Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΠΩΣ ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΜΠΕΡΙΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ...

Ένα εξαιρετικό κείμενο με κατευθυντήριες οδηγίες για όσους δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία και όχι μόνο...

Του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου - Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, μετόχιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους. 

Συμβολή στη λογική λατρεία του Θεού, για ενεργό συμμετοχή των πιστών, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 97-106



Όταν αποφασίζουμε να πάμε στον ιερό Ναό[1] πρέπει προκαταβολικά να πιστεύουμε ότι μπαίνουμε σε χώρο ιερό, σε τόπο προσευχής και κατανύξεως, όπου ευρίσκεται και κατοικεί αόρατα ο Θεός, ο Βασιλεύς των Βασιλευό­ντων και ότι κάθε είσοδος μας σε Ναό μας προσθέτει αγια­σμό και Θεία ευλογία.

Αυτό επιβάλλει να μπαίνουμε σιωπηλοί, το βάδισμα μας να γίνεται σεμνά και αθόρυβα, οι κινήσεις μας γενικά πρέπει να δεικνύουν ευλάβεια και ή διάθεση μας να μαρτυρεί διάθεση για λήψηευλογίας και θείας Χάριτος.

α. Άναμμα του κεριού

Εισερχόμενοι στο Ναό κάνουμε το σταυρό μας με μικρή υπόκλιση λέγοντας μυστικώς: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον Σου, προσκυ­νήσω προς Ναόν "Αγιόν Σου εν φόβω Σου» (Ψαλ. Έ, 8). Κατευθυνόμαστε, (εάν θέ­λουμε), στο παγκάρι και παίρνουμε 1 ή 2 κεριά (η συνήθεια να ανάβουμε πολ­λά κεριά είναι λανθασμένη νοοτροπία και δημιουργεί προ­βλήματα). Ένα προς τιμή τού Χρίστου, της Παναγίας και των Αγίων Του και ένα για τη σωτηρία των ψυχών των δικών μας ζώντων και τεθνεώτων (ή ένα για όλα).
Έτσι θα χωρεί το μανουάλι τα κεριά όλων, θα καίο­νται περισσότερη ώρα και δεν θα μπαίνει σε πειρασμό ο Νεωκόρος να τα μαζεύει γρήγορα (για... απόκερα!) πριν καούν. Και όταν το ανάβουμε με πολλή ευλάβεια, προσευχόμενοι μπορούμε να λέμε: «Χριστέ μου, Συ είσαι το Φως τού κόσμου. Βοήθησέ με ώστε και η ζωή μου να λιώνει από αγάπη προς τον πλησίον μου και να φωτίζει σαν το τα­πεινό φως αυτού του κεριού»[2].

β. Προσκύνηση των Αγίων Εικόνων

Στη συνέχεια κατευθυνόμαστε στα προσκυνητάρια, κάνουμε μία η τρεις μικρές μετάνοιες με σταυρό, (εάν έχει κόσμο τις μετάνοιες τις κάνουμε ενωρίτερα πριν έρθει η σειρά μας για να μην καθυστερούμε τους άλλους) και ασπαζόμαστε τις Άγιες εικόνες (ή τα Άγια λείψανα). Συγχρόνως λέμε την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», ή «Άγιε τού Θεού (τάδε), πρέσβευε υπέρ ημών» ή και ό,τι άλλο επιθυμεί ο καθένας. Ακολούθως οπισθοχωρούμε από τα πλάγια, χωρίς να στρέφουμε τα νώτα μας προς τα Άγια και χωρίς να δημιουργούμε πρόβλημα στους επόμενους που και αυτοί θα προσκυνήσουν.

γ.  Η αμφίεση

Δεν εισερχόμεθα στους Ναούς με οποιαδήποτε αμφίεση, ή με την αμφίεση της ώρας εκείνης που βρεθήκαμε μπροστά στο Ναό[3]. Η ακατάλληλη αμφίεση δεν δείχνει σεβασμό ούτε εκτίμηση, αλλά μάλλον περιφρόνηση. Εάν κάνεις δεν το νιώθει αυτό και έχει αντίθετη άποψη, πρέπει να γνωρίζει ότι την ενδυμασία δεν την καθορίζουν οι επι­σκέπτες, αλλά ο Οικοδεσπότης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Εκκλησία, αλλά και στην καθημερινή ζωή και πράξη. Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, τι όφελος θ' αποκο­μίσουμε από τις προσευχές μας, εάν με ακατάλληλη ενδυ­μασία εισέλθουμε στο Ναό;
Ο Θεός βέβαια δεν έχει ανάγκη από τον τρόπο της αμφίεσης μας, διότι ενδιαφέρεται για την εσωτερική κατά­σταση της ψυχής μας, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη και πρέ­πει να παρουσιαστούμε με τρόπο που δείχνει το σεβασμό που κατά βάθος έχουμε: και προς τον ιερό χώρο και προς τον Θεό. Μπαίνουμε με οποιαδήποτε αμφίεση, (π.χ. Με κο­ντό παντελονάκι), στο γραφείο τού Υπουργού η τού Στρα­τηγού για να ζητήσουμε μετάθεση τού παιδιού μας;[4]
Μερικές μάλιστα γυναίκες εισέρχονται στους  Να­ούς με παντελόνια, με εξώπλατα, αμάνικα φορέματα ή σούπερ μίνι φούστες και έχουν σκοπό να κοινωνήσουν ή να εξομολογηθούν. Εφ' όσον η Εκκλησία, βάσει της Αγίας Γραφής (Δευτερονόμιον κβ', 5), δεν δέχεται αυτή την αμ­φίεση, γιατί εσύ επιμένεις στην άποψη σου και θέλεις ο Θεός να αλλάξει το Νόμο Του; Γιατί θέλεις να σκανδαλί­ζεις με την αμφίεση σου τον κόσμο; Δεν έχεις τόσες και τό­σες ενδυμασίες για τις διάφορες ώρες και εποχές του έτους; Κάνε και μία η δυο ενδυμασίες για τον Χριστό και την Παναγία! Αξίζει τον κόπο και θα έχεις και ευλογίες!
Εάν πάντως θελήσεις από εσωτερική ανάγκη να μπεις στο Ναό να προσευχηθείς με ακατάλληλη ενδυμασία, μην εισέρχεσαι μέσα στον κυρίως Ναό. Σταμάτα στον πρόναο η Νάρθηκα. Άναψε το κερί σου κάνε εκεί την προσευχή σου και ο Θεός, που βλέπει την εσωτερική σου διάθεση, το σεβασμό σου αυτό, αλλά και την ανάγκη σου, θα σε ακούσει και θ' ανταποκριθεί περισσότερο στα αιτήματά σου.

δ. Οι θόρυβοι κατά την είσοδο

Μερικές φορές τα τακούνια των υποδημάτων δημι­ουργούν θόρυβο κατά τη μετακίνηση, ιδίως σε σκληρό δά­πεδο.
Χρειάζεται λοιπόν προσοχή. Διότι εισερχόμενοι στο Ναό, μερικές φορές με κάποια αμηχανία η απρόσεκτα και συνηθισμένοι εμείς στο θόρυβο αυτό, που δεν μας κάνει εντύπωση, δημιουργούμε σοβαρό πρόβλημα στους υπόλοι­πους εκκλησιαζομένους. Εάν μάλιστα η στιγμή της εισό­δου μας συμπέσει με κάποια στιγμή που δεν ακούγονται ψαλμωδίες, (οι όποιες καλύπτουν συνήθως τους άλλους θορύβους), η είσοδος μας δεν γίνεται μόνο αισθητή, αλλά και πολύ ενοχλητική. Ομοιάζει σαν να κάνουμε επίδειξη, (προσέξτε με, μπαίνω!), ή σαν να παρελαύνουμε σε εθνική εορτή, (αλλά μέσα στην Εκκλησία!). Μη γένοιτο! Καλό είναι λοιπόν μαζί με την ενδυμασία να έχουμε και ιδιαίτε­ρα υποδήματα, αθόρυβα για τον Εκκλησιασμό μας, ή να περπατάμε προσεκτικά, αθόρυβα.
Εάν κάνει ζέστη, δεν χρησιμοποιούμε «βεντάλια»· είναι ασεβές, ενοχλητικό και δείχνει πρόσωπα με έλλειψη υπομονής και θυσίας. Δεν αναστενάζουμε, ούτε βγάζουμε άναρθρες κραυγές. Δεν σιγοψάλλουμε, (εκτός εάν αυτό έχει επιτραπεί, σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια, η οποία όμως σήμερα δυστυχώς δεν είναι εφικτή), διότι είναι ενοχλητικό για τους διπλανούς μας. Δεν επαναλαμβάνουμε (μερικές μάλιστα φορές προτρέχοντας), τα λόγια τού ιερέα, (είναι επίδειξη ή λανθάνων εγωισμός...). Δεν κάνουμε κάθε τόσο μετάνοιες, ούτε συνεχή σταυροκοπήματα (αυτά είναι προτιμότερο να τα κάνουμε στο σπίτι μας, όπου κα­νείς δεν μας παρεξηγεί και κανένα δεν ενοχλούμε).
Όταν φέρνουμε στο Ναό τις προσφορές μας (πρό­σφορα, λάδι κλπ.) δεν κάνουμε θόρυβο, ιδιαίτερα με τις πλαστικές σακουλές, οι οποίες αναδιπλούμενες είναι (για τους άλλους) πολύ ενοχλητικές. Εάν φθάσουμε στο Ναό καθυστερημένα, είναι προτιμότερο να τα παραδίνου­με στους υπεύθυνους μετά την Ακολουθία από την αριστερή θύρα (τη βόρεια) του αγίου Βήματος, χωρίς να μπαίνουμε μέσα, είτε άνδρες, είτε γυναίκες.

ε. Η προσωπική περιποίηση

Όταν κανείς πρόκειται να μεταβεί στην Εκκλησία, προετοιμάζεται ψυχικώς αλλά και σωματικώς από πλευ­ράς εμφανίσεως. Η σπουδαιότερη προετοιμασία, φυσικά είναι η πρώτη, η ψυχική. Ακριβώς όμως γι' αυτό το λόγο πρέπει κανείς πολύ να προσέξει τη δεύτερη. Επειδή ο Χριστός θέλει να Τον αγαπούμε με όλη μας την καρδιά και την ψυχή και τη διάνοια, πρέπει αυτό να το επιδιώκουμε και να το ζούμε. Εάν μια νέα η μια κυρία το πρωί της Κυ­ριακής κάθεται στον καθρέπτη «ώρες ολόκληρες» περιποιούμενη το πρόσωπο και τα μαλλιά της και στη συνέ­χεια αλλάξει και ψάχνει να βρει την καταλληλότερη φορε­σιά της, αυτό δείχνει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς θα εμφανιστεί στον κόσμο και για το τι θα πει ο κό­σμος γι' αυτήν, παρά για τον Χριστό! Αυτή η περιποίηση αποδεικνύει ακόμη χειρότερη εσωτερική κατάσταση, εάν η Χριστιανή αυτή πρόκειται και να κοινωνήσει!
Εάν πάλι μια γυναίκα, πηγαίνοντας στην Εκκλησία την Κυριακή το πρωί, βάφεται (στα μάτια, χείλη, νύχια, πρόσωπο κλπ.), πρέπει να καταλάβει ότι όλα αυτά δεν έ­χουν σχέση με ό,τι ζητά ο Κύριος. Δεν πάει κανείς να προ­σκυνήσει ή να κοινωνήσει με βαμμένα χείλη. Πρέπει να σκεφτεί ότι με την πράξη της αυτή δεν γνωρίζει τι ζητά και τι κάνει, ενώ συγχρόνως λερώνει με τα βαψίματά της τις εικόνες, τη λαβίδα και το μάκτρο.

στ. Η θέση που θα σταθούμε

Μετά την προσκύνηση των Αγίων εικόνων, αθόρυβα, χωρίς να ομιλούμε, χωρίς να χαιρετούμε η πολύ χειρότερα, χωρίς ν' ασπαζόμαστε τους γνωστούς που βλέπουμε μέσα στο Ναό, πηγαίνουμε και καταλαμβάνουμε μία θέση.
Εάν έχουμε ορθό εκκλησιαστικό φρόνημα, που είναι φρόνημα ταπεινό, με συναίσθηση της αναξιότητας και αμαρτωλότητας μας, δεν ψάχνουμε να βρούμε μια θέση στην πρωτοκαθεδρία. Το ταπεινό φρόνημα μας κάνει να θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από τους άλλους και όχι να πιάσουμε μία θέση μπροστά, από τις πρώτες. Εάν την ώρα αυτή που μπαίνουμε στο Ναό συμπέσει να διαβάζεται ο Εξάψαλμος του Όρθρου ή το ευαγγέλιο, σταματάμε την κίνησή μας στην είσοδο του κυρίως Ναού. Από τη θέση αυτή παρακολουθούμε την ανάγνωση και μετά το πέρας συνεχίζουμε την κίνησή μας. Έτσι πρέπει, από σεβασμό προς τις ιερές αυτές αναγνώσεις. Αργότερα στη Μεγάλη Είσοδο, δεν γονατίζουμε, διότι τα Τίμια Δώρα δεν έχουν ακόμη καθαγιαστεί γονατίζουμε μόνο στα προηγιασμένα. Στη Θ. Κοινωνία από το «Μετά φόβου...» μέχρι το «Πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν», επειδή ο Χριστός ευρίσκεται μπροστά μας, στην Ωραία Πύλη και κοινωνούν οι πιστοί, δεν είναι σωστό να καθόμαστε. Στεκό­μαστε όρθιοι, όσοι και αν είναι οι μεταλαμβάνοντες. Ας κουραστούμε λίγο. Για το σεβασμό μας αυτό, ο Θεός θα μας ευλογήσει περισσότερο.

ξ. Προσκύνηση των αγίων εικόνων του τέμπλου

Όταν οι ιερείς πρόκειται να λειτουργήσουν παίρ­νουν «Καιρό». Δηλ. Τελούν μυστικά μία σύντομη Ακολουθία έξω από το Άγιο Βήμα, ασπαζόμενοι τις Άγιες εικό­νες του τέμπλου και κατακλείνοντας με μία ευχή ζητώντας κατά κάποιο τρόπο άδεια και ευλογία από τον Θεό, ώστε «ακατακρίτως να εκτελέσουν την αναίμακτον ιερουργίαν». Γι' αυτό μερικοί λένε ότι οι λαϊκοί δεν προσκυνούν τις εικόνες τού τέμπλου. Αυτό μπορεί να γίνει πριν την έναρξη της Ακολουθίας ή μετά το πέρας αυτής. Πρώτα ασπαζόμαστε (στα χέρια ή στα πόδια και όχι στο πρόσωπο) την αγία εικόνα τού Χριστού, (λατρευτική προσκύνηση), μετά την εικόνα της Παναγίας, (τιμητική προσκύνηση). Ασπαζόμαστε πρώτα τον Χριστό Βρέφος και μετά την Παναγία. Ακολουθεί η τιμητική προσκύνηση των αγίων, του Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου δεξιά, του αγίου του Ναού αριστερά. Μετά συνεχίζουμε τις υπόλοιπες εικόνες τού τέ­μπλου, (εάν υπάρχουν). Δεν τις προσκυνούμε όμως κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, διότι μοιάζει σαν να γίνεται επίδειξη ευλάβειας και την ώρα της Λατρείας είναι ενοχλητικό και διασπαστικό της προσοχής των πιστών.

η. Αναχώρηση από το Ναό

Όταν πάμε να εκκλησιαστούμε, παραμένουμε στο Ναό μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουργίας και παίρνουμε αντίδωρο από το χέρι του ιερέα (ο οποίος προ ολίγου είχε πιάσει ολόκληρο το Σώμα τού Χριστού) και συγχρόνως με αυτή την ενέργειά μας λαμβάνουμε και την ευλογία τού Θεού και της Εκκλησίας. Δεν φεύγουμε από την Θ. Λει­τουργία ενωρίτερα από το «Δι' ευχών...» διότι είναι προσβο­λή! Ο Χριστός να θυσιάζεται προσφέροντάς μας το Σώμα και το Αίμα Του και εμείς, φεύγοντας ενωρίτερα, να στρέ­φουμε τα νώτα μας, αδιαφορώντας. Μοιάζουμε σ' αυτή την περίπτωση με τον Ιούδα, που έφυγε από το Μυστικό Δείπνο (την πρώτη Θ. Λειτουργία) ενωρίτερα, για την προ­δοσία! Εάν πάντως είναι απόλυτη ανάγκη, ας αναχωρή­σουμε, όχι την τελευταία ώρα, αλλά ενωρίτερα, τότε που κατ' οικονομία επιτρέπεται: πριν αρχίσει το Μυστήριο, δηλαδή Μετά το «Πιστεύω». Μετά το «Δι' εύχων..» και τη λήψη του αντίδωρου, σιωπηλοί εξερχόμαστε του Ί. Ναού, χωρίς να αρχίζουμε μέσα στο Ναό τους χαιρετισμούς, ασπασμούς και συζητήσεις με τους γνωστούς και συγγενείς μας. Είναι πολύ κακή συνήθεια και πρέπει να διορθώσουμε και αυτή την αταξία. Μέσα στο Ναό προ και μετά την Ακολουθία δεν συμπεριφερόμαστε όπως στα κοσμικά σαλόνια. Ο Ιε­ρός Ναός συνεχίζει να είναι οίκος Θεού και μετά τις Ακολουθίες. Εμείς είμαστε οι καλεσμένοι και έχουμε υποχρέ­ωση να σεβαστούμε τον οίκο του Οικοδεσπότη, παρ' ότι δεν ξεχνούμε ότι είναι ο οίκος τού Πατέρα μας· ο μεγαλύτε­ρος σεβασμός δε βλάπτει.

θ. Συνάντηση με Ιερέα

Όταν εισερχόμενοι στον ιερό Ναό συναντηθούμε με τον ιερέα, τον χαιρετούμε εκκλησιαστικά, (όχι κοσμικά). Κάνουμε μικρή μετάνοια (υπόκλιση) χωρίς να κάνουμε το σταυρό μας, λέγοντας «Ευλόγησον Πάτερ» η «την ευχή σας Πάτερ» (η Δέσποτα, εάν είναι επίσκοπος) η «Ευλογείτε» και φιλούμε το χέρι του. (Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτω­ση που συναντήσουμε γνωστό μας Ιερέα στο δρόμο). Και αυτός απαντά ευλογώντας μας: «Ευλογία Κυρίου» ή «του Κυρίου» ή «ο Κύριος». Μετά το διάλογο, υποχωρώντας (οπισθοβάτως) πράττουμε και λέγουμε ό,τι και κατά την αρχική συνάντηση.

ι. Είσοδος στο Ιερό Βήμα

Κατ' αρχήν απαγορεύεται η είσοδος στο ιερό Βήμα, βάσει του 69ου κανόνα της Στ' Οικουμενικής Συνόδου για τις γυναίκες παντελώς και για τους άνδρες, εφόσον δεν έχουν άδεια η κάποια απόλυτη ανάγκη. Κατ' οικονομία γί­νεται εξαίρεση στις γυναίκες που υπηρετούν στους Ναούς, ως νεωκόροι, στις οποίες διαβάζεται ειδική ευχή.
Το ιερό Βήμα είναι τα Άγια των Αγίων, στο οποίο εισέρχονται μόνο οι ιερείς για να τελούν την αναίμακτη θυσία και τις ιερές Ακολουθίες. Στο Βυζάντιο τη διάταξη αυτή σέβονταν ακόμη και οι χρισμένοι Αυτοκράτορες και δεν εισέρχονταν στο ιερό Βήμα.
Όσοι λαϊκοί έχουν την ευλογία να διακονούν τον ιερέα, επίτροποι η μικρά παιδιά πρέπει να αναλογιστούν τη σοβαρότητα και ιερότητα του χώρου και να λάβουν υπόψη τους τις απορρέουσες από το διακόνημά τους αυτό υπο­χρεώσεις. Οι πνευματικοί νόμοι παρ' ότι δεν έχουν εντε­ταλμένους αστυνομικούς για την επίβλεψη και τήρησή τους δεν καταργούνται χωρίς συνέπειες... Δεν είναι δικαιο­λογία αυτό που λένε ή αισθάνονται πολλοί (λαϊκοί αλλά και Κληρικοί): δεν μας βλέπουν, δεν μας ακούνε. Μας βλέ­πει και μας ακούει ο Θεός! Άλλωστε η ιεροπρέπειά μας δεν πρέπει να εξαρτάται από τους άλλους, αλλά από τον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε και από τη στάση μας προς αυτόν.

Το ότι οι εισερχόμενοι στο Ιερό Βήμα δεν φαίνονται από το Εκκλησίασμα δεν τους απαλλάσσει από τις υποχρε­ώσεις:
-    της μεγαλύτερης ευλάβειας
-    της σεμνότερης στάσεως
-    της αποφυγής των ομιλιών
-    της αποφυγής των άσκοπων κινήσεων εντός αυτού και προ πάντων και ιδίως
-    τού σεβασμού της μόνιμης παρουσίας του Κυρίου μέσα στο Αρτοφόριο αλλά και ως Αμνού στην αγία Τρά­πεζα μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.
Όσοι δεν είναι σε θέση και δυσκολεύονται να τηρή­σουν τ' ανωτέρω, είναι προτιμότερο να παραμένουν εκτός του ιερού, στον κυρίως Ναό, για να μην κολάζονται. Διότι είναι τελείως απαράδεκτο ο Κύριος να βρίσκεται δίπλα μας και εμείς να καθόμαστε («σαν να μη συμβαίνει τίποτε»)! Ή να αδιαφορούμε για την ιερότητα της στιγμής του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, της υψώσεως του Αμνού στα «Άγια τοις αγίοις», της ώρας της Μεταλήψεως των ιερέων κλπ.

[1] Εάν μπαίνοντας σε κάποιο Ί. Ναό θέλουμε να μάθουμε ποια ιεροπραξία γίνεται εκείνη την ώρα, ρωτάμε: - Ποια ακολουθία τελείται; Και η απάντηση είναι: -Ή ακολουθία του Εσπερινού ή η ακολουθία του Όρθρου  ή η  Θεία Λειτουργία.

[2] Το μαλακό και, μαλασσόμενο του αγνού κεριού συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας πού πρέπει να την διακρίνει, για την ανα­μόρφωση της, η μετάνοια και η υπακοή στο Νόμο του Θεού. Και όπως το κερί λιώνει και φωτίζει συγχρόνως, έτσι και εμείς μέσα στο Ναό και ιδίως έξω από αυτόν πρέπει να «λιώνουμε», θυσιαζόμενοι υπέρ του πλησίον και να τον φωτίζουμε με το παράδειγμα μας χάρη της αγάπης του Χριστού.

[3]  Όταν πρόκειται να κάνουμε κάποιο ταξίδι, σκεπτόμαστε τί θα συναντήσουμε κατά τη διάρκεια του και ανάλογα προετοιμαζό­μαστε. Όταν πρόκειται να πάμε στα βουνά, λέμε: Μπορεί να βρούμε χιόνια, ας πάρουμε αλυσίδες για το αυτοκίνητο, ή και τα σκι μας. Για τη θάλασσα παίρνουμε μαγιό για μπάνιο, ομπρέλα για πιθανή βροχή κλπ. Έτσι ακριβώς ας λέμε: Μπορεί να πάμε σε κάποια Εκκλησία ή μοναστήρι, ας πάρουμε μαζί μας και ανάλογη ενδυμασία! Έτσι δε θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση, εάν μεταβούμε για προσκύνημα! Συγχρό­νως, η πρόνοια μας αυτή για σεβασμό των Ιερών αυτών χώρων μας προσθέτει ευλογία και οπωσδήποτε προστασία από ατυχήματα ή άλλες ποικίλες κακοτοπιές. Προσοχή λοιπόν...

[4]  Στα τουριστικά νησιά μας, το καλοκαίρι μεταβαίνουν στους Ιερούς Ναούς ή στις Ιερές Μονές (όπου υπάρχουν) «προσκυνητές» με τελείως ακατάλληλες ενδυμασίες, ακόμη και με «ενδυμασία»... μπάνιου! 

Πηγή: hellas-orthodoxy.blogspot.gr

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς για το πάθος της ομοφυλοφιλίας

Με πολλή ανησυχία και θλίψη παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό μια καταιγιστική επέλαση του πάθους της ομοφυλοφιλίας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Διαπιστώνουμε μια απρόσμενη συμπάθεια προς αυτή, από συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και μια προκλητική αποδοχή από τις κυβερνήσεις των κρατών, επιχειρώντας να την νομιμοποιήσουν και να την καθιερώσουν, όχι μόνο ως νόμιμη, αλλά και ως φυσική επιλογή.
Για να «χρυσώσουν το χάπι» έπαψαν πλέον να την χαρακτηρίζουν ως σεξουαλική διαστροφή και την ονομάζουν «διαφορετικότητα»!
Σε πολλές χώρες, όπως στη Γαλλία, έχουν αναγάγει τη σχέση μεταξύ των ομοφύλων ατόμων σε νομική σχέση «γάμου» με όλα τα δικαιώματα του γάμου μεταξύ των ετεροφυλικών ατόμων.
Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, δίνονται περισσότερα δικαιώματα στους «γάμους» των ομοφυλοφίλων. Αναφέρουμε για παράδειγμα πρόσφατη απόφαση του Πολεμικού Ναυτικού των Η.Π.Α. η οποία δίνει σκανδαλώδεις διευκολύνσεις και προνόμια σε ζευγάρια ομοφυλοφίλων στρατιωτικών, σε σχέση με τα ετερόφυλα ζευγάρια! Στην Αγγλία η κατάσταση είναι ακόμη πιό τραγική.
Η χώρα αυτή διαλύεται κυριολεκτικά από ηθική και πνευματική σήψη και μπορούμε να πούμε, ότι εδώ βρίσκει απόλυτη εφαρμογή το πασίγνωστο λεχθέν υπό του Ντοστογιέφσκι «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται».
Ο λαός της ήδη γεύεται τους πικρούς καρπούς της εδώ και δεκαετίες εφαρμοζομένης σεξουαλικής αγωγής, στην οποία κεντρική θέση κατέχει η διδασκαλία της ομοφυλοφιλίας από την ηλικία των 5 ετών στα σχολικά εκπαιδευτικά τους προγράμματα.
Η χώρα καταρρέει θριαμβευτικά χωρίς μεταφυσική ελπίδα, χωρίς νόημα ζωής, προσπαθώντας να μπαζώσει τα υπαρξιακά της κενά, επιδιδόμενη στα λασπόλουτρα των ναρκωτικών, του άκρατου ηδονισμού και της εγληματικότητος.
Αλλά πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν σ’ αυτή την χώρα χειροτονούνται επίσκοποι της δήθεν «Αγγλικανικής Εκκλησίας» ομοφυλόφιλοι και λεσβίες και νομιμοποιούνται έτσι οι ανθρώπινες διαστροφές; Και έρχονται σήμερα οι ημέτεροι θιασώτες του άκρατου προοδευτισμού με πρωτοπόρους τα κόμματα της αριστεράς και τους δημάρχους Αθηνών και Θεσσαλονίκης κυρίους  Καμίνη και Μπουτάρη, να μας παρουσιάσουν τα αγγλικά βοθρολύματα ως αξιομίμητα παραδείγματα προς μίμησιν, διοργανώνοντας Gay Pride, φεστιβάλ και παρελάσεις ομοφυλοφίλων.
Ω της διαστροφής! Σε ποιό κατάντημα έφθασε η πατρίδα μας! Πως δεν έπεσε ακόμη φωτιά να μας κάψει, όπως κάποτε στα Σόδομα και τα Γόμορα; Τι να επισημάνει κανείς πρώτον και τι δεύτερον;
Το γεγονός ότι οι παρά πάνω πρωτοπόροι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το Ελληνικό Σύνταγμα, το οποίο στο άρθρο 21, παράγραφος 1 προβλέπει ότι: «η οικογένεια είναι το θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους», καθ’ ότι «γάμος» μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου και «συντήρησις» του Έθνους, είναι έννοιες αντιφατικές μεταξύ τους;
Ή να θρηνήσει το γεγονός ότι η διοικούσα Εκκλησία, η πλειονότης των ιεραρχών μας, παρακολουθεί άφωνη και ουσιαστικά αδιάφορη τα γεγονότα, λες και έχουν παραλύσει τα ηθικά και πνευματικά αντανακλαστικά της, βλέποντας να διαπράττονται μπροστά στα μάτια της όλα αυτά τα αίσχη των φεστιβάλ και των παρελάσεων, ενώ θα έπρεπε να προχωρήσει σε δυναμικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια, αλλά και σε κάθε άλλο επιβαλλόμενο ποιμαντικό μέτρο; 
Δεν έχουμε σκοπό, με το πόνημά μας αυτό, να στιγματίσουμε τα ανθρώπινα πρόσωπα, που έπεσαν στο πάθος της ομοφυλοφιλίας, ούτε να τους «ρίξουμε σε καμιά πυρά», όπως επιχειρούν κάποιοι να παρουσιάσουν την αντίθεση της Εκκλησίας μας στο φοβερό αυτό πάθος, όπως βέβαια και σε όλα τα πάθη, τα οποία απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον Θεό και μπορούν να του στερήσουν την σωτηρία.
Άλλωστε ο Ίδιος ο Θεός σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τις όποιες επιλογές του ανθρωπίνου προσώπου. Σκοπός μας είναι να γνωστοποιήσουμε με πολλή συντομία στον πιστό λαό του Θεού την διδασκαλία της Εκκλησίας μας σχετικά με το πάθος αυτό και να επισημάνουμε στους αδελφούς μας, που έχουν αιχμαλωτιστεί από αυτό, τις ολέθριες συνέπειες που έχει στην πνευματική τους πορεία, και εν τέλει στην ίδια την σωτηρία τους.
Να κάνουμε δε πατρική έκκληση σ’ αυτούς, να πάρουν την γενναία απόφαση, να αγωνιστούν με όλες τις δυνάμεις τους, με τα πνευματικά όπλα που τους προσφέρει η Εκκλησία, να αποτινάξουν το πάθος αυτό από πάνω τους. Βέβαια δεν είναι εύκολο, να ξεριζωθεί ένα πάθος. Απαιτεί σκληρό, και μερικές φορές αιματηρό αγώνα, μέχρι θανάτου.
Για να είμαστε ακριβέστεροι, είναι αδύνατον ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις να ξεριζώσει πάθος. Αυτό είναι έργο μόνον της Θείας Χάριτος. Ωστόσο η Χάρις δεν ενεργεί, παρά μόνον υπό την προϋπόθεση, ότι και ο άνθρωπος θα αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις.
***
Όπως είναι γνωστό από την βιβλική διήγηση της Γενέσεως οι συζυγικές σχέσεις ανδρός και γυναικός αποτελούν μεταπτωτικό φαινόμενο.
Ο «Αδάμ έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού» (Γεν.4,1) αφού πλέον παρέβη την εντολή του Θεού  και εξεβλήθη του παραδείσου.
Υιοθετούνται δε από τον Θεό οι σχέσεις αυτές ως οι μόνες κατά φύσιν ανθρώπινες σχέσεις, μέσα στους όρους της οικονομίας του Θεού και ως αντίδοτο τρόπον τινα του βιολογικού θανάτου, που ήταν αποτέλεσμα του πνευματικού θανάτου εξ αιτίας της αμαρτίας.
Είναι λοιπόν προφανές, ότι συζυγικές σχέσεις ανδρός με άλλον άνδρα, ή γυναικός με άλλην γυναίκα αποτελούν μία παρά φύσιν κατάσταση, ένα είδος σεξουαλικής διαστροφής, ξένο και άγνωστο όχι μόνο στο αρχικό σχέδιο της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά και στο σχέδιο της οικονομίας του, μετά δηλαδή την πτώση των πρωτοπλάστων, αφού ήταν αδύνατον να υπάρξει μιά τέτοιου είδους σχέση στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος. Τούτο μαρτυρεί πέραν των άλλων η ίδια η οντολογία της κατασκευής του ανθρώπου.
Η κατασκευή δηλαδή υπό του Θεού των γεννητικών οργάνων ανδρός και γυναικός αποτελούν τρόπον τινά ένα οδοδείκτη, που μας δείχνει ποιά είναι η κατά φύσιν σχέσις και ποιά η παρά φύσιν.
Πέραν τούτου πουθενά στο ζωϊκό βασίλειο δεν συναντούμε μιά τέτοιου είδους παρά φύσιν σχέση, πράγμα το οποίον μαρτυρεί ξεκάθαρα, ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί θλιβερό «προνόμιο» μόνο των ανθρώπων, ως αποτέλεσμα αποκλειστικά μιάς διεστραμένης επιλογής και όχι ως οργανική πάθηση! Όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τα ζώα «ουκ οίδε τούτον τον έρωτα, αλλ’ έστηκεν είσω των της φύσεως όρων. Καν μυριάκις κοχλάζει, τους της φύσεως ουκ ανατρέπει νόμους».
Την τελεία αποστροφή αλλά και την οργή του Θεού απέναντι στο πάθος αυτό εκδηλώνει ο Θεός για πρώτη φορά στους κατοίκους των Σοδόμων και Γομόρων, που είχαν γίνει διαβόητοι για τις πολλές αμαρτίες των, κυρίως όμως για το αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας, σύμφωνα με την διήγηση της Γενέσεως (κεφ.19).
Ο Θεός εξολοθρεύει τους κατοίκους των πόλεων αυτών, ρίχνοντας πύρ και θείον από τον ουρανό. Αργότερα, στη Μωσαϊκή Νομοθεσία, το πάθος αυτό χαρακτηρίζεται από τον Θεό ως βδέλυγμα: «Ος εάν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι. Θανάτω θανατούσθωσαν, ένοχοι εισίν» (Λευϊτ.20,13).
Στην Καινή Διαθήκη ο απόστολος Παύλος στιγματίζει με τα μελανώτερα χρώματα στις επιστολές του την σεξουαλική αυτή διαστροφή: «αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες… οι τοιαύτα πράσσοντες άξιοι θανάτου εισίν» (Ρωμ.1,26-32).
Στην Α΄ προς Κορινθίους  επιστολή προσθέτει: «μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε πλεονέκται, ούτε κλέπται, ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι.  Και ταύτα τινές ήτε· αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών» (Α΄Κορ.6,9-11). 
Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, ακολουθούντες την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, στηλιτεύουν και αυτοί κατά παρόμοιο τρόπο το πάθος και υποδεικνύουν τον τρόπο της θεραπείας του. Αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένους εξ’ αυτών: Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ονομάζει το πάθος αυτό «κολοφώνα των κακών».
Στην ερμηνεία της προς Ρωμαίους επιστολής το θεωρεί ασυγκρίτως χειρότερο από όλα τα άλλα πάθη: «Πάντα μεν ουν άτιμα τα πάθη, μάλιστα δε η κατά των αρρένων μανία, ότι την κατά φύσιν ατιμάσαντες επί την παρά φύσιν έδραμον. Δυσκολώτερα δε τα παρά φύσιν και αηδέστερα. Εσχάτης εστίν απωλείας δείγμα…Τούτους εγώ και ανδροφόνων χείρους είναι φημί…Και όπερ αν είποις αμάρτημα, ουδέν ίσον ερείς της παρανομίας ταύτης…Τοσούτον πορνείας χείρον εστίν, όσον ουδέ έστιν ειπείν ».
Παρά κάτω προσδιορίζει την αιτία του κακού: «Πόθεν η επίτασις της επιθυμίας ταύτης; Από της του Θεού εγκαταλείψεως. Η δε εγκατάλειψις του Θεού πόθεν; Από της των αφέντων αυτών ανομίας…Και γαρ το πλέον της αυτών ραθυμίας εστίν, ή και την επιθυμίαν ανήψε». Κατά παρόμοιον τρόπον ομιλεί περί του πάθους αυτού και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Ουδενός γαρ χρησίμου χάριν την φύσιν μετατιθέντες, ή ασελγείας ένεκεν, την θεόπλαστον και ανδροπρεπή μορφήν διαφθείρουσιν, εκουσίως πολλάκις, ή υπό άλλων υπομένειν αναγκαζόμενοι τούτο, ως λοιμοί της φύσεως και του γένους πολέμιοι και σπίλοι πολιτείας, και ζωής εφύβριστοι γίνονται…Ουδέν γαρ αληθώς μυσαρώτερον ή ακαθαρτώτερον των ούτω πορνευομένων τε και πορνευόντων».
Ο Μέγας Βασίλειος στον Ζ΄ Κανόνα του συγκαταριθμεί τους ομοφυλοφίλους με τους κτηνοβάτες, τους φονείς, τους φαρμακούς, τους μοιχούς και τους ειδωλολάτρες: «Αρρενοφθόροι και ζωοφθόροι και φονείς και μοιχοί και ειδωλολάτραι της αυτής καταδίκης εισίν ηξιωμένοι, ώστε όν έχεις επί των άλλων τύπον και επί τούτων φύλαξον».
Παρά κάτω στον ΞΒ΄ Κανόνα του ορίζει τον τρόπον της θεραπείας του πάθους με αποχή 15 χρόνων από την θεία κοινωνία: «Ο την ασχημοσύνην εν τοις άρρεσιν επιδεικνύμενος, τω χρόνω του εν τη μοιχεία παρανομούντος οικονομηθήσεται». Τέλος ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, σχολιάζοντας τον παρά πάνω Ζ΄ Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, λέγει ότι: «Τόσον δε φοβερόν πράγμα είναι η αρσενοκοιτία, καθώς στοχάζεται ένας διδάσκαλος, ώστε οπού ο ίδιος ο Θεός ηθέλησε να καταβή προσωπικώς διά να ιδή αν τη αληθεία ενεργήται τοιαύτη αμαρτία, ωσάν να μην επίστευε καλά αν ήτο δυνατόν να ευρεθή επάνω εις την γήν μία τοιαύτη τερατώδης κακία». 
Προβάλλουν κάποιοι τον ισχυρισμό πως η προσωπική ζωή του καθενός είναι απαραβίαστη και κατά συνέπεια το σώμα του καθενός του ανήκει και μπορεί να το χρησιμοποιήσει όπως θέλει. Ωστόσο τέτοιου είδους ισχυρισμούς μπορούν να προβάλλουν μόνον άθεοι και άπιστοι, ή οπαδοί άλλων θρησκευμάτων, που δεν είναι βαπτισμένοι και δεν αποτελούν μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Σ’ όλους αυτούς ο Θεός σέβεται την ελευθερία της βουλήσεώς των και τις όποιες επιλογές των και τους αφήνει να ζήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα θελήματά των. Σε όσους όμως είναι βαπτισμένοι δεν ισχύει το ίδιο, διότι σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας το ανθρώπινο σώμα ως δημιούργημα του Θεού, ως ναός του Αγίου Πνεύματος (Β΄Κορ.6,16), αλλά και ως μέλος του σώματος του Χριστού (Α΄Κορ.6,15), δεν ανήκει στους εαυτούς μας αλλά στον Χριστό: «Ουκ εστέ εαυτών, ηγοράσθητε γαρ τιμής» (Α΄Κορ.6,19-20).
Και επομένως δεν μπορούμε, να το χρησιμοποιούμε όπως θέλουμε και να το παραδίνουμε στην ακολασία και στην φθορά της αμαρτίας. Διαφορετικά «ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει φθερεί  τούτον ο Θεός, ο γαρ ναός του Θεού άγιος εστίν, οίτινες εστέ υμείς» (Α΄Κορ.3,18). Μόνον μέσα στον ευλογημένο από τον Θεόν γάμο, ως ερωτική σχέση άρρενος και θήλεος, ή στην ευλογημένη από τον Θεό κατάσταση της Παρθενίας, στην οποία όμως υπάρχει άλλου είδους, πνευματικός γάμος, ο γάμος με τον επουράνιο νυμφίο Χριστό, βρίσκει ο άνθρωπος την εν Χριστώ ολοκλήρωση και θέωσή του και εν τέλει την σωτηρία του.
Είναι ευνόητο ότι για την Εκκλησία μας και όχι μόνο γι’ Αυτήν, «τρίτο φύλο», transexual, εκτός του άνδρα και της γυναίκας, δεν υπάρχει. Αν κάποιοι πιστεύουν το αντίθετο, αυτό για την Εκκλησία μας αποτελεί φυσική διαστροφή. Και εφ’ όσον δεν υπάρχει «τρίτο φύλο», δεν υπάρχει, (δεν πρέπει να υπάρχει), ερωτική σχέση εκτός αυτής του άρρενος και του θήλεος.
Κατακλείοντες κάνουμε έκκληση προς τους αρμοδίους πολιτικούς φορείς και πάσης φύσεως κυβερνητικούς παράγοντες και τους καλούμε να αναλογισθούν αφ’ ενός μεν την αντισυνταγματικότητα μιάς ενδεχομένης διά νόμου αποδοχής και καθιερώσεως «γάμου» μεταξύ ομοφυλοφίλων και αφ’ ετέρου τις καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και το έθνος μας, που αναπόφευκτα θα έχουν οι ομόφυλες σχέσεις, είτε άτυπες, είτε νόμιμες, με τον «γάμο» των ομοφύλων, ο οποίος καθιερώνεται ήδη σε πολλά κράτη και προφανώς οσονούπω και στη χώρα μας.
Κάνουμε επίσης έκκληση και προς τους κυρίους Δημάρχους Αθηνών και Θεσσαλονίκης και τους παρακαλούμε να πάψουν να ενθαρρύνουν τους ομοφυλοφίλους αδελφούς μας, εις το να θεωρούν το πάθος τους ως μιά φυσιολογική «διαφορετικότητα», αποδεκτή κοινωνικά και πολύ περισσότερο να τους ενθαρρύνουν να καυχώνται γι’ αυτή την «διαφορετικότητά» τους με διοργανώσεις φεστιβάλ και παρελάσεων.
Τέλος παρακαλούμε την Ιεραρχία μας, να αναλογισθή και αυτή της ιδικές της βαρύτατες ευθύνες από μιά ενδεχομένη ολιγωρία και να προχωρήσει στις αναγκαίες κινητοποιήσεις και στα δέοντα ποιμαντικά μέτρα.
Ἐκ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν.
Ὁ ὑπεύθυνος
Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος
Ὁ Γραμματέας
Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

Πηγή: www.romfea.gr

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Ο Μητροπολίτης Σπάρτης για βάπτιση και πολιτικό γάμο!

Χριστιανοί μου ἀγαπητοί,
Παρακολουθῶ τόν τελευταῖο καιρό μέ πολλή ἀγωνία διάφορα γεγονότα περίεργα, πρωτάκουστα, νεοφανῆ καί τελείως ἀντίθετα μέ τίς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις μας.
Μερικά ἀπό αὐτά πού γίνονται στήν Ἑλλάδα μας ἔρχονται ἀπ’ἔξω  καί ἐπαναλαμβάνονται στήν ἀθάνατη Χώρα μας και μοιάζουν κακόγουστα.
Ἄλλα εἶναι «παραγωγῆς» ἐγχώριας καί ἀποδεικνύουν  ὅτι οἱ νεοέλληνες ἄρχισαν νά κλωτσοῦν τίς παραδόσεις τους, νά προσβάλλουν τή χριστιανική ἰδιότητά τους καί νά διασύρουν τόν τόπο μας καί τήν ἱστορία του.
Ἔγραφε κάποιος κοινωνιολόγος, γνήσιος ἕλληνας καί συνειδητός χριστιανός, ὅτι ποτέ δέ φανταζόταν ὅτι στήν Ἑλλάδα  θά γίνονταν αὐτά πού οὔτε στίς χῶρες χωρίς ἱστορία καί πολιτισμό γίνονται.
Συγκεκριμένα περιστατικά μέ ἀναγκάζουν ν’ ἀπευθυνθῶ στούς χριστιανούς μας καί, ἀφοῦ ὑπογραμμμίσω τήν ἀπρέπεια  αὐτῶν τῶν περιπτώσεων καί νά παρακαλέσω ὅλους σας, μεγάλους καί μικρούς, ἄνδρες καί γυναῖκες, νά σεβαστοῦμε τήν παράδοσή μας, νά δείξουμε εὐλάβεια σέ ὅσα ἡ Ἐκκλησία μας, γιά αἰῶνες μᾶς διέσωσε καί τίποτε ἀπό αὐτά πού κράτησαν οἱ πρόγονοί μας νά μήν περιφρονήσουμε.
«Στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις» μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος μᾶς συμβουλεύουν ὅτι «λαός πού λησμονεῖ τήν παράδοσή του καί τήν ἱστορία του εἶναι καταδικασμένος νά ἐξαφανισθεῖ».
α. Ζητοῦν κάποιοι γονεῖς «κουλτουριάρηδες» νά βαπτίσουν τά παιδιά τους, ὄχι στόν ἱερό Ναό τῆς ἐνορίας τους, ἀλλά στή θάλασσα.
Εἶναι, μοῦ λέγουν ἤ μοῦ γράφουν, πολύ ὄμορφα ἐκεῖ καί ἔχει τό Μυστήριο μιά ἁπλότητα. Δέν μπορῶ νά ἐννοήσω ποιά εἶναι ἡ ἁπλότητα καί ποῦ βλέπουν τήν ὀμορφιά. Ὑπάρχει τίποτε πιό ὡραῖο ἀπό τόν ἱερό χῶρο τοῦ Ναοῦ;
Οἱ χριστιανοί μας ἔχουν δεθεῖ μέ τόν Ναό. Ἐκεῖ βαπτίζονται, ἐκεῖ στεφανώνονται καί ἀπό ἐκεῖ παίρνουν τή Μακαρία Ὁδό.
Ἡ ἱερότητα τοῦ χώρου, ὁ διάκοσμος τοῦ Ναοῦ μέ τίς διδακτικές ἁγιογραφίες ἤ μέ τίς ἱερές εἰκόνες δημιουργοῦν τήν κατάλληλη ἀτμόσφαιρα γιά ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό.
Τό κάθε Μυστήριο, πού εἶναι ἁγιαστική πράξη, συνδέεται καί ἐκφράζεται μέ τήν προσευχή ὄχι μόνο τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων, ἀλλά καί τῶν συγγενῶν καί τῶν προσκεκλημένων.
Εὑρισκόμαστε μέσα στόν Ναό καί πολλές φορές τό μυαλό μας τρέχει στά βιοτικά καί τά κοσμικά, ὥστε νά χρειάζεται ὁ λειτουργός νά μᾶς ἀνακαλέσει μέ τήν ὑμνολογική συμβουλή «πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν».
Μπορεῖτε νά σκεφθεῖτε νά τελεῖται τό Μυστήριο ἔξω, στήν ὕπαιθρο ἤ στήν παραλία;
Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος δέν ἔγινε στά κτήματα ἤ στήν ἀγορά, ἀλλά σέ συγκεκριμένο προσευχητικό τόπο, ὅπου ἔγινε τό πρῶτο Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριό μας.
Ἔτσι μᾶς δίδαξε ἡ Ἐκκλησία δυό χιλιάδες χρόνια ἀπό τότε. Γιατί θέλουμε σήμερα ν’ἀλλάξουμε μία καταξιωμένη παράδοση;
Στό διάστημα αὐτῶν τῶν αἰώνων ἔχουμε βαπτίσεις σέ ποταμούς καί θάλασσες, ἀλλά αὐτά τά γεγονότα τά ὑπαγόρευσε μιά ἀνάγκη.
Ἡ Ἐκκλησία, κατ’ οἰκονομίαν, τά ἐδέχθη, ἀλλά ἀποτελοῦν μιά ἐξαίρεση πού ἐπιβεβαιώνει τόν κανόνα.
Ποιά ἀνάγκη ὑπαγορεύει σήμερα νά γίνει τό βάπτισμα στή θάλασσα; Τουλάχιστον ἐκεῖνοι πού τό ζητοῦν οὐδέποτε διατύπωσαν ἕναν λόγο σοβαρό, πνευματικό, πρακτικό, γιά νά τό ἀξιολογήσουμε.
Ὁ λόγος πού ὑπαγορεύει τήν παράκληση μερικῶν, πού γίνεται ἐνοχλητική ἀπαίτηση, εἶναι ἕνας καί μόνος.
Νά κάνουν αὐτοί κάτι πού δέν κάνουν οἱ ἄλλοι. Νά δείξουν ὅτι αὐτοί δέ μοιάζουν μέ τούς πολλούς. Ὅτι δέ δέχονται τίς δεσμεύσεις τοῦ παρελθόντος. Ὅτι αὐτοί ἔχουν ἕνα σύγχρονο, προοδευτικό πνεῦμα, πού ἱκανοποιεῖ τούς ἰδίους καί γι’αὐτό θέλουν νά τό ἐπιβάλουν καί στούς ἄλλους.
Βέβαια προστίθενται κοντά σ’αὐτές τίς αἰτίες καί ἡ πρόφαση, ὅτι τό κοσμικό Κέντρο πού θά γίνει ἡ δεξίωση εἶναι στήν παραλία καί προπάντων οἱ φωτογράφοι δέ θά δυσκολεύονται ν’ἀπαθανατίσουν τίς διάφορες σκηνές τοῦ Μυστηρίου.
Ἀλλά, παιδιά μου, ἐκεῖ φθάσαμε, νά προσπαθοῦμε ν’ ἀλλάξουμε τήν ὀρθόδοξη παράδοσή μας μέ λόγους καί αἰτίες πού ἱκανοποιοῦν τόν ἐγωισμό μας καί γελοιοποιοῦν τήν ἱερότητα τοῦ Μυστηρίου καί τό ἀποϊεροποιοῦν σέ τελευταία ἀνάλυση;
β. Τά τελευταῖα χρόνια κερδίζει ἔδαφος καί μία ἄλλη ἀξιοκατάκριτη ἀπαίτηση μερικῶν ἐλαχίστων, μέχρι αὐτή τή στιγμή, ἀλλά οἱ στατιστικές δείχνουν ὅτι θά ἔχουμε αὔξηση σύν τῶ χρόνω.
Θέλουν τήν ἡμέρα πού θά κάνουν τόν γάμο τους, τήν ἴδια ἡμέρα νά βαπτίσουν καί τό παιδί πού ἀπέκτησαν, γιατί ἐν τῶ μεταξύ εἶχαν συνάψει γάμο πολιτικό.
Παλαιότερα ἐθεωρεῖτο μεγάλη ἐντροπή πρίν ἀπό τόν θρησκευτικό γάμο νά ἀποκτήσουν παιδί. Ἔλεγαν μάλιστα εἰρωνικά καί ἐμπαικτικά «ἄντε καί στό γάμο σου βαπτίσια».
Και ὁ ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας, ὁ ὁποῖος ποτέ δέ θέλει τό καλό, ὑπαγορεύει χίλιες δικαιολογίες, ὥστε νά παρακινήσει τούς ἀνθρώπους νά διαπράξουν τό μεγάλο λάθος, νά κάνουν γάμο πολιτικό, γιά νά ἐπακολουθήσουν ἀναρίθμητες ἄλλες παραβάσεις τοῦ ἠθικοῦ καί εὐαγγελικοῦ νόμου.
Ἄλλοτε, ὅταν  ἁμάρτανε ὁ ἄνθρωπος, εἶχε τύψεις στή συνείδησή του, πονοῦσε ψυχικά, ὁλόκληρος ὁ ψυχοσωματικός του κόσμος δέν εἶχε ἠρεμία «οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου» ἔγραφε ὁ ἐμπνευσμένος προφήτης Δαβίδ.
Σήμερα ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος καί δέ νοιάζεται γιά τή θεραπεία τῆς ψυχῆς του. Δέν καταβάλλει καμία μέριμνα γιά τήν κάθαρσή του. Καί ὄχι μόνο αὐτό.
Ἁμαρτάνει ἐν γνώσει του καί δημοσίως, χωρίς νά ἐντρέπεται, χωρίς ν’ἀναστατώνεται, χωρίς νά χάνει τόν ὕπνο του, ἔτσι τουλάχιστον διαδίδει στό περιβάλλον του.
Κάνει, ὅμως, καί κάτι ἀκόμη χειρότερο, ἀπαιτεῖ νά τοῦ ποῦν οἱ ἄλλοι καί μπράβο, νά τόν ἐπαινέσουν καί νά τόν χειροκροτήσουν.
Αὐτός πού ἔκανε πολιτικό γάμο, ἐάν εἶναι ὀρθόδοξος χριστιανός, ἔκανε ἕνα μεγάλο λάθος καί ὀφείλει νά τό διορθώσει.
Ὀφείλει  νά ἐπισκεφθεῖ τόν πνευματικό του καί ν’ ἀκούσει τή διακριτική συμβουλή του, νά κάνει αὐτό πού διδάσκει ἡ Ἐκκλησία γιά τό δικό του καλό.
Νά τελέσει τόν θρησκευτικό γάμο χωρίς ἀναβολή καί καθυστέρηση. Καί ἄν ἀπέκτησε παιδί ἀπό τόν πολιτικό γάμο, ὀφείλει νά τό βαπτίσει ἔγκαιρα, ἀναλαμβάνοντας τίς εὐθύνες του.
Ἡ δικαιολογία, ὅτι εἶναι πολυέξοδα τά Μυστήρια καί γι’αὐτό θά γίνουν ὁ γάμος καί τό βάπτισμα μαζί εἶναι «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις».
Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέ συμφώνησε μέ πολυέξοδες κοσμικές ἐμφανίσεις καί ἐκδηλώσεις. Ποτέ δέν πρέπει νά κολακεύει τίς φιλοδοξίες τῶν ἀνθρώπων.
Πάντα πρέπει νά προβάλλει τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί νά συμβάλλει στό πλησίασμα τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν πηγή τῆς  χάριτος, πού εἶναι ὁ Χριστός.
Ὅπου δέν πρόσεξε αὐτό τό θέμα ἄθελά της ἔγινε συνένοχος μέ τούς παραβάτες τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καί ζημίωσε τούς χριστιανούς της.
Γι’αὐτό ἄλλωστε γράφεται καί αὐτή ἡ Ἐπιστολή, γιά νά προλάβουμε ὅ,τι εἶναι δυνατό νά περισώσουμε.
Χριστιανοί μου ἀγαπητοί,
Κάνω μιά θερμή ἔκκληση σέ ὅλους σας.
Νά σεβαστεῖτε τή δισχιλιόχρονη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Νά σεβαστεῖτε τούς γονεῖς καί συγγενεῖς σας, πού υἱοθετοῦν καταστάσεις ἐξ ἀνάγκης καί μέ πόνο ψυχικό.
Δέν πρέπει νά σᾶς καθυστερήσω περισσότερο, γιά νά σᾶς πῶ πόσα δάκρυα ἔχυσαν γονεῖς ἐξαιτίας τέτοιων καταστάσεων καί πόσο ντροπιασμένοι ἔνοιωσαν, διότι στή δική τους οἰκογένεια συνέβη κάτι τέτοιο ξαφνικά καί ἀντίθετο μέ τίς ἀρχές τους.
Σᾶς ἱκετεύω, ὅσοι κάματε πολιτικό γάμο νά τακτοποιηθεῖτε μέ τόν πνευματικό σας καί νά διορθώσετε τό λάθος.
Ὅσοι ἀποκτήσατε παιδί ἐκ τοῦ πολιτικοῦ γάμου νά τό βαπτίσετε χωρίς ἀναβολή καί ὄχι τήν ἡμέρα τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου σας. Τό ἕνα λάθος δέ διορθώνει τό ἄλλο.
Ζῶ μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι θ’ ἀκούσετε τή γεμάτη ἀγωνία φωνή τοῦ πνευματικοῦ σας πατέρα καί θά ἐφαρμόσετε τή συμβουλή του.
Ἡ προσευχή μου θά εἶναι ὁλόθερμη, ὥστε νά καρποφορήσει ὁ λόγος μου.
 
Εὐχέτης πρός τόν Κύριο
 
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
 
+ Ο ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

Πηγή: www.romfea.gr

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Ο άγιος. Κύριλλος και η φιλόσοφος Υπατία

Γράφει η Ειρήνη Αρτέμη, Δρ Θεολογίας - Φιλόλογος
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι σχέσεις του με τον έπαρχο Ορέστη και τη Φιλόσοφο Υπατία.
Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε στις σχέσεις ενός σπουδαίου πατρός της αρχαίας Εκκλησίας του πατριάρχη Κυρίλλου Αλεξανδρείας με δύο εξέχοντα πρόσωπα της πόλεως της Αλεξάνδρειας, τον έπαρχο Ορέστη και τη φιλόσοφο Υπατία.
Ο ιερός Κύριλλος υπήρξε σημαντική μορφή για την εποχή του. Άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση τόσο στον εκκλησιαστικό βίο όσο και στη διαμόρφωση της χριστιανικής διδασκαλίας και κυρίως στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος τον 5ο αι. 
Για τη ζωή του ιερού πατρός λίγα πράγματα είναι γνωστά. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε μεταξύ του 370 με 380 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια. Την ακριβή ημερομηνία της γεννήσεώς του δεν έχουμε τη δυνατότητα να τη γνωρίζουμε. Καταγόταν από εύπορη ελληνική οικογένεια της πόλεως της Αλεξάνδρειας, αν και συχνά ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος τον αποκαλεί «Αιγύπτιον», δηλαδή αυτόν που κατάγεται από την Αίγυπτο[1], με σκοπό να τον χλευάσει.
Θείος του υπήρξε ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, άνδρας δυναμικός και εύστροφος, τον οποίο ο Κύριλλος πάντοτε τον ανέφερε με ευγνωμοσύνη και αγάπη[2]. Μεγάλωσε λοιπόν, ο Κύριλλος μέσα σε ένα περιβάλλον, το οποίο του προσέφερε τη δυνατότητα να λάβει ευρεία και επιμελημένη εκπαίδευση αλλά και να συναναστραφεί με εξέχοντα πρόσωπα της αλεξανδρινής κοινωνίας, τόσο της πολιτικής όσο και της εκκλησιαστικής σκηνής.
Σπούδασε στη φημισμένη Σχολή της Αλεξάνδρειας με διδάσκαλο το Δίδυμο τον Τυφλό[3] και παρακολούθησε μαθήματα της περίφημου αλεξανδρινής φιλοσόφου – μαθηματικού Υπατίας[4]. Οι γνώσεις του εμπλουτίζονταν συνέχεια από τη μελέτη συγγραμμάτων σπουδαίων χριστιανών συγγραφέων, πατέρων της Εκκλησίας, όπως ήταν ο Μέγας Αθανάσιος[5], οι Καππαδόκες Πατέρες[6] κ.α., αλλά και συγγραμμάτων συγγραφέων της θύραθεν φιλολογίας. Παράλληλα γαλουχήθηκε θεολογικά στην έρημο κάτω από την απεριόριστη φροντίδα των ζηλωτών μοναχών της Νιτρίας, κοντά στους οποίους πέρασε πέντε ολόκληρα χρόνια. Αυτοί πιθανόν του ενέπνευσαν τον πύρινο και ανυπόμονο ζήλο, που χαρακτηρίζει τον Κύριλλο σε όλη τη διάρκεια του βίου του[7].
Mετά την κοίμηση του θείου του, αναμετράται με τον αρχιδιάκονο Τιμόθεο για τον πατριαρχικό θρόνο. Στην αναμέτρηση αυτή βγαίνει νικητής και ανέρχεται στον πατριαρχικό θώκο της Αλεξανδρείας στις 18 Οκτωβρίου του 412[8]. Ως νέος Αρχιεπίσκοπος, καυτηριάζει με δριμύτητα την κοινωνική ανισότητα και την αναλγησία των πλουσίων. Ψέγει την πολιτική εξουσία για την ανοχή της σε φαινόμενα αδικιών έναντι των φτωχών, σε απάτες, επιορκίες, σε φαινόμενα έκλυτου βίου[9]. Δε διστάζει να εναντιωθεί σε ένα πολιτικό κατεστημένο, το οποίο οδηγεί τους πολίτες της Αλεξάνδρειας και γενικότερα της Αιγύπτου σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και που οξύνει την κοινωνική ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών.
Aρχικός στόχος του ήταν η καταπολέμηση όλων όσων αποτελούσαν κίνδυνο για την εδραιωμένη πια χριστιανική Εκκλησία[10]. Στο σημείο αυτό κατηγορήθηκε από πολλούς αντιπάλους τους ως αλαζόνας, σκληρός και ματαιόφρων άνθρωπος, κάτι όμως που καταρρίπτεται αν μελετήσει κάποιος προσεκτικά την όλη δημόσια δράση του. Σκοπός του ήταν η θωράκιση της Εκκλησίας από οποιαδήποτε απειλή, η οποία θα κλόνιζε τους πιστούς και όχι τα θεμέλιά της, γιατί Εκείνη έχοντας ως κεφαλή τον ενσαρκωμένο θείο Λόγο είναι προορισμένη να ζήσει εις τους αιώνας και «Πύλαι άδου ου κατασχύνουσι»[11]. Πολέμησε με πάθος υπολείμματα παλαιοτέρων αιρέσεων όπως οι Νοβατιανοί[12], οι Αρειανοί[13], οι οπαδοί του Μαρκίωνα[14], του μοναρχιανού Παύλου Σαμοσατέα[15]. Σχετικά μάλιστα με τους Νοβατιανούς ένας εκπρόσωπός τους ο ιστορικός Σωκράτης γράφει: «Ευθέως ουν Κύριλλος τας εν Αλεξανδρεία Ναυατιανών εκκλησίας αποκλείσας, πάντα μεν τα ιερά κειμήλια έλαβε, το δε επίσκοπον αυτών Θεόπεμπτον, πάντων ων είχε αφείλετο»[16].
Xαρακτηριστικά σκληρή και αδυσώπητη υπήρξε η στάση του απέναντι στους Εθνικούς[17], οι οποίοι ασκούσαν μεγάλη επίδραση στο χριστιανικό λαό, με τη μαγεία, την αστρολογία, τη δεισιδαιμονία, «……» και με την ύπαρξη κάποιου μαντείου στο Μένουθις στο οποίο λατρευόταν μία ψεύτικη θεά «η Κυρά»[18]. Επίσης πολέμησε τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν γύρω στους 40.000 στην Αλεξάνδρεια. Έκλεισε τις συναγωγές τους και εξόρισε πολλούς από αυτούς. Η πολεμική του έναντι των Ιουδαίων τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεροληπτική στάση του έπαρχου της πόλεως Ορέστη. Ο τελευταίος αν και δήλωνε χριστιανός, χαρακτηριζόταν συχνά από τους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας «θύτης και έλληνας», δηλαδή ειδωλολάτρης, εξαιτίας της άδικης συμπεριφοράς του απέναντι στους χριστιανούς, η οποία γινόταν αιτία για συνεχείς προστριβές μεταξύ χριστιανών και Ιουδαίων.
Oι Ιουδαίοι έχοντας την απροκάλυπτη στήριξη του έπαρχου Ορέστη ασκούσαν στυγνή τοκογλυφία απέναντι στους χριστιανούς, οι οποίοι μη δυνάμενοι να ανταποκριθούν στην απόσβεση των δανείων τους η των γενικοτέρων οφειλών τους κατέληγαν δούλοι και δημεύονταν η περιουσία τους. Για το λόγο αυτό οι Ιουδαίοι ήταν περισσότερο επικίνδυνοι για τον Κύριλλο από τους ειδωλολάτρες, γιατί οι πρώτοι απειλούσαν ολόκληρη την κοινωνική υπόσταση των χριστιανών ενώ οι τελευταίοι επιτελούσαν το έργο του μισόκαλου εχθρού με σκοπό την απώλεια της ψυχής των πιστών εν Χριστώ και τη ρίψη της στο βάθρο της απωλείας.[19]
Bασική πηγή για τα τεκταινόμενα της εποχής αποτελεί ο ιστορικός Σωκράτης, ο οποίος μάλιστα αναφέρθηκε ότι άνηκε στις τάξεις των Νοβατιανών. Αυτό προσδίδει μεγαλύτερη εγκυρότητα στα γραφόμενά του σχετικά με τον Άγιο Κύριλλο, μιας και δε μεροληπτούσε υπέρ του πατριάρχη Αλεξανδρείας, ως φιλικά προσκείμενος σε αυτόν. Ο Σωκράτης τονίζει ότι ο Ορέστης, αν και δήλωνε χριστιανός μισούσε φανατικά τους επισκόπους και θεωρούσε ότι ασκούσαν εξουσία και είχαν αρμοδιότητες δοσμένες από το αυτοκράτορα, τις οποίες δεν έπρεπε να έχουν: «εμίσει την δυναστείαν των επισκόπων, ότι παρηρούντο πολύ της εξουσίας των εκ βασιλέως άρχειν τεταγμένων»[20]. Δεν έχανε λοιπόν ευκαιρία να προσπαθήσει να εκθέσει τον πατριάρχη Αλεξανδρείας στα μάτια του λαού της Αλεξάνδρειας και να δημιουργήσει προστριβές μαζί του.
O Κύριλλος ως έξυπνος άνθρωπος που ήταν γνώριζε ότι έπρεπε να έχει καλές σχέσεις με τον Ορέστη. Προσπάθησε επομένως πολλές φορές να συμφιλιωθεί μαζί του χωρίς αποτέλεσμα. Η ρήξη τους έγινε αγεφύρωτη, όταν ο Ορέστης στράφηκε εναντίον του Ιέρακος, ανθρώπου της εμπιστοσύνης του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και του επέβαλε σκληρά μέτρα: «Ην δε εν αυτοίς τις ανήρ ονόματι Ιέραξ͵ ος γραμμάτων μεν των πεζών διδάσκαλος ην͵ διάπυρος δε ακροατής του επισκόπου Κυρίλλου καθεστώς͵ και περί το κρότους εν ταις διδασκαλίαις αυτού εγείρειν ην σπουδαιότατος. Τούτον τοίνυν τον Ιέρακα το πλήθος των Ιουδαίων εν τω θεάτρω θεασάμενοι κατεβόων ευθύς͵ ως δι΄ ουδέν άλλο παραβάλλει τω θεάτρω͵ η ίνα στάσιν τω δήμω εμβάλοι. … αρπάσας ουν τον Ιέρακα δημοσία εν τω θεάτρω βασάνοις υπέβαλλεν.»[21].
agios_kyrillos_aleksandreias
Το τελευταίο έδωσε την αφορμή να παραμεριστεί το παραπέτασμα της δήθεν καλής συνύπαρξης μεταξύ Ιουδαίων και χριστιανών και να εκδηλωθεί το απέραντο μίσος των Ιουδαίων για τους τελευταίους. Πολλοί από αυτούς φονεύτηκαν από τους Ιουδαίους με δόλιο τρόπο. Οι Ιουδαίοι μία νύκτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας τη φήμη ότι πυρπολούνταν ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου. Τρέχοντας οι χριστιανοί να σώσουν τον ναό έπεσαν σε ενέδρα των Ιουδαίων οι οποίοι και φόνευσαν πολλούς. Τότε ήταν που ο Κύριλλος στράφηκε εναντίον τους, έχοντας την άδεια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄[22]. Έκλεισε τις συναγωγές τους, όπως προαναφέρθηκε, πήρε αυστηρά μέτρα εναντίον τους και βοηθούμενος από τον λαό απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια, δημεύοντας και την περιουσία των πρωτουργών των δολοφονιών έναντι των χριστιανών.
Tο μίσος του έπαρχου Ορέστη απέναντι στον Κύριλλο λέγεται ότι το κρατούσε άσβεστο και η Υπατία, θυγατέρα του φιλοσόφου Θέωνος, που προκαλούσε όλη την προσοχή της πόλεως με τη σοφία της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να φέρουμε ως μαρτυρία τα λόγια του ιστορικού Σωκράτους «επειδή γαρ συνετύγχανε συχνότερον τω Ορέστη, διαβολήν τούτο εκίνησε κατ’ αυτής παρά τω της Εκκλησίας λαώ, ως άρα είη αύτη μη συγχωρούσα τον Ορέστην εις φιλίαν τω Επισκόπω συμβήναι»[23]. Οι σχέσεις του Ορέστη με τον Κύριλλο είχαν κλυδωνιστεί στον ύψιστο βαθμό. Το τελικό χτύπημα για να γίνει το χάσμα αγεφύρωτο μεταξύ του Πατριάρχη και του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας υπήρξε ο βασανισμός και η καταδίκη σε θάνατο ενός μοναχού από τη Νιτρία, του Αμμωνίου.
Aυτός, γεμάτος από τυφλό ζήλο για να υπερασπιστεί τον Πατριάρχη του μαζί με άλλους μοναχούς, επιτέθηκαν φραστικά στον Ορέστη. Δυστυχώς η επίθεση δεν έμεινε μόνο στα λόγια αλλά προέβηκε και στο χτύπημα της κεφαλής του Ορέστη από μία πέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη, ο βασανισμός και η θανάτωση του Αμμωνίου. Ο Κύριλλος πήρε το νεκρό σώμα του Αμμωνίου και το έθαψε με τιμές μάρτυρα. Κάτι που εξαγρίωσε περισσότερο τον Ορέστη: «του δε Αμμωνίου το σώμα αναλαβών και εν μια των εκκλησιών αποθέμενος͵ όνομα έτερον αυτώ επιθείς Θαυμάσιον επεκάλεσε͵ και μάρτυρα χρηματίζειν εκέλευσεν͵ εγκωμιάζων αυτού επ’ εκκλησίας το φρόνημα͵ ως αγώνα υπέρ ευσεβείας ανελομένου»[24].
Δυστυχώς αυτή η διαμάχη μεταξύ Κυρίλλου και Έπαρχου είχε και άλλο θύμα εκτός του Αμμωνίου. Τυφλωμένος από την οργή ο όχλος από μερικούς χριστιανούς με πρωτοστάτη τον αναγνώστη Πέτρο κατά τη μαρτυρία του Σωκράτους του Σχολαστικού[25] επιτέθηκε και σκότωσε την Υπατία στις 15 Μαρτίου το 415. Λέγεται ότι ο όχλος είχε επηρεαστεί από ένα φλογερό κήρυγμα του Αγίου Κυρίλλου. Δεν κατηγορείται ποτέ από κανένα σύγχρoνό του ως ηθικός αυτουργός για το φόνο. Η κατηγορία αυτή του προσάφθηκε πολύ αργότερα από κάποιος ψευδοϊστορικούς.
Σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη δολοφονία της φιλοσόφου είχαν και οι «παραβαλανείς», οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερη οργάνωση, ασχολούμενοι με έργα φιλανθρωπίας και παρέμειναν κοντά στο εκκλησιαστικό βαλανείο, από όπου πήραν και το όνομά τους.[26] Ο ιστορικός Σωκράτης σημειώνει ότι ήταν επιρρεπείς σε κοινωνικές αναταραχές «ο των Αλεξανδρέων δήμος πλέον των άλλων δήμων χαίρει ταις στάσεσι· ει δε πότε και προφάσεως λάβηται εις αφόρητα καταστρέφει κακά· δίχα γαρ αίματος παύεται της ορμής»[27].
Η γενικότερη στάση τους δικαιολογεί το νόμο που εκδόθηκε περί των κληρικών και των «παραβαλάνων» της Αλεξάνδρειας στις 28 Σεπτεμβρίου 416 από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Οι «παραβαλάνοι»[28], ήταν ένα ειδικό σώμα 500 ανδρών, το οποίο ήταν κάτω από τις εντολές του εκάστου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Υπήχθησαν όμως δια του αυτού νόμου υπό την δικαιοδοσία του έπαρχου Αλεξανδρείας. Ως δικαιολογία της μεταβολής αυτής υπήρξε ότι το σώμα αυτό ενέσπειρε τον τρόμο και τη φρίκη στην Αλεξάνδρεια δια των αταξιών αυτού, εν αγνοία του Πατριάρχη. Ο λαός της Αλεξάνδρειας ζήτησε από τον αυτοκράτορα, στέλνοντάς του πρεσβεία, να λάβει τα μέτρα του κατά των παραβαλάνων. Αντίθετα, πουθενά δεν αναφέρεται ότι κατηγόρησαν τον Πατριάρχη τους για τις ταραχές που γίνονταν αλλά ούτε και για το φόνο της Υπατίας, ο οποίος απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια την περίοδο του φόνου.
Ο Κύριλλος ήταν άξιος διάδοχος του πατριαρχικού θρόνου του Μεγάλου Αθανασίου. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να φέρει την ειρήνη ανάμεσα στο λαό της Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως δεν τον έκανε δουλοπρεπή απέναντι στην πολιτική εξουσία· αντίθετα, «δε δίστασε να υψώσει τη φωνή του όταν έβλεπε ότι απειλούνταν τα συμφέροντα της Εκκλησίας αλλά και των χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Το έργο και η φήμη του γρήγορα απλώθηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η αγάπη του για την Εκκλησία ήταν η ασπίδα του εναντίον οποιασδήποτε απειλής απ’ όπου αυτή και αν προερχόταν.
Στα μετέπειτα χρόνια δε δίστασε να εναντιωθεί με σθένος στη δογματική κακοδοξία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου[29]. Έφτασε στο σημείο να δει ο ίδιος τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, παρόλα τα εμπόδια που είχε να αντιμετωπίσει[30] και να του εκθέσει τις πλάνες του Νεστορίου, που αποτελούσαν αγκάθι για τη χριστολογία της Εκκλησίας. Φυσικά δεν αρκέστηκε μόνο στο να συναντήσει το Θεοδόσιο. Με επιστολές του είχε πληροφορήσει τις βασίλισσες[31], οι οποίες ήταν δυναμικότερου χαρακτήρα από τον αυτοκράτορα. Τέλος, οργάνωσε το 431 την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο και πέτυχε την καταδίκη του Νεστοριανισμού. Η δικαίωσή του έρχεται με την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, επτά χρόνια από την κοίμησή του.
Ποιμένες σαν τον Κύριλλο έδειξαν ότι οι άρχοντες της Εκκλησίας δεν πρέπει να έχουν ως αποκλειστική ενασχόλησή τους τα της Εκκλησίας, αλλά και να στέκονται άγρυπνοι θεματοφύλακες των εθνικών και των θρησκευτικών συμφερόντων της χώρας υψώνοντας τη φωνή τους ακόμη και στον ίδιο τον αυτοκράτορα, τον εκάστοτε άρχοντα κάθε εποχής, προκειμένου να τον προφυλάξουν από εκούσια η ακούσια σφάλματά του. Φυσικά δεν πρέπει να φτάνουν στο άλλο άκρο να ανακατεύονται σε όλα τα πολιτικά πράγματα και να θέλουν να επιβάλουν την άποψη τους στον εκάστοτε κυβερνήτη (παποκαισαρισμός), γιατί τότε τυφλώνονται από την εξουσία μεθάνε και γίνονται υπηρέτες του Μαμωνά και όχι λειτουργοί του Θεού.
[1] Mansi, V, 725.
[2]Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 7, PG 67, 749C-762A. Θεοδωρήτου Κύρου, Εκκλησιαστική Ιστορία 5, 40 PG 83, 1277D. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστική Ιστορία 15,14 PG 146, 1100A- 1104A. Mansi IV, 1464. Ed. Schwartz I, I, 3 σ. 75. Χρ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933, σ. 264. Α. Θεοδώρου, Η Χριστολογική Ορολογία και Διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Θεοδωρήτου Κύρου, Αθήνα 1955, σ. 37. Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 236.
[3] Βλ. Σχετικά Κ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων 2, Αθήνα 2004, σσ. 231 -258. Συναφώς βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Αθήνα 1990, σσ. 666-682. Ηλ. Μουτσούλα, «Αλεξανδρινοί Συγγραφείς Δ΄ αι. Α  Σεραπίων Θμούεως. Β  Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς», ανάτυπο, Αθήνα 1971, σσ. 17-51. W. Gauche, Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934.
[4]Η επιστολή του ιερού Κυρίλλου (λατινιστί), στον τόμο 77 της PG (389-390) η οποία απευθύνεται στην Υπατία και της εκθέτει τα προβλήματα που έχουν προκύψει από τη διένεξη του Νεστορίου με τον Κύριλλο είναι νόθα. Εξάλλου ο Κύριλλος δεν θα μιλούσε αναλυτικά για ένα δογματικό θέμα, όπως το Χριστολογικό, σε κάποιον που δεν ήταν μέλος της Εκκλησίας του Χριστού. Αφού θα ήταν αδύνατο να κατανοήσει κάποιος θέματα δογματικής διδασκαλίας χωρίς να έχει το κατάλληλο θεολογικό υπόβαθρο. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933, σ. 264 -266.
[5]Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Αθήνα 1990, σσ. 263-326. Του ιδίου, «Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, σταθμός μέγας εν τη θεολογία της Εκκλησίας», ανάτυπο εκ της Θεολογίας (1974), σσ. 102-128. F. L. Cross, The Study of St. Athanasius, Oxford 1945. Κ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων 2, Αθήνα 2004, σσ. 179-222.
[6] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β΄, Αθήνα 1990, σσ. 355-407, 475-529, 590-632, 637-642..
[7] The international cyclopaedia – a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, New York 1899, p. 256.
[8] Π.Κ. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Δ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 340 κ.ε.
[9] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 240.
[10] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή  Ἱστορία Α, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964, σ. 206.
[11] Ματθ. 16, 18.
[12]Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εορταστική Ομιλία 8, 9. PG 77, 565 – 577, 681 – 692, 1060- 1064. Πρβλ. Κ.Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων 1, Αθήνα 1998, σσ. 335-338. Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α, Αθήναι 1992, σσ. 296-299. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 1991, σσ. 423-426. H. Weyer, Novatianus de Trinitate, Düsseldorf 1962.
[13] Πρβλ. Κ.Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων 2, Αθήνα 2004, σσ. 97-120. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 377-398. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 114-119.
[14]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων 1, Αθήνα 1998, σσ. 278, 324 κ.ε. Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α, Αθήναι 1992, σσ. 159-162. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α΄, Αθήνα 19912, σσ. 142-143.
[15]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων 1, Αθήνα 1998, σσ. 470-472.. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α΄, Αθήνα 19912, σσ. 461-464. Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α, Αθήναι 1992, σσ. 244-245..
[16] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7,7 PG 67, 752A.
[17] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 241.
[18] Πρβλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ομιλία 3, PG 77, 1105Α. Συναφώς βλ. Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Το εγκώμιον εις τους αγίους Κύρον και Ιωάννην, PG 87, 3, 3409-3412: «Δαίμων ακάθαρτος επεφαίνετο εν είδει θηλείας ποιών φαντασίας πολλάς και μαντείας δοκών λέγειν, μηδέν εχούσας αληθές και επιταγάς τινων φαρμάκων τερατευόμενος, μηδέ παντάπασιν ωφελών, αλλά τούτοις εις απώλειαν εφελκόμενος… πολλούς το ειδεχθές τούτο δαιμόνιον ταις απάταις παρέσυρε και προσκαλείσθαι αυτού τω βωμώ ελπίδι ρήσεως η προφητείας ανέπειθεν ου μόνον απιστούσι και πάντη τους αυτού προσκειμένους κελεύσμασιν αλλά και πιστούς του Χριστού σύμβολα φέροντες».
[19] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εορταστική Ομιλία 1ε, PG 77, 417-424, 513, 516, 529, 853, 586, 860-873, 896-901, 1057-1060.
[20] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 7, 13, PG 67, 764A.
[21] Αυτόθι, 7,13-34. PG 67, 761C-764C.
[22] Χρ. Παπαδοπούλου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933, σ. 279.
[23]Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 15, PG 67, 768. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστική Ιστορία 14, 16. PG 146, 1105C-1108B.
[24] Αυτόθι, 14, 24-28. PG 67, 773.
[25] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 15, PG 67, 761Α.
[26] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ΄ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 244.
[27] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 15. PG 76, 761A.
[28] Βλ. Δεσπ. Μιχάλαγα, «Οι παραβαλανείς ως φορείς κοινωνικής αντίληψης των πρώτων χριστιανικών αιώνων», ΕΕΘΣΠΑ 34 (1999) 523-554.
[29] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αθήνα 2004, σσ. 32-38, 144-142, 154-157, 166-172, 184-190, 339-351. The international cyclopaedia – a compendium of human knowledge revised with large additions, vol. X, New York 1899, p. 409- 410.
[30] Επειδή τον εμπόδιζαν οι άνθρωποι του Νεστορίου να συναντήσει τον αυτοκράτορα, εκείνος ντύθηκε ζητιάνος και παρουσιάστηκε μπροστά στον αυτοκράτορα τη στιγμή που δεν το περίμενε κανείς.
[31] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Λόγος προσφωνητικός ταις ευσεβεστάταις βασιλίσσαις, περί ορθής πίστεως, PG 76, 1201- 1420.

Πηγή: www.aktines.blogspot.gr