου ήταν αυτή η νέα πόλη. Μάλιστα όταν εχάρασε την πόλη, τον ρωτούσαν οι αξιωματικοί: «που μας πας, πολύ μακριά χαράσσεις τα όρια της πόλης». Έχουμε δεύτερη χάραξη με τον Θεοδόσιο και τρίτη χάραξη με τον Ιουστινιανό και μετέπειτα. Ο Κωνσταντίνος είπε : «δεν μπορώ να σταματήσω γιατί με οδηγεί αυτός μπροστά». Δηλαδή επεκαλέσθει υπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος άγγελος, που οδηγούσε τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτό ή είναι αλήθεια ή είναι ψέμα δεν είναι το πρόβλημά μας. Το πρόβλημα είναι η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίσει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.
Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δε νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία όπως είδαμε, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ’ την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ’ την απαγωγή. Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Όλη η πολιτεία του δείχνει ότι ενεργούσε ως χριστιανός. Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων. Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν. Το κατ’ εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους; Δεν ξέρω πόσοι χριστιανοί ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επέφερε την ειρήνευση και το τελευταίο ερώτημα:
Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό
Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό. Έχουν γραφεί πολλά. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Μιλούν για σκοπιμότητα, και σας μίλησα ήδη για τον Χριστιανισμό ως μειοψηφία. Ο δάσκαλός μας, ο μακαρίτης Ανδρέας Φυτράκης, το 1945 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο «Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής του» Μελετώντας όλες τις αρχαίες και τις νεότερες πηγές, υπογραμμίζει την τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τους μάρτυρες. Απεδέχετο πληρέστατα την περί μαρτυρείν και μαρτύρων θεολογία της Εκκλησίας και του απλού λαού του Θεού. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στους μάρτυρες, κατεσκεύασε δε μαρτύριον, τόπον συναγωγής λειψάνων – ήθελε να συναγάγει, να συγκεντρώσει τα λείψανα των αποστόλων – σ’ αυτό θα προχωρήσει ο Κωνστάντιος ο γιος του, δεν ετελεσφόρησε: έξι αποστόλων βρήκαν τα λείψανα – δεν είναι ανάγκη να σας απασχολήσω τώρα με αυτό, για να ταφεί μεταξύ των μαρτύρων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί στον Ιορδάνη διότι έμαθε ότι ο Ιορδάνης έχει αγιαστικά ύδατα λόγω της εκεί Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού. Προσέξτε: κι αν βαπτίστηκε περί το τέλος της ζωής του, που δεν ήξερε ο Κωνσταντίνος πότε θα έρθει – όπως κανείς μας δεν ξέρει, εγώ δεν ξέρω αν θα βγω έξω από τη θύρα ζωντανός όρθιος και αν δεν πάω για να κηδευθώ στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει την τελευταία στιγμή της ζωής του.
Ο Κωνσταντίνος εφήρμοζε την πρακτική των Χριστιανών της εποχής του. Είναι παιδί της εποχής του. Θέτω ερώτημα σεβαστοί πατέρες και θεολόγοι, θέτω ερώτημα πολλές φορές στη σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, που κοινωνούσαν στην Αθήνα ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος; Πουθενά δεν κοινωνούσαν. Εκκλησιάζοντο εις τους αγίους Ισιδώρους που λέμε σήμερα, στο εκκλησάκι εκεί στο Λυκαβηττό, αλλά εβαπτίστηκαν γύρω στα τριανταδύο τους χρόνια. Εάν δεν γύριζαν από όλους τους πνευματικούς να αισθανθούν ότι προχωρούν στην κάθαρση της καρδιάς, δεν εβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ήταν κοινή συνήθεια. Ποιος ήταν ο πνευματικός του Κωνσταντίνου. Δεν ήταν ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Ήσαν φίλοι, γνωρίζωντο από την ειδωλολατρική του περίοδο. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε στις τελευταίες στιγμές από τον επίσκοπο Νικομηδείας –  που ήταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης – να βαπτιστεί. Και λένε, μα πήρε βάπτισμα ειδωλολάτρη. Αφήστε τον Θεόν να κάνει αυτό που θέλει. Και θα σας πω γιατί ο Θεός κάνει αυτό που θέλει. Όταν ο ένας δεν έχει συνείδηση ότι ο άλλος είναι ειδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δε μπορεί να γίνει γι’ αυτό το θέμα. Απλούστατα, ο Μέγας Κωνσταντίνος πνευματικό σύμβουλο είχε μια μεγάλη ασκητική μορφή της εποχής, τον όσιο Κορδούη. Με αυτόν συνελέγετο, με έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας, της Κόρδοβας της Ισπανίας, όσιος Κορδούης. Η Εκκλησία τον τιμά όχι γι’ αυτά τα οποία λέγουν συνήθως, όχι γιατί προσέφερε ευεργεσίες και λοιπά.
Για να καταλάβετε γιατί τον τιμάμε ως ορθόδοξο, ανοίξτε το μηναίο της 21ης Μαΐου για να δείτε τις ακολουθίες, τα τροπάρια που αναφέρονται στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Ελένη. Πρώτος λόγος: «ως ο Παύλος ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο.» Όταν ο απόστολος Πέτρος επήγενε εις τον Κορνήλιον, έλεγεν εις τον Χριστόν :«μα που να πάω;»  που του εμφανήσθη σε όραμα. Και του έλεγε « α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου » - μη μολύνεις τα πράγματα που ο Θεός εκαθάρισε. Και όταν πήγε στον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο τον Ρωμαίο, τον βρήκε να έχει θεοπτικές εμπειρίες. Οπότε, τα είχε ετοιμάσει όλα ο ίδιος ο Θεός! Και τότε ο Πέτρος υποχώρησε και έκανε αυτό που έπ
...

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Orthodox Ecclesiology in Outline

Fr. George Dragas


Western Christians often speak of the Orthodox Churches, rather than the Orthodox Church. From the Orthodox perspective, the Church is one, even though She is manifested in many places. Orthodox ecclesiology operates with a plurality in unity and a unity in plurality. For Orthodoxy there is no either/or between the one and the many. No attempt is made, or should be made, to subordinate the many to the one (the Roman Catholic model), nor the one to the many (the Protestant model). It is both canonically and theologically correct to speak of the Church and the churches, and vice versa. This is impossible for Roman Catholic ecclesiology because of the double papal claim for universal jurisdiction and infallibility. The same must be said of the Protestant ecclesiologies, which connect the notion of the Church with denominationalism, and which make a distinction between the one and the many in terms of the invisible and the visible Church. From an Orthodox perspective, the Church is both catholic and local, invisible and visible, one and many. To explain what lies behind this Orthodox ecclesiological unity in multiplicity, one has to deal with the Orthodox understanding of the nature of the Church.

The Church of the Triune God

The nature of the Church is to be understood as the Church of the Triune God. The Holy Trinity is the ultimate basis and source of the Church's existence and, as such, the Church is in the image and likeness of God. This being in the image of the blessed Trinity constitutes the mode of the Church's existence, which, in fact, reveals her nature. Being in God, the Church reflects on earth God's unity in Trinity. What is natural to God is given to the Church by grace.
The grace of the Trinity is the starting point for understanding the nature of the Church, and especially for her unity in multiplicity, as the Holy Spirit shares one life and one being. The three distinct and unique Persons are one in life and in nature. Similarly, the Church exhibits a parallel multiplicity of persons in unity of life and being. The difference between God and the Church is that, in the former, multiplicity in unity is the truth, whereas in the latter, this is only a participation in the truth. In patristic language the former is ousia, while the latter is metousia. The unity of the three divine Persons in life and being is, therefore, the prototype of the unity of the Church's persons in life and in being. As Christ Himself says in His prayer for the Church: even as Thou O Father are in me and me in Thee, so they may be one, that the world may believe that Thou has sent me. The mark of unity is collegiality and love, and not subordination. Orthodox Triadology, based on the grace of the Trinity, supplies the basic ontological categories for Orthodox ecclesiology. The Church is an eikon of the Holy Trinity, a participation in the grace of God.

The Church of Christ

How does the Church participate in God's mystery and grace? How ismetousia Theou (participation in the essence of God) achieved? How does the Church become an eikon of the Holy Trinity? The answer, in its simplest form, is contained in the phrase in and through Christ. Christ has established the bond between the image of the Triune God, and that which is made after the image, namely, the Church, mankind. In Christ we have both the eikon and the kat eikon (that which is according to the image). Hence, we must say that the Church is the Church of the Triune God as the Church of Christ. The link between the Holy Trinity and Christology, that is, between theology and economy, demands a similar link in ecclesiology. The Church is in the image of the Triune God, and participates in the grace of the Trinity inasmuch as She is in Christ and partakes of His grace. The unity of persons in life and being cannot be achieved apart from this economy of Christ, and we here encounter what the New Testament calls the Body of Christ.

Christ is the Head of the Church and She is His Body. It is from this Christological angle that we better understand the multiplicity in unity which exists in the Church. This angle of the Body of Christ is normally connected with the divine Eucharist, because it is in the Eucharist that the Body is revealed and realized. In the divine Eucharist we have the whole Christ, the Head, and the Body, the Church. But the Eucharist is celebrated in many places and among many different groups of people. Does this then mean that there are many bodies of Christ? This is not the case because there is one Head, and one eucharistic Body (His very body which He took up in the Incarnation) into which all the groups of people in the different places are incorporated. It is the Lord Himself who is manifested in many places, as He gives His one Body to all, so that in partaking of it they may all become one with Him and with one another. In that there is one bread, the many are one Body, for we all partake of the one bread. The many places and the many groups of people where the eucharistic Body of Christ is revealed do not constitute an obstacle to its unity. Indeed, to partake of this Body in one place is to be united with Him who is not bound by place and, therefore, to be mystically (or mysterially, or sacramentally) united with all. This is how St. Athanasius explains the prayer of our Lord that the apostles may be one. . . . because I am Thy Word, and I am also in them because of the Body, and because of Thee the salvation of men is perfected in Me, therefore I ask that they may also become one, according to the Body that is Me and according to its perfection, that they, too, may become perfect having oneness with it, and having become one in it; that, as if all were carried by me, all may be one body and one spirit and may grow up into a perfect man. And St. Athanasius concludes: For we all, partaking of the same, become one Body, having the one Lord in ourselves. What is given in one specific place is something which also transcends it, because of its particular perfection, that is, its being Christ's risen body. The different eucharistic localities, with the eucharistic president (the bishop), the clergy, and the participants (the people) constitute or reveal the whole Church. It is a local church, and yet she reveals the catholic mystery of one Church. The one Church of Christ is equally and fully in all these localities because of the one, perfect Eucharist, the one Lord, and the one Body. This equality of the presence of the one Christ in the local churches is the ground for what is often called Orthodox eucharistic ecclesiology and its logical implication, the autocephaly of the local bishops and churches, which is rooted in, and springs from, the equal share in the fullness of the great eucharistic sacrament. Autocephaly is not autonomy. It must be understood in terms of the equality of bishops, and the participation of all in the one Body of Christ. It is their equality in grace which binds them to one another.

In Orthodox ecclesiology there is no difference in status between the bishop of a small place in Cappadocia and the ecumenical patriarch of Constantinople. As eucharistic churches established upon the foundation of Jesus Christ, they are equal. This order of equality and its corollary, communion in the one Body of Christ, pertains to the very nature of the Church, that is, it constitutes the ecclesiastical ontology. It is this order which gives rise to the hierarchical, or ecumenical, order (or order of seniority, ta presbeia) which pertains to the historical structure of the Church. But there is no antinomy between the order of equality and the order of seniority in Orthodox ecclesiology. Catholicity (the equality of the local churches as participants in the grace of Christ and the Holy Trinity) and ecumenicity (the order of seniority among the bishops as participants in the mission of the Church to the world in history) are not antipodes. From the Orthodox perspective, it is the development of such antipodes which have resulted in the historical divisions within Christendom. The Roman Catholic claim of universality and primacy on the one had, and the Protestant claims of individual or local autonomy on the other, are, in fact, contradictions between catholicity and ecumenicity, since they claim that the integrity of the local churches of God is not guaranteed by their participation in the one grace of Christ and the Trinity, but by their acceptance of the one local church (the church of Rome) and by one local bishop (the pope of Rome) as their absolute head. The Protestants, on the other hand, in their attempt to reclaim catholicity on the basis of the free grace of God in Christ, have ignored the historical order established by the catholic churches, and, as a result, have often confused the autocephaly of the local church with autonomy. The strength of the Orthodox vis-à-vis the other Christians is their fidelity to the mystery of the catholic Church, the Body of Christ, as it has been established and manifest in history. The Orthodox alone have kept in their full integrity both the catholic mystery of the Eucharist, and in the ecumenical order of seniority among the catholic Churches (ta presbeia) which springs out of the mystery of the Eucharist. This is why they claim to be the one Church of God, founded upon Christ, and keeping the historic canonical order of seniority which constitutes the Church's response to the challenges of history. The Orthodox believe that there is always room for development in the Church's historic response to the world, provided that it is consistent with the established canonical tradition, but they remain absolutely adamant on the essential belief of catholicity and unity.

The Church of the Trinity and the Church of Christ

Some theologians speak of Orthodox ecclesiology in terms of two models: the triadological and the Christological. In fact, there are not two models, but one. The Church is both the Church of the Holy Trinity and the Church of Christ. It is true that only in Christ is the second person of the Holy Trinity incarnate. Yet, the entire fullness of the Godhead dwells in the body of the incarnate Son, as in a temple. This is clear from the teachings of the New Testament and from the teachings of the Fathers of the Church. Christology is inseparable from Triadology. No adequate doctrine of the Son can be developed without the Father. At the same time, the gift of the incarnate Son to humanity, both His incarnate presence and our incorporation into His Body, are unthinkable without the Holy Spirit. It is true that Orthodox theologians have made different attempts to interpret this interpenetration of the Trinitarian and the Christological dimensions of Orthodox ecclesiology. Some, for instance, would see the work of Christ as referring to the unity of nature, and the work of the Spirit to the diversity of persons, whilst both Christ and the Spirit bring the whole of humanity, nature and persons under the monarchy of the Father. Others, however, would point to the biblical pattern of the revelation of the Trinity in salvation history and would see the beginning of the Church in the Father. They would also see in creation the establishment or revelation of the Church in history, in the Incarnation of the Son, and, finally, in the growth and perfection of the Church in the economy of the Holy Spirit, which reaches its end in the final resurrection. This strictly biblical pattern seem to be closer to the ethos of the liturgical traditions of Orthodoxy, but the other model (which is more dogmatic and ontological) also seems to have its basis in the Church's mind concerning Christ the Lord. The triadological and Christological dimensions cannot be divorced in Orthodox ecclesiology, because the Church is the Church of the Holy Trinity insofar as She is the Church of Christ, and vice versa.

The Church of the Fathers

The Orthodox Church is also the church of the Fathers. By Fathers, we mean the bishops, and those who preside over the Eucharist. That is, those who serve the mystery of the body of Christ to the local churches. Not everybody serves the mystery of Christ to the local church — not everybody celebrates the divine Eucharist, or performs the Christian sacraments of initiation and growth. In the first instance, it is the bishop who does this. The presbyters are his assistants, who participate in his episcopal function through the celebration of the Eucharist and through their ministry to the congregation of the local church. The bishop is the specific focus of the life and existence of the local church. He is the eikon of Christ for the whole diocese, not in a merely symbolic way, but in a real and living way. As Saint Ignatius said: where the bishop is, there is Christ. This patristic order of the local church was instituted by the Lord Himself in the establishment of the holy apostolate, and was continued in the successors of the apostles, the bishops, and the presbyters. Whatever the questions about the historical origins and the precise way in which this order evolved, it is clear that its root is to be found in Christ and in the apostles. In the New Testament, as in the Old Testament, the patristic dimension of the Church is a sine qua non. Hence, we must speak of the Church as the church of the Fathers, as the Church was, indeed, founded upon the foundation of the apostles, Christ Himself being the chief cornerstone. But it is in the Fathers that we have the maintenance of the apostolic heritage, as the Fathers maintain the integrity of the Church by keeping the apostolic Faith and tradition. The dogmas of the Fathers, whether their accredited writings, or in their local and ecumenical synodal decisions, have no other intention but to keep the truth which the Lord gave and the apostles preached. Orthodox dogmatics and doctrine are thoroughly apostolic and patristic. They are not abstract ideas divorced from the persons of the Fathers, the apostles and Christ. Doctrine is the expression of this unbroken line of existence which belongs to the very being of the Church. The guarantee of this unbroken line of holy tradition and existence is none other than the Holy Paraclete given by Christ Himself to His Church, the Spirit of Life who grafts us all on to the one Body of Christ and makes us reside in the one Truth.

In the Orthodox tradition all bishops and presbyters, and even deacons, are called Fathers, because they serve the mystery of Christ and, thus, give birth and food to all Christian existence. In other words, there is a three-fold patristic order in the local churches. As all local churches are equal, because they receive the same grace, so the three-fold local patristic dimensions is equal from one locality to another. The other titles, which relate to the order of seniority, and which normally imply certain prerogatives for the persons who bear them, are, in fact, secondary elements which relate to the Church's response to the world. Such prerogatives exist not only among bishops but also among presbyters and deacons. The supreme prerogative in the Orthodox tradition is that of the ecumenical patriarch, which was synodically and canonically given to the bishop of Constantinople, New Rome. Then the Orthodox observed a whole order of seniority which corresponded to the historic expansion of the Church in history. After the ecumenical patriarch the ancient patriarchates of Alexandria, Antioch, and Jerusalem, and then the modern patriarchates, such as the Russian and the Serbian, as well as all the autocephalous churches, such as the Church of Cyprus and the Church of Greece, followed. Within these boundaries there has been a further extension to the order of seniority. Generally speaking, the order of ta presbeia in the Orthodox Church, which finds it ultimate expression in the ecumenical patriarch of Constantinople, reveals a harmony which has a natural evolution inasmuch as it follows the chronological pattern of the Church's history. A closer look, however, indicates that the basis for this pattern is not merely historical but also spiritual. It is, in fact, the sacred history, not divorced from the secular, that has imposed its own natural pattern of order. Had it been merely an external historic principle which determined the historic evolution of the Orthodox order of seniority, this order would not have outlasted the external changes. The order of seniority in the Orthodox Church has been kept, in spite of external changes in history, because the Church in history is like a family which grows and gives birth to new children. This is a holy family where the children do not reject the parents, the daughters do not forget the mothers, and the mothers do not neglect the distinctive charisms of their daughters. We may say then that the patristic dimension of the Church, especially in its ecumenical structure, rests on the fact that the Church is like a family which grows in history from generation to generation, and from one people to another. The Fathers who have fallen asleep are, in fact, sleepless guardians of the Church. The Church in heaven is united with the Church on earth, and that which our Fathers have established on earth is binding for us because they are still alive. To keep company with them is to keep their work in our heart and practice. It is also to keep the historic perspective which is governed by the sacred history, and is rooted in the service or diakonia of the great mystery of the Body of Christ, the mystery of the divine eikon of the Holy Trinity reflected and realized in the life of mankind. The acceptance of the historic order of seniority, established by the Fathers of the catholic Church, is the way in which Orthodox Christians make sure that merely external historic considerations do not determine the Church's response to history. The Church follows her Fathers who are not dead, but living, and who are praying for us and celebrating with us until the final consummation and renewal of all history.


The Church of the Saints or Those Who are Called To Be Saints

In the Orthodox perspective of the Church there is no separation between the clergy and the laity. The clergy serves the laity, and both participate and grow in the fullness of Christ's Body. The apostolic patristic order of ministry was established for the people so that all the people of God may receive the new gift, the forgiveness of sins and eternal life. There are many ways in which this relationship between clergy and people in the one body of Christ is realized and revealed in the Orthodox Church. Both the liturgy and the offices have distinctive parts for the clergy and the laity, but this also is the case in the dimension of the Church's witness, teaching, and general mission to the world. The monastic order, with its single devotion to prayer and to Christian perfection, is one of the most eloquent links between the manifestation of this inner unity of clergy and the people in the Body of Christ. There are also other orders, such as the confessors and martyrs, or those who spend their lives serving the needs of the poor and the sick. The Orthodox Church, as the Church of the saints, is, in fact, the Church of the people of God. Here there is no tension between the shepherds and the flock. Those who minister, and those who are ministered to, pursue the same aim: participation in the grace of Christ and the Holy Trinity. The call to holiness binds them all into one Church. Whatever one's position in the Church on earth — clerical, ascetical, or lay — it is the one Body of Christ and the one grace of the Holy Trinity that remain the central focus. Each person is appreciated fully as a person in his relation to this one Body and to the one common life and witness. Everyone is called to be a saint and, as such, to serve the mystery of Christ. Therefore, everyone, whatever his place or capacity, will be equally asked to give an account of his response to this calling on the day of judgment. Hence, all Orthodox Christians pray together for Christian ends to their lives, and a good apology before the judgment seat of Christ. The Church is holy, or called to be holy, and this is an essential characteristic of Orthodox ecclesiology.

Conclusion

What then is the Church in the Orthodox perspective? She is the Church of the Triune God, the Church of Christ, the Church of the Fathers, the Church of the saints, and the Church of the people of God. She is the one, holy, catholic, and apostolic Church. Perhaps the best and clearest eikon of this manifold perspective of the Church is to be seen in the seal of the holy prosphora. Here we have the Church in focus in the personal, the historical, the theological, and the anthropological dimensions. Here we have unity, holiness, catholicity, and apostolicity. Here we have the celebration of the whole mystery of the Church.
In summary, Orthodox ecclesiology is holistic and does not tolerate any arbitrary division between the one and the many. She is not tied to external uniformity or to pluriformity, but she is unity in multiplicity. As such, She asks all divided Christians who have tasted the power of God's goodness and grace to unite with Her, because She does not seek Her own glory, but the glory of the Lord and His saints as it has been and is still being communicated to us in history, that the world may be saved and renewed.




Source: http://www.myriobiblos.gr/texts/english/Dragas_ecclesiology.html

The monastic life in the eastern orthodox Church

Reprinted from "The Orthodox Ethos", Studies in Orthodoxy vol. 1, Ed. by A.J.Philippou


The origin of the monastic life.

During the fourth century A.D. there appeared within the Church a strong movement of withdrawal from organized society to the desert, a movement which grew ever larger during the subsequent period. To interpret the sudden appearance of this movement historians have put forward various hypotheses, the most favoured of which are two. According to the first, the monastic life was a product of eastern religions, in which from earlier times asceticism was practiced, either in total solitude or in a monastery. According to the second, the monastic life provided a way out when a reaction was provoked by the closer contact of Christianity with the world, and the inevitable decline of moral standards. 

Panayiotis Christou


The first hypothesis is without foundation, because it has not been possible historically to discover a link between oriental asceticism and the Christian monastic life. Moreover, if Christianity had been influenced in this way, the influence should have come from the ascetic groups of the Essene sect, whose environment was that in which Christianity was born; yet the monastic life appeared well after the disappearance of the Essence communities. This, of course, does not mean that in its later stages monasticism did not have certain features in common with the Essence and Neo-Pythagorean communities. The second hypothesis is likewise unacceptable, because there were numerous hermits living in the open country even before the recognition of Christianity by Constantine the Great.
Monasticism is a way of life which appeared within the Church and developed organically by pushing the moral principles of Christianity to their limits. Indeed, although Christianity did not enter the world either as a pessimistic philosophy or as a society dissolving force, nevertheless it was governed by principles which separated in the society of that time. It turned its whole attention to the center of life and disregarded the periphery. One thing has supreme value for man: the soul, beside which the whole world is insignificant. “For what is a man profited, if he shall gain the whole world and lose his own soul? (Matthew XVI, 26). The affairs of this world impede the movements of the soul, and the goods of this world accumulate around it, choking it and preventing it from developing into an integrated personality. A hard struggle therefore awaits man if he is to liberate himself from his lower self, which is attached to worldly things, and develop his higher, ideal self, which will render him capable of standing boldly before God. In this struggle, as Jesus Christ declared, man will have to submit himself and his activities to rigorous examination. He must divorce himself from many earthly goods in order to acquire the heavenly treasure, and submit to the trial of suffering in order to purify his will. 

On the basis of these principles the first Christians ordered their lives on an exceptionally high moral plane; but some of them wanted to advance to greater austerity, depriving themselves of more goods and imposing upon themselves greater self-restraint, fasting, and prayer. For the Christian marriage is honorable, a great sacrament, but it is an institution of this world, while in the beyond men will live like angels. For this reason, those who could avoided it; some sought to circumvent it by replacing it with a kind of spiritual marriage, in which man and woman lived together in purity (I Corinthians vii, 36 ff.). Many widows avoided marriage, and virgins entirely refused to marry. These women organized themselves into special societies, firstly for their own protection, and secondly for the channeling of their activity into social work. We have here the first form of monastic life which developed within the framework of organized Christian community. 

Άγιος Ιωάννης της Σάντα Κρουζ ο Ιερομάρτυρας των ημερών μας


Ο Άγιος Νεομάρτυρας πάτερ Ιωάννης της Σάντα Κρούζ γεννήθηκε το 1937 μ.Χ. στο χωριό Αποίκια της νήσου Άνδρου και λεγόταν Καρασταμάτης. Σε ηλικία 20 ετών πηγαίνει στην Αμερική και δημιουργεί οικογένεια. Χειροτονείται ιερέας και για 10 χρόνια εργάζεται με ιεραποστολικό ζήλο στην Αλάσκα. Αφού διακόνησε την Εκκλησία σε πολλούς Ναούς, το 1981 μ.Χ. πήγε στην Σάντα Κρουζ στον Ναό του Προφήτη Ηλία, τον οποίο και τελειοποίησε και τον εγκαινίασε για να γίνει κέντρο ορθόδοξης ομολογίας σε όλη την περιοχή όπου οι άνθρωποι ήταν απομακρυσμένοι από τον Θεό και την Εκκλησία.

Ο πατήρ Ιωάννης ήταν απλός στην συμπεριφορά του, αγαπούσε τους ενορίτες του και η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοιχτή, μέρα και νύχτα. Τα κηρύγματα του ήταν πύρινα, αγαπούσε τον Θεό και ήθελε όλοι να Τον αγαπήσουν. Πήγαινε στα πάρκα και μιλούσε με νέους ανθρώπους που δεν γνώριζαν τίποτε για τον Θεό ή ήταν σε άλλα δόγματα.

Στην Άνδρο συμβαίνει ένα θαύμα με τους κρίνους της Παναγίας. Όταν ανθίζουν οι κρίνοι τους πηγαίνουν στην Εικόνα της. Αργότερα, όπως είναι φυσικό, ξεραίνονται και πέφτουν τα φύλλα τους και μένει το ξερό κοτσάνι. Τ' αφήνουν έτσι ξερά τα κοτσάνια στην Εικόνα Της και όταν έρθει η γιορτή της, κάθε χρόνο, αυτά ανθίζουν και βγάζουν μπουμπούκια. Ο πατήρ Ιωάννης μια και ήταν από μικρός μεγαλωμένος στο νησί γνώριζε το θαύμα αυτό. Επισκέφτηκε λοιπόν το νησί και πήγε στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου και ζήτησε από τον Γέροντα Δωρόθεο κρίνους της Παναγίας. Πήρε μερικά ξερά κοτσάνια και τα πήγε στην Αμερική. Τα έβαλε στην Εικόνα της Παναγίας και αυτά άνθισαν ξανά. Άρχισε σιγά - σιγά ο κόσμος να θερμαίνεται στην πίστη και να προσκυνούν την Παναγία.

Ήταν μία ευαίσθητη και όμορφη ψυχή ο πατήρ Ιωάννης. Έγραφε και θρησκευτικά ποιήματα και τον συγκινούσαν πολύ τα θαύματα της Παναγίας και οι βίοι των Αγίων. Ζητούσε από τον Γέροντα Δωρόθεο να του στέλνει βιβλία για να κάνει κηρύγματα. Το ιεραποστολικό του έργο όμως, ενόχλησε κάποιους και άρχισαν να του κάνουν απειλητικά τηλεφωνήματα και να του στέλνουν απειλητικά γράμματα για να σταματήσει το κήρυγμα. Όμως τότε εκείνος έγινε πιο φλογερός και έλεγε: «Όσο τα μάτια μου έχουν νερό εγώ θα κηρύττω τον Χριστό και την Ορθοδοξία».

Όταν μάλιστα συνέστησε στους χριστιανούς να προφυλαχθούν από τις παγίδες του αντιχρίστου και να μην πάρουν το χάραγμα, άρχισαν πιο έντονα τ' απειλητικά τηλεφωνήματα για την ζωή του.

Στις 17 Μαΐου του 1985 μ.Χ. το βράδυ, πήρε τηλέφωνο τον Γέροντα Δωρόθεο στην Άνδρο και του ζητούσε πληροφορίες για τα θαύματα της Παναγίας της Μυροβλύτισσας γιατί ήθελε να κάνει κήρυγμα την Κυριακή. Την άλλη μέρα στις 18 Μαΐου ο πατήρ Ιωάννης ήταν μόνος του στο σπίτι μαζί με τον γιο του Φώτιο. Η πρεσβυτέρα είχε πάει στο σπίτι της κόρης τους Μαρίας. Το αγόρι βγήκε για λίγο έξω με τους φίλους του και ο πατήρ Ιωάννης πήγε στην Εκκλησία να την ετοιμάσει και να γράψει το κήρυγμα. Το αγόρι γύρισε αργά στο σπίτι, είδε ότι ο πατέρας του έλειπε και πήγε ανήσυχο να τον βρει στην Εκκλησία. Και τότε αντίκρισε το φοβερό θέαμα. Τον πατέρα του κατακρεουργημένο και αγνώριστο. Τον είχαν βρει μόνο του και τον βασάνισαν χτυπώντας τον στο κεφάλι με σφυρί, και το σώμα του το κατακρεούργησαν με το μαχαίρι. Και όπως διαπίστωσε η αστυνομία, επειδή εκείνος σπαρταρούσε, πήραν τον σταυρό του με την αλυσίδα και τον έπνιξαν. Το αίμα του που χύθηκε από τις πληγές του και πλημμύρισε το δάπεδο του Ιερού Ναού το χρησιμοποίησαν για να γράψουν δικά τους συνθήματα στους τοίχους του Ιερού Ναού και το 666. Ήταν σατανιστές.

Επειδή το Λείψανο του Αγίου ήταν παραμορφωμένο και το πρόσωπό του δεν μπορούσαν να το αντικρίσουν, αφού του φορέσανε την καλή του χρυσοκέντητη στολή, σφραγίσανε το φέρετρο στην νεκρώσιμη ακολουθία.

Ο Άγιος ιερέας μαρτύρησε στο σημείο που φωτογραφήθηκε με τον σταυρό στο χέρι, ίσως να ήταν μία πρόρρηση για το τι θα επακολουθούσε. Συνέβησαν, δε, προ του θανάτου του τρία θαυμαστά γεγονότα:

1) Οι ανθισμένοι κρίνοι της Παναγίας, μία βδομάδα πριν μαρτυρήσει, πέσανε όλοι ξαφνικά και από τότε δεν έχουν ξανανθίσει.

2) Η Εικόνα της Παναγίας δάκρυσε και το δάκρυ υπάρχει ακόμα πάνω στην Εικόνα, και

3) επί τρεις συνεχείς Κυριακές προ του μαρτυρίου του, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, έλαμπε το πρόσωπό του και σκορπούσε αχτίνες και το παιδί, που του έδινε το ζέον και είδε το παράδοξο αυτό φαινόμενο, επιτιμήθηκε αυστηρά για να μην φανερώσει τίποτα.

Η αστυνομία ερεύνησε για τους δολοφόνους του Αγίου και βρήκαν τρία άτομα ένα ανδρόγυνο και τον γιο του άνδρα από άλλη γυναίκα. Ήταν ιερείς του σατανά και όταν τους συνέλαβαν οι δύο αυτοκτόνησαν ενώ ο τρίτος έχασε τα λογικά του.


Όταν έμαθε ο Γέροντας Δωρόθεος για τον μαρτυρικό θάνατο του πατρός Ιωάννη έγραψε στην πρεσβυτέρα να του στείλει στην Άνδρο τ' άμφια του Αγίου που είχαν συλλειτουργήσει στο Μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δωροθέου το 1981 μ.Χ. Πέρασε καιρός και απάντηση δεν έλαβε. Στις 4 Ιουλίου του 1986 μ.Χ. και ενώ είχε τελειώσει η λειτουργία στο Μοναστήρι, άρχισαν μόνες τους να χτυπούνε οι καμπάνες πανηγυρικά. Σταμάτησαν για λίγο οι καμπάνες και άρχισαν πάλι να χτυπούνε τόσο αρμονικά που όλοι εξέστησαν, έκαναν παράκληση στον Άγιο Νικόλαο και περίμεναν να φανερωθεί κάτι θαυμαστό. Και έτσι έγινε, αφού το απόγευμα πήρε τηλέφωνο τον Γέροντα Δωρόθεο η κόρη του πατρός Ιωάννη η Μαρία, που είχε έρθει ειδικά στην Άνδρο, για να φέρει τ' άμφια του πατέρα της. Τα έφερε στο Μοναστήρι και τα υποδέχτηκαν με χαρά. Οι καμπάνες χτυπούσαν στο Μοναστήρι το πρωί ακριβώς την ώρα που έμπαινε στο λιμάνι το καράβι με τ' άμφια του Νεομάρτυρα.

Οι εμφανίσεις του ιερομάρτυρα Ιωάννου μετά τον θάνατό του είναι πάρα πολλές. Παραμονές του Αγίου Νικολάου το 1986 μ.Χ. και ο Γέροντας Δωρόθεος ετοίμαζε το Μοναστήρι μαζί με μερικές γυναίκες που τον βοηθούσαν από το χωριό εκεί. Κάποια στιγμή είδαν τον μακαριστό Ιωάννη να περπατά στην αυλή και να έρχεται προς το μέρος τους από την ανοιχτή πόρτα στην τράπεζα. Έβαλαν όλοι τις φωνές γιατί όλοι τον ήξεραν στο χωριό και τον έλεγαν: παπά - Γιάννη. Και τότε χάθηκε από μπροστά τους. Ώσπου να συνέλθουν από το ξάφνιασμα ήρθε ο ταχυδρόμος μ' ένα δέμα από την Ελβετία όπου μέσα ήταν μία Εικόνα του Αγίου σκαλιστή σε ξύλο από Ορθόδοξους Ρώσους που τον τιμούν ως Άγιο. Ο πατήρ Ιωάννης ζήτησε να μοιραστεί παντού η Εικόνα Του και να γίνει γνωστό το μαρτύριό του, η Ορθόδοξη ομολογία του.

Τον Φεβρουάριο του 1987 μ.Χ. ο Γέροντας Δωρόθεος πήγε στην Ελβετία για εγχείρηση. Ενώ μιλούσε με τους πιστούς εκεί για τον Άγιο και το μαρτύριό του, τον είδαν να τους ευλογεί και να χάνεται. Όταν είχαν λειτουργήσει μαζί με τον Γέροντα Δωρόθεο και όταν εξομολογήθηκε ο πατήρ Ιωάννης δώρισε το πετραχήλι του εκεί στο Μοναστήρι. Όταν πήγε στην Ελβετία ο Γέροντας Δωρόθεος ένα τμήμα από το πετραχήλι του Αγίου εσκόρπιζε άρρητη ευωδία στους παρευρισκομένους εκεί.

Στην Αμερική και στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς τιμάται ως Άγιος και έχουν εκδώσει και ασματική ακολουθία στον Άγιο. Τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου του τ' ανέφερε όλα στον Γέροντα Δωρόθεο η κόρη του Μαρία. Η μνήμη του τιμάται στις 19 Μαΐου και είναι παραμονή της εορτής της ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου. Επίσης, θα συνεορτάζεται μαζί με τον Άγιο Νικόλαο γιατί από παιδί τον αγαπούσε πολύ.

Την Ευλογία Του να έχουμε όλοι μας. Αμήν.


Πηγή: Ιστολόγιο Παναγίας Αλεξιωτίσσης http://panagiaalexiotissa.blogspot.com/2012/05/blog-post_6808.html#ixzz1wEM5RnJB

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Το κερί στη ζωή της Εκκλησίας μας


Δεν υπάρχει ορθόδοξος Ναός που να μην έχει στην είσοδό του, στον πρόναο ή το πρόπυλο, μανουάλι με κεριά για τους πιστούς και τους προσκυνητές. Και δεν υπάρχει Ορθόδοξος πιστός, από τα νήπια έως τους υπερήλικες, ο οποίος να μην ανάβει το κερί του κάθε φορά που εισέρχεται στον ιερό χώρο του Ναού.
Πώς όμως και γιατί επικράτησε το άναμμα των κεριών στους Ναούς μας;
Η χρήση βεβαίως των κεριών όπως και άλλων φωτιστικών μέσων γινόταν τον πρώτο καιρό για λόγους καθαρά πρακτικούς. Υποκαθιστούσαν τα κεριά το φυσικό φως, για να μπορούν οι πιστοί να βλέπουν στις λατρευτικές τους συνάξεις. Η χρήση τους βέβαια έγινε ακόμη πιο αναγκαία την περίοδο των διωγμών· τότε που η Εκκλησία του Χριστού βρισκόταν στις ανήλιαγες κατακόμβες και χρειαζόταν φως.

Από τον 4ο αιώνα και μετά όμως, που η Εκκλησία εξήλθε διά διατάγματος του αγίου Κωνσταντίνου από τις κατακόμβες, η χρήση διάφορων φωτιστικών μέσων διατηρείται στην Εκκλησία μας με χαρακτήρα έντονα συμβολικό πέραν του καθαρώς πρακτικού.
Έτσι το κερί αποτελεί μια υπόμνηση εσωτερικής αλλοιώσεως, αλλαγής. Όπως αυτό αλλοιώνεται καθώς καίγεται, έτσι καλούμαστε να αλλοιωνόμαστε κι εμείς με το φως του Χριστού, το οποίο θα κατακαίει κάθε πάθος και κακία μας.
Το κερί αρχικά είναι σβησμένο και δεν έχει ούτε τη φωτιστική ιδιότητα ούτε τη θερμότητα. Αυτά τα αποκτά αφού ανάψει από τη φλόγα κάποιου άλλου. Με τον ίδιο τρόπο καλούμαστε κι εμείς να «ανάψουμε» από τη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος, να αποκτήσουμε τη θερμότητα της πίστεως και να ακτινοβολήσουμε το φως των καλών έργων στη ζωή μας και στην κοινωνία μας.
Το κερί όταν καίγεται φωτίζει, και όταν φωτίζει καίγεται και εκδαπανάται. Έτσι και κάθε πιστός. Μόνο όταν εκδαπανάται και προσφέρεται και θυσιάζεται με έργα αγάπης και φιλανθρωπίας, φωτίζει το φως του Χριστού γύρω του. Γι’ αυτό κάθε φορά που ανάβουμε το κερί μας, καλούμαστε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας, ότι πρέπει να συνεχίζουμε να ζούμε μέσα στο φως της χάρης του Θεού που πήραμε με τη Βάπτισή μας, τότε που πρωτοφωτιστήκαμε με το ανέσπερο φως του Θεού.
Πριν ο πολιτισμός με το ηλεκτρικό του ρεύμα μπει και στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, ο φωτισμός των ιερών Ναών γινόταν με πολυελαίους που είχαν κεριά ή κανδήλια. Ο πολυέλαιος και τότε αλλά και σήμερα, συμβολίζει τη θριαμβεύουσα Εκκλησία του Χριστού. Τα κεριά ή σήμερα οι ηλεκτρικές λάμπες, συμβολίζουν τους αγίους ή το φως των εν ουρανοίς ευρισκομένων αγίων. Γι’ αυτό και σε ιερές πανηγύρεις και θείες Λειτουργίες, ιδιαίτερα στα μοναστήρια, σείουν τους πολυελαίους, για να φανερώσουν, ότι και οι άγιοι στα επουράνια συνεορτάζουν και συμμετέχουν και συγχορεύουν με την επίγεια Εκκλησία του Χριστού.
Όχι λοιπόν! Δεν είναι απλώς ένας τύπος το άναμμα του κεριού. Ούτε είναι κάτι που, όπως λέγεται από πολλούς συχνά τελευταία, επινόησε και διατηρεί η Εκκλησία μας για καθαρά εισπρακτικούς και κερδοσκοπικούς λόγους.
Είναι μια βαθιά υπόμνηση. Υπόμνηση για αγιασμό. Για θυσία. Για φωτισμό. Κρύβει έναν μυστικό συμβολισμό που βοηθά τους πιστούς.
Γι’ αυτό και αιώνες τώρα ο πιστός λαός μας διατηρεί αυτή την πρακτική. Και θα πρέπει και ο καθένας μας με τέτοια συναίσθηση και αγίους πόθους να την επιτελεί και να τη διδάσκει σε μικρούς και μεγάλους.
«Ο ΣΩΤΗΡ», 01/11/2011 & xfd.gr/

Η αμοιβαία εκδήλωση στοργής είναι αναγκαίο στοιχείο της συζυγικής αγάπης

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Η αμοιβαία εκδήλωση στοργής είναι αναγκαίο στοιχείο της συζυγικής αγάπης. Η αγάπη φανερώνεται με την τρυφερότητα, την ευγένεια, το ενδιαφέρον.
Η αγάπη εκφράζεται με λόγια.
Οι λέξεις είναι η τροφή των συναισθημάτων, ζωντανεύουν την αγάπη. Στα απλά καθημερινά πράγματα βρίσκεται συχνά το μυστικό της ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Δυστυχώς τα ξέχασαν αυτά σήμερα οι σύζυγοι.
 Ξεχνούν να εκφράσουν την εκτίμηση και τον θαυμασμό τους για τα χαρίσματα, τις ικανότητες, τις προσπάθειες, τις επιτυχίες που κάνει ο καθένας στον τομέα του, ακόμη και ένα κομπλιμέντο για την εμφάνιση και το καθημερινό ντύσιμο, το καλομαγειρεμένο φαγητό.
Η γυναίκα ακτινοβολεί, αυξάνει το φιλότιμό της όταν νιώθει ότι την αγαπούν. Το ίδιο συμβαίνει και στους άνδρες. Σ' αυτούς αυξάνεται η καλή αυτοπεποίθηση. Η αγάπη συντηρείται με την επινόηση τρόπων εκδήλωσεώς της.
Η ικανοποίηση των ιδιαιτέρων επιθυμιών και η ανοχή των αδυναμιών του άλλου βοηθούν την συνοχή των συζύγων.
Ο άγιος Χρυσόστομος με τον τονισμό της αγάπης λέει στην ουσία ότι οι σύζυγοι πρέπει να μάθουν να συγχωρούν και να ανέχονται. Ο πιο ώριμος από τους δυό πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα.
Μέσα στον γάμο δεν έχει σημασία ποιός έκανε ένα λάθος η γιατί το έκανε. Εκείνο που είναι ζητούμενο, είναι ποιός είναι ο πιο γρήγορος τρόπος για να διορθωθεί η κατάσταση. «Να ανεχόμαστε, λέει ο άγιος, ο ένας τον άλλο με αγάπη. Πως είναι δυνατόν να ανέχεσαι αν είσαι οργίλος και κακόγλωσσος; Πες τον τρόπο: Με αγάπη.
Αν δεν ανέχεσαι τον πλησίον, πως θα σε ανεχθεί ο Θεός; Αν συ δεν υποφέρεις αυτόν που είναι σύνδουλος σου, πως θα σε ανεχθεί εσένα ο Κύριος»;


1myblog.pblogs.gr