Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Η ζημία της ψυχής (Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού)

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ[:Μάρκ. 8,34-9,1]

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου  με θέμα:

                                  «Η ζημία της ψυχής»

  [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Στομίου Λαρίσης στις 21-9-1997]     (Β362)

      


Σήμερα, αγαπητοί μου, έχομε την Κυριακή την μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Όπως βλέπομε, η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, πλαισιώνεται από δύο Κυριακές. Την προ της Υψώσεως και τη μετά τηνΎψωσιν. Αυτό δείχνει λειτουργικά τη σπουδαιότητα του Τιμίου Σταυρού εις την σωτηρία μας. Γι΄αυτό και ο Κύριος ετόνισε: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Εδώ ο Κύριος ζητά μία ταύτιση του σταυρού του πιστού με τον Σταυρό τον δικό Του. «Όποιος θέλει να είναι δικός μου μαθητής, όποιος με αποδέχεται, θα σηκώσει τον σταυρό του και θα με ακολουθήσει». Και όλα αυτά γιατί η αξία της σωτηρίας της ψυχής δεν έχει αντάλλαγμα.

     Είπε στη συνέχεια ο Κύριος όπως ακούσαμε σήμερα εις την ευαγγελική περικοπή: «Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ  τόν κόσμον ὄλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ; Ἤ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Δηλαδή τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος εάν κερδίσει τον κόσμον, με την έννοια που ο διάβολος είπε κάποτε προς τον Χριστόν: «Προσκύνησέ με και θα σου δώσω όλες τις βασιλείες του κόσμου». Είτε με την έννοιαν του σύμπαντος κόσμου. Ό,τι και να πιάσετε, ό,τι και να πάρετε, η αξία της ψυχής είναι ανωτέρα ολοκλήρου του ορατού κτιστού κόσμου. Τι λοιπόν έχει να κερδίσει ο άνθρωπος, εάν το σύμπαν ολόκληρο κατακτήσει, κερδίσει, αλλά χάσει την ψυχή του; «Ζημιωθῇ» -προσέξτε το ρήμα- «ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ». Ή ακόμη, τι αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του; Δεν υπάρχει αντάλλαγμα.

    Η αξία λοιπόν της ψυχής. Μεγάλο πράγμα! Τι είναι η ψυχή; Που έχει τόσο μεγάλη αξία; «Ὁμοίωμα Θεοῦ», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. «Ἐμφύσημα Θεοῦ», λέγει ο άγιος Ειρηναίος Λυώνος. «Ἡ ψυχή μας», ακόμη, λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, «ἐστίν –είναι- οὐσία νοερά, ἀσώματος, ἀπαθής, ἀθάνατος». Και είναι αθάνατος όχι εκ κατασκευής, αλλά είναι αθάνατος γιατί το θέλει ο Θεός. Όπως και οι άγιοι άγγελοι, δεν είναι αθάνατοι εκ κατασκευής, αλλά γιατί το θέλει ο Θεός να είναι αθάνατοι. Κατά τα άλλα, ο Θεός είναι ο μόνος, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν». Την αθανασία από μόνος Του την έχει ο Θεός. Εμείς την έχομε από τον Θεόν, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Η αξία της πάντως, η αξία της ψυχής μπορεί να προσμετρηθεί και με το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Εάν φθάνει ο Θεός Λόγος να ενανθρωπήσει χάριν των ανθρώπων, αυτό είναι καταπληκτικό! Και ακόμη, να φθάσει μέχρι του θανάτου και δη, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, θανάτου σταυρικού.

    Bλέπομε λοιπόν ότι είναι όντως απροσμέτρητη η αξία της ανθρωπίνης ψυχής. Αν θέλετε, να ακριβολογήσω, η αξία της ανθρωπίνης υπάρξεως. Το σώμα ουσιαστικά δεν βγαίνει έξω από τη σωτηρία. Αφού μάλιστα θα τύχει αναστάσεως. Αλλά τώρα ας μιλήσουμε για την ψυχήν. Η ψυχή είναι δεμένη με το σώμα. Και το σώμα είναι δεμένο με την ψυχήν. Είναι ένα δέσιμο, μια ένωσις ακατανόητος…

    Ωστόσο, αυτήν την ατίμητην ψυχήν, έρχεται τώρα ο κάτοχός της άνθρωπος να την παίξει στα ζάρια των ηδονών του βίου τούτου. Ναι! Να την παίξει στα ζάρια. Αν είχαμε δύο ή περισσότερες ψυχές, αγαπητοί μου, ίσως θα μπορούσαμε τη μία να τη διακινδυνεύσουμε, να την παίξουμε κορώνα-γράμματα. Αλλά έχομε μόνον μία και μοναδική ψυχή. Δεν έχομε δεύτερη και τρίτη. Μπορούμε λοιπόν αυτήν την ατίμητη ψυχή που είδαμε μόνο με δύο λόγια, τι αξία έχει, μπορούμε να τη ζημιώσομε; Ο Κύριος χρησιμοποίησε αυτό το ρήμα: «Ποιος», λέγει, «θα έφθανε να ζημιώσει την ψυχή του, γιατί θα ήθελε πράγματα τα οποία θα είναι έξω από μένα;». Ο Κύριος είπε λοιπόν «καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ;». Αυτό σημαίνει κατά τον λόγον του Χριστού, ότι η ψυχή είναι δεκτική και σωτηρίας και ζημίας.Και τα δύο αυτά, και η σωτηρία, το κέρδος δηλαδή, και η ζημία, εδώ είναι το καταπληκτικό, με αιώνιες διαστάσεις! Πρέπει λοιπόν να σκεφθούμε, πρέπει να σκεφθούμε, πρέπει να σκεφθούμε πάρα πολύ αυτό το «αιώνιες διαστάσεις»…

    Και τι ζημιώνει την ψυχήν; Καθετί που δεν ανήκει στην ευδοκία του Θεού. Και είναι  πρώτιστα η αμαρτία. Τι σημαίνει αμαρτία; Είναι η παράβαση των εντολών του Θεού. Οι εντολές του Θεού μάς φέρουν από το παρά φύσιν που ζούμε, μας φέρουν στο κατά φύσιν. Και εξ αυτού εις το υπέρ φύσιν. Ο Αδάμ εις τον Παράδεισον ζούσε τη ζωή κατά φύσιν, όπως ο Θεός εδημιούργησε τα πράγματα. Με την πτώση του όμως, πέρασε εις τον χώρον του παρά φύσιν. Έτσι, έρχεται παρακαλώ ο Χριστός να μας επαναφέρει από το παρά φύσιν εις το κατά φύσιν. Γι΄αυτό, λέγει ένας πατήρ εκκλησιαστικός ότι ο Χριστιανισμός… τι είναι ο Χριστιανισμός; Βέβαια πολλά πράγματα μπορούμε να πούμε τι είναι ο Χριστιανισμός, αλλά μία όψις: Η επαναφορά εις το κατά φύσιν του ανθρώπου. Αυτό είναι ο Χριστιανισμός. Για παράδειγμα, για να δείτε αυτό το παρά φύσιν και κατά φύσιν, η χρήσις του οίνου, του κρασιού, ο Θεός μάς έδωσε το κρασί. Και συνεπώς η χρήση του είναι κατά φύσιν. Μάλιστα, αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο Κύριος Ιησούς επήρε το κρασί την ώρα του Μυστικού Δείπνου, το καθηγίασε και είπε ότι «Αυτό είναι το αίμα μου». Συνεπώς βλέπει κανείς εδώ μία υπερβατικότητα του κρασιού. Γίνεται Αίμα Χριστού. Έτσι, δηλαδή από το κατά φύσιν περνάει εις το υπέρ φύσιν. Έτσι, δεν είναι κάτι κακό το κρασί. Αναμφισβήτητα. Αν όμως μεθάς, με το κρασί, τότε βρίσκεσαι εις το παρά φύσιν. Και συνεπώς αμαρτάνεις. Ό,τι ανήκει στο παρά φύσιν είναι αμαρτία.

      Πάρτε ακόμη τον γάμο. Ο Θεός ευλόγησε τον γάμο. Είναι κατά φύσιν, να κάνεις τα παιδιά σου κ.λπ. Διότι αφού μπήκε ο θάνατος, βεβαίως μπαίνει ο γάμος. Διότι αν δεν υπήρχε ο θάνατος, δεν θα υπήρχε ο γάμος. Προσέξατέ το αυτό. Σχήμα είναι, σχήμα του παρόντος αιώνος. Ωστόσο τυχαίνει ευλογίας. Αφού η όλη κατασκευή του ανθρώπου, έστω έγινε a priori, έγινε εκ των προτέρων, για να έλθει στον γάμο, ο Θεός «προειδότος», λέγει ο άγιος Ειρηναίος, ότι θα έπεφτε ο άνθρωπος και συνεπώς αυτό το θαυμαστό δημιούργημά Του θα εχάνετο. Γι΄αυτό μπαίνει ο γάμος. Αν όμως ζεις στην πορνεία, δηλαδή μία ανευλόγητη κατάσταση, τότε είσαι έξω από τον νόμο του Θεού και αμαρτάνεις.

     Υπάρχουν αμαρτήματα όμως, αγαπητοί, που είναι και έξω από τη φύση και έξω από τον νόμο. Η πορνεία είναι στη φύση αλλά δεν είναι στον νόμο, είναι έξω από τον νόμο. Αλλά εκείνο το αμάρτημα που είναι και έξω από τη φύση και έξω από τον νόμο είναι η ομοφυλοφιλία· η οποία όσο πάει και πληθαίνει, πληθαίνει, πληθαίνει. Σε λίγο καιρό θα ακολουθήσουμε εκείνο που γράφει ο Ιονέσκο, ένα θεατρικό έργο, που λέγει ότι κάποτε μες την πόλη ένας έβγαλε ένα κέρατο. Δεν ήξερε πώς να το κρύψει. Ήρθε πυρετός, μία επιδημία και έβγαλε ένα κέρατο. Ιιιι…! Πώς να το κρύψει το κέρατο αυτό τώρα που έβγαλε; Σε λίγο όμως έπεσε ο πυρετός σε όλη την πόλη και έβγαλαν όλοι οι άνθρωποι από ένα κέρατο. Ένας δεν είχε βγάλει. Κι αυτός που δεν έβγαλε το κέρατο, μετά ντρεπόταν να εμφανιστεί! Σε όλους που είχαν βγάλει το κέρατο. Εδώ βρίσκει εφαρμογή το πράγμα.

     Κι όταν αυτή η κατάσταση αγαπητοί ποσοτικά γίνει πολλή και γίνεται, καθημερινά γίνεται, τότε είναι η εποχή του Αντιχρίστου! Το λέγει αυτό ο άγιος Ιερώνυμος. «Όταν στους χριστιανικούς λαούς γίνει, λέει, πολλή η ομοφυλοφιλία, είναι κοντά το τέλος της Ιστορίας». Έχομε δε, τώρα φεύγω λιγάκι από το θέμα, δεν πειράζει, έχομε δε ιστορικό προηγούμενο, τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Το πυρ που έκαυσε, πυρ και θείον που έκαυσε τα Σόδομα και τα Γόμορρα, με το πυρ και το θείον παριστάνεται και η κόλασις. Είναι λοιπόν ένα ιστορικό προηγούμενο η καταστροφή των Σοδόμων. Διότι θα έρθει ο Αντίχριστος και θα ευνοηθούν όλα αυτά τα πάθη. Διότι, λέει το βιβλίο του Δανιήλ στο 7ο κεφάλαιο: «ὑπονοήσει -Ποιος θα υπονοήσει; Ο Αντίχριστος. Δηλαδή θα σκεφτεί- τοῦ ἀλλοιῶσαι καιρούς καί νόμον». «Να αλλοιώσει καιρούς -εδώ θα πει φύσιν-Να αλλοιώσει την φύσιν, να αλλοιώσει και τον νόμο!». Αυτά λοιπόν θα γίνουν εν ημέραις Αντιχρίστου. Δηλαδή όταν θα έλθει αυτή η Νέα Τάξις των πραγμάτων. Γίνεται πάρα πολύς λόγος για τη νέα τάξη των πραγμάτων. Μεταξύ των οποίων είναι και αυτό. Η αλλοίωσις φύσεως και νόμου Θεού.

     Αυτό που λέει ο Ησαΐας, θα φθάσομε στο σημείο, σε σχέση με εκείνο που σας είπα με το θεατρικό έργο του Ιονέσκο, που λέγει…ένας έβγαλε ένα κέρατο κτλ. «Οὐαὶ -λέγει ο προφήτης Ησαΐας. «Αλίμονο»- οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τὸ πικρὸν γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ πικρόν». Δηλαδή έχομε εδώ μία πλήρη διαστροφή του ορθού. Σήμερα να βγει ένα αγόρι να πει στους συμμαθητάς του, να πει στους συστρατιώτας του ότι «ζω εν παρθενία»; Ιιιιι! Πού να το πει! Πού να το πει; Όλα αυτά, θα έχουν χάσει βεβαίως όταν γίνουν, την έννοια της αμαρτίας. Σου λέει ο άλλος: «Γιατί; Είναι αμαρτία να έχω φιλενάδα; Να έχω φίλο; Τι τάχα; Είναι αμαρτία;». Χάθηκε η έννοια της αμαρτίας. Αυτή η κατάσταση βεβαιότατα ζημιώνει φοβερά την ψυχήν. Αν δεν φθάσει βεβαίως η ψυχή να μετανοήσει. Γιατί αντιληφθήκατε τι λέμε. Τι ζημιώνει την ψυχήν.

     Έχομε και ένα δεύτερο. Είναι εκείνο που βέβαια ζημιώνει την ψυχήν, η απιστία. Απιστία σημαίνει χωρισμό από τον Θεό, σημαίνει αποστασία. Και η εποχή μας είναι εποχή αποστασίας. Και δεν είναι απλώς εποχή αποστασίας, αλλά και στροφή κατά του Θεού, εναντίον του Θεού. Πόλεμο κατά του Θεού, με κάθε τρόπο και κάθε ύβριν. Η λέξις «ύβρις» με την αρχαιοελληνικήν έννοια του όρου. Και στην περίπτωση αυτή φοβούμαι ότι δεν υπάρχει, αγαπητοί μου, πλέον μετάνοια. Είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, που ο Κύριος μάς είπε ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει μετάνοια. Όσο μετενόησε ο Καζαντζάκης, άλλο τόσο θα μετανοήσουν και αυτοί. Διότι ο Καζαντζάκης έπεσε εις την ύβριν κατά του Ιησού Χριστού. Το πώς έπεσε, όλοι το ξέρετε. Και για να δείτε ότι δεν υπάρχει εδώ μετάνοια, δηλαδή όχι δεν συγχωρεί ο Θεός, αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος που έφθασε εις την ύβριν, να μετανοήσει. Δεν μπορεί!

      Και για να σας το κατοχυρώσω, ακούστε δύο χωρία από την προς Εβραίους επιστολήν. Το ένα είναι στο 6ο κεφάλαιο. Λέγει: «Ἀδύνατον γὰρ -Είδατε; Αδύνατον. Κρατήστε αυτή την λέξη, γιατί θα επακολουθήσει αρκετό κείμενο- τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος ῾Αγίου καὶ καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ρῆμα δυνάμεις τε μέλλοντος αἰῶνος, καὶ παραπεσόντας -Αυτοί γεύτηκαν τον Θεό, γεύτηκαν τον Χριστό, γεύτηκαν τη χάρη του Θεού και τώρα…-·«καὶ παραπεσόντας»· όχι η συνηθισμένη αμαρτία που κάνομε κάθε μέρα. Γι'αυτό η φιλανθρωπία του Θεού μας έδωσε το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, αλλά με τον τρόπο που σας εξήγησα προηγουμένως, με την έννοια της ύβρεως. Προσέξτε, ύβρις δεν είναι οι βλάσφημοι που βλασφημούν τα θεία. Όχι, όχι, όχι, όχι... Δεν είναι αυτό η ύβρις. Αλλά όταν στρέφεσαι κατά του Θεού, τον γελοιοποιείς τον Θεόν, τον Χριστόν τον γελοιοποιείς κ.λπ-, πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν -δηλαδή παίρνομε το «αδύνατον» της αρχής του χωρίου. Είναι αδύνατον να ανακαινιστεί κανείς πάλι εις μετάνοια. Δεν μπορεί να μετανοήσει- ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ -Τον ξανασταυρώνουν τον Υιό του Θεού. Προσέξτε μία λεξούλα:  καὶ παραδειγματίζοντας». «Παραδειγματίζω» θα πει «θέτω εις ύβριν τον Υιόν του Θεού, Τον χλευάζω». Το ακούσατε; Τον χλευάζω. Στρέφομαι εναντίον Του.

    Ομοίως γράφει ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους στο 10ο κεφάλαιο: «Ἑκουσίως γὰρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν -θεληματικά· έτσι, γιατί το θέλω να αμαρτάνω- μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας -μετά το Βάπτισμα κλπ.-, οὐκέτι περὶ ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία -Δεν μένει πια άλλη θυσία. Μία είναι η θυσία. Το Αίμα του Χριστού. Το έβρισες το Αίμα του Χριστού. Πώς θα σωθείς;-, φοβερὰ δέ τις ἐκδοχὴ κρίσεως καὶ πυρὸς ζῆλος -είναι το πυρ της κολάσεως- ἐσθίειν μέλλοντος τοὺς ὑπεναντίους-πρόκειται να φάει εκείνους οι οποίοι αντιτίθενται. Λέει για την Παλαιά Διαθήκη. Το παραλείπω για να μην πολυλογώ- πόσῳ μᾶλλον –λέγει, εκεί αναφέρεται το «πόσῳ μᾶλλον»- δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας -τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας!- καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος -και θεωρώντας το αίμα της διαθήκης, το αίμα του Χριστού ότιείναι ε,τι είναι; Όπως το αίμα όλων των ανθρώπων, των ζώων, τι είναι; Και δεν είναι του Θεανθρώπου το Αίμα), ἐν ᾧ ἡγιάσθη -με το οποίο αίμα του Χριστού αγιάστηκε-, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας; -Και το Πνεύμα της χάριτος αφού το έχει βρίσει;». Δεν υπάρχει μετάνοια. Αυτό, το πόσο ζημιώνει την ψυχήν; Μόλις και ανάγκη να το πούμε.

     Ο δε Ιωάννης, ο Ιωάννης, ο μαθητής της αγάπης, ακούστε παρακαλώ τι λέγει στην πρώτη του επιστολή: Έχει πολλά, σας παίρνω το κύριο σημείο: «Ἒστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ». Δηλαδή υπάρχει αμαρτία που συγχωρείται. Οι αμαρτίες που κάνομε κάθε μέρα. Συγχωρούνται. Υπάρχει όμως, λέει, αμαρτία, η οποία οδηγεί στον θάνατο. Γι’ αυτήν την αμαρτία, γι’ αυτόν τον αμαρτωλό με τέτοια αμαρτία, δεν μπορείς να παρακαλέσεις τον Θεό. Είδατε; «Οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ». «Ἐρωτῶ» θα πει «παρακαλώ». Δεν μπορεί να παρακαλέσει ούτε τον Θεό, τίποτα, τίποτα, τίποτα. Δεν μπορεί. Είναι η αμαρτία προς θάνατον. Ποια είναι αυτή η αμαρτία προς θάνατον; Είναι αυτά που σας διάβασα αναλυτικά από τον Απόστολο Παύλο στην προς Εβραίους επιστολή του. Είναι λοιπόν αντιληπτόν ότι εδώ έχομε μία τέτοια κατάσταση που είναι ανυπόφορα ζημιωτική της ψυχής. Και ανεπίστρεπτα. Εκεί η ψυχή ζει πια τον αιώνιο θάνατό της.

     Και ένα τρίτο σημείο. Εκείνο που τελεσίδικα βεβαίως πλέον ζημιώνει την ψυχή και δεν μπορεί κανείς από εκεί να βγει· η αιώνια κόλασις. Η απόληξις. Γίνεται ο άνθρωπος ο υιός της απωλείας. Όπως έγινε ο Ιούδας. Ο χαμένος άνθρωπος. Θα ξαναπώ: Αιωνία κόλαση. Προσέξατέ το. Από κει δεν υπάρχει ελπίδα διαφυγής. Και εκεί είναι ο αιώνιος βασανισμός. Σκότος εξώτερον, βρυγμός οδόντων, πυρ αφεγγές, φωτιά που δεν δίνει φως. Αλλά βεβαίως και απώλεια θεωρίας, βεβαίως, του προσώπου του Χριστού. Δεν μπορείς πια να βλέπεις το πρόσωπο του Χριστού. Που θα βλέπουν εκείνοι που θα είναι στη Βασιλεία του Θεού. Κι εκεί που οδύρεται ο Ιερός Χρυσόστομος για την κόλαση είναι τούτο. «Α», λέει, «δεν υπολογίζω τας βασάνους της κολάσεως, υπολογίζω ότι θα χάσω την θεωρία -από το «θεωρώ», το «βλέπω»- του γαληνού εκείνου προσώπου του Ιησού Χριστού».

     Θυμηθείτε τους λόγους του Χριστού: «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». «Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον». Προσέξτε, στην κόλαση θα μπούμε με τα σώματά μας. Γιατί προ της κολάσεως θα γίνει η ανάστασις των νεκρών. Και στη Βασιλεία του Θεού θα μπούμε με τα σώματά μας. Όπως σας βλέπω και με βλέπετε· πού είναι εκείνοι που κοροϊδεύουν και κοροϊδεύουν και λένε: «Τι είναι η κόλασις; Καζάνια με φωτιά και τέτοια;». Ωωωω, να ήταν καζάνια με βραστό νερό και το πυρ να ήταν αυτό που βάζομε κάτω από τα καζάνια και βράζει το νερό…· καλά θα ήταν! Αυτό το πυρ, ξέρετε ποιο είναι; Το πυρ αυτό ξεκινάει από τον Θεόν. Είναι η άκτιστος ενέργεια του φωτός. Είπα να μη σας το πω, αλλά…, το λέγει ο Μέγας Βασίλειος αυτό. Προσέξτε. Κάπου διαχωρίζεται, διαχωρίζεται αυτό το άκτιστον φως. Και σαν φως, μένει στη Βασιλεία του Θεού· γι΄αυτό θα είναι φωτοφόροι οι σωσμένοι άνθρωποι. Σαν πυρ χωρίς φως, πηγαίνει εις τους κολασμένους. Γι'αυτό λοιπόν είναι πυρ που καίει και που δεν είναι φωτεινόν. Από τον Θεό ξεκινά. Άκτιστος ενέργεια είναι αυτό το πυρ της κολάσεως. Φρίκη! Φρίκη! Μία πικρή εικόνα να πάρετε από τους δαιμονισμένους ανθρώπους, όταν πάνε σε κάποιον άγιο, άγιο Νεκτάριο, άγιο Διονύσιο, άγιο Γεράσιμο, άγιο Σπυρίδωνα και ξέρετε τι φωνάζουν αυτοί. «Με καις, με καις, με καις!». Τι είναι αυτό που καίει; Οι δαίμονες φωνάζουν. «Με καις, με καις!». Γι΄αυτό και λένε τον καθένα απ΄αυτούς τους αγίους, τους λένε «καψάληδες». Καψάληδες. «Με καις, με καις!». Καίεται ο διάβολος, καίονται οι δαίμονες με το άκτιστον αυτό πυρ που έρχεται από τον Θεό. Και μην ξεχνάμε ο λόγος του Θεού είναι αψευδής, δεν ψεύδεται. Λέει ο απόστολος Παύλος: «Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος». Ο Χριστός το είπε. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνει.

      Αγαπητοί, όλα τούτα που αναφέραμε, ζημιώνουν την ψυχήν. Η σωτηρία μας είναι «ἐν οὐ παικτοῖς». Δεν είναι αντικείμενο να παίζομε. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά. Μία μόνο ψυχή έχομε. Κι αυτή δεν θα ξαναέρθει στον κόσμον αυτόν. Μη λοιπόν την παραδίδομε στην «κυβεία» -κύβους που παίζουν τα τυχερά παιγνίδια. «Στην κυβεία», λέει ο απόστολος Παύλος, «της πλάνης και της αμαρτίας». Αλλά και στην καθημερινότητα· με την τριβή των απροσεξιών μας, χάνομε την ειρήνη μας, την αγάπη μας, την χαρά μας. Και αυτό ομοίως ζημιώνει την ψυχήν. Γιατί να ζημιώνομε κάθε μέρα; Ας ακούσομε λοιπόν ακόμη μία φορά τον λόγο του Χριστού: «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».

              ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

                  μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

  μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_729.mp3

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο εμφανίστηκαν και έδρασαν πολλοί αξιόλογοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, με μεγάλη προσφορά στη Θεολογία. Μάλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί η εποχή αυτή, ως περίοδος άνθισης της Ορθοδόξου Θεολογίας, τη στιγμή που ήταν σε εξέλιξη μια γιγάντια προσπάθεια από τους αιρετικούς δυτικούς, για τη νόθευσή της. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Συμεών αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας κατά τον 14ο και 15ο αιώνα.

       Δυστυχώς οι πληροφορίες για το βίο του είναι πολύ λίγες. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα μισά του 14ου αιώνα. Το όνομά του Συμεών είναι προφανώς το μοναχικό του και δε γνωρίζουμε το κοσμικό του. Φαίνεται ότι καταγόταν από επιφανή οικογένεια και είχε την δυνατότητα να λάβει σοβαρή μόρφωση. Σπούδασε φιλοσοφία, αλλά περισσότερο τον κέρδισε η Θεολογία. Κατά την εφηβική του ηλικία είχε πάρει την απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Έτσι εγκαταβίωσε σε κάποια μονή κοντά στη Βασιλεύουσα και συνδεόταν πνευματικά με τους αδελφούς Ξανθόπουλους. Λίγο μετά χειροτονήθηκε ιερομόναχος.

       Ανάμεσα στα έτη 1410-1418 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Προφανώς σε αυτό συνετέλεσε η φήμη του ως άριστος Θεολόγος και πνευματικός άνδρας. Η χειροτονία του έγινε στην Κωνσταντινούπολη. Όμως η ενθρόνισή του άργησε αρκετά λόγω διαφόρων συγκυριακών προβλημάτων. Προφανώς η καθυστέρηση οφείλονταν και στην ταπεινότητά του, καθ’ ότι θεωρούσε τον εαυτό του αδύναμο να αναλάβει το αρχιερατικό βάρος του θρόνου της συμβασιλεύουσας πόλεως. Αυτό προκύπτει και από τη σχετική φρασεολογία του στα σωζόμενα έγγραφα, που είχε υπογράψει κατά την αρχιερατεία του.

      Η αρχιερατική του διακονία στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε δυστυχώς ειρηνική, διότι συνέπεσε με την παρακμή και το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας και με την κατάκτηση της πόλεως, αρχικά από τους Βενετούς (1423-1430) και λίγο μετά το θάνατό του, από τους Οθωμανούς (1430-1912). Ποίμαινε έναν λαό, ο οποίος βίωνε το φάσμα της καταστροφής και του αφανισμού. Πα’ όλα αυτά, ο ίδιος στάθηκε αληθινός πατέρας και πιστός ποιμένας του λαού του, στηρίζοντάς τον με όλες του τις δυνάμεις. Ταυτόχρονα είχε να αντιμετωπίσει και τις λυσσαλέες επιθέσεις των αιρετικών παπικών, οι οποίοι επιδίωκαν την άλωση της Ορθοδόξου Ανατολής και την υποταγή της στον πάπα, με τη νόθευση της ορθοδόξου διδασκαλίας, με τα αιρετικά παπικά δόγματα, αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν με τη βία (σταυροφορίες).

       Ο άγιος Συμεών ήθελε την Εκκλησία ενωμένη, παρ’ όλες τις διαφωνίες των διαφόρων τοπικών Εκκλησιών για τον τρόπο προσεγγίσεως των δυτικών, από τους οποίους ανέμεναν τη σωτηρία από την οθωμανική απειλή. Έτσι ανάπτυξε στενές σχέσεις με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Παράλληλα άρχισε ένα μεγάλο αγώνα για την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη Μακεδονία. Κάποιοι μελετητές χωρίζουν το μεγάλο ποιμαντικό έργο του σε τρία σημεία. Το πρώτο ήταν ο προφορικός και γραπτός λόγος του. Έγραφε νυχθημερόν θεολογικά έργα, πραγματείες και επιστολές, τις οποίες  απεύθυνε σε επισκόπους και κληρικούς της δικαιοδοσίας του, αλλά και πέραν των ορίων της επαρχίας του, όπως για παράδειγμα στην Κρήτη. Μέσω αυτών προσπαθούσε να στηρίξει τους ορθοδόξους από τον ανελέητο προσηλυτισμό, που ασκούσαν οι αιρετικοί εις βάρος τους. Να αποδείξει την ορθόδοξη διδασκαλία ως την μόνη αληθινή και σώζουσα πίστη και την Ορθοδοξία ως την μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Το δεύτερο ήταν η άσκηση της φιλανθρωπίας προς τους φτωχούς και ενδεείς, οι οποίοι αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, σε μια περίοδο απίστευτης αβεβαιότητας. Ο

άγιος επίσκοπος οργάνωσε μια καταπληκτική φιλανθρωπική δραστηριότητα, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από το φάσμα του θανάτου. Το τρίτο ήταν η μέριμνά του για την λειτουργική αναγέννηση της επισκοπικής του περιφέρειας. Κι’ αυτό διότι πίστευε πως η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας είναι η βάση της ενότητας και της γνησιότητας του εκκλησιαστικού σώματος. Τα πάμπολλα ξενόφερτα και παρείσακτα στοιχεία στη λατρεία της Εκκλησίας, δημιουργούσαν πρόβλημα αυθεντικότητας στην Εκκλησία, διότι ήταν αντίθετα από το ορθόδοξο δόγμα. Κάθε απομάκρυνση από την γνήσια λειτουργική παράδοση, ήταν παράθυρο εξόδου από την αλήθεια της Εκκλησίας. Τα σωζόμενα έργα του είναι γεμάτα από την προσπάθειά του να καθαρθεί η Εκκλησία από τα μη παραδοσιακά λειτουργικά στοιχεία.

      Η πτώση της Θεσσαλονίκης στους αλλόδοξους αιρετικούς παπικούς Βενετούς γέμισε με πικρία τον άγιο Συμεών, διότι ήταν προσηλωμένος. Παρ’ όλα αυτά όμως φαίνεται ότι θεωρούσε πιο ήπια την βενετική κατοχή από την οθωμανική, διότι οι μεν παπικοί ήταν αιρετικοί, οι δε Οθωμανοί αλλόθρησκοι, έχοντας ολωσδιόλου ασύμβατη θρησκευτική πίστη με τον Χριστιανισμό. Κάποιοι θεωρούν τον άγιο Συμεών, από τη στάση του αυτή, ως δήθεν φιλοπαπικό.

       Αυτό όμως δεν ευσταθεί, διότι, από τα έργα του αποδεικνύεται από τη βαθειά προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και τη σφοδρή αντίθεσή του προς τους αιρετικούς παπικούς. Αναδείχτηκε πιστός και άξιος συνεχιστής της Ησυχαστικής Θεολογίας του προκατόχου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1360) και των άλλων ησυχαστών. Ο ησυχασμός ήταν το ορθόδοξο δόγμα, το οποίο πολεμήθηκε περισσότερο από τους παπικούς. Στο μεγάλο θεολογικό του έργο είναι καταφανής  ο σεβασμός του στα δόγματα της Εκκλησίας. Τα θεολογικά του σχόλια και υπομνήματα στα λειτουργικά κείμενα, είναι βαθύτατα διαποτισμένα από το γνήσιο πνεύμα των μεγάλων Πατέρων και τις αποφάσεις των Ιερών Συνόδων. Γι εκείνον η γνήσια παράδοση είναι εκείνη η οποία συμφωνεί με την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση. 

        Ο άγιος Συμεών κοιμήθηκε ξαφνικά το Σεπτέμβριο του 1429. Το περίεργο είναι πως, ενώ η θέση του στην Εκκλησία και στα θεολογικά γράμματα, υπήρξε πάντα σημαντική, εν τούτοις η αγιοκατάταξή του άργησε πολύ. Κατατάχτηκε στο Αγιολόγιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, μόλις το 1981 και η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 15 Σεπτεμβρίου.      

       

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟ ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, είναι ημέρα χαρμολύπης για εμάς τους πιστούς. Ημέρα χαράς, διότι δια του σταυρικού θανάτου του Λυτρωτή μας Χριστού λάβαμε την απολύτρωση από τα φρικτά δεσμά του διαβόλου, τη δουλεία της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Ημέρα λύπης, διότι φέρνει στη θύμησή μας τη θεοκτονία, το σταυρικό θάνατο του Χριστού, την μεγαλύτερη κακουργία όλων των εποχών, την έσχατη κατάντια της πτώσεώς μας και ταυτόχρονα την ανάγκη της από το Θεό σωτηρίας μας.

        Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός παραδόθηκε «ίνα σταυρωθή», ως «παραβάτης» του Νόμου, με τις διατάξεις του Νόμου, «ὅτι Θεοῦ υἱόν ἑαυτόν ἐποίησε» (Ἰωάν.10,7). «Ημεῖς νόμον ἔχομεν καί κατά τόν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν», απαιτούσαν οι Ιουδαίοι από τη ρωμαϊκή εξουσία. Ο Νομοθέτης καταδικάστηκε από τον δικό Του Νόμο και θανατώθηκε με τις διατάξεις του! Πέθανε (σωματικά) επάνω στο σταυρό ως «επικατάρατος», διότι όποιος πέθαινε δια του θανάτου του σταυρού θεωρούνταν καταραμένος (Δευτ.21,22. Γαλ.3,13).      

        Αλλά, με τη γενική έννοια της κατάρας, επικατάρατος ήταν ο κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης της εντολής του Θεού (Γεν.3,6) και υποκείμενος στο θάνατο, σύμφωνα με την προειδοποίηση του Θεού προς τους πρωτοπλάστους: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν.2,17). Όμως ήρθε ο Χριστός στον κόσμο για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την αρχέγονη κατάρα και να άρει τις τραγικές συνέπειές της, που ήταν ο θάνατος. Ο Σωτήρας μας «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ.3,13), για να καταργήσει την κατάρα του ανθρωπίνου γένους. Με τον θάνατό Του μετέβαλε την κατάρα σε ευλογία και το φονικό μέσον της σταυρώσεως, τον σταυρό, σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Η θεία αγάπη υπερίσχυσε της ανθρώπινης κακίας και δε λειτούργησε εκδικητικά. Ο άνθρωπος έδωσε πόνο και θάνατο στο Θεό και Εκείνος ανταπέδωσε αγάπη! Ο σταυρός πλέον, από καταραμένο μέσον θανατώσεως κακούργων, έγινε το σύμβολο της αγάπης και της θυσίας. Έγινε το σύμβολο της καταλλαγής, Θεού και ανθρώπου και των ανθρώπων μεταξύ τους. Έπαψε πλέον να είναι συνυφασμένος με το θάνατο, να προξενεί το θάνατο σε όσους ανέβαιναν σε αυτόν και έγινε πηγή της ζωής και της αθανασίας!

       Ο Τίμιος Σταυρός ορίζεται ως το «Πολίτευμα της Εκκλησίας μας». Ψάλλουμε κατά την αγιώνυμη ημέρα: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου … διά του Σταυρού Σου πολίτευμα». Τι είναι όμως το πολίτευμα του Σταυρού και πως βιώνεται στην ζωή των πιστών; Δια της αγάπης! Ο Χριστός έπαθε και πέθανε στο Σταυρό, εξαιτίας της άμετρης αγάπης Του για τον πεσόντα άνθρωπο (Ιωάν.3,16), φανερώνοντας το σταυρικό της χαρακτήρα. Δείχνοντας και σε μας πως και η δική μας αγάπη, δηλαδή η αγαπητική σχέση μας με τους συνανθρώπους μας, θα πρέπει να είναι σταυρική. Να είναι αποτέλεσμα θυσίας και «κενώσεως» από κάθε εγωιστική μας διάθεση και κατάσταση. Αγάπη χωρίς το στοιχείο του Σταυρού δεν υπάρχει. Αγάπη ξέχωρη από το Σταυρό, χωρίς προσωπική «σταύρωση» είναι κάλπικη και εγωιστική. Η αληθινή αγάπη πραγματώνεται και εκδηλώνεται μόνο δια της «κενώσεως», «έως θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2,8). Πρότυπο αυτής της αγάπης είναι η «θεία κένωση», η Ενανθρώπηση του Θεού, το «άδειασμα» της θείας δόξας και η «ένδυση μορφής δούλου», για να επιτευχθεί η σωτηρία μας. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι «αγάπην έχομεν», αν δεν «σταυρώσουμε» τον εαυτό μας, αν δηλαδή δεν «σκοτώσουμε» το εγώ μας, το

ατομικό μας θέλημα, εάν δεν αποκολληθούμε από την ατομικιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια.

       Ο Χριστός μας δίδαξε πως αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, πρέπει να την χάσουμε, «ος γαρ αν θέλῃ την ψυχὴν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ᾿ αν απολέσῃ την εαυτού ψυχὴν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ.8,34). Λόγος παράξενος και ακατανόητος για τον «κόσμο». Εδώ με την λέξη ψυχή εννοείται η ζωή, όχι η βιολογική, αλλά ο λόγος της υπάρξεώς μας, ο προορισμός μας. Ο Κύριος μας παραγγέλλει με τον παράξενο και ακατανόητο για τον «κόσμο» αυτό λόγο, να «απολέσουμε» θεληματικά την εγωιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια, να αποβάλλουμε το δαιμονικό αυτό σύμπτωμα στην πτωτική μας φύση, το οποίο μας οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια, στον πνευματικό θάνατο. Όσο εμμένουμε στην αφύσικη και παρείσακτη αυτή κατάσταση θα πορευόμαστε στη φθορά και το θάνατο. Το αντίδοτο του ατομικού μας θανάτου είναι η θανάτωση του εγώ μας, δηλαδή ο σταυρικός τρόπος της ζωής μας, η εγκοπή του ατομικού μας θελήματος, η απαγκίστρωσή μας από την εγωιστική μας περιχαράκωση.

      Ο Χριστός δίδαξε την αγάπη και την αλληλοδιακονία, ως την θεμελιώδη ειδοποιό διαφορά των πιστών Του με τον «κόσμο», η οποία ερείδεται επί της προσωπικής μας «σταυρώσεως», δηλαδή, του «αδειάσματος» του εγώ μας, της ταπείνωσής μας. Να σημειώσουμε πως η χριστιανική έννοια της αγάπης δεν είναι απλά εκπλήρωση καθήκοντος, εκδήλωση ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, ικανοποίηση συναισθήματος (π.χ. συμπόνιας, λύπης, κλπ), αλλά θυσιαστική διάθεση, στάση και τρόπο ζωής. Ο Χριστός είναι σαφής: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44). Η έμπρακτη αγάπη είναι τρόπος ζωής και πολιτείας.

      Οι χριστιανοί καλούνται να αποδείξουν την γνησιότητά τους με την διακονία των αδελφών τους. Να αισθάνονται τους συνανθρώπους τους ως «μέλη του ενός σώματος», καθ’ ότι «καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός· καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε ᾿Ιουδαῖοι εἴτε ῞Ελληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν. καὶ γὰρ τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἓν μέλος, ἀλλὰ πολλά» (Α΄Κορ.12,12-14). Να πονάνε στον πόνο τους και να χαίρονται στη χαρά τους. Αυτή είναι η «κοινωνία των αγίων», η «καινή κτίσις» (Β΄Κορ.5,17), ο νέος κόσμος του Θεού, θεμελιωμένος στην προσωπική «σταύρωση» του καθενός και όλων μαζί. Αυτή είναι η κοινωνία της αγάπης. Αυτό είναι το πολίτευμα του Σταυρού!

     Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν.3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο σταυρωτά ξύλα του Σταυρού συμβολίζουν τη διπλή ένωση, των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Επίσης το κάθετο ξύλο εικονίζει το πανάγιο Σώμα του Χριστού και το εγκάρσιο ξύλο παριστά τα δύο ανοιγμένα χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία αγκαλιάζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

       Η Εκκλησία μας πορεύεται στο δισχιλιόχρονο διάβα της ιστορίας της «σταυρικά». Δεν υπάρχει εποχή που η Εκκλησία να έχει απολέσει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα της, διότι έτσι θα παρέκκλινε το σωστικό Της έργο. Ο

«κόσμος» τη «σταυρώνει» και Εκείνη φανερώνει το θρίαμβο της σταυρικής της πορείας, αποδεικνύοντας πως, παρά την πολεμική εναντίον Της από τις αντίθεες δυνάμεις, «πύλαι Άδου ου κατισχύουν αυτής» (Ματθ.16.18), νικώντας δια του Σταυρού. Αυτό είναι άλλωστε και το μέγιστο θαύμα της ιστορίας.

     Οι πιστοί ανά τους αιώνες πορεύονται σταυρικά, θυσιαστικά, αγαπητικά. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως η Εκκλησία υπήρξε η καταλυτική «μαγιά», η οποία «ζύμωσε» τον τραγικό προχριστιανικό κόσμο, εξημερώνοντας τα απάνθρωπα ήθη του, αλλάζοντας τις νομοθεσίες του, μεταλλάσσοντας τις νοοτροπίες του. Η Εκκλησία εμφανίστηκε και θεμελιώθηκε ως μια ουράνια όαση μέσα στην έρημο του προχριστιανικού κόσμου, ο οποίος ήταν το θέατρο το Σατανά, όπου διαδραματίζονταν η διαρκής τραγωδία του ανθρώπου. Για πρώτη φορά ο άλλος άνθρωπος λογίστηκε ως αδελφός, ως αξία, ως εικόνα του Θεού. Γκρεμίστηκαν όλα τα ανυπέρβλητα διαχωριστικά μεταξύ των ανθρώπων, ώστε πλέον, «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,28). «Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,8-10)!

      Στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η απόλυτη ισοτιμία και η ισονομία, με βάση την αγάπη, εις τρόπον ώστε «τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. … χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν» (Πραξ.4,32-35). Είναι ευνόητο πως για να ενταχθεί κάποιος πλούσιος, ή ευγενής, η εξέχων σε αυτή την κοινωνία έπρεπε να «σταυρωθεί», να «κενωθεί» από κάθε ατομική και εγωιστική του περιχαράκωση. Να θυσιάσει την περιουσία του, να ταπεινώσει τον εαυτό του, να τον εξισώσει με τον δούλο και τον άσημο εν Χριστώ αδελφό του. Το δικό του περίσσευμα να αναπληρώσει το υστέρημα των ενδεών. Να φάει από το κοινό φαγητό στις «αγάπες». Να εναγκαλιστεί και να σπασθεί τον κουρελή, να υπηρετήσει τον ασθενή, να προστατέψει τη χήρα και το ορφανό, να στεγάσει τον άστεγο, να παρηγορήσει και να στηρίξει τον πονεμένο, να δώσει ελπίδα στον απελπισμένο. Και τον πλέον θαυμαστό: η αγάπη εκτείνεται και ως τους εχθρούς: «Αγαπάτε τους εχθρούς ημών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς … όπως γένησθαι υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ.5,44-45)! Κανένας δε μένει έξω από την εν Χριστώ αγάπη! Αυτή είναι η έμπρακτη «σταύρωση»!

      Η δισχιλιόχρονη ιστορία της Εκκλησίας μας είναι μια αδιάκοπη μαρτυρία, στον άνυδρο πνευματικά κόσμο, του σταυρικού πολιτεύματός της. Δεν υπάρχει εποχή που να μην σημαδεύτηκε από την θυσιαστική προσφορά της στον άνθρωπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα. Αυτή δημιούργησε πρώτη την κοινωνική πρόνοια και τον εθελοντισμό. Αυτή εφεύρε, οργάνωσε και λειτούργησε τα κοινωφελή ιδρύματα, τα δημόσια νοσοκομεία, τα ορφανοτροφεία, τα γηροκομεία, τη στέγαση των αστέγων, την διατροφή των πεινασμένων, την περίθαλψη των ασθενών, τη στήριξη των αδυνάτων. Είναι γνωστός ο θαυμασμός ακόμα και των ειδωλολατρών προς τους Χριστιανούς: «Δείτε πως αγαπώνται οι Χριστιανοί»! Και το κυριότερο: Αυτή εναντιώθηκε στον προχριστιανικό κόσμο, καταδεικνύοντας και καταγγέλλοντας την δαιμονική του κατοχή, τα σατανικά του πολιτεύματα, τον φρικώδη τρόπο ζωής! Ο Χριστιανισμός υπήρξε η μεγαλύτερη και πιο καταλυτική επανάσταση της ιστορίας, πληρώνοντας το τίμημα των διωγμών και των ποταμών των αιμάτων!

      Στα δύσκολα πρωτοχριστιανικά χρόνια των διωγμών, στο Βυζάντιο, όπου η κοινωνία εκχριστιανίζεται, στη φραγκοκρατία, στην τουρκοκρατία, στα φρικώδη αθεϊστικά καθεστώτα του περασμένου αιώνα, το σταυρικό πολίτευμα της Εκκλησίας ήταν πάντα παρόν, υπηρετώντας τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού και δίνοντας ώθηση για την συνέχιση της πορείας του κόσμου. Αυτό, και μόνον αυτό, «μπόλιασε» τις κοινωνικές δομές του κόσμου και τους έδωσε κάποια αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν ευγενείς και επωφελείς αρχές σ’ αυτές, που να μην έχουν προέλευση χριστιανική!  

      Στις δύστηνες ημέρες μας η Εκκλησία μας συνεχίζει να πολιτεύεται με το πολίτευμα του Σταυρού. Υπηρετεί τον άνθρωπο, χωρίς καμιά διάκριση, ως στοργική μητέρα, αθόρυβα και συχνά επικρινόμενη από τις αντίθεες δυνάμεις, δοξολογώντας έτσι το Θεό και δείχνοντας στον πεισματικά εμμένοντα στην πτώση κόσμο, τη πολυπόθητη και «άπιαστη» γι’ αυτόν, λύση του κοινωνικού προβλήματος, η οποία δεν είναι άλλη από το Πολίτευμα του Σταυρού.

      Με την ευκαιρία του εορτασμού της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ας στοχαστούμε τις αστείρευτες ευλογίες, οι οποίες απορρέουν από αυτόν. Ας συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπάρχουν πολλές έξοδοι από την τραγικότητα του πτωτικού και δαιμονοκρατούμενου κόσμου (Α΄Ιωάν.5,19), παρά μία, ο Ιησούς Χριστός. Πως δεν υπάρχουν πολλές πηγές αγιασμού, παρά αυτή του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος μας αγιάζει δια της μυστηριακής οργανικής μας μετοχής στην Εκκλησία μας. Πως όλα τα δοκιμασμένα πολιτεύματα του κόσμου έχουν αποδειχθεί απόλυτα αναποτελεσματικά να λύσουν τα τραγικά διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα, εκτός από ένα: Το Πολίτευμα του Σταυρού, το Σταυρικό Πολίτευμα στης Εκκλησίας μας, την προσωπική και συλλογική μας «σταύρωση» όπως, δι’ αυτής, «τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πέτρ.2,21).

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού                                             

         Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας. Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν  τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν. Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

       Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησίας μας, η οποία διασώζει, μόνη Αυτή, ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές  προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

       Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.

       Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6,13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» (Α΄Κορ.1,17», επειδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και  απολύτρωσις» (Α΄Κορ.1,30) ως ο «Εσταυρωμένος» (Α΄Κορ.1,23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως αίσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,8-10). Ο σταυρικός θάνατος του Χριστού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο!

       Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3,1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

       Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και

κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄Ιωάν.4,8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή. Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμονος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.

        Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια, διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

        Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν.3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη  κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

      Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά «φυλακτήρια» του παρελθόντος. Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού.

        Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν,  ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο! Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς, μάχονται με σφοδρότητα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον αντικατέστησαν με  …πάσαλο, παρ’ όλο που στην αρχή, τιμούσαν τον Σταυρό και τον είχαν ως μόνιμο λογότυπο στα περιοδικά τους!  

       Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16,24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά. Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν. Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην  σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι αιρετικοί παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος, «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

                Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας. Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.

ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ: ΜΙΑ ΟΛΟΦΩΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η αληθινή σοφία, η οποία έχει κύρος και δεν καταπίπτει, είναι η κατά Θεόν σοφία. Αυτή είναι καρπός και δωρεά του Αγίου Πνεύματος σε ανθρώπους πιστούς και ταπεινούς στην καρδιά, δηλαδή τους αγίους. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή προσωπικότητα, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε με την προσωπικότητά του την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.

      Γεννήθηκε στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου στα 1686, από πλούσιους, γονείς τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η αρετή. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δήμος και η μητέρα του Ασημίνα. Ούσα έγκυος η μητέρα του, κάποιος άγιος ασκητής της αποκάλυψε ότι τα παιδί που θα γεννούσε θα γινόταν σκεύος εκλογής του Θεού. Οι ευσεβείς γονείς του του μετέδωσαν την πίστη στο Θεό και του δίδαξαν την οδό της αρετής. Μάλιστα, έχοντας τα οικονομικά μέσα, τού έδωσαν σοβαρή μόρφωση. Τον έστειλαν στα καλλίτερα σχολεία και στους διασημότερους δασκάλους της περιοχής για να σπουδάσει. Και εκείνος, έχοντας ισχυρή θέληση για μάθηση και διαθέτοντας εξαιρετική οξύνοια, κατέστη ενωρίς μια σπάνια πνευματική προσωπικότητα. Σε ηλικία μόλις επτά ετών προξενούσε το θαυμασμό για την πολυμάθειά του και την κριτική του σκέψη. Απόφευγε τα παιχνίδια και καταγίνονταν με τη μελέτη. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις Άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων, τα οποία εντύπωνε στην ψυχή του.  Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε η δίψα του για μάθηση!

      Όταν περάτωσε τις σπουδές του και έφτασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του ποθούσαν να τον δουν επιτυχημένο οικογενειάρχη, ο οποίος θα διαχειρίζονταν την μεγάλη περιουσία τους και θα ζούσε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Έτσι, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, χωρίς να τον ρωτήσουν, τον αρραβώνιασαν με μια σεμνή και πλούσια κοπέλα. Αλλά εκείνος είχε άλλα σχέδια για τη ζωή του. Σκόπευσε να αφιερωθεί στο Θεό και στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Όμως, επειδή δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους γονείς του, έκανε υπομονή και βασανιζόταν ψυχικά.

      Αλλά ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τα εσώψυχα του κάθε ανθρώπου και προνοεί για την πορεία της ζωής του, έδωσε τη λύση. Δεκαέξι ημέρες πριν το γάμο του, πέθαναν ξαφνικά οι γονείς του. Τότε ο Ιερόθεος, μίλησε με την μνηστή του, της εξήγησε τη θέλησή του, ότι θέλει να διάγει τον άγαμο μοναχικό βίο, εκείνη τον κατάλαβε και έτσι διέλυσαν τον αρραβώνα τους.

       Μετά από καιρό μετέβη στη Ζάκυνθο, όπου διέμεναν κάποιοι πλούσιοι συγγενείς του. Εκείνοι, τον συμβούλεψαν να πάει στην Ευρώπη να συνεχίσει τις σπουδές του. Όμως ο Ιερόθεος δεν ενθουσιάστηκε από την πρόταση. Είχε κατά νουν ένα άλλο μεγάλο και ασύγκριτα ανώτερο πνευματικό τόπο, το Άγιον Όρος, όπου, ταπεινοί μοναχοί και ασκητές, αποκτούσαν, με την προσευχή και την άσκηση, την κατά Θεόν σοφία, η οποία είναι ασύγκριτα ανώτερη από όλες τις σπουδές και τις σοφίες του κόσμου. 

     Πήρε λοιπόν την απόφαση να ανέβει στο «Περιβόλι της Παναγίας». Βρήκε κάποιον άγιο ερημίτη, με τον οποίο συγκατοίκησε και έγινε υποτακτικός του. Ένα νέο κεφάλαιο άνοιξε στη ζωή του. Αρχίζει αμέσως αγώνα προσωπικής καθάρσεως και περιβολής αρετών. Υπό την καθοδήγηση του αγίου ασκητή, πολεμά τη σάρκα και εξυψώνει το πνεύμα. Παράλληλα, ως φιλομαθής, διαβάζει με πάθος πνευματικά

συγγράμματα, συναξάρια αγίων και θεολογικές πραγματείες, τα οποία αφθονούσαν στο Άγιο Όρος. Μελετά τη ζωή των μοναχών, αλλά τον προβληματίζει η κατάπτωση κάποιων από αυτούς, γεμίζοντας την ψυχή του με λύπη και απογοήτευση. Γι’ αυτό σκέφτηκε να οδηγηθεί προς το μαρτύριο, τον οποίο θεωρούσε τον συντομότερο δρόμο της σωτηρίας. Άλλωστε βρισκόμαστε σε εποχή, που χιλιάδες Νεομάρτυρες  έχυναν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό. Όμως ο πνευματικός του τον εμποδίζει, λέγοντάς του, πως το μαρτύριο έρχεται μόνο του, ως αναπάντεχο δώρο του Θεού. Του υπενθύμισε επίσης το λόγο του αποστόλου Παύλου περί «νομίμου αθλήσεως» (Β΄Τιμ.2,5).

      Μετά από καιρό πήγε στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου εκάρη μοναχός και εντάχτηκε στην αδελφότητα. Όμως ο πόθος του μαρτυρίου δεν τον εγκατέλειπε, μάλλον γιγάντωνε στην ψυχή του. Η ευκαιρία, που ζητούσε του δόθηκε. Επελέγη, με αντιπροσωπία μοναχών της Μονής, υπό τον προεστώτα, να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη, για κάποια υπόθεση της Μονής. Πίστεψε ότι εκεί, στην καρδιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του ισλαμισμού, θα του δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσει το Χριστό και να μαρτυρήσει για χάρη Του. Αλλά εις μάτην, καμιά ευκαιρία δεν του δινόταν, ο Θεός είχε άλλο σχέδιο γι’ αυτόν.

      Μετά από αυτό έφυγε για την Βλαχία. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Σόφιας Αυξέντιο και του δόθηκε η δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα από τον διάσημο κύπριο δάσκαλο Μάρκο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάχτηκε μαθήματα φιλοσοφίας από τον επίσης σπουδαίο αργείτη δάσκαλο Γιακουμή. Η δίψα του για μάθηση ήταν ακόρεστη. Για περαιτέρω ανώτερες σπουδές πήγε στη Βενετία, φτάνοντας στο απόγειο της κατά κόσμον γνώσεως. Είχε εγκολπωθεί όλη τη σοφία της εποχής του!

      Αλλά, όμως ένοιωθε ένα μεγάλο κενό στην ψυχή του. Κατάλαβε πως η απόκτηση της κοσμικής γνώσεως μόνο υπεροψία και ματαιοδοξία μπορεί να δώσει στον άνθρωπο. Αντίθετα η ταπεινή προσέγγιση του Θεού και ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος μπορούν να ικανοποιήσουν την ψυχή μας. Γι’ αυτό πήρε την απόφαση να γυρίσει ξανά στη Μονή της μετανοίας του, την Ιβήρων, όπου έγινε ενθουσιωδώς ευπρόσδεκτος από την αδελφότητα.

      Αρχίζει έναν έντονο πνευματικό αγώνα, με αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνίες, μετάνοιες, μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων  πνευματικών βιβλίων, νηστεία και υπακοή. Ο Θεός τον επιβραβεύει. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Ιάκωβο. Ήταν ήδη τριάντα ετών. Εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους άλλους μοναχούς. Σύντομα διαπιστώνονται σημάδια αγιότητας σ’ αυτόν. Αξιώθηκε της ιαματικής χάριτος. Πολλοί ασθενείς, μοναχοί και κοσμικοί, λάβαιναν την ίαση και δόξαζαν έτσι το Θεό. Κι όχι μόνο αυτό. Η φήμη του ως άρτια πνευματική προσωπικότητα έφτασε μακριά και ένα πλήθος ανθρώπων έτρεχε να πάρει τις πολύτιμες και σωτήριες συμβουλές του.

      Την εποχή εκείνη έπεσε θανατικό στο νησί της Σκοπέλου. Οι έντρομοι και απελπισμένοι κάτοικοι έμαθαν για τον άγιο ιερομόναχο στην Ιβήρων. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει. Τότε εκείνος, πλημμυρισμένος από αγάπη, μετέβη, με συνοδεία μοναχών, στο νησί και με τις ατέλειωτες προσευχές και δεήσεις τους απότρεψε το κακό!  Έμεινε εκεί  οκτώ χρόνια, συμβάλλοντας για την πνευματική καλλιέργεια των κατοίκων. Οι κουρασμένοι από την αμαρτία, τα βάσανα της ζωής και την τουρκική καταπίεση έβρισκαν ανακούφιση και παρηγοριά κοντά του. Πλήθος αμαρτωλών οδηγήθηκαν στη μετάνοια.    

      Ο ίδιος εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και ο Θεός τον επιβραβεύει με σπάνιες θεϊκές ελλάμψεις και αποκαλύψεις. Λαμβάνει το χάρισμα της προορατικότητας.

Προβλέπει τη δική του εκδημία. Για να ζήσει τις τελευταίες ημέρες της επιγείου ζωής του «ενώπιος ενωπίω» με το Θεό, με ησυχία και αδιατάρακτη προσευχή, πήρε μαζί του τον ενάρετο υποτακτικό του ιερομόναχο Μελέτιο, καθώς και τους μοναχούς Ιωσήφ και Συμεών και κατέφυγε σε ένα κοντινό ερημονήσι, τη Γιούρα. Εκεί διάγει τις τελευταίες ημέρες του με ησυχία, σιωπή και αδιάλειπτη προσευχή. Μετά από λίγο καιρό ασθένησε και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 59 ετών. Ήταν 13 Σεπτεμβρίου του έτους 1745. Οι μαθητές του ενταφίασαν το τίμιο σώμα του, το οποίο ευωδίαζε. Αργότερα, όταν έγινε η ανακομιδή του, μεταφέρθηκε στη Μονή των Ιβήρων η τιμία κάρα του, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

      Η μνήμη του τιμάται στις  13 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.

       

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μια από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.

       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 399. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408) και της Ευδοξίας και αδελφή του Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Είχε δε την τιμή να λάβει το άγιο Βάπτισμα από τον ιερό Χρυσόστομο. Αν και βρέθηκε μέσα στην χλιδή των ανακτόρων και συναναστρέφονταν και με ραδιούργους παλατιανούς, είχε καλλιεργήσει στην ψυχή της βαθειά πίστη στο Θεό και απόκτησε σπάνιες αρετές.

      Μετά το θάνατο του πατέρα της Αρκαδίου, το 408, η Πουλχερία, εννέα μόλις ετών, ανάλαβε την κηδεμονία του επτάχρονου αδελφού της Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ανάλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο, ως ο νόμιμος διάδοχος του πατέρα τους. Παρά το παιδικό της ηλικίας της, τη διέκρινε σπάνια ωριμότητα και σωφροσύνη. Το πρώτο, που έκαμε ήταν να διαπλάσει το χαρακτήρα του αδελφού της, ώστε να βασιλέψει θεοφιλώς. Του παραστάθηκε με αφοσίωση και προσπάθησε να σταλάξει στην ψυχή του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και να του καλλιεργήσει τις ευαγγελικές αρετές. Τον ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους ηγεμόνες της εποχής του, οι οποίοι μεθούσαν από την εξουσία και συμπεριφέρονταν με αλαζονεία και τυραννία στους υπηκόους τους. Θεωρούσε την βασιλική και κάθε άλλη εξουσία ως διακονία, έχοντας υπόψη της τα λόγια του Χριστού: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44).

      Όμως ο Θεοδόσιος δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να επιτελέσει τα υψηλά του καθήκοντα, σε αντίθεση με την Πουλχερία, η οποία διακρινόταν για την δυναμικότητά της, τη σωφροσύνη της και την αξιολογότατη μόρφωσή της. Διέθετε μια σπάνια σωματική ομορφιά και έναν πλουσιότατο ψυχικό κόσμο. Σπούδασε τις επιστήμες της εποχής της και μιλούσε, εκτός από τη λατινική γλώσσα, και την ελληνική. Θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό και μελετούσε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους. Ήταν αξιολάτρευτη για την πραότητά της, την ευγένειά της,  την ανεκτικότητά της, τη σεμνότητά της και την έκδηλη αγάπη της για το λαό.

       Το 414, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών αναδείχτηκε Αυγούστα, με τη θέληση του αδελφού της Θεοδοσίου.  Υπήρξε δε πραγματικός ηγεμόνας του απέραντου βυζαντινού κράτος, ως το τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου (450), το οποίο σημείωσε ημέρες δόξας, χάρις στην συγκυβέρνηση με την δυναμική και σώφρονα Πουλχερία. Η ίδια αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και στο λαό. Αποφάσισε να μείνει σε όλη τη στη ζωή παρθένος και γι’ αυτό φορούσε συνεχώς τη  μοναχική καλύπτρα. Προσευχόταν και νήστευε, μη συμμετέχοντας στα πολυτελή τραπέζια του παλατίου. Παράλληλα άρχισε την αναδιοργάνωση του κράτους με την εποπτεία της. Αναδιοργάνωσε το στρατό, εξασφαλίζοντας εξωτερική ασφάλεια και ευημερία στους υπηκόους. Σε κάθε της απόφαση προηγούνταν θερμή προσευχή στο Θεό. Φρόντισε δε να έχει κοντά της ευσεβείς και ειδήμονες συμβούλους όλα τα χρόνια της εξουσία της.

       Ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα Θεοδόσιο, στερούμενος, όπως προαναφέραμε, προσόντων και αποφασιστικότητας, στην οποία άκουε και υπολήπτονταν και έτρεφε για το πρόσωπό της απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο δε λαός την υπεραγαπούσε, για τη συνετή και φιλολαϊκή της διακυβέρνηση.

       Η αγάπη της για την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό την ώθησε να νυμφεύσει τον Θεοδόσιο, με τη λόγια κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου Αθηναΐδα, η οποία έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, βαπτίσθηκε και ονομάστηκε Ευδοκία. Σκοπός της Πουλχερίας ήταν να μεταλαμπαδευτεί στη Βασιλεύουσα ο ελληνικός πολιτισμός. Και πράγματι, η Αθηναΐδα έφερε μαζί της εκατοντάδες φιλοσόφους και διδασκάλους, οι οποίοι μετέβαλαν την Κωνσταντινούπολη σε «μικρή Αθήνα». Μεγάλης σημασίας γεγονός υπήρξε η ίδρυση, το 425, με τη φροντίδα της Πουλχερίας και την αρωγή της Ευδοκίας, το φημισμένο «Πανδιδακτήριο» (Πανεπιστήμιο) της Κωνσταντινουπόλεως, το πρώτο οργανωμένο πανεπιστήμιο της Ευρώπης και του κόσμου! Επίσης σημαντικό γεγονός υπήρξε και η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Τα δύο αυτά μεγάλα γεγονότα υπήρξαν η απαρχή για τον εξελληνισμό του Ρωμαϊκού κράτους.  

        Η Πουλχερία πρωτοστάτησε και για την περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως. Με δική της δυναμική παρέμβαση, πέτυχε να πείσει τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε την αίρεση του Νεστορίου. Φρόντισε ακόμα να χτίσει λαμπρούς ναούς, όπως το ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη  και μοναστήρια, όπως τις Μονές Εσφιγμένου και Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος. Ίδρυσε πλήθος ευαγών ιδρυμάτων (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, κλπ), όπου έβρισκαν ανακούφιση χιλιάδες ενδεείς. Το 438 φρόντισε να αρθεί μια μεγάλη αδικία που διέπραξαν οι γονείς της Αρκάδιος και Ευδοξία. Να αποκαταστήσει τη μνήμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και να μεταφέρει τα λείψανά του στη Βασιλεύουσα, παρακαλώντας γονατιστή τον άγιο να συγχωρήσει τους διώκτες του γονείς της.

       Οι αιρετικοί νεστοριανοί την μισούσαν θανάσιμα και πέτυχαν με συκοφαντίες, να την απομακρύνουν από το θρόνο, αλλά για λίγο, διότι το 450 πέθανε ο Θεοδόσιος και έμεινε αυτή, ως η μόνη νόμιμη διάδοχος του θρόνου. Όντας 52 ετών νυμφεύτηκε τον ευσεβή συγκλητικό Μαρκιανό (450-457), στον οποίο παρέδωσε το θρόνο, με την προϋπόθεση να σεβαστεί την απόφασή της να μείνει παρθένα. Εκείνος σεβάστηκε την απόφασή της, διότι ήταν το ίδιο θεοσεβής με την Πουλχερία. Το 451 συγκάλεσαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ο Μαρκιανός και η Πουλχερία είχαν μια σύντομη βασιλεία, την οποία αφιέρωσαν στη στήριξη της Ορθοδοξίας και στην φιλανθρωπία.

      Το 453 σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών κοιμήθηκε ειρηνικά η Πουλχερία, αφιερώνοντας την περιουσία της στους φτωχούς. Τη θρήνησε ολόκληρη η αυτοκρατορία και η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται στις 10 Σεπτεμβρίου. Ο Μαρκιανός κοιμήθηκε το 457 και ανακηρύχτηκε και αυτός άγιος. 

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΚΟΥΛΑΚΙΩΤΗΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η αγιοτόκος Θεσσαλονίκη ανάδειξε, εκτός από μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, και πολλούς Νεομάρτυρες στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι οποίοι έχυσαν το τιμημένο αίμα τους για την πίστη στο Χριστό και την αγάπη τους για την ελευθερία της πατρίδος. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Νεομάρτυς Αθανάσιος ο Κουλακιώτης.

     Γεννήθηκε περί το 1749 στο χωριό Κουλακιά της Θεσσαλονίκης, τη σημερινή Χαλάστρα, από ευσεβείς και εύπορους γονείς, τον Πολύχρουν και τη Λουλούδω, οι οποίοι του έσπειραν στην ψυχή του το σωτήριο σπόρο της ορθόδοξης πίστης, της μοναδικής πίστης, η οποία, μόνη αυτή, οδηγεί στη σωτηρία. Ο πατέρας του ήταν προεστός της περιοχής και απολάμβανε τον σεβασμό και την εκτίμηση των κατοίκων.

      Όταν ο Αθανάσιος έφτασε στην ηλικία της μαθητείας αποφάσισε να τον σπουδάσει, στέλνοντάς τον στους καλλίτερους δασκάλους της περιοχής. Την εποχή εκείνη δίδασκε στη Θεσσαλονίκη ο ονομαστός διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος (1722-1813), μετέπειτα άγιος της Εκκλησίας μας (24 Ιουνίου) και δάσκαλος του Γένους. Ο Αθανάσιος φοίτησε στη σχολή του και επέδειξε μεγάλη επιμέλεια. Στη συνέχεια φοίτησε στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιο Όρος, τη Σχολή του Βατοπεδίου, κοντά στους φημισμένους δασκάλους Παναγιώτη Παλαμά και Νικόλαο Τζαρτζούλιο από το Μέτσοβο, λαμβάνοντας τέλεια παιδεία για την εποχή του και μεγάλη επιστημονική και πνευματική κατάρτιση. Διδάχτηκε φιλοσοφία, θεολογία και την περίφημη λογική του Ευγενίου Βούλγαρη.

     Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε και συνδέθηκε μαζί του, με τον Πατριάρχη Αντιοχείας Φιλήμονα. Έμεινε στην Πόλη δύο χρόνια και κατόπιν γύρισε στο Άγιο Όρος  και στη συνέχεια στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να ωφελήσει τους συμπατριώτες του με τις γνώσεις του.

     Στην  Κουλακιά υπήρχε μια φιλολογική λέσχη, ένας «βασιλικός μενζιλχανάς», όπως τον αποκαλούσαν, όπου συγκεντρώνονταν πολλοί άνθρωποι, κυρίως λόγιοι, Ρωμιοί και τούρκοι, συζητώντας διάφορα σοβαρά θέματα και αντάλλασσαν ιδέες και απόψεις. Ο καλλιεργημένος Αθανάσιος σύχναζε και αυτός στη λέσχη, άκουε ειδήσεις και νέες ιδέες και εξέφραζε τις δικές του απόψεις, καθότι ήταν λόγιος.

     Κάποια μέρα, συνδιαλέγονταν με έναν τούρκο εμίρη, στην τουρκική και την αραβική γλώσσα, τις οποίες κατείχε, περί της θρησκείας. Πάνω στη συζήτηση αναφέρθηκε στο «σαλαβάτι», την «ομολογία πίστεως» των μουσουλμάνων, λέγοντας: «η δική σας πίστη στέκεται σε αυτά τα λόγια: “Ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ”», την οποία πρόφερε απονήρευτα εν τη ρύμη του λόγου του. Αλλά ο τούρκος εμίρης εξέλαβε την αφελή αυτή αναφορά, ως προσχώρηση στο Ισλάμ, λέγοντάς του κατηγορηματικά: «Αφού είπες το σαλαβάτι, έγινες Τούρκος»!

     Ο Αθανάσιος μάταια προσπαθούσε να του εξηγήσει: «Μη γένοιτο, ήθελα να πω μόνο τι λέει η πίστη σας και όχι ότι την ασπάζομαι»! Αλλά ο εμίρης δεν ήθελε να ακούσει καμιά δικαιολογία. Αφού παρέδωσε τον Αθανάσιο στον τούρκο υπεύθυνο  του μενζιλχανέ (της λέσχης) να τον κρατάει, πήγε στον μουλά ιεροδικαστή της Θεσσαλονίκης να τον καταγγείλει ότι δήθεν ασπάστηκε το Ισλάμ και στη συνέχεια το απαρνήθηκε, αλλαξοπίστησε, περιπαίζοντας την μουσουλμανική θρησκεία!

      Ο τούρκος ιεροδικαστής έδωσε εντολή να φέρουν μπροστά του τον «εξωμότη», να τον ανακρίνει ο ίδιος. Τον ρώτησε αν αληθεύει η κατηγορία, ότι ήταν μουσουλμάνος και αλλαξοπίστησε. Ο Αθανάσιος με λόγο στρωτό και ευθύ λόγο του εξιστόρησε το γεγονός και τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν ομολογία πίστεως στο

Ισλάμ, αλλά αναφορά στην ομολογία των μουσουλμάνων. Μάλιστα ο Αθανάσιος ρώτησε τον τούρκο δικαστή: «Και εσύ αν ήξερες κάποια λόγια από την χριστιανική μας πίστη και τα πρόφερες, αυτό θα σήμαινε ότι έγινες Χριστιανός;».

    Ο μουλάς ιεροδικαστής φαίνεται ότι ήταν άνθρωπος δίκαιος και σώφρον. Κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο για προσχώρηση στο Ισλάμ και ήθελε να τον αφήσει ελεύθερο. Αλλά οι παριστάμενοι τούρκοι αγάδες και άλλοι απλοί πολίτες άρχισαν να φωνασκούν και να διαμαρτύρονται για την απόφαση του ιεροδικαστή. Θεωρούσαν ότι περιπαίχτηκε η μουσουλμανική θρησκεία και πως δεν είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει αθώο. Ο Μουλάς είτε φοβήθηκε, είτε επηρεάστηκε από τη φασαρία των ομοφύλων και ομοθρήσκων του, άρχισε να παρακινεί τον Αθανάσιο να ασπασθεί το Ισλάμ. Μάλιστα μεταχειρίστηκε κολακείες και φοβέρες. Του εξήγησε ότι με την «ομολογία» του, είτε ασπάστηκε το Ισλάμ και στη συνέχεια το απαρνήθηκε, είτε το περιέπαιξε. Και στις δύο περιπτώσεις οι συνέπειες για εκείνον θα ήταν πολύ σοβαρές.  

     Ο Αθανάσιος κατάλαβε ότι έπεσε στην  παγίδα των τούρκων, για να τον εξισλαμίσουν. Συνειδητοποίησε ότι μια νέα σελίδα άνοιξε για τη ζωή του. Ότι είχε να διαλέξει ή τον εξισλαμισμό του, για να γλυτώσει τη ζωή του, ή το μαρτύριο για να μην προδώσει την πίστη του στο Χριστό. Προτίμησε το δεύτερο. Με θάρρος και παρρησία ομολόγησε ότι ουδέποτε έγινε μουσουλμάνος. Ότι ποτέ δεν θα απαρνηθεί την πίστη του στο Χριστό, την αγία Ορθοδοξία, τη μοναδική αληθινή πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό!

    Ο Μουλάς τον άκουσε με προσοχή και νομίζοντας ότι κάποια στιγμή θα αλλάξει γνώμη, τον έκλεισε στη φυλακή. Έμεινε για αρκετές ημέρες στο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, χωρίς να τον επισκεφτεί κανένας συγγενής ή φίλος ή συγχωριανός του. Και τούτο διότι διαδόθηκε ότι «εσαλαβάτισε», ότι έγινε μουσουλμάνος. Ο πατέρας του, αν και θα μπορούσε να τον ελευθερώσει με τα χρήματά του και την γνωριμία του με τον τούρκο διοικητή της περιοχής, Γιουσούφ – Μπέη, αρνήθηκε να το κάμει, διότι θεώρησε μεγάλη ντροπή να εξισλαμισθεί ο γιός του, αλλά και από φόβο διότι διαδόθηκε ότι ξανάγινε χριστιανός και η όποια συμπαράσταση σ’ αυτόν θα είχε συνέπειες για εκείνους!

     Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες ο μουλάς έβγαλε τον Αθανάσιο από τη φυλακή, ελπίζοντας ότι είχε «συνετισθεί» και του ζήτησε να ομολογήσει ότι έγινε μουσουλμάνος. Αλλά εκείνος έμεινε αμετάπειστος, σταθερός στην χριστιανική του πίστη. Μάλιστα τόλμησε να ελέγξει τον μουσουλμάνο «ιερωμένο» για την θρησκευτική του πλάνη!

     Ο μουλάς, βλέποντας ότι ήταν ανώφελο να ασχολείται πλέον μαζί του, έβγαλε την απόφαση, όπως επιτάσσει η «σαρία» (ο ισλαμικός νόμος): θάνατος διά απαγχονισμού! Τον παρέδωσε στους δημίους, οι οποίοι τον έσυραν, με ξυλοδαρμούς και βρισιές έξω από τη Θεσσαλονίκη και τον κρέμασαν. Ήταν 8 Σεπτεμβρίου 1774, ημέρα του Γενεσίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, παλληκάρι 25 ετών! Το τίμιο σώμα του το πήραν κάποιοι Χριστιανοί ζητιάνοι της περιοχής και το έθαψαν με τιμές στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.

    Η μνήμη του τιμάται στις 8 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΠΑΤΟΡΕΣ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΑ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Σημαντική τιμητική θέση στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας κατέχουν οι άγιοι Ιωακείμ και η Άννα, ο προπάτορας και η προμήτορα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σε κάθε σχεδόν ιερή ακολουθία γίνεται ξεχωριστή αναφορά στα σεπτά τους πρόσωπα, επιζητώντας οι λειτουργοί τις πρεσβείες τους στον Θεό. Είναι οι γονείς της Θεομήτορος, οι οποίοι αξιώθηκαν να γεννήσουν τη Μητέρα του Θεού για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.

     Οι πληροφορίες μας γι’ αυτούς προέρχεται αποκλειστικά από την Ιερά Παράδοση, καθότι δεν αναφέρει τίποτε η Καινή Διαθήκη. Όμως για μας τους Ορθοδόξους η Ιερά Παράδοση είναι το ίδιο έγκυρη και αξιόπιστη με την Αγία Γραφή, διότι η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας διέσωσε με σεβασμό ό, τι δεν καταγράφηκε από τους Ιερούς Συγγραφείς στα καινοδιαθηκικά κείμενα. Φρόντισαν οι αρχαίοι Πατέρες και ο πιστός λαός, να διασώσουν, συν τοις άλλοις, και την άγραφη παράδοση σχετικά με τους κατά σάρκα παππού και γιαγιά του Κυρίου μας. Μέρος αυτής της παράδοσης έχει καταγραφεί στη λεγόμενη «απόκρυφη γραμματεία» της αρχαίας Εκκλησίας. Ειδικά για τον προπάτορα και προμήτορα του Κυρίου κάνει εκτενή λόγο το λεγόμενο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου».       

     Ο Ιωακείμ καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα, του γιου του Ιακώβ, ήταν γιός του Ελιακείμ και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ. Το όνομά του σημαίνει στα εβραϊκά «ο ανυψωθείς από το Θεό». Ιδιώτευε και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ σε δική του πολυτελή έπαυλη, κοντά στη δεξαμενή Βηθεσδά. Νυμφεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν από τη φυλή του Λευί και της Μαρίας από τη φυλή του Ιούδα. Το όνομά της σημαίνει στα εβραϊκά «χάρις, εύνοια». Είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή, μητέρα της Ελισάβετ, η οποία γέννησε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ανήκαν και οι δύο στη φυλή του Ιούδα, από την οποία, σύμφωνα με τους προφήτες θα προερχόταν ο Μεσσίας. Ανήκαν επίσης αμφότεροι στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν με αδημονία και πίστη την έλευσή του και εύχονταν να κατάγεται από τη γενιά τους. Ζούσαν ο Ιωακείμ και η Άννα προσευχόμενοι, νηστεύοντας και κάνοντας έργα φιλανθρωπίας. Είχαν την πεποίθηση ότι ο καιρός της ελεύσεως του ήταν κοντά. Τους στεναχωρούσε όμως αφάνταστα το γεγονός ότι ήταν άκληροι και δεν θα αξιώνονταν να προέλθει από τη γενιά τους ο μεγάλος Αναμενόμενος. Η Άννα ήταν στείρα και προχωρημένης ηλικίας. Όμως ποτέ δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό και Τον παρακαλούσαν νυχθημερόν να τους αξιώσει να γίνουν γονείς. Οι άτεκνοι θεωρούνταν από τους Ιουδαίους στιγματισμένοι από το Θεό και τα δώρα τους δεν γινόταν δεκτά από τους ιερείς του Ναού.

       Οι προσευχές και οι ικεσίες των δύο ευσεβών ηλικιωμένων έγιναν δεκτές από το Θεό. Κατά τρόπο θαυματουργικό, η Άννα έμεινε έγκυος, παρά τη γεροντική της ηλικία. Ο Ιωακείμ ήταν ογδόντα τριών ετών και η Άννα εβδομήντα. Αμέσως έσπευσαν να αφιερώσουν το παιδί τους στο Θεό, στον οποίο ανήκε, αφού Εκείνος τους το χάρισε. Η περίοδος της εγκυμοσύνης ήταν μια διαρκής ευχαριστήρια ωδή στο Θεό για το μεγάλο δώρο που τους χάρισε, ένας ασίγαστος αίνος προς τον Κύριο, ο Οποίος δύναται να καταλύει τους φυσικούς νόμους.

       Μετά από εννέα μήνες η Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, το οποίο ονόμασαν Μαρία, από το όνομα της γιαγιάς της, της μητέρας της μητέρας της, το οποίο σημαίνει στα εβραϊκά «κυρία» και η οποία έμελλε να γίνει η Κυρία του κόσμου και των αγγέλων.

       Αφού η μικρή κόρη έγινε τριών ετών, ο Ιωακείμ και η Άννα θεώρησαν ότι ήρθε ο καιρός να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό. Πήραν τη Μαρία και την πήγαν

στο Ναό της Ιερουσαλήμ να την αφιερώσουν στο Θεό. Πίστευαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι ότι ο Ναός των Ιεροσολύμων ήταν ο τόπος της κατοικίας και της παρουσίας του Θεού. Τα Άγια των Αγίων, το θεοσκότεινο και άβατο μέρος του Ναού, παρά μονάχα στον αρχιερέα του έτους και μόνο κατά την ημέρα της εορτής του «Εξιλασμού», θεωρούνταν ο θρόνος του Θεού. Οι ιερείς του Ναού, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα διέγνωσαν την αγιότητα της κορασίδας και γι’ αυτό δεν την οδήγησαν στην ειδική πτέρυγα των παρακείμενων κτισμάτων, όπου διέμειναν οι αφιερωμένες παρθένες, αλλά την οδήγησαν στα Άγια των Αγίων, για να διαφυλαχτεί η αγνότητά της και η αγιότητά της.

      Εκεί έμεινε τρεφόμενη από ουράνια τροφή και υπηρετούμενη από τους αγίους αγγέλους, μέχρι που οι ιερείς την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο Ιωσήφ. Εν τω μεταξύ οι γονείς της είχαν κοιμηθεί όταν εκείνη ήταν έντεκα χρονών, ο Ιωακείμ σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και η Άννα ογδόντα τριών.

     Η μνήμη τους εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας στις 9 Σεπτεμβρίου, την επομένη από τη μεγάλη θεομητορική εορτής της Γεννήσεως της Θεοτόκου, ως υπέρτατη τιμή προς τα σεπτά τους πρόσωπα, διότι συνέβαλλαν και αυτοί στην υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου, ως γονείς της Θεομήτορος.

     Η τιμή των αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννας ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους, όπου οι Χριστιανοί της Ιεροσολυμίτικης Εκκλησίας τους τιμούσαν μαζί με τη Θεοτόκο. Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνει η αγία Άννα στο Άγιον Όρος, όπου είναι αφιερωμένη σε αυτή η μεγαλύτερη Σκήτη και όπου φυλάσσεται το αριστερό πόδι της. Στην Ιερά μονή Κουτλουμουσίου φυλάσσεται ολόκληρη η κνήμη του δεξιού ποδιού της. Τα ιερά της λείψανα ευωδιάζουν και θαυματουργούν, αποδεικνύοντας την αγιότητά της και δικαιολογώντας την τιμή που αποδίδουν στους αγίους Θεοπάτορες οι πιστοί όλων των εποχών.