Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟ ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, είναι ημέρα χαρμολύπης για εμάς τους πιστούς. Ημέρα χαράς, διότι δια του σταυρικού θανάτου του Λυτρωτή μας Χριστού λάβαμε την απολύτρωση από τα φρικτά δεσμά του διαβόλου, τη δουλεία της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Ημέρα λύπης, διότι φέρνει στη θύμησή μας τη θεοκτονία, το σταυρικό θάνατο του Χριστού, την μεγαλύτερη κακουργία όλων των εποχών, την έσχατη κατάντια της πτώσεώς μας και ταυτόχρονα την ανάγκη της από το Θεό σωτηρίας μας.

        Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός παραδόθηκε «ίνα σταυρωθή», ως «παραβάτης» του Νόμου, με τις διατάξεις του Νόμου, «ὅτι Θεοῦ υἱόν ἑαυτόν ἐποίησε» (Ἰωάν.10,7). «Ημεῖς νόμον ἔχομεν καί κατά τόν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν», απαιτούσαν οι Ιουδαίοι από τη ρωμαϊκή εξουσία. Ο Νομοθέτης καταδικάστηκε από τον δικό Του Νόμο και θανατώθηκε με τις διατάξεις του! Πέθανε (σωματικά) επάνω στο σταυρό ως «επικατάρατος», διότι όποιος πέθαινε δια του θανάτου του σταυρού θεωρούνταν καταραμένος (Δευτ.21,22. Γαλ.3,13).      

        Αλλά, με τη γενική έννοια της κατάρας, επικατάρατος ήταν ο κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης της εντολής του Θεού (Γεν.3,6) και υποκείμενος στο θάνατο, σύμφωνα με την προειδοποίηση του Θεού προς τους πρωτοπλάστους: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν.2,17). Όμως ήρθε ο Χριστός στον κόσμο για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την αρχέγονη κατάρα και να άρει τις τραγικές συνέπειές της, που ήταν ο θάνατος. Ο Σωτήρας μας «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ.3,13), για να καταργήσει την κατάρα του ανθρωπίνου γένους. Με τον θάνατό Του μετέβαλε την κατάρα σε ευλογία και το φονικό μέσον της σταυρώσεως, τον σταυρό, σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Η θεία αγάπη υπερίσχυσε της ανθρώπινης κακίας και δε λειτούργησε εκδικητικά. Ο άνθρωπος έδωσε πόνο και θάνατο στο Θεό και Εκείνος ανταπέδωσε αγάπη! Ο σταυρός πλέον, από καταραμένο μέσον θανατώσεως κακούργων, έγινε το σύμβολο της αγάπης και της θυσίας. Έγινε το σύμβολο της καταλλαγής, Θεού και ανθρώπου και των ανθρώπων μεταξύ τους. Έπαψε πλέον να είναι συνυφασμένος με το θάνατο, να προξενεί το θάνατο σε όσους ανέβαιναν σε αυτόν και έγινε πηγή της ζωής και της αθανασίας!

       Ο Τίμιος Σταυρός ορίζεται ως το «Πολίτευμα της Εκκλησίας μας». Ψάλλουμε κατά την αγιώνυμη ημέρα: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου … διά του Σταυρού Σου πολίτευμα». Τι είναι όμως το πολίτευμα του Σταυρού και πως βιώνεται στην ζωή των πιστών; Δια της αγάπης! Ο Χριστός έπαθε και πέθανε στο Σταυρό, εξαιτίας της άμετρης αγάπης Του για τον πεσόντα άνθρωπο (Ιωάν.3,16), φανερώνοντας το σταυρικό της χαρακτήρα. Δείχνοντας και σε μας πως και η δική μας αγάπη, δηλαδή η αγαπητική σχέση μας με τους συνανθρώπους μας, θα πρέπει να είναι σταυρική. Να είναι αποτέλεσμα θυσίας και «κενώσεως» από κάθε εγωιστική μας διάθεση και κατάσταση. Αγάπη χωρίς το στοιχείο του Σταυρού δεν υπάρχει. Αγάπη ξέχωρη από το Σταυρό, χωρίς προσωπική «σταύρωση» είναι κάλπικη και εγωιστική. Η αληθινή αγάπη πραγματώνεται και εκδηλώνεται μόνο δια της «κενώσεως», «έως θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2,8). Πρότυπο αυτής της αγάπης είναι η «θεία κένωση», η Ενανθρώπηση του Θεού, το «άδειασμα» της θείας δόξας και η «ένδυση μορφής δούλου», για να επιτευχθεί η σωτηρία μας. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι «αγάπην έχομεν», αν δεν «σταυρώσουμε» τον εαυτό μας, αν δηλαδή δεν «σκοτώσουμε» το εγώ μας, το

ατομικό μας θέλημα, εάν δεν αποκολληθούμε από την ατομικιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια.

       Ο Χριστός μας δίδαξε πως αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, πρέπει να την χάσουμε, «ος γαρ αν θέλῃ την ψυχὴν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ᾿ αν απολέσῃ την εαυτού ψυχὴν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ.8,34). Λόγος παράξενος και ακατανόητος για τον «κόσμο». Εδώ με την λέξη ψυχή εννοείται η ζωή, όχι η βιολογική, αλλά ο λόγος της υπάρξεώς μας, ο προορισμός μας. Ο Κύριος μας παραγγέλλει με τον παράξενο και ακατανόητο για τον «κόσμο» αυτό λόγο, να «απολέσουμε» θεληματικά την εγωιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια, να αποβάλλουμε το δαιμονικό αυτό σύμπτωμα στην πτωτική μας φύση, το οποίο μας οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια, στον πνευματικό θάνατο. Όσο εμμένουμε στην αφύσικη και παρείσακτη αυτή κατάσταση θα πορευόμαστε στη φθορά και το θάνατο. Το αντίδοτο του ατομικού μας θανάτου είναι η θανάτωση του εγώ μας, δηλαδή ο σταυρικός τρόπος της ζωής μας, η εγκοπή του ατομικού μας θελήματος, η απαγκίστρωσή μας από την εγωιστική μας περιχαράκωση.

      Ο Χριστός δίδαξε την αγάπη και την αλληλοδιακονία, ως την θεμελιώδη ειδοποιό διαφορά των πιστών Του με τον «κόσμο», η οποία ερείδεται επί της προσωπικής μας «σταυρώσεως», δηλαδή, του «αδειάσματος» του εγώ μας, της ταπείνωσής μας. Να σημειώσουμε πως η χριστιανική έννοια της αγάπης δεν είναι απλά εκπλήρωση καθήκοντος, εκδήλωση ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, ικανοποίηση συναισθήματος (π.χ. συμπόνιας, λύπης, κλπ), αλλά θυσιαστική διάθεση, στάση και τρόπο ζωής. Ο Χριστός είναι σαφής: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44). Η έμπρακτη αγάπη είναι τρόπος ζωής και πολιτείας.

      Οι χριστιανοί καλούνται να αποδείξουν την γνησιότητά τους με την διακονία των αδελφών τους. Να αισθάνονται τους συνανθρώπους τους ως «μέλη του ενός σώματος», καθ’ ότι «καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός· καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε ᾿Ιουδαῖοι εἴτε ῞Ελληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν. καὶ γὰρ τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἓν μέλος, ἀλλὰ πολλά» (Α΄Κορ.12,12-14). Να πονάνε στον πόνο τους και να χαίρονται στη χαρά τους. Αυτή είναι η «κοινωνία των αγίων», η «καινή κτίσις» (Β΄Κορ.5,17), ο νέος κόσμος του Θεού, θεμελιωμένος στην προσωπική «σταύρωση» του καθενός και όλων μαζί. Αυτή είναι η κοινωνία της αγάπης. Αυτό είναι το πολίτευμα του Σταυρού!

     Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν.3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο σταυρωτά ξύλα του Σταυρού συμβολίζουν τη διπλή ένωση, των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Επίσης το κάθετο ξύλο εικονίζει το πανάγιο Σώμα του Χριστού και το εγκάρσιο ξύλο παριστά τα δύο ανοιγμένα χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία αγκαλιάζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

       Η Εκκλησία μας πορεύεται στο δισχιλιόχρονο διάβα της ιστορίας της «σταυρικά». Δεν υπάρχει εποχή που η Εκκλησία να έχει απολέσει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα της, διότι έτσι θα παρέκκλινε το σωστικό Της έργο. Ο

«κόσμος» τη «σταυρώνει» και Εκείνη φανερώνει το θρίαμβο της σταυρικής της πορείας, αποδεικνύοντας πως, παρά την πολεμική εναντίον Της από τις αντίθεες δυνάμεις, «πύλαι Άδου ου κατισχύουν αυτής» (Ματθ.16.18), νικώντας δια του Σταυρού. Αυτό είναι άλλωστε και το μέγιστο θαύμα της ιστορίας.

     Οι πιστοί ανά τους αιώνες πορεύονται σταυρικά, θυσιαστικά, αγαπητικά. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως η Εκκλησία υπήρξε η καταλυτική «μαγιά», η οποία «ζύμωσε» τον τραγικό προχριστιανικό κόσμο, εξημερώνοντας τα απάνθρωπα ήθη του, αλλάζοντας τις νομοθεσίες του, μεταλλάσσοντας τις νοοτροπίες του. Η Εκκλησία εμφανίστηκε και θεμελιώθηκε ως μια ουράνια όαση μέσα στην έρημο του προχριστιανικού κόσμου, ο οποίος ήταν το θέατρο το Σατανά, όπου διαδραματίζονταν η διαρκής τραγωδία του ανθρώπου. Για πρώτη φορά ο άλλος άνθρωπος λογίστηκε ως αδελφός, ως αξία, ως εικόνα του Θεού. Γκρεμίστηκαν όλα τα ανυπέρβλητα διαχωριστικά μεταξύ των ανθρώπων, ώστε πλέον, «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,28). «Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,8-10)!

      Στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η απόλυτη ισοτιμία και η ισονομία, με βάση την αγάπη, εις τρόπον ώστε «τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. … χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν» (Πραξ.4,32-35). Είναι ευνόητο πως για να ενταχθεί κάποιος πλούσιος, ή ευγενής, η εξέχων σε αυτή την κοινωνία έπρεπε να «σταυρωθεί», να «κενωθεί» από κάθε ατομική και εγωιστική του περιχαράκωση. Να θυσιάσει την περιουσία του, να ταπεινώσει τον εαυτό του, να τον εξισώσει με τον δούλο και τον άσημο εν Χριστώ αδελφό του. Το δικό του περίσσευμα να αναπληρώσει το υστέρημα των ενδεών. Να φάει από το κοινό φαγητό στις «αγάπες». Να εναγκαλιστεί και να σπασθεί τον κουρελή, να υπηρετήσει τον ασθενή, να προστατέψει τη χήρα και το ορφανό, να στεγάσει τον άστεγο, να παρηγορήσει και να στηρίξει τον πονεμένο, να δώσει ελπίδα στον απελπισμένο. Και τον πλέον θαυμαστό: η αγάπη εκτείνεται και ως τους εχθρούς: «Αγαπάτε τους εχθρούς ημών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς … όπως γένησθαι υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ.5,44-45)! Κανένας δε μένει έξω από την εν Χριστώ αγάπη! Αυτή είναι η έμπρακτη «σταύρωση»!

      Η δισχιλιόχρονη ιστορία της Εκκλησίας μας είναι μια αδιάκοπη μαρτυρία, στον άνυδρο πνευματικά κόσμο, του σταυρικού πολιτεύματός της. Δεν υπάρχει εποχή που να μην σημαδεύτηκε από την θυσιαστική προσφορά της στον άνθρωπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα. Αυτή δημιούργησε πρώτη την κοινωνική πρόνοια και τον εθελοντισμό. Αυτή εφεύρε, οργάνωσε και λειτούργησε τα κοινωφελή ιδρύματα, τα δημόσια νοσοκομεία, τα ορφανοτροφεία, τα γηροκομεία, τη στέγαση των αστέγων, την διατροφή των πεινασμένων, την περίθαλψη των ασθενών, τη στήριξη των αδυνάτων. Είναι γνωστός ο θαυμασμός ακόμα και των ειδωλολατρών προς τους Χριστιανούς: «Δείτε πως αγαπώνται οι Χριστιανοί»! Και το κυριότερο: Αυτή εναντιώθηκε στον προχριστιανικό κόσμο, καταδεικνύοντας και καταγγέλλοντας την δαιμονική του κατοχή, τα σατανικά του πολιτεύματα, τον φρικώδη τρόπο ζωής! Ο Χριστιανισμός υπήρξε η μεγαλύτερη και πιο καταλυτική επανάσταση της ιστορίας, πληρώνοντας το τίμημα των διωγμών και των ποταμών των αιμάτων!

      Στα δύσκολα πρωτοχριστιανικά χρόνια των διωγμών, στο Βυζάντιο, όπου η κοινωνία εκχριστιανίζεται, στη φραγκοκρατία, στην τουρκοκρατία, στα φρικώδη αθεϊστικά καθεστώτα του περασμένου αιώνα, το σταυρικό πολίτευμα της Εκκλησίας ήταν πάντα παρόν, υπηρετώντας τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού και δίνοντας ώθηση για την συνέχιση της πορείας του κόσμου. Αυτό, και μόνον αυτό, «μπόλιασε» τις κοινωνικές δομές του κόσμου και τους έδωσε κάποια αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν ευγενείς και επωφελείς αρχές σ’ αυτές, που να μην έχουν προέλευση χριστιανική!  

      Στις δύστηνες ημέρες μας η Εκκλησία μας συνεχίζει να πολιτεύεται με το πολίτευμα του Σταυρού. Υπηρετεί τον άνθρωπο, χωρίς καμιά διάκριση, ως στοργική μητέρα, αθόρυβα και συχνά επικρινόμενη από τις αντίθεες δυνάμεις, δοξολογώντας έτσι το Θεό και δείχνοντας στον πεισματικά εμμένοντα στην πτώση κόσμο, τη πολυπόθητη και «άπιαστη» γι’ αυτόν, λύση του κοινωνικού προβλήματος, η οποία δεν είναι άλλη από το Πολίτευμα του Σταυρού.

      Με την ευκαιρία του εορτασμού της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ας στοχαστούμε τις αστείρευτες ευλογίες, οι οποίες απορρέουν από αυτόν. Ας συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπάρχουν πολλές έξοδοι από την τραγικότητα του πτωτικού και δαιμονοκρατούμενου κόσμου (Α΄Ιωάν.5,19), παρά μία, ο Ιησούς Χριστός. Πως δεν υπάρχουν πολλές πηγές αγιασμού, παρά αυτή του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος μας αγιάζει δια της μυστηριακής οργανικής μας μετοχής στην Εκκλησία μας. Πως όλα τα δοκιμασμένα πολιτεύματα του κόσμου έχουν αποδειχθεί απόλυτα αναποτελεσματικά να λύσουν τα τραγικά διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα, εκτός από ένα: Το Πολίτευμα του Σταυρού, το Σταυρικό Πολίτευμα στης Εκκλησίας μας, την προσωπική και συλλογική μας «σταύρωση» όπως, δι’ αυτής, «τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πέτρ.2,21).

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού                                             

         Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας. Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν  τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν. Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

       Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησίας μας, η οποία διασώζει, μόνη Αυτή, ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές  προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

       Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.

       Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6,13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» (Α΄Κορ.1,17», επειδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και  απολύτρωσις» (Α΄Κορ.1,30) ως ο «Εσταυρωμένος» (Α΄Κορ.1,23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως αίσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,8-10). Ο σταυρικός θάνατος του Χριστού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο!

       Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3,1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

       Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και

κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄Ιωάν.4,8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή. Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμονος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.

        Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια, διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

        Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν.3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη  κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

      Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά «φυλακτήρια» του παρελθόντος. Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού.

        Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν,  ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο! Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς, μάχονται με σφοδρότητα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον αντικατέστησαν με  …πάσαλο, παρ’ όλο που στην αρχή, τιμούσαν τον Σταυρό και τον είχαν ως μόνιμο λογότυπο στα περιοδικά τους!  

       Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16,24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά. Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν. Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην  σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι αιρετικοί παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος, «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

                Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας. Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.

ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ: ΜΙΑ ΟΛΟΦΩΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η αληθινή σοφία, η οποία έχει κύρος και δεν καταπίπτει, είναι η κατά Θεόν σοφία. Αυτή είναι καρπός και δωρεά του Αγίου Πνεύματος σε ανθρώπους πιστούς και ταπεινούς στην καρδιά, δηλαδή τους αγίους. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή προσωπικότητα, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε με την προσωπικότητά του την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.

      Γεννήθηκε στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου στα 1686, από πλούσιους, γονείς τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η αρετή. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δήμος και η μητέρα του Ασημίνα. Ούσα έγκυος η μητέρα του, κάποιος άγιος ασκητής της αποκάλυψε ότι τα παιδί που θα γεννούσε θα γινόταν σκεύος εκλογής του Θεού. Οι ευσεβείς γονείς του του μετέδωσαν την πίστη στο Θεό και του δίδαξαν την οδό της αρετής. Μάλιστα, έχοντας τα οικονομικά μέσα, τού έδωσαν σοβαρή μόρφωση. Τον έστειλαν στα καλλίτερα σχολεία και στους διασημότερους δασκάλους της περιοχής για να σπουδάσει. Και εκείνος, έχοντας ισχυρή θέληση για μάθηση και διαθέτοντας εξαιρετική οξύνοια, κατέστη ενωρίς μια σπάνια πνευματική προσωπικότητα. Σε ηλικία μόλις επτά ετών προξενούσε το θαυμασμό για την πολυμάθειά του και την κριτική του σκέψη. Απόφευγε τα παιχνίδια και καταγίνονταν με τη μελέτη. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις Άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων, τα οποία εντύπωνε στην ψυχή του.  Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε η δίψα του για μάθηση!

      Όταν περάτωσε τις σπουδές του και έφτασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του ποθούσαν να τον δουν επιτυχημένο οικογενειάρχη, ο οποίος θα διαχειρίζονταν την μεγάλη περιουσία τους και θα ζούσε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Έτσι, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, χωρίς να τον ρωτήσουν, τον αρραβώνιασαν με μια σεμνή και πλούσια κοπέλα. Αλλά εκείνος είχε άλλα σχέδια για τη ζωή του. Σκόπευσε να αφιερωθεί στο Θεό και στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Όμως, επειδή δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους γονείς του, έκανε υπομονή και βασανιζόταν ψυχικά.

      Αλλά ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τα εσώψυχα του κάθε ανθρώπου και προνοεί για την πορεία της ζωής του, έδωσε τη λύση. Δεκαέξι ημέρες πριν το γάμο του, πέθαναν ξαφνικά οι γονείς του. Τότε ο Ιερόθεος, μίλησε με την μνηστή του, της εξήγησε τη θέλησή του, ότι θέλει να διάγει τον άγαμο μοναχικό βίο, εκείνη τον κατάλαβε και έτσι διέλυσαν τον αρραβώνα τους.

       Μετά από καιρό μετέβη στη Ζάκυνθο, όπου διέμεναν κάποιοι πλούσιοι συγγενείς του. Εκείνοι, τον συμβούλεψαν να πάει στην Ευρώπη να συνεχίσει τις σπουδές του. Όμως ο Ιερόθεος δεν ενθουσιάστηκε από την πρόταση. Είχε κατά νουν ένα άλλο μεγάλο και ασύγκριτα ανώτερο πνευματικό τόπο, το Άγιον Όρος, όπου, ταπεινοί μοναχοί και ασκητές, αποκτούσαν, με την προσευχή και την άσκηση, την κατά Θεόν σοφία, η οποία είναι ασύγκριτα ανώτερη από όλες τις σπουδές και τις σοφίες του κόσμου. 

     Πήρε λοιπόν την απόφαση να ανέβει στο «Περιβόλι της Παναγίας». Βρήκε κάποιον άγιο ερημίτη, με τον οποίο συγκατοίκησε και έγινε υποτακτικός του. Ένα νέο κεφάλαιο άνοιξε στη ζωή του. Αρχίζει αμέσως αγώνα προσωπικής καθάρσεως και περιβολής αρετών. Υπό την καθοδήγηση του αγίου ασκητή, πολεμά τη σάρκα και εξυψώνει το πνεύμα. Παράλληλα, ως φιλομαθής, διαβάζει με πάθος πνευματικά

συγγράμματα, συναξάρια αγίων και θεολογικές πραγματείες, τα οποία αφθονούσαν στο Άγιο Όρος. Μελετά τη ζωή των μοναχών, αλλά τον προβληματίζει η κατάπτωση κάποιων από αυτούς, γεμίζοντας την ψυχή του με λύπη και απογοήτευση. Γι’ αυτό σκέφτηκε να οδηγηθεί προς το μαρτύριο, τον οποίο θεωρούσε τον συντομότερο δρόμο της σωτηρίας. Άλλωστε βρισκόμαστε σε εποχή, που χιλιάδες Νεομάρτυρες  έχυναν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό. Όμως ο πνευματικός του τον εμποδίζει, λέγοντάς του, πως το μαρτύριο έρχεται μόνο του, ως αναπάντεχο δώρο του Θεού. Του υπενθύμισε επίσης το λόγο του αποστόλου Παύλου περί «νομίμου αθλήσεως» (Β΄Τιμ.2,5).

      Μετά από καιρό πήγε στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου εκάρη μοναχός και εντάχτηκε στην αδελφότητα. Όμως ο πόθος του μαρτυρίου δεν τον εγκατέλειπε, μάλλον γιγάντωνε στην ψυχή του. Η ευκαιρία, που ζητούσε του δόθηκε. Επελέγη, με αντιπροσωπία μοναχών της Μονής, υπό τον προεστώτα, να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη, για κάποια υπόθεση της Μονής. Πίστεψε ότι εκεί, στην καρδιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του ισλαμισμού, θα του δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσει το Χριστό και να μαρτυρήσει για χάρη Του. Αλλά εις μάτην, καμιά ευκαιρία δεν του δινόταν, ο Θεός είχε άλλο σχέδιο γι’ αυτόν.

      Μετά από αυτό έφυγε για την Βλαχία. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Σόφιας Αυξέντιο και του δόθηκε η δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα από τον διάσημο κύπριο δάσκαλο Μάρκο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάχτηκε μαθήματα φιλοσοφίας από τον επίσης σπουδαίο αργείτη δάσκαλο Γιακουμή. Η δίψα του για μάθηση ήταν ακόρεστη. Για περαιτέρω ανώτερες σπουδές πήγε στη Βενετία, φτάνοντας στο απόγειο της κατά κόσμον γνώσεως. Είχε εγκολπωθεί όλη τη σοφία της εποχής του!

      Αλλά, όμως ένοιωθε ένα μεγάλο κενό στην ψυχή του. Κατάλαβε πως η απόκτηση της κοσμικής γνώσεως μόνο υπεροψία και ματαιοδοξία μπορεί να δώσει στον άνθρωπο. Αντίθετα η ταπεινή προσέγγιση του Θεού και ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος μπορούν να ικανοποιήσουν την ψυχή μας. Γι’ αυτό πήρε την απόφαση να γυρίσει ξανά στη Μονή της μετανοίας του, την Ιβήρων, όπου έγινε ενθουσιωδώς ευπρόσδεκτος από την αδελφότητα.

      Αρχίζει έναν έντονο πνευματικό αγώνα, με αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνίες, μετάνοιες, μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων  πνευματικών βιβλίων, νηστεία και υπακοή. Ο Θεός τον επιβραβεύει. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Ιάκωβο. Ήταν ήδη τριάντα ετών. Εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους άλλους μοναχούς. Σύντομα διαπιστώνονται σημάδια αγιότητας σ’ αυτόν. Αξιώθηκε της ιαματικής χάριτος. Πολλοί ασθενείς, μοναχοί και κοσμικοί, λάβαιναν την ίαση και δόξαζαν έτσι το Θεό. Κι όχι μόνο αυτό. Η φήμη του ως άρτια πνευματική προσωπικότητα έφτασε μακριά και ένα πλήθος ανθρώπων έτρεχε να πάρει τις πολύτιμες και σωτήριες συμβουλές του.

      Την εποχή εκείνη έπεσε θανατικό στο νησί της Σκοπέλου. Οι έντρομοι και απελπισμένοι κάτοικοι έμαθαν για τον άγιο ιερομόναχο στην Ιβήρων. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει. Τότε εκείνος, πλημμυρισμένος από αγάπη, μετέβη, με συνοδεία μοναχών, στο νησί και με τις ατέλειωτες προσευχές και δεήσεις τους απότρεψε το κακό!  Έμεινε εκεί  οκτώ χρόνια, συμβάλλοντας για την πνευματική καλλιέργεια των κατοίκων. Οι κουρασμένοι από την αμαρτία, τα βάσανα της ζωής και την τουρκική καταπίεση έβρισκαν ανακούφιση και παρηγοριά κοντά του. Πλήθος αμαρτωλών οδηγήθηκαν στη μετάνοια.    

      Ο ίδιος εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και ο Θεός τον επιβραβεύει με σπάνιες θεϊκές ελλάμψεις και αποκαλύψεις. Λαμβάνει το χάρισμα της προορατικότητας.

Προβλέπει τη δική του εκδημία. Για να ζήσει τις τελευταίες ημέρες της επιγείου ζωής του «ενώπιος ενωπίω» με το Θεό, με ησυχία και αδιατάρακτη προσευχή, πήρε μαζί του τον ενάρετο υποτακτικό του ιερομόναχο Μελέτιο, καθώς και τους μοναχούς Ιωσήφ και Συμεών και κατέφυγε σε ένα κοντινό ερημονήσι, τη Γιούρα. Εκεί διάγει τις τελευταίες ημέρες του με ησυχία, σιωπή και αδιάλειπτη προσευχή. Μετά από λίγο καιρό ασθένησε και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 59 ετών. Ήταν 13 Σεπτεμβρίου του έτους 1745. Οι μαθητές του ενταφίασαν το τίμιο σώμα του, το οποίο ευωδίαζε. Αργότερα, όταν έγινε η ανακομιδή του, μεταφέρθηκε στη Μονή των Ιβήρων η τιμία κάρα του, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

      Η μνήμη του τιμάται στις  13 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.

       

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μια από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.

       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 399. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408) και της Ευδοξίας και αδελφή του Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Είχε δε την τιμή να λάβει το άγιο Βάπτισμα από τον ιερό Χρυσόστομο. Αν και βρέθηκε μέσα στην χλιδή των ανακτόρων και συναναστρέφονταν και με ραδιούργους παλατιανούς, είχε καλλιεργήσει στην ψυχή της βαθειά πίστη στο Θεό και απόκτησε σπάνιες αρετές.

      Μετά το θάνατο του πατέρα της Αρκαδίου, το 408, η Πουλχερία, εννέα μόλις ετών, ανάλαβε την κηδεμονία του επτάχρονου αδελφού της Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ανάλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο, ως ο νόμιμος διάδοχος του πατέρα τους. Παρά το παιδικό της ηλικίας της, τη διέκρινε σπάνια ωριμότητα και σωφροσύνη. Το πρώτο, που έκαμε ήταν να διαπλάσει το χαρακτήρα του αδελφού της, ώστε να βασιλέψει θεοφιλώς. Του παραστάθηκε με αφοσίωση και προσπάθησε να σταλάξει στην ψυχή του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και να του καλλιεργήσει τις ευαγγελικές αρετές. Τον ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους ηγεμόνες της εποχής του, οι οποίοι μεθούσαν από την εξουσία και συμπεριφέρονταν με αλαζονεία και τυραννία στους υπηκόους τους. Θεωρούσε την βασιλική και κάθε άλλη εξουσία ως διακονία, έχοντας υπόψη της τα λόγια του Χριστού: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44).

      Όμως ο Θεοδόσιος δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να επιτελέσει τα υψηλά του καθήκοντα, σε αντίθεση με την Πουλχερία, η οποία διακρινόταν για την δυναμικότητά της, τη σωφροσύνη της και την αξιολογότατη μόρφωσή της. Διέθετε μια σπάνια σωματική ομορφιά και έναν πλουσιότατο ψυχικό κόσμο. Σπούδασε τις επιστήμες της εποχής της και μιλούσε, εκτός από τη λατινική γλώσσα, και την ελληνική. Θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό και μελετούσε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους. Ήταν αξιολάτρευτη για την πραότητά της, την ευγένειά της,  την ανεκτικότητά της, τη σεμνότητά της και την έκδηλη αγάπη της για το λαό.

       Το 414, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών αναδείχτηκε Αυγούστα, με τη θέληση του αδελφού της Θεοδοσίου.  Υπήρξε δε πραγματικός ηγεμόνας του απέραντου βυζαντινού κράτος, ως το τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου (450), το οποίο σημείωσε ημέρες δόξας, χάρις στην συγκυβέρνηση με την δυναμική και σώφρονα Πουλχερία. Η ίδια αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και στο λαό. Αποφάσισε να μείνει σε όλη τη στη ζωή παρθένος και γι’ αυτό φορούσε συνεχώς τη  μοναχική καλύπτρα. Προσευχόταν και νήστευε, μη συμμετέχοντας στα πολυτελή τραπέζια του παλατίου. Παράλληλα άρχισε την αναδιοργάνωση του κράτους με την εποπτεία της. Αναδιοργάνωσε το στρατό, εξασφαλίζοντας εξωτερική ασφάλεια και ευημερία στους υπηκόους. Σε κάθε της απόφαση προηγούνταν θερμή προσευχή στο Θεό. Φρόντισε δε να έχει κοντά της ευσεβείς και ειδήμονες συμβούλους όλα τα χρόνια της εξουσία της.

       Ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα Θεοδόσιο, στερούμενος, όπως προαναφέραμε, προσόντων και αποφασιστικότητας, στην οποία άκουε και υπολήπτονταν και έτρεφε για το πρόσωπό της απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο δε λαός την υπεραγαπούσε, για τη συνετή και φιλολαϊκή της διακυβέρνηση.

       Η αγάπη της για την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό την ώθησε να νυμφεύσει τον Θεοδόσιο, με τη λόγια κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου Αθηναΐδα, η οποία έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, βαπτίσθηκε και ονομάστηκε Ευδοκία. Σκοπός της Πουλχερίας ήταν να μεταλαμπαδευτεί στη Βασιλεύουσα ο ελληνικός πολιτισμός. Και πράγματι, η Αθηναΐδα έφερε μαζί της εκατοντάδες φιλοσόφους και διδασκάλους, οι οποίοι μετέβαλαν την Κωνσταντινούπολη σε «μικρή Αθήνα». Μεγάλης σημασίας γεγονός υπήρξε η ίδρυση, το 425, με τη φροντίδα της Πουλχερίας και την αρωγή της Ευδοκίας, το φημισμένο «Πανδιδακτήριο» (Πανεπιστήμιο) της Κωνσταντινουπόλεως, το πρώτο οργανωμένο πανεπιστήμιο της Ευρώπης και του κόσμου! Επίσης σημαντικό γεγονός υπήρξε και η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Τα δύο αυτά μεγάλα γεγονότα υπήρξαν η απαρχή για τον εξελληνισμό του Ρωμαϊκού κράτους.  

        Η Πουλχερία πρωτοστάτησε και για την περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως. Με δική της δυναμική παρέμβαση, πέτυχε να πείσει τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε την αίρεση του Νεστορίου. Φρόντισε ακόμα να χτίσει λαμπρούς ναούς, όπως το ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη  και μοναστήρια, όπως τις Μονές Εσφιγμένου και Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος. Ίδρυσε πλήθος ευαγών ιδρυμάτων (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, κλπ), όπου έβρισκαν ανακούφιση χιλιάδες ενδεείς. Το 438 φρόντισε να αρθεί μια μεγάλη αδικία που διέπραξαν οι γονείς της Αρκάδιος και Ευδοξία. Να αποκαταστήσει τη μνήμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και να μεταφέρει τα λείψανά του στη Βασιλεύουσα, παρακαλώντας γονατιστή τον άγιο να συγχωρήσει τους διώκτες του γονείς της.

       Οι αιρετικοί νεστοριανοί την μισούσαν θανάσιμα και πέτυχαν με συκοφαντίες, να την απομακρύνουν από το θρόνο, αλλά για λίγο, διότι το 450 πέθανε ο Θεοδόσιος και έμεινε αυτή, ως η μόνη νόμιμη διάδοχος του θρόνου. Όντας 52 ετών νυμφεύτηκε τον ευσεβή συγκλητικό Μαρκιανό (450-457), στον οποίο παρέδωσε το θρόνο, με την προϋπόθεση να σεβαστεί την απόφασή της να μείνει παρθένα. Εκείνος σεβάστηκε την απόφασή της, διότι ήταν το ίδιο θεοσεβής με την Πουλχερία. Το 451 συγκάλεσαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ο Μαρκιανός και η Πουλχερία είχαν μια σύντομη βασιλεία, την οποία αφιέρωσαν στη στήριξη της Ορθοδοξίας και στην φιλανθρωπία.

      Το 453 σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών κοιμήθηκε ειρηνικά η Πουλχερία, αφιερώνοντας την περιουσία της στους φτωχούς. Τη θρήνησε ολόκληρη η αυτοκρατορία και η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται στις 10 Σεπτεμβρίου. Ο Μαρκιανός κοιμήθηκε το 457 και ανακηρύχτηκε και αυτός άγιος. 

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΚΟΥΛΑΚΙΩΤΗΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η αγιοτόκος Θεσσαλονίκη ανάδειξε, εκτός από μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, και πολλούς Νεομάρτυρες στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι οποίοι έχυσαν το τιμημένο αίμα τους για την πίστη στο Χριστό και την αγάπη τους για την ελευθερία της πατρίδος. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Νεομάρτυς Αθανάσιος ο Κουλακιώτης.

     Γεννήθηκε περί το 1749 στο χωριό Κουλακιά της Θεσσαλονίκης, τη σημερινή Χαλάστρα, από ευσεβείς και εύπορους γονείς, τον Πολύχρουν και τη Λουλούδω, οι οποίοι του έσπειραν στην ψυχή του το σωτήριο σπόρο της ορθόδοξης πίστης, της μοναδικής πίστης, η οποία, μόνη αυτή, οδηγεί στη σωτηρία. Ο πατέρας του ήταν προεστός της περιοχής και απολάμβανε τον σεβασμό και την εκτίμηση των κατοίκων.

      Όταν ο Αθανάσιος έφτασε στην ηλικία της μαθητείας αποφάσισε να τον σπουδάσει, στέλνοντάς τον στους καλλίτερους δασκάλους της περιοχής. Την εποχή εκείνη δίδασκε στη Θεσσαλονίκη ο ονομαστός διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος (1722-1813), μετέπειτα άγιος της Εκκλησίας μας (24 Ιουνίου) και δάσκαλος του Γένους. Ο Αθανάσιος φοίτησε στη σχολή του και επέδειξε μεγάλη επιμέλεια. Στη συνέχεια φοίτησε στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιο Όρος, τη Σχολή του Βατοπεδίου, κοντά στους φημισμένους δασκάλους Παναγιώτη Παλαμά και Νικόλαο Τζαρτζούλιο από το Μέτσοβο, λαμβάνοντας τέλεια παιδεία για την εποχή του και μεγάλη επιστημονική και πνευματική κατάρτιση. Διδάχτηκε φιλοσοφία, θεολογία και την περίφημη λογική του Ευγενίου Βούλγαρη.

     Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε και συνδέθηκε μαζί του, με τον Πατριάρχη Αντιοχείας Φιλήμονα. Έμεινε στην Πόλη δύο χρόνια και κατόπιν γύρισε στο Άγιο Όρος  και στη συνέχεια στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να ωφελήσει τους συμπατριώτες του με τις γνώσεις του.

     Στην  Κουλακιά υπήρχε μια φιλολογική λέσχη, ένας «βασιλικός μενζιλχανάς», όπως τον αποκαλούσαν, όπου συγκεντρώνονταν πολλοί άνθρωποι, κυρίως λόγιοι, Ρωμιοί και τούρκοι, συζητώντας διάφορα σοβαρά θέματα και αντάλλασσαν ιδέες και απόψεις. Ο καλλιεργημένος Αθανάσιος σύχναζε και αυτός στη λέσχη, άκουε ειδήσεις και νέες ιδέες και εξέφραζε τις δικές του απόψεις, καθότι ήταν λόγιος.

     Κάποια μέρα, συνδιαλέγονταν με έναν τούρκο εμίρη, στην τουρκική και την αραβική γλώσσα, τις οποίες κατείχε, περί της θρησκείας. Πάνω στη συζήτηση αναφέρθηκε στο «σαλαβάτι», την «ομολογία πίστεως» των μουσουλμάνων, λέγοντας: «η δική σας πίστη στέκεται σε αυτά τα λόγια: “Ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ”», την οποία πρόφερε απονήρευτα εν τη ρύμη του λόγου του. Αλλά ο τούρκος εμίρης εξέλαβε την αφελή αυτή αναφορά, ως προσχώρηση στο Ισλάμ, λέγοντάς του κατηγορηματικά: «Αφού είπες το σαλαβάτι, έγινες Τούρκος»!

     Ο Αθανάσιος μάταια προσπαθούσε να του εξηγήσει: «Μη γένοιτο, ήθελα να πω μόνο τι λέει η πίστη σας και όχι ότι την ασπάζομαι»! Αλλά ο εμίρης δεν ήθελε να ακούσει καμιά δικαιολογία. Αφού παρέδωσε τον Αθανάσιο στον τούρκο υπεύθυνο  του μενζιλχανέ (της λέσχης) να τον κρατάει, πήγε στον μουλά ιεροδικαστή της Θεσσαλονίκης να τον καταγγείλει ότι δήθεν ασπάστηκε το Ισλάμ και στη συνέχεια το απαρνήθηκε, αλλαξοπίστησε, περιπαίζοντας την μουσουλμανική θρησκεία!

      Ο τούρκος ιεροδικαστής έδωσε εντολή να φέρουν μπροστά του τον «εξωμότη», να τον ανακρίνει ο ίδιος. Τον ρώτησε αν αληθεύει η κατηγορία, ότι ήταν μουσουλμάνος και αλλαξοπίστησε. Ο Αθανάσιος με λόγο στρωτό και ευθύ λόγο του εξιστόρησε το γεγονός και τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν ομολογία πίστεως στο

Ισλάμ, αλλά αναφορά στην ομολογία των μουσουλμάνων. Μάλιστα ο Αθανάσιος ρώτησε τον τούρκο δικαστή: «Και εσύ αν ήξερες κάποια λόγια από την χριστιανική μας πίστη και τα πρόφερες, αυτό θα σήμαινε ότι έγινες Χριστιανός;».

    Ο μουλάς ιεροδικαστής φαίνεται ότι ήταν άνθρωπος δίκαιος και σώφρον. Κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο για προσχώρηση στο Ισλάμ και ήθελε να τον αφήσει ελεύθερο. Αλλά οι παριστάμενοι τούρκοι αγάδες και άλλοι απλοί πολίτες άρχισαν να φωνασκούν και να διαμαρτύρονται για την απόφαση του ιεροδικαστή. Θεωρούσαν ότι περιπαίχτηκε η μουσουλμανική θρησκεία και πως δεν είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει αθώο. Ο Μουλάς είτε φοβήθηκε, είτε επηρεάστηκε από τη φασαρία των ομοφύλων και ομοθρήσκων του, άρχισε να παρακινεί τον Αθανάσιο να ασπασθεί το Ισλάμ. Μάλιστα μεταχειρίστηκε κολακείες και φοβέρες. Του εξήγησε ότι με την «ομολογία» του, είτε ασπάστηκε το Ισλάμ και στη συνέχεια το απαρνήθηκε, είτε το περιέπαιξε. Και στις δύο περιπτώσεις οι συνέπειες για εκείνον θα ήταν πολύ σοβαρές.  

     Ο Αθανάσιος κατάλαβε ότι έπεσε στην  παγίδα των τούρκων, για να τον εξισλαμίσουν. Συνειδητοποίησε ότι μια νέα σελίδα άνοιξε για τη ζωή του. Ότι είχε να διαλέξει ή τον εξισλαμισμό του, για να γλυτώσει τη ζωή του, ή το μαρτύριο για να μην προδώσει την πίστη του στο Χριστό. Προτίμησε το δεύτερο. Με θάρρος και παρρησία ομολόγησε ότι ουδέποτε έγινε μουσουλμάνος. Ότι ποτέ δεν θα απαρνηθεί την πίστη του στο Χριστό, την αγία Ορθοδοξία, τη μοναδική αληθινή πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό!

    Ο Μουλάς τον άκουσε με προσοχή και νομίζοντας ότι κάποια στιγμή θα αλλάξει γνώμη, τον έκλεισε στη φυλακή. Έμεινε για αρκετές ημέρες στο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, χωρίς να τον επισκεφτεί κανένας συγγενής ή φίλος ή συγχωριανός του. Και τούτο διότι διαδόθηκε ότι «εσαλαβάτισε», ότι έγινε μουσουλμάνος. Ο πατέρας του, αν και θα μπορούσε να τον ελευθερώσει με τα χρήματά του και την γνωριμία του με τον τούρκο διοικητή της περιοχής, Γιουσούφ – Μπέη, αρνήθηκε να το κάμει, διότι θεώρησε μεγάλη ντροπή να εξισλαμισθεί ο γιός του, αλλά και από φόβο διότι διαδόθηκε ότι ξανάγινε χριστιανός και η όποια συμπαράσταση σ’ αυτόν θα είχε συνέπειες για εκείνους!

     Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες ο μουλάς έβγαλε τον Αθανάσιο από τη φυλακή, ελπίζοντας ότι είχε «συνετισθεί» και του ζήτησε να ομολογήσει ότι έγινε μουσουλμάνος. Αλλά εκείνος έμεινε αμετάπειστος, σταθερός στην χριστιανική του πίστη. Μάλιστα τόλμησε να ελέγξει τον μουσουλμάνο «ιερωμένο» για την θρησκευτική του πλάνη!

     Ο μουλάς, βλέποντας ότι ήταν ανώφελο να ασχολείται πλέον μαζί του, έβγαλε την απόφαση, όπως επιτάσσει η «σαρία» (ο ισλαμικός νόμος): θάνατος διά απαγχονισμού! Τον παρέδωσε στους δημίους, οι οποίοι τον έσυραν, με ξυλοδαρμούς και βρισιές έξω από τη Θεσσαλονίκη και τον κρέμασαν. Ήταν 8 Σεπτεμβρίου 1774, ημέρα του Γενεσίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, παλληκάρι 25 ετών! Το τίμιο σώμα του το πήραν κάποιοι Χριστιανοί ζητιάνοι της περιοχής και το έθαψαν με τιμές στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

    Η μνήμη του τιμάται στις 8 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΠΑΤΟΡΕΣ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΑ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Σημαντική τιμητική θέση στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας κατέχουν οι άγιοι Ιωακείμ και η Άννα, ο προπάτορας και η προμήτορα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σε κάθε σχεδόν ιερή ακολουθία γίνεται ξεχωριστή αναφορά στα σεπτά τους πρόσωπα, επιζητώντας οι λειτουργοί τις πρεσβείες τους στον Θεό. Είναι οι γονείς της Θεομήτορος, οι οποίοι αξιώθηκαν να γεννήσουν τη Μητέρα του Θεού για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.

     Οι πληροφορίες μας γι’ αυτούς προέρχεται αποκλειστικά από την Ιερά Παράδοση, καθότι δεν αναφέρει τίποτε η Καινή Διαθήκη. Όμως για μας τους Ορθοδόξους η Ιερά Παράδοση είναι το ίδιο έγκυρη και αξιόπιστη με την Αγία Γραφή, διότι η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας διέσωσε με σεβασμό ό, τι δεν καταγράφηκε από τους Ιερούς Συγγραφείς στα καινοδιαθηκικά κείμενα. Φρόντισαν οι αρχαίοι Πατέρες και ο πιστός λαός, να διασώσουν, συν τοις άλλοις, και την άγραφη παράδοση σχετικά με τους κατά σάρκα παππού και γιαγιά του Κυρίου μας. Μέρος αυτής της παράδοσης έχει καταγραφεί στη λεγόμενη «απόκρυφη γραμματεία» της αρχαίας Εκκλησίας. Ειδικά για τον προπάτορα και προμήτορα του Κυρίου κάνει εκτενή λόγο το λεγόμενο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου».       

     Ο Ιωακείμ καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα, του γιου του Ιακώβ, ήταν γιός του Ελιακείμ και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ. Το όνομά του σημαίνει στα εβραϊκά «ο ανυψωθείς από το Θεό». Ιδιώτευε και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ σε δική του πολυτελή έπαυλη, κοντά στη δεξαμενή Βηθεσδά. Νυμφεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν από τη φυλή του Λευί και της Μαρίας από τη φυλή του Ιούδα. Το όνομά της σημαίνει στα εβραϊκά «χάρις, εύνοια». Είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή, μητέρα της Ελισάβετ, η οποία γέννησε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ανήκαν και οι δύο στη φυλή του Ιούδα, από την οποία, σύμφωνα με τους προφήτες θα προερχόταν ο Μεσσίας. Ανήκαν επίσης αμφότεροι στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν με αδημονία και πίστη την έλευσή του και εύχονταν να κατάγεται από τη γενιά τους. Ζούσαν ο Ιωακείμ και η Άννα προσευχόμενοι, νηστεύοντας και κάνοντας έργα φιλανθρωπίας. Είχαν την πεποίθηση ότι ο καιρός της ελεύσεως του ήταν κοντά. Τους στεναχωρούσε όμως αφάνταστα το γεγονός ότι ήταν άκληροι και δεν θα αξιώνονταν να προέλθει από τη γενιά τους ο μεγάλος Αναμενόμενος. Η Άννα ήταν στείρα και προχωρημένης ηλικίας. Όμως ποτέ δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό και Τον παρακαλούσαν νυχθημερόν να τους αξιώσει να γίνουν γονείς. Οι άτεκνοι θεωρούνταν από τους Ιουδαίους στιγματισμένοι από το Θεό και τα δώρα τους δεν γινόταν δεκτά από τους ιερείς του Ναού.

       Οι προσευχές και οι ικεσίες των δύο ευσεβών ηλικιωμένων έγιναν δεκτές από το Θεό. Κατά τρόπο θαυματουργικό, η Άννα έμεινε έγκυος, παρά τη γεροντική της ηλικία. Ο Ιωακείμ ήταν ογδόντα τριών ετών και η Άννα εβδομήντα. Αμέσως έσπευσαν να αφιερώσουν το παιδί τους στο Θεό, στον οποίο ανήκε, αφού Εκείνος τους το χάρισε. Η περίοδος της εγκυμοσύνης ήταν μια διαρκής ευχαριστήρια ωδή στο Θεό για το μεγάλο δώρο που τους χάρισε, ένας ασίγαστος αίνος προς τον Κύριο, ο Οποίος δύναται να καταλύει τους φυσικούς νόμους.

       Μετά από εννέα μήνες η Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, το οποίο ονόμασαν Μαρία, από το όνομα της γιαγιάς της, της μητέρας της μητέρας της, το οποίο σημαίνει στα εβραϊκά «κυρία» και η οποία έμελλε να γίνει η Κυρία του κόσμου και των αγγέλων.

       Αφού η μικρή κόρη έγινε τριών ετών, ο Ιωακείμ και η Άννα θεώρησαν ότι ήρθε ο καιρός να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό. Πήραν τη Μαρία και την πήγαν

στο Ναό της Ιερουσαλήμ να την αφιερώσουν στο Θεό. Πίστευαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι ότι ο Ναός των Ιεροσολύμων ήταν ο τόπος της κατοικίας και της παρουσίας του Θεού. Τα Άγια των Αγίων, το θεοσκότεινο και άβατο μέρος του Ναού, παρά μονάχα στον αρχιερέα του έτους και μόνο κατά την ημέρα της εορτής του «Εξιλασμού», θεωρούνταν ο θρόνος του Θεού. Οι ιερείς του Ναού, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα διέγνωσαν την αγιότητα της κορασίδας και γι’ αυτό δεν την οδήγησαν στην ειδική πτέρυγα των παρακείμενων κτισμάτων, όπου διέμειναν οι αφιερωμένες παρθένες, αλλά την οδήγησαν στα Άγια των Αγίων, για να διαφυλαχτεί η αγνότητά της και η αγιότητά της.

      Εκεί έμεινε τρεφόμενη από ουράνια τροφή και υπηρετούμενη από τους αγίους αγγέλους, μέχρι που οι ιερείς την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο Ιωσήφ. Εν τω μεταξύ οι γονείς της είχαν κοιμηθεί όταν εκείνη ήταν έντεκα χρονών, ο Ιωακείμ σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και η Άννα ογδόντα τριών.

     Η μνήμη τους εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας στις 9 Σεπτεμβρίου, την επομένη από τη μεγάλη θεομητορική εορτής της Γεννήσεως της Θεοτόκου, ως υπέρτατη τιμή προς τα σεπτά τους πρόσωπα, διότι συνέβαλλαν και αυτοί στην υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου, ως γονείς της Θεομήτορος.

     Η τιμή των αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννας ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους, όπου οι Χριστιανοί της Ιεροσολυμίτικης Εκκλησίας τους τιμούσαν μαζί με τη Θεοτόκο. Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνει η αγία Άννα στο Άγιον Όρος, όπου είναι αφιερωμένη σε αυτή η μεγαλύτερη Σκήτη και όπου φυλάσσεται το αριστερό πόδι της. Στην Ιερά μονή Κουτλουμουσίου φυλάσσεται ολόκληρη η κνήμη του δεξιού ποδιού της. Τα ιερά της λείψανα ευωδιάζουν και θαυματουργούν, αποδεικνύοντας την αγιότητά της και δικαιολογώντας την τιμή που αποδίδουν στους αγίους Θεοπάτορες οι πιστοί όλων των εποχών.    

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΙΟΣ Ο ΧΡΥΣΟΧΟΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ο μαρτυρικός Πόντος έδωσε και αυτός μια σειρά από ηρωικούς Νεομάρτυρες στην Εκκλησία και το Έθνος, οι οποίοι όρθωσαν το ανάστημά τους στον βάρβαρο αλλόθρησκο Οθωμανισμό και υπεράσπισαν την άγια και αμώμητη πίστη του Χριστού και ταυτόχρονα εξέφρασαν την αντίσταση της πονεμένης Ρωμιοσύνης. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Νεομάρτυς Συμεών ο Τραπεζούντιος ο Χρυσοχόος. 

      Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου στις αρχές του 17ου αιώνα από ευσεβείς ορθοδόξους χριστιανούς γονείς, οι οποίοι του ενέπνευσαν την πίστη στο Σωτήρα Χριστό και του δίδαξαν την αρετή και το αδούλωτο φρόνημα. Ας μη λησμονούμε πως ο Πόντος, η πανάρχαια αυτή κοιτίδα του Ελληνισμού, βρέθηκε στο στόχαστρο πολλών και ποικίλων βαρβάρων. Ο Ελληνισμός του Πόντου είναι από τα πιο πονεμένα κομμάτια του εθνικού μας κορμού. Παρ’ όλες τις περιπέτειές τους όμως κράτησαν πεισματικά την εθνική τους συνείδηση και βέβαια την πίστη τους στο Χριστό. Δημιούργησαν έναν καταπληκτικό πολιτισμό, ο οποίος έχει γνήσιο ελληνορθόδοξο χαρακτήρα.

      Όταν ενηλικιώθηκε αποφάσισε να πάει να ζήσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμαθε την τέχνη του χρυσοχόου και λειτουργούσε δικό του εργαστήριο και κατάστημα χρυσοχοΐας. Ήταν άνθρωπος αγαθών προθέσεων. Αγαπούσε πολύ το Θεό και ήταν πιστός χριστιανός. Εκτελούσε με συνέπεια τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις και μελετούσε, τις ελεύθερες ώρες του την Αγία Γραφή και προσπαθούσε να ρυθμίσει τη ζωή του, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Ήταν φιλάνθρωπος και ελεήμων και μέρος του εισοδήματός του το έδινε ως ελεημοσύνη στους φτωχούς, στις χήρες και τα ορφανά της Πόλης.

       Ο Συμεών κάποια μέρα βρέθηκε σε μια διαμάχη. Τρεις Χριστιανοί είχαν σχολάσει από την εργασία τους και πήγαιναν στα σπίτια τους, στη συνοικία του Γαλατά. Περνώντας από τη συνοικία των Τουκοεβραίων της Πόλης, συνάντησαν κάποιον μεγαλόσωμο Εβραίο, ο οποίος ήταν μεθυσμένος, ασχημονούσε και έβριζε τους περαστικούς. Ο ένας από τους τρεις Χριστιανούς, ο πιο κοντός, παραξενεύτηκε από τη θέα του μεθυσμένου Εβραίου και τον κοίταζε επίμονα στα μάτια. Εκείνος δυσαρεστήθηκε από το κοίταγμα του Χριστιανού και γι’ αυτό όρμησε εναντίον του, τον άρπαξε από τη ζώνη και τον σήκωσε στους ώμους του και ήταν έτοιμος να τον ξυλοφορτώσει, ίσως και να τον σκοτώσει. Τότε ο Χριστιανός, για να αμυνθεί, έβγαλε ένα μαχαίρι και το κάρφωσε στην πλάτη του Εβραίου.

      Αλλά ήταν τόση σφοδρή η μέθη του ο Εβραίος, δεν κατάλαβε τη μαχαιριά και άφησε τον Χριστιανό να φύγει. Όμως σε λίγη ώρα άρχισε να αισθάνεται να τρέχει το αίμα του και να πονά. Άρχισε να φωνάζει και να ζητά βοήθεια από τους άλλους Εβραίους, οι οποίοι έτρεξαν να βοηθήσουν, ενώ κάποιοι άλλοι κυνήγησαν τον δράστη, χωρίς όμως να μπορέσουν να τον συλλάβουν. Εν τω μεταξύ δημιουργήθηκε θόρυβος και μαζεύτηκε κόσμος, ζητώντας να μάθει τι συνέβη. Μεταξύ αυτών ήταν και ο χρυσοχόος Συμεών, ο οποίος ρωτούσε για τι συνέβη. Κάποιοι του εξήγησαν τι είχε συμβεί και εκείνος μέσα στην αφέλειά του είπε: «Ε, και τι έγινε αν πεθάνει ένας Εβραίος;». Αυτή η φράση ήταν συνηθισμένη στους Χριστιανούς, οι οποίοι βίωναν ένα φοβερό μίσος από τους Εβραίους. Ας ρίξει κάποιος μια ματιά στην ιστορία των χρόνων της τουρκοκρατίας για να δει τις τεταμένες σχέσεις Εβραίων και Χριστιανών.

     Αλλά αυτή η φράση του έφτασε στα αφτιά των αγανακτισμένων Εβραίων, οι οποίοι όρμισαν, τον συνέλαβαν και τον κατηγόρησαν ότι αυτός ήταν που  μαχαίρωσε τον Εβραίο. Τον πήραν σέρνοντας και ξυλοκοπώντας τον, τον  οδήγησαν στον βεζίρη, ψευδομαρτυρώντας ότι τον είδαν να μαχαιρώνει τον Εβραίο.

        Ο Συμεών μάταια προσπαθούσε να πείσει τον βεζίρη ότι δεν είναι αυτός που μαχαίρωσε τον Εβραίο και πως βρέθηκε τυχαία στο σημείο εκείνο, μετά από το συμβάν. Αλλά ο βεζίρης πίστεψε τους Εβραίους συκοφάντες και διέταξε να τον κλείσουν φυλακή για σαράντα ημέρες. Αν, εν τω μεταξύ, ο τραυματίας Εβραίος πεθάνει, να θανατωθεί. Αν ζήσει, να του καταλογισθούν τα έξοδα ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας, και να ελευθερωθεί.

       Πέρασε σαράντα φρικτές ημέρες στη φυλακή ο Συμεών. Ο Εβραίος δεν είχε πεθάνει και, σύμφωνα με τη διαταγή, ο Συμεών κατέβαλε το ποσό των διακόσια ογδόντα γροσιών, ως αποζημίωση και αφέθηκε ελεύθερος. Αλλά μετά από δέκα ημέρες, και παρά την πρόσκαιρη βελτίωση της υγείας του, ο Εβραίος υπέκυψε στο τραύμα του. Τότε οι Εβραίοι έκαμαν συμβούλιο και αποφάσισαν να πάνε στους τούρκους δικαστές να ζητήσουν την τιμωρία του Συμεών. Δίνοντας μεγάλο ποσό, ως δωροδοκία, στους δικαστές απαίτησαν τη θανάτωσή του.

        Εκείνοι δέχτηκαν, έστειλαν απόσπασμα, συνέλαβε το Συμεών και τον οδήγησε ενώπιών τους. Του απάγγειλαν την κατηγορία του φόνου και του πρότειναν, αν ήθελε να αθωωθεί και να γλυτώσει τη ζωή του, να εξισλαμισθεί. Αυτό άλλωστε υπαγορεύει το Κοράνιο, όποιος ασπασθεί το Ισλάμ, του χαρίζεται η οποιαδήποτε ποινή. Επίσης του έταξαν χρήματα, αξιώματα και τιμές αν αλλαξοπιστούσε. Όμως εκείνος έμεινε αμετάπειστος και απάντησε θαρραλέα: «Αν και σε μύριους θανάτους  με καταδικάσετε, δε θα κατορθώσετε να μου σαλέψετε την πίστη μου και την αγάπη μου για τον Ιησού Χριστό. Δε θα χωρίσω από τον Κύριό μου και Θεό μου»!

       Οι δικαστές έγιναν έξαλλοι από το θυμό τους και έβγαλαν την απόφαση: θάνατος διά απαγχονισμού! Τον παρέδωσαν στο απόσπασμα, για να τον οδηγήσει στο βεζίρη, για να εκτελέσει την ποινή. Εκείνος τον παρέδωσε στους σκληρούς και ανελέητους δημίους, οι οποίοι τον έσυραν δεμένο και κακοποιώντας τον με πρωτοφανή βαναυσότητα, σε ένα μέρος που ονομαζόταν Μπεχτσέ-Καπί της Πόλης, όπου τον κρέμασαν σε έναν πλάτανο. Ήταν 14 Αυγούστου του 1653. Οι Χριστιανοί πλήρωσαν και παρέλαβαν το τίμιο λείψανό του, το οποίο ενταφίασαν με τιμές. Το συναξάρι του έγραψε ο γνωστός λόγιος Ιωάννης Καρυοφύλλης. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Αυγούστου, την ημέρα του μαρτυρίου του. Θεωρείται δε ο προστάτης άγιος των χρυσοχόων.

Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

ΑΓΙΑ ΕΥΔΟΚΙΑ Η ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η εξουσία γενικά φθείρει και διαφθείρει. Χειρότερη απ’ όλες η απολυταρχική εξουσία και ιδιαίτερα η βασιλική, η οποία σε παλιότερες εποχές, ήταν εστία διαφθοράς και ηθικής καταπτώσεως. Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις. Στο χιλιόχρονο Βυζάντιο, την χριστιανική Ρωμανία, οι αυτοκρατορικοί οίκοι ανάδειξαν, πέρα από την όποια κατάπτωση και μια πληθώρα αγίων ανάκτων, ανδρών και γυναικών, οι οποίοι λαμπρύνουν το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησία μας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η αγία Ευδοκία, η αυτοκράτειρα και φιλόσοφος, η οποία προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο κράτος, την Εκκλησία και τον πολιτισμό.

      Γεννήθηκε το 401 στην Αθήνα και ήταν κόρη του ονομαστού φιλοσόφου και καθηγητή της ρητορικής, Λεοντίου. Το αρχικό όνομά της ήταν Αθηναΐς. Τόσο ο πατέρας της, όσο και η ίδια ήταν εθνική στο θρήσκευμα (ειδωλολάτρισσα). Ο πατέρας της φρόντισε να της δώσει αξιόλογη μόρφωση και παιδεία. Σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία. Ιδιαίτερα μελέτησε τον Όμηρο, τον Λυσία και τον Δημοσθένη. Σπούδασε επίσης αστρονομία και γεωμετρία. Κυρίως ασχολήθηκε με την νεοπλατωνική φιλοσοφία, η οποία μεσουρανούσε την εποχή εκείνη. Η ίδια ήταν στολισμένη με ευγένεια αισθημάτων και ψυχικό μεγαλείο. Επίσης διέθετε σπάνια σωματική ομορφιά.

      Όταν έγινε 20 ετών, πέθανε ο πατέρας της και τότε τα αδέλφια της προσπάθησαν να της αρπάξουν το μερίδιό της από την μεγάλη πατρική τους περιουσία. Φαίνεται πως δεν μπόρεσε να δικαιωθεί από τα αθηναϊκά δικαστήρια και γι’ αυτό κατέφυγε στη Βασιλεύουσα, περί το 420 ή το 421. Ζήτησε ακρόαση από την Αυγούστα Πουλχερία (μετέπειτα αγία της Εκκλησίας μας), η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο αδελφό της Θεοδόσιο Β΄ (408-450). Η καλοσυνάτη και ταπεινή βασίλισσα δέχτηκε την Αθηναΐδα και άκουσε το πρόβλημά της και της υποσχέθηκε λύση.

       Αλλά την εποχή εκείνη η Πουλχερία αναζητούσε την κατάλληλη σύζυγο για τον αδελφό της. Διείδε στο πρόσωπο της ωραιότατης, ευφυούς και καλλιεργημένης Αθηναΐδας την ιδανική σύζυγο για το Θεοδόσιο και μια ικανή βασίλισσα για το κράτος. Της πρότεινε και εκείνη δέχτηκε. Αλλά υπήρχε ένα σοβαρό εμπόδιο, έπρεπε να βαπτισθεί και να γίνει χριστιανή.

      Η Αθηναΐδα δέχτηκε, κατηχήθηκε και βαπτίστηκε, παίρνοντας το όνομα Ευδοκία. Το 421 έγινε ο γάμος της με το Θεοδόσιο και ένα χρόνο αργότερα, το 422 ονομάστηκε Αυγούστα, αφού γέννησε την πρώτη της κόρη, την Ευδοξία.

      Όπως είναι γνωστό από την ιστορία,  ο Θεοδόσιος είχε περιορισμένες διοικητικές ικανότητες και ασθενή χαρακτήρα. Έτσι, στην ουσία, την εξουσία είχαν στα χέρια τους οι δυναμικές γυναίκες, η αδελφή του Πουλχερία και η σύζυγός του Ευδοκία. Η μεν Πουλχερία είχε επωμισθεί με τα διοικητικά, η δε Ευδοξία με τα πνευματικά.

      Η Ευδοκία ήταν φορέας της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού. Σκέφτηκε λοιπόν να μεταλαμπαδεύσει τον ελληνικό πολιτισμό και τα γράμματα από την Αθήνα στην Κωνσταντινούπολη, το κέντρο του τότε κόσμου. Να αναδείξει την ελληνική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, της παιδείας και της δικαιοσύνης. Να ιδρύσει εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπου θα διδάσκονται οι επιστήμες και θα καλλιεργείται η φιλοσοφία και οι καλές τέχνες. Άλλωστε η ευφυής εκείνη γυναίκα έβλεπε πως η άλλοτε λαμπρά κοιτίδα του πολιτισμού και της παιδείας, η Αθήνα  παρήκμαζε ραγδαία και έπρεπε η πολιτισμική της κληρονομία να μεταφερθεί αλλού, στο κέντρο της απέραντης αυτοκρατορίας, στην  Βασιλεύουσα, όπου θα είχε, και όπως είχε, την αρωγή του κράτους.

     Έτσι στα 425 ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη το περίφημο Πανδιδακτήριο, όπου διδάσκονταν όλες οι επιστήμες της εποχής. Καθιερώθηκε η ελληνική γλώσσα, ως

γλώσσα διδασκαλίας και χωρίστηκε το πρόγραμμα σπουδών σε δεκαπέντε έδρες για την σπουδή της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας, δεκατρείς για την σπουδή της λατινικής γλώσσας και φιλολογίας και μια έδρα φιλοσοφίας. Είναι το πρώτο πανεπιστήμιο της ιστορίας στον κόσμο.

     Επίσης κατόρθωσε και παραμέρισε την λατινική γλώσσα και προώθησε την ελληνική στη δικαιοσύνη. Ακόμα προώθησε την ελληνική και στη διοίκηση. Στις μέρες της άρχισαν να καταγράφονται οι νομικές διατάξεις στα ελληνικά, όπως και οι πράξεις της διοίκησης.

      Η πρώην παγανίστρια Ευδοκία είδε τη μεγάλη αξία της χριστιανικής πίστεως, συγκρίνοντάς την με την παχυλή ειδωλολατρία, η οποία ακόμη είχε κάποιες αντιστάσεις, λίγο πριν την πλήρη κατάρρευσή της. Γι’ αυτό και υποστήριξε την Εκκλησία στο ιεραποστολικό της έργο. Η ίδια ζούσε με πίστη και ευλάβεια και δεν την άγγιξε η διαφθορά των παλατιανών.

      Το 437 πάντρεψε την κόρη της Ευδοξία με τον αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντιανό Γ΄ (419-455). Κατόπιν αποφάσισε να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να πάει στου Αγίους Τόπους να προσκυνήσει τα εκεί Ιερά Προσκυνήματα. Έμεινε δύο χρόνια, προσευχόμενη και κτίζοντας και ανακαινίζοντας σπουδαία έργα. Το 439, επιστρέφοντας, πέρασε από την Αντιόχεια, όπου εξέφρασε την περηφάνια της  για την ελληνική της καταγωγή. Μάλιστα έπεισε τον αυτοκράτορα να ανεγείρει διάφορα κοινωφελή έργα στη μεγάλη πόλη.

      Στα τέλη του 439 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Με δική της πρωτοβουλία ανέβηκε στο αξίωμα του υπάρχου ο έπαρχος Κύρος. Αυτό όμως δεν άρεσε στον αντίζηλό του ευνούχο Χρυσάφιο. Ο πανούργος αυτός άνθρωπος έπεισε και έστρεψε το Θεοδόσιο ενάντια στην Ευδοκία. Για να διαρρήξει τις σχέσεις της με το Θεοδόσιο, την συκοφάντησε ότι δήθεν διατηρούσε ερωτική σχέση με τον παλατιανό αξιωματούχο Παυλίνο. Δυστυχώς ο Θεοδόσιος πίστεψε τις συκοφαντίες, διέταξε τη θανάτωση του Παυλίνου και έριξε σε δυσμένεια την Ευδοκία. Επίσης στράφηκε εναντίον της και η Πουλχερία.    

       Μετά από αυτή την κατάσταση, κατάλαβε ότι η παραμονή της στην Βασιλεύουσα ήταν αδύνατη. Γι’ αυτό, το 443, αποφάσισε να φύγει και πάλι για τους Αγίους Τόπους. Παρέμεινε εκεί ως το θάνατό της. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, ούτε μετά το θάνατο του Θεοδοσίου (450). Επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και την πνευματική περισυλλογή. Ανήγειρε με δικά της χρήματα ναούς, Μονές και πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αφιερώθηκε στην ανάγνωση των Γραφών και των πατερικών κειμένων. Συναναστράφηκε με αγίους και ασκητές. Όμως, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, παρασύρθηκε προσωρινά από κάποιους μονοφυσιτικούς κύκλους. Αλλά με τη βοήθεια δύο επιφανών μοναχών, του Συμεών Στυλίτου και του Μεγάλου Ενθυμίου μεταστράφηκε  στην Ορθοδοξία. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 460.

     Η Ευδοκία συνέγραψε πολλά και αξιόλογα έργα, από τα οποία τα περισσότερα δυστυχώς δεν διασώθηκαν. Από τα σωζόμενα ξεχωρίζουν υπέροχοι στίχοι στη νίκη του Θεοδοσίου Β΄ εναντίον των Περσών, παράφραση της Οκτατεύχου και των προφητών Ζαχαρία και Δανιήλ, καθώς και τρία βιβλία του αγίου Κυπριανού Αντιοχείας (πρώην μάγου) σε έμμετρους ομηρικούς στίχους.   

     Η μνήμη της τιμάται στις 13 Αυγούστου.