Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΑΠΑΣ ΠΗΓΕ «ΓΙΑ ΜΑΛΛΙ» ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΑΛΛΑ ΑΠ’ ΟΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΕΦΥΓΕ…«ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ».


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 10η Οκτωβρίου 2016.

 

Ο ΠΑΠΑΣ ΠΗΓΕ «ΓΙΑ ΜΑΛΛΙ» ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΑΛΛΑ ΑΠ’ ΟΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΕΦΥΓΕ…«ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ».

 

    Με μεγάλη ανακούφιση και ικανοποίησηπληροφορηθήκαμε από τα ΜΜΕ ότι το νέο ταξίδι του Πάπα Φραγκίσκου,αυτή τη φορά σε μια παραδοσιακά Ορθόδοξη χώρα, την Γεωργία, που πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την Διαθρησκειακή Συνάντηση της Ασίζης,(30.9-2.10.16), ευτυχώς δεν είχε τα αναμενόμενα για τους παπικούς αποτελέσματα. Μάλλον κατέληξε σε τραγική αποτυχία, δεδομένου ότι περιορίστηκε σε εθιμοτυπικές συναντήσεις και φιλοφρονήσεις με εκατέρωθεν προσφωνήσεις μεταξύ του Πατριάρχου Γεωργίας και του Πάπα. Ο Πάπας και η συνοδεία του προσδοκούσαν πολλά περισσότερα από την επίσκεψη αυτή, αλλά φαίνεται ότι έφυγαν με άδεια χέρια. Εδώ επαληθεύεται η λαϊκή παροιμία: «πήγε για μαλλί, αλλά έφυγε …κουρεμένος». Τώρα πως συμβαίνει να έφυγε «κουρεμένος» ο Πάπας, αφού έτσι και αλλιώς είναι φαλακρός, αυτό είναι άλλο θέμα! Μπορούμε δε να πούμε ότι η αποτυχία του αυτή εν πολλοίς οφείλεται στη σθεναρή αντίδραση του κλήρου και του πιστού λαού της Γεωργίας.

   Δεν είχαμε συμπροσευχές, ούτε κοινές διακηρύξεις των δύο θρησκευτικών ηγετών. Δεν επαναλήφθηκαν όλα εκείνα τα αξιοθρήνητα που είδαμε πριν μερικά χρόνια κατά την επίσκεψη του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στο Φανάρι το 2006.Να υποδέχεται δηλαδή ο Πατριάρχηςτον αιρεσιάρχη Πάπα με την προσφώνηση «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», να τον ανεβάζει σε υψηλό θρόνο, να τον ασπάζεται στο «αγαπήσωμεν αλλήλους», να του δίδει την άδεια να απαγγείλει το «Πάτερ ημών» και να ευλογήσει τον λαό και τέλος να δέχεται να του ψάλλουν «Πολυχρόνιον» και άλλα τροπάρια όπως το παρακάτω: «Κωνσταντίνου η Πόλις Πρωτοκλήτου λυχνία τε άγει εορτήν λαμπροφόρον, δεχομένην τον πρόεδρον Ρωμαίων Εκκλησίας της σεπτής….». Δεν είχαμε επίσης χειροφιλήματα στον Πάπα από τους κληρικούς του Πατριαρχείου, όπως με θλίψη παρακολουθήσαμε προ ημερών στην Συνάντηση της Ασίζης. Στην υπαίθρια, σε στάδιο ποδοσφαίρου, παπική «λειτουργία», συμμετείχαν μόλις 3000 παπικοί, ενώ  δεν παρέστη κανένας ορθόδοξος κληρικός.

   Από πρόσφατη δημοσίευση στο διαδίκτυο με τίτλο: «Ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας Β΄ προς τον Πάπα Φραγκίσκο: ‘Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα’» (των πρωτοπρεσβυτέρων π. Πέτρου Χιρς και π. Αναστασίου Γκοτσόπουλου) πληροφορηθήκαμε ότι ο Πατριάρχης κατά την προσφώνησή του είπε με ιδιαίτερη έμφαση στον πάπα: «Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα». Επίσης, λίγο νωρίτερα πάλι τόνισε: «Η αληθινή πίστη, ταπείνωση, μετάνοια και η φιλανθρωπία συνθέτουν το συντομότερο δρόμο προς τη σωτηρία». Κατά την ταπεινή μας γνώμη η απάντηση του Πατριάρχου είναι μεν ορθή, αλλά είναι και ελλιπής. Διότι αφήνει μετέωρο και αναπάντητο το ερώτημα, το οποίο εύλογα θα μπορούσε να θέσει ο Πάπας στον Πατριάρχη: Και που βρίσκεται η αληθινή πίστη; Στην Ορθοδοξία, στον Παπισμό, ή κάπου αλλού; Έπρεπε λοιπόν να δώσει απάντηση στο παρά πάνω ερώτημα και να διακηρύξει σαφέστατα, απροκάλυπτα και χωρίς περιστροφές, ότι «η αληθινή πίστη» βρίσκεται μόνο στην Ορθοδοξία. Ότι ο Παπισμός έχει εισαγάγει πλήθος αιρετικών διδασκαλιών στην μακραίωνη ιστορική πορεία του και ότι επομένως βρίσκεται έξω από την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική, ΟρθόδοξηΕκκλησία. Και στη συνέχεια να τον προσκαλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία. Μια τέτοια απάντηση θα ήταν μια αληθινά ομολογιακή απάντηση και τότε ο Πατριάρχης θα ήταν όντως αληθινός μιμητής των αγίων Πατέρων.

Δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς,ποιοί μπορεί να ήταν οι στόχοι και οι επιδιώξεις του ρωμαίου ποντίφικακατά την επίσκεψή του στην μακρινή αυτή χώρα του Καυκάσου, στην οποία οι παπικοί δεν ξεπερνούν το 3% του πληθυσμού, και η οποία βρίσκεται στο περιθώριο των διεθνών πολιτικών εξελίξεων και εκκλησιαστικών δρωμένων.  Η επίσκεψη αυτή, κατά την ταπεινή μας γνώμη, δεν είναι καθόλου άσχετη με το γεγονός ότι η Εκκλησία της Γεωργίας είναι μια από τις τέσσερις Εκκλησίες, που δεν συμμετείχαν στην «Σύνοδο» της Κρήτης. Όπως έχουμε σχολιάσει σε παλαιότερες ανακοινώσεις μας, η «Σύνοδος» αυτή εναρμονίστηκε πλήρως με τις αποφάσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου. Γι’ αυτό άλλωστε πανηγύρισε ο Πάπας, όταν πληροφορήθηκε τις αποφάσεις της. Οπωσδήποτε όμως η χαρά του αυτή μετριάστηκε σημαντικά, όταν έμαθε την μη συμμετοχή των τεσσάρων Εκκλησιών.

   Αλλά δεν ήταν μόνον η μη συμμετοχή της Γεωργιανής Εκκλησίας στη «Σύνοδο» της Κρήτης, που στεναχώρησε σφόδρα τον Πάπα. Ήταν και το γεγονός ότι οι Γεωργιανοί εξέφρασαν αντιρρήσεις και τελικά απέρριψαν το κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», το οποίο νομιμοποιεί συνοδικά, αντί να καταδικάσει, τον Οικουμενισμό. Οι Γεωργιανοί με την απόρριψη αυτή ουσιαστικά δεν δέχονται τον όρο «Εκκλησία» στους αιρετικούς παπικούς.

     Άλλη μια παράμετρος που προσδιορίζειτην επίσκεψη αυτή και έχει οπωσδήποτε άμεση σχέση μ’ αυτήν, είναι το γεγονός ότι εντός των προσεχών ημερών αναμένεται η εν λόγω Εκκλησία να πάρει επίσημη συνοδική απόφαση κατόπιν συνοδικής μελέτης των οκτώ συνοδικών κειμένων, που παρήγαγε η «Σύνοδος» της Κρήτης. Το πλέον πιθανόν είναι, ότι δεν θα εγκρίνει τα εν λόγω κείμενα, ή τουλάχιστοντο επίμαχο κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», και δεν θα αναγνωρίσει πανορθόδοξο κύρος στις αποφάσεις της. Θα την θεωρήσει ως μία προσυνοδική διάσκεψη και τίποτε περισσότερο. Και αυτό βέβαια είναι κάτι που θα αποτελέσει ισχυρό πλήγμα για τους παπικούς.

    Μια τρίτη παράμετρος που μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο στην επίσκεψη αυτή του Πάπα, είναι η πρόσφατη επίσκεψη στη Γεωργία τον περασμένο Ιούλιο μιας εξαμελούς αντιπροσωπείας από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών», μεταξύ των οποίων ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ομ. Καθηγητής του Α.Π.Θ. και ο κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, Καθηγητής του Α.Π.Θ. Ως γνωστόν η παρά πάνω αντιπροσωπεία έτυχε θερμής υποδοχής από τον Πατριάρχη, τον κλήρο και τον πιστό λαό της Γεωργίας. Οι δε συζητήσεις μεταξύ αυτών και της αντιπροσωπείας είχαν καρποφόρα αποτελέσματα. Όλα αυτά βέβαια ελύπησαν σφόδρα τόσο το Φανάρι, όσο και τον Πάπα.

    Τέλος δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η Εκκλησία της Γεωργίας από το 1983 έπαυσε να είναι μέλος του Π.Σ.Ε., (κάτι το οποίο βέβαια δεν είναι αρεστό ούτε στο Φανάρι, ούτε στο Βατικανό), παρά το γεγονός ότι δέχθηκε  και εξακολουθεί να δέχεται μέχρι σήμερα ισχυρές πιέσεις από πολιτικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες, να επανέλθει σ’ αυτό. Ως εκ τούτου δεν συμμετέχει στα οικουμενιστικά δρώμενα των άλλων τοπικών Εκκλησιών και αποτελεί, (μαζί με την Εκκλησία της Βουλγαρίας, που και αυτή δεν συμμετέχει στο Π.Σ.Ε.) ένα ισχυρό φραγμό στον οικουμενιστικό κατήφορο. Σύμφωνα με πρόσφατο ανακοινωθέν του Πατριαρχείου Γεωργίας: «Η Εκκλησία της Γεωργίας έχει κρατήσει αυστηρή στάση σε θέματα οικουμενισμού, αφού διέκοψε την συμμετοχή της στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από το 1983 και επίσης απείχε από την πρόσφατη πανορθόδοξη συνάντηση στην Κρήτη, διατυπώνοντας μάλιστα κριτική επί των εγγράφων της συναντήσεως, ως και επί της κοινής δήλωσης που προέκυψε από την πρόσφατη συνάντηση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών στο Chieti της Ιταλίας» (28.9.16). 

     Έχοντας λοιπόν ο Πάπας όλα αυτά τα αρνητικά δεδομένα, ήρθε στην Γεωργία προφανώς για να βολιδοσκοπήσει πώς μπορεί να προσεγγίσει την Εκκλησία αυτή και πώς μπορεί να απλώσει γέφυρες επικοινωνίας και διαλόγου προς όφελος του Βατικανού. Πως θα μπορούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Πατριάρχου και των επισκόπων, ώστε να δεχθούν μια οικουμενιστικού τύπου Εκκλησιολογία, όπως αυτή εκφράζεται στην βαπτισματική «θεολογία» της Β΄ Βατικανής Ψευδοσυνόδου.

Αλλά δόξα τω Θεώ! Η Εκκλησία της Γεωργίας με αφορμή την επίσκεψη του Πάπα απέδειξε, ότι αγρυπνεί απέναντι στον προβατόσχημο λύκο του  Βατικανού. Ότι αποτελεί ένα ισχυρό προπύργιο της Ορθοδοξίας, ένα από τα τελευταία, που εξακολουθούν να αντιστέκονται στη λαίλαπα του Οικουμενισμού.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 

 

 

 

 

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Πως προσερχόμαστε στον Ιερό Ναό


ΟΙ 7 ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ


Πάνω από το Σταυρό ο Κύριος Ιησούς Χριστός έκανε την πιο μεγαλειώδη διδασκαλία. Τα λόγια του Χριστού πάνω στο Σταυρό ήταν λόγια γεμάτα αγάπη.


1.      «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι»

Ο Χριστός προσεύχεται πάνω από το Σταυρό Του για τους σταυρωτές Του και παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα Του: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Μέσα στον αβάσταχτο πόνο, που Του προκαλούσε το φρικτό μαρτύριο, ο Κύριός μας Ιησούς, ο Θεός της αγάπης, συγχωρεί τους σταυρωτές Του, προσεύχεται γι’ αυτούς και τους δικαιολογεί. Πόσο μεγάλη και πλατιά είναι η θεϊκή καρδιά και η αγάπη Του! Μας άφησε ένα σπουδαίο μήνυμα: Να συγχωρούμε με την καρδιά μας αυτούς που μας έφταιξαν. Να έχουμε κι εμείς πλατιά καρδιά για τους συνανθρώπους μας.

 

2.      «Ἀμήν λέγω σοί· σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ»

Ο Χριστός μιλά στο ληστή, που βρίσκεται σταυρωμένος δίπλα Του: «Σε διαβεβαιώνω με όλη την αλήθεια· σου λέω ότι σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο». Γιατί μίλησε έτσι ο Χριστός σε έναν κακούργο; Διότι ο ληστής είδε τη θεϊκή γαλήνη στη μορφή του Χριστού και πίστεψε ότι Αυτός είναι ο Θεός και Τον παρακάλεσε: «Κύριε, θυμήσου κι εμένα τον ληστή στην ουράνια βασιλεία σου». Και ο Χριστός, που κατάλαβε ότι ο ληστής μετάνιωσε ειλικρινά για τα λάθη του, τον συγχώρεσε και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον πάρει μαζί Του στον Παράδεισο. Έτσι ο ληστής έγινε ο πρώτος πολίτης του Παραδείσου. Αυτό φανερώνει ότι ο Χριστός δέχεται κοντά Του όσους τον πλησιάζουν με ειλικρίνεια και μετανοούν για τις αμαρτίες τους.



3.      «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου… ἰδού ἡ μήτηρ σου»

Ο Χριστός είναι καρφωμένος στο Σταυρό, ματωμένος, μέσα σε φρικτούς πόνους. Κάτω από το Σταυρό Του βρίσκονται γεμάτοι πόνο και θλίψη η Παναγία Μητέρα Του και ο μαθητής Του ο Ιωάννης. Ο Χριστός τους βλέπει. Ξεχνά το δικό Του μαρτύριο και θέλει να τους παρηγορήσει, να τους προστατέψει. Και λέει στη Μητέρα Του δείχνοντας τον Ιωάννη: «Γυναίκα, να ποιος θα είναι ο γιος σου από δω και πέρα». Ύστερα γυρίζει προς τον Ιωάννη τον αγαπημένο Του μαθητή και Του λέει: «Να η μητέρα σου». Με τα λόγια Του και το θεϊκό Του παράδειγμα ο Χριστός μας ανοίγει τον όμορφο δρόμο της αγάπης και του σεβασμού προς τους γονείς και τους συγγενείς. Κι ακόμα το δρόμο της αυταπάρνησης, που σημαίνει να ξεχνάς το δικό σου πόνο, για να παρηγορείς τις πονεμένες ψυχές των άλλων.



4.      «Διψῶ»

Το Θεϊκό και Τίμιο Αίμα του Χριστού έτρεχε πάνω στο Σταυρό. Ο πυρετός Του ανέβαινε. Τα σπλάχνα Του καίγονταν από τον αφόρητο πόνο. Και τότε ο Χριστός πρόφερε μια μικρή λέξη με μεγάλο νόημα: «Διψώ». Τότε οι άγριοι στρατιώτες βούτηξαν ένα σφουγγάρι σε ξύδι και χολή και το έφεραν στα χείλη Του. Όμως ο Χριστός δεν ήπιε. Γιατί; Πάνω στο Σταυρό διψούσε βέβαια αφόρητα, αλλά συγχρόνως είχε και μια αλλιώτικη δίψα. Διψούσε, όχι τόσο για νερό, όσο για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο Χριστός διψά, δηλαδή επιθυμεί πολύ έντονα, να επικρατήσει σε όλη τη γη και σε καθεμιά ψυχή ξεχωριστά η ειρήνη Του, η αγάπη Του και το Ευαγγγέλιό Του.



5.      «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί μέ ἐγκατέλιπες;»

Ο Χριστός επάνω στο Σταυρό σήκωσε όλες τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, όλων των αιώνων για να τις σβήσει. Και ήταν τόσες πολλές οι κακίες που σήκωσε, ώστε φάνηκε σαν ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Έτσι ο Ουράνιος Πατέρας Του πήρε για μια στιγμή το βλέμμα Του πάνω από τον Υιό Του. Αυτή η στιγμιαία αποστροφή του Θεού Πατέρα κάνει τον Χριστό να φωνάζει γεμάτος πόνο: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Για χάρη μας ο Χριστός στερήθηκε, στην πιο οδυνηρή ώρα της επίγειας ζωής Του, ακόμη και την παρουσία του Ουρανίου Πατέρα Του. Πόσο φοβερό πράγμα είναι η αμαρτία μας και πόσο μεγάλη η αγάπη του Χριστού μας!



6.      «Τετέλεσται»

«Όλα έχουν πια τελειώσει». Το φρικτό Του μαρτύριο παίρνει τέλος. Το έργο Του πάνω στη γη, που ξεκίνησε όταν γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ, έφτασε στο τέλος του. Ό,τι είχε να διδάξει και να πει στους ανθρώπους, το είπε. Είναι ο Νικητής. Θυσιάστηκε για τα πλάσματά Του. Μας άνοιξε το δρόμο της ευτυχίας και της χαράς, το δρόμο για τον Παράδεισο. Από δω και μπρος, για όποιον αγαπήσει και ακολουθήσει το Χριστό, αρχίζει μια νέα ζωή. Από δω και πέρα αρχίζει η Ανάσταση!



7.      «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τό πνεῦμα μου»

Ο τελευταίος λόγος του Χριστού, λίγο πριν εκπνεύσει πάνω στο σταυρό. Μιλά στο Θεό Πατέρα Του: «Πατέρα μου, γεμάτος ελπίδα και εμπιστοσύνη στα χέρια Σου παραδίδω την λογική και αθάνατη ψυχή μου». Δεν ήρθε κανένας άγγελος να πάρει την ψυχή του Χριστού. Μόνος Του, με την ελεύθερη θέλησή του την παραδίδει στον Πατέρα. Ο Χριστός ήρθε στη γη, έγινε άνθρωπος, έκανε θαύματα, κήρυξε, υπηρέτησε το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα Του. Σ’ αυτόν λοιπόν επιστρέφει πάλι και σ’ Αυτόν παραδίδει την ψυχή Του. Με τα λόγια αυτά ο Κύριος μας διδάσκει ότι όλη η ζωή μας ανήκει στο Θεό. Το θέλημά Του πρέπει να εφαρμόζουμε πάντοτε, και στα δικά Του χέρια να εμπιστευόμαστε τη ζωή μας.

 

ΕΙΧΕ ΘΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ;


 

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 26η Σεπτεμβρίου 2016

 

ΕΙΧΕ ΘΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η  «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ;

 

    Η «Σύνοδος» της Κρήτης συνεχίζει να αποτελεί την «αιχμή του δόρατος» και το «σημείο αντιλεγόμενο» σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Από την μια μεριά οι θιασώτες της νέας εκκλησιολογίας, προσπαθούν, με νύχια και δόντια, να περισώσουν το κύρος της και να την παρουσιάσουν ως γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδο. Επιχειρούν θεολογικά άλματα, καταφεύγουν σε θεολογικούς ακροβατισμούς, διαστρέφουν χωρία από την αγία Γραφή και τους Πατέρες, προσπαθούν με χίλιες δυό επινοήσεις και σοφιστείες να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, για να παρουσιάσουν την αίρεση ως Εκκλησία. Από την άλλη μεριά όσοι εμμένουν στην γραμμή των Αγίων Πατέρων, αγωνίζονται να παραμείνει η αγία Ορθόδοξη Πίστη ανόθευτη και απαραχάρακτη. Να μη θυσιαστεί στο βωμό των οικουμενιστικών σκοπιμοτήτων και να μη γίνει «ουραγός» και «εξάρτημα» του εφιαλτικού πανθρησκειακού οράματος.

     Αφορμή στην παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από άρθρο του Ομ. Καθηγητή του Κανονικού Δικαίου της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, κ. Παναγιώτη Μπούμη. Τίτλος του σχετικού άρθρου: «ΘΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ – ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ», το οποίο αναρτήθηκε στον ιστοχώρο «ΡΟΜΦΑΙΑ», στις 3.8.2016. Το ως άνω άρθρο, όπως θα διαπιστώσει στη συνέχεια ο αναγνώστης, όχι απλά είναι διαποτισμένο από την εκκοσμικευμένη ιδεολογία και «θεολογία», αλλά εκφράζει και θέσεις, οι οποίες, εάν εγίνοντο ποτέ δεκτές, αυτό θα εσήμαινε την πλήρη ανατροπή της Ορθοδοξίας μας. Πέραν αυτών ο λόγος του κ. Καθηγητού είναι σε ορισμένα σημεία αντιφατικός και ανακόλουθος. Προσπαθεί να παρουσιάσει ότι η Σύνοδος της Κρήτης έχει κάνει ορισμένα θετικά βήματα, ότι είχε κάποια ευνοϊκά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί εύλογα ερωτήματα στον αναγνώστη, κατά πόσον αυτά τα «θετικά βήματα» μπορούν να θεωρηθούν όντως ως θετικά, η μάλλον το αντίθετο.

     Κάνοντας λόγο για το πρώτο «θετικό βήμα», γράφει: «Είναι, νομίζουμε, ακόμη μία ένδειξη όσα συνέβησαν, ότι αν δεν συζητήσουμε και καταλήξουμε προηγουμένως, πως θα αντιμετωπίζουμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία Πανορθόδοξο Σύνοδο με την έννοια της Οικουμενικής και αλάθητης Συνόδου της Εκκλησίας». Όμως ο όρος «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία» είναι αδόκιμος και εσφαλμένος, διότι ο Παπισμός δεν είναι Εκκλησία, αλλά αίρεση, όπως πολλές φορές αποδείξαμε σε δημοσιεύσεις μας. Επίσης το θέμα δεν είναι, τι εμείς θα συζητήσουμε και που εμείς θα καταλήξουμε και πως εμείς θα «αντιμετωπίσουμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία», αλλά πως οι άγιοι Πατέρες αντιμετώπισαν και που κατέληξαν σχετικά με τον Παπισμό. Ο Παπισμός δεν είναι μια αίρεση που εμφανίστηκε μόλις χθες. Έχει μια ιστορία δέκα αιώνων και έχει καταδικαστεί ως αίρεση από πολλές Συνόδους Οικουμενικές και Τοπικές. Το θέμα του Παπισμού είναι λελυμένο. Το έλυσαν οι άγιοι Πατέρες άπαξ δια παντός. Μπορούμε εμείς να διαγράψουμε την Κανονική και Συνοδική μας Παράδοση και τις αποφάσεις των αγίων Πατέρων μας και να αντιμετωπίσουμε διαφορετικά από ότι εκείνοι τον Παπισμό; Μπορούμε να παύσουμε να είμαστε «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι»;

      Συνδέει επίσης ένα ανύπαρκτο πρόβλημα [«πως θα αντιμετωπίσουμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία»], με την συγκρότηση «Οικουμενικής και αλάθητης Συνόδου της Εκκλησίας». Βλέπει αδύνατη την συγκρότηση Οικουμενικής Συνόδου χωρίς την επίλυση αυτού του ανύπαρκτου προβλήματος. Είναι ολοφάνερο ότι ο όλος προβληματισμός αποτελεί στην ουσία ένα ψευτοδίλημμα, βρίσκεται σε λάθος βάση. Οι άγιοι Πατέρες ποτέ δεν είχαν τέτοιου είδους προβληματισμούς. Η αποκοπή των αιρετικών από την Εκκλησία δεν αποτελούσε γι’ αυτούς εμπόδιο για να συγκροτήσουν Οικουμενικές Συνόδους, χωρίς βέβαια την συμμετοχή αυτών. 

    Και καταλήγει: «Πάντως το αποτέλεσμα και το συμπέρασμα είναι ότι δεν είναι Οικουμενική για τον άλφα η βήτα λόγο. Άρα δεν αντιπροσωπεύει όλη την Εκκλησία». Το ότι η «Σύνοδος» της Κρήτης δεν ήταν Οικουμενική ενώ ξεκίνησε με τις προδιαγραφές της Οικουμενικής και τελικά έχασε τον πανορθόδοξο χαρακτήρα της με την απουσία τεσσάρων Εκκλησιών, το γεγονός αυτό είναι θετικό βήμα, η αρνητικό;

   Παρά κάτω προχωρεί στο δεύτερο «θετικό βήμα», που αφορά την άρση των αναθεμάτων. Γράφει: «Ένα άλλο φαινόμενο, θετικό αποτέλεσμα - βήμα, αποδεικνύεται και το γεγονός ότι η Σύνοδος αυτή ‘αγνόησε’ ένα πολύ μεγάλο και ιστορικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα μεταξύ των δύο μεγάλων Εκκλησιών, Ανατολής και Δύσεως, την 7η Δεκεμβρίου του 1965». Το να αγνοήσει η «Σύνοδος» της Κρήτης το γεγονός της άρσεως των αναθεμάτων, το οποίο διατυμπανίστηκε ως μέγα ιστορικό γεγονός, ενώ κατ’ ουσίαν πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν θλιβερό γεγονός, που δημιούργησε σχίσματα στην Εκκλησία, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως θετικό βήμα της «Συνόδου», η αρνητικό; Δεν θα έπρεπε η «Σύνοδος» να πάρει θέση απέναντι σ’ αυτό και να ακυρώσει την κακώς γενομένη άρση των αναθεμάτων, που οι Ρωμαιοκαθολικοί θεωρούν ως άρση της «ακοινωνησίας», αφού μάλιστα έγινε μονομερώς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο χωρίς Πανορθόδοξη απόφαση; Τα κενά και οι παραλείψεις της «Συνόδου» της Κρήτης αποτελούν θετικά βήματα, η αρνητικά;    

    Ακολούθως, στις επόμενες ενότητες Γ΄, Δ΄ και Ε΄ επανέρχεται στο θέμα της άρσεως των αναθεμάτων. Και ενώ προηγουμένως ετόνισε ότι «η γενόμενη Πράξη της άρσεως σιωπηλώς έχει αναγνωριστεί και από την Ορθόδοξη Εκκλησία», και ότι αυτό αποτελεί θετικό βήμα της «Συνόδου», στη συνέχεια προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη, ότι είναι αναγκαία η επικύρωση της γενομένης το 1965 άρσεως των αναθεμάτων με πανορθόδοξη συνοδική απόφαση: «Και πως θα τους ονομάσουμε Εκκλησία, εφ' όσον δεν αίρονται πρώτα οι αναθεματισμοί; … Αν οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες είναι αναθεματισμένοι ―όσοι είναι― και αποκομμένοι π.χ. από την Ορθόδοξη Εκκλησία, πως θα τους πούμε η θα τους πείσουμε ότι βρίσκονται (στην) Εκκλησία και όχι (στην) αίρεση;». Πέρα από την προφανή αντίφαση και ανακολουθία στους συλλογισμούς του, ο όλος προβληματισμός του συντάκτου βρίσκεται σε λάθος βάση.  Για να αρθούν οι αναθεματισμοί πρέπει να αρθούν οι λόγοι που οδήγησαν στην επιβολή τους. Να αρθούν δηλαδή όλες οι μέχρι σήμερα κακόδοξες διδασκαλίες του Παπισμού. Εν όσω δεν αίρονται οι κακοδοξίες αυτές, ούτε τα αναθέματα μπορούν να αρθούν, ούτε να «τους ονομάσουμε Εκκλησία» μπορούμε. Οι ετερόδοξοι αιρετικοί δεν γίνονται Ορθόδοξοι μ’ ένα αυτόματο και μαγικό τρόπο, με το να άρουμε τα αναθέματα. Επίσης εκείνο που χρειάζεται να «πούμε» στους ετεροδόξους, είναι ότι βρίσκονται στην πλάνη και στην αίρεση, εκτός της Εκκλησίας και ότι έχουν ανάγκη μετανοίας και επιστροφής στην Ορθοδοξία. Απορεί κανείς πως ένας ομότιμος καθηγητής της Θεολογίας καταφεύγει σε τέτοιου είδους παιδαριώδη θεολογικά επιχειρήματα, που δεν έχουν καμιά θεολογική και δογματική βάση.

   Παρά κάτω στην Δ΄ ενότητα γράφει σχετικά με το ίδιο θέμα: «Σ’ αυτά τα περί της άρσεως των αναθεμάτων, επικυρώσεως αυτών, επεκτάσεως και ολοκληρώσεως, καθώς και της κανονικής και αμοιβαίας υποχρεώσεως πραγματοποιήσεώς τους, νομίζω ότι υπάρχει και η συμφωνία γενικότερα του θεολογικού κόσμου». Είναι γνωστό σήμερα ότι η μεγάλη, η συντριπτική πλειοψηφία του θεολογικού κόσμου ακολουθεί δυστυχώς την παναίρεση του συγκρητιστικού διαχριστιανικού Οικουμενισμού. Οι καθηγητές των Θεολογικών μας Σχολών, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν αλωθεί από την αίρεση και συμπορεύονται μ’ αυτήν, είτε εκ πεποιθήσεως, είτε εξ αγνοίας, είτε για άλλους λόγους σκοπιμότητος. Ας μας απαντήσει ο κ. Μπούμης, ο οποίος εμφανίζεται θερμός υπέρμαχος της άρσεως των αναθεμάτων στο απλό ερώτημα: Αν πρέπει να αρθούν τα αναθέματα χωρίς μετάνοια και επιστροφή των παπικών, τότε γιατί να μην αρθούν όλα τα αναθέματα που επέβαλε η Εκκλησία σε όλους τους μέχρι σήμερα εμφανισθέντας αιρετικούς δια μέσου των αιώνων; Αν πάλι πρέπει να αρθούν προϋπόθετα όλα τα αναθέματα από όλους τους αιρετικούς, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ότι οι άγιοι Πατέρες που τα επέβαλαν, κακώς τα επέβαλαν και επλανήθησαν. Και όχι μόνο δεν πρέπει να τους τιμούμε ως αγίους και να τους εγκωμιάζουμε και να τους προβάλλουμε προς μίμηση, αλλά αντιθέτως να τους θεωρούμε ως «θύματα του αρχαικάκου όφεως». Πάντως ας γνωρίζει ο κ. Μπούμης ότι εμείς, με την Χάρη του Θεού, δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε την πλειονότητα του θεολογικού κόσμου, που τρέχει ακάθεκτη στον όλεθρο της αιρέσεως αλλά τους αγίους Πατέρες μας.    

  Εν συνεχεία, στην Ε΄ ενότητα γράφει: «Και σήμερα κατόπιν των ανωτέρω νομίζουμε, λοιπόν, ότι πρέπει να προηγηθεί, να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί η αναζήτηση και ο διάλογος μεταξύ των χριστιανών πάνω στα σχετικά με τα αναθέματα θέματα και προβλήματα για μια κανονική άρση και λύση αυτών». Και παραθέτει στη συνέχεια δύο θέματα, το Filioque και το πρωτείο του Πάπα, που πρέπει να λυθούν μέσω του διαλόγου, τα οποία είναι «σχετικά με τα αναθέματα θέματα» και των οποίων ο διάλογος «πρέπει να προηγηθεί, να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί», έτσι ώστε να φθάσουμε σε «μια κανονική άρση και λύση αυτών [των αναθεμάτων]». Εδώ έχουμε νέα αντίφαση και τρικυμία λογισμών. Αφού τα δύο θέματα, (Filioque και πρωτείο), δεν έχουν ακόμη λυθεί και χρειάζεται περαιτέρω διάλογος για να λυθούν, ώστε να φθάσουμε σε «μια κανονική άρση και λύση αυτών», τότε αυτό σημαίνει ότι η «άρση και λύση αυτών» που έγινε το 1965 επί Πατριάρχου Αθηναγόρου, δεν ήταν «κανονική». Αν λοιπόν ο Αθηναγόρας ενήργησε αντικανονικά και παράνομα, πως δικαιολογείται να εγκωμιάζει  την πράξη του αυτή ως «ένα πολύ μεγάλο και ιστορικό γεγονός»;

   Παρά κάτω προσπαθεί να παρουσιάσει το θέμα του Filioque ως θέμα που οφείλεται σε μεταφραστικά λάθη και λεκτικές παρανοήσεις και ότι αν ακολουθήσουμε τους κανόνες της γραμματικής, λύνεται το θέμα. Ωστόσο εδώ δεν πρόκειται για ένα θέμα κακής αποδόσεως στην λατινική μετάφραση του ελληνικού κειμένου με λατινικές λέξεις, που δεν αποδίδουν επακριβώς το  ελληνικό κείμενο. Ο κ. καθηγητής, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος, ελαχιστοποιεί και υποβιβάζει μια κακόδοξη και αιρετική θεωρία, που συντάραξε Ανατολή και Δύση επί χίλια και πλέον έτη, στο επίπεδο μη ορθής αποδόσεως λατινικών όρων και λέξεων. Το ζήτημα της κακοδοξίας αυτής δεν είναι δυνατόν να το αξιολογήσει κανείς ορθά, αν το θεωρήσει  απλώς ως πρόβλημα όρων και λέξεων, αλλά μόνον όταν το θεωρήσει  στις ιστορικοδογματικές του διαστάσεις, που είναι και οι  πραγματικές του διαστάσεις. Γύρω από το θέμα αυτό έχουμε ασχοληθεί παλαιότερα με σχετικό άρθρο μας (26.5.2014) με τίτλο: «Η αίρεση του Filioque είναι λεκτική και νοηματική παρανόηση, η κακόδοξη προσθήκη των Παπικών;» και παραπέμπουμε εκεί τον αναγνώστη για περισσότερα στοιχεία. Εδώ απλώς υπενθυμίζουμε τα εξής: Ο Κάρολος ο Μέγας συγκάλεσε Σύνοδο το 809 εν Ακυϊσγράνω (Άαχεν), στην οποία το Filioque εκηρύχθη ως επίσημο δόγμα πίστεως. Συνήντησε όμως την σθεναρή αντίσταση του τότε Ορθοδόξου Πάπα Λέοντος του Γ΄, o οποίος όχι μόνον απεκήρυξε συνοδικώς την γενομένη κακόδοξη προσθήκη, αλλά επί πλέον διέταξε να χαραχτεί το Σύμβολο της πίστεως ελληνιστί και λατινιστί πάνω σε δύο αργυρές πλάκες χωρίς το Filioque σε κεντρική θέση του ναού του αγίου Πέτρου. Είναι αστείο να υποθέσωμε, ότι μετά από μια τόσο μεγάλη θεολογική διαμάχη περί το Filioque μεταξύ Φράγκων και Λατίνων, ο Πάπας Λέων ο Γ΄ δεν απέδωσε με πιστότητα και ακρίβεια την μετάφραση του ελληνικού κειμένου στα λατινικά, έτσι ώστε να γίνει κατανοητή από όλους η δογματική πλάνη των Φράγκων! Και αν ακόμη χρησιμοποίησε το ρήμα procedere στη μετάφραση, οπωσδήποτε θα κατέστησε σαφές, ότι το ρήμα αυτό δεν έχει την σημασία του προϊέναι, αλλά του εκπορεύεσθαι – πηγάζειν. Την ορθή μετάφραση στα λατινικά του ελληνικού κειμένου του Λέοντος Γ΄επιδοκιμάζων και ο Μέγας Φώτιος, (ο οποίος, ας σημειωθεί, εγνώριζε άριστα τα λατινικά, ως καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κων/πόλεως), εγκωμιάζει τον Λέοντα τον Γ΄ σε επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Ακυηλίας: «Ο μεταγενέστερος Λέων, ο την πίστιν ώσπερ την κλήσιν εφάμιλλος, ούτος δη, ούτος ο της ευσεβείας θερμός ζηλωτής, ως κατά μηδένα τρόπον μηδαμώς παραχαράττοιτο βαρβάρω γλώσση το άχραντον ημών της ευσεβείας μάθημα, ελληνίδι φωνή, ώσπερ δη και κατ’ αρχάς είρηται, τοις εν τη Δύσει δι’ αυτού δοξολογείν και θεολογείν την Αγίαν Τριάδα παραδέδωκε…».

    Βλέπει επίσης πολύ απλή και τη λύση στο θέμα του Πρωτείου και του αλαθήτου. Γράφει: «Εφ' όσον δηλαδή αντικατασταθεί το ex Cathedra με το a Cathedra λύνεται και το μεγάλο διαιρετικό πρόβλημα της σχέσεως Συνοδικότητας της Εκκλησίας και Πρωτείου εξουσίας και αλαθήτου του Πάπα, η μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και λοιπού χριστιανικού κόσμου. Εφ' όσον, λοιπόν, γίνει δεκτό ότι δεν έχει ο Πάπας αλάθητο ex (= εκ μέρους του, αφ' εαυτού, αμέσως) εκ της καθέδρας του, αλλά έχει έμμεσο αλάθητο a (ab) εξαγγέλλοντας ως εκπρόσωπος της Συνόδου, τι η Σύνοδος αποφάσισε, δεν θα έχει αιτιολογία η διαίρεση της χριστιανοσύνης». Κατ’ αρχήν τα δύο κακόδοξα δόγματα, Πρωτείο και Αλάθητο, αν και είναι στενά συνυφασμένα, ωστόσο δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Η λύση που προτείνει ο κ. καθηγητής με την αντικατάσταση της προθέσεως ex με την πρόθεση a (ab) δεν αφορά το Πρωτείο αλλά το Αλάθητο. Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι με τον τρόπο αυτό λύνεται το θέμα του Αλαθήτου, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτομάτως λύνεται και το θέμα του Πρωτείου. Αλλά και αν ακόμη λυθεί και το θέμα του Πρωτείου, (με βάση, εννοείται, την ορθόδοξη παράδοση), παραμένουν οι πολλές άλλες κακοδοξίες του Παπισμού, που πρέπει και εκείνες να λυθούν με βάση την ορθόδοξη παράδοση. Επομένως είναι λανθασμένη η αντίληψη, που εκφράζεται,  ότι αν λυθεί το θέμα του Πρωτείου και του αλαθήτου «δεν θα έχει αιτιολογία η διαίρεση της χριστιανοσύνης». Γύρω από το μεγάλο θέμα του πρωτείου παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε παλαιότερη μελέτη μας, (Νοέμβριος 2012), με τίτλο «Ιστορικοδογματική και Κανονική προσέγγιση στο άρθρο του ελλογιμοτάτου καθηγητού του πανεπιστημιού του Graz κ. Γρηγ. Λαρεντζάκη ‘Το παπικό πρωτείο και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας’».

  Περαίνοντας εκφράζουμε τη λύπη μας, διότι διαπιστώνουμε ότι η λεγομένη ακαδημαϊκή θεολογία έχει γίνει το πολύτιμο εργαλείο για την άλωση της Ορθοδόξου Πίστεώς μας. Η εκτίμησή μας προς τον Καθηγητή κ. Π. Μπούμη είναι δεδομένη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να σιωπούμε σε τέτοιου είδους δημοσιεύματα, ντυμένα με το κύρος του ακαδημαϊσμού, τα οποία διαμορφώνουν συνειδήσεις και αμβλύνουν επικίνδυνα τα ορθόδοξα αισθητήρια του εκκλησιαστικού πληρώματος. Κανένας δεν είναι ευχαριστημένος από τον χωρισμό μας με τους δυτικούς, αλλά επιζητούμε ένωση εν αληθεία και όχι ένωση αγάπης, απροϋπόθετη! Ας μην ενθουσιάζονται, όμως, οι θιασώτες της απροϋπόθετης ένωσης με τους αιρετικούς, διότι η εκκλησιαστική μας ιστορία έχει να μας επιδείξει πολλές από αυτές, οι οποίες κατέληξαν σε τραγική αποτυχία!  Το ίδιο τραγική θα είναι και η οποιαδήποτε σύγχρονη απροϋπόθετη ένωση!

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

 

«Η λειτουργία του - Αμήν - » Δήμητρα Γ. Σαρρή (φοιτήτρια τμήμ. Θεολογίας, Θεολ/κής Σχολής Παν/μίου Αθηνών)




Η μελέτη για την γένεση και τις δομές της χριστιανικής λατρείας προϋποθέτει την γνώση της αντίστοιχης εβραϊκής. Τούτο σαφώς δεν σημαίνει ότι η χριστιανική λατρεία αποτελεί προϊόν ή και προέκταση της εβραϊκής, αλλά τοιουτοτρόπως εξετάζεται το περιβάλλον στο οποίο γεννάται και αναπτύσσεται η σύνθεση της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής καθώς επίσης και η κριτική της στάση έναντι της εβραϊκής λατρείας[1].

Το “Αμήν” πρωτίστως χρησιμοποιείται ως επιστέγασμα των προσευχών στις Ακολουθίες της Συναγωγής. Επιπρόσθετα, παρακολουθείται η χρήση του και στο τέλος του ευχαριστήριου ψαλμού του Δαβίδ. Η θέση και ο ρόλος του “Αμήν” στο πέρας των προσευχών σημαίνει δύο βασικά πράγματα. Πρώτον, την επιβεβαίωση των όσων λέχθηκαν και δευτερευόντως την βεβαιότητα ότι ο Θεός θα εισακούσει την προσευχή που προηγήθηκε.

Αν εξετάσουμε ακόμη βαθύτερα την έννοια της λέξεως αυτής φαίνεται να έχει έναν χαρακτήρα δεσμευτικό, δηλώνει δηλαδή την υπευθυνότητα που καλείται να δείξει ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό και στον (όποιον) όρκο του[2].

Ήδη από την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία ο όρος υιοθετείται και παρατηρείται πολλάκις στην Καινή Διαθήκη, με την αυτήν ακριβώς απήχηση. Στην αρχαιότερη προσευχή που χαρακτηρίζει την πρώτη Εκκλησία (εκείνη της Α’ Επιστολής του Κλήμεντος Ρώμης, προς Κορινθίους) η λέξη “Αμήν” την επισφραγίζει και υπογραμμίζει την λειτουργία του όρου, εντεύθεν.

Το “Αμήν” στην χριστιανική λατρεία συναντάται ως εξής : στην εισαγωγή διακηρύξεων του Κυρίου, μετά από δοξολογικές φράσεις που απευθύνονται προς τον Θεό Πατέρα ή τον Ιησού Χριστό, ενισχύει την μεσιτεία του Κυρίου στην προσευχή προς τον Θεό, ολοκληρώνει την ευχαριστία προς τον Θεό, συνυφαίνεται με άλλες προσευχές ή ύμνους. Τέλος, η απαγγελία και η χρήση του από την Εκκλησία δηλώνει την ενότητά της με τους “εκλεκτούς” του Παραδείσου, στον ουρανό[3].

 

Δήμητρα Γ. Σαρρή

(φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών)



[1] Γεώργιος Ν. Φίλιας, Λειτουργική Τόμος Α’, Εκδόσεις: Γρηγόρη, Αθήνα, 2006, σσ.:19-20.
[2] Γεώργιος Ν. Φίλιας, Λειτουργική Τόμος Α’, Εκδόσεις: Γρηγόρη, Αθήνα, 2006, σελ.:96.
[3] Γεώργιος Ν. Φίλιας, Λειτουργική Τόμος Α’, Εκδόσεις: Γρηγόρη, Αθήνα, 2006, σελ.:97.
 
 

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

«Γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα», Δήμητρα Γ. Σαρρή (φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών)


Ο Αρειανισμός υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές αιρέσεις που μάχονταν την Ορθοδοξία, περίπου στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. Ο αιρεσιάρχης και υποκινητής της, Άρειος, υποστήριζε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι “ποίημα”, δηλαδή κτίσμα του Θεού Πατρός.

Αιτία σύγκλησης της Α’ Οικουμενικής Συνόδου[1] υπήρξε ακριβώς το πρόβλημα που είχε προκαλέσει το φαινόμενο του Αρειανισμού, το οποίο και έπληττε τον ορθόδοξο χριστιανισμό[2].

Συναφώς, η δογματική απόφανση που εξέδωσε τούτη η Σύνοδος, γνωστή ως “Σύμβολο της Νικαίας”, ασχολήθηκε σε προτάσεις της με τον Αρειανισμό κι έθεσε την ορθόδοξη έκφραση της πίστεώς μας. Έως και σήμερα, η Έκθεση Πίστεως (το “Πιστεύω”) εμπεριέχει πρόταση που μάχεται την κακοδοξία των Αρειανοφρόνων.

Το σχετικό χωρίο: “γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα”. Τούτο αποτυπώνεται ακριβώς για να αναδείξει την αΐδια, εκ της ουσίας του Πατρός γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού.

Η μετοχή “γεννηθέντα” χρησιμοποιείται δύο φορές στο κείμενο του Συμβόλου[3] και προέρχεται εκ του ρήματος “γεννάω-ώ”. Με την μετοχή “γεννηθέντα” το Σύμβολο πρέσβευε να δείξει την κατά φύσιν γέννηση του Υιού και επουδενί την αρειανική κακοδοξία περί “κτίσεώς” του.

 Ο χρόνος που χρησιμοποιείται η παραπάνω μετοχή είναι ο παθητικός αόριστος. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Υιός “γεννήθηκε” αλλά αϊδίως “γεννάται” από τον Πατέρα όπως το Άγιο Πνεύμα δεν “εκπορεύτηκε” αλλά αϊδίως “εκπορεύεται” εκ της ουσίας του Πατρός. Προφανώς η χρήση τούτου του χρόνου είναι καθ’ έλξιν εκ της μετοχής “ποιηθέντα” της αρειανικής κακοδοξίας[4].

Ο όρος “γέννημα” και η κατά φύσιν “γέννηση” χρησιμοποιούνται ρητώς εκ της Αγίας Γραφής για το πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού[5]. Οι όροι “ποίημα-ποιώ” και “κτίσμα-κτίζω” αναφέρονται στα κτιστά έμψυχα ή άψυχα, έλλογα ή άλογα όντα.

Λογικώς και θεολογικώς εννοείται ότι η “γέννηση” του Υιού ουδεμία σχέση έχει με την γέννηση, δημιουργία, ποίηση των ανθρώπων, κάτι που οι Αρειανόφρονες συνάπτουν και καθιστούν επομένως τον Υιό κτιστό ον.

Αμέσως μετά το προαναφερθέν λήμμα “γεννηθέντα” ακολουθεί ο στίχος “ὁμοούσιον τῷ Πατρί” , οι 318 Άγιοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου συμπληρώνουν κι επισφραγίζουν την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, του Πατρός προς τον Υιό Του. Οι θεοφόροι Πατέρες υποστηρίζουν και διατρανώνουν την προαιώνια και άχρονη ύπαρξη του Πατρός και του Υιού και κατά συνέπεια την μεταξύ τους ομοουσιότητα, εφόσον ο  Υιός είναι εξ’ Αυτού γεννώμενος[6].

Τέλος, το Σύμβολο Πίστεως και οι προτάσεις/άρθρα  του αποτελούν την ρητή και καθολική δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Οι Πατέρες της Νικαίας διατράνωσαν την πίστης τους και την πίστη της ανά την οικουμένη Εκκλησίας του Ι. Χριστού στον 1) ένα Θεόν Πατέρα, Παντοκράτορα, 2) στον έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, Υιόν και Λόγον του Θεού, και 3) στο Άγιον Πνεύμα[7].

 

Δήμητρα Γ. Σαρρή

(φοιτήτρια τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών)

 



[1] Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε υπό του Μ. Κωνσταντίνου, στις 20 Μαΐου 325, με έδρα την Νίκαια της Βιθυνίας. Συμμετείχαν σε αυτήν 318 θεοφόροι Πατέρες. Εκδίδεται το περίφημο «Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας».
[2] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, Ιστορία και Θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων, Εκδόσεις: Έννοια, Αθήνα, 2014, σσ.:40-102.
[3] 1) τὸν ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθέντα 2) γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα
[4] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, Ιστορία και Θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων, Εκδόσεις: Έννοια, Αθήνα, 2014, σελ.: 65.
[5] Λιάκουρας Κωνσταντίνος, Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Θησαυρόν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εκδόσεις: Συμμετρία, Αθήνα, 2005, σσ.:97-104.
[6] Λιάκουρας Κωνσταντίνος, Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Θησαυρόν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εκδόσεις: Συμμετρία, Αθήνα, 2005, σσ.:158, 151-169, 170-184.
[7] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, Ιστορία και Θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων, Εκδόσεις: Έννοια, Αθήνα, 2014, σ.:63.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟΔΟΞΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ» ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 16ηΣεπτεμβρίου 2016

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟΔΟΞΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ» ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»

 

    Δεν είναι εύκολο να απαριθμήσει κανείς πρόχειρα, τις κακοδοξίες τις οποίες εφεύρε ο Παπισμός και εισήγαγε στην παρασυναγωγή του, αφότου αποσχίστηκε από την μία και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού, τον 11ο αιώνα. Μέχρι σήμερα, δεν έπαψε να εισάγει πλάνες και κακοδοξίες, πολλές από τις οποίες επισημάναμε σε κατά καιρούς δημοσιεύσεις μας και οι οποίες βέβαια, είναι άγνωστες στην δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Μια τέτοια καινοφανής πλάνη είναι και αυτή της «Ενσώματης Μετάστασης της Παναγίας στους Ουρανούς». Πρόκειται για ένα κακόδοξο «δόγμα», το οποίο εισήγαγε, εντελώς αυθαίρετα ο Πάπας Πίος ΙΒ΄, το 1950. Ιδού και η διατύπωση του «δόγματος»: «Ομολογούμε, δηλώνουμε και ορίζουμε τη μετάσταση της Παναγίας ως θεϊκώς αποκεκαλυμμένο δόγμα πίστεως, ότι δηλαδή η Άμωμος Μητέρα του Θεού, η Αειπάρθενος Μαρία, αφού ολοκλήρωσε την επίγεια ζωή της, ανέβηκε με την ψυχή και το σώμα της στην αιώνια δόξα»!

   Αφορμή στην παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από σχετικό δημοσίευμα κάποιου παπικού «κληρικού» W. Saunders, στο εν Αθήναις περιοδικό «ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» των παπικών Ιησουιτών, με τίτλο: «15 Αυγούστου: Εορτή της Μετάστασης της Παναγίας στους Ουρανούς» (τ.1100, Ιούλιος Αύγουστος 2016). Ο συντάκτης του αναφέρει πως «η Μετάσταση της Αειπαρθένου Μαρίας στους ουρανούς με το σώμα της, αποτελεί δόγμα πίστεως της Καθολικής Εκκλησίας». Αρχίζει με την επισήμανση ότι το καινοφανές αυτό παπικό «δόγμα», για πολλούς είτε «είναι θέμα χωρίς ενδιαφέρον» και για άλλους «η πιο ζωντανή απόδειξη της υποτιθέμενης τάσης που έχει η Καθολική Εκκλησία να επινοεί νέα δόγματα, χωρίς κάποιο στήριγμα στην Αγία Γραφή, και να τα επιβάλλει, στη συνέχεια, στους πιστούς ως αληθινά». Γι’ αυτόν, «η Μετάσταση της Παναγίας δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον, όπως κάποιοι πιστεύουν, ούτε και αυθαίρετη, όπως υπαινίσσονται ορισμένοι άλλοι. Είναι μια αλήθεια μεγάλης σημασίας, η οποία διόλου δεν μειώνει την τιμή του Χριστού, ούτε και επιβάλλει στους πιστούς κάτι αντίθετο από την Αγία Γραφή».

    Στο άρθρο είναι ολοφάνερη η προσπάθεια του συντάκτη να κατοχυρώσει το παπικό δόγμα, χωρίς ωστόσο να παραθέτει καμία μαρτυρία από την αγία Γραφή και την αποστολική παράδοση. Γι’ αυτό και καταφεύγει σε σοφιστείες και φθηνά θεολογικά επιχειρήματα, που δεν πείθουν κανένα, αλλά μόνο τους αφελείς. Διηγήσεις περί ενσωμάτου, μεταστάσεως, με διάφορες παραλλαγές, βρίσκουμε μόνο στα «απόκρυφα», που εμφανίστηκαν από τον 4ο αιώνα και εντεύθεν, οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να αποτελέσουν δογματική βάση για την θέσπιση του εν λόγω παπικού δόγματος. Ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής κ. Ιωάννης Καρμίρης αναφέρει σχετικά: «Κατά την ομόφωνον γνώμην πάντων σχεδόν των μεγάλων δογματικών θεολόγων, ανεξαρτήτως της εις ην ανήκουσιν εκκλησίας και ομολογίας, το νέον θεομητορικόν δόγμα είναι αστήρικτον αγιογραφικώς τε και ιστορικοδογματικώς τουλάχιστον διά τους πέντε πρώτους αιώνας». (Περιοδικό «Εκκλησία» αριθ. 1-2, σελ. 24, Ιανουάριος 1951). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επισημαίνει την σιγήν της Αγίας Γραφής ως προς την παράδοσιν της μεταστάσεως της Θεοτόκου: «Τη αγία και θεοπνεύστω Γραφή ουκ εμφέρεται τα κατά την τελευτήν της αγίας Θεοτόκου Μαρίας». (Λόγος δεύτερος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου,Sourses Chretiennes, No 80, p 170). Oάγιος Επιφάνιος Κύπρου γράφει: «Εσιώπησεν η Γραφή διά το υπερβάλλον του θαύματος, ίνα μη εις έκπληξιν αγάγη την διάνοιαν των ανθρώπων. Εγώ γαρ ου τολμώ λέγειν, αλλά διανοούμενος σιωπήν ασκώ… Υπερέβαλε γαρ η Γραφή τον νουν τον ανθρώπινον και εν μετεώρω είασε, διά το σκεύος το τίμιον και εξοχώτατον…». (Επιφανίου, Κατά αιρέσεων, 3,2,11, PG 42, 716BC). Γύρω από το θέμα αυτό δεν έχουμε επίσης καμιά μαρτυρία, ούτε από την αποστολική παράδοση ούτε και από τους Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων.

 Οι άγιοι Πατέρες της Ανατολής, από του 7ου αιώνος και εντεύθεν, κάνουν λόγο περί της μεταστάσεως της Θεοτόκου, αναφέρονται όμως ρητά και στον θάνατο, την κηδεία και την ταφή της Θεοτόκου. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σημειώνει: «Οίαι αποστόλων θεηγορίαι την κηδείαν του θεοδόχου σώματος μακαρίζουσι. Πως ο του Θεού Λόγος ο ταύτης Υιός δι’ ευσπλαγχνίαν γενέσθαι καταδεξάμενος, δεσποτικαίς παλάμαις τη παναγία ταύτη και θειοτάτη οία μητρί λειτουργών την ψυχήν υποδέχεται;» (Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου, ομιλία 1,4, PG 96,705Β). Ο ίδιος ιερός Πατήρ ομιλεί επίσης και περί της μεταστάσεως της Θεοτόκου: «Ουκ απελείφθη εν γη το σον άχραντον και πανακήρατον σώμα, αλλ’ εν ουρανών βασιλείοις μοναίς η βασιλίς, η κυρία, η δέσποινα, η Θεομήτωρ, η αληθής Θεοτόκος μετατεθείσα» (Λόγος δεύτερος εις την Κοίμησιν, PG 96, 740D, 741A). Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γράφει με ποιητικό τρόπο γύρω από το θέμα: «Γη επικρότησον ανευφήμησον, διήγησαι της Παρθένου τα ένδοξα, του τόκου τα σπάργανα, του τάφου τα θαύματα. Πως ετάφη, πως μετετέθη, πως ο τάφος οράται κενός προσκυνούμενος» (Λόγος ΙΔ εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου, PG97, 1101C). Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη η μετάστασις της Θεοτόκου είναι «δόγμα μυστικόν» και δεν «δημοσιεύεται επ’ εκκλησίαις», διότι δεν μαρτυρείται υπό της Αγίας Γραφής. (Εορτοδρόμιον, σελ.653, Βενετία 1836). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ενώ καταγράφει την περί Μεταστάσεως παράδοση ως «αληθεστάτην», εν τούτοις δεν αναφέρει τίποτε γύρω από το θέμα αυτό στο κλασικό δογματικό σύγγραμμα του «Ακριβής έκθεσις της Ορθοδόξου πίστεως». Η Εκκλησία μας, καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,13), ουδέποτε κατέφυγε σε υποθέσεις, και ευσεβείς παραδόσεις, για να ορίσει τα δόγματά της, τα οποία δεν είναι θεωρητικά σχήματα και ιδεολογήματα, αλλά μέσα σωτηρίας. Ανέχτηκε και εν πολλοίς καλλιέργησε όσες ευσεβείς παραδόσεις, αμάρτυρες στα επίσημα κείμενά της, δεν ήταν αντίθετες με τα δόγματά της, ως βοηθητικά μέσα για την πνευματική προκοπή των πιστών. Αυτό έκαμε και σχετικά με την ευσεβή παράδοση της εις ουρανούς μεταστάσεως της Θεοτόκου, μετά την κοίμησή της και την ταφή της, η οποία στηρίχτηκε σε μια ακόμη ευσεβή παράδοση: Κατά την κηδεία της απουσίαζε ο απόστολος Θωμάς, όταν δε έφθασε μετά τρεις ημέρες στα Ιεροσόλυμα, άνοιξαν, για χάρη του, τον τάφο της Παναγίας. Και τότε όλοι με έκπληξη διαπίστωσαν ότι έλειπε το τίμιο σκήνος της. Επειδή ακριβώς η παράδοση αυτή δεν έχει ισχυρή ιστορική βάση, η Εκκλησία μας την αντιπαρήλθε και την ανέχθηκε, επειδή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη δογματική διδασκαλία της σωτηρίας μας. Θεώρησε το γεγονός της ενσώματης μετάστασης της Θεοτόκου στους ουρανούς, ως ένα «πρώιμο» εσχατολογικό γεγονός, το οποίο θα συμβεί κατά την ανάσταση των νεκρών σε όλους τους πιστούς. Η «Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ», της οποίας καθαγιάστηκε το πάναγνο σώμα της, από τη θεία κυοφορία της, αξιώθηκε να μην υποστεί φθορά και να δοξασθεί ευθείς αμέσως μετά την κοίμησή της και όχι στο τέλος του κόσμου.

    Εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, εξήντλησαν μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας όλα, όσα αφορούν τη θέση της Θεοτόκου στη διδασκαλία της Εκκλησίας και τη συμβολή της στο σχέδιο της θείας οικονομίας, και δεν θεώρησαν σκόπιμο να θεσπίσουν τέτοιο δόγμα. Θεώρησε όμως σκόπιμο ο Πάπας της Ρώμης να το θεσπίσει στα μέσα του περασμένου αιώνος με προφανή σκοπιμότητα. Αλλά τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε να θεσπίσει αυτό το δόγμα; Μα τί άλλο, από το να ισχυροποιήσει και να εδραιώσει, στην πράξη, ένα άλλο κακόδοξο δόγμα, που εισήγαγε ο Παπισμός, μερικές δεκαετίες νωρίτερα κατά την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού το 1870, το δόγμα περί του «αλαθήτου του επισκόπου Ρώμης», ως «διαδόχου του αποστόλου Πέτρου». Σύμφωνα με το δόγμα αυτό ο Πάπας γίνεται «αλάνθαστος διδάσκαλος της εκκλησίας» και ανυψώνεται υπεράνω και αυτών των Οικουμενικών Συνόδων! Λαμβάνει απεριόριστη δύναμη και εξουσία, ώστε όχι μόνο να διορθώνει και να τροποποιεί τα δόγματα και τις αποφάσεις των αγίων Συνόδων, αλλά και αυτήν ακόμα την Αγία Γραφή! Έπρεπε να δείξει ο Πάπας αυτή την «υπέρτατη εξουσία» του, να θεσπίζει και δόγματα. Έτσι, ο φιλόδοξος Πάπας Πίος ΙΒ΄, έψαξε και βρήκε την ευσεβή παράδοση για τη μετάσταση της Θεοτόκου, την οποία θέσπισε σε δόγμα, πράγμα που σημαίνει ότι για τους παπικούς, η πίστη στο δόγμα αυτό είναι υποχρεωτική και όποιος δεν την δέχεται …πάει στην κόλαση! Αυτό σημαίνει επίσης ότι ο Πάπας εμμένει στο δαιμονικό «αλάθητό» του και προσπαθεί να το ασκήσει στους άτυχους παπικούς με το φόβο της κολάσεως!

  Κλείνοντας, διαπιστώνουμε με θλίψη και απογοήτευση ότι ο Παπισμός δεν παραμένει απλώς απόλυτα «ταμπουρωμένος» στις μέχρι τώρα δεκάδες κακοδοξίες του, αλλά εφευρίσκει και νέες. Το δαιμονικό δόγμα «Περί αλαθήτου» του «Ρωμαίου Ποντίφικα» είναι η ακένωτη πηγή πλανών και αιρέσεων για τον αμετανόητο Παπισμό. Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς αναφέρει ότι, «το αλάθητον είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρώπινη λειτουργία της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, του οποίου αιωνία Κεφαλή είναι η Αλήθεια, η Παναλήθεια, η Δευτέρα Υπόστασις της Υπεραγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός». Αντίθετα «το δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις, αλλά παναίρεσις.  Διότι καμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο Παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του Πάπα – ανθρώπου.  Δεν υπάρχει αμφιβολία· το δόγμα αυτό είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού». Ιδού λοιπόν γιατί το καινοφανές παπικό δόγμα για την «μετάσταση της Θεοτόκου», είναι απότοκο του αιρετικού παπικού δόγματος «περί αλαθήτου» του «Ρωμαίου Ποντίφικος», της εωσφορικής ανταρσίας κατά του Θεανθρώπου Χριστού!

 

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών