Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Τα αργά μέλη στη λατρεία της Εκκλησίας



«Ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους»

Η κοινωνία στην οποία ζούμε είναι μια κοινωνία γρήγορων και συνεχών αλλαγών. Από τη στιγμή που παρήλθε η εποχή της παραδοσιακής κοινωνίας, αυτές είναι τόσες και τέτοιου είδους (στις δομές, στις συνθήκες κ.α.), που δύσκολα μπορούμε να εντοπίσουμε κοινά στοιχεία στη σημερινή πραγματικότητα με τα τέλη, ας πούμε, του 19ου αιώνα, ο οποίος χρονικά δεν απέχει και τόσο πολύ.
Ένα χαρακτηριστικό που νιώθουμε και εκφράζουμε όλοι, ειδικοί και μη, είναι η αλλαγή στη ροή της καθημερινότητας. Όλα τρέχουν με ταχύτητες ιλιγγιώδεις και δημιουργούν διαρκώς μια αίσθηση βιασύνης. Πολλές φορές αυτό είναι κάτι παραπάνω από μια αίσθηση. Είναι η πραγματικότητα. Δεν προλαβαίνουμε να καταλάβουμε, να πράξουμε, να ζήσουμε. Αυτό έχει οδηγήσει αρκετούς να διατυπώνουν την άποψη πως και όσα αφορούν στη Λατρεία θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν. Να αλλάξουν. Δεν ταιριάζει αυτή η δομή, που δημιουργήθηκε άλλες εποχές, στον πιστό του σήμερα.

argos3

Προκύπτει, όμως, έτσι ένας άλλος προβληματισμός. Τι είναι το μείζον και τι το έλασσον; Και τι εξαρτάται από τι; Η είσοδός μας στον ναό -που πρέπει να νοείται πάντα ως κάτι πολύ περισσότερο από το κτήριο, ως ένα σύνολο που, εκτός από τον χώρο και όσα βρίσκονται σε αυτόν, περιλαμβάνει και τον λειτουργικό χρόνο και όσα τελούνται σε αυτόν- και κατεξοχήν στη Θεία Ευχαριστία, είναι το πέρασμά μας ή, όταν πρόκειται για τις άλλες ακολουθίες, η προσπάθεια για μετάβαση από τον ιστορικό χρόνο και χώρο στον κόσμο του Θεού. Είναι η μοναδική μας δυνατότητα να ζήσουμε έξω από τους ρυθμούς και τους καταναγκασμούς της καθημερινότητας, όχι εν είδει αποδράσεως, όπως αυτό γίνεται σε μια κινηματογραφική ταινία ή μια συναυλία, αλλά ως κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

Στην αισθητοποίηση αυτού συμβάλλουν όλες οι λειτουργικές τέχνες. Ο ναός ως αρχιτεκτόνημα εικονίζει τον όμορφο κόσμο του Θεού και δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο η ζωγραφική διά του εικονογραφικού προγράμματος θα εικονίσει ένα άλλο παρόν, στο οποίο στρατευμένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία συνυπάρχουν σε μια θαυμαστή αρμονία. Τα φροντισμένα εικονοστάσια, οι πολυέλεοι και τα καντήλια, η οσμή του θυμιάματος, οι προσεγμένες κινήσεις και τα φροντισμένα άμφια των λειτουργών, και βέβαια ο κορυφαίος λόγος της υμνογραφίας, όλα ταγμένα στον ίδιο σκοπό. Σ’ αυτό το πραγματικό πανηγύρι των αισθήσεων, που παραπέμπει πάντα πέρα από τις αισθήσεις, κεντρικό ρόλο έχει η μουσική.

Στην επίδραση της μουσικής στην ψυχή του ανθρώπου έχουν αναφερθεί πάρα πολλοί από τους αρχαίους μέχρι τους νεώτερους. Το τι ανήκει στην πραγματικότητα, τι στον θρύλο και τι σε ιδεολογία δεν θα μας απασχολήσει εδώ τώρα. Καταδεικνύεται όμως η σημασία που δίνουμε, φυσικά όχι χωρίς λόγο, στη λειτουργία της μουσικής. Σημαντικός και πρωταρχικός είναι ο ρόλος που παίζει ο ρυθμός, και αυτό πρέπει να προσεχτεί από τους εκτελεστές, στον ακροατή.

argos2

Η ιατρική μας πληροφορεί πως ο ρυθμός της καρδιάς έχει την τάση να συντονίζεται με τον ρυθμό της μουσικής. Ένα αργό μέλος εκτελεσμένο με την πρέπουσα ρυθμικότητα συμβάλλει αμέσως στο να ηρεμήσει ο άνθρωπος, να αποβάλει την καθημερινότητα  και τις μέριμνές της. Δεν υπάρχει προσφορότερος τρόπος για την προετοιμασία της εισόδου μας στην Αγία Αναφορά από τον Χερουβικό Ύμνο.

Ένα αργό μέλος όπου πλατιές μουσικές γραμμές και ήρεμος ρυθμός μάς προτείνουν: «πᾶσαν νῦν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν» αποτελεί έξοχο παράδειγμα σύζευξης λόγου και μέλους. Ή λίγο πριν το κοινό Ποτήριο, στο κοινωνικό, το οποίο με τις μελισματικές φράσεις και τα μεγάλης διάρκειας φωνήεντα, χωρίς να περιφρονεί τον λόγο, οδηγεί την προσευχή –πέρα από την αναζήτηση νοημάτων– στην καρδιά. Κορύφωσή του, μαζί με το ξέσπασμα του δοξολογικού αλληλούια, οι άσημες συλλαβές των κρατημάτων, οι οποίες, σύμφωνα με τον λόγιο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γεράσιμο Βλάχο τον Κρήτα (17ος αι.), «κατὰ τὴν συμβολικὴν θεολογίαν… δὲν θέλει νὰ σημαδεύσῃ ἄλλο, παρὰ τὸ ἀκατανόητον τῆς Θεότητος»1.

Εκτός όμως από τα αυτονόητα αργά μέλη, που κακώς θεωρείται πως είναι αργά μόνο και μόνο για να καλύψουν   πρακτικές ανάγκες, όπως ο Χερουβικός Ύμνος2, υπάρχει και μία άλλη ομάδα ύμνων που η παράδοση και το τυπικό, γενικώς η Τάξη της Εκκλησίας, τα θέλουν αργά. Ειρήσθω εν παρόδω πως δεν εξετάζεται εδώ η καταγωγή των μελών. Ούτε σε μουσικό επίπεδο (π.χ. λειτουργία της σημειογραφίας), που είναι κάτι με το οποίο ασχολείται με διαρκή πρόοδο η μουσικολογική έρευνα, ούτε σε λειτουργικό (π.χ. αν σε πολύ πρώιμο στάδιο το κοινωνικό ήταν ολόκληρος ψαλμός3 ή δεν υπήρχε καν το Χερουβικό4), που ανήκει στο πεδίο της λειτουργιολογικής έρευνας.

Η Τάξη και η παράδοση, λοιπόν, παραδίδουν πως αργά και μελισματικά πρέπει να ψάλλεται, για παράδειγμα, το «Τῇ ὑπερμάχῳ» της ακολουθίας των χαιρετισμών5 ή το «Ἀλληλούϊα» της ακολουθίας του Νυμφίου6 κ.ά. Μάλιστα είναι εντυπωσιακή η αποτύπωση αυτή στο τυπικό των ακολουθιών7, που δεν ασχολείται συνήθως με το πώς αλλά με το τι θα ειπωθεί, πράγμα που οδηγεί στο να θεωρήσουμε πως τα αργά μέλη εκεί δεν είναι απλώς «πώς» αλλά «τι». Με πιο απλά λόγια, η ακολουθία δεν ζητά απλώς το «Τῇ ὑπερμάχῳ» αλλά το αργό μέλος -το ποιο και πόσο αργό είναι άλλο θέμα, μουσικολογικής φύσεως-, αλλιώς μπορούμε να μιλάμε για, κάποιου είδους, αλλοίωση της ακολουθίας. Και, πράγματι, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αφήσουμε πίσω μας τον κόσμο του θορύβου και του μόχθου και να μπούμε σε έναν άλλο τρόπο σκέψης, από αυτά τα αργά μέλη.

Μερικές ακόμα περιπτώσεις που η χρήση πιο μελισματικών συνθέσεων είναι θεμιτή, είναι και κάποια σημεία στις πανηγυρικές ακολουθίες8. Όπως προσφέρουμε πιο στολισμένους ναούς, πιο στολισμένες εικόνες, ακόμα και πιο στολισμένους τους εαυτούς μας, έτσι είναι λογικό από το ξεχείλισμα της πανηγυρίζουσας καρδιάς μας να προσφέρουμε πιο στολισμένη μουσική. Στη λατρεία υπάρχει χρόνος και λόγος ύπαρξης για τα σύντομα μέλη, χρόνος και λόγος ύπαρξης και για τα αργά. Όλα για να την εξυπηρετούν, χωρίς αξιολογικές κατατάξεις. Το κάθε σημείο της ακολουθίας έχει τη μουσική που του ταιριάζει.

argo4

Είναι καταπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο παραδίδονται αυτές οι δομές. Σημαντικό είναι να σκεφτούμε πως όλα αυτά είναι λειτουργικά για το σήμερα, για το τώρα. Δεν αφορούν τον ιστορικό μελετητή. Ακόμα και αν δεν υπήρχε αυτή η τεράστια παράδοση, θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε, γιατί αποτελεί ένα μοναδικό βοήθημα για τον πιστό του σήμερα. Και είναι μέγα ευτύχημα που όλα αυτά προϋπάρχουν, διαμορφωμένα από ανθρώπους που η ύπαρξή τους είχε εμποτιστεί από την εκκλησιαστική παράδοση.

Τα μέλη αυτά, βέβαια, αποτελούν σημαντικά έργα πολιτισμού, για τη διάσωση των οποίων πολλοί άνθρωποι έκαναν μεγάλους αγώνες. Προκαλούν το ενδιαφέρον και τον θαυμασμό ανθρώπων που αντιλαμβάνονται μόνο το καλλιτεχνικό μέρος της αξίας τους, και είναι λυπηρό πως αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν εκτός από εμάς τους ψάλτες.

Και εμείς όμως, συχνά δεν έχουμε αγνό και άδολο ενδιαφέρον, αλλά βλέπουμε σε τέτοιου είδους μέλη τη δυνατότητα επίδειξης φωνητικών ικανοτήτων ή μουσικών δεξιοτήτων. Παρά το ενδιαφέρον, δεν θα ήταν άστοχο να πούμε πως μέρος της ευθύνης για την αρνητική άποψη ορισμένων για τα αργά μέλη φέρει και ο τρόπος με τον οποίο αυτά εκτελούνται. Η κατά το δυνατόν καλύτερη απόδοση των αργών μελών είναι σημαντική. Γιατί έτσι σταδιακά θα εκπαιδευτούν πιστοί και ιερείς και θα μάθουν να εκτιμούν τα οφέλη από αυτά τα μέλη, και εν τέλει όχι μόνο να μην κουράζονται αλλά να ξεκουράζονται από αυτά. Άλλωστε το πρόβλημα, στο βάθος, βρίσκεται αλλού.

Οι αντιδράσεις στην αργή ψαλμώδηση ορισμένων μελών, από μερίδα ιερέων και πιστών, είναι αφενός ψυχολογικής φύσης και αφετέρου η άρνησή μας να αφήσουμε τον κόσμο «τοῦ αἰῶνος τούτου». Ο Βίτγκενσταϊν είχε πει πως «Μέρος της απόλαυσης της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν αποτελεί το ότι ξέρουμε ότι ακούμε την 9η συμφωνία του Μπετόβεν»9, καταδεικνύοντας τον ψυχολογικό παράγοντα στον καθορισμό του τι αρέσει και τι όχι. Παραφράζοντάς τον, θα έλεγα πως ο σημαντικότερος λόγος της δυσφορίας ενός πιστού όταν ακούει ένα αργό μέλος είναι πως ξέρει ότι ακούει ένα αργό μέλος. Δεν είναι, δηλαδή, κάποιος πραγματικός λόγος. Δεν ενοχλούν τα τρία λεπτά που θα επιμηκυνθεί μια ακολουθία δύο, τριών ή τεσσάρων ωρών. Είναι ο ίδιος λόγος που το κόκκινο φανάρι μάς φαίνεται ατελείωτο μόνο όταν βιαζόμαστε. Επειδή, δηλαδή, δεν μπορούμε να αφήσουμε ή και δεν θέλουμε να αφήσουμε την εσωτερική μας βιασύνη. Την ταραχή του έξω κόσμου.

Το αργό μέλος βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα. Είναι η ηρεμία και η καταφρόνηση της βιασύνης και της ταραχής. Και όταν δεν είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αντιδρούμε. Δεν είμαστε έτοιμοι να προσαγάγουμε τη φύση και τον κόσμο στην εκκλησία προσπαθώντας να του δώσουμε άλλο νόημα. Προσπαθούμε να επιβάλλουμε τη βιασύνη μας, την υποταγή μας στον χρόνο και την φθορά ακόμα και στη λατρεία.

Η εικόνα των πραγμάτων που μας αρέσουν, μας κάνουν χαρούμενους, ευτυχισμένους, είναι συνήθως μια εικόνα ήρεμης διάρκειας. Ένα δείπνο με αγαπημένα πρόσωπα, μια εκδρομή με την οικογένειά μας, ένας καφές με φίλους, μια ανέμελη ανατολή ή ένα ρομαντικό δειλινό. Με μια σκέψη στο μυαλό. Μια ευχή. Να μην τελειώσει! Με αυτή τη λαχτάρα και διάθεση ας αναπέμπουμε και τους ύμνους μας στον Δημιουργό. Τους κανόνες, τις δοξολογίες, τον τρισάγιο ύμνο, τα στιχηρά. Και ας μην είμαστε απρόθυμοι να διαθέσουμε λίγες στιγμές εκεί που πρέπει και ταιριάζει, στις οποίες τις προσευχές και τους ύμνους που απευθύνουμε με την καρδιά μας στον Λυτρωτή μας, θα τις ψάλλουμε όσο πιο όμορφα και κατανυκτικά μπορούμε, «ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους».

Σημειώσεις:
1 Στον τέταρτο τόμο της Πανδέκτης του 1851: Πανδέκτη τῆς Ἱερᾶς Ἐκκλησιαστικῆς Ὑμνωδίας τοῦ ὅλου ἑνιαυτοῦ, ἐκδοθεῖσα ὐπὸ Ἰωάννου Λαμπαδαρίου καὶ Στεφάνου Δομεστίκου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Κωνσταντινούπολη 1851, (Επανέκδοση: Ἐκδόσεις ΕΠΕΚΤΑΣΗ, Κατερίνη 2001 ) και στο τέλος του βιβλίου, παρατίθεται ερμηνεία για τα κρατήματα, απ’ όπου και το απόσπασμα με αρχή: Εἰς τοὺς χιλίους ἑξακοσίους τεσσαράκοντα ἐννέα χρόνους ἀπὸ Χριστοῦ, ἔγινεν αὕτη ἡ ἐρωταπόκρισις διὰ τὸ τερερὲ, διατὶ ψάλλεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; Βλ. και στο ένθετο του Ψηφιακού Δίσκου της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας, Ioannis Koukouzèlis Le Maïstor Byzantin (JAD C 129), καθώς και στο: Γρηγόριος Αναστασίου, Τα Κρατήματα στην Ψαλτική Τέχνη, Αθήνα 2005.
2 Για την μουσική παράδοση του Χερουβικού Ύμνου βλέπε στο: Κωνσταντίνος Καραγκούνης, Η Παράδοση και Εξήγηση του Μέλους των Χερουβικών της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Μελοποιίας, Αθήναι 2003, καθώς και του ιδίου: Παραλειπόμενα περί του Χερουβικού Ύμνου, Βόλος 2005.
3 Βλ. στο: π. Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, Αντιφωνάριον, UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2009, στην εισαγωγή σελ. 37.
4. Για την ιστορία και εξέλιξη της Μεγάλης Εισόδου βλέπε στο κλασσικό: Robert Taft, The Great Entrance: A History of the Transfer of Gifts and Other Pre-anaphoral Rites of the Liturgy of St. John Chrysostom, Rome 1975.
5. Μία ηχογράφηση που δίνει ακριβώς την αίσθηση που εννοώ για το εν λόγω κομμάτι είναι το track 4 στον διπλό ψηφιακό δίσκο της ΕΛΒΥΧ (Choeur Byzantin de Grèce (2005), Hymne Acathiste,Jade) με χοράρχη τον αείμνηστο Λυκούργο Αγγελόπουλο.
6 Μία πολύ όμορφη ηχογράφηση του κομματιού μπορείτε να ακούσετε στην ιστοσελίδα του Εν Αθήναις Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως, σε παλιά ηχογράφηση από τη χορωδία του συλλόγου με διευθυντή τον αείμνηστο Γεώργιο Τσαούση, στον σύνδεσμο :http://www.cmkon.org/track.php?track=13574&language=GR. Παρά τα προβλήματα στον ήχο η αίσθηση είναι ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτό το κομμάτι. (Στην ιστοσελίδα εκ παραδρομής τιτλοφορείται ως μικρό Αλληλουάριο.)
7 Οι περιπτώσεις που στα Τυπικά και στα Λειτουργικά βιβλία αναφέρεται το «Ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους», είναι τόσες πολλές, που δεν χρειάζονται βιβλιογραφικές αναφορές. Ενδεικτικά μόνο ας παραθέσω από τρεις βασικές πηγές, το Τυπικό του Αγίου Σάββα, το Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου την αναφορά για το κοντάκιο του Ακαθίστου (Τῇ ὑπερμάχῳ) και το Αλληλούια του Όρθρου των ημερών της Μ. Εβδομάδας (θα πάρω την αναφορά από τον όρθρο της Μ. Δευτέρας), για να καταδειχθεί η ομοφωνία ως προς το τι πρέπει να μελωδηθεί. Υπάρχουν πολλές πηγές και για τα λειτουργικά βιβλία και για τα τυπικά τόσο στο εμπόριο όσο και στον Διαδίκτυο, οπότε θα περιοριστώ σε αυτά από τα οποία αντιγράφω τα κείμενα: «…ψάλλομεν τὸ κοντάκιον ἐν τῷ μέσῳ μετὰ μέλους ἀργῶς,…» (Τυπικὸν τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Ἱερὰ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ Παναγίας Τατάρνης, Αθήνα 2009, σελ. 363), «μετὰ τὸ τέλος τοῦ Κανόνος, ψάλλεται τὸ Τῇ ὑπερμάχῳ ἀργῶς…» (Γεώργιος Βιολάκης, ΤΥΠΙΚΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Κωνσταντινούπολη 1888, σελ. 349), «…ψάλλομεν εὐθύς, ἀργῶς πάλιν καὶ μετὰ μέλους, δίχορον τὸ παρόν» (ΤΡΙΩΔΙΟΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΝ, Ο ΦΟΙΝΙΞ, Βενετία 1882), «… μετὰ τὸν ἑξάψαλμον ψάλλομεν τὸ Ἀλληλούϊα, εἰς ἦχον πλ.δ΄, μεγαλοφώνως καὶ μελῳδικῶς.» (Αρχιμ. Νικόδημος Σκρέττας (επιμ.), ΤΥΠΙΚΟΝ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, Ἱερὰ Λαύρα Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου,  Ιεροσόλυμα 2012, σελ. 325), «ψάλλεται μετὰ τῶν ὡρισμένων αὐτοῦ Στίχων Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει, τὸ Μέγα Ἀλληλουϊάριον δὶς, καὶ δὶς, τὸ μικρόν…» (Γεώργιος Βιολάκης, 1888 ό.π., σελ. 371).
8 Μία τέτοια πανηγυρική ερμηνεία, εξαιρετική, και μάλιστα από ζωντανή ηχογράφηση, μπορεί κανείς να ακούσει από τον Παναγιώτη Νεοχωρίτη, τον αείμνηστο Δημήτριο Νίκου και τον Σ. Κυζυρίδη στον σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=Ggur8dfrfQg
9 Την αναφορά τη βρήκα αρχικά στο: Γιάννης Ευσταθιάδης, Το βιβλίο με τις Αντιστίξεις, Λέσχη, 2002, σελ. 34. Το ίδιο απόφθεγμα μπορεί κανείς να βρει και στο ιστολόγιο του Τάσου Γουδέλη και στον σύνδεσμο:https://tasosgoudelis.wordpress.com/2010/08/01/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE/.  Ας σημειωθεί πως την πρωτότυπη πηγή, δηλαδή το κείμενο του Βίτγκενσταϊν που βρίσκεται το απόφθεγμα δεν το έχω εντοπίσει.

Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναίτης και περί της Νοεράς Προσευχής

Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος


Ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναίτης κατέχει από της λαμπρότερες θέσεις του ησυχαστικού και ασκητικού βίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έμαθε και τελειοποίησε την μέθοδο της ησυχαστικής προσευχής όπου αυτή μεταφέρθηκε σε άλλους ασκητές και έγινε ο τρόπος ζωής όλων των μοναχών.

Τι ακριβώς είναι ο «Ησυχασμός»; Ο Ησυχασμός είναι ο τρόπος που οι μοναχοί, μέσω της ησυχίας και της αδιάλειπτης προσευχής, λέγοντας την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με.»[1] φτάνουν στην θέωση όπου όταν και αν το επιτρέψει ο Θεός, να δουν το Άκτιστο Φώς. Το ευαγγέλιο δίνει την πρώτη μαρτυρία για τον ησυχαστικό τρόπο προσευχής με τον έκτο μακαρισμό «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται.»[2]. Αλλά και πολλοί Πατέρες μίλησαν περί του ησυχαστικού τρόπου ζωής όπως οι Καππαδόκες, Αγ. Μάξιμος Ομολογητής, Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Αγ. Γρηγόρος ο Σιναίτης κ.α. Αυτό που άλλαξε από την εποχή των Καππαδοκών μέχρι και την εποχή του Αγ. Γρηγορίου του Σιναίτου είναι ο τρόπος προσευχής που σκοπό είχε την θεοπτία, παρόμοια όπως αυτή που είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ «και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φώς.»[3].

            Ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναίτης υπήρξε από τα λαμπρότερα παραδείγματα του ησυχαστικού τρόπου ζωής. Γεννήθηκε στο Κούκουλο των Κλαζομενών της Μικράς Ασίας.[4] Έμαθε τα ιερά γράμματα από τους ευσεβείς γονείς και από τους διδασκάλους του.

Κατά τη βασιλεία του Ανδρονίκου Παλαιολόγου του Β’, τα μέρη των Κλαζομενών λεηλατήθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, μαζί με αυτούς και ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναίτης. Ως αιχμάλωτοι, είχε λάβει άδεια από τους Τούρκους να μπορεί να πηγαίνει στην εκκλησία όπου προσευχόταν και έψελνε. Εκεί ο κόσμος θαύμασε την πραότητα και ωραιότητα της ψαλμωδίας του όπου πήγαν μερικοί χριστιανοί και πλήρωσαν πολλά χρήματα στους Τούρκους για την ελευθερία του, όπως και έγινε.[5]

Μετά από αυτό, πήγε στη Κύπρο όπου εκπλήρωσε τον πόθο του για τον μοναχισμό και έγινε δόκιμος κοντά σε έναν ενάρετο ασκητή. Από τη Κύπρο πήγε στην Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά όπου εκάρη μοναχός και έμαθε την μέθοδο του ησυχαστικού βίου. Εδώ, ασκήτευε με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία, ψαλμωδία και προσευχή. Αυτό το έβλεπαν οι περισσότεροι μοναχοί και τον θαύμαζαν για την ασκητική του ζωή. Δυστυχώς όμως, μερικοί τον φθόνησαν και μη θέλοντας να στενοχωρήσει κανέναν, έφυγε με τον μαθητή του Γεράσιμο. Πήγαν στο Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Πανάγιο Τάφο. Από εκεί πήγαν στην Κρήτη και συγκεκριμένα στους «Καλούς Λιμένες» όπου γνώρισε τον ασκητή Αρσένιο και  τελειοποίησε την ησυχαστική μέθοδο προσευχής. Του έμαθε ο μοναχός Αρσένιος τη θεωρία του ησυχασμού που είναι η θεωρία και άσκηση της νοεράς προσευχής. Τα βασικά στοιχεία ήταν η φύλαξη του νού, η νήψη (καθαρισμού) της καρδιάς και η νοερά προσευχή που θα συνοδευόταν με άσκηση. Ο μοναχός Αρσένιος θεωρούσε πολύ σημαντικό να υπάρχει τελείωση στο πρακτικά αλλά και θεωρητικό βίο.

            Με αυτές τις αρχές που έμαθε από την Μονή της Αγ. Αικατερίνης Σινά και από τον μοναχό Αρσένιο, πήγε στο Άγιον Όρος όπου μετέφερε αυτόν τον τρόπο ζωής και προσευχής στους αγιορείτες μοναχούς. Εκεί δέχτηκαν αυτόν τον τρόπο με πολύ ενθουσιασμό και έτσι εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο το Αγ. Όρος, μεγάλα μοναστικά κέντρα της Ανατολής και στους Σλαβικούς λαούς.

            Ο Γρηγόριος Σιναίτης έφυγε από το Αγ. Όρος και πήγε Κωνσταντινούπολη μετά για μικρό χρονικό διάστημα ασκήτεψε στο όρος Κατακεκρυωμένου στην περιοχή Μεσομίλιον και γύρισε πάλι στο  Αγ. Όρος για να συνεχίσει την διδασκαλία στους αγιορείτες μοναχούς. Ξαναέφυγε για τα Παρόρια όπου συνέχισε την άσκηση. Εκεί πήγαν πολλοί ασκητές και ιδρύθηκαν μοναστήρια που ακολούθησαν την τακτική του Ησυχασμού.

            Μεταξύ των μαθητών του που ήταν Βούλγαροι, Σέρβοι και άλλοι, σημαντικότεροι από τους Σλάβους ήταν οι βούλγαροι μοναχοί Θεοδόσιος και Ευθύμιος.[6] Ο Θεοδόσιος (+1363) ίδρυσε μοναστήρι στο όρος Κελιφάρεβο κοντά του Τυρνόβου και εισήγαγε τον Ησυχασμό στην Βουλγαρία. Ο Ευθύμιος ήξερε καλά Ελληνικά και μετέφρασε πολλά θεολογικά έργα και έγραψε εγκωμιαστικούς λόγους για μερικούς αγίους. Στη Ρωσία, μεταφέρθηκε από τον Κυπριανό Τσάμπλακ, μητροπολίτου Κιέβου και πάσης Ρωσίας. Μαθητής σημαντικός ήταν και ο Κάλλιστος Α’ (1350-1354, 1355-1363) που έγραψε και το βίο του Αγ. Γρηγορίου του Σιναίτου αλλά και τον υποστήριξε έναντι των αντιησυχαστών και ιδιαιτέρως κατά του Γρηγορίου Ακινδύνου.[7]

            Ο Γρηγόριος ο Σιναίτης, έχοντας φθάσει σε μεγάλη ηλικία, μετά από λίγες μέρες ασθένειας, παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό.

Ο Γρηγόριος ο Σιναίτης εργάστηκε πάνω στη θεωρία και πράξη της Νοεράς προσευχής όπου είδε το Άκτιστο Φώς. Αναφέρει συγκεκριμένα στο «Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής»[8] ότι υπάρχουν δύο τρόποι ή είσοδοι που ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στη θέωση. Οι τρόποι είναι η νοερά προσευχή και η διαφύλαξη του νου, «εκατέρωθεν της νοεράς προσευχής, της δια του Πνεύματος εν καρδία ενεργουμένης, δι’ων ο νούς η προλαμβάνει αυτήν εκείσε τω Κυρίω κολλώμενος κατά την Γραφήν, η κινουμένης της ενεργείας κατά πρόοδον εν πυρί ευφροσύνης έλκει τον νούν, ή δεσμεύει αυτόν προς την του Κυρίου Ιησού επίκλησιν τε και ένωσιν.»[9] Με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος βοηθά τον ασκούμενο να μειωθούν τα πάθη και να φτάσει στη θέωση. Με την πράξη (άσκηση) καθαρίζεται από τα πάθη ο άνθρωπος και με τη θεωρία βλέπει το Άκτιστο Φώς, εφόσον το επιτρέψει και ο Θεός για να το δει.

Η πρακτική τακτική που συμβουλεύει ο Γρηγόριος ο Σιναίτης για το πώς μπορεί ο άνθρωπος να φτασει στη θέωση είναι «Και από μεν πρωίας καθεζόμενος εν σπιθαμιαία καθέδρα, άγξον τν νούν εκ του ηγεμονικού εν καρδία και κράττει αυτόν εν αυτή. Κύπτων δε εμπόνως, και τα στέρνα, ώμους τε και τον τράχηλον σφοδρώς περαλγών, επιμόνως κράζε νοερώς ή ψυχικώς το, ‘Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με’.»[10] Αυτή τη ευχή θα πρέπει ο ασκητής να λέει συνέχεια για να νικήσει τα πάθη του. Ο άγιος δίνει και και μια άλλη ευχή που θα μπορεί να λέει ο ασκητής αν κουραστεί. Αναφέρει «Είτα, δια το στενόν και επίπονον, ίσως και αηδώς δια το συνεχές έχων όπερ ουκ εστί δια το εν βρώμα του τριωνύμου συνεχώς εσθιόμενον, ‘οι γαρ εσθίοντες με’, φησίν, ‘έτι πεινάσουσι’ μεταλλάτων τον νούν εις το έτερον ήμισυ, λέγε ‘Υιέ του Θεού, ελέησον με.’ Και πολλαχώς λέγων το ήμισυ, συνεχώς ουκ οφείλεις εκ ραθυμίας μεταλλάττειν αυτά, ου ριζούνται γαρ τα φυτά συνεχώς μεταφυτευόμενα[11] Και έναν τρόπο που δίνει ο Γρηγόριος για να μην ατονίσει ο νούς του ασκητή, είναι «ίσως δε εστίν ότε τη νοερά και συνεχεί βοή και τη εμμόνω πήξει ο νούς αθυμών, μικράς αναπαύσεως μεταλαμβάνει εν τω απολύσαι αυτόν εις το πλάτος της ψαλμωδίας από του απεστενωμένου της ησυχίας.»[12] Με αυτόν τον τρόπο, δεν βαριέται ο άνθρωπος συνέχεια λέγοντας τη νοερά προσευχή αλλά αναπαύεται με το ψάλσιμο. Αυτή η πρακτική είναι «τάξις αρίστη και διδαχή σοφωτάτων ανδρων»[13].

Με αυτόν τον πρακτικό τρόπο, με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, θα μπορέσει ο ασκητής να φτάσει στο στάδιο της θεώσεως. Αλλά προειδοποιεί τον νέο ασκητή για τους κινδύνους που μπορεί να εμφανιστούν στον δρόμο προς την θέωση. Αναφέρει «Εάν δε ιδής τας ακαθαρσίας των πονηρών πνευμάτων, ήτοι λογισμών, αναδιδόμενας ή μεταμορφουμένας εν τω νοί σου, μη θαμβηθής, καν αγαθά νοήματα πραγμάτων αναφαίνωνταί σοι, μη πρόσχης αυτοίς, αλλά κρατών την εκπνοήν, ως δυνατόν, και τον κατακαίεις και συστέλλεις αυτά, μαστίζων αυτούς αοράτως δια του θείου ονόματος.»[14] Αλλού αναφέρει, «Πρόσεχε ουν ακριβώς, Θεού εραστά, εν γνώσει επάν εργαζόμενος το έργον, ίδης φώς ή πύρ έξωθεν ή έσωθεν, ή σχήμα δήθεν Χριστού ή αγγέλου ή ετέρου τινός, μη παραδέξη αυτό, ίνα μη βλάβην υποστής μηδε συ αφ’εαυτού, εικονικώς προσέχων, εάσης τον νούν εκτυπούν τοιαύτα. Πάντα γαρ ταύτα έξωθεν ακαίρως μετασχηματιζόμενα, προς το πλανήσαι την ψυχήν γίνονται.»[15] Είναι επικίνδυνο να αφεθεί ο νούς σε αυτές τις «ελάμψεις» γιατί μπορεί να προέρχονται από τον διάβολο και μπορούν να σε οδηγήσουν σε πλάνη και απομάκρυνση από τον Θεό. Ακολουθεί ο Γρηγόριος Σιναίτης να δώσει την απάντηση στον ασκούμενο, οπώς να καταλάβει αν είναι κάτι από τον Θεό ή από τον Διάβολο. Λέει, «Η γαρ αρχή της προσευχής η αληθινή, η καρδιακή θερμή εστίν, η φλογίζουσα τα πάθη και ιλαρότητα η χαράν τη ψυχή εμποιούσα, αδιστάκτω πόθω και ανενδοσιάστω πληροφορία την καρδίαν βεβαιούσα. Παν γαρ το ερχόμενον εις την ψυχήν, φασίν οι Πατέρες, καν αισθητόν, καν νοερόν, και διστάζει εν τούτω η καρδία, μη παραδεχομένη αυτό, ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλ’εκ του εναντίου επέφθη.»[16] Για αυτό είναι βασικό, ο ασκούμενος να συνεχίζει την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού και να μην αποσπάται μέχρι να φτάσει στη πραγματική (εκ Θεού) φανέρωση του Ακτίστου Φωτός. Επίσης για τη προσοχή του νέου στην άσκηση, λέει «Ησυχία γαρ εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του Πνεύματος θειοτέρων, εως καιρού, ίνα μη, προσέχων τούτοις ως καλοίς, το μείζον απολέσης.»[17] Εάν με μεγάλη προσοχή ασκήσει τον Ησυχαστικό βίο, θα μπορέσει να φτάσει στο επίπεδο της θεώσεως.

Ο Γρηγόριος ο Σιναίτης υπήρξε και υπάρχει από τα λαμπρότερα παραδείγματα ασκητικού, ενάρετου και ησυχαστικού βίου. Αυτός έμαθε και τελειοποίησε τον ησυχαστικό τρόπο προσευχής, με τη νοερά (καρδιακή) προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με[18] που θα βοηθούσε τους ασκητές να φτάσουν στην θεωρία, στο να μπορέσουν να δούνε το Άκτιστο Φώς.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε από το βίο και έργο «Περί Ησυχίας και Περί των Δύο Τρόπων της Προσευχής»[19], συγκεκριμένα περί της «Νοεράς Προσευχής» είναι ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιτύχει την θέωση και σωτηρία του από μόνος του. Ο Γρηγόριος ο Σιναίτης μιλά για τον ασκητικό βίο και τον τρόπο που θα πρέπει να ζούνε και να προσεύχονται οι ασκητές. Αλλά δεν είναι κάτι που περιορίζεται μόνο στους ασκητές. Ο Ησυχασμός είναι η μέθοδος προσευχής που όλοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να φτάσουν στην θέωση. Από τη διδασκαλία του Γρηγορίου του Σιναίτου, παραλαμβάνουμε τη θεωρία και πράξη, τους δύο τρόπους που μας οδηγούν στον τελικό σκοπό μας, τη καθ’ομοίωσιν με το Θεό.
           



[1] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 50, 1316 ABC
[2] Ματθ. 5,8
[3] Ματθ. 14, 2
[4] Φειδάς, Βλ, Εκκλησιαστική Ιστορία Β’, σελ. 486
[5] Μον. Βίκτωρος Ματθαίου, Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μην Απρίλιος σελ. 116
[6] Φειδάς, Βλ, Εκκλησιαστική Ιστορία Β’, σελ. 489
[7] Φειδάς, Βλ, Εκκλησιαστική Ιστορία Β’, σελ. 490
[8] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1313 Α – 1324 Β
[9] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1313 A
[10] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1316 A
[11] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1316 AB
[12] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1320 D
[13] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1320 D
[14] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1316 BC
[15] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 50, 1324 A
[16] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1324 B
[17] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1324 A
[18] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1316 A
[19] Γρηγορίου Σιναίτου, Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής, PG 150, 1313 A – 1324 B

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Συμβιβάζεται η Αλήθεια με το ψέμα;

«Ο κόσμος δεν καρφώνει στον σταυρό εκείνον που συμφιλιώνει την αλήθεια με το ψέμα, το φως με το σκοτάδι και το καλό με το κακό. Τον Χριστό όμως ο κόσμος Τον σταύρωσε επειδή δεν εξίσωσε, δεν ανακάτωσε, δεν έκανε πολιτική με την αλήθεια [1]
Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Λίγες μόλις ημέρες πριν την επαναβίωση του σημαντικότερου γεγονότος στην ιστορία της ανθρωπότητος, της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, στη σκέψη μας έρχονται αυτομάτως εκείνες οι ιστορικές στιγμές και μοιραία τις συγκρίνουμε με τη σημερινή εποχή.

Ο Χριστός, ένας φτωχός περιπλανώμενος διδάσκαλος της Ιουδαίας, μίας μικρής επαρχίας της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γίνεται ενοχλητικός στους ισχυρούς της εποχής με το κήρυγμά Του.

Οι στενόμυαλοι σύγχρονοί Του Ιουδαίοι, δεν άντεξαν το γεγονός ότι ένας «ασήμαντος» Ναζωραίος δεν δεχόταν την αυθεντία τους. Τους σκανδάλιζε το γεγονός ότι δεν τους επαινούσε, αλλά τους έλεγχε για τη διαστροφή που είχαν επιφέρει στην θρησκεία του Ισραήλ. Παράλληλα, ακόμα πιο ενοχλητική για τους Φαρισαίους, υπήρξε η συμπαθής στάση του Ιησού απέναντι στους αμαρτωλούς, τους οποίους καλούσε σε μετάνοια, χωρίς βεβαίως να επαινεί τα αμαρτήματά τους.

Σε όλη την πορεία Του επί της γης, προσπάθησε να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα. Πουθενά δεν φαίνεται προσπάθεια να συγκεράσει αυτές τις δύο ασυμβίβαστες έννοιες. Και η υποστήριξη της ακριβούς Αληθείας ήταν η αιτία για τα βασανιστήρια και τη Σταύρωσή Του.

Αργότερα, από τους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας μέχρι και τους σημερινούς διωγμούς στη Μ. Ανατολή, στην Ουκρανία και αλλού, εκατομμύρια χριστιανοί έμειναν πιστοί σε αυτή την προσπάθεια. Να μην αναμιχθεί η Αλήθεια με το ψέμα. Διότι, «τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ[2]. Άλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, οι διώκτες δεν ζητούσαν από τους Μάρτυρες να αρνηθούν την πίστη τους, αλλά να παραβούν το νόμο του Θεού ή να εγκρίνουν τις δικές τους πλάνες.

Στις μέρες μας, σε μία προσπάθεια οπισθοδρόμησης στην προχριστιανική εποχή των ρωμαϊκών και σοδομιτικών ηθών, που ονομάστηκε ατυχώς «πρόοδος», η επιχείρηση ανάμιξης της αλήθειας με το ψέμα εντάθηκε. Γίνονται πλέον φανερές προσπάθειες να συμβιβασθούν με τη χριστιανική ζωή, και να απενοχοποιηθούν αμαρτήματα που καταδικάζονται ευθέως από την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες.

Ομοφυλοφιλία, αιρέσεις, εξώγαμες σχέσεις, καλοπέραση, όλα με το ζόρι να συμβιβασθούν με την ορθόδοξη χριστιανική ζωή, μην τυχόν και μας πουν «κολλημένους» και «μεσσαιωνικούς» οι κοσμικοί και οι άθεοι, εκείνοι που ούτως ή άλλως δεν θέλουν να σχετίζονται με την Εκκλησία.

Σαφώς, όλοι όσοι κατακρίνουν την Εκκλησία για τις παραδοσιακές της απόψεις, αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν ότι η Εκκλησία ποτέ δεν καταδικάζει τα πρόσωπα, αλλά τα αμαρτήματα.
Στην πραγματικότητα, η Εκκλησία είναι η μόνη που δέχεται και τους χειρότερους εγκληματίες εν μετανοία, εκείνους που έχουν στιγματισθεί από την κοινωνία ως κακούργοι. Πόσοι και πόσοι βαρυποινίτες, τους οποίους δεν καταδέχεται κανείς να επισκεφθεί, δεν βρήκαν τη μοναδική παρηγοριά και αγάπη στον εκάστοτε εξομολόγο των φυλακών;

Συνεπώς, μόνο εκ του πονηρού ή από βαριά άγνοια κάποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Εκκλησία κηρύσσει το μίσος, όταν συμπεριλαμβάνει π.χ. την ομοφυλοφιλία στα βαριά αμαρτήματα.
Όπως, στα βαριά αμαρτήματα συμπεριλαμβάνει το φόνο, την κλοπή, τη μοιχεία, την πορνεία, τον βιασμό, την κτηνοβασία, την παιδεραστία, την έκτρωση κ.λπ., ανεξάρτητα αν κάποια από αυτά έχουν γίνει κοινωνικά αποδεκτά από τον πολύ κόσμο ή ακόμα παραμένουν κοινωνικά κατακριτέα. Αλλοίμονο αν τα κριτήρια της αιώνιας Εκκλησίας, εξαρτώνται από τις γνώμες των εφήμερων ανθρώπων, οι οποίοι τυφλωμένοι από την πρόσκαιρη και μάταιη υψηλοφροσύνη, έθεσαν τον εαυτό τους ψηλότερα από το θρόνο του Θεού. 

Έτσι σκεπτόμενη η Εκκλησία, αντιμετωπίζει ως βαριά αμαρτήματα τα ανωτέρω, χωρίς να  κλείνει την πύλη της μετανοίας στους διαπράττοντες όλα αυτά, ακόμα και τα πιο αποδοκιμασμένα κοινωνικά.

Δεν καταδικάζει, επομένως, κανέναν η Εκκλησία, αλλά μας καλεί όλους ως φιλόστοργη Μητέρα για μεταποίηση, για να μας προσφέρει νόημα στην άχαρη δυτικότροπη ζωή που μας επιβλήθηκε. Οι πνευματικοί στις ενορίες περιμένουν με ανοιχτή την αγκαλιά τους ανθρώπους με οποιοδήποτε πάθος για να τους βοηθήσουν να το νικήσουν.

Αλλά είναι έγκλημα κατά της Αλήθειας, όταν κάποιος επαναπαύει τον αμαρτωλό στο πάθος του και δεν τον ενθαρρύνει στη μετάνοια. Αυτό δεν συνιστά πράξη αγάπης, αλλά αναμφίβολη πράξη πνευματικής αδιαφορίας για τον πλησίον. Και αυτό βέβαια, δεν ισχύει μόνο στα λεγόμενα βαριά αμαρτήματα, αλλά και στα κακώς ονομαζόμενα «μικρά» ή συγγνωστά.

Είναι έγκλημα κατά της Αληθείας η αναγνώριση αλήθειας στο ψέμα του παπισμού και των άλλων αιρέσεων. Είναι έγκλημα κατά της Αληθείας η ανάμιξη μουσουλμανικών σπουδών ψεύδους  στη Σχολή όπου τάχθηκε να διδάσκει την Αλήθεια. Είναι έγκλημα κατά της Αληθείας η αμνήστευση της καλοζωΐας και η απόρριψη του ασκητικού πνεύματος της Ορθοδοξίας, με την κατάργηση νηστειών, την κατάργηση της εγκρατείας κλπ.

Βέβαια, σε μία προσπάθεια εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας με το πρόσχημα της συμπόρευσης με την εποχή, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κληρικών και θεολόγων που εγκληματούν κατά της Αληθείας. Αυτοί συνήθως γίνονται αποδέκτες συγχαρητηρίων από τους εχθρούς της αληθείας και στεφανώνονται μέχρι και από δεδηλωμένους αθέους, ως φωτισμένοι, ξεχωριστοί, ανοιχτά μυαλά, και όχι «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». [3]

Όμως, «οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν[4]

Διότι ο Κύριος προειδοποίησε: «ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.»[5]
Όχι μόνο η ντροπή για τον Χριστό είναι θανάσιμη, αλλά και η ντροπή για τους λόγους Του!

Όσοι από την άλλη, προσπαθούν να μείνουν πιστοί στην Αλήθεια με οποιοδήποτε κόστος, στολίζονται με διάφορους χαρακτηρισμούς, απομονώνονται ή και περιθωριοποιούνται (ακόμα και μέσα στην Εκκλησία), για να προωθηθούν εκείνοι που τα έχουν καλά με τον κόσμο.

Πως άλλωστε να μη συμβαίνει αυτό, αφού ο ίδιος ο Χριστός προειδοποίησε:
«ν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε»[6],
«εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν.»[7],
«Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος.»[8] 

Αλλά και ο Απόστολος Παύλος μας προειδοποιεί ευθέως και χωρίς υπεκφυγές και καλοπιάσματα:
«πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται»[9]

Το κοσμικό πνεύμα και ο σκοτεινός Άρχων αυτού, πλέον των δύο χιλιετιών μετά τη Σταύρωση του Δημιουργού των πάντων, κινούνται ακόμα απειλητικά εναντίον της Αληθείας. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν σταμάτησαν. Οι σύγχρονοι Φαρισαίοι ζητούν άρον άρον να σταυρωθούν όσοι δεν συμβαδίζουν με το κοσμικό πνεύμα, όσοι δεν φρονούν όπως εκείνοι.

Μιλούν για ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, όμως δεν ανέχονται, ποτέ δεν ανέχθηκαν, τις σκληρές Αλήθειες του Ευαγγελίου, διότι η έμφυτη από το Θεό συνείδησή τους, τούς τύπτει σαν μαστίγιο που δεν μπορούν να το υποφέρουν. Για το λόγο αυτό, παρά τις μεγαλοστομίες για ελευθερία των ιδεών, των σκέψεων και της έκφρασης, ο Λόγος του Θεού παραμένει ενοχλητικός και αποβλητέος στην δήθεν «ανοιχτή κοινωνία» της Νέας Εποχής.

Ο Εσταυρωμένος περιμένει και αυτούς που τον εχθραίνονται με ανοιχτή αγκαλιά για να τους λυτρώσει από την δυσβάσταχτη (όσο κι αν δεν το παραδέχονται) ζωή της αμετανοησίας.

Στην αιώνια πάλη μεταξύ του χριστιανικού και του κοσμικού φρονήματος καλούμαστε να διαλέξουμε στρατόπεδο. Η φράση του Χριστού, ηχεί προς όλες τις πλευρές, στους μεν ενθαρρυντικά, στους δε προειδοποιητικά: «ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον».[10]

Καλή Ανάσταση!

Χαράλαμπος Άνδραλης




[1] Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται… ιεραποστολικές επιστολές Α΄, Εκδόσεις Εν Πλω, σελ. 113
[2] Προς Κορ. Β (6,15)
[3] Λουκ. Ιη΄, 11
[4] Λουκ. Στ, 26 «Αλλοίμονον, όταν σας επαινέσουν όλοι οι άνθρωποι, επειδή όλους θα τους κολακεύετε, εις όλους θέλετε να αρέσετε, με όλους θέλετε να τα έχετε καλά, καταπατούντες τον νόμον του Θεού. Τα ίδια έκαναν (τέτοιους επαίνους δηλαδή απέδιδαν) στους ψευδοπροφήτας και οι πρόγονοι των σημερινών Εβραίων.»
[5] Μαρκ. Η, 38
[6] Λουκ. Ιβ΄, 32
[7] Ιωάν. Ιε΄ 20 «Αν εμένα καταδίωξαν, κι εσάς θα καταδιώξουν. Αν το λόγο μου τήρησαν, και το δικό σας θα τηρήσουν.» 
[8] Ιωάν. Ιε΄ 18-19 «Αν ο κόσμος σάς μισεί, ας γνωρίζετε ότι εμένα πρώτα από εσάς έχει μισήσει.  Αν ήσασταν από τον κόσμο, ο κόσμος θα αγαπούσε το δικό του. Επειδή όμως δεν είστε από τον κόσμο, αλλά εγώ σας εξέλεξα από τον κόσμο, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος.»
[9] Β΄ Τιμόθ. γ΄ 12
[10] Λουκ. Ιβ΄, 32

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Κυριακή Ε’ των Νηστειών

Νικόλαος Γεωργαντώνης

Θεολόγος


           
Αυτή τη Κυριακή εορτάζουμε τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η Οσία Μαρία κανονικά γιορτάζει τη 1η 
Απριλίου αλλά όπως γράφει και το Ωρολόγιον (λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας μας), «Ετάχθη δε αυτή και σήμερον, εγγίζοντος ήδη του τέλους της αγίας Τεσσαρακοστής, προς διέγερσιν των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν, εχόντων υπόδειγμα την εορταζομένην αγίαν».


            Η Οσία Μαρία στα δώδεκα της χρόνια έφυγε από τους γονείς της και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε για 17 χρόνια, ζωή γεμάτη ασωτία. Μετά από περιέργεια, η οσία ξεκίνησε με πολλούς προσκυνητές να πάει για Ιεροσόλυμα για να παρακολουθήσει την ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Εκεί όμως συνέχισε την άσωτη ζωή της και παρέσηρε πολλούς στην αμαρτία. Την ημέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, πήγε να μπεί στην εκκλησία και δεν μπορούσε να μπεί. Αισθανόταν μια αόρατος δύναμη να μην της επιτρέπει την είσοδο, ενώ οι υπόλοιποι πιστοί έμπαιναν στον ναό. Αυτό την τάραξε και αποφάσισε να αλλάξει την ζωή, μετανόησε και έτσι ο Θεός της επέτρεψε να μπεί στην εκκλησία. Μετά από την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, έφυγε για την έρημο, πέραν από τον Ιορδάνη ποταμό όπου έζησε για 47 χρόνια, χρόνια γεμάτα σκληρής ασκήσεως και προσευχής προς τον Θεό. Λίγο πριν το τέλος της ζωής της, συνάντησε τον ερημιτή Ζωσιμά όπου του εξομολογήθηκε αυτά που είχε κάνει στη ζωή της και κοινώνησε. Το ίδιο έγινε και το επόμενο χρόνο, ημέρα της Μεγάλης Πέμπτης. Το επόμενο έτος όμως, όταν ήρθε να κοινωνήσει ο ερημίτης Ζωσιμάς, τη βρήκε νεκρή με ένα σημείωμα που έγραφε, «Αββά Ζωσιμά, θάψε μου εδώ το σώμα της αθλίας Μαρίας, πέθανα την ίδια μέρα που με κοινώνησες των Αχράντων Μυστηρίων. Να εύχεσαι για μένα.».

            Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία είναι παράδειγμα για όλους εμας τους Χριστιανούς, μαζί και με τον Όσιο Μωυσή τον Αιθίοπα, Άγιο Αυγουστίνο και πολλοί άλλοι, ότι ανεξαρτήτου τι έχουμε κάνει, αν υπάρχει θέληση και μετάνοια από εμάς, θα υπάρχει και σωτηρία. Δεν χρειάζεται να απελπιζόμαστε για το τι έχουμε κάνει και σε κατάσταση είμαστε. Ότι και να έχουμε κάνει, με μια κίνηση μπορούμε να αλλάξουμε αρκεί να έχουμε πραγματική μετάνοια και να αλλάξουμε ριζικά την ζωή μας.


Καλή μετάνοια και καλή Ανάσταση!!!

Πρωτοπρ. Θεοδωρος Ζήσης - Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και αντιπαλαμικές διεργασίες



Πηγή: http://katihisis.blogspot.gr/2015/03/mp3-2015_24.html

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης - Η αντιπαλαμική θεολογία και η επικείμενη Μεγ. Σύνοδος


Πηγή: http://katihisis.blogspot.gr/2015/03/2015_27.html

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Γιατί προσευχόμαστε προς την Ανατολή;

 Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεόλογος
           
            Πολλοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι μπορεί να έχουν αναρωτηθεί, «Γιατί οι ιεροί ναοί είναι στραμμένοι προς την Ανατολή;» ή «Γιατί προσευχόμαστε προς την Ανατολή;» Υπάρχει όντως αυτή η απορία γιατί όπως μας λέει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός «Ουχ απλώς, ουδ’ως έτυχε, κατά ανατολάς προσκυνούμεν»[1]

            Υπάρχει λόγος γιατί προσευχόμαστε προς την Ανατολή. Ο «Θεός φώς εστί»[2] και όπως χαρακτηριστική λέει το απολυτίκιο των Χριστουγέννων, είναι ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης» και ονομάστηκε, «Ανατολή» ο Ιησούς Χριστός από την Αγία Γραφή. Έτσι, κάθε καλό και όμορφο πρέπει να το αφιερώνουμε στο Θεό επειδή από Αυτόν προέρχονται όλα τα αγαθά.

            Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν τα ιερά τους στραμμένα προς την Δύση. Αλλά, για εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, υπάρχει και ο άλλος λόγος που κοιτάμε προς την Ανατολή. Εκεί αναζητάμε την αρχαία πατρίδα μας, τον Παράδεισο που λόγω της πτώσεως, μείναμε έξω από εκεί. Επίσης, η σκηνή του Μαρτυρίου είχε το καταπέτασμα στραμμένο προς την Ανατολή. Όταν σταυρώθηκε ο Κύριος μας, κοίταγε προς την Δύση ώστε να τον προσκυνούμε εμείς. Και τέλος, τον περιμένουμε από την Ανατολή να μας έρθει ο Κύριος.   

            Πολλά πράγματα δυστυχώς δεν τα γνωρίζουμε μέσα στην Εκκλησίας μας. Αλλά δεν πρέπει να πτοούμαστε για αυτό. Θα πρέπει με αγάπη και αφοσίωση, να μελετάμε και να μαθαίνουμε «τα της πίστεως μας». 




[1] ΕΠΕ, Περί του προσκυνείν προς ανατολάς, Τόμος 1, σελ. 456
[2] Α’ Ιω. 1,5

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015