Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Επιβάλλεται, επιτρέπεται ή απαγορεύεται ο θρησκευτικός όρκος;

Το αμφιλεγόμενο θέμα του θρησκευτικού όρκου, επανήλθε στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με την κίνηση του νέου Πρωθυπουργού να παράσχει πολιτική διαβεβαίωση στο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αντί του καθιερωμένου θρησκευτικού όρκου ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος.

Το ζήτημα από νομικής άποψης είναι σαφές. Η επιβολή του θρησκευτικού όρκου ως υποχρεωτικού θα ήταν αντίθετη με το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος με το οποίο προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Με το ίδιο άρθρο κατοχυρώνεται η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων καθενός ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.[1] Με το άρθρο 59 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στους αλλόθρησκους ή ετερόδοξους βουλευτές η δυνατότητα να ορκισθούν σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή δόγματος.[2]  Στην ίδια κατεύθυνση, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (άρθ. 408 παρ. 1), παρέχει την επιλογή στους εξεταζόμενους ενώπιον των Δικαστηρίων μάρτυρες, αν επιθυμούν να ορκισθούν με θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο.

Στη θεολογική-ιεροκανονική διάσταση του ζητήματος υπάρχει διχογνωμία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη του θρησκευτικού όρκου. Θα πρέπει, εν πρώτοις,  να τονίσουμε ότι η επιβολή του θρησκευτικού όρκου σε κάποιον αλλόθρησκο ή άθεο αντιβαίνει ευθέως στη χριστιανική διδασκαλία που σέβεται την ελευθερία της επιλογής, βασιζόμενη στη φράση του Ιησού Χριστού «όστις θέλει…»[3]. Εξίσου ανεπίτρεπτη είναι και η οικιοθελής φαρισαϊκή χριστιανική ορκοδοσία ενός αλλόθρησκου ή άθεου, που γίνεται με σκοπό την παραπλάνηση του κοινού.

Για τον όρκο, αναφέρονται τα εξής στα Ιερά Κείμενα:

Στην Παλαιά Διαθήκη, όπου γενικά επιτρέπεται ο όρκος, έχουμε την πρώτη «προφητική» απαγόρευση από τον προφήτη Ωσηέ, ο οποίος αναφέρει: «Μη ομνύετε ζώντα Κύριον»[4]. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επισημαίνει σχετικά: «Ηξεύρωμεν ότι εις την Παλαιάν Γραφήν εσυγχωρούντο οι αληθείς και νόμιμοι όρκοι. Ναι εσυγχωρούντο, μα όχι ενομοθετούντο. Εσυγχωρούντο διά την ατέλειαν και νηπιότητα των Ιουδαίων προς αποφυγήν της ειδωλολατρείας[5]

Στην Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Χριστός εντέλλει: «μη ομόσαι όλως»[6], ενώ ο Απόστολος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος παραγγέλλει: «προ πάντων αδελφοί μου, μη ομνύετε»[7]. Αναφέρει πάλι σχετικά ο άγιος Νικόδημος: «Το θείον Ευαγγέλιον με στερεάν απόφασιν, όχι μόνον εις του Θεού το όνομα δεν συγχωρεί να ομόση τινάς, αλλ’ ουδέ την ιδίαν του κεφαλήν, προστάζων ότι, αν δεν περισσεύση η δικαιοσύνη μας περισσότερον από την των Γραμματέων και Φαρισαίων, και απλώς την του Νόμου, δεν δυνάμεθα να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν των ουρανών.»

Σε συμφωνία με τα αγιογραφικά αυτά χωρία, συντάσσονται πλείστοι άγιοι Πατέρες. Ενδεικτικά αναφέρουμε[8]:
Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος: «Όρκου τι χείρον; Ουδέν».(μτφρ: Τι είναι χειρότερο από τον όρκο; Τίποτα!»)[9]
Μέγας Βασίλειος: «Καθ’ άπαξ μεν όρκος απαγορεύεται. (ΚΘ’ Κανών Μ. Βασιλείου) (μτφρ: Ο όρκος απαγορεύεται μια και για πάντα.).[10]
Ιερός Χρυσόστομος: «Συ, ει μηδέν έτερον, αυτό γουν το Βιβλίον αιδέσθητι, ο προτείνεις εις όρκον. Το Ευαγγέλιον, ο μετά χείρας φέρεις και κελεύεις ομνύναι, ανάπτυξον και ακούσας τι περί όρκου ο Χριστός εκεί διαλέγεται, φρίξον και απόστηθι. Συ δε τον νόμον τον κωλύοντα ομνύναι, τούτον όρκον ποιείς: Ω της ύβρεως! Ω της παροινίας!» (μτφρ: εσύ, αν μη τι άλλο, αυτό το Βιβλίο σεβάσου το, το οποίο προτείνεις για όρκο. Το Ευαγγέλιο που κρατάς στα χέρια σου και παροτρύνεις κάποιον να ορκισθεί σε αυτό, άνοιξέ το και όταν μάθεις τι λέγει για τον όρκο ο Χριστός, φρίξε και στάσου μακριά από αυτό που πήγες να κάνεις. Εσύ, ορκίζεσαι στο νόμο που απαγορεύει τον όρκο; Τι ύβρις! Τι παράνοια!)[11]
Ο ίδιος: «Τι έχει να κάμη τινάς όταν ήναι ανάγκη δια να ομόση; Όπου είναι παράβασις νόμου, εκεί δεν χωρεί καμμία ανάγκη. Και είναι δυνατόν (μου λέγει) τελείως να μη ομνύει τινάς; Τι λέγεις; Ο Θεός επρόσταξε, και συ ερωτάς, αν ήναι δυνατόν να φυλάξης την προσταγήν του; Περισσότερον είναι αδύνατον το να μη φυλάξης την προσταγήν του, παρά το να την φυλάξης.» (Τι πρέπει να κάνει κάποιος όταν είναι ανάγκη να ορκισθεί; Όπου υπάρχει παράβαση του νόμου (του Θεού), εκεί δεν χωρεί καμία ανάγκη. Και είναι δυνατόν να μην ορκίζεται κάποιος; Αποκρίνεται: ο Θεός πρόσταξε, και συ ρωτάς, αν είναι δυνατόν να φυλάξεις την προσταγή του;»)[12]
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Φεύξη τον όρκον τελείως» (απόφευγε τελείως τον όρκο)[13]
Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας: «ουκ ην πονηρόν τότε το ομνύειν, μετά Χριστόν εστί πονηρόν» (στην Παλαιά Διαθήκη δεν ήταν κακό να ορκίζεσαι, μετά Χριστόν όμως είναι κακό)[14]
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης: (στην ερμηνεία του ΨΔ’ Κανόνα της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου) «ου μόνοι δε οι κατά την συνήθειαν των Ελλήνων γινόμενοι όρκοι είναι εμποδισμένοι από τους Χριστιανούς, αλλά και κάθε απλός όρκος».
Στην ίδια ερμηνευτική προσέγγιση του Κανόνα ο άγιος αναφέρει: «Ας εντραπούν τόσον ο Βαλσαμών, όσον και οι ακόλουθοι, λέγοντες ότι είναι νόμιμον πράγμα το να γίνωνται όρκοι καλοί και αληθείς, ένα μεν, διότι και οι Βασιλικοί νόμοι συγχωρούσι τους όρκους … Προς μεν ουν το πρώτον αποκρινόμεθα εκείνα όπου εις διάφορα μέρη προείπομεν. Ότι δηλ. οι Βασιλείς δεν εκθέτουσι πολλάκις προς το συμφέρον τους νόμους, κατά τον Χρυσόστομον, και ότι, κατ’ αυτούς τους ίδιους Βασιλείς, πρέπει να ακυρώνωνται όλοι εκείνοι οι νόμοι, όπου εναντιώνονται εις τους θείους Κανόνας, και μάλιστα εις τας θείας Γραφάς και τα Ευαγγέλια…».[15]
Παρατηρούμε λοιπόν, μια συμφωνία των Πατέρων, ένα consensus patrum, σχετικά με το ανεπίτρεπτο του χριστιανικού όρκου. Μάλιστα η επιτακτική χρήση καθολικών όρων όπως «καθ’ άπαξ», «τελείως» κ.λπ. κλίνει προς την υιοθέτηση της άποψης περί της απαγόρευσης του όρκου και ενώπιον των αρχών του Κράτους.

Υπάρχει ωστόσο και ένας εξίσου μεγάλος Πατήρ της Εκκλησίας, ο άγιος Νεκτάριος Μητροπολίτης Πενταπόλεως, ο οποίος εξειδικεύει το ανεπίτρεπτο του όρκου στις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων και υποστηρίζει με ισχυρά επιχειρήματα ότι ο όρκος ενώπιον των αρχών επιτρέπεται.
Γράφει ο ιερός Πατήρ: «ὁ Σωτὴρ ἀπηγόρευσε τὸν ὅρκον τὸν πρὸς ἀλλήλους καὶ οὐχὶ τὸν ὅρκον τὸν διδόμενον ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας καὶ διαβεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν. Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ ἐξορκισθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως νὰ μαρτυρήσῃ εἰ αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός, ἐδέχθη τὸν ὅρκον, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι αὐτός ἐστιν (Ματ. κς´ 63)»[16]

Οι σεβαστές αυτές σκέψεις του αγίου Νεκταρίου, φαίνεται πως έρχονται σε σύγκρουση με αυτά που υποστηρίζουν οι προγενέστεροι Πατέρες.

Όποια, όμως, από τις δύο απόψεις και αν γίνει δεκτή στο θεολογικό επίπεδο, η ταπεινή γνώμη του γράφοντος, είναι ότι θα πρέπει να καταργηθεί ο θρησκευτικός όρκος ενώπιον των αρχών. Η πρακτική αυτή, θεσμοθετήθηκε σε μια εποχή που οι περισσότεροι πολίτες είχαν ζωντανό μέσα τους το θρησκευτικό συναίσθημα και η ένορκη παροχή διαβεβαιώσεων ή μαρτυριών ενώπιον των Αρχών, διασφάλιζε την ειλικρινή στάση τους ενώπιον αυτών.
Η διατήρηση του όρκου στην έννομη τάξη, στη σημερινή εποχή όπου, δυστυχώς, ως επί το πλείστον έχει χαλαρώσει το θρησκευτικό συναίσθημα εκείνων που δηλώνουν χριστιανοί, ενώ παράλληλα έχει επικρατήσει η λογική του «δεν πειράζει, όλοι το κάνουν αυτό, όλοι ψευδορκούν, όλοι βλασφημούν, όλοι απατούν τις συζύγους τους κ.ο.κ», μάλλον επιφέρει θανάσιμες αμαρτίες παρά καλό κάνει.
Στην πράξη δε, ο όρκος καθόλου δεν εξασφαλίζει την ειλικρινή στάση των ορκιζομένων, καθώς οι ψευδορκίες και οι επιορκίες είναι φαινόμενο καθημερινό, τόσο που η τρομακτική προθυμία απλών καθημερινών ανθρώπων να καταθέσουν ένορκα ψευδείς μαρτυρίες, επιτάσσει την διεκδίκηση εκ μέρους της Εκκλησίας της κατάργησης του θρησκευτικού όρκου, για να διαφυλάξει το ποίμνιό της από τις σοβαρότατες θανάσιμες πτώσεις της ψευδορκίας και της επιορκίας.

Όσον αφορά, τέλος, την άρνηση του νέου Πρωθυπουργού να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο, γνωρίζουμε ασφαλώς, ότι ο κ. Τσίπρας δεν προέβη σε αυτή την κίνηση από σεβασμό προς την εντολή του Κυρίου περί όρκου, αλλά επειδή, όπως και ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν, δεν πιστεύει στο Θεό. Όσο, όμως, κι αν μας «χτύπησε» άσχημα η κίνηση αυτή του Πρωθυπουργού να παραμερίσει την Εκκλησία μας, την τροφό του Γένους, και να δώσει πολιτική διαβεβαίωση σε μία τελετή που είχαμε συνηθίσει, καλώς ή κακώς, να υπάρχει εκκλησιαστική παρουσία, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο κ. Τσίπρας, ανεξάρτητα από την πολιτική που θα ακολουθήσει, δεν κινδυνεύει να γίνει επίορκος.

Χαράλαμπος Άνδραλης


[1] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 33 παρ. 2 του Συντάγματος όπου αναγράφεται ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας ως εξής: «ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας…», χωρίς να παρέχεται εναλλακτική λύση σε περίπτωση που ο ΠτΔ είναι άθεος ή αλλόθρησκος. Γίνεται δεκτό ότι σε τέτοια περίπτωση δύναται να δοθεί πολιτική διαβεβαίωση, ώστε να μη παραβιάζεται το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής συνείδησης (Σ. 13, παρ.1)
[2] Για τους άθρησκους-άθεους βουλευτές, παρότι δεν προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα, η υποχρέωση ορκοδοσίας αντικαθίσταται με αντίστοιχη δήλωση πανηγυρικού τύπου, ώστε να μη παραβιάζεται το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής συνείδησης (Σ. 13, παρ.1)
[3] Μάρκ. η΄ 34
[4] Ωσηέ δ΄ 16
[5] Ερμηνεία ψδ΄ Κανόνος της Πενθέκτης Συνόδου, Πηδάλιον σελ. 302
[6] Ματθ. ε’ 34-36
[7] Ιακ. ε’ 12
[8] αντιγράφοντας παλαιότερο σχετικό άρθρο μας με μερικές νέες προσθήκες http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_5319.html
[9] Μη ορκίζεσαι, Εκδόσεις «Ορθοδόξου Τύπου», 1976 († Αρχιμ. Χαράλαμπος Δ. Βασιλόπουλος)
[10] Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου, σελ.610

[11] «Η πονηρία του όρκου», Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=295938
[12] Ομιλία η΄ εις τους ανδριάντας                    

[13] Η πονηρία του όρκου», Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=295938

[14] Μη ορκίζεσαι, Εκδόσεις «Ορθοδόξου Τύπου», 1976 († Αρχιμ. Χαράλαμπος Δ. Βασιλόπουλος)

[15] Για την πληρέστερη κατανόηση του ζητήματος, είναι σκόπιμο ο αναγνώστης να διαβάσει ολόκληρη την ερμηνεία του Ιερού Κανόνα από τον άγιο Νικόδημο στο Πηδάλιο (σελ.301-303), την οποία δεν μπορούμε να μεταφέρουμε λόγω της μεγάλης της έκτασης.

[16] «Ὀρθόδοξος Ἱερὰ Κατήχησις», Ἁγίου Νεκταρίου Μητροπολίτου Πενταπόλεως, τοῦ θαυματουργοῦ. Ἐκδόσεις Ῥηγοπούλου, Θεσσαλονίκη


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Η Υπαπαντή του Κυρίου Ιησού Χριστού (Λίγα λόγια περί της εορτής)

Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος


"Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενον ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν." (Απολυτίκιον Υπαπαντής)

Αύριο ξημερώνει η Δεσποτικο-Θεομητορική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου η οποία είναι σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα.

Όπως μας λέει στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο "Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωυσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστύσαι τω Κυρίω, καθώς γέγραπται εν νόμω Κυρίου, 'ότι παν άρσεν διανοίγον μήτραν άγιον τω Κυρίω κληθήσεται', και του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ' ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών'. (Λκ. 2, 22-25). Δηλαδή, μετά από σαράντα μέρες από την κάτα σάρκα γέννηση του Ιησού Χριστού, η Παναγία μαζί με τον δίκαιο Ιωσήφ, πήγαν στον ναό για να προσφέρουν τον Ιησού Χριστό στο Θεό εφόσον έτσι έλεγε ο Νόμος και μαζί με αυτό, προσέφεραν θυσία τρυγόνια ή δύο περιστέρια. Πήγαν στο ναό και εκεί τους περίμενε ο δίκαιος Συμεών. Είχε φωτιστεί από το Αγ. Πνεύμα ότι δεν θα πέθαινε εαν δεν έβλεπε τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ήρθε και μόλις είδε τον Χριστό, είπε "Νῦν ἀπολύεις τον δοῦλόν σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου, ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ." (Λκ. 2, 29 - 32). Εδώ είπε προς τον Θεό ο Συμεών ότι μπορεί να τον πάρει τώρα ο Θεός γιατί είδε τον Ιησού Χριστό όπως τον είχε φωτίσει το Αγ. Πνεύμα ότι θα γινόταν και θαύμασαν ο Ιωσήφ και η Παναγία για τα λόγια του Προφήτου Συμεών. Και καταλήγει ο ευαγγελιστής, "και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού, 'ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί'. " (Λκ. 2, 34 - 36). 

Για την καθιέρωση της εορτής, μας περιγράφει το συναξάρη "η ἑορτὴ εἰσήχθηκε πρῶτα στὴν Δύση πρὸς κατάργηση τῶν τελουμένων εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ Φεβρουαρίου, πρὸς τιμὴν τοῦ Πανός, ὡς καθαρῶς θεομητορικὴ ἑορτή. Ἀργότερα καθιερώθηκε καὶ στὴν Ἀνατολή. Κατὰ μὲν τὸν Γεώργιο Κεδρηνὸ ἡ ἑορτὴ εἰσήχθηκε ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Α’ (518 – 527 μ.Χ.), κατὰ δὲ τὸ Νικηφόρο Κάλλιστο ὁ μέγας Ἰουστινιανὸς (525 – 565 μ.Χ.) διέταξε, τὸ 542 μ.Χ., νὰ ἑορτάζεται ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Σωτῆρος σὲ ὅλη τὴ γῆ. Ἐπειδὴ ὅμως διασώζονται σήμερα λόγοι – ὁμιλίες στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, ποὺ χρονολογοῦνται πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ., εἰκάζεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος εἰσήγαγε τὴν ἑορτὴ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρευρίσκονταν καὶ οἱ βασιλεῖς.
(www.synaxarion.gr).


Πηγές

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον - Κεφ. Β', Στιχ. 22 - 36
www.synaxarion.gr 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ γεννήθηκε σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, ποὺ λεγόταν Ἀριανζός, τὸ 330 μ.Χ.

Ναζιανζηνὸς ὀνομάσθηκε, ἐπειδὴ ἔζησε τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στὴ Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρὶν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολὺ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στὸν δημόσιο βίο καὶ ἀνῆκε σὲ μία ἰουδαῖο-ἐθνικὴ αἵρεση ποὺ λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τὸν σύζυγό της καὶ τὸν ἔκαναν νὰ μεταστραφεῖ στὴν ἀληθινὴ πίστη.

Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καὶ Νόννα, δὲν εἶχαν παιδιὰ καὶ ἱκέτευαν τὸν Θεὸ νὰ χαρίσει σὲ αὐτοὺς τὴν χαρὰ τῆς τεκνοποιΐας. Καὶ πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καὶ ἡ Νόννα γέννησε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, τὸν ὁποῖο πρὶν ἀκόμα αὐτὸς γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ ἂν τὸν ἀφιερώσει στὸν Θεό. Πολλὲς φορὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τοὺς γονεῖς του μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴ Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σὲ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τὸν Ἰσαάκ.

Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νὰ μορφώσουν καὶ νὰ ἐμφυσήσουν στὸν πρωτότοκο υἱό τους τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ γράμματα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἐνέπνευσαν σὲ αὐτὸν ἔντονη καὶ βαθιὰ θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτὸς ἀπὸ εὐσέβεια καὶ πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στὸν ἑαυτό του νὰ ζήσει μὲ ἁγνεία καὶ παρθενία.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στὴν δυνατότητα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρὲς σπουδές. Σπούδασε σὲ ὅλα τὰ τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τὴ Ναζιανζό, τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καὶ ἡ Ρώμη δὲν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Στὶς πόλεις αὐτὲς μελέτησε τὶς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καὶ ἄκουσε τοὺς σοφότερους διδασκάλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Δίδυμο τὸν Τυφλό, ποὺ τότε διηύθυνε τὴ θεολογικὴ σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τοὺς φιλόσοφους Θεσπέσιο στὴν Καισάρεια καὶ Ἰμέριο καὶ Προαιρέσιο στὴν Ἀθήνα. Γιὰ τὸν Προαιρέσιο γίνεται δεκτὸ ὅτι ἦταν Χριστιανός.

Οἱ σπουδὲς δὲν ἔκαναν τὸν Ἅγιο νὰ ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστὰ στὴν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Σαοὺλ ποὺ ἔτρεχε χωρὶς νὰ ξέρει. Αὐτὸ ποὺ τελικὰ βρῆκε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ γεγονὸς τῆς φιλίας του μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καὶ ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.

Ὅταν τελείωσε τὶς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καὶ ἀγωνιοῦσε νὰ μὴν πεθάνει, πρὶν ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε  ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὴν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολὺ καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν ἐλεήσει ὁ Θεός, νὰ βοηθήσει νὰ μὴν πνιγεῖ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

Τὸ βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τὸ ἐπακολούθησε συνειδητὸς πνευματικὸς ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν πνευματικὴ πρόοδο, τὴ θέωση. Μαζὶ μὲ τὸν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καὶ ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στὸν Πόντο καὶ παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ γινόμαστε βιαστὲς τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δυὸ μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιὰ τὶς πνευματικές του ἐμπειρίες καὶ τὰ οὐράνια χαρίσματα ποὺ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτὲς πρέπει νὰ ἦταν πολὺ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτὰ ποὺ ἔβλεπε μὲ αὐτὰ τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τὸν Κύριο τῆς Δόξας καὶ ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καὶ εἶδε τὰ ἄρρητα ρήματα, τὴ δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεὸς τὸν Γρηγόριο στὴν διακονία Του. Τὰ τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στὴ Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ βοηθὸ καὶ συνεργάτη στὴ «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τὴν ἱεροσύνη, θέλησε νὰ τὸν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ὄχι μόνο τὸν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλὰ καὶ τὸν ζηλωτὴ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τὴν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τὸ βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατὰ σάρκα καὶ πνευματικὸς πατέρας), ποὺ ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νὰ εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καὶ χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετὰ τὴν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στὴν μόνωση καὶ τὴν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπὸν στὸ ἐρημητήριό του, στὴ γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καὶ βρῆκε τὴ γαλήνη καὶ τὴν πορεία του. Καὶ ἐπέστρεψε μὲ εἰρήνη στὴν καρδιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ πνευματικό του ἔργο, ποὺ τὸ ἄρχισε μὲ τὸν περίφημο θεολογικὸ λόγο περὶ τοῦ Πάσχα καὶ τὴ δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.

Διακονοῦσε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τὸν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο της μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπὸς του ἦταν νὰ περιφρουρήσει τὴ δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς διεκδικήσεις ἐνὸς νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔθλιψε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τὴν πικρία του. Τελικὰ ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ποτὲ στὰ Σάσιμα. Ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔμεινε στὴ Ναζιανζό, ὡς βοηθὸς τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στὴν παράκλησή του. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τὸ 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νὰ ποιμαίνει τὴν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρὶς νὰ παύσει νὰ τοὺς παρακαλεῖ νὰ ἐκλέξουν καὶ νὰ χειροτονήσουν τὸν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ κατέφυγε στὴν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία στὴν προσευχὴ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη μελετώντας καὶ συγγράφοντας.

Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τὸν κάλεσαν στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στὴν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καὶ ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στὰ χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ νὰ κηρύττει σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σὲ ναὸ καὶ τὸ ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδὴ τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τὰ περίφημα θεολογικὰ κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καὶ ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοὶ φανατικοί, πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν. Τὸν ἔβρισαν. Τὸν κακολόγησαν. Τὸν κτύπησαν. Τὸν γρονθοκόπησαν. Τὸν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καὶ κάποιον νὰ τὸν φονεύσει. Καὶ θὰ τὸν σκότωνε. Ἀλλὰ νικημένος ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στὸν ἴδιο τὴν ἀλήθεια τὴν στιγμὴ ποὺ εἶχε πάει νὰ τὸν σφάξει.

Μὲ ὅπλο τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴ μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως σὰν τὸν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοὶ ὅλο καὶ λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τὸν κατέστησε τὸ ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καὶ τὸν ἐνθρόνισε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δὲν εἶχαν ὅλοι τὴν ὀρθὴ κρίση. Μερικοὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φθόνο κάκιζαν τὸν Ἅγιο, διότι δὲν πίεζε τὸν βασιλέα νὰ ἀφαιρέσει τὶς ἐκκλησίες ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀπαγορεύσει νὰ τελοῦν τὴν λατρεία τους. Σὲ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς λόγχες τοῦ Καίσαρος καὶ ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετὴ σὰν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καὶ πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.

Τὸ ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς Πνευματομάχους – Εὐνομιανοὺς καὶ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τὸ διαμόρφωσε στὴν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἀπολλιναρισμό, ποὺ διαιροῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ τρία μέρη (σῶμα, ψυχὴ καὶ νοῦ) καὶ δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τὸν Χριστὸ ἀτελὴ καὶ ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετὶ ποὺ δὲν προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καὶ ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὸν ἀπόλυτο προορισμό, τὸν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καὶ ὁ Λούθηρος καὶ ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τὸν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρὸ ἐπικήδειο, λόγο ποὺ ἄρχιζε μὲ τὰ λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στὴν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μὲ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοὶ ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρικὴ ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δὲν τὸν ἀναγνώριζαν σὰν κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδὴ τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπὸ τὰ Σάσιμα. Καὶ εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικὰ καὶ παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τὸν Μάξιμο τὸν Κυνικό, ποὺ ἦταν μὲν Ὀρθόδοξος ἀλλὰ ἔμεινε στὴν ἱστορία σὰν ἕνα αἰνιγματικὸ πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στὴν Σύνοδο τὸ θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τὴν δύναμη νὰ συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρὸς τὴν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καὶ τὴν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καὶ παραιτήθηκε μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Δὲν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγὼ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στὴν Ἐκκλησία, ρίχνω τὸν ἑαυτό μου στὴ θάλασσα». Εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησή του λειτούργησε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει τὸ ποίμνιό του. Καὶ ἔφυγε χωρὶς νὰ περιμένει νὰ λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στὴ Ναζιανζὸ καὶ γιὰ λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιὰ νὰ γαληνεύσει.

Ὁ Ἅγιος, σὲ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ ὅσα συμβαίνουν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νὰ ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη ἑνότητας στοὺς κοσμικοὺς ὀργανισμούς, στὶς πόλεις, στοὺς οἴκους, στὸ στράτευμα καὶ ὅμως νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν κατ’ ἐξοχὴν κήρυκα καὶ θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς πιστούς της.

Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δὲν σήμαινε ὅτι θὰ ἔπαυε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνότητας καὶ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὰ δύο αὐτὰ ὑπέρτατα ἀγαθά.

Τὸ ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρὸ κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τὸν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καὶ ἀποσύρθηκε ὁριστικὰ στὴν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στὴν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ στὸ μαρτυρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας ποὺ ὀνομάζεται Δομνίνου, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τὸ μετέφερε ἀπὸ τὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας στὴν Κωνσταντινούπολη. Κατὰ τὴν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.

Τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δὲν ἔχουν τὴν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρὰ ταῦτα ἔχουν βάθος καὶ δύναμη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλου. Τὰ ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγὴ τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’

Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον

Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τὰς συμπλοκὰς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καὶ φοροῦσα σὺν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1881/sxsaintinfo.aspx

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Το μεγαλείο της ευθύτητας του αγίου Παϊσίου σ’ έναν κόσμο υποκρισίας

Η πρόσφατη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου[1] για την αγιοκατάταξη του αγιορείτη μοναχού Παϊσίου, ήλθε να επικυρώσει την από χρόνια σχηματισμένη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, περί της αγιότητας του οσίου πατρός. Για τον νεοφανή άγιο έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα που καταδεικνύουν τα αγιοπνευματικά χαρίσματα, τις ακραίες ασκήσεις, την παραδειγματική αγάπη και την υπερβολική ταπείνωση που τον διέκριναν.
Εκείνο όμως το στοιχείο που θα έπρεπε να επισημανθεί, είναι η αδιαπραγμάτευτη ευθύτητά του. Πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως, διότι στις πονηρές ημέρες που ζούμε, το ανδρείο αυτό στοιχείο έχει σχεδόν εκλείψει. Η διπροσωπία και η υποκρισία βαφτίστηκαν έξυπνη διπλωματία στους κοσμικούς κύκλους και «διάκριση»(!) στους εκκλησιαστικούς. Η δε ευθύτητα, στον ελάχιστο βαθμό που έχει απομείνει, χαρακτηρίζεται ως ανόητος δονκιχωτισμός και έλλειψη ταπείνωσης αντίστοιχα.
Το αποτέλεσμα αυτών είναι η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το «ναι» δεν σημαίνει πάντα «ναι», και το «ου» δεν σημαίνει πάντα «ου». Στη δε πολιτική, το απροκάλυπτο ψεύδος έχει γίνει τόσο φυσικό, που δεν εκπλήσσει και δεν εξεγείρει τις μάζες το ότι δεν τηρούνται ούτε στο ελάχιστο οι προεκλογικές εξαγγελίες των υποψηφίων.

Ζώντας σε μία τέτοια εποχή, ο ασκητής της Παναγούδας, πλήρης από τα χαρίσματα της ταπεινώσεως και της διακρίσεως, δεν έκανε ποτέ διπλωματίες και δημόσιες σχέσεις. Πήρε ανοιχτή θέση για όλα τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας. Μίλησε καθαρά για τα «τρία πλοκάμια του διαβόλου»[2] τον οικουμενισμό[3], τη μασονία και τον κομμουνισμό, για τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων[4], για τις μεταμοσχεύσεις[5], για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες[6], για την ομοιοπαθητική[7], για τις προγαμιαίες σχέσεις[8], για τη θεωρία της εξέλιξης[9], για τα εθνικά θέματα[10]. Και οι απόψεις του δεν προσαρμόζονταν ανάλογα με το ακροατήριο. Δεν χάιδευε αυτιά. Δεν ήθελε να γίνει αρεστός, αλλά ωφέλιμος. Οι θέσεις του ήταν ευθείες και κοφτές. Στα λεγόμενα και γραφόμενα του αγίου ουδεμία θέση έχουν δεύτερες και τρίτες ερμηνείες[11].
Επειδή προαισθανόταν (κατά τη γνώμη μου εξαιτίας του προφητικού χαρίσματος που είχε) ότι οι θέσεις του θα έχουν αργότερα βαρύνουσα σημασία για την εκκλησιαστική και την εθνική συνείδηση, φρόντισε ο ίδιος, παρότι ολιγογράμματος, να γράψει βιβλία και επιστολές. Μάλιστα ένα εσχατολογικό τεύχος[12] το εξέδωσε χειρόγραφο με τα ορθογραφικά του λάθη και όχι μηχανογραφημένο, ώστε να μην αμφισβητηθεί μετέπειτα η γνησιότητά του από κανέναν.
Ο άγιος Παΐσιος, ήταν επίσης απαλλαγμένος από την προσωποληψία, ένα από τα πάθη που γεννούν την έλλειψη ευθύτητας. Το κελί της Παναγούδας, όταν ο οικιστής του δεν βυθιζόταν στην ησυχία και την προσευχή, ήταν ανοιχτό για όλο τον κόσμο. Τον γέροντα επισκέπτονταν από επίσκοποι μέχρι σταλινικοί άθεοι και από υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι μέχρι άποροι ναρκομανείς. Όλους τους αντιμετώπιζε με τον ίδιο σεβασμό και αν χρειαζόταν τους έλεγχε με την ίδια παρρησία[13], θέτοντας ως όριο στον έλεγχο, όχι την κοινωνική θέση, αλλά την πνευματική κατάσταση και τη δεκτικότητα του ελεγχόμενου προσώπου.
Η ελεγκτική στάση του οσίου απέναντι σε κάποιους ανθρώπους, αποδεικνύει ότι ο έλεγχος, το «ξεσκόνισμα»[14] όπως ο ίδιος το χαρακτήριζε, όταν γίνεται με αγνές προθέσεις και χωρίς εμπάθεια, όταν γίνεται ενάντια στην αμαρτία ή την αίρεση και όχι ενάντια στο πρόσωπο[15], με σκοπό την πνευματική ωφέλεια του ελεγχόμενου, είναι μια πράξη έμπονης αγάπης, ενώ αντίθετα η κολακεία, αποτελεί ιδιοτελή επίδειξη πνευματικής αδιαφορίας.

Δυστυχώς, η προσωποληψία είναι μια σοβαρή πνευματική ασθένεια που προσβάλει όχι μόνο τους κοσμικούς, αλλά και τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους. Πολλοί από εμάς, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, επηρεασμένοι από την καθιερωμένη πια νεοελληνική νοοτροπία, αποδίδουμε αφρόνως υπερβολικές τιμές στους ισχυρούς της ημέρας, ενώ παράλληλα περιφρονούμε τους αδυνάτους.
Μία πτυχή της σοβαρής αυτής πτώσης στον εκκλησιαστικό χώρο, για την οποία ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος στην επιστολή του, αναφέρει ρητά ότι ο παραβάτης (αυτής και κάθε άλλης εντολής) είναι παραβάτης ολόκληρου του Νόμου του Θεού[16], τη βλέπουμε να πραγματοποιείται σε κάθε προεκλογική περίοδο, όπου οι υποψήφιοι μαζεύονται εθιμικά μπροστά από την Ωραία Πύλη, στα «επίσημα» (!), σε ξεχωριστή από τους υπολοίπους θέση, ώστε ως άλλοι Φαρισαίοι να αποδείξουν στους πιστούς εκλογείς ότι είναι ευσεβείς. Και όταν εκλεγούν, εκτός από το ότι απέχουν πια από τον μη προεκλογικό εκκλησιασμό, φροντίζουν να νομοθετήσουν ασεβώς εναντίον της κυριακάτικης αργίας, εναντίον των πολυτέκνων, υπέρ της ανέγερσης ισλαμικού τεμένους, υπέρ της ομοφυλοφιλίας κ.λπ.. Οι δε «κοινοί θνητοί» που αποτελούν το εκκλησίασμα, τυχαίνει κάποιες φορές να μένουν έξω από το Ναό, για λόγους ασφαλείας[17]!!!

Ο ταπεινός γέροντας, από την άλλη, έδειχνε την ίδια αγάπη και τιμή στους καταφρονεμένους της ζωής[18] με εκείνη που έδειχνε στους «επιτυχημένους», διότι στο πρόσωπο όλων έβλεπε την εικόνα του Θεού.
Η περιφρόνηση που είχε ο άγιος για τα αξιώματα, καταδεικνύεται και από το ότι αρνήθηκε επίμονα ο ίδιος να λάβει οποιοδήποτε αξίωμα, ακόμα και την ιερωσύνη[19], παρότι του προτάθηκε πολλές φορές από ευλαβείς αρχιερείς, παραμένοντας μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του ένας απλός μοναχός. «Κρύφτηκε» στη μέση του πουθενά, σ’ ένα δάσος του Αγίου Όρους για να μην τιμάται από τον κόσμο. Παρόλα αυτά, χιλιάδες άνθρωποι κατέφευγαν στον αναχωρητή μοναχό για να τους συμβουλεύσει και να τους παρηγορήσει. Το κελλί του έγινε πνευματική όαση στην υλιστική έρημο της Νέας Εποχής.
Ενώ ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να προωθηθεί αυτοδιαφημιζόμενος, να στήσει μια ψεύτικη εικόνα του εαυτού του, να γίνει γνωστός και να εκτιμηθεί από τον κόσμο, ώστε να καλύψει το ψυχικό κενό που δημιουργεί η απομάκρυνσή του από το Θεό, ο άγιος Παϊσιος αναχώρησε από τον κόσμο ώστε να μην ασχολείται κανείς μαζί του και να μείνει άγνωστος στους ανθρώπους, αλλά γνωστός στο Θεό. Κι όμως η φήμη του και τα λόγια του έφτασαν όχι μόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και στην τελευταία άκρη της υφηλίου, τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ο ξένος τύπος τον έκανε αντικείμενο έρευνας[20]

Ο άγιος Παΐσιος, καθώς και οι άλλοι σύγχρονοι άγιοι και γέροντες, αποτελούν τα ιδανικά σημερινά πρότυπα ζωής, την αποστόμωση των δικαιολογιών μας περί «άλλων εποχών», την απτή πραγμάτωση του θεωμένου ανθρώπου, την εναλλακτική λύση στις νεοεποχήτικες σούπες που σερβίρονται αφειδώς από τους κατευθύνοντας την κοινή γνώμη.
Είθε να αποκτήσουμε σε αυτόν τον κόσμο του «δήθεν», της υποκρισίας και του ψεύδους, την θεάρεστη ευθύτητα, την αγαπητική ανιδιοτέλεια και την παιδική ειλικρίνεια στις ανθρώπινες σχέσεις μας, με τις πρεσβείες του οσίου Παϊσίου.

Χαράλαμπος Άνδραλης

* Στις υποσημειώσεις αναφέρονται όπου ήταν δυνατό οι διαδικτυακές πηγές, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμες στους αναγνώστες



[1] http://makkavaios.blogspot.gr/2015/01/blog-post_28.html
[2] http://www.impantokratoros.gr/33DC5EAF.el.aspx
[3] http://aktines.blogspot.gr/2015/01/blog-post_51.html#more
[4] http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1409
[5] http://www.im-glyfadas.gr/01/05/01050030.asp
[6] http://orthodox-watch.blogspot.gr/2010/06/blog-post_16.html
[7] http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=405
[8] π. Γεωργίου Καλπούζου «Έφηβοι και προγαμιαίες σχέσεις», σελ. 60-67
[9] http://www.egolpion.com/paisios_exelixh.el.aspx
[10] Αθ. Ρακοβαλή, Ο Πατήρ Παΐσιος μου είπε, σελ 68
Νικολάου Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, τόμος Α', σελ 259
Νικολάου Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, τόμος Β', σελ 373.
Ιερομόναχου Χριστόδουλου, «Σκεύος Εκλογής», Σελ :219
Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση, "Ο Γέροντας Παΐσιος", 1995
[11] Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πολιτικών μας, οι οποίοι μπορούν να μιλάνε ώρες, χωρίς να λένε τίποτα σαφές.
[12] http://anavaseis.blogspot.gr/2010/07/666.html
[13] http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2015/01/blog-post_77.html
[14] http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?f=14&t=12293
[15] http://www.oodegr.co/oode/pateres1/paisios/gramma_nomou1.htm

[16] Ιακ. Β΄, 10


[17] http://www.zougla.gr/greece/article/frourio-o-agios-dimitris-tis-8esalonikis
[18] http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?f=14&t=12941
[19] Γέροντος Παΐσιου Λόγοι Α' Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999
[20] http://www.wsj.com/articles/SB10001424127887324469304578143271912956476

Το Χριστιανικό Βίωμα

Κωνσταντίνου Αν. Σπυρόπουλου
φοιτητή Θεολογίας

     
Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε πως κάθε Κυριακή πρωί συντελείται ένα ταξίδι στην ψυχή του κάθε πιστού. Φθάνοντας κάποιος στην εκκλησία και παρακολουθώντας τον αναστάσιμο-κυριακάτικο όρθρο, ταξιδεύει νοητά στα Ιεροσόλυμα. Βλέπει τον άγγελο καθήμενο στον λίθο του μνήματος, ακούει με τις μυροφόρες το «οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ’ ἠγέρθη», εισέρχεται στο μνήμα με τον Πέτρο και τον άλλο μαθητή και αντικρίζει το σουδάριο, βγαίνει και κηρύττει «τὸν τῆς ἀναστάσεως λόγο» ότι «ἀνέστη ὁ Κύριος», του εμφανίζεται ο Κύριος στη σύναξη των αποστόλων, και αν απιστήσει, επιβεβαιώνει την πίστη του μαζί με τον Θωμά.

      Κάθε Κυριακή πρωί λοιπόν, ο χριστιανός ζει το γεγονός της Ανάστασης και καλείται να καταστεί κήρυκας του Ευαγγελίου, όχι με γνωσιολογικά κριτήρια, αλλά με το προσωπικό χριστιανικό βίωμα. Γίνεται αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας και αναφωνεί με τον «ηγαπημένο μαθητή», «ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν, ὅ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν ἀπαγγέλομεν ὑμῖν» (Α’ Ιωαν. 1,2-3).

      Αυτό είναι ο ορισμός του χριστιανού. Ο χριστιανός για να είναι όντως χριστιανός χρειάζεται το βίωμα, όλη του η ζωή να είναι συνυφασμένη με τη χριστιανική του ιδιότητα. Να μιλά και να καταλαβαίνουν πως είναι χριστιανός, να περπατά και αυτοί που δεν τον γνωρίζουν να λένε, «να ένας χριστιανός»! Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας, κατά τη διάρκεια των διωγμών, τους μάρτυρες τους ρωτούσε ο διοικητής, «πώς σε λένε;», και ο μάρτυρας απαντούσε, «χριστινός είμαι!», ρωτούσε «από πού είσαι;», λάμβανε την ίδια απάντηση, και σε όποια άλλη ερώτηση και αν του γινόταν, εκείνος με γενναίο φρόνημα απαντούσε «χριστιανός είμαι».

      Δυστυχώς σήμερα, είμαστε κατ’ επίφαση χριστιανοί, ή στην καλύτερη περίπτωση τα πρώτα δέκα λεπτά που ακολουθούν τον εκκλησιασμό ή την ανάγνωση κάποιου πνευματικού βιβλίου. Το πρόβλημα των ημερών μας εδράζεται στην απουσία του εκκλησιαστικού-χριστιανικού βιώματος. Διότι αν είχαμε αυτό το βίωμα όλα τα καθημερινά, υλικά, ηδονικά πράγματα δεν θα είχαν καμία σημασία και θα μπορούσαμε να ξεστομίσουμε τον μεστό από έμπρακτο χριστιανικό βίωμα Παύλειο λόγο, «ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. 1,21).

      Για να αποκτήσουμε αυτό το σωτήριο βίωμα είναι ανάγκη να γυρίσουμε, όπως ο άσωτος υιός, στο Θεό Πατέρας μας και την μητέρα μας την αγία Εκκλησία. Να σταματήσει η αποστασία, εξαιτίας της οποίας οδηγηθήκαμε σε αυτήν την κατακρήμνιση της κοινωνίας μας αλλά και της προσωπικής ύπαρξης του καθενός. Ας αφουγκραστούμε τον προφήτη Ησαΐα, ο οποίος ελεγκτικά φωνάζει «οὐαὶ τέκνα ἀποστάται» (Ησ. 30,1), και αμέσως μετά να ακούσουμε «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Ησ. 40,3), τον Πρόδρομο και Βαπτιστή, απ’ τα βάθη της ερήμου του Ιορδάνη που κηρύσσει μετάνοια!


      Μετάνοια χρειαζόμαστε! Μετάνοια για τις αμαρτίες μας, για τις στεναχώριες που ποτίσαμε τους αδελφούς μας, για τις αδικίες που διαπράξαμε ορμώμενοι από εγωκεντρικά και φίλαυτα αισθήματα. Η οδός της σωτηρίας, του χριστιανικού δηλαδή βιώματος, το οποίο θα μας δώσει τη δυνατότητα να γίνουμε μυροφόροι στον τάφο του Ζωοδότη Χριστού, να Τον αντικρίσουμε με τους αποστόλους και να Τον ψηλαφίσουμε μαζί με το Θωμά, είναι η Μετάνοια, η Εξομολόγηση και η θεία Ευχαριστία! Τότε θα μπορούμε ειλικρινά να φωνάξουμε απ’ τα βάθη της καρδιάς μας, με τον απόστολο Παύλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20)!   

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί πανηγυρίζουν οι πατριαρχικοί;



 «Ο σύγχρονος “διάλογος της αγάπης”, ο οποίος τελείται υπό την μορφήν γυμνού συναισθηματισμού, είναι εις την πραγματικότητα ολιγόπιστος άρνησις του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αληθείας (Β’Θες. 2,13) δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους “αγάπης της αληθείας” (αυτόθι 2,10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια· η αγάπη ζη και υπάρχει αληθεύουσα.»  Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς
 
 Με μεγάλη μας λύπη, παρακολουθήσαμε τα όσα διαδραματίστηκαν στο Φανάρι κατά τη θρονική εορτή του αποστόλου Ανδρέα. Σαφώς και όλα αυτά δεν μας προκάλεσαν έκπληξη, καθώς τα ίδια είχαν συμβεί κατά την επίσκεψη του προηγούμενου πάπα Ρώμης Βενεδίκτου στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 2006. Και όπως συμβαίνει πάντοτε, αν δεν υπάρξουν μεγάλες αντιδράσεις την πρώτη φορά, η δεύτερη φορά, η εδραίωση της ανομίας, περνάει όχι απλά ανώδυνα, αλλά πανηγυρικά.

Βεβαίως, υπήρξαν και τότε αντιδράσεις ελαχίστων, οι οποίοι στεφανώθηκαν από τους αγαπολόγους με χαρακτηρισμούς «αγάπης» όπως «φονταμενταλιστές», «ταλιμπάν», «αρρωστημένα μυαλά» κ.λπ. και κατ’ αυτόν τον τρόπο οι φιλενωτικοί καθησύχασαν τις συνειδήσεις τους, χωρίς όμως να δώσουν πειστικές και θεολογικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στους αντιδρώντες.

Αυτή τη φορά, μάλιστα, κάποιοι πατριαρχικοί της διασποράς έσπευσαν να υπερασπιστούν το ημι-συλλείτουργο (ασπασμός της αγάπης, μνημόνευση του πάπα, απαγγελία του «Πάτερ Ημών» από τον ποντίφικα, κήρυγμα από άμβωνος του κ. Φραγκίκου, ψαλλόμενα τροπάρια προς τιμήν του κ.α.) του Πατριάρχη με τον Πάπα που έγινε στον πατριαρχικό Ναό, υποστηρίζοντας ότι αφού δεν έφθασαν σε κοινό ποτήριο και δεν ενώθηκαν επίσημα, όλα βαίνουν καλώς και ορθοδόξως.

Βέβαια, οι ως άνω υποστηρικτές, ενώ χάρηκαν που δεν επήλθε η ένωση με τους παπικούς, δεν προβληματίστηκαν περί του πως θα εξηγήσουν στο ποίμνιό τους ότι ο παπισμός είναι λεγεώνα αιρέσεων και πόρρω απέχει από την ορθόδοξη πίστη. Θα αναρωτηθεί ο Ορθόδοξος της διασποράς, το πνευματικό τους τέκνο, γιατί να πάω να μεταλάβω στην ορθόδοξη Εκκλησία και όχι στην παρακείμενη «καθολική», αφού ο πάπας είναι αδελφός του Πατριάρχη μας, διάδοχος του αποστόλου Πέτρου και βεβαίως καθόλου αιρετικός.

Δεν προβληματίστηκαν οι σεβαστοί πατέρες μας, σχετικά με το μπέρδεμα που δημιουργείται στους πιστούς όταν από τη μία διαβάζουν τον άγιο Κοσμά να αποκαλεί τον πάπα αντίχριστο και από την άλλη βλέπουν να ψάλλονται τροπάρια προς τιμήν του σε ορθόδοξο ναό; Από τη μία, όλοι οι άγιοι μετά το 1054 να κατονομάζουν ως αίρεση και μεγάλη πλάνη τον παπισμό, και από την άλλη να παραχωρείται στον πάπα ο άμβωνας για να κηρύξει στο ορθόδοξο ποίμνιο.

Δεν προβληματίζονται επιπλέον, που οι μακράν της Εκκλησίας άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, ταυτίζουν την άσπιλη Ορθοδοξία μας με τον αιμοχαρή παπισμό των σταυροφοριών, της ιεράς εξετάσεως και εσχάτως της παιδεραστίας και της μαφίας; Είναι, εξάλλου, ευρέως διαδεδομένο στα λαϊκά στρώματα και στους μη έχοντας σοβαρές μεταφυσικές ανησυχίες ανθρώπους, το πολυδιαφημισμένο σλόγκαν της Νέας Εποχής «όλοι ίδιοι είναι, όλοι στον ίδιο Θεό πιστεύουν».

Δεν άκουσαν οι πανηγυρίζοντες υποστηρικτές του Φαναρίου από τις ειδήσεις των ελληνικών καναλιών, ότι οι δύο προκαθήμενοι «συλλειτούργησαν»; Και βέβαια, οι δημοσιογράφοι, ως μη ειδικοί, μπορεί να μη γνωρίζουν ότι αφού δεν μεταδόθηκε η Θεία Κοινωνία δεν υπήρξε ολοκληρωμένο συλλείτουργο, αλλά αυτό καταδεικνύει ότι στη συνείδηση του ακατήχητου κόσμου, δηλαδή της πλειοψηφίας του λαού, υπάρχει πλήρης κοινωνία και δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού.

Δεν προβληματίστηκαν οι Φαναριώτες για τον σκανδαλισμό που προκαλούν αυτές οι φιέστες, οι «κουρελούδες του διαβόλου», κατά τον γέροντα Παΐσιο, στους «συντηρητικούς» ορθοδόξους πιστούς, υπέρ ων Χριστός απέθανεν; Ή μήπως, επειδή είναι «σκουριασμένα μυαλά» και «ανίκανοι να αγαπήσουνε» πρέπει να αδιαφορούμε για τη δική τους σωτηρία;

Κάποιοι καλοπροαίρετοι αδελφοί μας ισχυρίζονται ότι ο Πατριάρχης είναι σε δεινή θέση, στο στόμα του λύκου, και επομένως αυτές οι διπλωματίες είναι απαραίτητες για να τον στηρίξει η πανίσχυρη κοσμικά παπική κοινότητα στη δοκιμασία που περνάει. Το επιχείρημα αυτό, αν και αληθοφανές, είναι απαράδεκτο από απόψεως ορθοδόξου σκοπιάς. Με τη λογική αυτή, τα εκατομμύρια μαρτύρων που θυσίασαν τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν ανόθευτη την πίστη μας, εμμένοντας μπροστά στους δημίους ότι οι άλλες θρησκείες και ομολογίες είναι πλάνες και οδηγούν στην απώλεια και ότι μόνο η ορθόδοξη πίστη σώζει, δεν είχαν τη διάκριση που έχει ο σημερινός Πατριάρχης και οι δύο προκάτοχοί του.

Επιπροσθέτως, το επιχείρημα αυτό, έχει καταρριφθεί δεκαετίες πριν, από τον μακαριστό θεοφώτιστο γέροντα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος έγραφε μεταξύ άλλων σε ανοιχτή επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε το Δεκέμβριο του 1965 στο περιοδικό «Τρείς Ιεράρχες», απευθυνόμενη προς τον τότε Πατριάρχη Αθηναγόρα, μέντορα και πνευματικό πατέρα του σημερινού Πατριάρχη Βαρθολομαίου:

«Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημον τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, ή να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Αι επτά λυχνίαι της αποκαλύψεως, διά τας αμαρτίας ημών, εσβέσθησαν προ πολλού. Αι επτά Εκκλησίαι αποστολικαί, Εκκλησίαι σχούσαι την υψίστην τιμήν να λάβωσιν, ειδικώς αύται, γράμματα εξ ουρανού μέσω του θεοπνεύστου της Πάτμου Οραματιστού, εξέλιπον εκ της επιφανείας της Γης και εκεί, ένθα άλλοτε ετελείτο η φρικωδεστάτη Θυσία και ο Τριαδικός ανεμέλπετο Ύμνος, σήμερον ίσως κρώζουσι νυκτικόρακες ή «ορχούνται ονοκένταυροι». Και όμως η Νύμφη του Κυρίου δεν απέθανεν……..Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκόπελους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονται και αυτοί εις σκόπελους


Αλλά και στην πράξη, από τότε που άρχισαν τα τολμηρά ανοίγματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τη Δύση, η κατάσταση του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως έχει χειροτερεύσει δραματικά, διαψεύδοντας τις όποιες ελπίδες είχαν οι φιλενωτικοί από τη βοήθεια των άλλων «εκκλησιών».

Ούτε η ίδια η Αμερική, η Νέα Βαβυλώνα, που έχει αναλάβει εργολαβικά και όχι εθελοντικά την προστασία του Φαναρίου, δεν έχει καταφέρει να βελτιώσει την όντως δεινή κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο έχει ερημώσει απελπιστικά από ποιμενόμενο κόσμο. Και πώς να μη γίνει αυτό, αφού αφήσαμε απ’ έξω το Χριστό και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στους ασεβείς εχθρούς Του; Άλλωστε και η Ιστορία, από τις δεκάδες περιπτώσεις καταστροφής των αποστατών Ιουδαίων της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι την ψευδό-σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία οδήγησε στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, μας διδάσκει ότι μόνο ο Θεός είναι Εκείνος που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά την Εκκλησία Του. Επομένως, «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ εστι σωτηρία» (Ψαλμ.145,3)

Όσα, λοιπόν, αδικαιολόγητα και αντορθόδοξα έγιναν την Κυριακή στο Φανάρι, προκαλούν απογοήτευση. Θλίψη απερίγραπτη, αλλά όχι απελπισία. Το αρχικό πνευματικό μούδιασμα που νιώσαμε βλέποντας όλες αυτές τις εικόνες, διαδέχεται η ελπίδα. Η ελπίδα ότι ο Κύριος δεν θα αφήσει τους πιστούς Του βορά στα νύχια των λύκων. Ας θυμηθούμε τα λόγια του μεγάλου αγίου της εποχής μας, του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, και ας πάρουμε δύναμη και παρηγοριά:

«Ο Κύριος, όταν θα πρέπη, θά παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγόριους Παλαμάδες, δια να συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, δια να ομολο­γήσουν την Ορθόδοξον Πίστιν, να στερεώσουν την Παράδοσιν και να δώσουν χαράν μεγάλην εις την Μητέρα μας.»

Αμήν, γένοιτο.

Χαράλαμπος Άνδραλης

Πηγή: http://makkavaios.blogspot.gr/2014/12/blog-post_10.html#more