Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Η Κοίμηση της Θεοτόκου. Μετάβαση προς την Ζωή. Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης




Κάθε φορά που εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου είναι σαν να έχουμε Πάσχα· το Πάσχα του καλοκαιριού. Πάσχα μάς ετοιμάζει η Κυρία Θεοτόκος. Διάβαση ένδοξη «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Δεύτερο Πάσχα, άγιο, άμωμο, ζωοποιό για το ανθρώπινο γένος, γιατί πράγματι σήμερα «νενίκηνται της φύσεως οι όροι».

«Πώς η πηγή της ζωής πηγαίνει προς την ζωή περνώντας από τον θάνατο!», αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητρός» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε δεν ονομάζεται κάν θάνατος, αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριο. Και αν ακόμη λεχθεί θάνατος, όμως είναι θάνατος ζωηφόρος, αφού μεταβιβάζει σε ουράνια και αθάνατη ζωή.
Η μετάσταση της Θεοτόκου ως ένα γεγονός αναμφισβήτητο, που διασώθηκε από την ιερά Παράδοση, έχει ενσωματωθεί στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ευσεβιστικές δοξασίες των Δυτικών περί ασπόρου συλλήψεως και άνευ θανάτου ζωής της Θεοτόκου.

Η Παρθένος ήταν εκείνο το ιδιαίτερο δημιούργημα του Θεού που υπερέβη όλους τους ανθρώπους και αγγέλους. Αυτή μόνη από τους ανθρώπους έζησε βίο πανάμωμο, και το ακατάληπτο για όλα τα λογικά όντα, κατέστη Μητέρα του Θεού. Επειδή δεν είχε ποτέ αμαρτήσει, δεν υποχώρησε σε κάποιο φιλήδονο λογισμό δικαίως και δεν έζησε επί της γής με οδύνες της σαρκός, με ασθένειες. 
Αν και είχε σώμα ζωαρχικό εν τούτοις ως άνθρωπος υπέρχεται στην ασθένεια του θανάτου και πεθαίνει. Χωρίς όμως να χωρισθεί η ψυχή και το σώμα Της από τον Θεό· λύνεται προσωρινά ο σύνδεσμος που τα ενώνει μεταξύ τους, όπως είχε γίνει και με τον Χριστό. Μετά τον θάνατο η ψυχή Της ενώνεται αμέσως με τον Χριστό. 
Διότι ο Κύριος κατά την ώρα της Κοιμήσεως της Μητέρας Του συνοδευόμενος από τα υπερκόσμια τάγματα των αγγέλων και αγίων παίρνει την ιερά ψυχή Της όχι απλώς στον ουρανό, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, εις τα επουράνια Άγια των Αγίων», όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ενώ το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Παναγίας μετά από τρεις ημέρες μετατίθεται στους υπερουρανίους χώρους, άφθαρτο, προς τον Μονογενή και αγαπημένο Υιό Της. Δηλαδή μπορούμε να μιλήσουμε και για εν σώματι ανάσταση της Θεοτόκου. Ανάσταση όμως που δεν ενεργήθηκε από την ίδια, αλλά από τον Υιό και Θεό Της.

Μάρτυρας αυτής της αναστάσεως-μεταστάσεως της Θεοτόκου είναι ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος δεν παρευρισκόταν στην οσία ταφή Της, αλλά ερχόμενος καθυστερημένος ως συνήθως, μετά από τρεις ημέρες, και μετά από παράκλησή του ανοίγουν οι υπόλοιποι απόστολοι τον τάφο και δεν βρίσκουν το θεοδόξαστο εκείνο σώμα. Βλέπουν όμως την Θεοτόκο να ανεβαίνει στους ουρανούς και να παραδίδει στον απόστολο Θωμά την Τιμία και Αγία Της Ζώνη ως τεκμήριο της μεταστάσεώς Της, κάτι αντίστοιχο που είχε γίνει και με την ψηλάφηση του Κυρίου από τον ίδιο απόστολο.

Το σώμα της Παναγίας -όπως και το σώμα του Υιού Της- δεν υπέστη διαφθορά στον τάφο, δηλαδή δεν αλλοιώθηκε, δεν διαλύθηκε από τα υλικά στοιχεία που το συνέθεταν. Εξάλλου μετά την ανάσταση του Χριστού τα σώματα πολλών αγίων Του δεν διαφθείρονται και γίνονται μερικώς άφθαρτα λείψανα· πόσο μάλλον ήταν λογικό να μην φθαρεί και το «θεοδόχον σκήνωμα» της Μητέρας του Θεού.

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης λέγει ότι το αδιάφθορο της παρθενίας της Θεοτόκου κατά την γέννηση του Χριστού έχει ως φυσικό επακόλουθο και την μή διαφθορά του σώματός Της κατά την ώρα του θανάτου. «Ο τόκος διέφυγε την φθορά και ο τάφος δεν δέχτηκε την διαφθορά».

Η Παναγία Θεοτόκος μετά την κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή Αυτή είχε την κεντρική θέση στην οικονομία της σωτηρίας, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της Χάριτος και δόξας και παρρησίας. Έγινε η ευεργέτιδα πάσης της φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα.

Διά της Θεοτόκου και εξαιτίας Αυτής η ιστορία όλου του κόσμου εισήλθε σε νέα τροχιά, ασύγκριτα μεγαλειωδέστερη και ανώτερη απ’ ό,τι υπήρχε πριν από Αυτήν. Δεν μπορούσε και ούτε μπορεί κάποιο δημιούργημα να γίνει τελειότερο από Αυτήν, ούτε η ίδια μπορούσε να γίνει τελειότερη απ’ ό,τι είναι. Αλλά και σύμφωνα με τους Πατέρες τρία πράγματα δεν μπορούσε να κάνει τελειότερα ο παντοδύναμος Θεός. Την σάρκωση του Θεού Λόγου, την Παρθένο Θεοτόκο και την μακαριότητα που θα απολαμβάνουν οι σεσωσμένοι.

Η Παναγία μετά την ανάσταση του Χριστού ήταν το στήριγμα των αποστόλων και της νεοϊδρυθείσης Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή δίδασκε τους νέους χριστιανούς, τους καθοδηγούσε, τους παρηγορούσε στις θλίψεις τους. Στον κατά πλάτος βίο Της διαβάζουμε ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ τρεις ημέρες πριν από την κοίμησή Της, την επισκέπτεται όπως και στον Ευαγγελισμό, και της αναγγέλει την ένδοξη μετάστασή Της από τον θάνατο στην ζωή. 
Κατόπιν το Άγιο Πνεύμα με τρόπο θαυματουργικό συγκέντρωσε όλους τους αποστόλους στην Γεθσημανή, στον οίκο της Θεοτόκου, για να παραστούν στην οσία ταφή Της και να πάρουν την ευλογία Της. Αφού εγκωμίασαν την υπερύμνητο Μητέρα του Θεού την παρακαλούσαν να τους πεί κάποια τελευταία διδαχή Της ως παρακαταθήκη.
 Τότε η Θεοτόκος τους λέγει μία παραβολή, στην οποία ο κόσμος τούτος παρομοιάζεται με μία εμποροπανήγυρη και όποιος κάνει την καλή εμπορία, όποιος δηλαδή κάνει την καλύτερη αγορά αυτός είναι και ο πιο κερδισμένος. Και στην συνέχεια τους εξηγεί ότι έτσι είναι και στα πνευματικά. Όποιος τηρήσει με μεγαλύτερο ζήλο και ακρίβεια τις εντολές του Χριστού, αυτός θα πετύχει το μεγαλύτερο κέρδος, θα δοξασθεί περισσότερο στην βασιλεία των ουρανών. Και τους προτρέπει να επιμένουν στον «καλόν αγώνα».

Πράγματι πόσο ευαρεστείται η Παναγία μας όταν βλέπει ότι αγωνιζόμαστε για την σωτηρία μας! Πόσο αναπαύεται! Και η ίδια όμως πόσο αγωνίστηκε επί της γής με αφανή τρόπο -ενώ ως αναμάρτητη δεν όφειλε να το κάνει- το έκανε όμως για να μας αφήσει παράδειγμα τελείας ασκήσεως. Στην Γεθσημανή εκεί που έμενε, μετά την κοίμησή Της, βρήκαν στις πλάκες όπου έκανε μετάνοιες να έχουν σχηματισθεί βαθουλώματα, λακκούβες από την πολλή χρήση και τριβή.

Ας μιμηθούμε και εμείς την άμεση υπακοή Της, την προσφιλή Της ταπείνωση, την μυστική εσωτερική Της πνευματική εργασία, την πυριφλεγή προσευχή Της, την συνεχή νήψη που ασκούσε, τον θείο έρωτά Της, τον πνευματικό πόνο που ως ρομφαία ένιωσε κάτω από τον Σταυρό του Υιού Της.

Σε όσους αγωνίζονται Αυτή γίνεται «υπέρμαχος σύμμαχος», ασχέτως αν πριν ζούσαν ασώτως. Ας θυμηθούμε ότι και για την οσία Μαρία την Αιγυπτία η Θεοτόκος έγινε η «Εγγυήτρια» για την μετάνοιά της. Και αφού η οσία Μαρία αναχώρησε στην έρημο, όπου εκεί αγωνιζόταν με απαράκλητο τρόπο, η ίδια η Παναγία την παρηγορούσε με τις θείες εμφανίσεις Της.

Η Θεοτόκος ως κουροτρόφος των μοναχών είναι και η χορηγός των θείων χαρίτων για τους μοναχούς και ιδιαίτερα για τους Αγιορείτες. Αυτή έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής στον άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, αλλά και στον μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την συνοδία μας. 
Και κατά ένα λόγο περισσότερο η σημερινή ημέρα έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς τα πνευματικά εγγόνια του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, αφού σαν σήμερα, μετά την θεία Λειτουργία, κοιμήθηκε με οσιακό θάνατο το 1959. Αυτός που τόσο αγάπησε την Παναγία μας -τήν γλυκιά του Μανούλα καθώς την αποκαλούσε- ενώ πάμπολλες αντιλήψεις, θείες εμφανίσεις και χαρίσματα έλαβε από Αυτήν. 
Και πράγματι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για τους οσίους Αθωνίτες Πατέρες ήταν η Θεοτοκοφιλία τους. Και στο άκουσμα του ονόματός Της δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, τα προερχόμενα από τον πάναγνο μητροπαρθενικό έρωτα. Μόνο που ακούγεται το όνομά Της η φιλόθεος ψυχή κινείται σε θαυμασμό, σε ευχαριστία και ευγνωμοσύνη. Έτσι και η μνήμη και μόνο της Θεοτόκου, δηλαδή η διανοητική ενασχόληση με το πρόσωπο της Παναγίας, αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί. Έλεγε ο μακαριστός π. Αθανάσιος ο Ιβηρίτης ότι η αγάπη προς την Θεοτόκο σώζει τον άνθρωπο και ας μην έχει έργα.

Ο σύγχρονος άνθρωπος θα πρέπει να αξιοποιήσει την μεσιτεία της Θεοτόκου, η οποία είναι σωστική. Σε κάθε θλίψη και πρόβλημά του να μην ξεχνά ότι υπάρχει «η των θλιβομένων βοηθός, η προστάτις, η αντιλήπτωρ, η παραμυθία των ολιγοψυχούντων» στην οποία μπορεί να προστρέχει και να βρίσκει παρηγορία, άμεση λύση και απάντηση. Ευχόμεθα η Κυρία Θεοτόκος, η οποία «μετέστη προς την Ζωήν», να δίδει πάντοτε την ευλογία Της σε όλους μας ώστε να περάσουμε την παρούσα ζωή όσο το δυνατόν αβλαβή και ακίνδυνο από τις πλάνες και μεθοδείες του πονηρού και να μάς αξιώσει της επουρανίου βασιλείας του Υιού Της. Αμήν.

Πηγή: vatopaidi.wordpress.com
pemptousia.gr

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Παναγίες της Πόλης. Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού (Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος)


Παναγία Χαλκοπρατείων
Ο ναός της Παναγίας Χαλκοπρατείων βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το ναό της Αγίας Σοφίας. Για την ανέγερση του ναού άλλοι λένε, ότι άρχισε να κτίζεται απὸ την Πουλχερία (450-453) και ολοκληρώθηκε επὶ Λέοντος  Α΄ (457-474) και άλλοι ισχυρίζονται ότι έγινε επί Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Στο ναό φυλασσόταν η Αγία Ζώνη της Θεοτόκου και εκεί στεγάσθηκε κατά το έτος 532, για μικρὸ χρονικὸ διάστημα, η έδρα του Πατριαρχείου μετά την πυρκαγιά της Αγίας Σοφίας.

Παναγία Αχειροποίητος
Η Μονή της Αχειροποιήτου ήταν η πλέον περίφημη Μονή της Κωνσταντινούπολης, αφιερωμένη στην Παναγία. Κατά την παράδοση ιδρύθηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο από το Μοναχό Αβράμιο. Γι’ αυτό λεγόταν και Μονή των Αβρααμιτών. Η Μονή πήρε το όνομα Αχειροποίητος, γιατί εκεί φυλασσόταν εικόνα της Θεοτόκου, η οποία δεν ζωγραφίστηκε με ανθρώπινο χέρι. Η ίδια η Παναγία αποτύπωσε κατά θαυματουργικὸ τρόπο τη μορφή της στην εικόνα.  

Παναγία των Οδηγών
Ήταν μοναστικό κέντρο κοντά στα ανάκτορα των Μαγγάνων. Ονομάζεται Μονή των Οδηγῶν, γιατί από εδώ οι Μοναχοί οδηγούσαν τους τυφλούς στο παρακείμενο θαυματουργό αγίασμα. Στο μοναστηριακό αυτό συγκρότημα υπήρχε από τον 5ο αιώνα ναός αφιερωμένος στην Παναγία.
Η αυτοκράτειρα Πουλχερία χάρισε στη Μονή και θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, η οποία είχε ιστορηθεί από τον Ευαγγελιστή Λουκά και μεταφέρθηκε από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την άλωση της Πόλης καταστράφηκε. 

Ιερά Μονή της Κεχαριτωμένης
Ιδρύθηκε από την Αυτοκράτειρα Ειρήνη (1066-1123), σύζυγο του Αλεξίου A΄ Κομνηνού (1081-1118) και μητέρα του Ιωάννου Β΄ Κομνηνού (1118-1143). Μέσα στο μοναστήρι υπήρχαν διάφορα φιλανθρωπικά οικήματα και η ελεημοσύνη προς τους πτωχούς αποτελούσε καθημερινό έργο . 

Ιερά Μονή της Θεοτόκου Ευεργέτιδας
Η Μονή βρισκόταν στα δυτικά της Πόλης. Παρείχε δε στέγη, τροφή, ενδύματα και υποδήματα στους πτωχούς και στους ασθενείς. 

Παναγία η Παντάνασσα
Η Μονή της Παντάνασσας, κτίσμα του 12ου αιώνα, βρισκόταν βόρεια της Μονής των Οδηγών. Άρχιζε να κτίζεται από την αυτοκράτειρα Ξένη, χήρα του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180). Μετά το θάνατό της συνέχισε το έργο ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185-1195). 

Παναγία Βεφά
Η Παναγία Βεφά είναι υπόγειος ναός επ’ ονόματι της Κοίμησης της Θεοτόκου. Βρίσκεται απέναντι από τη Μονή του Παντοκράτορα και ονομάζεται Παναγία του Βεφά, γιατί παλαιότερα κατοικούσε εκεί ο φημισμένος τούρκος μουσικὸς Vefa .
Ο Ναός αυτός καταστράφηκε μετά την άλωση της Πόλης. Αργότερα κτίσθηκε άλλος ναός, που με το αγίασμα παραδόθηκε στην Μακεδονικὴ Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα της Πόλης. Επισκευάσθηκε μετά τις καταστροφὲς του 1955 και σήμερα λειτουργεί ο Ναός και το αγίασμα ως προσκύνημα.

Παναγία της Ελπίδας
Ο Ναός της Παναγίας της Ελπίδας, που έκτισε ο Πατριάρχης Διονύσιος  Δ΄ ο Μουσελίμης (1671-73, 1676-79, 1682-84, 1686-87, 1693-94), πάνω σε ομώνυμο Ναό ερειπωμένο, είναι σήμερα ένα από τα λαμπρότερα κτίσματα του 17ου αιώνα στην Πόλη. 

Παναγία η Παραμυθιώτισσα
Είναι η Παναγία των Παλατιών, όπου εγκαταστάθηκε το Πατριαρχείο μετά την απομάκρυνσή του από την Παναγία Παμμακάριστο (1587). Σήμερα σώζονται μόνο λίγα ερείπια. 

Παναγία Περίβλεπτος
Ήταν από τα λαμπρότερα μοναστηριακά συγκροτήματα της Κωνσταντινούπολης. Βρισκόταν στη συνοικία Ψωμαθίων, όπου σήμερα βρίσκεται ο ναὸς του Αγίου Γεωργίου των Αρμενίων. Ο μεγαλύτερος ναός, αφιερωμένος στην Παναγία Περίβλεπτο, κτίσθηκε με φροντίδα του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού (1028-1034). Η Μονή διαλύθηκε από τους Σταυροφόρους (1204). Μετά την ανάκτηση της Πόλης έγινε και πάλι ορθόδοξη Μονή και ανακαινίστηκε από το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1261-1282). Καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την άλωση.

Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού (Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος)
Εκκλησία Κύπρου

Πηγή: Αναβάσεις

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Αθανάσιος Καραμάνης (1911 – 2012)


Ο Αθανάσιος Καραμάνης γεννήθηκε το 1911 στο χωριό Βιτάστα (σήμερα Κρηνίδα) των Σερρών, που βρίσκεται στις υπώρειες του Παγγαίου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος και η μητέρα του Φωτεινή. Και οι δύο γονείς του ήταν γηγενείς Μακεδόνες. Η οικογένεια είχε επτά παιδιά, τα οποία κατά χρονολογική σειρά ήταν τα ακόλουθα: 1) η Σουλτάνα, 2) η Αικατερίνη, 3) ο Χρήστος4) ο Δημήτριος, 5) ο Παράσχος, 6) ο Αθανάσιος και 7) ο Θεόδωρος.
....
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου (1914-1918), οι Βούλγαροι είχαν συμμαχήσει με τους Γερμανούς, και για την παρεχόμενη προς αυτούς διευκόλυνση, επέτρεψαν την μετοίκηση και εγκατάσταση πολλών Βουλγάρων επιδιώκοντας τον σταδιακό εκβουλγαρισμό της Ανατολικής Μακεδονίας σε συνδυασμό με τις καταστροφές από τους κομιτατζήδες εις βάρος των πανικόβλητων κατοίκων, τους εξανδραποδισμούς με τις ομηρίες και τις απελάσεις.
.... Κατά τη ζοφερή εκείνη χρονική περίοδο, είχε συλληφθεί ο πατέρας του μαζί με το γαμπρό του Κων/ντίνο Ψάρρη και είχε απαχθεί πρώτα ως όμηρος στη Βουλγαρία και αργότερα είχε μεταφερθεί στην περιοχή των σημερινών Σκοπίων, όπου εξαιτίας των επαχθών και επίπονων υπηρεσιών και κυρίως λόγω του εξοντωτικού υποσιτισμού αυτού τον βρήκε μαζί με άλλους, γύρω στα πενήντα άτομα, οικτρός θάνατος. 
   Έτσι, ο Αθανάσιος το 1915 σε ηλικία 5 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Από τότε η μητέρα του ανέλαβε ολοκληρωτικά τη φροντίδα και την επιμέλεια της πολυμελούς εκείνης οικογενείας. Το μικρότερο παιδί, ο Θεόδωρος, μπήκε σε ορφανοτροφείο, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να τελειώσει όχι μόνο το Δημοτικό Σχολείο αλλά και το εξατάξιο Γυμνάσιο καθώς και την Παιδαγωγική Ακαδημία. Αλλά και ο Αθανάσιος είχε εκδηλώσει θερμή την επιθυμία του να μπει σε ορφανοτροφείο, όπως συνέβη με το νεότερο αδελφό του, με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσει τη δυνατότητα να ακολουθήσει ανώτερες σπουδές. Οι δυσχερείς όμως συνθήκες της εποχής, δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει περαιτέρω και ασχολήθηκε με τις γεωργικές εργασίες.
       Η καλλίφωνη μητέρα του, καταγόταν από την περίφημη «ψαλτομάνα», τη Νικήσιανη Καβάλας, και στη σωστή ανατροφή και την καλή διαπαιδαγώγηση των παιδιών  δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει και την πηγαία της μουσική καλλιέργεια, κι από τότε βαστάει κι η βιωματική κι αβίαστη ενασχόληση του με το δημοτικό τραγούδι΄Ηταν ο  πρώτος δίαυλος, όπου άρχισε να διοχετεύεται και να εκφράζεται το μουσικό του ταλέντο, που αργότερα θα απέβαινε γι' αυτόν το προοίμιο της μελλοντικής του μουσικής σταδιοδρομίας. Σ' αυτό βρήκε στην αρχή τον κατάλληλο χώρο να παρουσιάσει αυτόν το θαυμάσιο πνευματικό του δυναμισμό, τη μουσική, πράγμα το οποίο εύρισκε ευφροσύνη και ευμενή απήχηση στο οικογενειακό, το συγγενικό και το φιλικό του περιβάλλον, μέσα στο οποίο έδινε το στίγμα του καλλίφωνου νέου. Η φήμη του νέου δεν άργησε να διαδοθεί και μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, όπου έπαιρνε μέρος σε διαφορές θρησκευτικές και κοινωνικές τελετές (αρραβώνες, γάμους, βαπτίσεις και πανηγύρια) αλλά και στα «Καφέ Σαντάν» όπου η μελωδική του φωνή ενθουσιάζει τα πλήθη των προσκεκλημένων 
....Το έτος 1923, ενώ ήταν μόλις 13 ετών, με προτροπή του δασκάλου του,  Βασιλείου Βουγιουκλόπουλου απάγγειλε στην Εκκλησία του χωριού του το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής. Συνεχίζει να  ασχολείται και με τα δημοτικά τραγούδια αλλά με τη βυζαντινή μουσική, την οποία γνωρίζει μόνο εξ ακοής, χωρίς δηλαδή την αναγκαία θεωρητική κατάρτιση, και την εκτελεί προφανώς με βάση τα γνωστά ακουστικά του ερεθίσματα και όπως του τα υπαγορεύει το έμφυτο μουσικό του ταλέντο. Αλλά βεβαίως και χωρίς την απαραίτητη θεωρητική κατάρτιση στη βυζαντινή μουσική, ήταν ικανός να συναρπάζει, να συγκινεί και να ενθουσιάζει τους ακροατές του. Παράλληλα και με την ενεργό συμμετοχή του στις διάφορες λειτουργικές πράξεις, άρχισε να συνειδητοποιεί βαθύτερα την αξία της βυζαντινής μουσικής, και έτσι να μετατοπίζεται το κέντρο του ενδιαφέροντος του από δημοτική παράδοση στη βυζαντινή μουσική.
... Επίσημα ο Καραμάνης άρχισε να ψάλλει, ως αριστερός ψάλτης, σε ηλικία 16 ετών στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στην Πρώτη Σερρών, εκεί που εκκλησιαζόταν, φοιτητής τότε, και ο μελλοντικός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ύστερα από υπηρεσία 2 περίπου ετών στο γειτονικό του χωριό, την Πρώτη, επέστρεψε στη γενέτειρα του, την Κρηνίδα, όπου είχε προσληφθεί ως δεξιός ψάλτης στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου από το 1928 μέχρι το 1929.
.. Δείγμα της ακόρεστης πνευματικής του δίψας αποτελεί η επιδίωξη του να «κλέβει» τους ιεροψάλτες. Γι' αυτό, όταν άκουε ότι ήρθε κάποιος καινούριος, καλλίφωνος ψάλτης, για να ψάλλει  σε κάποια Εκκλησία, πηγαίνει εκεί με κάθε δυνατό μέσο της εποχής εκείνης για να τον ακούσει.

Έτσι σαν τη μέλισσα που γυρίζει από άνθος σε. άνθος, «τρυγεί» τις θαυμάσιες εκείνες μελωδίες των διάσημων ιεροψαλτών. Και από τα βέλτιστα των μουσικών εκείνων ακουσμάτων αύξανε τις καλλιτεχνικές του εμπειρίες, πλούτιζε τις μουσικές του γνώσεις και με την πάροδο του χρόνου διεύρυνε τους επαγγελματικούς του ορίζοντες.

....
Ο πρώτος δάσκαλος του, ο τότε ιερέας του χωριού του,  αείμνηστος Εμμανουήλ Πιπεριάς, ο οποίος υπηρετούσε ως εφημέριος στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της  Θεοτόκου, τον ξεχώρισε : "Αυτό το παιδούδ’ θα το κάνω ψαλτούδ’ "έλεγε στους χωριανούς. Και στον ίδιο παράγγελνε: "Θανασό, θα μου φέρεις τον Απόστολο για. να σου τον μάθω να τον πεις την Κυριακή στην εκκλησία "Ο Ε. Πιπεριάς έψαλλε, έπαιζε μαντολίνο και αγαπούσε το δημοτικό τραγούδι. 

.... Έτσι ο 
Αθ. Καραμάνης, ενώ ήταν   ακόμα 13 ετών, άρχισε να μαθαίνει (και) τη βυζαντινή μουσική, ενώ ο  δάσκαλος του  με τη μουσική του εμπειρία, διέγνωσε το μουσικό του χάρισμα και τον συμβούλευσε να το καλλιεργήσει με κάθε δυνατό τρόπο. Πολύ αργότερα ο Α. Καραμάνης λέει σε μια συνέντευξη του : " Όποια δουλειά κι αν κάνεις αν την ερωτευθείς θα προκόψεις. Αυτός ο έρωτας είναι που με έφερε μέχρις εδώ και με έκανε αυτό που είμαι. Το ταλέντο που το δίνει ο θεός, αλλά αυτός ο έρωτας είναι που θα σου το αυξήσει".

....Δεύτερος διδάσκαλος του υπήρξε ο Αθανάσιος Μπουρλέτσικας, Α/ψάλτης του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Αλιστράτης του  νομού Σερρών. Διακρινόταν για την καλλιφωνία αλλά και την καλή μουσική του κατάρτιση, Ο ίδιος ο Αθ. Μπουρλέτσικας του συνιστά να συνεχίσει τη  μαθητεία του  και σε άλλους δασκάλους. Τρίτος κατά σειρά διδάσκαλος του ήταν ο Χρήστος Παρασχίδης ή Μπεκιάρης, Α/ψάλτης του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Καβάλας. Από εκεί η μητρόπολη Καβάλας τον στέλνει να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολη κοντά στον Νηλέα Καμαράδο και στη συνέχεια κοντά  στο μουσικολόγο Νικόλαο Παγανά (1845-1907).

... 
Αξίζει  να σημειωθεί ότι οι αναφερόμενοι τρεις διδάσκαλοι του Αθανασίου ήταν κάτοχοι του θεωρητικού και του πρακτικού μέρους της μουσικής των ήχων, του βυζαντινού μέλους, καθώς και του μέλους της τουρκικής μουσικής. 

... 
Ο Μπουρλέτσικας και  Παρασχίδης όπως λέει ο Καραμάνης. του δώσανε τα θεμέλια και τους τοίχους. Το 1931 πριν από την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, προσελήφθη ως δομέστικος του Χαράλαμπου  Ανεστιάδη, περίφημου Κωνσταντινουπολίτη ψάλτη και μαθητή του αείμνηστου Άρχοντος Α/ψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιακώβου του Ναυπλιώτου. Εκείνος ήταν που του έβαλε τον "σοβά ", το ύφος δηλαδή και την τέχνη την Πατριαρχική  στο ψάλσιμο. ΙΙολλά επίσης  ωφελήθηκε και ως ακροατής των εκτελέσεων τουμεγάλου ψάλτη της εποχής του, Κωνσταντίνου Πρίγγου. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του ιεροψάλτη Γεωργίου Χατζηθεοδώρου που καταθέτει: «Το 1961 (ή '62 - δεν θυμάμαι ακριβώς ) επισκέφθηκα με φίλους μου τον Πρίγγο στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" όπου νοσηλευόταν. Αφού τον βάλαμε και μας έψαλλε, κλινήρης όπως ήταν, τον ρωτήσαμε να μας πει την γνώμη του για τους ψάλτες της εποχής εκείνης. Όταν του μιλήσαμε για τον Καραμάνη, στύλωσε τα μάτια του στο ντιβάνι, σκέφτηκε λίγο, και κάνοντας μία νευρική κίνηση με το χέρι του είπα, σχεδόν θυμωμένος : Αυτός μου τα έκλεψε όλα. Εννοούσε βέβαια την τέχνη του». 

...Ο Αθ. Καραμάνης στρατεύθηκε τον Μάρτιο του 1931 σε ηλικία 21 ετών και υπηρέτησε το ελληνικό στράτευμα επί 1 περίπου χρόνο. Αρχικά είχε καταταγεί στις Σέρρες, όπου και υπηρέτησε ένα περίπου εξάμηνο. Στη συνέχεια κατόρθωσε για λόγους οι­κογενειακούς να πάρει απόσπαση ενός εξαμήνου στη Δράμα, όπου διέμενε η οικογένεια του. Μέρος της στρατιωτικής του ζωής αποτελεί και η συμμετοχή στο Αλβανικό Μέτωπο. Πράγματι στις 28 Οκτωβρίου του ο Αθ. Καραμάνης σε ηλικία 30 ετών επιστρατεύθηκε και υπηρέτησε επί 6 μήνες επάνω στα κακοτράχαλαχα βουνά της Αλβανίας, παίρνοντας μέρος στο πολεμικό μέτωπο [Πρεμετή, Αργυρόκαστρο, Ελβασάν, Κορυτσά κ.α ] κατά την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940- 41)..
Νωρίτερα έτος 1934 είχε διοριστεί δεξιός ψάλτης στον Ιερό Ναό Λαοδηγήτριας του νομού Θεσ/νίκης. Εκεί εργάσθηκε επί 3 μήνες. Στη συνεχεία το 1934 προσελήφθη ως δεξιός ψάλτης στον Ιερό Ναό Υπαπαντής Θεσ/νίκης. Κατόπιν κατά το χρονικό διάστημα 1936 - 37 είχε επανατοποθετηθεί ως δεξιός ψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Πρώτης Σερρών. Κατά το διάστημα από 1938-39 προσελήφθη ως δεξιός ψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίου Παύλου του νομού Καβάλας.
..
. Το 1940 διορίστηκε ως δεξιός ιεροψάλτης στον Ναό Αγίου Αντωνίου του Νέου (πολιούχου) Βέροιας του νομού Ημαθίας. Ύστερα από 4 περίπου χρόνια., το έτος 1944, διορίστηκε ως δεξιός ψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων Θεσ/νίκης. Έπειτα κατά το χρονικό διάστημα 1945-50 προσελήφθη δεξιός ψάλτης στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Θεσ/νίκης. Ακολούθως το 1950-55 η επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Πύργου του νομού Ηλείας κατάφερε να τον αποσπάσει από την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης με μια δελεαστική για την εποχή αμοιβή, αφού το φιλόμουσο κοινό διψούσε να ακούσει τον Αθ. Καραμάνη. Κατόπιν όμως νέων συνεννοήσεων των μελών της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Μητροπολιτικού Ναού Θεσ/νίκης και του Αθ. Καραμάνη επιτεύχθηκε νέα συμφωνία για την επάνοδο του από τον Πύργο της Ηλείας στην ίδια θέση του, απ' όπου είχε αναχωρήσει προ 5ετίας για την Πελοπόννησο. Έκτοτε παρέμεινε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Θεσσαλονίκης, όπου εργάσθηκε ως Α/ψάλτης από το έτος 1952 μέχρι το Δεκέμβριο του 1983, φθάνοντας στην πλήρη πανελλήνια αναγνώρισηοπότε παραιτήθηκε από την θέση αυτή.  

... .Η ικανότητα τον για την πλήρη ακρίβεια της απόδοσης των λεπτών μικροδιαστημάτων και αποχρώσεων της εκκλησιαστικής μας μουσικής τον έκαμε γνωστό και τον καθιέρωσε και πέραν από τα. ελληνική σύνορα, ως εξαίρετο εκφραστή της πλέον έντεχνης και παράλληλα ιεροπρεπούς μορφής του βυζαντινού μέλους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καλείται συνεχώς για να ψάλλει εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου σε όλο το διάστηματης μακράς σταδιοδρομίας του. Έχει ψάλλει σε όλη σχεδόν την ελληνική επικράτεια και σε πολλές χώρες του εξωτερικού, σε πανηγυρίζοντας ιερούς ναούς μετά από επίσημη πρόσκληση και έχει αποκτήσει αμέτρητους φίλους, θαυμαστές και μιμητές της ψαλτικής του τέχνης σε όλο τον κόσμο, όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο και τελούνται ορθόδοξες ιερουργίες.
...... Το ψαλτικό του ύφος, άμεσα επηρεασμένο από εκείνο της Κωνσταντινούπολης, του οποίου κατά ένα τρόπο αποτελεί εξέλιξη, αλλά και με έντονα τα μουσικά ακούσματα της Μακεδονίας, ας μην ξεχνούμε ότι η Θεσσαλονίκη υπήρξε η δεύτερη πόλη της βυζαντινής αυτοκρατορίας και σημαντικός φορέας του πολιτισμού της, δημιούργησε ιδιαίτερη σχολή. Έτσι σήμερα, μαζί βέβαια με την σχολή της Κωνσταντινούπολης που εξαπλώθηκε, μετά τον ερχομό στην Αθήνα, των Κ. Πρίγγου και Θρασύβουλου Στανίτσα, στις αρχές της δεκαετίας τον '60 καθώς και με την παράδοση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, διαφυλάσσεται σε μεγάλο βαθμό η μουσική ψαλτική μας παράδοση.
... Ως δάσκαλος, ο Αθανάσιος Καραμάνης ευτύχησε να αποκτήσει καθολική αναγνώριση. Ο ίδιος υπολογίζει ότι έχει διδάξει γύρω στους διακόσιους πρώτης γραμμής ψάλτες, οι οποίοι εκτός από τους μουσικούς φθόγγους αφομοίωσαν το ύφος του και διακρίνονται μεταξύ των ψαλτών της εποχής μας. Το μυστικό αυτής την της επιτυχίας ίσως δίνεται σε όσα λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του :  "Πιστεύω μου, υπήρξε πάντοτε ότι έπρεπε να διδάξω σ' όποιον έβλεπε στο πρόσωπο μου τον δάσκαλο. Αυτό το έκανα με πολύ μεράκι. Δινόμουν ολόψυχα, και αναλάμβανα να τους κάνω ψάλτες και όχι να τους μάθω κάποια πράγματα και να τους πάρω λεφτά. Αυτό είναι που δημιούργησε σήμερα την αναγνώριση στο πρόσωπο μου ως δασκάλου».

Ο τρίτος τομέας της δραστηριότητας του Αθανααίου Καραμάνη υπήρξε το συγγραφικάτου έργο. Το συγγραφικό του έργο επτάτομη σειρά του με τίτλο 
ΝΕΑ 
ΜΟΥΣ1ΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ και ΝΕΑ  ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΥΨΕΛΗ άρχισε το 1955 και ολοκληρώθηκε σε επτά τόμους, που περικλείουν όλη την ασματική υμνολογία της Εκκλησίας μας.

Η πρωτοτυπία και η τολμηρότητα της έκφρασης, δίχως αυτό να σήμαινει απομάκρυνση από την παράδοση, η ανάλυση τον μουσικών εμφώνων και αφώνων σημαδιών και των θέσεων, η εισαγωγή, στην ουσία, του μουσικού προφορικού λόγου, δηλαδή της προφορικής παράδοσης, μέσα στο γραπτή μουσικό λόγο, ήταν τα στοιχεία που καθιέρωσαν τα βιβλία του Καραμάνη. Ήδη μέχρι σήμερα έχουν εξαντληθεί περισσότερες από 20000 σειρές και έχουν γίνει και στους εφτά τόμους 8 συνεχείς ανατυπώσεις.

Παράλληλα ίδρυσε σε συνεργασία με άλλους ψάλτες, της Θεσσαλονίκης, το Φροντιστήριο " Άγιος Δημήτριος ", όπου και δίδαξε για πολλά χρόνια τη μουσική. Ως χοράρχης διηύθυνε μεγάλες χορωδίες εντός και εκτός της Ελλάδας και ασχολήθηκε με το δημοτικό τραγούδι και ιδιαίτερα με το μακεδονικό, στο οποίο σημείωσε ιδιαίτερη επίδοση. Ενδεικτική ακρόαση: "Βηθλεέμ ετοιμάζου"

Οι δισκογραφικές εργασίες του περιλαμβάνουν 10 δίσκους μακράς διαρκείας, σαράντα περίπου κασέτες και πέντε ψηφιακούς δίσκους με γενικό τίτλο «Ανοίξω το στόμα μου». Εκτός αυτών υπάρχει και μια κασέτα με δημοτικά τραγούδια της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας, καθώς και πολλές ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις εκκλησιαστικής μουσικής κατά τη δεκαετία του 1950 -1960 όταν κάθε Κυριακή μετά τη θ. λειτουργία έψαλε στον ραδιοφωνικό σταθμό Μακεδονίας.

Για το συνολικό του έργο ο Αθανάσιος Καραμάνης τιμήθηκε από την Εκκλησία, την Πολιτεία και τον ιεροψαλτικό κόσμο. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, τον ανακήρυξε Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος σε ειδική Συνεδρία της 21 Μαΐου του 1977 εξέδωσε Συνοδική Απόφαση με την οποία του εκφράζει "την άκραν Αυτής ευαρέσκειανκαι τον δίκαιον της Εκκλησίας έπαινον". Η Πολιτεία με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού τον τίμησε, το 1979 με ισόβια μηνιαία τιμητική σύνταξη,γεγονός σπάνιο για τα ψαλτικά δεδομένα

.

ο Κύριος ας αναπαύει την ψυχή του... 

Αιωνία σου η μνήμη
αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ ημών!