Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Ένας από τους εξισλαμισμένους χριστιανούς αγίους Νεομάρτυρες είναι και ο άγιος Νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ο Υδραίος, ο οποίος πλήρωσε με το μαρτυρικό του θάνατο την απόφασή του να εγκαταλείψει το Ισλάμ και να επιστρέψει στην Εκκλησία.

    Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1770, από ευσεβείς γονείς, τον Μιχαήλ και την Μαρίνα Δημαρά. Όταν έγινε δεκαοχτώ χρονών αποφάσισε να φύγει από το άγονο νησί και να πάει στη Ρόδο για καλλίτερη ζωή, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις της μητέρας του. Εκεί συνάντησε κάποιους πατριώτες του και άλλαξε διάφορες εργασίες. Κατέληξε στη δούλεψη ενός παντοπώλη, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολλούς Τούρκους και Εβραίους και έκανε μαζί τους παρέα. Μάλιστα ένας τούρκος, ονόματι Χασάν Κιρζά, του πρότεινε να παντρευτεί την αδελφή του Μενιρέμ. Ύστερα από αυτό ο παντοπώλης τον απέλυσε και ο Κωνσταντίνος έμεινε άνεργος. Ένας φίλος του Τούρκος μεσολάβησε να γνωρισθεί με τον Τούρκο διοικητή της νήσου Χασάν Καπιτάν, να τον πάρει στην υπηρεσία του στο αρχοντικό του. Ο εργοδότης του εκτίμησε τα χαρίσματά του και τον έκαμε ιπποκόμο του.

     Έμεινε κοντά του τρία χρόνια, όπου έζησε στην τρυφή, με τιμές και απολαύσεις. Σε ένα τρικούβερτο γλέντι, κατά τη διάρκεια ενός Ραμαζανιού, μέθυσε και τότε βρήκαν την ευκαιρία οι τούρκοι να τον ντύσουν μουσουλμάνο και να του κάμουν περιτομή, δίνοντάς του το μουσουλμανικό όνομα Χασάν. Το γεγονός μαθεύτηκε σε όλη τη Ρόδο και έφτασε μέχρι την Ύδρα, γεμίζοντας με πίκρα τους γονείς του. Ο πατέρας του δεν άντεξε και πέθανε σε λίγο καιρό και έμεινε η μητέρα του μόνη να θρηνεί μέρα και νύχτα το χαμένο παιδί της! Κάποια χρήματα που της έστειλε δεν τα δέχτηκε και του τα επέστρεψε.

       Σε λίγο καιρό αποφάσισε να μεταβεί στην Ύδρα, ντυμένος με τα μουσουλμανικά ενδύματα. Όμως συνέβη το απροσδόκητο, κανένας δεν του μιλούσε. Οι γυναίκες στα σοκάκια έκλειναν τις πόρτες τους να μην τον δουν. Όταν έφτασε στο πατρικό του η μητέρα του δεν του άνοιξε και του είπε: «φύγε ξένε εγώ δεν γέννησα γιο Χασάν, ο γιός μου ο Κωσταντής πέθανε»! Η στάση της μητέρας του τον συγκλόνισε. Αισθάνθηκε ίλιγγο και ζήτησε λίγο νερό από μια γειτόνισσα, εκείνη του έδωσε, αλλά έσπασε τη στάμνα γιατί τη θεώρησε μολυσμένη από τον εξωμότη! Αυτό ήταν, συνήλθε και συνειδητοποίησε το μεγάλο κρίμα του!

        Γύρισε στη Ρόδο και έκλαιγε απαρηγόρητα για την άρνηση της πίστης του στον αληθινό Θεό. Τα χρήματά του τα μοίραζε στους φτωχούς. Μέσα στην αφόρητη θλίψη του πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξεπλύνει με το αίμα του την άφρονα επιλογή του. Βρήκε έναν καλό πνευματικό στον οποίο εξομολογήθηκε το σφάλμα του και του κοινοποίησε την απόφασή του να ομολογήσει δημόσια την μεταστροφή του στο Χριστό. Ο εξομολόγος τον συμβούλεψε να φύγει μακριά και να αποφύγει το μαρτύριο, διότι φοβόταν πως δεν θα άντεχε τα μαρτύρια και θα εξισλαμίζονταν για δεύτερη φορά.

        Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε, πέταξε την τούρκικη αμφίεση και έφυγε για την Κριμαία, όπου δεν υπήρχαν τούρκοι, ζώντας ως συνειδητός Χριστιανός με προσευχή, νηστεία και ασταμάτητα δάκρυα μετανοίας. Μετά από καιρό κατέβηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αναζήτησε έμπειρο πνευματικό να τον συμβουλευτεί πως θα έφτανε στο μαρτύριο. Εκείνος τον παρουσίασε στον Πατριάρχη, άγιο Γρηγόριο Ε΄, ο οποίος τον άκουσε με προσοχή και του σύστησε να μεταβεί στο Άγιο Όρος για να ενισχυθεί πνευματικά και να πάρει δύναμη, αποτρέποντάς τον να οδηγηθεί στο μαρτύριο, με το φόβο μήπως δειλιάσει.  

        Ακολουθώντας τις προτροπές του αγίου Πατριάρχη, πήγε στο Άγιο Όρος το 1799, στη Μονή Ιβήρων, όπου έμεινε πέντε μήνες προσευχόμενος και κλαίγοντας νυχθημερόν. Είχε την ευλογία να γνωρίσει τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη (1749-1809), ο οποίος έγινε ο «αλείπτης» του, δηλαδή αυτός που τον προετοίμασε για το μαρτύριό του. Έλαβε μάλιστα και το μοναχικό σχήμα.

      Τον επόμενο χρόνο πήρε τις ευλογίες των πατέρων της Μονής και αψηφώντας στις νουθεσίες τους να μείνει κοντά τους, αναχώρησε για τη Ρόδο, για να τακτοποιήσει τη μεγάλη εκκρεμότητά του, έχοντας μαζί του τη δύναμη της Υπεραγίας Θεοτόκου Πορταΐτισσας. Τράβηξε ίσια για το αρχοντικό του Χασάν, στον οποίο γνωστοποίησε ότι είναι ο Κωνσταντίνος και πρώην Χασάν, που ξανάγινε Χριστιανός. Ο τούρκος αξιωματούχος προσπάθησε να τον πείσει να ασπασθεί ξανά το Ισλάμ, τάζοντάς του χρήματα, τιμές και αξιώματα. Εκείνος όμως έμεινε αμετάπειστος και μάλιστα παρότρυνε τον Χασάν να γίνει και αυτός Χριστιανός, για να απολαύσει την Βασιλεία των Ουρανών! Ο τούρκος έγινε έξαλλος από το θυμό του και έδωσε εντολή να τον ρίξουν στη φυλακή του «Ζιντανίου» στον Πύργο των Ιπποτών και να αρχίσουν τα πιο φρικτά βασανιστήρια, ώσπου να αλλάξει γνώμη.  

       Σε τρείς ημέρες τον οδήγησαν πάλι μπροστά του, αλλά και πάλι δοκίμασε την απόλυτη άρνηση του Μάρτυρα να μείνει πιστός στο Χριστό. Τότε έδωσε εντολή για πιο επώδυνα βασανιστήρια. Του ξερίζωσαν τα μαλλιά του, του ξέσκισαν τις σάρκες του με σιδερένια νύχια, του έσπασαν τα σαγόνια με πέτρες. Τον λοιδορούσαν λέγοντάς του: «Ας έλθει ο Χριστός σου, να σε σώσει»! Του φόρεσαν χονδρές αλυσίδες και τον έριξαν ξανά στη φυλακή. Κάθε μέρα τον ρωτούσαν αν άλλαξε γνώμη και τον ράβδιζαν ανελέητα πεντακόσιες φορές. Του ξερίζωσαν τα νύχια και τον πέταξαν αιμόφυρτο στη φυλακή, όπου αξιώθηκε να δει ένα βράδυ τον Κύριο, ο Οποίος τον θεράπευσε από τις πληγές του! Μάλιστα το θαύμα αυτό το είχαν δει και οι άλλοι κρατούμενοι, όπως και τούρκοι, οι οποίοι απέδωσαν το θαύμα της θεραπείας του στον Αλλάχ, για να εξισλαμισθεί! Όμως ο μάρτυρας έμεινε εδραίος! Ένα άλλο βράδυ ουράνιο φως έλουσε το κελί του. Το φως αυτό το είδαν όλοι και το πληροφορήθηκε και ο Χασάν. Κάποιος Χριστιανός του πήγαινε κρυφά τη Θεία Κοινωνία στη φυλακή. 

        Το μαρτύριο κράτησε πέντε μήνες. Ο Χασάν τον κάλεσε για τελευταία φορά να αρνηθεί το Χριστό. Αλλά εκείνος ομολόγησε με μεγαλύτερη δύναμη την χριστιανική του πίστη. Έτσι αποφάσισε να τον θανατώσει, δι’ απαγχονισμού. Ο τριαντάχρονος Μάρτυρας ζήτησε και κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια και οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης και έλαβε το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου. Ήταν 14 Νοεμβρίου του 1800. Πάνω από το κρεμασμένο άψυχο τίμιο λείψανό του φάνηκε φωτεινός σταυρός. Το σώμα του αγόρασαν οι πιστοί της Ρόδου, το οποίο έθαψαν με τιμές. Το 1803 ήρθες η μητέρα του στη Ρόδο να παραλάβει τα ιερά λείψανα του Μάρτυρα γιού της. Με καμάρι τα μετέφερε στην Ύδρα. Αλλά την ώρα που τα απίθωνε στο μητροπολιτικό ναό ξεψύχησε αγκαλιά με αυτά! Η μνήμη του εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.               

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: Ο ΧΡΥΣΟΡΡΟΑΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Ο 4ος μ. Χ. αιώνας χαρακτηρίζεται ως ο «χρυσός αιώνας της Θεολογίας», χάρις στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν την συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος συγκαταλέγεται στους κορυφαίους Πατέρες της Εκκλησίας μας και στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας. Μάλιστα ανήκει στη χορεία των Τριών Ιεραρχών,  μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο το Θεολόγο. 

      Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354, κατ’ άλλους το 347. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σεκούνδος. Ήταν στρατηγός και ειδωλολάτρης, τον οποίο μετέστρεψε στον Χριστιανισμό η σύζυγός του και μητέρα του Ιωάννη, η υπέροχη Ανθούσα. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς, αφήνοντας μόνους, την 20χρονη Ανθούσα με τον μικρό Ιωάννη. Εκείνη ανάλαβε να τον μεγαλώσει με παιδεία και φόβο Θεού και να του δώσει χριστιανική ανατροφή. Ως ευκατάστατη, φρόντισε να τον σπουδάσει στα καλλίτερα σχολεία της Αντιόχειας. Αφού ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του, προσκολλήθηκε στον ονομαστό ειδωλολάτρη Λιβάνιο ώστε να συμπληρώσει τις σπουδές του στην ρητορική και στη φιλοσοφία. Η επίδοσή του ήταν τέτοια ώστε ο Λιβάνιος τον προόριζε για διάδοχό του στη Σχολή! Αλλά όταν διαπίστωσε ότι ήταν Χριστιανός και προόριζε τον εαυτό του για τη διακονία της Εκκλησίας, είπε με πικρία: «δυστυχώς τον Ιωάννη τον κέρδισε η Εκκλησία»!  

      Αμέσως μετά σπούδασε Θεολογία στην ονομαστή Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Άσκησε για λίγο χρόνο το επάγγελμα του ρήτορα, στο οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Όμως πολύ γρήγορα και μετά το θάνατο της μητέρας του, εγκατέλειψε την κοσμική δόξα, το προσοδοφόρο επάγγελμα και τις ιαχές του πλήθους και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

      Το 372 βαπτίστηκε και αποφάσισε να γίνει μοναχός. Αποσύρθηκε στην έρημο για κάθαρση, προσευχή και πνευματική προετοιμασία για την κατοπινή πορεία της ζωής του. Έμεινε εκεί πέντε χρόνια, ασκούμενος και μελετώντας τις άγιες Γραφές. Όμως από την αυστηρή άσκηση κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του. Το πρόβλημα αυτό της υγείας του θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή και θα τον ταλαιπωρεί. Γι’ αυτό γύρισε στην Αντιόχεια.

      Το 381χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Μελέτιο και το 385 πρεσβύτερος από τον διάδοχό του Φλαβιανό. Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια εργάστηκε δραστήρια και αναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα, διδασκάλου και κοινωνικού εργάτη. Εκφωνούσε πύρινους λόγους και η ευγλωττία του σαγήνευε τα πλήθη, τα οποία συνέρρεαν να τον ακούσουν. Χιλιάδες ειδωλολάτρες πίστευαν και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Αξιόλογη υπήρξε επίσης και η κοινωνική του προσφορά. Πλήθος αναξιοπαθούντων έβρισκαν κοντά του πνευματική και υλική στήριξη.

      Η φήμη του Ιωάννη έφτασε παντού, μέχρι και την Βασιλεύουσα. Στις 15 Δεκεμβρίου του 397 κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408) για να βοηθήσει στην ανόρθωση της Εκκλησίας. Εκεί, το 398 αναγκάστηκε, παρά τη θέλησή του, να χειροτονηθεί επίσκοπος και να αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ως αρχιεπίσκοπος της πρωτόρθονης Εκκλησίας, επιδόθηκε με πρωτοφανή ζήλο για την ανόρθωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Απομάκρυνε τους διεφθαρμένους και ανάξιους ιερωμένους και προώθησε τους άξιους. Καθαίρεσε 13 τουλάχιστον επισκόπους για «σιμωνία» και ηθικά παραπτώματα.    

      Από τις πρώτες μέρες οργάνωσε ένα καταπληκτικό δίκτυο ανακούφισης των χιλιάδων φτωχών και κατατρεγμένων της Κωνσταντινουπόλεως. Σίτιζε καθημερινά περισσότερους από 7.000 απόρους. Δημιούργησε επίσης ιδρύματα, νοσοκομεία και άσυλα για τα ορφανά, τις χήρες, τους ηλικιωμένους, τους ασθενείς και ανάπηρους, όπου παρέχονταν δωρεάν διακονία σε όλους. 

      Ταυτόχρονα  οργάνωσε ακόμα μια γιγαντιαία ιεραποστολική αποστολή με μοναχούς ιεραποστόλους στην Περσία, την Κελτική, την Φοινίκη, τη Σκυθία και την Γοτθία, μεταστρέφοντας χιλιάδες ειδωλολατρών και ιδρύοντας Εκκλησίες στις χώρες αυτές.

      Μιλούσε αδιάκοπα και με τη γνωστή ρητορική του δεινότητα σαγήνευε τα πλήθη, ελέγχοντας την αμαρτία και τη διαφθορά. Ανέλαβε, επίσης έναν τιτάνιο αγώνα κατά της διαφθοράς και της ακολασίας που είχε επικρατήσει στην πλούσια πρωτεύουσα του κράτους. Ο έλεγχός του έφτασε μέχρι τα ανάκτορα και ιδιαίτερα στηλίτευσε την διεφθαρμένη αυτοκράτειρα Ευδοξία και τον επίσης διεφθαρμένο αυλικό Ευτρόπιο.  Ήρθε σε ρήξη με τους ισχυρούς του χρήματος, της κρατικής εξουσίας και επίσης με τους διεφθαρμένους επισκόπους και κληρικούς.

        Το αποτέλεσμα των ελέγχων του ήταν να πέσει σε δυσμένεια και να υποστεί φοβερές διώξεις. Η αδίστακτη αυτοκράτειρα, πέτυχε με τη βοήθεια του επίσης διεφθαρμένου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου και τη συμμετοχή 36 επισκόπων, να συγκαλέσει το 403 την εν Δρυ ψευδοσύνοδο, να καθαιρέσει τον Χρυσόστομο και να τον εξορίσει στην Βηθυνία. Μετά όμως από σφοδρή αντίδραση και στάση του πιστού λαού, η Ευδοξία αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει από την εξορία και να αποκαταστήσει στο θρόνο του. Αλλά ο μεγάλος ελεγκτής δεν έπαψε και πάλι να στηλιτεύει τη διεφθαρμένη εξουσία. Το 404 τον εξόρισε και πάλι στην Κουκουσό της Καππαδοκίας και από εκεί πιο μακριά, στα Κόμανα του Πόντου, στα σύνορα με την Αρμενία, όπου κοιμήθηκε αποκαμωμένος από τις ταλαιπωρίες και τις σωματικές του παθήσεις στις 14 Σεπτεμβρίου του 407. Το 438 αποκομίσθηκε το λείψανό του με τιμές στην Κωνσταντινούπολη, όπου σύσσωμος ο λαός της Βασιλεύουσας φώναζε: «Ιωάννη γύρισες στο θρόνο σου»!     

      Το συγγραφικό θεολογικό έργο που κληροδότησε στην Εκκλησία είναι τεράστιο. Υπήρξε απαράμιλλος ερμηνευτής των Γραφών, πραγματική αυθεντία για τους κατοπινούς θεολόγους. Έγραψε πλήθος επιστολών. Μας διασώθηκαν επίσης πληθώρα ομιλιών του, τις οποίες κατέγραφαν σύγχρονοι ταχυγράφοι, και τις οποίες διακρίνει η ρητορική δεινότητα του μεγάλου άνδρα, η σαφήνεια και η απλότητα. Για τούτο και η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο Χρυσόστομος, διότι υπήρξε πραγματικά ο μεγαλύτερος ρήτορας, το γλυκόλαλο αηδόνι της Εκκλησίας, όπως παρατηρεί σύγχρονος στοχαστής. Τέλος συνέθεσε και την Θεία Λειτουργία, η οποία επικράτησε να τελείται στις Εκκλησίες μας ως σήμερα.

      Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι (πρέπει να είναι) το διαχρονικό σύμβολο του ασυμβίβαστου ανθρώπου με το κακό, όπου αυτό βρίσκεται, είτε στην Εκκλησία, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στην κοινωνία. Είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος, με την προσωπική του κάθαρση, κατανόησε ότι έχουμε χρέος ως Χριστιανοί να πολεμάμε το κακό, με όποιο προσωπικό κόστος. Ο μεγάλος αυτός άνδρας θα πρέπει να αποτελεί το πρότυπο του συνεπούς αγωνιστή και για μας σήμερα, κληρικούς και λαϊκούς, να αγωνιζόμαστε, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, για την εκβολή του κακού από τον κόσμο του Θεού, αδιαφορώντας, όπως εκείνος, για τις όποιες συνέπειες.   

       Η Μνήμη του τιμάται στις 13 Νοεμβρίου  και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 27 Ιανουαρίου. Τιμάται επίσης και στις 30 Ιανουαρίου, μαζί με τους άλλους δύο

Ιεράρχες, οι οποίοι, ομού, τιμώνται ως προστάτες της παιδείας, της επιστήμης και του πολιτισμού.  

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

          Η δεύτερη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια από τις μεγαλύτερες πατερικές μορφές της Εκκλησίας μας, στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (1347-1359). Ο μεγάλος αυτός άνδρας έζησε σε μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδο για την Εκκλησία μας, κατά την οποία ο κίνδυνος νοθεύσεως της αλήθειας υπήρξε μεγάλος και όπου η ορθόδοξη πνευματικότητα κινδύνευε να αλωθεί από τον δυτικό σχολαστικισμό και η υπεράσπισή της έλαχε στην μεγάλη αυτή πνευματική μορφή.       

     Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι ασκούσαν την νοερά προσευχή. Έλαβε σπουδαία μόρφωση κοντά στον ονομαστό δάσκαλο και θεολόγο Θεόδωρο Μετοχίτη. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ εκτίμησε τις ικανότητές του και τον προόριζε για υψηλά κρατικά αξιώματα. Όμως ο Γρηγόριος αδιαφόρησε για τα σχέδια του αυτοκράτορα, διότι από νέος αγάπησε τη μοναχική και ασκητική ζωή. Κατέφυγε καταρχήν στο όρος Παπίκιο στη Θράκη και κατόπιν στο Άγιο Όρος, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Ακόμη και μετά την εκλογή του ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης το 1347, ζούσε ως ασκητής.

     Το 1335 ο μοναχός, θεολόγος και φιλόσοφος Βαρλαάμ τον Καλαβρός, ήρθε από την Ιταλία στην ορθόδοξη ανατολή για να αντικρούσει το κίνημα του ησυχασμού. Βαθύτατα επηρεασμένος από αριστοτελισμό, τη λατινική θεολογία και τον σχολαστικισμό, δίδασκε πως ο άνθρωπος είναι αδύνατον να γνωρίσει, να προσεγγίσει και να ενωθεί με το Θεό. Επίσης δίδασκε πως ο Θεός είναι «κλεισμένος στον εαυτό του» και δε μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Αντίθετα οι ορθόδοξοι Πατέρες, κάνοντας τη διευκρίνιση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού, δίδασκαν πως η γνώση της ουσίας του Θεού είναι μεν αδύνατος, όχι όμως οι άκτιστες θείες ενέργειες, οι οποίες δίνονται ως ύψιστες δωρεές στους ανθρώπους και γίνονται φανερές σε όσους κατορθώνουν να καθαρθούν από τα πάθη τους. Κύριο μέσο φωτισμού και προσωπικής εμπειρίας των ακτίστων ενεργειών του Θεού είναι η αδιάκοπη νοερά προσευχή, στην οποία ασκούνταν οι ησυχαστές μοναχοί, δια της αδιάκοπης προσευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησόν με», κατόρθωναν να βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια το Άκτιστο Φως, δηλαδή τη δόξα του Θεού.

     Για τους δυτικούς, και εν προκειμένω για τον εκπρόσωπό τους μοναχό Βαρλαάμ, η δια της νοεράς προσευχής και της νίψεως θεοπτία ήταν ακατανόητη και βλάσφημη. Κατηγορούσαν τους ησυχαστές για αιρετικούς (μεσσαλιανιστές) και τους μέμφονταν ως «ομφαλοσκόπους», επειδή οι μοναχοί αυτοί επικέντρωναν το βλέμμα τους, κατά τη διάρκεια της προσευχής, στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς. Η σύγκρουσή τους με τον άγιο Γρηγόριο υπήρξε σφοδρή και προκάλεσε πνευματική θύελλα, εφάμιλλη της εικονομαχίας.     

     Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε υπερασπιστής του ησυχασμού, της πνευματικότερης έκφρασης του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, διότι ήταν απόλυτα πεπεισμένος πως η θεοπτία μέσω της ασκήσεως και της νοεράς προσευχής είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπήρξε δάσκαλος και εμπνευστής του ησυχασμού. Συνεχίζοντας ο ίδιος την μακραίωνη παράδοση των αρχαίων Πατέρων και ασκητών της Εκκλησίας, δίδασκε πως ο άνθρωπος, με την άσκηση και τη νίψη, μπορεί να δει και από αυτή τη ζωή, με τα φυσικά του μάτια, το άκτιστο φως του Θεού, αυτό το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού κατά τη Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ.

        Ο άγιος Γρηγόριος ανάλαβε να υπερασπίσει τον ησυχασμό και να τον διασώσει από την επέλαση των σχολαστικών της Δύσεως. Τον αγώνα του ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, όπου έγραψε το περισπούδαστο έργο του: «Περί των Ιερώς  Ησυχαζόντων», με το οποίο αποδεικνύει ότι η θεοπτία του ησυχασμού είναι σύμφωνη με την αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Αναπτύσσοντας τη θεολογία των προγενέστερων μεγάλων Πατέρων, δίδαξε πως ο Θεός υπάρχει ως θεία Ουσία, η οποία είναι απόλυτα απρόσιτη στον άνθρωπο. Απορρέουν όμως από Αυτόν οι άκτιστες ενέργειες, οι οποίες αυτές μπορούν να γίνουν μεθεκτές από τον άνθρωπο.  Τρεις μεγάλες σύνοδοι συγκροτήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, το 1341, το 1347 και το 1351, επικύρωσαν τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου, δικαίωσαν τους ησυχαστές και καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους μαθητές του. Παρ’ όλα αυτά όμως ο φιλοδυτικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας τον κατηγόρησε το 1343 για στάση και κατόρθωσε να το στείλει στην εξορία τέσσερα χρόνια. Το 1347 δικαιώθηκε και εξελέγη αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το 1350 συνελήφθη από τους Τούρκους και απελευθερώθηκε το 1355. Κοιμήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1359 στη Θεσσαλονίκη και το 1368 ανακηρύχτηκε άγιος.

       Ο μεγάλος αυτός άνδρας κατέστη πρότυπο και δάσκαλος της άσκησης και ενσαρκωτής των χριστιανικών αρετών. Είτε ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, είτε ως μοναχός στο Άγιο Όρος, δίδασκε τον αέναο αγώνα κατά του κακού και της αμαρτίας. Προτρέπει την καθολική κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη, η οποία ονομάζεται στην ασκητική ορολογία νίψη και δείχνει το δρόμο της ασκήσεως, ως μονόδρομο της σωτηρίας και της θεώσεως.

      Η μεγάλη αυτή πατερική μορφή λειτουργεί αναμφίβολα ως φωτεινό ορόσημο για μας τους πιστούς αυτή την κατανυκτική περίοδο. Τα βαθυστόχαστα ορθόδοξα συγγράμματά του, όχι μόνο αποπνέουν άρωμα ευσέβειας, αλλά είναι πρακτικός οδηγός για την ψυχοσωματική μας άσκηση. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της πνευματικής πορείας και του αγώνα μας για νίψη και κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη μας, ώστε δι’ αυτής να λαμπρύνουμε το χιτώνα της ψυχής μας για να έχει έτσι τη δυνατότητα της μεγάλης συνάντησής της με τον Νυμφίο Χριστό!

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας έλαβαν τον χαρακτηρισμό του ελεήμονα, διότι άσκησαν υπερβαλλόντως την χριστιανική αρετή της ελεημοσύνης. Ο αγιασμός τους και η τελείωσή τους πέρασε μέσα από την άσκηση της έμπρακτης αγάπης, η οποία θεωρείται ως η κορωνίδα όλων των αρετών. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

      Γεννήθηκε περί το 555 στην Αμαθούντα της Κύπρου, τη σημερινή Λεμεσό. Οι γονείς του ονομαζόταν Επιφάνιος και Ευκοσμία, ήταν εύποροι και είχαν μεγάλη κοινωνική θέση στην Κύπρο. Παράλληλα ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι. Ο πατέρας του ήταν κυβερνήτης της Κύπρου και είχε πολλά και σπάνια διοικητικά χαρίσματα και ικανότητες. Για την δικαιοσύνη του και την αγάπη του για το λαό του ήταν πολύ αγαπητός και σεβαστός από όλους. Η μητέρα του είχε πλούσια ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα, τα οποία την καθιστούσαν αξιοσέβαστη στο νησί. Οι ευσεβείς και ενάρετοι αυτοί άνθρωποι μετέδωσαν και στο παιδί τους, τον Ιωάννη, την βαθειά πίστη στο Θεό και του πρόσφεραν τη μεγαλύτερη δυνατή μόρφωση της εποχής τους. Αλλά και εκείνος είχε φιλομαθή διάθεση, αποκτώντας μεγάλη γνώση. Αρεσκόταν περισσότερο να μελετά την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας.

     Όταν μεγάλωσε, με την πίεση των γονέων του και χωρίς τη δική του θέληση, νυμφεύτηκε μια ευσεβή γυναίκα. Αλλά σύντομα, από κάποιο θανατικό, που είχε πέσει στο νησί, πέθανε η σύζυγός του και τα παιδιά του, μένοντας μόνος. Αυτό το θεώρησε ως ευκαιρία για να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας και στη διακονία των ενδεών ανθρώπων, των οποίων τα παθήματα άγγιζαν την ευαίσθητη ψυχή του.  

     Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του ένα παράδοξο όνειρο, μια ωραία κόρη, στεφανωμένη με κλάδο ελιάς, η οποία του είπε: «Εγώ είμαι η πρώτη θυγατέρα του βασιλέα. Αν με αγαπήσεις, έχω την δύναμη να σε οδηγήσω σ’ αυτόν»! Ο Ιωάννης προσπάθησε να ερμηνεύσει την οπτασία, συμπεραίνοντας, πως η κόρη ήταν η χάρις της συμπάθειας και της ελεημοσύνης, η οποία όντως οδηγεί στο Θεό.

      Στα 610 χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος της Αλεξάνδρειας και οι Αλεξανδρείς πιστοί εξεδήλωσαν την επιθυμία τους να γίνει ποιμενάρχης τους ο ενάρετος Ιωάννης. Ο έπαρχος της Αιγύπτου, πατρίκιος Νικήτας, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετέφερε την επιθυμία του λαού της Αλεξάνδρειας στον αυτοκράτορα Ηράκλειο (575-641), να προωθήσει τον Ιωάννη στο θρόνο του Αγίου Μάρκου. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε και έστειλε διαταγή στον Ιωάννη να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια και να αναλάβει τον πατριαρχικό θρόνο. Όταν εκείνος πήρε τη διαταγή, χωρίς να το θέλει, υπάκουσε και δέχτηκε την υψηλή αυτή διακονία. Χειροτονήθηκε Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

    Η Αλεξάνδρεια ήταν μια μεγάλη πόλη, όπου συμβίωνε ο πλούτος των ολίγων με τη φτώχεια των πολλών. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από επαίτες, περιφερόμενα πεινασμένα παιδιά και εγκαταλειμμένους γέροντες. Έβλεπε κανείς εξαθλιωμένες χήρες με σκελετωμένα παιδιά στην αγκαλιά να ζητούν βοήθεια για να επιβιώσουν. Ασθενείς και κατάκοιτους, δίχως στέγη και φροντίδα. Αυτό το οικτρό θέαμα πλήγωσε την ευαίσθητη καρδιά του Ιωάννη. Θυμήθηκε το παράδοξο όνειρο και κατάλαβε ότι η κόρη του ονείρου ήρθε στο όνειρό του γι’ αυτούς τους ανθρώπους! Ότι η θεία πρόνοια τον οδήγησε εκεί για να τους βοηθήσει, να απαλύνει τον πόνο τους!  

    Έτσι ως πρώτο του μέλημα έθεσε την καταγραφή όλων των αναξιοπαθούντων ανθρώπων της Αλεξάνδρειας και των άλλων περιοχών της επισκοπικής του

περιφέρειας. Ανάθεσε σε κληρικούς και οικονόμους να καταγράψουν όλους τους ζητιάνους, τις χήρες και τα ορφανά, τους εγκαταλειμμένους, τους οποίους αποκαλούσε «κυρίους και δεσπότες του», διακηρύσσοντας δημόσια πως όλους αυτούς μας τους στέλνει ο Θεός, οι οποίοι με την βοήθειά μας, μπορούν να μας ανοίξουν τη βασιλεία των ουρανών.

      Περισσότεροι από 7.500 άνθρωποι καταγράφηκαν και εντάχτηκαν στα προγράμματα φιλανθρωπίας του Ιωάννη. Τους είχε εξασφαλίσει το καθημερινό φαγητό και μερίμνησε να μην είναι κανένας άστεγος. Διέθεσε αρχικά την προσωπική του μεγάλη περιουσία και όταν αυτή εξαντλήθηκε, στράφηκε προς τους πλουσίους, τους οποίους έπειθε να επιχορηγούν το μεγάλο φιλανθρωπικό του έργο. Ο λαός εξέφραζε την αγάπη του και την αφοσίωσή του στον ελεήμονα ποιμενάρχη του, του οποίου προσέδωσε την προσωνυμία «Ελεήμων».

        Έβλεπε στα πρόσωπα των φτωχών και ασθενών το Χριστό. Πέρα από το επισιτιστικό και στεγαστικό έργο, μερίμνησε και για τους ασθενείς, τους γέροντες, τα ορφανά, κτίζοντας πολλά νοσοκομεία, γηροκομεία, φτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, όπου έβρισκαν αγάπη και φροντίδα χιλιάδες αναξιοπαθούντες.

        Στα 614, όταν οι Πέρσες είχαν καταλάβει τα Ιεροσόλυμα, και άρχισαν τις σφαγές των αμάχων. Τότε μεγάλος αριθμός προσφύγων έφτασαν στην Αλεξάνδρεια για να γλυτώσουν από τα σπαθιά των βαρβάρων εισβολέων. Ο Ιωάννης τους δέχτηκε με πατρική αγάπη και άνοιξε τις πόρτες των ιδρυμάτων, προσφέροντάς τους πολύτιμη βοήθεια. Μάλιστα οργάνωσε μεγάλες αποστολές σιτηρών και τροφίμων στους εναπομείναντες κατοίκους της Παλαιστίνης, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από την πείνα. Ο γνωστός ιστορικός και ακαδημαϊκός Κ. Άμαντος έγραψε τα εξής για το έργο του αγίου Ιωάννη: «Περιέθαλψε τους πρόσφυγας κατά τρόπον μοναδικόν, άγνωστον μέχρι τότε εις την ιστορίαν»!

      Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ιωάννης δεν περίμενε από τους άλλους, αλλά εμφανιζόταν πρώτος να υπηρετεί τους ασθενείς και να περιθάλπει τους ανήμπορους. Προσωπικά ο ίδιος και οι πολυπληθείς συνεργάτες του προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στους ζωντανούς, αλλά και θάβοντας τους νεκρούς, από τις λοιμικές νόσους, που μάστιζαν συχνά την περιοχή, τους οποίους άφηναν άταφους οι οικείοι τους, φοβούμενοι τη μετάδοση της νόσου. Έδινε το καλό παράδειγμα της πίστης και της φιλανθρωπίας. Ό, τι του προσέφεραν το έδινε στους φτωχούς.

       Αλλά το φιλανθρωπικό έργο του δεν παρεμπόδιζε κι επισκίαζε το ποιμαντικό και πνευματικό. Κατηχούσε τους πιστούς, οργάνωνε ιεραποστολικές αποστολές και έκτιζε ναούς. Σε ελάχιστο διάστημα έκτισε 70 ναούς!

      Ο ίδιος ζούσε σαν ασκητής. Δεν παραμελούσε τον προσωπικό του αγώνα για κόψιμο παθών και απόκτηση αρετών. Προσευχόταν αδιάκοπα, νήστευε, αγρυπνούσε. Ήταν ανεξίκακος και σκορπούσε στους γύρω του αγάπη και καλοσύνη. Δεν ανταπέδιδε μίσος ή εκδίκηση σε όσους τον αδικούσαν. Ήταν ταπεινός και απέδιδε στον εαυτό του τον χαρακτηρισμό του «μεγαλύτερου αμαρτωλού», ζητώντας απ’ όλους συγχώρεση. Ενθάρρυνε τους αμαρτωλούς να μετανοούν, τονίζοντάς τους το μεγαλείο της θεία αγάπης και το ακένωτο του θείου ελέους. Τόνιζε την πίστη της Εκκλησίας πως ο αληθινός Τριαδικός Θεός είναι Θεός αγάπης και όχι εκδίκησης και κακότητας, όπως πρέσβευαν οι εθνικοί και οι αιρετικοί.

       Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε πληροφορηθεί για το μεγάλο και ανεκτίμητο έργο του Ιωάννη και ζητούσε επίμονα να έρθει στην Κωνσταντινούπολη να πάρει την ευλογία του και να τον τιμήσει. Ο άγιος αρνιόταν επίμονα, διότι δεν ήθελε ανθρώπινα βραβεία και επαίνους. Αλλά μετά από επίμονες παρακλήσεις του επάρχου Νικήτα υπάκουσε και πήρε το πλοίο για την Πόλη. Όταν όμως έφτασε στη Ρόδο είδε ένα

όραμα: ένα φωτεινό άνδρα ο οποίος του είπε: «Έλα στην Κύπρο, μην αργείς. Έλα! Ο βασιλεύς των βασιλέων σε περιμένει»! ο άγιος κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να

τον καλέσει κοντά Του ο Κύριος, τον Οποίο αγάπησε και υπηρέτησε στα πρόσωπα των ανθρώπων.

     Άλλαξε λοιπόν πορεία και κατευθύνθηκε στη γενέτειρά του την Κύπρο, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το 619 σε ηλικία 64 ετών. Λίγο πριν την κοίμησή του είδε ξανά στο όνειρό του την κόρη που είχε δει παλιά, η οποία του αποκάλυψε ότι πράγματι ήταν η ελεημοσύνη, η οποία ανοίγει την βασιλεία των ουρανών.

     Στη διαθήκη του έγραψε: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, γιατί με αξίωσες, τα δώρα που Συ μου έδωσες, να σου τα προσφέρω πίσω. Σ’ ευχαριστώ, ακόμη που άκουσες την προσευχή μου και στην κατοχή μου τώρα που πεθαίνω δεν έμεινε παρά «εν τρίτον νομίσματος», το οποίον προστάζω να δοθεί στους φτωχούς αδελφούς μου. Όταν με τη χάρη του Θεού έγινα επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, βρήκα στα ταμεία της επισκοπής μου οκτώ χιλιάδες περίπου λίτρες χρυσού. Με τις γενναιόδωρες προσφορές φιλόχριστων ανθρώπων, κατόρθωσα να συγκεντρώσω αμύθητα ποσά. Τα ποσά αυτά, επειδή ήξερα, πως είναι δώρα του βασιλέα των όλων Χριστού, τα επέστρεψα με επιμέλεια και προσοχή στον Θεό, στον οποίο και ανήκουν. Σ’ Αυτόν παραδίδω τώρα και την ψυχή μου».

      Οι Χριστιανοί της Αμαθούντος κήδεψαν το τιμημένο και αγιασμένο σώμα του Ιωάννη στο Ναό του Αγίου Τύχωνος. Μετά από λίγο καιρό ο χαρυτόβρυτος τάφος του ανέβλυζε μύρο και έκανε πολλά θαύματα. Είναι δε ο πολιούχος άγιος της Λεμεσού.

      Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Νοεμβρίου και το όνομά του κατέστη συνώνυμο της ελεημοσύνης και της χριστιανικής αγάπης.   



ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ: Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Μια από τις πιο σεβαστές τάξεις των αγίων της Εκκλησίας μας είναι οι ομολογητές. Σε αυτή την τάξη ανήκουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έδωσαν τη μαρτυρία της πίστεώς τους, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες της ομολογίας τους αυτής. Δε θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η Εκκλησία μας είναι απόλυτα στηριγμένη στους αγώνες των αγίων ομολογητών Της, στη δισχιλιόχρονη πορεία Της στην ιστορία.

    Ένας από τους μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας είναι και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος έδρασε σε μια πολύ ταραγμένη για την Εκκλησία ιστορική περίοδο. Πρόκειται για την φοβερή εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε τη βυζαντινή κοινωνία για περισσότερο από έναν αιώνα, με αφόρητες διώξεις των ορθοδόξων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες (726-843). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 759 από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι φρόντισαν να του δώσουν εκτός από την ευσέβεια και κατά κόσμον παιδεία, την οποία ο ίδιος αργότερα την χρησιμοποίησε για την Εκκλησία. Σπούδασε με επιμέλεια την ελληνική φιλοσοφία και τους Πατέρες της Εκκλησίας. 

    Από μικρός αγαπούσε το Χριστό και λαχταρούσε να προσφέρει σε Αυτόν τη ζωή του. Έφηβος ακόμη, άφησε την καριέρα του ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και αποσύρθηκε το 781 σε μοναστήρι στην Προύσα της Μ. Ασίας, όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Πλάτων. Αυτός τον μύησε στην ορθόδοξη πνευματικότητα και τον ενέπνευσε να αφιερώσει τη ζωή του για την προάσπιση της αλήθεια και της αυθεντικότητας της Εκκλησίας. Το 789 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο και το 794 ανέλαβε τη θέση του ηγουμένου της Μονής.

      Δεν πρόλαβε να χαρεί την ηγουμενία του, διότι δύο χρόνια μετά ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (780-797) χώρισε τη σεμνή σύζυγό του Μαρία για χάρη μιας άλλης γυναίκας της Θεοδότης. Αφού έκλεισε σε μοναστήρι τη Μαρία, νυμφεύτηκε το ίδιο βράδυ κρυφά στα ανάκτορα τη Θεοδότη. Το μυστήριο τέλεσε ο ιερέας της Αγίας Σοφίας Ιωσήφ. Την επόμενη ημέρα έγινε η στέψη της ως βασίλισσα!

     Η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ελέγξει την παρανομία του αυτοκράτορα και τη γελοιοποίηση του ιερού μυστηρίου του γάμου. Ζήτησε εξηγήσεις από τον πατριάρχη Ταράσιο γιατί δεν τιμώρησε τον ιερέα Ιωσήφ, και επειδή δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις διέκοψε το μνημόσυνό του. Οι κολακείες του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν απέδωσαν και για τούτο άρχισαν οι διώξεις εναντίον του.  Εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη ως το 797, όπου ο Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε από τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία (797-802). Το 798 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ηγούμενος της περίφημης Μονής του Στουδίου. Ευτύχησε να έχει στην ηγουμενία του περισσότερους από χίλιους μοναχούς. Μετέβαλλε τη Μονή σε κέντρο κοινωνικής ευποιΐας και πνευματικής ακτινοβολίας. Μεταξύ των άλλων στη Μονή γινόταν και αντιγραφή αρχαίων κωδίκων. Τότε αντιγράφηκαν και έφτασαν ως εμάς τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.

     Αλλά και πάλι το 808 αναγκάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τον πατριάρχη Νικηφόρο, ο οποίος αποκατέστησε τον Ιωσήφ, κατ’ απαίτηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ (86-815) και διότι θεώρησε την εκλογή του αντικανονική. Εξορίστηκε αυτή τη φορά στη Χάλκη και διαλύθηκε η περίφημη Μονή του Στουδίου και αναστάλθηκε το κολοσσιαίο πνευματικό της έργο.

       Το 811 επέστρεψε από την εξορία, αλλά τέσσερα χρόνια μετά, το 815 ανέβηκε στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη

εικονομαχική περίοδο. Στις 25 Μαρτίου του 815, Κυριακή των Βαΐων, ο άγιος Θεόδωρος αψηφώντας το διάταγμα για την καθήλωση και καταστροφή των Ιερών Εικόνων, μαζί με ιερείς, μοναχούς και ευσεβείς λαϊκούς, πήραν τις Ιερές Εικόνες και τις περιέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι για  μια κόμη φορά ο άγιος Θεόδωρος θα αντιμετωπίσει την αυθαιρεσία της εξουσίας και θα διωχθεί. Αφού τον συνέλαβαν, τον ξυλοκόπησαν άγρια, τον κακοποίησαν και τον έστειλαν για τρίτη φορά εξορία, αυτή τη φορά στη Σμύρνη. Τον φυλάκισαν στα υγρά και σκοτεινά υπόγεια του μητροπολιτικού μεγάρου της πόλεως, όπου τον μαστίγωναν ανηλεώς καθημερινά και του στερούσαν ακόμη και το ψωμί και το νερό!  Εκεί κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του.

     Το 820 επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού (820-829) ανακλήθηκε από την εξορία. Όμως το 824 ήρθε σε σύγκρουση με τον Μιχαήλ για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορα. Για μια ακόμη φορά ακολουθούμενος από ορισμένους στουδίτες μοναχούς, αναγκάστηκε να φύγει και πάλι από την αγαπημένη του Μονή, για την οποία τόσο κοπίασε. Βαριά άρρωστος άφησε τα εγκόσμια την 11η Νοεμβρίου του 826, αφού ζήτησε από τους μοναχούς να του διαβάσουν τον 118ο Ψαλμό. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο σε ηλικία 67 ετών.

    Παρ’ όλες τις διώξεις και τις εξορίες του έγραψε σπουδαιότατα θεολογικά έργα. Διακρίθηκε επίσης ως σπουδαίος ποιητής και υμνογράφος, ο οποίος συνέθεσε τους περισσότερους ύμνους του Τριωδίου.

      Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ασυμβίβαστου χριστιανού με τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο. Εκφράζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το ασυμβίβαστο της Εκκλησίας με την αμαρτία και το αντιχριστιανικό πνεύμα. Αν και μοναχός προασπίστηκε τον ιερό θεσμό του γάμου, τον οποίο είχαν καταπατήσει οι ισχυροί της εποχής του. Προασπίσθηκε επίσης την αγία και αμώμητη πίστη της Ορθοδοξίας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι και η εποχή μας έχει ανάγκη αγίων και ομολογητών, σαν τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη για να μπορέσουμε να βγούμε από το φοβερό πνευματικό τέλμα, στο οποίο έχουμε βυθισθεί!   

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Οι Μάρτυρες κατέχουν την πρωτοπορία στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας, διότι έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με το μαρτύριό τους. Αντάλλαξαν τη ζωή τους με την πίστη στον αληθινό Θεό, δίνοντας έμπρακτα το παράδειγμα του πιο μεγάλου ηρωισμού στην ιστορία του κόσμου, αψηφώντας τους φρικτούς διωγμούς των ειδωλολατρών.

     Ένας από αυτούς είναι και ο Μεγαλομάρτυς άγιος Δημήτριος. Γεννήθηκε και έζησε στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305), σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη για την Εκκλησία, διότι στα χρόνια αυτά είχαν ξεσπάσει οι φοβερότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, όπου ολόκληρα νέφη μαρτύρων έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό.

       Από τους πιστούς γονείς του κληρονόμησε βαθιά ευσέβεια. Αυτό τον έκανε να γίνει ένας ένθερμος  χριστιανός νέος, στολισμένος με τις αρετές και τα χαρίσματα που απορρέουν από τη χριστιανική ζωή. Η αξιόλογη μόρφωσή του τον ανέδειξε και δάσκαλο της χριστιανικής πίστης. Οι γνώσεις του και προπαντός το λαμπρό του παράδειγμα έλκυε πλήθος ειδωλολατρών στη σώζουσα πίστη του Χριστού. 

       Ως έφηβος κλήθηκε να υπηρετήσει στο ρωμαϊκό στρατό. Θεώρησε όμως καθήκον του να κάνει γνωστό στο νέο περιβάλλον το Σωτήρα Χριστό, ως τον αληθινό Θεό. Ο ενθουσιασμός του και το λαμπρό παράδειγμά του μετέστρεψαν πλήθος στρατιωτών στη νέα πίστη.  

     Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Το ρωμαϊκό κράτος και ιδιαίτερα ο ρωμαϊκός στρατός, έτρεφε φοβερό μίσος κατά του Χριστιανισμού. Κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν οι χριστιανοί και οδηγούνταν στα μαρτύρια. Ο φημισμένος Δημήτριος δε θα μπορούσε να μείνει κρυφός. Με την επίσκεψη του φοβερού Μαξιμιανού στη Θεσσαλονίκη, ήταν από τους πρώτους που συνελήφθη. Αφού ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό, κλείστηκε στις φυλακές και περίμενε με καρτερία το μαρτύριο.

       Ο υπερφίαλος και αλαζονικός αυτοκράτορας έφερε μαζί του έναν φοβερό γιγαντόσωμο και κακούργο στρατιώτη τον Λυαίο, ο οποίος καυχιόταν πως οι «θεοί» του είχαν δώσει ανίκητη δύναμη ώστε να νικά κάθε μη πιστό της ειδωλολατρίας. Επιδεικτικά ο Μαξιμιανός οργάνωσε στο στάδιο της πόλης αγώνες, καλώντας όλους όσοι ήθελαν να πολεμήσουν μαζί του, με σκοπό να μειώσει το Θεό των Χριστιανών στα μάτια του ειδωλολατρικού όχλου. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τους θεσσαλονικείς, διότι πίστευαν ότι δεν θα έβγαιναν ζωντανοί από τα χέρια του γίγαντα ειδωλολάτρη. Ένας όμως πιστός νέος από τον κύκλο του Δημητρίου, ονόματι Νέστωρ, θεώρησε μεγάλη προσβολή την πρόκληση των μισαλλόδοξων ειδωλολατρών και αποφάσισε να παλέψει με τον Λυαίο. Πρώτα όμως έσπευσε στη φυλακή να συμβουλευθεί το Δημήτριο κα να ενδυναμωθεί από αυτόν. Ο Νέστωρ πήρε μεγάλο θάρρος, πήγε στο στάδιο, αντιπαρατάχτηκε με τον αλαζονικό Λυαίο και τον θανάτωσε, προς μεγάλη απογοήτευση και καταισχύνη του ειδωλολατρικού όχλου και ανείπωτη χαρά των Χριστιανών.

        Ο φοβερός Μαξιμιανός καταντροπιάστηκε από το γεγονός αυτό. Δεν περίμενε ένας αδύναμος νέος να σκοτώσει το καύχημά του, τον γίγαντα Λυαίο. Το γεγονός αυτό τον εξαγρίωσε και  τον έστρεψε κατά του δέσμιου Δημητρίου. Έδωσε διαταγή να μεταβεί ένα απόσπασμα στρατιωτών στις φυλακές,  να  κατατρυπήσουν το δέσμιο Δημήτριο με τις λόγχες τους, ώστε να υποστεί αργό και βασανιστικό θάνατο. Ο άγιος υπέμεινε με πρωτοφανές θάρρος το μαρτύριο, συγχωρώντας τους δημίους του και δοξολογώντας το Θεό. Ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος παρέδωσε την αγία του

ψυχή στον Κύριο, λαβαίνοντας τον τιμημένο και αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Κατόπιν αποκεφάλισαν και τον άγιο Νέστορα. Το τίμιο λείψανό του, όπως και του αγίου Νέστορα, τα παρέλαβαν οι πιστοί με μεγάλη ευλάβεια, όπως ταιριάζει σε ήρωες της πίστης του Χριστού και τα ενταφίασαν με τιμές.

        Ο Άγιος Δημήτριος και μετά το θάνατό του ευεργετούσε τους θεσσαλονικείς με άπειρα θαύματα. Κάποιος συγκρατούμενος του Αγίου ονόματι Λούπος, κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβαψε το δακτυλίδι του μάρτυρα στο τίμιο αίμα του, με το οποίο κατόπιν έκανε πολλά  θαύματα. Αλλά συνελήφθη και αυτός και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Ο τάφος του αγίου Δημητρίου ανέβλυζε πολύτιμο μύρο, θεραπεύοντας πλήθος ασθενών, ακόμα και ειδωλολάτρες, οι οποίοι γινόταν κατόπιν ένθερμοι Χριστιανοί. Ο άγιος και νεκρός ακόμα συνέχιζε να μεταστρέφει ανθρώπους στο Χριστό!

      Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν σταμάτησαν οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας, οι πιστοί της Θεσσαλονίκης έκτισαν ναό στον τόπο του μαρτυρίου του αγίου και τον ανακήρυξαν προστάτη της πόλης τους. Αργότερα τον 5ο αιώνα κατεδαφίστηκε ο παλιός ναός και στη θέση του κτίστηκε μεγαλόπρεπη βασιλική, η οποία δεσπόζει μέχρι σήμερα στην συμπρωτεύουσα και μέσα σ’ αυτή φυλάσσονταν τα θαυματουργά λείψανά του. Αυτά όμως αργότερα, την εποχή της Φραγκοκρατίας, τα άρπαξαν οι αιρετικοί παπικοί Φράγκοι και τα μετέφεραν στη Δύση, προς μεγάλη λύπη των πιστών της Θεσσαλονίκης και όλων των Ορθοδόξων. Μόνο το κενό μνημείο του αγίου έμεινε στα υπόγεια του μεγαλόπρεπου ναού, για παρηγοριά των πιστών. Ευτυχώς όμως πριν λίγα χρόνια, η παπική «εκκλησία» επέστρεψε στην πόλη του αγίου την τίμια κάρα του, η οποία φυλάσσεται στο ναό του, ως το πολυτιμότερο σέβασμα της πόλεως.

       Η μνήμη του αγίου Δημητρίου εορτάζεται στις 26 Οκτωβρίου και του αγίου Νέστορα την επομένη ημέρα. Οι θεσσαλονικείς, όπως και όλοι οι όπου γης ορθόδοξοι, τιμούν όπως ταιριάζει τον προστάτη και πολιούχο τους και εκείνος ανταποκρίνεται. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο πως η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έγινε στις 26 Οκτωβρίου 1912, ημέρα της μνήμης του! 

      

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΤΑΒΙΘΑ: Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η αγάπη και η φιλανθρωπία είναι συνώνυμα με τον Χριστιανισμό. Η βάση του χριστιανικού κηρύγματος είναι η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις όποιες ιδιαιτερότητές τους. Τίποτε δε μπορεί να μπει εμπόδιο στην άσκηση της χριστιανικής αγάπης, ούτε το φύλο του ανθρωπίνου προσώπου, ούτε η φυλή, ούτε η κοινωνική και οικονομική του κατάσταση. Ο Ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όχι μόνο δίδαξε την αγάπη προς όλους, αλλά και έθεσε ως προϋπόθεση την άσκηση της αγάπης, σε όσους ήθελαν και θέλουν να είναι δικοί Του, «εντολὴν καινὴν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς ίνα και ὑμεῖς ἀγαπᾶτε αλλήλους. Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ότι εμοὶ μαθηταί εστε, εὰν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν.13,34-35). Επίσης έδωσε ο Ίδιος το παράδειγμα της αλληλοδιακονίας, πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του, πριν το Μυστικό Δείπνο, συμβουλεύοντας τους μαθητές Του «ει ουν εγὼ ένιψα υμών τους πόδας, ο Κύριος και ο Διδάσκαλος, και υμείς οφείλετε αλλήλων νίπτειν τους πόδας. υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν, ίνα καθὼς εγὼ εποίησα υμίν, και υμείς ποιήτε» (Ιωάν.13,13-15). Μάλιστα η αγάπη αυτή εκτείνεται και στους εχθρούς μας, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδὲν απελπίζοντες» (Λουκ.16,35).

        Η αγία μας Εκκλησία έκαμε πράξη την εντολή της αγάπης του Χριστού, η Οποία προσφέρει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια απλόχερα την φιλανθρωπία της στον άνθρωπο. Υπέροχες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας άσκησαν κατά καιρούς την αγάπη και σφράγισαν με τη δράση τους την ιστορία. Ένα από αυτά τα ιερά πρόσωπα υπήρξε και η αγία Ταβιθά, η αποκαλούμενη Δορκάς, δηλαδή ζαρκάδα, η οποία έζησε στα χρόνια των Αποστόλων και αναδείχτηκε παράδειγμα φιλανθρωπίας και διακονίας των ανθρώπων που είχαν ανάγκη.

       Για την αγία Ταβιθά  κάνει λόγο ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων»: «Αυτὴ ην πλήρης αγαθών έργων και ελεημοσυνών, ων εποίει» (Πραξ.9,36). Ζούσε στην πόλη της Παλαιστίνης Ιόππη και ασκούσε το επάγγελμα της υφάντρας. Είχε γίνει χριστιανή και βίωνε την χριστιανική πίστη στην καθημερινή της ζωή. Η καρδιά της ξεχείλιζε από άδολη αγάπη για τους πονεμένους και φτωχούς συμπολίτες της. Γι’ αυτό έραβε νυχθημερόν ενδύματα, τα οποία πωλούσε και τα χρήματα τα έδινε σε όσους είχαν ανάγκη. Παράλληλα είχε πλαισιωθεί από άλλες χριστιανούς της πόλεως, όπου οργάνωσε μια εκπληκτική φιλανθρωπική δράση. Πλήθος πεινασμένων, χηρών και ορφανών, ήταν αποδέκτες της αγάπης και της φιλανθρωπίας αγίας Ταβιθάς. Όμως ο Θεός οικονόμησε να δεχτεί σκληρή δοκιμασία, για να δοξασθεί το όνομά Του και να γίνει γνωστή η αγία. Αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε.

      Εκείνες τις ημέρες έκανε περιοδεία στην περιοχή εκείνη ο απόστολος Πέτρος. Δίδασκε στη γειτονική πόλη Λύδδα, όταν πληροφορήθηκε το τραγικό συμβάν από δύο απεσταλμένους των πιστών της Ιόππης. Ο Πέτρος έτρεξε αμέσως στην Ιόππη, όπου όλα ήταν έτοιμα για την κηδεία της Ταβιθάς. Βρήκε ένα μεγάλο πλήθος μέσα και έξω από το σπίτι της, όπου θρηνούσε το χαμό της ευγενούς κόρης. Όσοι είχαν ευεργετηθεί από αυτή έκλαιγαν απαρηγόρητοι, διότι είχαν χάσει το στήριγμά τους.  

     Μόλις έφτασε ο κορυφαίος απόστολος, ζήτησε να δει τη νεκρή, στο υπερώο. Παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο με το τίμιο σώμα της Ταβιθάς, γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά. Μετά φώναξε δυνατά: «Ταβιθά ανάστηθι», και ω του θαύματος,  το πνεύμα επέστρεψε στο σώμα της νεκρής και σηκώθηκε! Το θαυμαστό γεγονός όχι μόνο γέμισε με χαρά το παραβρισκόμενο πλήθος, αλλά διαδόθηκε σε όλη

την Παλαιστίνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοξασθεί το όνομα του Θεού και να μεταστραφούν στο Χριστιανισμό πάρα πολλοί Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες.

      Η αγία Ταβιθά έζησε κατόπιν πολλά χρόνια αγίας ζωής, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό της έργο, και πέθανε σε προχωρημένη ηλικία. Η Εκκλησία μας την κατέταξε στους αγίους Της, τιμώντας την μνήμη της στις 25 Οκτωβρίου.

      Είναι ανάγκη να έχουμε υπόψη μας το διαχρονικό φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας μας, το οποίο απορρέει από την πίστη μας, ότι στο πρόσωπο του κάθε ενδεούς ανθρώπου εικονίζεται ο Χριστός και σύμφωνα με τη δική Του διαβεβαίωση, «αμὴν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενὶ τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοὶ εποιήσατε» (Ματθ.25,40). Είναι απαραίτητο επίσης να επισημάνουμε πως η φιλανθρωπία είναι αποκλειστικό προνόμιο του Χριστιανισμού, διότι η έννοια της εποποιίας ήταν άγνωστη στον προχριστιανικό κόσμο! Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για οργανωμένο δίκτυο φιλανθρωπίας και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων! Από τον πακτωλό του απίστευτου πλούτου των «ιερών» των παγανιστικών θρησκειών, όπως λ.χ. των Δελφών, ουδέποτε διατέθηκε το παραμικρό ποσό για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου! Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για κάτι τέτοιο! Αντίθετα μάλιστα, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης τον 4ο μ. Χ. αιώνα, θέλοντας να νεκραναστήσει την ειδωλολατρία, ζητούσε από τους ειδωλολάτρες ιερείς να μιμούνται τους Χριστιανούς στην άσκηση της φιλανθρωπίας, διότι ήταν ανύπαρκτη σ’ αυτούς!

      Η εκκλησιαστική μας ιστορία έχει να μας επιδείξει ένα απέραντο φιλανθρωπικό έργο στο διάβα των αιώνων. Χιλιάδες μιμητές της αγίας Ταβιθάς προσέφεραν με αυταπάρνηση τις ανιδιοτελείς τους υπηρεσίες και τα αγαθά τους προς τον πάσχοντα και ενδεή άνθρωπο, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς. Αλλά και σήμερα, στην εποχή μας, όπου ο λαός μας δοκιμάζεται από την πρωτοφανή οικονομική κρίση, την οποία δημιούργησε η ανθρώπινη απληστία, η Εκκλησία μας με τις χιλιάδες μιμητών της αγίας Ταβιθάς, εθελοντές της αγάπης, τρέφει και περιθάλπει μόνη Αυτή, πληθώρα συνανθρώπους μας, τους οποίους έχει εγκαταλείψει, τόσο η επίσημη Πολιτεία,  και οι διάφοροι άλλοι «ανθρωπιστικοί» θεσμοί!      

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΕΘΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η σημερινή αραβική χερσόνησος, πριν κατακτηθεί από τους μουσουλμάνους, ήταν γεμάτη από ακμάζουσες χριστιανικές κοινότητες. Το ίδιο και η απέναντι αφρικανική χώρα της Αιθιοπίας, η οποία παραμένει ως τα σήμερα, η μόνη χριστιανική χώρα της αφρικανικής ηπείρου.

       Στα χρόνια που βασίλευε στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Α΄ (518-527), ήταν βασιλιάς της Αιθιοπίας ένας ευσεβής ηγεμόνας ο Ελεσβαάν. Αντίθετα στην αντίπερα Υεμένη, στο αρχαίο βασίλειο της Σαβά, βασίλευε ένας τυραννικός, κακούργος και αιμοδιψής βασιλιάς, ο Δου-Νοουάς. Είχε ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό και είχε αλλάξει το όνομά του σε Γιουσούφ. Με τη βία και το δόλο κατόρθωσε να επιβληθεί στην ευρύτερη, λεγόμενη, Ευδαίμων Αραβία και να σχηματίσει ισχυρό στρατό, εκστρατεύοντας κατά γειτονικών χριστιανικών πόλεων και κοινοτήτων. Μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς και είχε βάλει ως στόχο του να εξαφανίσει την χριστιανική πίστη  από το βασίλειό του.

      Μια από τις χριστιανικές πόλεις που ήθελε να κατακτήσει και να τιμωρήσει τους Χριστιανούς ήταν και η Ναζράν, η σημερινή πόλη Νεγράν στα βόρεια της Υεμένης. Αυτή η πόλη είχε πανάρχαια χριστιανική παράδοση, η οποία έφτανε στα χρόνια των Αποστόλων. Μάλιστα ευεργετήθηκε από τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο (337-361). Εκεί ήταν προεστός της χριστιανικής κοινότητας ένας ευσεβής και ηλικιωμένος σεβάσμιος άνθρωπος, ο Αρέθας, ο οποίος με την πίστη του και το παράδειγμά του, καθοδηγούσε τους πιστούς της πόλεως και απολάμβανε τον σεβασμό όλων.

       Ο αντίχριστος βασιλιάς Δου-Νοουάς – Γιουσούφ εκστράτευσε κατά της Ναζράν με 12.000 στρατό και στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη της πόλεως. Απειλούσε πως αν οι κάτοικοι δεν απαρνιόνταν  την πίστη τους στο Χριστό, θα σφαγιάζονταν όλοι. Οι Χριστιανοί κάτοικοι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και διαμήνυσαν στον βάρβαρο και αλλόθρησκο βασιλιά πως δεν θα αρνούνταν την σώζουσα πίστη τους. Φώναζαν με ένα στόμα το σύνθημα: «ούτε ένας προδότης ανάμεσά μας»! Είχαν πάρει την απόφαση να μαρτυρήσουν για το Χριστό!        

      Βλέποντας ο θηριώδης βασιλιάς ότι ήταν δύσκολο να κατακτήσει την πόλη και το σπουδαιότερο, να πείσει τους κατοίκους να απαρνηθούν την χριστιανική τους πίστη, σοφίστηκε ένα δαιμονικό δόλιο τέχνασμα. Έπεισε τους προεστούς της πόλεως ότι ήθελε να επισκεφτεί την πόλη εθιμοτυπικά και πως επιθυμούσε την ειρήνη. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να ορκιστεί στο «θεό» των Ιουδαίων ότι οι προθέσεις του ήταν αληθινές. Οι προεστοί τον πίστεψαν, μπήκε στην πόλη και άρχισε να εγκωμιάζει τους κατοίκους για την ευγένειά τους και την πρόοδό τους. Αφού έφαγε και ήπιε, ζήτησε από τους προεστούς να ανταποδώσουν την επίσκεψη στο στρατόπεδό του. Εκείνοι, εντυπωσιασμένοι από την δήθεν αλλαγή του ηγεμόνα, τον ακολούθησαν στο στρατόπεδό του, με προεξάρχοντα τον σεβάσμιο Αρέθα.

        Μόλις μπήκαν στη σκηνή του έγιναν φανερές οι πραγματικές του προθέσεις. Ο τύραννος έδωσε διαταγή να συλληφθούν και να φυλακισθούν. Η πόλη ακέφαλη από τους προεστούς της, ήταν ανίσχυρη να αντισταθεί στον εχθρό. Οι στρατιώτες όρμισαν και την κατέλαβαν. Άρχισαν τις σφαγές και τις λεηλασίες με αλλόφρονα μανία. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Με ιδιαίτερη αγριότητα βεβήλωσαν τους ναούς και τα σεβάσματα της πόλεως. Πήραν τα τίμια λείψανα του αγίου επισκόπου της πόλεως Παύλου, που είχε κοιμηθεί πριν δύο χρόνια και αφού τα βεβήλωσαν, τα έκαψαν. Οι κάτοικοι, κλήρος και λαός, συγκεντρωμένοι στις πλατείες προσεύχονταν στο Θεό και βοούσαν: «Είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε για το Χριστό»!

       Αυτές οι φωνές εξαγρίωναν περισσότερο τους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν βάλλει φωτιά και κατέκαιαν την πόλη από άκρου εις άκρον. Άρπαζαν τους κατοίκους και τους θανάτωναν με άγριο τρόπο. Έκαψαν ζωντανούς 477 κληρικούς, μοναχούς και μοναχές και μαζί τους 127 λαϊκούς. Οι υπόλοιποι έτρεχαν να κρυφτούν και να σωθούν από τη μανία των αλλοθρήσκων φονιάδων.  

       Κατόπιν ήρθε η σειρά του Αρέθα και των 340 συντρόφων του. Τον έφεραν μπροστά στον τύραννο να απολογηθεί για λογαριασμό των κατοίκων. Ήταν υπέργηρος 95 ετών. Παρ’ όλα αυτά στάθηκε με παρρησία, ελέγχοντας τον ασεβή βασιλιά και διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα μείνουν, τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι εδραίοι στην πίστη των πατέρων τους. Ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να σώσει το ανθρώπινο γένος. Ότι όλοι τους θα προτιμήσουν το θάνατο από την άρνηση του Σωτήρα Χριστού, ο Οποίος είναι η όντως ζωή. Παράλληλα ενθάρρυνε τους συντρόφους τους λέγοντάς τους: «Δεν υπάρχει ενδοξότερος θάνατος από το Μαρτύριο, διότι με αυτό συμμετέχουμε στο πάθος του Χριστού και γινόμαστε κοινωνοί της δόξης του». Και εκείνοι απαντούσαν με ένα στόμα: «Έχε θάρρος, τίμιε πάτερ, είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε μαζί σου αυτό το μακάριο τέλος. Να στεφανωθούμε με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου»!

        Ο   κακούργος βασιλιάς έγινε θηρίο από το θυμό του και διέταξε τον άγριο σφαγιασμό τους σε γειτονικό χείμαρρο. Εκεί τους οδήγησαν με βιαιότητα, κραδαίνοντας τα φονικά σπαθιά τους. Εκείνοι, με ηρωικό φρόνημα,  προσευχήθηκαν και έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό της αγάπης και της ειρήνης μεταξύ τους. Πρώτος σφαγιάστηκε ο γηραιός Αρέθας και κατόπιν οι άλλοι. Ο χείμαρρος γέμισε και έτρεχε σαν νερό το τίμιο αίμα τους. Έδωσαν στο Χριστό, ό, τι πολύτιμο είχαν, το αίμα τους και τη ζωή τους!

        Ο τόπος του μαρτυρίου τους έγινε πηγή αγιασμού για αιώνες. Οι πιστοί έτρεχαν να αγιαστούν και να θεραπευτούν από τα νοσήματά τους. Μια γυναίκα έτρεξε με το τριετές παιδί της για να χρησθεί από το τίμιο αίμα των Μαρτύρων. Ο βασιλιάς διέταξε να την κάψουν ζωντανή μαζί με το σπλάχνο της! Η μνήμη του αγίου Αρέθα, μαζί και των υπολοίπων Μαρτύρων εορτάζεται στις 24 Οκτωβρίου.      

ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της αρχαίας Εκκλησίας υπήρξε ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος επίσκοπος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και συγγραφέας της ομωνύμου Καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης.

      Ήταν Ιουδαίος την καταγωγή και σύμφωνα με την παράδοση, γιος του μνήστορος  Ιωσήφ, ο οποίος ήταν παντρεμένος πριν μνηστευθεί την Παρθένο Μαρία και είχε χηρέψει. Είχε δε επτά παιδιά, τον Ιάκωβο, τον Ιωσή, τον Ιούδα, τον Σίμωνα ή Συμεών, την Εσθήρ, την Μάρθα και τη Σαλώμη, η οποία αργότερα έγινε η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη. Ο Ιωσήφ μετά τη χηρεία του μνηστεύτηκε, κατά θεία οικονομία, την Παρθένο Μαρία, για να μεγαλώσει τα παιδιά του, αλλά κυρίως να γίνει ο θετός πατέρας και ο προστάτης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και ο Ιάκωβος αναφέρεται ως Αδελφόθεος, αφού έζησαν μαζί κάτω από την ίδια στέγη σαν αδέλφια.

       Από μικρό παιδί διακρίνονταν για την υπακοή του, την ευσέβειά του και τα χαρίσματά του και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν Ιοβλίαν, δηλαδή δίκαιο στα εβραϊκά. Άκουγε με προσοχή τα ιερά γράμματα και τις διηγήσεις για την μεσσιανική. Ήταν εγκρατής και νήστευε δια βίου από τροφές που προερχόταν από έμψυχα όντα (κρέας, ψάρια, θαλασσινά, κλπ). Ουδέποτε δοκίμασε το κρασί. Προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό και τον παρακαλούσε να τον αξιώσει να ζήσει στην μεσσιανική εποχή. Να αξιωθεί να δει το Μεσσία και Λυτρωτή του κόσμου.

        Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την παιδική ηλικία του και τη σχέση του με τον Ιησού. Φανταζόμαστε ότι θα ήταν αρμονικές και ευλογημένες, όπως ταιριάζει σε μια ιερή οικογένεια, της οποίας μέλος της ήταν ο ίδιος ο Θεός Λόγος. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι δε γνώριζε η οικογένεια ποιος ήταν ο Ιησούς, μέχρι την Βάπτισή του από Ιωάννη τον Πρόδρομο και την φανέρωση από το Θεό Πατέρα της πραγματικής Του ιδιότητας, ως Υιός του Θεού και Λυτρωτής του κόσμου. Φαίνεται ότι αφότου πληροφορήθηκε και ο Ιάκωβος για την ιδιότητα του Ιησού, πίστεψε σ’ Αυτόν και έγινε αφανής ακόλουθός Του.

      Μετά την Πεντηκοστή οι άγιοι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ εκτιμώντας τις αρετές και την αγιότητα του Ιακώβου, τον εξέλεξαν πρώτο επίσκοπο της αγίας πόλεως. Αμέσως μετά την εκλογή του άρχισε με πρωτοφανή ζήλο το επισκοπικό του έργο. Κήρυττε ακατάπαυστα Ιησούν Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα, τον μοναδικό λυτρωτή και σωτήρα του κόσμου. Γνώριζε στους ομοφύλους του Ιουδαίους ότι ο Ιησούς Χριστός, που εκείνοι απόρριψαν και σταύρωσαν είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, που είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και κήρυττε μετάνοια και πίστη σ’ Αυτόν. Έδινε ο ίδιος το παράδειγμα της μετάνοιας και της συντριβής. Από τις πολλές γονυκλισίες είχαν γίνει τα γόνατά του σκληρά σαν της καμήλας. Έδινε το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης, για να δείξει στους Ιουδαίους ότι η υπεροψία οδηγεί στην απιστία.

     Μια από τις σπουδαίες ποιμαντικές του φροντίδες ήταν να συγγράψει την εμπειρία του για τη νέα πίστη. Συνέγραψε λοιπόν την γνωστή μας Καθολική Επιστολή Ιακώβου, την οποία υπογράφει ο ίδιος ως «Ιάκωβος, Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού δούλος». Θεωρείται ως η Επιστολή της γνήσιας χριστιανικής ζωής, διότι σε αυτή με απλό τρόπο ο άγιος Ιάκωβος οριοθετεί την ζωή του Χριστιανού, η οποία θα πρέπει να κινείται πάνω στον άξονα πίστη – αγάπη. Τονίζει με έμφαση τη νέα μας ιδιότητα ως παιδιών του Θεού, ο Οποίος χαρίζει τις αστείρευτες δωρεές Του, τις οποίες πρέπει να μοιραζόμαστε ισάξια εμείς τα παιδιά Του. Στηλιτεύει την πλεονεξία ως απόλυτα ξένη με την χριστιανική ιδιότητα και καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων να

διέπονται από δικαιοσύνη και αγάπη. Μάλιστα στο 5ο  κεφάλαιο, αναφέρεται με πολύ σκληρές εκφράσεις στους εκμεταλλευτές εργοδότες των εργατών τους, επισείοντας την αιώνια κόλαση σ’ αυτούς, ώστε να θεωρείται το πρώτο στην ιστορία κείμενο, το οποίο οριοθετεί με τόση σαφήνεια το προαιώνιο πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης!

     Για όλα αυτά οι άγιοι Απόστολοι σέβονταν και ευλαβούνταν τον άγιο Ιάκωβο. Κατά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (49 μ. Χ.), του δόθηκε η προεδρεία. Ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή του αναφέρεται με σεβασμό προς αυτόν.

      Αλλά όπως ήταν φυσικό η ποιμαντική δράση του αγίου Ιακώβου δημιούργησε ισχυρή έχθρα προς το πρόσωπό του. Οι μεταστροφή πλήθους Ιουδαίων στη χριστιανική πίστη θορύβησε τους άρχοντές τους. Ο αρχιερέας Άνανος ξεσήκωσε μια ομάδα φανατικών, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του. Μάλιστα για να τον παγιδεύσουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι πήγαν και του ζήτησαν να μιλήσει στο λαό για το ποιος ήταν ο Ιησούς. Ο άγιος Ιάκωβος ομολόγησε με πρωτοφανές θάρρος  ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου. Πως τώρα κάθεται στα δεξιά Θεού και ως αιώνιος μεσίτης μας. Ακούγοντάς τον πολλοί Ιουδαίοι πίστεψαν και φώναξαν «Ωσαννά τω Υιώ Δαβίδ»! Αντίθετα οι άπιστοι όρμησαν επάνω του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο πτερύγιο του Ναού, δηλαδή ένα τεράστιο και πανύψηλο γείσο στη στέγη, από όπου τον γκρέμισαν για να σκοτωθεί.

      Αλλά ο άγιος Ιάκωβος πληγωμένος ήταν ακόμη ζωντανός. Οι φανατικοί Ιουδαίοι πήραν πέτρες στα χέρια τους και τον λιθοβολούσαν με μίσος. Εκείνος πλημυρισμένος στο αίμα παρακαλούσε το Θεό να συγχωρήσει τους δημίους του. Κάποιος ευσεβής Ιουδαίος ονόματι  Ρηχάβ διαμαρτυρήθηκε για το άδικο μαρτύριο του δίκαιου Ιακώβου. Τότε οι δήμιοι άρπαξαν ένα ξύλο και έλιωσαν το κεφάλι του Ρηχάβ και μετά αποτέλειωσαν τον Ιάκωβο, ο οποίος είναι από τους πρώτους μάρτυρες της Εκκλησίας μας.

      Η μνήμη του τιμάται στις 23 Οκτωβρίου, κατά την οποία τελείται η αρχαιοπρεπής Θεία Λειτουργία, η οποία θεωρείται ποίημα δικό του.