Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας έλαβαν τον χαρακτηρισμό του ελεήμονα, διότι άσκησαν υπερβαλλόντως την χριστιανική αρετή της ελεημοσύνης. Ο αγιασμός τους και η τελείωσή τους πέρασε μέσα από την άσκηση της έμπρακτης αγάπης, η οποία θεωρείται ως η κορωνίδα όλων των αρετών. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

      Γεννήθηκε περί το 555 στην Αμαθούντα της Κύπρου, τη σημερινή Λεμεσό. Οι γονείς του ονομαζόταν Επιφάνιος και Ευκοσμία, ήταν εύποροι και είχαν μεγάλη κοινωνική θέση στην Κύπρο. Παράλληλα ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι. Ο πατέρας του ήταν κυβερνήτης της Κύπρου και είχε πολλά και σπάνια διοικητικά χαρίσματα και ικανότητες. Για την δικαιοσύνη του και την αγάπη του για το λαό του ήταν πολύ αγαπητός και σεβαστός από όλους. Η μητέρα του είχε πλούσια ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα, τα οποία την καθιστούσαν αξιοσέβαστη στο νησί. Οι ευσεβείς και ενάρετοι αυτοί άνθρωποι μετέδωσαν και στο παιδί τους, τον Ιωάννη, την βαθειά πίστη στο Θεό και του πρόσφεραν τη μεγαλύτερη δυνατή μόρφωση της εποχής τους. Αλλά και εκείνος είχε φιλομαθή διάθεση, αποκτώντας μεγάλη γνώση. Αρεσκόταν περισσότερο να μελετά την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας.

     Όταν μεγάλωσε, με την πίεση των γονέων του και χωρίς τη δική του θέληση, νυμφεύτηκε μια ευσεβή γυναίκα. Αλλά σύντομα, από κάποιο θανατικό, που είχε πέσει στο νησί, πέθανε η σύζυγός του και τα παιδιά του, μένοντας μόνος. Αυτό το θεώρησε ως ευκαιρία για να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας και στη διακονία των ενδεών ανθρώπων, των οποίων τα παθήματα άγγιζαν την ευαίσθητη ψυχή του.  

     Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του ένα παράδοξο όνειρο, μια ωραία κόρη, στεφανωμένη με κλάδο ελιάς, η οποία του είπε: «Εγώ είμαι η πρώτη θυγατέρα του βασιλέα. Αν με αγαπήσεις, έχω την δύναμη να σε οδηγήσω σ’ αυτόν»! Ο Ιωάννης προσπάθησε να ερμηνεύσει την οπτασία, συμπεραίνοντας, πως η κόρη ήταν η χάρις της συμπάθειας και της ελεημοσύνης, η οποία όντως οδηγεί στο Θεό.

      Στα 610 χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος της Αλεξάνδρειας και οι Αλεξανδρείς πιστοί εξεδήλωσαν την επιθυμία τους να γίνει ποιμενάρχης τους ο ενάρετος Ιωάννης. Ο έπαρχος της Αιγύπτου, πατρίκιος Νικήτας, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετέφερε την επιθυμία του λαού της Αλεξάνδρειας στον αυτοκράτορα Ηράκλειο (575-641), να προωθήσει τον Ιωάννη στο θρόνο του Αγίου Μάρκου. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε και έστειλε διαταγή στον Ιωάννη να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια και να αναλάβει τον πατριαρχικό θρόνο. Όταν εκείνος πήρε τη διαταγή, χωρίς να το θέλει, υπάκουσε και δέχτηκε την υψηλή αυτή διακονία. Χειροτονήθηκε Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

    Η Αλεξάνδρεια ήταν μια μεγάλη πόλη, όπου συμβίωνε ο πλούτος των ολίγων με τη φτώχεια των πολλών. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από επαίτες, περιφερόμενα πεινασμένα παιδιά και εγκαταλειμμένους γέροντες. Έβλεπε κανείς εξαθλιωμένες χήρες με σκελετωμένα παιδιά στην αγκαλιά να ζητούν βοήθεια για να επιβιώσουν. Ασθενείς και κατάκοιτους, δίχως στέγη και φροντίδα. Αυτό το οικτρό θέαμα πλήγωσε την ευαίσθητη καρδιά του Ιωάννη. Θυμήθηκε το παράδοξο όνειρο και κατάλαβε ότι η κόρη του ονείρου ήρθε στο όνειρό του γι’ αυτούς τους ανθρώπους! Ότι η θεία πρόνοια τον οδήγησε εκεί για να τους βοηθήσει, να απαλύνει τον πόνο τους!  

    Έτσι ως πρώτο του μέλημα έθεσε την καταγραφή όλων των αναξιοπαθούντων ανθρώπων της Αλεξάνδρειας και των άλλων περιοχών της επισκοπικής του

περιφέρειας. Ανάθεσε σε κληρικούς και οικονόμους να καταγράψουν όλους τους ζητιάνους, τις χήρες και τα ορφανά, τους εγκαταλειμμένους, τους οποίους αποκαλούσε «κυρίους και δεσπότες του», διακηρύσσοντας δημόσια πως όλους αυτούς μας τους στέλνει ο Θεός, οι οποίοι με την βοήθειά μας, μπορούν να μας ανοίξουν τη βασιλεία των ουρανών.

      Περισσότεροι από 7.500 άνθρωποι καταγράφηκαν και εντάχτηκαν στα προγράμματα φιλανθρωπίας του Ιωάννη. Τους είχε εξασφαλίσει το καθημερινό φαγητό και μερίμνησε να μην είναι κανένας άστεγος. Διέθεσε αρχικά την προσωπική του μεγάλη περιουσία και όταν αυτή εξαντλήθηκε, στράφηκε προς τους πλουσίους, τους οποίους έπειθε να επιχορηγούν το μεγάλο φιλανθρωπικό του έργο. Ο λαός εξέφραζε την αγάπη του και την αφοσίωσή του στον ελεήμονα ποιμενάρχη του, του οποίου προσέδωσε την προσωνυμία «Ελεήμων».

        Έβλεπε στα πρόσωπα των φτωχών και ασθενών το Χριστό. Πέρα από το επισιτιστικό και στεγαστικό έργο, μερίμνησε και για τους ασθενείς, τους γέροντες, τα ορφανά, κτίζοντας πολλά νοσοκομεία, γηροκομεία, φτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, όπου έβρισκαν αγάπη και φροντίδα χιλιάδες αναξιοπαθούντες.

        Στα 614, όταν οι Πέρσες είχαν καταλάβει τα Ιεροσόλυμα, και άρχισαν τις σφαγές των αμάχων. Τότε μεγάλος αριθμός προσφύγων έφτασαν στην Αλεξάνδρεια για να γλυτώσουν από τα σπαθιά των βαρβάρων εισβολέων. Ο Ιωάννης τους δέχτηκε με πατρική αγάπη και άνοιξε τις πόρτες των ιδρυμάτων, προσφέροντάς τους πολύτιμη βοήθεια. Μάλιστα οργάνωσε μεγάλες αποστολές σιτηρών και τροφίμων στους εναπομείναντες κατοίκους της Παλαιστίνης, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από την πείνα. Ο γνωστός ιστορικός και ακαδημαϊκός Κ. Άμαντος έγραψε τα εξής για το έργο του αγίου Ιωάννη: «Περιέθαλψε τους πρόσφυγας κατά τρόπον μοναδικόν, άγνωστον μέχρι τότε εις την ιστορίαν»!

      Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ιωάννης δεν περίμενε από τους άλλους, αλλά εμφανιζόταν πρώτος να υπηρετεί τους ασθενείς και να περιθάλπει τους ανήμπορους. Προσωπικά ο ίδιος και οι πολυπληθείς συνεργάτες του προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στους ζωντανούς, αλλά και θάβοντας τους νεκρούς, από τις λοιμικές νόσους, που μάστιζαν συχνά την περιοχή, τους οποίους άφηναν άταφους οι οικείοι τους, φοβούμενοι τη μετάδοση της νόσου. Έδινε το καλό παράδειγμα της πίστης και της φιλανθρωπίας. Ό, τι του προσέφεραν το έδινε στους φτωχούς.

       Αλλά το φιλανθρωπικό έργο του δεν παρεμπόδιζε κι επισκίαζε το ποιμαντικό και πνευματικό. Κατηχούσε τους πιστούς, οργάνωνε ιεραποστολικές αποστολές και έκτιζε ναούς. Σε ελάχιστο διάστημα έκτισε 70 ναούς!

      Ο ίδιος ζούσε σαν ασκητής. Δεν παραμελούσε τον προσωπικό του αγώνα για κόψιμο παθών και απόκτηση αρετών. Προσευχόταν αδιάκοπα, νήστευε, αγρυπνούσε. Ήταν ανεξίκακος και σκορπούσε στους γύρω του αγάπη και καλοσύνη. Δεν ανταπέδιδε μίσος ή εκδίκηση σε όσους τον αδικούσαν. Ήταν ταπεινός και απέδιδε στον εαυτό του τον χαρακτηρισμό του «μεγαλύτερου αμαρτωλού», ζητώντας απ’ όλους συγχώρεση. Ενθάρρυνε τους αμαρτωλούς να μετανοούν, τονίζοντάς τους το μεγαλείο της θεία αγάπης και το ακένωτο του θείου ελέους. Τόνιζε την πίστη της Εκκλησίας πως ο αληθινός Τριαδικός Θεός είναι Θεός αγάπης και όχι εκδίκησης και κακότητας, όπως πρέσβευαν οι εθνικοί και οι αιρετικοί.

       Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε πληροφορηθεί για το μεγάλο και ανεκτίμητο έργο του Ιωάννη και ζητούσε επίμονα να έρθει στην Κωνσταντινούπολη να πάρει την ευλογία του και να τον τιμήσει. Ο άγιος αρνιόταν επίμονα, διότι δεν ήθελε ανθρώπινα βραβεία και επαίνους. Αλλά μετά από επίμονες παρακλήσεις του επάρχου Νικήτα υπάκουσε και πήρε το πλοίο για την Πόλη. Όταν όμως έφτασε στη Ρόδο είδε ένα

όραμα: ένα φωτεινό άνδρα ο οποίος του είπε: «Έλα στην Κύπρο, μην αργείς. Έλα! Ο βασιλεύς των βασιλέων σε περιμένει»! ο άγιος κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να

τον καλέσει κοντά Του ο Κύριος, τον Οποίο αγάπησε και υπηρέτησε στα πρόσωπα των ανθρώπων.

     Άλλαξε λοιπόν πορεία και κατευθύνθηκε στη γενέτειρά του την Κύπρο, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το 619 σε ηλικία 64 ετών. Λίγο πριν την κοίμησή του είδε ξανά στο όνειρό του την κόρη που είχε δει παλιά, η οποία του αποκάλυψε ότι πράγματι ήταν η ελεημοσύνη, η οποία ανοίγει την βασιλεία των ουρανών.

     Στη διαθήκη του έγραψε: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, γιατί με αξίωσες, τα δώρα που Συ μου έδωσες, να σου τα προσφέρω πίσω. Σ’ ευχαριστώ, ακόμη που άκουσες την προσευχή μου και στην κατοχή μου τώρα που πεθαίνω δεν έμεινε παρά «εν τρίτον νομίσματος», το οποίον προστάζω να δοθεί στους φτωχούς αδελφούς μου. Όταν με τη χάρη του Θεού έγινα επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, βρήκα στα ταμεία της επισκοπής μου οκτώ χιλιάδες περίπου λίτρες χρυσού. Με τις γενναιόδωρες προσφορές φιλόχριστων ανθρώπων, κατόρθωσα να συγκεντρώσω αμύθητα ποσά. Τα ποσά αυτά, επειδή ήξερα, πως είναι δώρα του βασιλέα των όλων Χριστού, τα επέστρεψα με επιμέλεια και προσοχή στον Θεό, στον οποίο και ανήκουν. Σ’ Αυτόν παραδίδω τώρα και την ψυχή μου».

      Οι Χριστιανοί της Αμαθούντος κήδεψαν το τιμημένο και αγιασμένο σώμα του Ιωάννη στο Ναό του Αγίου Τύχωνος. Μετά από λίγο καιρό ο χαρυτόβρυτος τάφος του ανέβλυζε μύρο και έκανε πολλά θαύματα. Είναι δε ο πολιούχος άγιος της Λεμεσού.

      Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Νοεμβρίου και το όνομά του κατέστη συνώνυμο της ελεημοσύνης και της χριστιανικής αγάπης.   



ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ: Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Μια από τις πιο σεβαστές τάξεις των αγίων της Εκκλησίας μας είναι οι ομολογητές. Σε αυτή την τάξη ανήκουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έδωσαν τη μαρτυρία της πίστεώς τους, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες της ομολογίας τους αυτής. Δε θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η Εκκλησία μας είναι απόλυτα στηριγμένη στους αγώνες των αγίων ομολογητών Της, στη δισχιλιόχρονη πορεία Της στην ιστορία.

    Ένας από τους μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας είναι και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος έδρασε σε μια πολύ ταραγμένη για την Εκκλησία ιστορική περίοδο. Πρόκειται για την φοβερή εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε τη βυζαντινή κοινωνία για περισσότερο από έναν αιώνα, με αφόρητες διώξεις των ορθοδόξων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες (726-843). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 759 από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι φρόντισαν να του δώσουν εκτός από την ευσέβεια και κατά κόσμον παιδεία, την οποία ο ίδιος αργότερα την χρησιμοποίησε για την Εκκλησία. Σπούδασε με επιμέλεια την ελληνική φιλοσοφία και τους Πατέρες της Εκκλησίας. 

    Από μικρός αγαπούσε το Χριστό και λαχταρούσε να προσφέρει σε Αυτόν τη ζωή του. Έφηβος ακόμη, άφησε την καριέρα του ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και αποσύρθηκε το 781 σε μοναστήρι στην Προύσα της Μ. Ασίας, όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Πλάτων. Αυτός τον μύησε στην ορθόδοξη πνευματικότητα και τον ενέπνευσε να αφιερώσει τη ζωή του για την προάσπιση της αλήθεια και της αυθεντικότητας της Εκκλησίας. Το 789 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο και το 794 ανέλαβε τη θέση του ηγουμένου της Μονής.

      Δεν πρόλαβε να χαρεί την ηγουμενία του, διότι δύο χρόνια μετά ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (780-797) χώρισε τη σεμνή σύζυγό του Μαρία για χάρη μιας άλλης γυναίκας της Θεοδότης. Αφού έκλεισε σε μοναστήρι τη Μαρία, νυμφεύτηκε το ίδιο βράδυ κρυφά στα ανάκτορα τη Θεοδότη. Το μυστήριο τέλεσε ο ιερέας της Αγίας Σοφίας Ιωσήφ. Την επόμενη ημέρα έγινε η στέψη της ως βασίλισσα!

     Η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ελέγξει την παρανομία του αυτοκράτορα και τη γελοιοποίηση του ιερού μυστηρίου του γάμου. Ζήτησε εξηγήσεις από τον πατριάρχη Ταράσιο γιατί δεν τιμώρησε τον ιερέα Ιωσήφ, και επειδή δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις διέκοψε το μνημόσυνό του. Οι κολακείες του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν απέδωσαν και για τούτο άρχισαν οι διώξεις εναντίον του.  Εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη ως το 797, όπου ο Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε από τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία (797-802). Το 798 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ηγούμενος της περίφημης Μονής του Στουδίου. Ευτύχησε να έχει στην ηγουμενία του περισσότερους από χίλιους μοναχούς. Μετέβαλλε τη Μονή σε κέντρο κοινωνικής ευποιΐας και πνευματικής ακτινοβολίας. Μεταξύ των άλλων στη Μονή γινόταν και αντιγραφή αρχαίων κωδίκων. Τότε αντιγράφηκαν και έφτασαν ως εμάς τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.

     Αλλά και πάλι το 808 αναγκάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τον πατριάρχη Νικηφόρο, ο οποίος αποκατέστησε τον Ιωσήφ, κατ’ απαίτηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ (86-815) και διότι θεώρησε την εκλογή του αντικανονική. Εξορίστηκε αυτή τη φορά στη Χάλκη και διαλύθηκε η περίφημη Μονή του Στουδίου και αναστάλθηκε το κολοσσιαίο πνευματικό της έργο.

       Το 811 επέστρεψε από την εξορία, αλλά τέσσερα χρόνια μετά, το 815 ανέβηκε στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη

εικονομαχική περίοδο. Στις 25 Μαρτίου του 815, Κυριακή των Βαΐων, ο άγιος Θεόδωρος αψηφώντας το διάταγμα για την καθήλωση και καταστροφή των Ιερών Εικόνων, μαζί με ιερείς, μοναχούς και ευσεβείς λαϊκούς, πήραν τις Ιερές Εικόνες και τις περιέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι για  μια κόμη φορά ο άγιος Θεόδωρος θα αντιμετωπίσει την αυθαιρεσία της εξουσίας και θα διωχθεί. Αφού τον συνέλαβαν, τον ξυλοκόπησαν άγρια, τον κακοποίησαν και τον έστειλαν για τρίτη φορά εξορία, αυτή τη φορά στη Σμύρνη. Τον φυλάκισαν στα υγρά και σκοτεινά υπόγεια του μητροπολιτικού μεγάρου της πόλεως, όπου τον μαστίγωναν ανηλεώς καθημερινά και του στερούσαν ακόμη και το ψωμί και το νερό!  Εκεί κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του.

     Το 820 επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού (820-829) ανακλήθηκε από την εξορία. Όμως το 824 ήρθε σε σύγκρουση με τον Μιχαήλ για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορα. Για μια ακόμη φορά ακολουθούμενος από ορισμένους στουδίτες μοναχούς, αναγκάστηκε να φύγει και πάλι από την αγαπημένη του Μονή, για την οποία τόσο κοπίασε. Βαριά άρρωστος άφησε τα εγκόσμια την 11η Νοεμβρίου του 826, αφού ζήτησε από τους μοναχούς να του διαβάσουν τον 118ο Ψαλμό. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο σε ηλικία 67 ετών.

    Παρ’ όλες τις διώξεις και τις εξορίες του έγραψε σπουδαιότατα θεολογικά έργα. Διακρίθηκε επίσης ως σπουδαίος ποιητής και υμνογράφος, ο οποίος συνέθεσε τους περισσότερους ύμνους του Τριωδίου.

      Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ασυμβίβαστου χριστιανού με τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο. Εκφράζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το ασυμβίβαστο της Εκκλησίας με την αμαρτία και το αντιχριστιανικό πνεύμα. Αν και μοναχός προασπίστηκε τον ιερό θεσμό του γάμου, τον οποίο είχαν καταπατήσει οι ισχυροί της εποχής του. Προασπίσθηκε επίσης την αγία και αμώμητη πίστη της Ορθοδοξίας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι και η εποχή μας έχει ανάγκη αγίων και ομολογητών, σαν τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη για να μπορέσουμε να βγούμε από το φοβερό πνευματικό τέλμα, στο οποίο έχουμε βυθισθεί!   

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Οι Μάρτυρες κατέχουν την πρωτοπορία στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας, διότι έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με το μαρτύριό τους. Αντάλλαξαν τη ζωή τους με την πίστη στον αληθινό Θεό, δίνοντας έμπρακτα το παράδειγμα του πιο μεγάλου ηρωισμού στην ιστορία του κόσμου, αψηφώντας τους φρικτούς διωγμούς των ειδωλολατρών.

     Ένας από αυτούς είναι και ο Μεγαλομάρτυς άγιος Δημήτριος. Γεννήθηκε και έζησε στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305), σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη για την Εκκλησία, διότι στα χρόνια αυτά είχαν ξεσπάσει οι φοβερότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, όπου ολόκληρα νέφη μαρτύρων έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό.

       Από τους πιστούς γονείς του κληρονόμησε βαθιά ευσέβεια. Αυτό τον έκανε να γίνει ένας ένθερμος  χριστιανός νέος, στολισμένος με τις αρετές και τα χαρίσματα που απορρέουν από τη χριστιανική ζωή. Η αξιόλογη μόρφωσή του τον ανέδειξε και δάσκαλο της χριστιανικής πίστης. Οι γνώσεις του και προπαντός το λαμπρό του παράδειγμα έλκυε πλήθος ειδωλολατρών στη σώζουσα πίστη του Χριστού. 

       Ως έφηβος κλήθηκε να υπηρετήσει στο ρωμαϊκό στρατό. Θεώρησε όμως καθήκον του να κάνει γνωστό στο νέο περιβάλλον το Σωτήρα Χριστό, ως τον αληθινό Θεό. Ο ενθουσιασμός του και το λαμπρό παράδειγμά του μετέστρεψαν πλήθος στρατιωτών στη νέα πίστη.  

     Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Το ρωμαϊκό κράτος και ιδιαίτερα ο ρωμαϊκός στρατός, έτρεφε φοβερό μίσος κατά του Χριστιανισμού. Κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν οι χριστιανοί και οδηγούνταν στα μαρτύρια. Ο φημισμένος Δημήτριος δε θα μπορούσε να μείνει κρυφός. Με την επίσκεψη του φοβερού Μαξιμιανού στη Θεσσαλονίκη, ήταν από τους πρώτους που συνελήφθη. Αφού ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό, κλείστηκε στις φυλακές και περίμενε με καρτερία το μαρτύριο.

       Ο υπερφίαλος και αλαζονικός αυτοκράτορας έφερε μαζί του έναν φοβερό γιγαντόσωμο και κακούργο στρατιώτη τον Λυαίο, ο οποίος καυχιόταν πως οι «θεοί» του είχαν δώσει ανίκητη δύναμη ώστε να νικά κάθε μη πιστό της ειδωλολατρίας. Επιδεικτικά ο Μαξιμιανός οργάνωσε στο στάδιο της πόλης αγώνες, καλώντας όλους όσοι ήθελαν να πολεμήσουν μαζί του, με σκοπό να μειώσει το Θεό των Χριστιανών στα μάτια του ειδωλολατρικού όχλου. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τους θεσσαλονικείς, διότι πίστευαν ότι δεν θα έβγαιναν ζωντανοί από τα χέρια του γίγαντα ειδωλολάτρη. Ένας όμως πιστός νέος από τον κύκλο του Δημητρίου, ονόματι Νέστωρ, θεώρησε μεγάλη προσβολή την πρόκληση των μισαλλόδοξων ειδωλολατρών και αποφάσισε να παλέψει με τον Λυαίο. Πρώτα όμως έσπευσε στη φυλακή να συμβουλευθεί το Δημήτριο κα να ενδυναμωθεί από αυτόν. Ο Νέστωρ πήρε μεγάλο θάρρος, πήγε στο στάδιο, αντιπαρατάχτηκε με τον αλαζονικό Λυαίο και τον θανάτωσε, προς μεγάλη απογοήτευση και καταισχύνη του ειδωλολατρικού όχλου και ανείπωτη χαρά των Χριστιανών.

        Ο φοβερός Μαξιμιανός καταντροπιάστηκε από το γεγονός αυτό. Δεν περίμενε ένας αδύναμος νέος να σκοτώσει το καύχημά του, τον γίγαντα Λυαίο. Το γεγονός αυτό τον εξαγρίωσε και  τον έστρεψε κατά του δέσμιου Δημητρίου. Έδωσε διαταγή να μεταβεί ένα απόσπασμα στρατιωτών στις φυλακές,  να  κατατρυπήσουν το δέσμιο Δημήτριο με τις λόγχες τους, ώστε να υποστεί αργό και βασανιστικό θάνατο. Ο άγιος υπέμεινε με πρωτοφανές θάρρος το μαρτύριο, συγχωρώντας τους δημίους του και δοξολογώντας το Θεό. Ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος παρέδωσε την αγία του

ψυχή στον Κύριο, λαβαίνοντας τον τιμημένο και αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Κατόπιν αποκεφάλισαν και τον άγιο Νέστορα. Το τίμιο λείψανό του, όπως και του αγίου Νέστορα, τα παρέλαβαν οι πιστοί με μεγάλη ευλάβεια, όπως ταιριάζει σε ήρωες της πίστης του Χριστού και τα ενταφίασαν με τιμές.

        Ο Άγιος Δημήτριος και μετά το θάνατό του ευεργετούσε τους θεσσαλονικείς με άπειρα θαύματα. Κάποιος συγκρατούμενος του Αγίου ονόματι Λούπος, κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβαψε το δακτυλίδι του μάρτυρα στο τίμιο αίμα του, με το οποίο κατόπιν έκανε πολλά  θαύματα. Αλλά συνελήφθη και αυτός και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Ο τάφος του αγίου Δημητρίου ανέβλυζε πολύτιμο μύρο, θεραπεύοντας πλήθος ασθενών, ακόμα και ειδωλολάτρες, οι οποίοι γινόταν κατόπιν ένθερμοι Χριστιανοί. Ο άγιος και νεκρός ακόμα συνέχιζε να μεταστρέφει ανθρώπους στο Χριστό!

      Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν σταμάτησαν οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας, οι πιστοί της Θεσσαλονίκης έκτισαν ναό στον τόπο του μαρτυρίου του αγίου και τον ανακήρυξαν προστάτη της πόλης τους. Αργότερα τον 5ο αιώνα κατεδαφίστηκε ο παλιός ναός και στη θέση του κτίστηκε μεγαλόπρεπη βασιλική, η οποία δεσπόζει μέχρι σήμερα στην συμπρωτεύουσα και μέσα σ’ αυτή φυλάσσονταν τα θαυματουργά λείψανά του. Αυτά όμως αργότερα, την εποχή της Φραγκοκρατίας, τα άρπαξαν οι αιρετικοί παπικοί Φράγκοι και τα μετέφεραν στη Δύση, προς μεγάλη λύπη των πιστών της Θεσσαλονίκης και όλων των Ορθοδόξων. Μόνο το κενό μνημείο του αγίου έμεινε στα υπόγεια του μεγαλόπρεπου ναού, για παρηγοριά των πιστών. Ευτυχώς όμως πριν λίγα χρόνια, η παπική «εκκλησία» επέστρεψε στην πόλη του αγίου την τίμια κάρα του, η οποία φυλάσσεται στο ναό του, ως το πολυτιμότερο σέβασμα της πόλεως.

       Η μνήμη του αγίου Δημητρίου εορτάζεται στις 26 Οκτωβρίου και του αγίου Νέστορα την επομένη ημέρα. Οι θεσσαλονικείς, όπως και όλοι οι όπου γης ορθόδοξοι, τιμούν όπως ταιριάζει τον προστάτη και πολιούχο τους και εκείνος ανταποκρίνεται. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο πως η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έγινε στις 26 Οκτωβρίου 1912, ημέρα της μνήμης του! 

      

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΤΑΒΙΘΑ: Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η αγάπη και η φιλανθρωπία είναι συνώνυμα με τον Χριστιανισμό. Η βάση του χριστιανικού κηρύγματος είναι η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις όποιες ιδιαιτερότητές τους. Τίποτε δε μπορεί να μπει εμπόδιο στην άσκηση της χριστιανικής αγάπης, ούτε το φύλο του ανθρωπίνου προσώπου, ούτε η φυλή, ούτε η κοινωνική και οικονομική του κατάσταση. Ο Ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όχι μόνο δίδαξε την αγάπη προς όλους, αλλά και έθεσε ως προϋπόθεση την άσκηση της αγάπης, σε όσους ήθελαν και θέλουν να είναι δικοί Του, «εντολὴν καινὴν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς ίνα και ὑμεῖς ἀγαπᾶτε αλλήλους. Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ότι εμοὶ μαθηταί εστε, εὰν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν.13,34-35). Επίσης έδωσε ο Ίδιος το παράδειγμα της αλληλοδιακονίας, πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του, πριν το Μυστικό Δείπνο, συμβουλεύοντας τους μαθητές Του «ει ουν εγὼ ένιψα υμών τους πόδας, ο Κύριος και ο Διδάσκαλος, και υμείς οφείλετε αλλήλων νίπτειν τους πόδας. υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν, ίνα καθὼς εγὼ εποίησα υμίν, και υμείς ποιήτε» (Ιωάν.13,13-15). Μάλιστα η αγάπη αυτή εκτείνεται και στους εχθρούς μας, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδὲν απελπίζοντες» (Λουκ.16,35).

        Η αγία μας Εκκλησία έκαμε πράξη την εντολή της αγάπης του Χριστού, η Οποία προσφέρει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια απλόχερα την φιλανθρωπία της στον άνθρωπο. Υπέροχες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας άσκησαν κατά καιρούς την αγάπη και σφράγισαν με τη δράση τους την ιστορία. Ένα από αυτά τα ιερά πρόσωπα υπήρξε και η αγία Ταβιθά, η αποκαλούμενη Δορκάς, δηλαδή ζαρκάδα, η οποία έζησε στα χρόνια των Αποστόλων και αναδείχτηκε παράδειγμα φιλανθρωπίας και διακονίας των ανθρώπων που είχαν ανάγκη.

       Για την αγία Ταβιθά  κάνει λόγο ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων»: «Αυτὴ ην πλήρης αγαθών έργων και ελεημοσυνών, ων εποίει» (Πραξ.9,36). Ζούσε στην πόλη της Παλαιστίνης Ιόππη και ασκούσε το επάγγελμα της υφάντρας. Είχε γίνει χριστιανή και βίωνε την χριστιανική πίστη στην καθημερινή της ζωή. Η καρδιά της ξεχείλιζε από άδολη αγάπη για τους πονεμένους και φτωχούς συμπολίτες της. Γι’ αυτό έραβε νυχθημερόν ενδύματα, τα οποία πωλούσε και τα χρήματα τα έδινε σε όσους είχαν ανάγκη. Παράλληλα είχε πλαισιωθεί από άλλες χριστιανούς της πόλεως, όπου οργάνωσε μια εκπληκτική φιλανθρωπική δράση. Πλήθος πεινασμένων, χηρών και ορφανών, ήταν αποδέκτες της αγάπης και της φιλανθρωπίας αγίας Ταβιθάς. Όμως ο Θεός οικονόμησε να δεχτεί σκληρή δοκιμασία, για να δοξασθεί το όνομά Του και να γίνει γνωστή η αγία. Αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε.

      Εκείνες τις ημέρες έκανε περιοδεία στην περιοχή εκείνη ο απόστολος Πέτρος. Δίδασκε στη γειτονική πόλη Λύδδα, όταν πληροφορήθηκε το τραγικό συμβάν από δύο απεσταλμένους των πιστών της Ιόππης. Ο Πέτρος έτρεξε αμέσως στην Ιόππη, όπου όλα ήταν έτοιμα για την κηδεία της Ταβιθάς. Βρήκε ένα μεγάλο πλήθος μέσα και έξω από το σπίτι της, όπου θρηνούσε το χαμό της ευγενούς κόρης. Όσοι είχαν ευεργετηθεί από αυτή έκλαιγαν απαρηγόρητοι, διότι είχαν χάσει το στήριγμά τους.  

     Μόλις έφτασε ο κορυφαίος απόστολος, ζήτησε να δει τη νεκρή, στο υπερώο. Παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο με το τίμιο σώμα της Ταβιθάς, γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά. Μετά φώναξε δυνατά: «Ταβιθά ανάστηθι», και ω του θαύματος,  το πνεύμα επέστρεψε στο σώμα της νεκρής και σηκώθηκε! Το θαυμαστό γεγονός όχι μόνο γέμισε με χαρά το παραβρισκόμενο πλήθος, αλλά διαδόθηκε σε όλη

την Παλαιστίνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοξασθεί το όνομα του Θεού και να μεταστραφούν στο Χριστιανισμό πάρα πολλοί Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες.

      Η αγία Ταβιθά έζησε κατόπιν πολλά χρόνια αγίας ζωής, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό της έργο, και πέθανε σε προχωρημένη ηλικία. Η Εκκλησία μας την κατέταξε στους αγίους Της, τιμώντας την μνήμη της στις 25 Οκτωβρίου.

      Είναι ανάγκη να έχουμε υπόψη μας το διαχρονικό φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας μας, το οποίο απορρέει από την πίστη μας, ότι στο πρόσωπο του κάθε ενδεούς ανθρώπου εικονίζεται ο Χριστός και σύμφωνα με τη δική Του διαβεβαίωση, «αμὴν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενὶ τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοὶ εποιήσατε» (Ματθ.25,40). Είναι απαραίτητο επίσης να επισημάνουμε πως η φιλανθρωπία είναι αποκλειστικό προνόμιο του Χριστιανισμού, διότι η έννοια της εποποιίας ήταν άγνωστη στον προχριστιανικό κόσμο! Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για οργανωμένο δίκτυο φιλανθρωπίας και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων! Από τον πακτωλό του απίστευτου πλούτου των «ιερών» των παγανιστικών θρησκειών, όπως λ.χ. των Δελφών, ουδέποτε διατέθηκε το παραμικρό ποσό για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου! Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για κάτι τέτοιο! Αντίθετα μάλιστα, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης τον 4ο μ. Χ. αιώνα, θέλοντας να νεκραναστήσει την ειδωλολατρία, ζητούσε από τους ειδωλολάτρες ιερείς να μιμούνται τους Χριστιανούς στην άσκηση της φιλανθρωπίας, διότι ήταν ανύπαρκτη σ’ αυτούς!

      Η εκκλησιαστική μας ιστορία έχει να μας επιδείξει ένα απέραντο φιλανθρωπικό έργο στο διάβα των αιώνων. Χιλιάδες μιμητές της αγίας Ταβιθάς προσέφεραν με αυταπάρνηση τις ανιδιοτελείς τους υπηρεσίες και τα αγαθά τους προς τον πάσχοντα και ενδεή άνθρωπο, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς. Αλλά και σήμερα, στην εποχή μας, όπου ο λαός μας δοκιμάζεται από την πρωτοφανή οικονομική κρίση, την οποία δημιούργησε η ανθρώπινη απληστία, η Εκκλησία μας με τις χιλιάδες μιμητών της αγίας Ταβιθάς, εθελοντές της αγάπης, τρέφει και περιθάλπει μόνη Αυτή, πληθώρα συνανθρώπους μας, τους οποίους έχει εγκαταλείψει, τόσο η επίσημη Πολιτεία,  και οι διάφοροι άλλοι «ανθρωπιστικοί» θεσμοί!      

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΕΘΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η σημερινή αραβική χερσόνησος, πριν κατακτηθεί από τους μουσουλμάνους, ήταν γεμάτη από ακμάζουσες χριστιανικές κοινότητες. Το ίδιο και η απέναντι αφρικανική χώρα της Αιθιοπίας, η οποία παραμένει ως τα σήμερα, η μόνη χριστιανική χώρα της αφρικανικής ηπείρου.

       Στα χρόνια που βασίλευε στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Α΄ (518-527), ήταν βασιλιάς της Αιθιοπίας ένας ευσεβής ηγεμόνας ο Ελεσβαάν. Αντίθετα στην αντίπερα Υεμένη, στο αρχαίο βασίλειο της Σαβά, βασίλευε ένας τυραννικός, κακούργος και αιμοδιψής βασιλιάς, ο Δου-Νοουάς. Είχε ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό και είχε αλλάξει το όνομά του σε Γιουσούφ. Με τη βία και το δόλο κατόρθωσε να επιβληθεί στην ευρύτερη, λεγόμενη, Ευδαίμων Αραβία και να σχηματίσει ισχυρό στρατό, εκστρατεύοντας κατά γειτονικών χριστιανικών πόλεων και κοινοτήτων. Μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς και είχε βάλει ως στόχο του να εξαφανίσει την χριστιανική πίστη  από το βασίλειό του.

      Μια από τις χριστιανικές πόλεις που ήθελε να κατακτήσει και να τιμωρήσει τους Χριστιανούς ήταν και η Ναζράν, η σημερινή πόλη Νεγράν στα βόρεια της Υεμένης. Αυτή η πόλη είχε πανάρχαια χριστιανική παράδοση, η οποία έφτανε στα χρόνια των Αποστόλων. Μάλιστα ευεργετήθηκε από τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο (337-361). Εκεί ήταν προεστός της χριστιανικής κοινότητας ένας ευσεβής και ηλικιωμένος σεβάσμιος άνθρωπος, ο Αρέθας, ο οποίος με την πίστη του και το παράδειγμά του, καθοδηγούσε τους πιστούς της πόλεως και απολάμβανε τον σεβασμό όλων.

       Ο αντίχριστος βασιλιάς Δου-Νοουάς – Γιουσούφ εκστράτευσε κατά της Ναζράν με 12.000 στρατό και στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη της πόλεως. Απειλούσε πως αν οι κάτοικοι δεν απαρνιόνταν  την πίστη τους στο Χριστό, θα σφαγιάζονταν όλοι. Οι Χριστιανοί κάτοικοι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και διαμήνυσαν στον βάρβαρο και αλλόθρησκο βασιλιά πως δεν θα αρνούνταν την σώζουσα πίστη τους. Φώναζαν με ένα στόμα το σύνθημα: «ούτε ένας προδότης ανάμεσά μας»! Είχαν πάρει την απόφαση να μαρτυρήσουν για το Χριστό!        

      Βλέποντας ο θηριώδης βασιλιάς ότι ήταν δύσκολο να κατακτήσει την πόλη και το σπουδαιότερο, να πείσει τους κατοίκους να απαρνηθούν την χριστιανική τους πίστη, σοφίστηκε ένα δαιμονικό δόλιο τέχνασμα. Έπεισε τους προεστούς της πόλεως ότι ήθελε να επισκεφτεί την πόλη εθιμοτυπικά και πως επιθυμούσε την ειρήνη. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να ορκιστεί στο «θεό» των Ιουδαίων ότι οι προθέσεις του ήταν αληθινές. Οι προεστοί τον πίστεψαν, μπήκε στην πόλη και άρχισε να εγκωμιάζει τους κατοίκους για την ευγένειά τους και την πρόοδό τους. Αφού έφαγε και ήπιε, ζήτησε από τους προεστούς να ανταποδώσουν την επίσκεψη στο στρατόπεδό του. Εκείνοι, εντυπωσιασμένοι από την δήθεν αλλαγή του ηγεμόνα, τον ακολούθησαν στο στρατόπεδό του, με προεξάρχοντα τον σεβάσμιο Αρέθα.

        Μόλις μπήκαν στη σκηνή του έγιναν φανερές οι πραγματικές του προθέσεις. Ο τύραννος έδωσε διαταγή να συλληφθούν και να φυλακισθούν. Η πόλη ακέφαλη από τους προεστούς της, ήταν ανίσχυρη να αντισταθεί στον εχθρό. Οι στρατιώτες όρμισαν και την κατέλαβαν. Άρχισαν τις σφαγές και τις λεηλασίες με αλλόφρονα μανία. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Με ιδιαίτερη αγριότητα βεβήλωσαν τους ναούς και τα σεβάσματα της πόλεως. Πήραν τα τίμια λείψανα του αγίου επισκόπου της πόλεως Παύλου, που είχε κοιμηθεί πριν δύο χρόνια και αφού τα βεβήλωσαν, τα έκαψαν. Οι κάτοικοι, κλήρος και λαός, συγκεντρωμένοι στις πλατείες προσεύχονταν στο Θεό και βοούσαν: «Είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε για το Χριστό»!

       Αυτές οι φωνές εξαγρίωναν περισσότερο τους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν βάλλει φωτιά και κατέκαιαν την πόλη από άκρου εις άκρον. Άρπαζαν τους κατοίκους και τους θανάτωναν με άγριο τρόπο. Έκαψαν ζωντανούς 477 κληρικούς, μοναχούς και μοναχές και μαζί τους 127 λαϊκούς. Οι υπόλοιποι έτρεχαν να κρυφτούν και να σωθούν από τη μανία των αλλοθρήσκων φονιάδων.  

       Κατόπιν ήρθε η σειρά του Αρέθα και των 340 συντρόφων του. Τον έφεραν μπροστά στον τύραννο να απολογηθεί για λογαριασμό των κατοίκων. Ήταν υπέργηρος 95 ετών. Παρ’ όλα αυτά στάθηκε με παρρησία, ελέγχοντας τον ασεβή βασιλιά και διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα μείνουν, τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι εδραίοι στην πίστη των πατέρων τους. Ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να σώσει το ανθρώπινο γένος. Ότι όλοι τους θα προτιμήσουν το θάνατο από την άρνηση του Σωτήρα Χριστού, ο Οποίος είναι η όντως ζωή. Παράλληλα ενθάρρυνε τους συντρόφους τους λέγοντάς τους: «Δεν υπάρχει ενδοξότερος θάνατος από το Μαρτύριο, διότι με αυτό συμμετέχουμε στο πάθος του Χριστού και γινόμαστε κοινωνοί της δόξης του». Και εκείνοι απαντούσαν με ένα στόμα: «Έχε θάρρος, τίμιε πάτερ, είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε μαζί σου αυτό το μακάριο τέλος. Να στεφανωθούμε με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου»!

        Ο   κακούργος βασιλιάς έγινε θηρίο από το θυμό του και διέταξε τον άγριο σφαγιασμό τους σε γειτονικό χείμαρρο. Εκεί τους οδήγησαν με βιαιότητα, κραδαίνοντας τα φονικά σπαθιά τους. Εκείνοι, με ηρωικό φρόνημα,  προσευχήθηκαν και έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό της αγάπης και της ειρήνης μεταξύ τους. Πρώτος σφαγιάστηκε ο γηραιός Αρέθας και κατόπιν οι άλλοι. Ο χείμαρρος γέμισε και έτρεχε σαν νερό το τίμιο αίμα τους. Έδωσαν στο Χριστό, ό, τι πολύτιμο είχαν, το αίμα τους και τη ζωή τους!

        Ο τόπος του μαρτυρίου τους έγινε πηγή αγιασμού για αιώνες. Οι πιστοί έτρεχαν να αγιαστούν και να θεραπευτούν από τα νοσήματά τους. Μια γυναίκα έτρεξε με το τριετές παιδί της για να χρησθεί από το τίμιο αίμα των Μαρτύρων. Ο βασιλιάς διέταξε να την κάψουν ζωντανή μαζί με το σπλάχνο της! Η μνήμη του αγίου Αρέθα, μαζί και των υπολοίπων Μαρτύρων εορτάζεται στις 24 Οκτωβρίου.      

ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της αρχαίας Εκκλησίας υπήρξε ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος επίσκοπος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και συγγραφέας της ομωνύμου Καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης.

      Ήταν Ιουδαίος την καταγωγή και σύμφωνα με την παράδοση, γιος του μνήστορος  Ιωσήφ, ο οποίος ήταν παντρεμένος πριν μνηστευθεί την Παρθένο Μαρία και είχε χηρέψει. Είχε δε επτά παιδιά, τον Ιάκωβο, τον Ιωσή, τον Ιούδα, τον Σίμωνα ή Συμεών, την Εσθήρ, την Μάρθα και τη Σαλώμη, η οποία αργότερα έγινε η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη. Ο Ιωσήφ μετά τη χηρεία του μνηστεύτηκε, κατά θεία οικονομία, την Παρθένο Μαρία, για να μεγαλώσει τα παιδιά του, αλλά κυρίως να γίνει ο θετός πατέρας και ο προστάτης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και ο Ιάκωβος αναφέρεται ως Αδελφόθεος, αφού έζησαν μαζί κάτω από την ίδια στέγη σαν αδέλφια.

       Από μικρό παιδί διακρίνονταν για την υπακοή του, την ευσέβειά του και τα χαρίσματά του και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν Ιοβλίαν, δηλαδή δίκαιο στα εβραϊκά. Άκουγε με προσοχή τα ιερά γράμματα και τις διηγήσεις για την μεσσιανική. Ήταν εγκρατής και νήστευε δια βίου από τροφές που προερχόταν από έμψυχα όντα (κρέας, ψάρια, θαλασσινά, κλπ). Ουδέποτε δοκίμασε το κρασί. Προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό και τον παρακαλούσε να τον αξιώσει να ζήσει στην μεσσιανική εποχή. Να αξιωθεί να δει το Μεσσία και Λυτρωτή του κόσμου.

        Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την παιδική ηλικία του και τη σχέση του με τον Ιησού. Φανταζόμαστε ότι θα ήταν αρμονικές και ευλογημένες, όπως ταιριάζει σε μια ιερή οικογένεια, της οποίας μέλος της ήταν ο ίδιος ο Θεός Λόγος. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι δε γνώριζε η οικογένεια ποιος ήταν ο Ιησούς, μέχρι την Βάπτισή του από Ιωάννη τον Πρόδρομο και την φανέρωση από το Θεό Πατέρα της πραγματικής Του ιδιότητας, ως Υιός του Θεού και Λυτρωτής του κόσμου. Φαίνεται ότι αφότου πληροφορήθηκε και ο Ιάκωβος για την ιδιότητα του Ιησού, πίστεψε σ’ Αυτόν και έγινε αφανής ακόλουθός Του.

      Μετά την Πεντηκοστή οι άγιοι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ εκτιμώντας τις αρετές και την αγιότητα του Ιακώβου, τον εξέλεξαν πρώτο επίσκοπο της αγίας πόλεως. Αμέσως μετά την εκλογή του άρχισε με πρωτοφανή ζήλο το επισκοπικό του έργο. Κήρυττε ακατάπαυστα Ιησούν Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα, τον μοναδικό λυτρωτή και σωτήρα του κόσμου. Γνώριζε στους ομοφύλους του Ιουδαίους ότι ο Ιησούς Χριστός, που εκείνοι απόρριψαν και σταύρωσαν είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, που είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και κήρυττε μετάνοια και πίστη σ’ Αυτόν. Έδινε ο ίδιος το παράδειγμα της μετάνοιας και της συντριβής. Από τις πολλές γονυκλισίες είχαν γίνει τα γόνατά του σκληρά σαν της καμήλας. Έδινε το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης, για να δείξει στους Ιουδαίους ότι η υπεροψία οδηγεί στην απιστία.

     Μια από τις σπουδαίες ποιμαντικές του φροντίδες ήταν να συγγράψει την εμπειρία του για τη νέα πίστη. Συνέγραψε λοιπόν την γνωστή μας Καθολική Επιστολή Ιακώβου, την οποία υπογράφει ο ίδιος ως «Ιάκωβος, Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού δούλος». Θεωρείται ως η Επιστολή της γνήσιας χριστιανικής ζωής, διότι σε αυτή με απλό τρόπο ο άγιος Ιάκωβος οριοθετεί την ζωή του Χριστιανού, η οποία θα πρέπει να κινείται πάνω στον άξονα πίστη – αγάπη. Τονίζει με έμφαση τη νέα μας ιδιότητα ως παιδιών του Θεού, ο Οποίος χαρίζει τις αστείρευτες δωρεές Του, τις οποίες πρέπει να μοιραζόμαστε ισάξια εμείς τα παιδιά Του. Στηλιτεύει την πλεονεξία ως απόλυτα ξένη με την χριστιανική ιδιότητα και καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων να

διέπονται από δικαιοσύνη και αγάπη. Μάλιστα στο 5ο  κεφάλαιο, αναφέρεται με πολύ σκληρές εκφράσεις στους εκμεταλλευτές εργοδότες των εργατών τους, επισείοντας την αιώνια κόλαση σ’ αυτούς, ώστε να θεωρείται το πρώτο στην ιστορία κείμενο, το οποίο οριοθετεί με τόση σαφήνεια το προαιώνιο πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης!

     Για όλα αυτά οι άγιοι Απόστολοι σέβονταν και ευλαβούνταν τον άγιο Ιάκωβο. Κατά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (49 μ. Χ.), του δόθηκε η προεδρεία. Ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή του αναφέρεται με σεβασμό προς αυτόν.

      Αλλά όπως ήταν φυσικό η ποιμαντική δράση του αγίου Ιακώβου δημιούργησε ισχυρή έχθρα προς το πρόσωπό του. Οι μεταστροφή πλήθους Ιουδαίων στη χριστιανική πίστη θορύβησε τους άρχοντές τους. Ο αρχιερέας Άνανος ξεσήκωσε μια ομάδα φανατικών, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του. Μάλιστα για να τον παγιδεύσουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι πήγαν και του ζήτησαν να μιλήσει στο λαό για το ποιος ήταν ο Ιησούς. Ο άγιος Ιάκωβος ομολόγησε με πρωτοφανές θάρρος  ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου. Πως τώρα κάθεται στα δεξιά Θεού και ως αιώνιος μεσίτης μας. Ακούγοντάς τον πολλοί Ιουδαίοι πίστεψαν και φώναξαν «Ωσαννά τω Υιώ Δαβίδ»! Αντίθετα οι άπιστοι όρμησαν επάνω του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο πτερύγιο του Ναού, δηλαδή ένα τεράστιο και πανύψηλο γείσο στη στέγη, από όπου τον γκρέμισαν για να σκοτωθεί.

      Αλλά ο άγιος Ιάκωβος πληγωμένος ήταν ακόμη ζωντανός. Οι φανατικοί Ιουδαίοι πήραν πέτρες στα χέρια τους και τον λιθοβολούσαν με μίσος. Εκείνος πλημυρισμένος στο αίμα παρακαλούσε το Θεό να συγχωρήσει τους δημίους του. Κάποιος ευσεβής Ιουδαίος ονόματι  Ρηχάβ διαμαρτυρήθηκε για το άδικο μαρτύριο του δίκαιου Ιακώβου. Τότε οι δήμιοι άρπαξαν ένα ξύλο και έλιωσαν το κεφάλι του Ρηχάβ και μετά αποτέλειωσαν τον Ιάκωβο, ο οποίος είναι από τους πρώτους μάρτυρες της Εκκλησίας μας.

      Η μνήμη του τιμάται στις 23 Οκτωβρίου, κατά την οποία τελείται η αρχαιοπρεπής Θεία Λειτουργία, η οποία θεωρείται ποίημα δικό του.      

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Ο ΝΕΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Ο μοναχισμός είναι ένας από τους δύο δρόμους που μπορεί να επιλέξει ο Χριστιανός  στην ζωή του, ήτοι τον έγγαμο ή τον άγαμο βίο. Και οι δύο αυτοί δρόμοι είναι για την Εκκλησία μας ισότιμοι και ευλογημένοι, και οδηγούν εξίσου στη θέωση. Ο μοναχισμός είναι μια δυναμική παρουσία στη ζωή της Εκκλησίας μας, τον οποίο αγίασαν αμέτρητα πλήθη οσίων, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Ένας από τους πολυάριθμους αγίους μοναχούς είναι και ο άγιος Γεράσιμος, ο Νέος Ασκητής, ο οποίος αναδείχτηκε ως μια από τις σπουδαιότερες μοναστικές μορφές των νεωτέρων χρόνων, εφάμιλλος των μεγάλων μοναχών της αρχαίας Εκκλησίας.

      Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα της Κορινθίας. Καταγόταν από την επιφανή βυζαντινή οικογένεια των Νοταράδων. Οι γονείς του Δημήτριος και Καλή του έδωσαν άριστη ανατροφή και ευσέβεια. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στη Ζάκυνθο, η οποία ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων, παρ’ όλο ότι βρισκόταν υπό ενετική κατοχή. Εκεί απέκτησε σεβαστή μόρφωση, αλλά μη μπορώντας να αντέξει τις αφόρητες πιέσεις των αιρετικών παπικών κατά των ορθοδόξων, αποφάσισε να εγκαταλείψει το νησί και να μεταβεί σε άλλα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα.

     Πρώτος σταθμός του η Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε την ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη και αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Έγινε μοναχός, πιθανόν στη Μονή Ιβήρων, και έλαβε το όνομα Γεράσιμος. Ασκήτεψε δε στο κελί του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα. Ύστερα από ορισμένα χρόνια, το 1538 αποφάσισε να πάει ως προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο και το άλλα Ιερά Προσκυνήματα. Κατόπιν πήγε στο Σινά, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαΐδας, όπου είχε καθαγιασθεί από μυριάδες αγίους ασκητές στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Κατόπιν ξαναγύρισε στον Πανάγιο Τάφο, όπου ο Πατριάρχης Γερμανός τον κράτησε κοντά του και τον αξίωσε με το διακόνημα του καντηλανάφτη του Αγίου Τάφου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και μετά πρεσβύτερος.

      Στα 1548 άφησε τα Ιεροσόλυμα και ταξίδεψε στην Κρήτη, όπου έμεινε δύο χρόνια και κατόπιν πήγε ξανά στη Ζάκυνθο. Ασκήτεψε σε σπηλιά στον Άγιο Νικόλαο Γερακαρίου και ίσως λειτουργούσε στο ναό του Αγίου Λαζάρου. Η παράδοση λέει πως ο άγιος Γεράσιμος βάπτισε τον κατοπινό άγιο Διονύσιο. Όμως η αφόρητη κατάσταση που δημιουργούσαν οι δυνάστες ενετοί και οι αιρετικοί παπικοί στο νησί, τον ανάγκασαν να περάσει στην αντίπερα νήσο, την Κεφαλονιά, όπου τα πράγματα ήταν λιγότερο ασφυκτικά. Εγκαταστάθηκε αρχικά σε μια σπηλιά κοντά στο Αργοστόλι, όπου ασκήτεψε κοντά έξι χρόνια. Στα 1561 ο ιερέας Γεώργιος Βάλσαμος από το χωριό Βαλσαμάτα, του παραχώρησε ένα ερημοκκλήσι στην περιοχή των Ομαλών, στους πρόποδες του Αίνου, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μαζί με τα γύρω κτήματα. Ο άγιος Γεράσιμος αποδέχτηκε τη δωρεά και ίδρυσε γυναικεία Μονή, με το όνομα «Νέα Ιερουσαλήμ», με την άδεια του μητροπολίτου Παχωμίου.   

       Εκεί έζησε ως πραγματικός ασκητής, και διακονούσε ως λειτουργός και πνευματικός της Μονής. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έφτασε σε ύψη αγιότητας, ώστε η φήμη του έγινε γνωστή, όχι μόνο στην Κεφαλονιά, αλλά σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπου έτρεχαν οι πιστοί να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Η φήμη του έφτασε και ως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου ο Πατριάρχης έθεσε τη Μονή του υπό την προστασία του και απέκλεισε ως ένα σημείο τις ανεπίτρεπτες επιθέσεις των αιρετικών παπικών του νησιού κατά της Μονής.

     Ο άγιος κοιμήθηκε, όχι τυχαία, στις 15 Αυγούστου του 1579, την ημέρα που η Ορθοδοξία εόρταζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, την Οποία ευλαβούνταν και τιμούσε

σε όλη του τη ζωή. Την εξόδιο ακολουθία τέλεσε, ενώπιον χιλιάδων πιστών, ο μητροπολίτης Φιλόθεος Λοβέρδος.

     Δύο χρόνια αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου του 1581 έγινε ανακομιδή του λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε εντελώς άφθορο, να ευωδιάζει! Οι παπικοί Ενετοί θορυβήθηκαν από το γεγονός και έδωσαν διαταγή να ταφεί ξανά, ώστε να συμπληρωθούν 3 χρόνια. Αλλά και με τη νέα εκταφή βρέθηκε άφθορο και ευωδιάζον! Γι’ αυτό αποφασίστηκε να μην ταφεί ξανά, αλλά να τεθεί σε λάρνακα μέσα το καθολικό της Μονής. Ο πιστός λαός είχε την βεβαιότητα ότι ο Γεράσιμος είναι άγιος, προτού καταταγεί επίσημα από την Εκκλησία στο αγιολόγιό Της. Γι’ αυτό συνέρρεαν πλήθη στη Μονή για να αγιαστούν από το τίμιο λείψανό του και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Η αγιοκατάταξή του έγινε το 1622 και ορίστηκε να εορτάζεται η κοίμησή του στις 16 Αυγούστου και η ανακομιδή του λειψάνου του στις 20 Οκτωβρίου.  

       Το ανεξήγητο θαύμα της αφθαρσίας του ιερού λειψάνου του αγίου Γερασίμου, όπως και πλήθους άλλων άφθορων λειψάνων αγίων της Εκκλησίας μας, είναι για μας τους πιστούς το τεκμήριο της αναστάσεως των νεκρών στα έσχατα και φυσικά της δικής μας ανάστασης. Τα ιερά λείψανα δεν είναι, όπως στις διάφορες αρχαίες και σύγχρονες θρησκείες του κόσμου, «μιάσματα», αλλά «λίθων πολυτελών πολυτιμότερα», όπως μας λέει ένα πρωτοχριστιανικό κείμενο. Εφόσον οι άγιοί μας, όπως και όλοι οι Χριστιανοί, είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, και τα ιερά τους λείψανα, συνεχίζουν, και μετά την κοίμησή τους, να είναι μέλη Χριστού, φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Γι’ αυτό έχουν τη δύναμη να αγιάζουν και να θαυματουργούν, αντλώντας τη δύναμή τους από το Χριστό. Αυτά ως μια σύντομη απάντηση στους πολεμίους, των ιερών λειψάνων, αιρετικούς! 

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

       Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας κατείχαν υψηλά αξιώματα στις κρατικές υπηρεσίες των χωρών τους. Στα πρωτοβυζαντινά χρόνια μια πλειάδα αγίων ήταν ανώτατοι κρατικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι του βυζαντινού κράτους. Ένας από αυτούς είναι και ο Μεγαλομάρτυρας άγιος Αρτέμιος.

        Καταγόταν από την Αντιόχεια και γεννήθηκε περί το 310. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και έτυχε μεγάλης μόρφωσης. Παράλληλα οι πιστοί Χριστιανοί γονείς του φρόντισαν να τον μεγαλώσουν με την πίστη και την ευσέβεια στο Χριστό, τον αληθινό Θεό. Χάρις στα πλούσια φυσικά και πνευματικά του προσόντα αναδείχτηκε μια σπουδαία προσωπικότητα, φτάνοντας η φήμη του μέχρι τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ο Μ. Κωνσταντίνος (324-337) τον εκτίμησε και τον αναγόρευσε δούκα και αυγουστάλιο της δεύτερης μεγάλης πόλης του κράτους, την Αλεξάνδρεια. Δηλαδή ανώτερο στρατιωτικό διοικητή της Αιγύπτου και πάσης Αφρικής. Ο σεμνός και σώφρων νέος δέχτηκε, μετέβη στην ξακουστή μεγαλούπολη ασκώντας τα καθήκοντά του με σύνεση και δικαιοσύνη. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου (337), ο διάδοχός του Κωνστάντιος (337-361), αυτοκράτορας του Ανατολικού Κράτους, συνέχισε να ευνοεί και να εμπιστεύεται τον άξιο διοικητή της Αιγύπτου Αρτέμιο. Υπήρξε προστάτης των Χριστιανών, οι οποίοι διώκονταν από τους ειδωλολάτρες, αν και είχαν σταματήσει οι διωγμοί. Αυτό δεν άρεσε στους φανατικούς ειδωλολάτρες και ιδίως στο σκοταδιστικό ιερατείο, οι οποίοι περίμεναν την ευκαιρία να τον εκδικηθούν.

         Τα πράγματα άλλαξαν μετά το θάνατο του Κωνστάντιου (361) και την άνοδο στο θρόνο του Ιουλιανού του λεγομένου Παραβάτη (361-363), ο οποίος είχε αποκηρύξει την πίστη του στο Χριστό και θέλησε να επαναφέρει την, ήδη νεκρά, ειδωλολατρία, στην οποία είχε μυηθεί. Με διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, εφάμιλλους των ρωμαίων προκατόχων του αυτοκρατόρων, προσπάθησε να σβήσει την Εκκλησία. Μάταια προσπαθούσαν οι σύμβουλοί του να τον μεταπείσουν, ότι το εγχείρημα του ήταν καταδικασμένο να αποτύχει. Χιλιάδες Χριστιανοί βασανίστηκαν απάνθρωπα και έχυσαν το αίμα τους για το Χριστό. Οι ναοί δημεύτηκαν, οι κληρικοί διώχτηκαν και διαπομπεύτηκαν, οι χριστιανοί δημόσιοι κρατικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι απολύθηκαν, οι Χριστιανοί δάσκαλοι διώχτηκαν από τα σχολεία και απαγορεύτηκε στους μαθητές Χριστιανούς να μαθαίνουν γράμματα!

        Την άνοιξη του 363, ο θρησκομανής αυτοκράτορας επισκέφτηκε την Αντιόχεια. Πήγαν να τον επισκεφτούν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί διοικητές της Ανατολής. Ένας από αυτούς ήταν ο διοικητής της Αιγύπτου Αρτέμιος. Αλλά, τη στιγμή που χιλιάδες κρατικών αξιωματούχων και ο απλός λαός προσπαθούσαν να κολακεύσουν τον ιδιόρρυθμο ηγεμόνα, ο Αρτέμιος, αντί κολακειών του άσκησε δριμύ έλεγχο για την θρησκευτική του πολιτική και τις διώξεις της Εκκλησίας. Παράλληλα ήρθαν οι ειδωλολάτρες και τον συκοφάντησαν ότι δήθεν διώκει την αρχαία θρησκεία.

       Ο Ιουλιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και άρχισε να βρίζει τον Αρτέμιο χυδαία. Εκείνος είχε σκυμμένο το κεφάλι και σιωπούσε. Όμως όταν άρχισε να βρίζει την χριστιανική πίστη ο Αρτέμιος σήκωσε το κεφάλι και με ηρωικό φρόνημα του είπε: «Βασιλιά μου σε παρακαλώ δείξε σεβασμό στον Κύριό μου, τον αληθινό Θεό. Προσπάθησε να καταλάβεις το μέγα λάθος σου για τις διώξεις των Χριστιανών, οι οποίοι αποτελούν την ευγενέστερη μερίδα των υπηκόων σου. Ντροπή σου! Η συμπεριφορά σου αυτή σε αδικεί και σε εξευτελίζει»!

       Πριν τελειώσει το λόγου του ο ηρωικός Αρτέμιος, ο ανεδαφικός και σκληροτράχηλος αυτοκράτορας, τον διέκοψε και διέταξε να του αφαιρέσουν επί

τόπου όλα τα παράσημα και να τον καθαιρέσουν από το υψηλό του αξίωμα. Έδωσε επίσης διαταγή να τον κλείσουν στη φυλακή, μέχρι να συνετισθεί.

      Ο Αρτέμιος απογυμνωμένος  από τα λαμπερά και πολύτιμα παράσημά του και την βαρύτιμη στολή του οδηγήθηκε στο ποιο σκοτεινό και υγρό κελί της φυλακής. Εκεί έμεινε πολλές ημέρες χωρίς τροφή και νερό. Όμως μια πρωτοφανή γαλήνη στην ψυχή του, υπόμεινε την πείνα και τη δίψα, δοξολογώντας τον Κύριο και ευχαριστώντας Τον για την τιμή που του έκανε να κακοπαθήσει για τη δική Του δόξα. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να μην υποκύψει στους εκβιασμούς και τα βασανιστήρια, που ένοιωθε ότι τον περίμεναν.

      Ύστερα από μέρες ο Ιουλιανός διέταξε να βγάλουν τον Αρτέμιο από τη φυλακή και να τον οδηγήσουν μπροστά του, πιστεύοντας ότι είχε συνετισθεί. Του ζήτησε να προσφέρει θυσία στους «θεούς» του, αν ήθελε να του χαρίσει τη ζωή και να του ξαναδώσει την ελευθερία του και το αξίωμά του. Όμως εκείνος έμεινε ηρωικά αμετάπειστος και ατρόμητος στις φοβέρες που επακολούθησαν. Αφού απολογήθηκε με παρρησία για την πίστη του και στηλίτευσε την πλάνη των ειδώλων, οδηγήθηκε στα φρικτά βασανιστήρια. Οι απάνθρωποι δήμιοι του βασιλιά τον άρπαξαν, τον γύμνωσαν δημόσια και τον μαστίγωσαν με βούνευρα μέχρι αίματος. Μετά ξέσχισαν τις σάρκες του με λεπίδια και έκαιγαν τις βαθιές πληγές με δαυλούς. Ύστερα του τσάκισαν όλα τα κόκκαλα με σιδερένιους λοστούς, μεταβάλλοντάς τον σε άμορφη μάζα. Τον έριξαν και πάλι στη φυλακή να πεθάνει αργά και βασανιστικά.

      Όμως το ίδιο βράδυ του φανερώθηκε ο Χριστός και αφού τον συνεχάρη για την γενναία ομολογία του, τον θεράπευσε εντελώς από τις πληγές του! Εκείνος ξέσπασε σε αίνο ευχαριστίας προς τον Κύριο. Το πρωί ο δεσμοφύλακας, πήγε να μαζέψει το πτώμα του, πιστεύοντας ότι θα είχε πεθάνει. Βλέποντάς τον ζωντανό και γερό, τον οδήγησε στον Ιουλιανό. Εκείνος γεμάτος απορία, πίστεψε πως τον είχαν γιατρέψει οι «θεοί» του και γι’ αυτό ζήτησε από τον Αρτέμιο να τους προσφέρει θυσία! Φυσικά ο Μάρτυρας αρνήθηκε και έτσι συνεχίστηκε δεύτερος γύρος βασανιστηρίων. Πήραν μια μεγάλη μυλόπετρα και τον καταπλάκωσαν, πιστεύοντας ότι θα πέθαινε. Αλλά εκείνος συνέχιζε, παρά το αφόρητο μαρτύριο, να δοξολογεί τον αληθινό Τριαδικό Θεό.

      Ο Ιουλιανός, ο οποίος παρίστατο και απολάμβανε το θέαμα, έδωσε διαταγή και αποκεφάλισαν το Μάρτυρα και πέταξαν το άψυχο σώμα του στα σκουπίδια. Κάποιοι πιστοί Χριστιανοί το περιμάζεψαν και το έθαψαν με τιμές. Αργότερα μεταφέρθηκε στα Πριγκιποννήσια, στην Οξιά, όπου ενταφιάστηκε στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Οκτωβρίου και θεωρείται ο ιατρός της κήλης και των ουροποιητικών παθήσεων.       

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2023

Προσοχή στο Αντίδωρο – Μόνο έτσι πρέπει να το λαμβάνουμε

 Δημήτριος Λυκούδης, Θεολόγος



Μόνο από το χέρι του ιερέα πρέπει να λαμβάνουμε το αντίδωρο και πότε μόνοι μας από το πανέρι.


Το ορθόν είναι να σταυρώνουμε τα χέρια με προσοχή, να κατασθίουμε όλο το αντίδωρο και όχι σιγά σιγά να δαγκώνουμε αυτό ωσάν μέρος του όλου κομματιού (εδώ ταιριάζει αυτό που λέγω πάντοτε: μικρά κομμάτια το αντίδωρο να κόπτεται, μικρά, ως κάμνουν στις Ιερές Μονές). Μετά, ρουφάμε, τρόπον τινά, την παλάμη μας για να συγκεντρώσουμε εντός της στοματικής μας κοιλότητας κάθε ψυχίον του αντιδώρου. 

Δεν είναι όμορφη συνήθεια να κρατάμε χαρτομάνδηλο για να πάρουμε αντίδωρο γιατί, μετά, ο κανόνας άλλωστε είναι αυτός, το αυτό χαρτομάνδγηλο έχει την απώτερη κατάληξή του στα σκουπίδια! Μόνο όταν πρόκειται να λάβουμε αντίδωρο για κάποιον ηλικιωμένο που αδυνατεί να εκκλησιαστεί ή, κάποιες φορές, εάν λαμβάνουμε αντίδωρο για να έχουμε κατά τη διάρκεια της εβδομάδος, μόνο τότε και καταχρηστικά μπορούμε να χρησιμοποιούμε κάποιο μανδήλι ή πανί ή χαρτομάνδηλο, έχοντες βέβαια, πάντοτε αυξημένη την προσοχή μας για την κατάληξή αυτού του χαρτιού. 

Να σταματήσει άμεσα αυτή η ανίερη συνήθεια να λαμβάνουμε 3-4 κομμάτια αντίδωρο, να δαγκώνουμε, να χαιρετίζουμε, να γελάμε εξερχόμενοι του Ιερού Ναού και, αλλοίμονο, όλα τα ψυχία, πολλές δε φορές κομμάτια αντιδώρου ολόκληρα να ποδοπατούνται ένεκα της προσωπικής μας «ευσέβειας» και απροσεξίας. Προσοχή παρακαλώ! Ένα κομμάτι αντίδωρο, ένα! Δεν είναι για χόρταση!


Πηγή: www.orthodoxia.online.gr