Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Περί της Νηστείας του Σταυρού


Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος

          
Η Εκκλησία έχει τις νηστείες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, των Χριστουγέννων, των Αποστόλων, της Παναγίας, τις Τετάρτης και Παρασκευής. Ανάμεσα σε αυτές, έχει και νηστείες για τον Αγ. Ιωάννη Πρόδρομο και για τον Τίμιο Σταυρό. Η νηστεία για την εορτή του Τιμίου Σταυρού είναι αρχαία με μαρτυρίες από τον Η’, Θ, και Ι’ αιώνα και αναφορές του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίου και του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (Ι’ αιώνα).

Για τον χαρακτήρα αναφέρει ο Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης, ότι «αναγινώσκονται και ψάλλονται σταυρώσιμα»[1] Στο έργο Ραλλή-Ποτλή, αναφέρεται περισσότερο για την τάξη, τη νηστεία και την προέλευση της, αναφέρει, «προαγνίζονται εκ πίστεως δια τον ασπασμόν του τιμίου Σταυρού και σταυρώσιμα πάντα ψάλλονται και αναγινώσκονται εν τη ημέρα ταύτη, οτε Απόστολος και το Ευαγγέλιον, και απλώς όλη η τάξις σταυρώσιμος γίνεται, και ότι μια ημέρα εν ταις καθολικαίς Εκκλησίας τελείται, και εύλογος εστιν η νηστεία... Περι δε της νηστείας... του τιμίου Σταυρού ουκ από των Γραφών, αλλ’εκ κοινής Παραδόσεως παρελάβομεν, καθώς προεγράφη.»[2] Για την απόδειξη της αρχαιότητος της νηστείας αυτής, ο Όσιος Νίκων ο Μετανοήτε λέει «Ορώμεν δε και ετέραν νηστείαν γινομένην και περι ταύτης ουκ ηδυνήθημεν τιποτούν εγγράφως ευρείν. Πλήν πάντη και πανταού ταύτην νηστεύουσιν. Λέγω δη την Ύψωσιν του τιμίου Σταυρού[3]

Η νηστεία αυτή είχε εισέλθει στη μονή του Στουδίου αλλά αναφέρεται και στα τυπικά του Κωνσταντίνου (1860) και του Βιολάκη (1913), «Όθεν και δίκαιο εστι νηστεύειν πάντας τους Ορθοδόξους εν ταύτη τη πανσέπτω ημέρα και γαρ τα δίκαια έχει της του Πάθους ημέρας, της αγίας και μεγάλης Παρασκευής[4]

            Η νηστεία διαρκεί κατά τη ημέρα της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, τη 14η Σεπτεμβρίου, ή οποία θεσπήστηκε κατά τους χρόνους του Αγ. Κωνσταντίνου και Αγ. Ελένης. Την 13η Σεπτεμβρίου έγιναν τα εκγαίνια του ναού της Αναστάσεως στο Ιεροσόλυμα και την επόμενη ημέρα ο πατριάρχης Μακάριος ύψωσε τον τίμιο Σταυρό ενώποιον του πιστού λαού. Η εορτή αυτή έλαβε μεγαλύτερη σημασία το 629-630 μ.Χ. με την ανάκτηση του τιμίου Σταυρού στην Κωνσταντινούπολη από του Πέρσες από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο αλλά και υπό του πατριάρχου Ζαχαρίου όπου και εψάλη το γνωστό απολυτίκιο του Σταυρού:

«Σώσον Κύριε τον λαό σου,

και ευλόγησον την κληρονομίαν σου,

 νίκας τοις βασιλεύσι,

κατά βαρβάρων δωρούμενος,

και το σον φυλάττων,

δια του Σταυρού σου πολίτευμα

            Η εορτή της Υψώσεως έχει χαρούμενο και λυπημένο χαρακτήρα. Χαρούμενο, επειδή βρέθηκε ο τίμιος Σταυρός αλλά λυπημένο επειδή, πάνω σε αυτό έπαθε ο Χριστός για τις αμαρτίες του κόσμου. Η εορτή της Υψώσεως έχει σχέση με την Μεταμόρφωση του Κυρίου. Η Μεταμόρφωση έγινε 40 μέρες πριν σταυρωθεί ο Χριστός. Για αυτό τον λόγο εορτάζουμε τη Μεταμόρφωση στις 6 Αυγούστου εφόσον πέφτει η Ύψωση του τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου. Πριν καθιερωθεί η εορτή της Υψώσεως τη 14η Σεπτεμβρίου, η εορτή της Μεταμορφώσεως εορταζόταν 40 μέρες πριν από τη Μεγάλη Παρασκευή. Αυτό μαρτυρήται από τα τροπάρια της εορτής της Μεταμορφώσεως «Πρὸ τοῦ σοῦ Σταυροῦ Κύριε, ὄρος οὐρανὸν ἐμιμεῖτο, νεφέλη ὡς σκηνὴ ἐφηπλοῦτο. Σοῦ μεταμορφουμένου, ὑπὸ Πατρὸς δὲ μαρτυρουμένου, παρῆν ὁ Πέτρος σὺν Ἰακώβῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὡς μέλλοντες συνεῖναί σοι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς παραδόσεώς σου, ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσιά σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου, ἃ προσκυνῆσαι ἡμᾶς, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος[5] και «Πρὸ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σου καὶ τοῦ πάθους, λαβὼν οὓς προέκρινας τῶν Ἱερῶν Μαθητῶν, πρὸς τὸ Θαβώριον Δέσποτα, ἀνῆλθες ὄρος, δεῖξαι θελήσας τούτοις τὴν δόξαν σου, οἳ καὶ κατιδόντες σε μεταμορφούμενον, καὶ ὑπὲρ ἥλιον λάμψαντα, πρηνεῖς πεσόντες, τὴν δυναστείαν σου κατεπλάγησαν, ἀναβοῶντες· Σὺ τὸ ἄχρονον, φῶς ὑπάρχεις Χριστὲ καὶ ἀπαύγασμα, τοῦ Πατρός, εἰ καὶ θέλων, σάρξ ὡράθης ἀναλλοίωτος.»[6]

            Η νηστείες έχουν ευεργετικό χαρακτήρα στον πνευματικό πόλεμο. Ενισχύουν την πίστη, χαλινώνουν τα πάθη και δίνουν δύναμη στον πιστό να συνεχίση το έργο του προς την θέωση του. Ακριβώς αυτό το σκοπό έχει η νηστεία του τιμίου Σταυρού, ερχόμενη στην αρχή του Εκκλησιαστικού έτους, να μας βάλει στον δρόμο προς τον Θεό και να μας δυναμώσει.

 




[1] ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΚΗ ΜΟΝΗΣ ΣΤΟΥΔΙΟΥ, PG 99, ΣΕΛ. 1696-1697
[2] Ράλλη-Ποτλή, Τομ. Δ’, σελ. 591
[3] Περιοδικόν «Τρείς Ιεράρχαι» 1957, αρ. φυλ. 1129
[4] ΤΥΠΙΚΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΣΕΛ. 31 & ΤΥΠΙΚΟ ΒΙΟΛΑΚΗ, ΣΕΛ. 76
[5] Στιχηρό τῆς Ἑορτῆς της Μεταμορφώσεως,  Ἦχος δ', Κοσμᾶ Μοναχοῦ
[6] Εἰς τοὺς Αἴνους. Στιχηρό τῆς Ἑορτῆς, Ἦχος δ', Ὁ ἐξ ὑψίστου κληθεὶς

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Προ της Υψώσεως


Νικόλαος Γεωργαντώνης

θεολόγος

 

Πρωτότυπο Κείμενο:

«Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 6:11-18

Ἀδελφοί, ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. Οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. Ἐμοί δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. Ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. Καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.»

 

Μετάφραση:

«Κοιτάξετε με πόσο μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το ίδιο μου το χέρι,  Όσοι θέλουν να αρέσουν στους ανθρώπους (όσοι θέλουν να φανούν σπουδαίοι) επιδεικνύοντας κατόρθωμα στη σάρκα, αυτοί σας αναγκάζουν να περιτέμνεσθε, μόνο και μόνο για να μη καταδιώκωνται εξ αιτίας του σταυρού του Χριστού,

Διότι ούτε αυτοί, που έχουν περιτομή, τηρούν το νόμο, αλλά θέλουν να περιτέμνεσθε σεις, για να καυχηθούν για τη δίκη σας σάρκα (διότι σας έπεισαν να κάνετε σ’ αυτήν περιτομή). Αλλά σε μένα μη γένοιτο να καυχώμαι, παρά για το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου ο κόσμος έχει σταυρωθή (και νεκρωθή) ως προς εμένα, και εγώ έχω σταυρωθή (και νεκρωθή) ως προς τον κόσμο. Στη θρησκεία βεβαίως του Ιησού Χριστού ούτε η περιτομή έχει κάποια ισχύ ούτε η ακροβυστία (η απεριτμησία), αλλ’ η νέα δημιουργία (η πνευματική αναγέννησι), Και σ’ όσους θα συμμορφώνωνται προς αυτή την αρχή, ευλογία και έλεος να είναι σ’ αυτούς, και γενικώς στον Ισραήλ του Θεού. Στο εξής κανείς να μη με ενοχλή, διότι εγώ στο σώμα μου φέρω τα σημάδια των πληγών χάριν του Κυρίου Ιησού (και αυτά αποδεικνύουν, ότι είμαι γνήσιος απόστολος). Η χάρι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι με το πνεύμα σας, αδελφοί, Αμήν. »

 

 
Σήμερα είναι η Κυριακή Προ της Υψώσεως, δηλαδή πριν από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού που θα εορτάσουμε σε λίγες μέρες. Το μήνυμα του αποστολικού αναγνώσματος έχει πολύ μεγάλη σημασία, ειδικά σήμερα. Σε μια εποχή, που να εκκλησιάζεσαι και να φοράς Σταυρό θεωρήται οπισθοδρομικό και κατά κόσμον ανόητο, έρχεται ο Απόστολος Παύλος να μας πει ότι ουσιαστικά, όποιος θέλει να είναι πραγματικά Χριστιανός Ορθόδοξος, πρέπει να το πιστέψει και να το πράξει. Εαν θέλουμε να αρέσουμε στους πολλούς και να περνάμε καλά, τότε δεν μπορούμε να είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Θα πρέπει να διαλέξουμε εαν θέλουμε να σηκώσουμε το Σταυρό και να ακολουθήσουμε τον Ιησού Χριστό ή να το αφήσουμε και να ζήσουμε την εύκολη αλλά μάταιη, πρόσκαιρη και επίγεια ζωή.

Ο πιστός Χριστιανός Ορθόδοξος, πρέπει να παλέψει, να ιδρώσει για να φτάσει εκεί που μας καλεί ο Θεός, στην κατα χάριν θέωση. Μην κοιτάμε το εύκολο, αυτό που ακολουθεί η κοινωνία γιατί αυτό θα μας οδηγήσει σε δρόμο χωρίς τον Θεό που όπως λέει ο Αγ. Νικόλαος Βελιμιροβιτς «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται.» Ας πάρουμε παράδειγμα από τον Κύριο Ιησού Χριστό μας και των αγίων της Εκκλησίας μας.

Αυτά που μας λέει η Εκκλησία δεν είναι ακατόρθωτα, αρκεί να έχουμε πνεύμα πρόθυμο. Ας φροντίσουμε να βάλουμε λίγο περισσότερο τον Θεό στη ζωή μας και θα δούμε πόσο ευεργετικό θα είναι για τη ψυχή μας. Ας κάνουμε λίγο προσευχή, λίγο ανάγνωση της Αγ. Γραφής και του Ψαλτηρίου σε συνδυασμό με τον συνεχή εκκλησιασμό.  Μην μένουμε σε μια επιφανειακή σχέση με τον Θεό. Ας πάρουμε δύναμη από τον Σταυρό του Κυρίου για να εντείνουμε τον πνευματικό αγώνα μας.  

Πρέπει να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, τι θέλουμε τελικά στη ζωή μας, να αρέσουμε μόνο στον κόσμο ή να αρέσουμε στον Θεό;

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ;


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 9η Σεπτεμβρίου 2016

 

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ;

 

Έχουν περάσει δύο και πλέον μήνες από την σύγκληση της «Συνόδου» της Κρήτης, η οποία προβλήθηκε και διαφημίστηκε επί δεκαετίες από τους θιασώτες της ως η μέλλουσα να συνέλθει «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» και η αγωνία του πιστού λαού του Θεού και η προσδοκία του να πληροφορηθεί, να λάβει έγκυρες και αυθεντικές απαντήσεις σχετικά με την φύση της εν λόγω «Συνόδου», την νομιμότητα της συγκλήσεώς της, τον τρόπο οργανώσεώς της και την ορθότητα, η μη των αποφάσεών της, βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Οι φόβοι και οι ανησυχίες, που εκφράστηκαν στην μεγάλη και πολύ σημαντική, πανορθοδόξου εμβελείας, Ημερίδα, που διοργάνωσαν στις 23.3.2016 οι Ιερές Μητροπόλεις Πειραιώς, Γλυφάδας, Κυθήρων και  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως και η «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών» κατά τις εισηγήσεις των ομιλητών, ότι δηλαδή η μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδος δεν θα είναι γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά μια οικουμενιστική «Σύνοδος», δυστυχώς επαληθεύτηκαν! Μια απλή αντιπαραβολή των πορισμάτων της Ημερίδος με όσα απεφασίσθησαν, ελέχθησαν και επράχθησαν στη «Σύνοδο» της Κρήτης αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Τις προβλέψεις της Ημερίδος επιβεβαίωσε ένα πλήθος δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο και τα ΜΜΕ από αρχιερείς, από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών», από χριστιανικά σωματεία και οργανώσεις, από  κληρικούς, καθηγητές Θεολογικών και άλλων Σχολών, αγιορείτες μοναχούς και άλλους φορείς. Οι παρά πάνω ευστοχότατες, άριστες θα λέγαμε, δημοσιεύσεις αναλύουν, εκτιμούν και αξιολογούν τις επί μέρους πλευρές και παραμέτρους της «Συνόδου» αυτής και όλες μαζί συγκλίνουν σ’ ένα γενικό συμπέρασμα: Ότι η «Αγία και μεγάλη Σύνοδος», όπως την ονόμασαν οι θιασώτες της, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόπειρα επαναλήψεως της Φεράρας -Φλωρεντίας. 

Και τούτο, διότι η «Σύνοδος» αυτή:

Α) Δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Τούτο αποδεικνύεται από το ότι: 1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), αντίθετα μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως Εκκλησίες τους ετεροδόξους. 2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενέστερων Οικουμενικών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω. 3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κλπ. 4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, Αγγλικανών και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών. 5. Οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Πως είναι δυνατό με τέτοιου είδους ανθρώπινες μεθοδεύσεις, ξένες προς την Παράδοση της Εκκλησίας μας, να θεωρηθεί μια τέτοια Σύνοδος ως γεγονός Πεντηκοστής, όπου θα πνεύσει και θα ομιλήσει δια των Συνοδικών μελών το ίδιο το άγιο Πνεύμα, αφού οι αποφάσεις είναι ήδη προειλημμένες; 6. Είχε μια μακροχρόνια πορεία προπαρασκευής 93 ετών. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας μας, διότι σε καμιά άλλη Σύνοδο, Οικουμενική, η Τοπική, της αρχαίας Εκκλησίας, δεν υπήρξε τόση εργώδης και μακροχρόνια προετοιμασία. Ο λόγος είναι προφανής. Από το ξεκίνημά της η Σύνοδος είχε οικουμενιστικούς στόχους, που όμως οι γενικότερες παγκόσμιες γεωπολιτικές  μεταβολές, οι αντιδράσεις του πιστού λαού του Θεού  και άλλα εξωτερικά εμπόδια, δεν επέτρεψαν την πραγματοποίησή της. Ωστόσο οι θιασώτες της έψαχναν να βρουν τις κατάλληλες συνθήκες. Και οι συνθήκες αυτές έγιναν ευνοϊκές μόλις φέτος το 2016. 

Β) Στερείται Κανονικότητος και Νομιμότητος.

   Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ. 1). Ωστόσο όπως είναι γνωστό τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος, που προβλέπει ο Κανονισμός: «συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων», χωρίς δηλαδή την σύμφωνη γνώμη όλων των Προκαθημένων. Πέραν τούτου τον εν λόγω Κανονισμό δεν υπέγραψε το Πατριαρχείο Αντιοχείας, οπότε καταπατήθηκε και η αρχή της ομοφωνίας, η οποία συνομολογήθηκε από όλους τους προκαθημένους ως πάγια αρχή σ’ όλες τις φάσεις της διαδικασίας συγκλήσεως και διεξαγωγής της «Συνόδου». Επί πλέον, όπως παρατηρεί ο κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.: «Είχε, μη έγκυρα, στην ημερήσια διάταξή της ως θέματα το σχέδιο κειμένου ‘Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού’, το οποίο δεν είχε υπογραφεί από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας στη Σύναξη των Προκαθημένων του Σαμπεζύ του Ιανουαρίου 2016, όπως και τα λοιπά πέντε (5) σχέδια κειμένων τα οποία δεν είχαν υπογραφεί από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών».

Γ) Η «Σύνοδος» είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι 1. Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2016, μόλις λίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας. 2. Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156, ένα μικρό ποσοστό, που αντιστοιχεί μόλις στο 19,5%  περίπου του συνολικού αριθμού των επισκόπων παγκοσμίως. 3. Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» (primos inter pares) σε «πρώτους άνευ ίσων» (primos sine paribus). 4. Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του  υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Καταφρονήθηκαν οι Εισηγήσεις και τα Πορίσματα της Ημερίδος, που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016) και οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, (όπως του κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη) και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων. Καταφρονήθηκαν οι επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού. Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του οσίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.

Δ) Η «Σύνοδος» της Κρήτης αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως και επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι έσχατος κριτής, της ορθότητας και της εγκυρότητας των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, η  απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων. Αποτέλεσμα της πεπλανημένης αυτής αντιλήψεως είναι η αξίωση των μελών της «Συνόδου», να γίνουν αποδεκτές οι αποφάσεις της πανορθοδόξως.

Ε) Δεν έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις. Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» νομιμοποιεί συνοδικά, αντί να καταδικάσει και θεσμοθετεί τον Οικουμενισμό. Αντί να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών και αντί να τους καλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία, αναγνώρισε την ιστορική ονομασία τους ως «Εκκλησιών»! Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών»: «Οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις, τις οποίες επρότεινε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακόμη και αν εγίνοντο συνοδικά δεκτές, δεν επρόκειτο βέβαια να καταστήσουν το κείμενο ορθόδοξο και αποδεκτό, αφού ούτε τα απαράδεκτα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων εκρίνοντο [κείμενα του Balamand, του Πόρτο Αλέγκρε, της Ραβέννας, του Πουσάν κ.λ.π.] ούτε πολύ περισσότερο η με αντορθόδοξους όρους συμμετοχή μας στο ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’. Αντίθετα, μέσα στο κείμενο επαινούνται και εγκωμιάζονται. Η δε ορθή πρόταση το ‘χριστιανικές εκκλησίες’ να γίνει ‘χριστιανικές κοινότητες’ συνάντησε λυσσώδη αντίδραση και απορρίφθηκε με ανιστόρητες, αθεολόγητες, παράλογες, σοφιστικές αντιπροτάσεις, τις οποίες υιοθέτησε, άγνωστο πως, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, που δεν υπεστήριξε, ως όφειλε, την απόφαση της Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλάδος και υπερέβη αναιτιολόγητα την εξουσιοδότηση, που είχε λάβει από αυτήν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εγκυρότητα των αποφάσεων που ελήφθησαν. Αναμένονται οι απαραίτητες εξηγήσεις που οφείλουν να δώσουν στο Σώμα της Ιεραρχίας τόσο ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, όσο και οι υπόλοιποι Ελλαδίτες Ιεράρχες της ‘συνόδου’ της Κρήτης».

ΣΤ) Οικοδόμησε ένα «νέο είδος συνόδου». Όπως απερίφραστα ομολόγησε ένας από τους Προκαθημένους, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, η Σύνοδος αυτή «δεν είναι αντίγραφο των παλαιών συνόδων αλλά ένα νέο είδος Συνόδου». Ήταν μια «Σύνοδος» όχι «επομένη τοις Αγίοις Πατράσι», αλλά  μια «Σύνοδος» οικουμενιστικών προδιαγραφών, τέτοια που ταιριάζει στο πνεύμα, στις απαιτήσεις και στην ατμόσφαιρα  της Νέας Εποχής και της Πανθρησκείας, προς την οποία οδεύει ολοταχώς η ανθρωπότητα. Ήταν μια «Σύνοδος» που εναρμονίστηκε πλήρως με τις αποφάσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου, την Εκκλησιολογία, της οποίας αντιγράφει με θαυμαστή ακρίβεια. Γι’ αυτό άλλωστε πανηγύρισε ο «Πάπας», όταν πληροφορήθηκε τις αποφάσεις της «Συνόδου». Ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος του Βατικανού και των απανταχού παπικών αφιέρωσε πλήθος άρθρων με επαινετικά σχόλια για τη «Σύνοδο» της Κρήτης. Καταλαβαίνει ο καθένας, τι σημαίνει αυτό, όταν πανηγυρίζουν οι εχθροί της Εκκλησίας και λυπούνται και θλίβονται τα μέλη Της! Το ότι η «Σύνοδος» αυτή κινήθηκε σε οικουμενιστικά πλαίσια φαίνεται και από το γεγονός ότι απέφυγε να αξιολογήσει την πορεία των μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων και να ομολογήσει την χρεοκοπία και το αδιέξοδο, στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει. Τελικά οι Διάλογοι εξυπηρέτησαν και προώθησαν τους στόχους της Νέας Εποχής και της Παγκοσμιοποιήσεως. Απέφυγε να καταδικάσει τα κείμενα του Balamand (1993), του Porto Alegre (2006), της Ραβέννας (2007) και του Πουσάν (2013), τα οποία είναι γεμάτα από εκκλησιολογικές αιρέσεις. Αντίθετα επήνεσε το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τα παραχθέντα από αυτό κείμενα.

Ζ) Έχασε τον πανορθόδοξο χαρακτήρα της.  Στην «Σύνοδο» δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά μόνον δέκα, που εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθοδόξων πιστών, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις, οι Εκκλησίες της  Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα (2/3) των Ορθοδόξων, δεν συμμετείχαν, για τους λόγους που αναφέραμε παρά πάνω. Η «Σύνοδος» σε τελική ανάλυση μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια διευρυμένη «Σύνοδος»  Προκαθημένων!

Η) Απέφυγε να ασχοληθεί με θέματα επείγοντα και φλέγοντα, όπως το ημερολογιακό, που τραυμάτισε και εξακολουθεί να τραυματίζει μέχρι σήμερα την ενότητα της Εκκλησίας, όπως και με το θέμα της Ουνίας, που εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της. Η όλως απερίσκεπτη και πραξικοπηματική αλλαγή του ημερολογίου από τον Μασόνο Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, δημιούργησε ένα άνευ προηγουμένου εορτολογικό διχασμό στο σώμα της Εκκλησίας, προς μεγίστη χαρά των εχθρών της, Παπικών και Προτεσταντών και ο οποίος ταλανίζει την Εκκλησία εδώ και έναν σχεδόν αιώνα!   

Θ) Στο παρασκήνιο της Συνόδου της Κρήτης χρησιμοποιήθηκαν αθέμιτες μεθοδεύσεις και ασκήθηκαν απαράδεκτες πιέσεις προς τους ολίγους εκείνους επισκόπους, που δεν δέχθηκαν να υπογράψουν το κακόδοξο κείμενο  με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος αποκάλυψε, ότι δέχτηκε απίστευτες ύβρεις και απειλές από Επισκόπους, επειδή υπερασπίσθηκε την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας ως την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Το πρωτόγνωρο και αλγεινό φαινόμενο των πλαστογραφιών είδε επίσης το φως της δημοσιότητας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, Προκαθήμενος υπέγραψε στα πρακτικά της Συνόδου για λογαριασμό, (δηλαδή «αντ’ αυτών», παρόντων των ιδίων), όλων εκείνων των επισκόπων της Εκκλησίας του, που αρνήθηκαν να υπογράψουν! Όλα αυτά μας θυμίζουν τις δόλιες μεθοδεύσεις κατά την Ψευδοσύνοδο της Φεράρας- Φλωρεντίας και αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι στη «Σύνοδο» αυτή δεν ήταν παρόν το άγιο Πνεύμα. 

Και τώρα τίθεται το ερώτημα: Τι δέον γενέσθαι; Ποιο είναι το χρέος μας ως κλήρος και ως πιστός λαός του Θεού μετά την πραγματοποίηση αυτής της «Συνόδου»; Απλούστατα, καλούμαστε να μιμηθούμε τους αγίους Πατέρες μας και να αγωνιστούμε, όπως αγωνίστηκαν αυτοί σε παρόμοιες περιστάσεις. Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό. Να απαντήσουμε σε μια λανθασμένη αντίληψη, ότι δήθεν η «Σύνοδος» της Κρήτης πέθανε και ετάφη. Ότι είναι από μόνη της άκυρη. Ότι σε λίγο καιρό θα ξεχαστεί και κανένας δεν θα την θυμάται και επομένως δεν χρειάζεται να γίνει κανένας αγώνας για την συνοδική καταδίκη της. Αλλοίμονο αν νομίσουμε ότι η «Σύνοδος» πέθανε και ετάφη και με την σκέψη αυτή παραμείνουμε αδρανείς και αδιάφοροι από φόβο και δειλία, μήπως μπούμε σε περιπέτειες και κινδύνους. Θα είμαστε αναπολόγητοι εν ημέρα Κρίσεως, ότι δεν πράξαμε το καθήκον μας. Πολύ σωστά επισημάνθηκε από πατέρες της «Συνάξεως» ο θεοφώτιστος λόγος του άγιου Μάξιμου του Ομολογητού, ότι «δεν αρκεί η ‘εξαφάνιση’ η ‘παρασιώπηση’ ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν» (Βλ. «Περί των πραχθέντων εν τη πρώτη αυτού εξορία, ήτοι εν Βιζύη» 12, PG 90, 145 B.C.) Πολύ σωστά επίσης παρατηρεί ο καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος ότι η «Σύνοδος» «δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον». Οι θιασώτες και οι  διοργανωτές της την θεωρούν βέβαια αυτοδικαίως έγκυρη και στο μέλλον θα επικαλούνται τις αποφάσεις της για να δικαιολογούν και να κατοχυρώνουν τις οικουμενιστικές παρεκτροπές τους. Κατ’ επέκταση θα στηρίζονται στις αποφάσεις αυτές για να επιβάλλουν ποινές και αφορισμούς σε όσους αντιδρούν. Οι διωγμοί έχουν ήδη αρχίσει στο άγιον Όρος. Τέσσερις μοναχοί από την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου εδιώχθηκαν από την Μονή της μετανοίας τους, επειδή αρνήθηκαν να δεχθούν τις αποφάσεις της «Συνόδου». Επίσης ο π. Σάββας, προϊστάμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας καθαιρέθηκε από το αξίωμα του προϊσταμένου εξ’ αιτίας της αντιαιρετικής του δράσεως, όλως αδίκως και κατά παράβασιν του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους. Ωστόσο παρά τις διώξεις το κύμα των αντιδράσεων διογκώνεται όλο και περισσότερο. Πολλοί κελιώτες μοναχοί, γύρω στους 300 μέχρι στιγμής, έχουν ήδη διακόψει το μνημόσυνο του Πατριάρχου και ο αριθμός συνεχώς αυξάνεται. Το Άγιον Όρος αυτή τη στιγμή μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει και αυτό είναι κάτι που τρομάζει, και πολύ μάλιστα, το Φανάρι.

    Αυτό λοιπόν που κατά την ταπεινή μας γνώμη πρέπει να γίνει τώρα, είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την συγκρότηση μιας νέας αληθινής Ορθοδόξου Συνόδου, η οποία θα καταδικάσει τον Οικουμενισμό. Για να φθάσουμε όμως σ’ αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται προηγουμένως προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος στην «Σύνοδο» και απορρίπτουν τις αποφάσεις της. Επίσης απαιτείται συνεργασία και συνεννόηση των παρά πάνω τοπικών Εκκλησιών με όλους εκείνους τους επισκόπους, που ανήκουν σε άλλες τοπικές Εκκλησίες και οι οποίοι, είτε δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο» και απορρίπτουν τις αποφάσεις της, είτε έλαβαν μεν, αλλά δεν υπέγραψαν τις αποφάσεις της. Απαιτείται περαιτέρω συνεργασία όλων των παρά πάνω επισκόπων με τους αγιορείτες πατέρες, με μοναστήρια εκτός αγίου Όρους και με άλλα μοναστήρια σε άλλες Ορθόδοξες χώρες, που απορρίπτουν τις αποφάσεις της «Συνόδου». Επίσης περαιτέρω συνεργασία με τον υπόλοιπο κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού.

Ας παρακαλέσουμε τον Θεό με πολλές προσευχές και δεήσεις να ευλογήσει την ταπεινή μας διακονία, να χαρίσει σε όλους, όσους αγωνίζονται προς την κατεύθυνση αυτή, ενότητα, ομοψυχία και ομολογιακό φρόνημα, ώστε να φθάσουμε με την Χάρη Του στην ευλογημένη εκείνη ώρα, που θα συγκληθεί η αληθινή «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» της Ορθοδοξίας, οπότε θα πανηγυρίσει ο ουρανός και η γη, η θριαμβεύουσα και η στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού. Αμήν!

 

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Η ιστορία του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος,η λειτουργική του χρήση και τα χαρακτηριστικά του.

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Ο Ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα(Μ.Π.Κ)
Ο ποιητής λοιπόν του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρις, βασιλιάς τῆς αυτοκρατορίας τῆς Νικαίας, ποὺ ιδρύθηκε μετα την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απο τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία ποὺ επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τὰ έτη 1204 – 1261.
Ὁ χρόνος άρα που γράφτηκε ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ὁ ΙΓ´ μ.Χ. αιώνας καὶ συγκεκριμένα τὸ διάστημα των ετών 1204 – 1258 μ.Χ.που ἔζησε ὁ ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις.
Ο Επιληπτικός Αυτοκράτορας
Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του.
Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικήφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης.
Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας , του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.
Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του.Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως «σαν κατάθλιψη η σαν διάχυση του συναισθήματος ¨..
Σε μια από το πλήθος των επιστολών του ,ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν,κατηφή ,δεινόν ,συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον .Οίμοι τι εν εμοί γέγονεν!Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχικλή και ταπείνωσις σαρκική ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον»(J.B.Papadopoulos)
Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας ,συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας ,της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας.
Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο ,τον πρωτότοκο γυιό του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας , ,που είχε αποκτήσει «υπομονή αγίας και συνέίδηση ειρηνοποιού»(D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν.Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου έμαθε από την Θεοδώρα ,(που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της ¨θρόμβοι δακρύων» και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου ) να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας .Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις ,που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος.
Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.
Καθώς ή υγεία του χειροτέρευε o Θεόδωρος  παραιτήθηκε από τον θρόνο της Νικαίας καί αποσύρθηκε στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, δπου καί έγινε  μοναχός λίγο πρίν τόν θάνατο του. «Αφησε την τελευταία του πνοή τόν Αύγουστο τοΰ 1258 πρίν ή κατά τήν διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ό Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σέ κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σέ θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Η Λειτουργική χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.
Ό Κανόνας  γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σέ ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των  γύρω  Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ό Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου ή Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά  προς ίασή  του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι  ή ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν   καθημερινά  μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο νά δεχθούμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε  συνήθεια έκτοτε νά ψάλλεται ή ακολουθία κάθε Αύγουστο  σε μνήμη του ποιητή της.
Λίγο πρίν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί.Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και ¨δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν ,ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει»(Γ.Ακροπολίτης )
Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα , που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου ,συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του ,γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.
«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήνκαλύπτουσι καρδίαν»
. «Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω»
Στίς 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει τήν Κωνσταντινούπολη  γιά λογαριασμό τοϋ Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τοΰ 1204- Ή αναίμακτη ανάκτηση τής Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση τής Θεοτόκου.
Ό Αυτοκράτορας  για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γίνονταν  στην Κωνσταντινούπολη καί μεταξύ αυτών ήταν  και   ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως. ‘
Αλλά ή νέα Βασιλική Αυλή τοΰ Μιχαήλ,, βρέθηκε  μπροστά στο εξής δίλλημα.
ΟΙ δύο βασιλικές δυναστείες τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως καί Μιχαήλ Παλαιολόγου βρίσκονταν  σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ό Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιό του Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί ή Βασιλική Αυλή ακολουθίες πού θύμιζαν την δυναστεία του Θεοδώρου.
Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου  Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Θεοστήρικτου.
Ό  Μεγάλος Παρακλητικός κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία τοϋ Δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος μέ την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε νά εναλλάσσεται μέ τον Μικρό, ό όποιος διαδόθηκε  έξ ϊσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).
Δέν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε  ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο δυναστειών καθιερώθηκε ή εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο σαν  εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
ΟΙ δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Όρθοδόξους πού παρέλαβαν τά ελληνικά λειτουργικά κείμενα μέχρι τόν ενδέκατο αιώνα μεταφρασμένα στην σλαβονική γλώσσα. Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιελαμβάνονταν στα ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.

Β.Χαρακτηριστικά του Μ.Π.Κ
.

Ὁ Μεγάλος Παρακλητικός Κανών, όπως γράφουν οι ερευνητές Νικόλαος Τωμαδάκης καὶ Ιωάννης Φουντούλης, έχει περισσότερο προσωπικὸ χαρακτήρα καὶ «αναφέρεται ειδικά στὰ παθήματα καὶ στις δυσμενείς περιστάσεις της ζωής του πολυπαθούς αὐτοῦ βασιλέως, ὁ ὁποίος έπασχε απὸ ανίατο ψυχικὸ νόσημα». Ἀναφέρει δὲ ὁ Τωμαδάκης ὅτι: «εαν ἡ περίπτωσις τοῦ Θεοδώρου Λασκάρεως προσαρμόζεται πρὸς την κατάθλιψη καὶ τὶς διακυμάνσεις της οργιζομένης καὶ αμαρτανούσης καὶ νοσούσης υπάρξεως των μυριάδων πιστών, αυτὴ ακριβώς είναι καὶ η αιτία της κατὰ τὰ τελευταία έτη της βυζαντινής αυτοκρατορίας εισαγωγής της ποιητικής αυτής συνδέσεως, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, στὴν εκκλησιαστικὴ ακολουθία, προς λειτουργικὴ χρήση.
Η ποίηση του Μ.Π.Κανόνος ειναι έκφραση πόνου καὶ κραυγὴ αγωνίας πρὸς την Παναγία, που αυτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αποτελοῦν ένδειξη μεγάλου ποιητή, ὅπως π.χ. «ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος», ἢ «ἵνα τὶ μὲ ἀπώσω ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἐκάλυψέ με τὸ ἀλλότριον σκότος τὸ δείλαιον», ἢ «ἀλλ΄ ἐπίστρεψόν με καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον, δέομαι» καὶ ἄλλα πολλά.
Εὰν συγκρίνωμε τώρα τὴν ποιητικὴ έκφραση του πόνου, της αγωνίας, της θλίψεως καὶ της κραυγαλέας οδύνης του Μ.Π.Κ. πρὸς την σύγχρονη εξομολογητικὴ ποίηση τῶν καιρών μας, θα διαπιστώσωμε τα εξής: ότι στην εξομολογητικὴ ποίηση του συγχρόνου κόσμου, ο ποιητής εκχέει προς τὸ κενό τον σπαραγμό της καρδίας του, το ἐσωτερικό του άλγος, χωρὶς να περιμένει από κανένα την διόρθωση της καταστάσεώς του, εφ΄ όσον δεν πιστεύει, ούτε ελπίζει σὲ κάτι. ‘Ετσι, ὁ ποιητής αυτὸς αφήνει ανοικτές τις πληγὲς της ψυχής του μὲ απόγνωση καὶ απογοήτευση, χωρὶς τὴν ελπίδα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ασθενείας του. Ενώ ἀντίθετα η ποίηση του Μ.Π.Κ., όπως καὶ όλων των ύμνων της Εκκλησίας μας, παρὰ την έκφραση του πόνου, της θλίψεως, της ασθενείας, των πειρασμών καὶ των βασάνων, δεν κυριεύεται απὸ απόγνωση καὶ απελπισία, αλλὰ μὲ πίστη καὶ ελπίδα εκλιπαρεί την ευσπλαχνία καὶ την πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ θείο έλεος τοῦ Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μὲ θάρρος καὶ αισιοδοξία για να συνεχίσει τον ἀγώνα, με την βοήθεια εκείνων, για την διόρθωση όλων των δεινών του.
 

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Κήρυγμα στην Επι του Όρους Ομιλία του Κυρίου


         Νικόλαος Γεωργαντώνης
θεολόγος-ιεροψάλτης
Σικάγο, 3 Ιουλίου 2016


Το κήρυγμα πραγματοποιήθηκε στον Ι.Ν. Αγ. Αθανασίου και Τιμίου Προδρόμου, Chicago, IL

Σήμερα ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή του ευαγγελιστού Ματθαίου, την επι του Όρους ομιλία του Κυρίου. Όλη η Καινή Διαθήκη περιέχει μια βαθειά πνευματικότητα, με τους μακαρισμούς να κατέχουν την κυρίαρχη θέση. Οι μακαρισμοί υπάρχουν στο κατά Ματθαίον, Ε’ κεφάλαιο, στίχους 3-16 και στο κατά Λουκάν, ΣΤ’ κεφάλαιο, στίχους 20-26.

Εξετάζοντας τη λέξη «Μακαρισμός», βλέπουμε ότι αυτή η λέξη παραπέμπει στην μακαριότητα. Ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει ότι οι μακαρισμοί έχουν σκοπό να κοινωνάμε με τη θεότητα, δηλαδή, ακολουθώντας τους μακαρισμούς, μας δίνεται η ευκαιρία να φτάσουμε στην αιωνιότητα. Μέσω αυτών των εντολών, τρόπων τινά, που θα εφαρμόση ο κάθε χριστιανός, θα μπορέσει να οδηγηθεί στην κατά χάριν θέωση, δηλαδή να φτάσει στην Ουράνια Βασιλεία. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι μακαρισμοί λειτουργούν ως οδοδείκτες στην πνευματική μας ζωή. Αναφέρει ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι οι μακαρισμοί συνοψίζουν το ευαγγέλιο της σωτηρίας μας. Όπως στη Παλαιά Διαθήκη μας παραδόθηκαν οι δέκα εντολές από τον Θεό για να έχουμε καθοδήγηση στην ζωή μας, έτσι και στην Καινή Διαθήκη, ο Θεός μας παρέδωσε τους μακαρισμούς, όπου αυτοί μας καθοδηγούν για να φτάσουμε στη θέωση μας.

Οι μακαρισμοί λειτούργησαν στους αγίους και στις αγίες μας ως κανόνες στην ζωή τους. Καθοδήγησαν την πορεία τους από τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής. Τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής, όπως αναφέρεται από τον Νικήτα Στηθάτο (μοναχό του 13ου αιώνος, μαθητού του Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου), αλλά από πολλούς νιπτικούς πατέρες, είναι η: 1. Κάθαρση, 2. Φώτιση και 3. Θέωση. Το τελευταίο στάδιο είναι εκεί όπου φτάνουν οι  τελειότεροι, αυτοί που έχουν περάσει τα άλλα δύο στάδια με άσκηση και προσευχή. Αυτά τα στάδια όμως δεν είναι μόνο για τους μοναχούς ή μόνο για τους «αφιερωμένους της εκκλησίας». Είναι για εμας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς,  μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο. Οφείλουμε όλοι να δούμε το παράδειγμα των αγίων μας, που εφάρμοσαν τον λόγο του Θεού στη ζωή τους και έφτασαν για να γίνουν κατα χάριν θεοί. Αυτός είναι και ο δικός μας σκοπός.

Στην σημερινή περικοπή, πριν τους μακαρισμούς, μας δίνεται μια εισαγωγή, δηλαδή ο τόπος και ο χρόνος που γίνεται αυτή η ομιλία. Γνωρίζουμε, ότι πριν από αυτή την ομιλία, έχει προηγηθεί το βάπτισμα του Χριστού και οι πειρασμοί από τον Διάβολο. Ήρθε στη Γαλιλαία  για να ξεκινήσει το θείο έργο του επί της γής. Από τους τέσσερες ευαγγελιστές, ο Ματθαίος είναι αυτός που εξηγεί με εκτενέστερο τρόπο τις διδασκαλίες του Ιησού Χριστού. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει  ότι οι Μακαρισμοί συνιστούν τα θεμέλια της νέας πνευματικής ζωής των ανθρώπων. Πρέπει να καταλάβουμε, ότι εδώ το «μακάριος» συνδέεται με την μελλοντική θέωση. Το λέει εξάλλου, ο ίδιος ο Χριστός μετά τους μακαρισμούς, «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών, πολύς εν τοις ουρανοίς»[1]

Ο κόσμος θεωρεί ότι οι ευτυχισμένοι είναι αυτοί που είναι όμορφοι, πλούσιοι, δυνατοί και φημισμένοι. Ο Ιησούς Χριστός όμως έρχεται να αντιστρέψει αυτή τη μάταιη αντίληψη. Θα εξηγήσω μερικούς από τους μακαρισμούς για να καταλάβουμε την ύψιστη σημασία που έχουν για την καλλιέργεια της πνευματικής μας ζωής. Αναφέρει με το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», ότι οι πτωχοί είναι αυτοί που αναγνωρίζουν τη Βασιλεία των Ουρανών ως δώρο. Μπροστά στο Θεό είναι φτωχοί και ζητάνε το έλεος και την αγάπη του Θεού. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, αυτοί είναι οι ταπεινοί και συντετριμμένοι ενώπιον του Θεού. Η αρχή της πνευματικής μας ζωής είναι η ταπεινοφροσύνη. Ότι και αν κάνουμε στη ζωή μας, εαν δεν δεσπόζει η ταπείνωση, είναι μάταιο. Ο χριστιανός πρέπει να μένει ταπεινός και να μην παρασύρεται από τυχόν κολακείες, δόξες και τιμές. Εαν ερχόμαστε στην εκκλησία και προσπαθούμε να φουσκώσουμε τον εγωισμό μας νομίζοντας ότι κατέχουμε κάποια θέση στην εκκλησία ή τιμή, ο κόπος μας πάει χαμμένος. Πρέπει να καταλάβουμε, ότι είμαστε όλοι Σώμα Χριστού, ενωμένοι στην ενορία. Οι διαμάχες, έριδες και αντιζηλίες δεν βοηθάν σε τίποτα αλλά αντιθέτως, μας στέκονται εμπόδιο στην πνευματική καλλιέργεια της ψυχής μας.

Ο μακαρισμός «Μακάριοι οι πενθούντες...» πρόκειται για αυτούς που πενθούν για τις αμαρτίες τους. Η λύπη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την μετάνοια. Μας λέει ο Χριστός ότι αυτοί που θα πενθήσουν για τις αμαρτίες τους και μετανοήσουν, θα σωθούν. Εδώ είναι βασικό να σας πω, ότι υπάρχει το μυστήριο της εξομολογήσεως που είναι σημαντικό για μας. Πρέπει να εξομολογούμαστε συχνά για να καθαρίζουμε τη ψυχή μας. Είναι απαραίτητο να μετέχουμε σε αυτού του μυστηρίου πριν πάμε να κοινωνήσουμε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Ιησού Χριστού. Πρέπει να πονέσουμε και να κουραστούμε για να καθαριστούμε.

Ο μακαρισμός «Μακάριοι οι πραείς...» αναφέρεται στους πραείς, αυτοί που συγκρατούνται από τον θυμό, αυτοί που δεν συμπεριφέρονται με αλαζονεία. Είναι όσοι έχουν χαλινώσει τα πάθη τους και θυσιάζουν τον εγωισμό τους. Αναφέρουν οι Πατέρες, ότι πρέπει να γίνουμε απαθείς, όχι να μην μας ενδιαφέρει τίποτα αλλά να έχουμε ξεριζώσει κάθε πάθος από μέσα μας. Προς το τέλος της περικοπής, αναφέρει ο Χριστός ότι δεν πρέπει να βρίζουμε ή να συμπεριφερόμαστε με κακό τρόπο στους συνανθρώπους μας. Είναι δημιουργήματα του Θεού και αξίζουν κάθε σεβασμό και αγάπη. Μιλάμε στο σπίτι μας για Χριστό, θα μιλήσουν και τα παιδιά μας για Χριστό. Βρίζουμε τα θεία, θα βρίζουν και τα παιδιά μας. Εμείς είμαστε το παράδειγμα στα παιδιά μας και στην κοινωνία μας.

Ο μακαρισμός «Μακάριοι οι ελεήμονες...», μιλά για τους ελεήμονες. Είναι μεγάλη ευλογία να βοηθάμε τον συνάνθρωπο μας. Αλλά θέλει πολλή μεγάλη προσοχή και σε αυτό το θέμα. Όταν δίνουμε και καυχόμαστε για αυτό, τότε όχι μόνο δεν ποιάνει η ελεημοσύνη μας, αλλά ζημιωνόμαστε. Πρέπει ότι δίνουμε να το δίνουμε με διάκριση. Ακόμη και να θυμόμαστε τους συνανθρώπους μας στην προσευχή είναι μια μορφή ελεημοσύνης.

Συνεχίζει και μιλά ο Ιησούς προς τους μαθητές, ότι αυτοί είναι το «άλας της γης»[2]. Είναι αυτοί που θα ανακάμψουν την ηθική κατρακίλα του κόσμου. Καλούμαστε όλοι να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των αποστόλων και να εργαζόμαστε για την πνευματική καλλιέργεια μας αλλά και των συνανθρώπων μας. Εαν ξεφύγουμε εμείς που είμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και δεν ακολουθούμε το λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού, τότε θα δημιουργήσουμε περισσότερη ζημιά στον κόσμο. Πρέπει η ζωή μας να είναι μια μαρτυρία της πίστης μας. Δεν χρειάζονται μεγάλες κουβέντες. Οι πράξεις μας είναι αυτές που μιλάνε για το τι ζωή κάνουμε. Είναι πολύ σημαντικό που λέει ο Χριστός ότι δεν ήρθε να καταλύση των Νόμον, την Παλαιά Διαθήκη, αλλά να την συμπληρώση. Μην ξεχνάμε ότι και την Παλαιά Διαθήκη πρέπει να μελετάμε, για να καταλάβουμε την σοφία του σχεδίου της σωτηρίας μας που έφτιαξε ο Θεός.

Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι τον συνεχή εκκλησίσιασμό με τη συνεχή μετοχή στα Μυστήρια της Εκκλήσίας μας.
Αλλά ποιές είναι οι προτεραιότητες μας;;;
Είναι ο Χριστός το κέντρο της ζωής μας ή τον αφήνουμε στο περιθώριο;
Εκκλησιαζόμαστε συχνά, με πίστη ή μόνο όταν μας βολεύει;
Μετέχουμε στα Μυστήρια ή και αυτά μόνο 1 με 2 φορές το χρόνο και αυτό χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία;
Μην παραμελούμε τα ιερά καθήκοντα μας. Εμείς έχουμε ανάγκη την Εκκλησία!!! Έχουμε ανάγκη των Θεό!!!
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα έχουνε δημιουργηθεί επειδή έχουμε βάλει τον Θεό στην άκρη. Τον θυμόμαστε μόνο όταν έχουμε πρόβλημα. Δεν τον δοξολογούμε όμως όταν κάτι καλό γίνεται στη ζωή μας!!!
Αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι, είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι ή απλώς χλιαροί "χριστιανοί" της Κυριακής;;;







[1] Ματθ. 5, 3
[2] Ματθ. 5, 13