Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

 


«Ἡ με­τά­νοι­α εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­ρε­τή», ἔ­λε­γαν οἱ πα­λαι­οί, «καί χω­ρίς αὐ­τήν δέν σω­ζό­μα­στε».    

«Ὅ­σοι ἔ­με­ναν στήν με­τά­νοιά τους μέ­χρι τέ­λους, ἔ­κα­ναν ἀ­ρε­τή». 

«Ἡ προ­σευ­χή, ἄν δέν τήν ἀ­φή­σης, δέν σέ ἀ­φή­νει· Αὐ­ξά­νει. Μόνο νά μήν ἀ­με­λή­σου­με». 

«Διά τῆς προ­σευ­χῆς ἔρ­χε­ται πολ­λές φο­ρές τό­ση χά­ρις, πού δέν ἀν­τέ­χει ὁ ἄν­θρω­πος. Ἄν θέ­λη νά με­τα­κι­νη­θῆ, δέν μπο­ρεῖ, σβαρ­νι­έ­ται. Ἄν εἶ­ναι ὄρ­θιος, λυ­γί­ζουν τά γό­να­τά του. Καί με­τά ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρα­κα­λᾶ τόν Θεό νά τόν πά­ρη κοντά Του». 

«Ὅ­λοι μας, ὅ­ταν θά βγῆ ἡ ψυ­χή μας, θά ἐ­λε­ει­νο­λο­γοῦ­με τόν ἑ­αυ­τό μας, για­τί δέν κά­να­με πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό ὅ­σα κά­να­με». 

«Ὅ­ταν ἕ­νας πα­ρα­δελ­φός λέ­η ψέμ­α­τα, οὔ­τε φι- λί­α μπο­ρεῖς νά ἔ­χης οὔ­τε ἀ­δελ­φοσύ­νη μπο­ρεῖ νά ἀνα­πτυ­χθῆ». 

«Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει διά τῆς προ­σευ­χῆς νά ἀπο­κτή­ση πο­νε­τι­κή ψυ­χή. Νά μήν εἶ­ναι ἀ­δι­ά­φο­ρος στoν πό­νο τοῦ ἄλ­λου». 

«Ὁ μο­να­χός ἔ­χει με­γά­λη ἀ­ξί­α καί με­γά­λη εὐ­θύ­νη». 

«Οἱ πα­τέ­ρες πού ἔ­κα­ναν ὑ­πα­κοή, ὑ­πο­μο­νή καί ἐ­κοι­μή­θη­καν ἐ­δῶ στό Μο­να­στή­ρι, ἔ­χω πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι σώ­θη­καν». 

Εἶ­πε Γέρων: «Πε­νῆν­τα πέν­τε χρό­νια εἶ­μαι ἐ­δῶ. Ἐ­χθές ἦρ­θα, αὔ­ριο φε­ύ­γω».   

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Μία φο­ρά πού ἔ­κα­να κα­νό­να τή νύ­χτα στό κελ­λί μου εἶ­δα φῶς καί αἰ­σθάν­θη­κα μία ἀλ­λοί­ω­ση». 

Εἶ­πε Γέρων: «Ὅ­ταν βλέ­πης κά­τι κα­λό σέ κά­ποι­ον, νά τό μι­μῆ­σαι. Ὅ­ταν βλέ­πης κά­τι ἄ­σχη­μο, μή δί­νης ση­μα­σί­α». 

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι με­γά­λη ἀρ­γί­α. Αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα οὔ­τε καί τά χε­λι­δό­νια δέν κτί­ζουν τήν φω­λιά τους».    

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος τι­μᾶ τόν ἄ­ξιον ἱ­ε­ρέ­α, τι­μᾶ τόν ἄν­θρω­πο ἐ­πει­δή ἔ­χει ἀ­ρε­τή. Ὅ­ποι­ος τι­μᾶ τόν ἀ­νά­ξιον ἱ­ε­ρέ­α, τι­μᾶ τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη». 

Εἶ­πε Γέρων: «Ὅ­ταν ἔρ­θη ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πό ἄ­γριος ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ἥμε­ρος». 

Εἶ­πε Γέρων: «Καί τά πνευ­μα­τι­κά καί τά μου­σι­κά, ἄν τ᾿ ἀ­φή­σης, σ᾿ ἀ­φή­νουν καί αὐ­τά».  

Εἶ­πε Γέρων: «Ὅ­σο γυ­ρί­ζεις, τό­σο μυ­ρί­ζεις». (Δη­λα­δή ὅ­σο τρι­γυρ­νᾶς, τό­σο ζη­μι­ώ­νε­σαι πνευ­μα­τι­κά).  

Εἶ­πε Γέρων: «Ὅ­ταν φθά­σου­με στήν προ­σευ­χή, πα­ραι­το­ύ­με­θα ἀπ᾿ ὅ­λα τά πράγ­μα­τα. Δέν θέ­λο­υμε τί­πο­τε ἄλ­λο. Τό πλή­ρω­μα τῆς προ­σευ­χῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη καί ἡ τα­πε­ί­νω­ση. Αὐ­τά δέν ἐ­ξη­γοῦν­ται εὔ­κο­λα». 

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά ἀ­ρε­τές, κρύ­βει τά πά­θη του, καί ὅ­ποι­ος μι­λᾶ γιά πά­θη, κρύ­βει τίς ἀ­ρε­τές του». 

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Τό πε­τρα­χή­λι (ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος) εὔ­κο­λα σκα­λώ­νει στόν κό­σμο». 

Εἶ­πε Γέ­ρων:  «Νά  μήν  ἀ­φή­νω­με τήν Ἐκ­κλη­σί­α (ἀ­κο­λου­θί­α). Ὅ­σα Κελ­λιά τήν ἄ­φη­σαν, ἐ­ρή­μω­σαν».  

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὁ μο­να­χός, ἄν δέν ἀ­πο­κτή­ση ἀ- κτη­μο­σύ­νη καί παρ­θε­νί­α, δέν πέ­τυ­χε τί­πο­τε. Νη­στεῖ­ες καί τέ­τοι­α κά­νουν καί οἱ λα­ϊ­κοί». 

Εἶ­πε Γέ­ρων: «Ὅ­ταν θέ­λης νά μά­θης τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ γιά κά­τι, πρέ­πει νά εἶ­σαι νε­κρός ἀ­πό τό δι­κό σου θέ­λη­μα. Κά­νε κομ­πο­σχο­ί­νι ὁ Θε­ός νά φω­τί­ση ἐ­κεῖ­νον πού θά ρω­τή­σεις. Κα­λόν εἶ­ναι αὐ­τός νά ἔ­χη φό­βο Θε­οῦ καί νά τοῦ ἔ­χης ἐμ­πι­στο­σύ­νη». 

Εἶ­πε Γέρων: «Κα­λά καί ἅ­για εἶ­ναι καί τά ψαλ­σί­μα­τα καί οἱ ἀ­κο­λου­θί­ες μέ νο­ή­μα­τα ἁ­γι­α­σμέ­να, ἀλ­λά ἡ εὐ­χή εἶ­ναι κά­τι ἀ­νώ­τε­ρο. Μέ τό ψάλ­σι­μο δέν μπο­ρεῖς νά πα­ρα­κο­λου­θῆς πάν­το­τε τά νο­ή­μα­τα, καί αὐ­τό εἶ­ναι σάν κα­τα­φρό­νη­ση πρός τόν Θεό. Σάν νά συ­νο­μι­λᾶς μέ τόν Θεό καί νά μήν προ­σέ­χης, νά μή δί­νης ση­μα­σί­α στήν συ­νο­μι­λί­α. Αὐ­τό εἶ­ναι πο­λύ βα­ρύ». 

Εἶ­πε γέ­ρων ψάλ­της: «Ἐ­μᾶς, ἂν δέν ἔ­χου­με τα­πεί­νω­ση κα­θα­ρή καί ἂν ὁ νοῦς μας δέν εἶ­ναι στόν Κύ­ριο τῆς Δόξης πού σταυ­ρώ­θη­κε γιά μᾶς, δέν μᾶς ἀ­κού­ει ὁ Θε­ός ὅ­ταν ψάλ­λου­με». 

Ἔ­λε­γε Γέ­ρων: «Ἄ­κου­γα συμ­βου­λές καί νου­θε­σί­ες ἀ­πό δι­α­φό­ρους καί δέν μέ ἄγ­γι­ζαν. Ὅ­ταν πή­γαι­να στόν πα­πα–Ἐ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη, ὅ,τι μοῦ ἔ­λε­γε ἔμ­παι­νε μέ­σα στήν ψυ­χή μου, για­τί αὐ­τά πού μοῦ ἔ­λε­γε, τά εἶ­χε ζή­σει, ἦ­ταν βι­ώ­μα­τά του». 


Πηγή: www.enromiosini.gr

«Η ωραιότερη συνάντηση» - Παρέα της Τρίτης, 02 Φεβρουαρίου 2021


 Πηγή: www.eulogia.gr

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής

 

Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος - ιεροψάλτης


Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

           
Το Αποστολικό ανάγνωσμα που θα ακουστεί την ερχόμενη Κυριακή είναι από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους Εφεσίους. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει απόσπασμα από το Δ’ Κεφάλαιο, στίχους 1 με 7.

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Πρωτότυπο Κείμενο

«Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν·εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα·εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν. Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.»

Απόδοση

«Σας παρακαλώ, λοιπόν, και σας εξορκίζω εγώ, ο οποίος είμαι φυλακισμένος και αλυσοδεμένος δια το όναμα του Κυρίου, να ζήτε και να συμπεριφέρεσθε, όπως ταιριάζει εις την υψηλήν κλήσιν, με την οποίαν έχετε προσκληθή από τον Θεόν. Δηλαδή να ζήτε και να φέρεσθε με κάθε ταπεινοφροσύνην και πραότητα, με ανοχήν απέναντι των άλλων και μεγαλοκαρδίαν, ανεχόμενοι ο ένας του άλλου τας αδυναμίας με αγάπην, να επιμελήσθε και να αγωνίζεσθε να διατηρήτε την ενότητα, με την οποίαν το Πνεύμα το Αγιον σας έχει συνδέσει, έχοντες ως σύνδεσμον την ειρήνην, η οποία θα βασιλεύη μεταξύ σας και θα σας ενώνη εις ένα πνευματικόν σώμα. Είσθε ένα πνευματικόν σώμα και έχετε ένα και το αυτό Πνεύμα Αγιον, που σας ζωογονεί, καθώς επίσης έχετε κληθή όλοι εις μίαν και την αυτήν ελπίδα της κλήσεώς σας. Ενας και μόνος είναι ο Κυριος, μία είναι η πίστις όλων των Χριστιανών, ένα το βάπτισμα που έχουν λάβει. Ενας και μόνος ο Θεός και Πατήρ όλων, αυτός ο οποίος κυριαρχεί επί όλων ανεξαιρέτως και δια μέσου όλων ενεργεί και φανερώνει την αγαθήν του πρόνοιαν, και μέσα εις όλους μας κατοικεί. Εις τον καθένα δε από ημάς εδόθη η χάρις, τα χαρίσματα και αι δωρεαί, σύμφωνα με το μέτρον, με το οποίον δικαίως και σαφώς μοιράζει ο Χριστός τας δωρεάς του. (Ας μη υπάρχουν, λοιπόν, ζηλοφθονίαι μεταξύ σας, διότι τα χαρίσματα είναι δώρα του Θεού, δια την εξυπηρέτησιν όλων).»

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

            Ο λόγος του Θεού είναι πάντα επίκαιρος, σε όποια εποχή και αν εξεταστεί. Αν και φυλακισμένος, ο απόστολος Παύλος νοιαζόταν για το χριστιανικό πλήρωμα της Εκκλησίας. Αυτό δείχνει και πως πρέπει να εργάζονται οι συνεχιστές των Αποστόλων δηλαδή οι Αρχιερείς και ιερείς της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ότι και αν γίνεται, θα πρέπει η πρώτη και τελευταία έγνοια τους να είναι το ποίμνιο τους και τίποτα άλλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αμελούν τις οικογένειες τους αλλά δεν θα πρέπει να έρχεται τίποτα εμπόδιο στο έργο τους.

            Εξηγεί ο Απ. Παύλος ότι ένας είναι ο Θεός, μια Αλήθεια με ένα βάπτισμα. Σε μια εποχή που είναι εύκολο να παρερμηνευτούν ορισμένα σημεία του δόγματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έρχεται ο λόγος του Αποστόλου να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Είναι δύσκολο να γνωρίζει ένας Χριστιανός ακριβώς όλες τις διδασκαλίες της Εκκλησίας. Αλλά δεν σημαίνει ότι δεν είναι εφικτό. Η δυνατότητα στην έρευνα της πίστεως έγκειται στην θέληση του καθενός. Με προσευχή, θέληση και την καθοδήγηση του πνευματικού πατέρα, μπορεί κάποιος να κινηθεί ασφαλώς προς την μελέτη της Ορθοδόξου πίστεως. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν στην θέληση για την εξέλιξη της πνευματικής ζωής.

            Κλείνει το ανάγνωσμα με την πρόταση ότι ο καθένας έχει λάβει κάποιο χάρισμα που δόθηκε από τον Χριστό. Είναι χρέος του κάθε πιστού να γνωρίσει το χάρισμα που έλαβε και να το καλλιεργήσει. Δεν θα πρέπει να γίνει σαν τον δούλο που αντί να αυξήσει το τάλαντο που του έδωσε ο κύριος του, το έκρυψε στη γη.

            Σε μια εποχή με αυξημένη αβεβαιότητα και δυσκολίες ένα πράγμα λειτουργεί ως άγκυρα σωτηρίας: ο Κύριος Ιησούς Χριστός! Η πίστη δεν θα πρέπει να χαθεί γιατί εάν χαθεί τότε ο άνθρωπος χάνει κάθε ελπίδα. Το πιο επικίνδυνο όπλο του διαβόλου εναντίον των Χριστιανών είναι η απελπισία. Με αυτό αποδομεί τον άνθρωπο και τον φτάνει μέχρι και την απώλεια της ψυχής του. Είναι άκρως αναγκαίο να μην επιτραπεί να γίνει αυτό. Ότι και να έρθει, ότι και να κάνει ο άνθρωπος, με την μετάνοια και εξομολόγηση όλα διορθώνονται. Αυτό που θα πρέπει να κοιτά ο άνθρωπος δεν είναι την αποφυγή του πόνου, της δοκιμασίας, ακόμη και του θανάτου με κάθε μέσο αλλά της κατάλληλης προετοιμασίας για την ώρα που θα έρθουν αυτά να είναι έτοιμος ο πιστός Χριστιανός να τα δεχτεί με θάρρος, όμοιο των μαρτύρων της Εκκλησίας. Με αυτό το πνεύμα, θα καταφέρουμε συν Θεώ να Τον πλησιάσουμε.

ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΛΟΥΚΑ ΦΙΛΟΘΕΙΤΗ 7-10-20


 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Γέρων Εφραίμ Αριζόνα 1992.Ο Αόρατος Πόλεμος - Spiritual Warfare. Ομιλία στα Ελληνικά και Αγγλικά


 Αυτό το βίντεο γυρίστηκε το 1992 στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Pittsburgh, μετά από μια αναπάντεχη επίσκεψη του Γέροντος Εφραίμ. Υπάρχει παράλληλα Αγγλική μετάφραση στα όσα λέει ο Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Η ορθή τελετουργική τάξη κατά την ψαλμώδηση του Ν' ψαλμού, ευθύς αμέσως μετά την ανάγνωση του εωθινού Ευαγγελίου της Κυριακής!

 Δημητρίου Π. Λυκούδη

Θεολόγου – Φιλόλογου

Υπ. Δρα Παν/μίου Αθηνών

Πρόκειται για ένα ακόμη ζήτημα λειτουργικής και τελετουργικής τάξης. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι τηρούμε σχολαστικά και άβουλα όσα προτάσσονται, αλλά θελημένα και εκούσια, καθώς έτσι, συμβάλουμε στην εύρυθμη συνέχεια της ακολουθίας και, κυρίως, ακολουθούμε με ακρίβεια το λειτουργικό έθος και την ορθή τυπική διάταξη της Εκκλησίας μας.

Ευθύς. αμέσως, μετά την ανάγνωση του αναστάσιμου χαιρετισμού "Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι..." (αναφερόμαστε στον κυριακάτικο Όρθρο), ψάλλεται (απαγγέλεται εμμελώς) ο Ν' ψαλμός από τους δυο χορούς των ιεροψαλτών, ανά στίχο, αρχομένου, ασφαλώς, του πρωτοψάλτου. Οι ιεροψάλτες, συνηθίζεται να κατέρχονται ελαφρώς από τη θέση τους, στο πρώτο σκαλί του αναλογίου τους, ως ένδειξη σεβασμού και τιμής προς το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο πρόκειται να εξέλθει από το άγιο βήμα, εντός ολίγου. Στη θέα του ιερού Ευαγγελίου οι ιεροψάλτες κάνουν υπόκλιση, στο Ευαγγέλιο, όχι στον ιερέα, και ανέρχονται και πάλι στην κανονική τους θέση για να συνεχίσουν το έργο τους. Προσοχή! Δεν αποτελεί λειτουργικό έθος να κατέρχονται οι ιεροψάλτες για να ασπασθούν το Ευαγγέλιο, πολύ δε, περισσότερο, αποτελεί καινοτομία η προσέγγιση του Ευαγγελίου προς αυτούς, μια κίνηση που κάνει ο προεστώς ιερέας για να δώσει στους ιεροψάλτες τη δυνατότητα να ασπασθούν το Ευαγγέλιο. Είναι λάθος και αντιπαραδοσιακή όλη η παραπάνω ενέργεια.


Άλλωστε, έχουμε τονίσει ότι οι ιεροψάλτες δεν κατέρχονται ποτέ από το αναλόγιο, ούτε στην περίπτωση που ιερουργεί ή χοροστατεί Αρχιερέας για να πάρουν "ευχή". Κάνουν υπόκλιση και μένουν σε αυτό (1). Η περίπτωση, δε, ο πρωτοψάλτης να κάμνει λάθος και να κατέρχεται να προσκυνήσει και ο Λαμπαδάριος, αν και σωστός, να παραμένει στη θέση του, πάνω απ᾿όλα, θυμίζει εκτέλεση σκηνών επί θεατρικού δρώμενου (ή, αλλέως, "τσίρκο"). Ο Λαμπαδάριος ιεροψάλτης είναι υποχρεωμένος ν᾿ακολουθεί "πιστά" όσα κάμνει ο πρωτοψάλτης, ακόμη και τα "λάθη" του, τρόπον τινά!

Ο προεστώς ιερέας, ο οποίος και αναγιγνώσκει (κανονικά απαγγέλεται εμμελώς) το εωθινό Ευαγγέλιο της Κυριακής, στο άκουσμα του στίχου "Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην..." και αυστηρά ως προς την εφαρμογή του χρονικού σημείου, μόνο τότε, εξέρχεται από το άγιο βήμα κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο και κινείται προς τον Σολέα. Στέκεται στο σημείο εξόδου του Σολέα προς τον υπόλοιπο Ναό και υπομονετικά, φέρων το βλέμμα και τους οφθαλμούς του προς τη γη, αναμένει να προσκυνήσει το Ευαγγέλιο όλος ο λαός. Προσοχή! Τα χέρια του ιερέα είναι καλυμμένα! Δεν ασπαζόμαστε με χειροφίλημα τα χέρια του ιερέα, αλλά μόνο το ιερό Ευαγγέλιο (2), το οποίο συμβολίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό και, όλως ιδιαιτέρως, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, η όλη στάση συμβολίζει την ανάμνηση της παρουσίας του Χριστού στους μαθητές Του, ευθύς αμέσως, μετά την Ανάσταση (3).

Μετά την προσκύνηση του Ευαγγελίου, η οποία όχι απλά είναι πρέπον, αλλά επιβάλλεται να γίνεται με κάθε τιμή, ιεροπρέπεια και απόλυτη ησυχία, ο ιερέας επιστρέφει εντός του ιερού βήματος μετά του Ευαγγελίου. Η συνήθεια να τοποθετείται το Ευαγγέλιο στο προσκυνητάρι έως το πέρας της Θείας Λειτουργίας, δήθεν, για να προσκυνήσουν όσοι δεν ήταν παρόντες την πρέπουσα στιγμή, είναι απαράδεκτη, νεοτερική.

Η θέση του ιερού Ευαγγελίου είναι εντός του ιερού βήματος, επί της αγίας Τραπέζης. Πέραν, βέβαια, της αχαρακτήριστης ενέργειας (διότι έχουμε δει και τέτοιες εικόνες), μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και, κυρίως, στις περιπτώσεις που λειτουργεί ένας ιερέας ή όταν κάνει κατάλυση, το Ευαγγέλιο να μεταφέρεται εντός του ιερού βήματος στα χέρια του νεωκόρου, του ιεροψάλτου ή όποιου άλλου πρόσφορου και καλοδιάθετου πιστού. Αυτές οι κινήσεις είναι απαράδεκτες και δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με λειτουργική Παράδοση και την τάξη της Εκκλησίας μας.

Άνευ σχολαστικότητας, λοιπόν, εφαρμόζοντας, όμως, την όλη λειτουργική και εκκλησιαστική μας Παράδοση, ας παραμείνουμε πιστοί σε όσα οι Πατέρες μάς κληροδότησαν και μάς δίδαξαν. Πιστοί στην εφαρμογή της τυπικής διάταξης και του λειτουργικού τυπικού που έχει και φέρει η Ορθόδοξη Εκκλησίας μας.

Παραπομπές:
1. Ασφαλώς, οι ιεροψάλτες δύνανται να κατέρχονται ελαφρώς, να ίστανται, δηλαδή, στο πρώτο σκαλί του αναλογίου τους σε ένδειξη σεβασμού και τιμής, σε συγκεκριμένα σημεία και χρονικές στιγμές των ιερών ακολουθιών και, δη, αυτής της Θείας Λειτουργίας.
2. Πρβλ., Ιωἀν. Φουντούλη, Λειτουργική Α', Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 75-76.
3. Άλλωστε, ο προεστώς ιερέας αναγιγνώσκει τα εωθινά ευαγγέλια της Κυριακής εντός του ιερού βήματος και όχι εκτός, και, μάλιστα, στο δεξιό μέρος της Αγίας Τράπεζας, ως ο άγιος άγγελος, δηλαδή, έμπροσθεν του Παναγίου Τάφου του Σωτήρος Χριστού.

Σημείωση: Η ως άνω λειτουργική απορία αποτελεί μέρος του νέου πονήματος του κ. Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου-Φιλολόγου, υπό τον τίτλο "Λειτουργικά Ζητήματα", τόμος Α', που μέσα του ερχόμενου μήνα κυκλοφορεί.

Πηγή: dimitrislikoudis.blogspot.gr,  
https://naxioimelistes.blogspot.com/2017/09/blog-post_4.html?spref=fb

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

«Ξεβολευτείτε» - Παρέα της Τρίτης, 15 Σεπτεμβρίου 2020


 

“THE PRIESTHOOD IS THE MOST TERRIBLE THING ON EARTH” Elder Teofil (Bădoi) and His Sayings

 

In our days, when both the pleasures and the troubles of the world constantly call us to depart from our Orthodox faith and morals, it is useful to us to recall the martyrs and confessors for the faith. Quite recently, less than 100 years ago, they would have consented to die rather than take such a step. One of these confessors of Christ was the Romanian elder Archimandrite Teofil (Bădoi; † July 17, 2010).

This article originally appeared in the Romanian journal “The World of Monks” (Lumea Monahilor), vol. 1, no. 1, July 2007.

Archimandrite Teofil (Bădoi)Archimandrite Teofil (Bădoi)I’m at the Monastery of Sâmbăta de Sus. Fr. Teofil (Pârâian), whom I came to see, was out for a bit, and I decided to take a walk to the lake, beyond the monastery enclosure. I saw a group of monks resting there. In the midst of them, as if being guarded by them all, stood an elderly monk, short of stature, with a thin, gray beard. Curious by nature and eager to talk, I went up to them:

“God help you! Where are you from, fathers?”

“God help you! We’re from Slănic Monastery, from Argeș,” one of them, a young man, answered.

“I know someone there,” I said, “Fr. Teofil (Bădoi)!”

Suddenly the old man turned to me and said with all seriousness:

“Who?! That thief? That scoundrel? He ran away from the monastery. He’s not with us anymore!”

I looked at him with bewilderment and some fear. How could it be that this father, about whom I had learned many good things from books, had such a bad reputation in Slănic? The others were silent, hiding their smiles in their beards. Then one of them, seeing that I was completely perplexed, came over to me and happily said:

“Why, here he is—Fr. Teofil (Bădoi), the abbot of Slănic!”

Fr. Teofil (Bădoi) was born on September 11, 1925. He entered the monastery on February 20, 1944, and received the monastic tonsure on March 30, 1947. He was ordained as a hierodeacon on July 14 that same year. In 1968, having already gone through the school of suffering—seven years of exile from the monastery by the diabolical decree of 19591— he was ordained as a hieromonk.

A conversation with Elder Teofil

—Ah, my boy, youth is spent in temptations, and old age in infirmities. My voice has become weak; everything is weak. I’m left with one eye and one tooth. But what can you do? We have to go forward. That’s what Elder Vitimion used to say.

Even if I had graduated from all the schools of this world, even the highest schools, not a single one of them would have been as useful for me as the school of sufferings. I was driven out of the monastery on January 15, 1961. I was thirty-six. I stayed in Slănic with Elder Vitimion (Jupânu, as we called him) and Fr. Joseph from the village of Corbi. Fr. Nikodim and Fr. Gavriil were already in jail. I miraculously avoided prison. God kept me safe, otherwise I wouldn’t have made it. I simply would have died. That’s how it was.

I was preaching then in the “Lord’s Army.”2 I did it with great love. I was ready to bring all the young people to the monastery. Then, on October 14, 1960, comrade Bărbulescu, the inspector of religious affairs for the Argeș Province, the evilest man I have ever seen, came to the skete. He told me: “I came to meet you, because you’re the only monk in the whole province I don’t know—to meet you and tell you to leave.” “I’m not going anywhere, comrade. I’m not leaving here until spring.” “You’ll leave, I promise you.”

He turned out to be right. One night, Bărbulescu and three or four securists3 burst in. I had Fr. Bobok hidden in one of my rooms. He was sick, the poor man, and I was taking care of him.

“Where’s Bobok?” he asked. “What’s that to you, sir? Leave him alone. He’s sick.” They suddenly found him, and oh, what my ears heard… What filth, what abuse was spewed out upon him!

Did they beat him?

—No, they didn’t beat him. They arrested him and kicked me out of the monastery. “Where are you going now?” the inspector asked. “To Corbi.” “And why not to Vlădeşti?”4 I didn’t want to return to my village, but they didn’t understand why I, being a monk, couldn’t return home. “I have no one to return to in Vlădeşti. My parents are dead.” Then they let me go to Corbi. They just made me sign a statement where I asked to be shot if they found me in the skete.

How many years did you spend in forced settlement in Corbi?

—Five years, until November 1966.

Did they leave you alone there?

—Of course not! They were constantly calling me in to the police. When I returned from there, I could barely stand on my feet. I was staggering worse than a drunk. “Bandit, why aren’t you married?” They always considered me a “bandit.”

“Listen, you! People like you get married but live separately from their wives. What do you say to that?” “I would say that those who are married must observe all the laws of marriage. I know this. And whoever isn’t married must observe all the laws of the celibate life.”

Another time, I asked the interrogator: “You also took an oath, in the military, didn’t you?” “Yes, I did.” “And so, have you broken it?” “No, never!” “And I have also taken an oath—monastic vows. And I can’t break them for anything in the world.” And do you know what he said? “You do well not to break them.” Can you imagine?

So you kept your monastic vows even in the world, as a citizen.

—I kept them sacred, Father, with God’s help! I had temptations from the servants of satan. They were watching me, every step I took, and everything I did. And because of this stress, I couldn’t sleep at all for those five years I was living in Corbi, unless I took pills.

But satan also fought with me personally. If you could have seen what I looked like then, all skin and bones, you would have shed tears of pity. And the demon of lust took up arms against me, in this pitiful state of mine. I prayed so much, Father, that God would deliver me from it, that the tears I shed formed a puddle on the floor. Sister Veta asked me why I was crying, and I said I was crying out of longing for the monastery. I couldn’t tell her why.

And then I saw that the securists were worse than the demons. You could pray to God and be delivered from the demons, but from the securists… I would weep until I fell unconscious. Mother Gabriela later said: “If you only knew how many times I slapped you, your holiness!” “What do you mean?” “That was the only way I could revive you.”

    

***

Elder Teofil would say:

“When they ordained me, I prayed to God: ‘Lord, deliver me from envy and greed!’ They ruin good relations with people. I didn’t save any money and everything I did, I did for the monastery. I bought a lot of books—this is the legacy I leave to my ‘soldiers.’ I also have 700 cassettes with homilies, Church music, and recordings of various moments from my life.”

The elder would also say:

“The priesthood is the most terrible thing on Earth. When a priest is serving, he has Paradise on the right and hell on the left. A priest will give an answer for every soul from his parish, if any should perish. The priesthood is not a profession, but a Divine mission. My soul hurts when I see young people, future priests, going to study theology without thinking about what yoke they’re being harnessed to.”

***

When Fr. Teofil went shopping in Pitești with the monastery steward sometime after 1990, he was stopped by some citizen who proudly declared:

“Father, I’m an evangelist.”

The elder looked at him with surprise and responded:

“I only know four evangelists. And where did you come from?”

This unexpected response stunned the “evangelist.” Father had already walked a ways off, and the “evangelist” was still standing there, not moving from his spot. He wasn’t moving, as if rooted to the spot, following the elder with his eyes, until he disappeared into the crowd.

***

I often heard him say:

“Discos, sectarian houses of worship, and weekend markets are the mouth of hell. Whoever buys and sells on Sunday instead of going to the Divine Liturgy will reap no profit—only harm! This is what the holy fathers say, and I believe it’s true!”

***

Fr. Teofil also said:

“I have had many desires in life that I prayed to God about, for Him to fulfill them if they were pleasing to Him. I really wanted to build a church, because we’d be commemorated there both during life and after death, as long as the church exists. Wherever the Divine Liturgy is served daily, there many blessings are poured out from God. You know, the fathers of the Church say that that greatest good deed you can do in a day is to go to the Divine Liturgy. And I am filled with joy when I see three churches that have been erected and I see that the daily cycle of Divine services is being celebrated there according to the monastic order, with the Divine Liturgy.

“When I first went to the Holy Land, I saw how exalted and filled with peace the Divine services served at night were there. The holy fathers say that prayer at night is golden, because the mind is not so disturbed by thoughts as during the day.

“The scattering of the mind in prayer leads to the cooling of the soul, and the soul does not receive as much benefit as when the mind is gathered in prayer and we shed tears.

“Having returned from Jerusalem, I gathered my ‘soldiers’ to consult with them about how we could introduce nighttime services. So we started celebrating the Midnight Office and Matins at midnight. Since then, I have seen the blessing of God, for the community has grown in numbers, and also, I hope, spiritually and materially.”

Protosinghel Vissarion (Sorescu)
Translated by Jesse Dominick

Pravoslavie.ru

9/17/2020

1 In 1959, a decree was issued in Romania, according to which all monastics who had not yet reached retirement age had to return to the world, and the elderly were taken to several monasteries that were turned into hospices.

2 The “Lord’s Army” (Oastea Domnului) was a Romanian semi-monastic mass movement for the spiritual rebirth of the people that played a major role in promoting Orthodoxy in the country. It has existed since 1923. From 1948 to 1990, it was persecuted under the atheist authorities.

3 Securists were employees of the Securitate, i.e., the Department of State Security of Romania, which existed from 1948 to 1991.

4 Corbi is the village closest to Slănic Monastery, and Vlădeşti is Fr. Teofil’s home village.


Source: https://orthochristian.com/134035.html?fbclid=IwAR3GCorXp-QwuvYEGgnAslIHzr-5KfeYRgaMl9JgaX-Wx7sh0YPvFDeLo0I