Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Υπόσταση και παρ-υπόσταση στον θεσμό του γάμου

 

Βασίλειος Ι. Τουλουμτσής

υπ. Διδάκτωρ Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

 


Διαχρονικά το περιεχόμενο της νομοθεσίας μίας ελεύθερης πολιτείας αποτελείται από διατάξεις που στοχεύουν στη συνοχή, στην εξασφάλιση, στην ανάπτυξη και στο εν γένει συμφέρον της κοινωνίας. Το δεδομένο αυτό θεμελιώνεται πάνω σε μία διττή βάση: αφενός η πολιτεία να είναι ελεύθερη και αφετέρου ο νομοθέτης να κινείται σε ένα πλαίσιο σεβασμού της αξίας των πολιτών της, ως ελλόγων όντων. Αν η βάση αυτή απουσιάζει, τότε το αποτέλεσμα στρέφεται ενάντια στις θεμελιώδεις αρχές, θυμίζοντας κάτι απ’ όσα βιώνουμε.

Η πολιτεία δεν φαίνεται να είναι ελεύθερη και από την άλλη, η αντιμετώπιση των πολιτών φέρει ταυτόχρονα δύο χαρακτηριστικά: ο άνθρωπος εκλαμβάνεται μόνον ως φορέας ενστίκτων, ενώ η νοημοσύνη του απλώς εμπαίζεται και υποτιμάται. Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά φέρει έντονα η κινητικότητα, που παρατηρείται, με σκοπό την τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και την δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ ανθρώπων του ιδίου φύλου.

Όταν η πολιτεία δεν ασχολείται σοβαρά με το πλήθος των προβλημάτων που κατακλύζουν την κοινωνία και το υγιές κύτταρό της, που λέγεται οικογένεια, τυρβάζοντας περί άλλων θεμάτων, φανερώνει ότι δεν έχει ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας, ζώντας σε μία «άλλη» παράλληλη πραγματικότητα. Ο πρωθυπουργός, με δεδομένη τη βιούμενη σκληρή πραγματικότητα και δυσπραγία των οικογενειών, ανέφερε σε συνέντευξή του ότι η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση «αφορά τους λίγους και σίγουρα δεν περιλαμβάνεται μέσα στα 20 θέματα που απασχολούν την κοινωνία». Η δήλωση αυτή φανερώνει, αν μη τι άλλο, την ύπαρξη μιας à la carte ευαισθησίας, δεδομένου ότι δεν επέδειξε παρόμοια δείγματα ευαισθησίας όταν με μία υπογραφή και σε μία νύκτα τέθηκαν σε αναστολή και οικονομική εξαθλίωση 7500 συμπολίτες μας μαρτυρικού φρονήματος, εργαζόμενοι στα νοσοκομεία της χώρας. Δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η μανιώδης πρωτοβουλία, που περιλαμβάνει -εκτός των άλλων- και φροντιστήρια διάπλασης φρονημάτων των βουλευτών. Το όλο θέμα αυτής της άθεσμης θεσμοθέτησης ενός «παράλληλου γάμου» θυμίζει, ως προς τα χαρακτηριστικά της, τα ιδιώματα της υπόστασης και της παρ-υπόστασης· δύο όρων, που στην θεολογία και στην φιλοσοφία ταυτίστηκαν με το αγαθό και το κακό αντίστοιχα.

Ό,τι υπάρχει, αποτελεί την αγαθή δημιουργία της Μίας δημιουργικής αιτίας των πάντων, έχοντας εκ κατασκευής ουσία, δύναμη και ενέργεια. Από την άλλη πλευρά, εντός του κόσμου παρατηρείται ως ανυπόστατη πραγματικότητα το κακό, το οποίο όμως, επειδή ακριβώς η δημιουργία του δεν ανάγεται στην ίδια άκτιστη δημιουργική αιτία αλλά στην προαίρεση των ελλόγων κτισμάτων, δεν φέρει αυτόνομη υπόσταση, ουσία, δύναμη και ενέργεια και γι’ αυτόν τον λόγο προσκολλάται στην υπόσταση του αγαθού, προκειμένου να οικειοποιηθεί και να μιμηθεί τη λειτουργία και την ενέργειά του, όχι όμως προς δημιουργία, αλλά αντίθετα προς φθορά και καταστροφή. Απλοϊκό παράδειγμα κατανόησης αποτελεί η κατ’ ουσίαν ύπαρξη του φωτός και παράλληλα η κατ’ ουσίαν ανυπαρξία του σκότους (επειδή το σκοτάδι δεν δημιουργήθηκε). Το φως υφίσταται επειδή αποτελείται από φωτόνια, σε αντίθεση με το σκοτάδι που, μη έχοντας «συστατικά» στοιχεία, παρ-υφίσταται, δηλώνοντας απλώς την έλλειψη των στοιχείων που συνιστούν την υπόσταση (φωτονίων). Γι’ αυτό άλλωστε και στην παρουσία του φωτός, το σκοτάδι απλώς εξαφανίζεται.

Στο Αρεοπαγιτικό έργο «Περί των θείων ονομάτων», στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ειδική ενέργεια του αγαθού και του κακού, αναφέρονται στοιχειωδώς τα γνωρίσματα και των δύο. Το αγαθό αποτελεί την τάξη, την αρμονία και την ομορφιά του κόσμου, έχοντας το γνώρισμα και την δυνατότητα της δημιουργίας και της παραγωγής, επί τη βάσει των δυνατοτήτων που «κατασκευαστικά» έχουν λάβει τα όντα από την δημιουργική τους αιτία. Δηλ. τα όντα εκ κατασκευής έχουν συγκεκριμένο τρόπο που υπάρχουν. Αντίθετα, η αταξία και αμορφία ταυτίζονται με το κακό, το οποίο δεν έχει τη δυνατότητα της παραγωγής και της δημιουργίας, διότι εκ φύσεως δεν είναι ούτε γεννητικό, ούτε θρεπτικό, ούτε σωστικό. Το κακό αποβλέπει μόνον στη φθορά και στην καταστροφή της υπόστασης των όντων.

Αν εξετάσουμε πάνω σε αυτήν την βάση το ζήτημα των φύλων, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η δημιουργική αιτία πάνσοφα δημιούργησε μόνον δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό, με στοιχεία συμπληρωματικής ενότητας σε επίπεδο φυσιολογίας και βιολογίας, από τα οποία αποκλειστικά αναπαράγεται η ζωή. Ο δεσμός μεταξύ ανδρός και γυναικός αποτελεί φυσικό «κατασκευαστικό» σύνδεσμο στην προοπτική της ενότητας της ανθρώπινης φύσης. Οτιδήποτε πέραν αυτού δεν αποτελεί δημιούργημα της αυτής αιτίας αλλά αποτέλεσμα της προαίρεσης, που επιδιώκει απλώς την βιολογική κάλυψη της ερωτικής επιθυμίας με διάφορους τρόπους και γι’ αυτό στην αρεοπαγιτική σκέψη ταυτίζεται με την κακία, την ακοσμία και τον θάνατο. Ό,τι δεν δημιουργήθηκε από την Μία δημιουργική αιτία αλλά από την εμπαθή προαίρεση των ανθρώπων, δεν χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και σταθερότητα αλλά από ρευστότητα και αστάθεια, παράγοντες δηλ. διάβρωσης και φθοράς εντός του πλαισίου της κοινωνίας. Συνεπώς πρόκειται για στοιχεία που απαιτούν πολύ ειδική μεταχείριση, και όχι ασφαλώς την επένδυση με νομικό κύρος, δεδομένου ότι θεμελιώνονται σε μία υπαρκτή διάσπαση του βιολογικού φύλου και της ερωτικής επιθυμίας. Η υποτίμηση των όρων που συνιστούν την ανθρώπινη φύση, έχει ως αποτέλεσμα την κακή χρήση της ελευθερίας, η οποία οδηγεί αναπότρεπτα σε καταστάσεις αντίθετες με τον οικείο λόγο της.

Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος επιζητεί αμυδρά είδωλα των αγαθών προκειμένου να νιώσει ικανοποίηση και επιβεβαίωση. Αυτή η κατάσταση όμως χαρακτηρίζεται εκ θεμελίων ως ανικανοποίητη. Και τούτο διότι, επειδή ακριβώς οι εν λόγω επιθυμίες δεν εναρμονίζονται με την ανθρώπινη φύση αλλά πηγάζουν από τις άτακτες κινήσεις της ψυχής, αδυνατούν να τον πληρώσουν με νόημα, επιζητώντας απλώς μία εφήμερη ικανοποίηση. Απόδειξη τούτου αποτελεί ο ρευστός και ολοένα αυξανόμενος αριθμός των φύλων (πρόσφατα ακούστηκε ο αριθμός 72) που ορίζει η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, αναλόγως του αυτοπροσδιορισμού των μελών της. Και το οξύμωρο είναι ότι πίσω από αυτές τις γραφικές καταστάσεις δεν εντοπίζεται υπόβαθρο εκτροπής των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου αλλά απλώς «φυσιολογικές σεξουαλικές ετερότητες» (sic).

Η παρυπόσταση πάντοτε θα εμφανίζεται σφετεριζόμενη και μιμούμενη τα ιδιώματα της υπόστασης, που εκ κατασκευής δεν έχει, και υπάρχει λόγος και σοφία που δεν τα έχει. Εν προκειμένω στον θεσμό του γάμου, παρατηρείται η πρόθεση μίμησης της κατά φύσιν οικογένειας και της εξ’ αυτής τεκνογονίας, μέσω παρένθετης κυοφορίας ή/και μέσω υιοθεσίας, γεγονός που μόνον ως κακέκτυπο οικογένειας δύναται να εκληφθεί. Ό,τι δεν δημιουργήθηκε, δεν δύναται να λειτουργεί αγαθοπρεπώς εντός της κοινωνίας.

Ο όρος «γάμος», επειδή ακριβώς προϋποθέτει την ένωση στοιχείων που θέλουν συμπλήρωση, και που εάν δεν συμπληρωθούν δεν μπορούν με άλλο τρόπο να αποτελέσουν ενότητα, είναι αδόκιμος για την επιχειρούμενη σκοποθεσία. Επιπρόσθετα, η τεκνογονία απαιτεί την ένωση και αλληλοσυμπλήρωση δύο γαμετών, οι οποίοι από μόνοι τους φέρουν απλώς το ήμισυ του αριθμού των χρωμοσωμάτων. Παραταύτα, επειδή ο δικαιωματισμός μιας συγκεκριμένης κουλτούρας, αποτελεί το θεμέλιο όλης αυτής της συζήτησης, παρατηρείται η ανατροπή των όρων και η αντιστροφή της πραγματικότητας.

Οι άλογες επιθυμίες μετονομάστηκαν σε δικαιώματα και απαιτούν κατοχύρωση, σε αντίθεση με το λογικό δικαίωμα των παιδιών να θεωρούνται καθόλα άνθρωποι και να έχουν ανάγκη διττού παιδαγωγικού προτύπου ως προς την κατά το δυνατόν υγιή ανάπτυξή τους. Οι (απ)αιτούντες σήμερα πρόσβαση στον θεσμό του γάμου, στην υιοθεσία και στην βάπτιση των βρεφών, είναι οι ίδιοι που χθες καθύβριζαν με χυδαιότητα την οικογένεια ως «πατριαρχικό» κατασκεύασμα (sic) και τον νηπιοβαπτισμό ως «καταπάτηση του αυτεξουσίου» (sic). Είναι θλιβερό το πώς ένα παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα χρησιμοποιεί με τόση ευκολία και τόση απανθρωπιά το εσωτερικό κενό και την δίψα για επιβεβαίωση αυτών των ανθρώπων, προκαλώντας εν ριπή οφθαλμού τέτοιες μεταβολές στα αιτήματά τους, δίχως οι ίδιοι να προβληματίζονται και να νιώθουν υποχείρια παιγνίων. Δεν προβληματίζει επίσης το γεγονός ότι παρότι παγκόσμια παρατηρούνται έντονα προβλήματα βιοπορισμού, την ίδια στιγμή να δαπανώνται αδικαιολόγητα υπέρογκα ποσά για εκδηλώσεις «υπερηφάνειας» από παγκόσμιους εμπορικούς και τραπεζικούς ομίλους, μη εξαιρουμένων και των πρεσβειών συγκεκριμένων χωρών. Όταν μια κοινωνία αδυνατεί να εξασφαλίσει το δικαίωμα στην επιβίωση, αποτελεί τραγέλαφο να επιχειρεί να στήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό «εξάλειψης των διακρίσεων», τη στιγμή μάλιστα που ως φαίνεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, η ίδια προκαλεί και συντηρεί τις διακρίσεις και τις «ταμπέλες».

Άσχετα του εάν αυτό το νομοσχέδιο τελικά θα ψηφιστεί, και μόνον η συζήτηση που αναπτύχθηκε, με την προπαγάνδα και τις ζυμώσεις που την περιβάλλουν, προδίδει συγκεκριμένα πράγματα, που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Ο άνθρωπος δεν δείχνει να σέβεται τους όρους της φυσικότητας, επιχειρώντας μάλιστα με αλαζονεία και ύβρη την επιβολή μίας νέας κανονικότητας και τη διαμόρφωση μίας νέας κοινωνίας, με συνεκτικό δεσμό τις όποιες επιθυμίες του, που όπως προαναφέρθηκε μετονομάστηκαν αδιάκριτα σε δικαιώματα. Η επιβαλλόμενη “ηθική του γούστου”, φράση που πολύ εύστοχα χρησιμοποίησε ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, αδυνατεί να αποτελέσει συνεκτικό δεσμό μιας κοινωνίας. Μπορεί όμως πολύ εύκολα να την μετατρέψει σε αγέλη υποκειμένων που απλά και συνεχώς επιθυμούν.

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ: Ο ΗΡΩΪΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Κάποιοι κακοήθεις και ανιστόρητοι, θέλουν να περιορίσουν τη χριστιανική πίστη της αρχαίας Εκκλησίας στους φτωχούς και τους δούλους. Όμως  έρχεται η ιστορία και τα συναξάρια της Εκκλησίας μας για να τους διαψεύσουν οικτρά. Τη νέα πίστη είχαν υιοθετήσει άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα επαγγέλματα. Μια από αυτές ήταν οι στρατιωτικοί. Μέσα από τις τάξεις τους αναδείχθηκαν μυριάδες Μάρτυρες κατά τη διάρκεια των διωγμών των πρώτων τριακοσίων χρόνων.

      Ένας από αυτούς υπήρξε ο μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Δεν είναι γνωστό το ακριβές έτος της γεννήσεώς του. Τοποθετείται περί τα τέλη του 3ου μ. Χ. αιώνα. Γεννήθηκε στην πόλη Ευχάνεια του Ελενοπόντου, (Ευξείνου Πόντου), στην πανάρχαια κοιτίδα του Ελληνισμού, από Έλληνες γονείς, οι οποίοι είχαν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Ποντική Ηράκλεια της Παφλαγονίας και ανατράφηκε με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και ευσέβειας. Από παιδί διακρινόταν για το εξαίρετο παράστημά του και κυρίως για τα πλούσια πνευματικά και ψυχικά του χαρίσματα. Είχε αποκτήσει σπουδαία παιδεία, μελετώντας τα ιερά χριστιανικά κείμενα, καθώς και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Αναδείχτηκε μάλιστα σπουδαίος ρήτορας.

      Από νεαρός ξεχώριζε για τις ηγετικές του ικανότητες και γι’ αυτό αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του στρατιωτικού, το οποίο απολάμβανε μεγάλο σέβας της εποχή εκείνη. Γι’ αυτό και κατατάχτηκε στον ρωμαϊκό στρατό. Το ξεχωριστό σωματικό του παράστημα, οι αθλητικές του επιδόσεις και κυρίως το θάρρος, ανδρεία του και οι έμφυτες στρατιωτικές του αρετές τον ανέβασαν πολύ γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία του ρωμαϊκού στρατού των ανατολικών περιοχών της αυτοκρατορίας. Έγινε στρατηλάτης, αξίωμα ανάλογο με του σημερινού στρατηγού.

       Η φήμη του για τις ικανότητές του και για την αποτελεσματικότητα των λεγεώνων που διοικούσε, έφτασε ως τον αυτοκράτορα Λικίνιο (307-324), ο οποίος τον προσκάλεσε για να τον γνωρίσει από κοντά και να τον ανταμείψει για τις πολύτιμες στρατιωτικές του υπηρεσίες. Αλλά κάποιοι φανατικοί σύμβουλοί του τον πληροφόρησαν ότι ο Θεόδωρος ήταν Χριστιανός. Ο Λικίνιος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης και μισούσε θανάσιμα τον Χριστιανισμό. Του έστειλε κατ’ αρχήν μια επιστολή, προτείνοντάς του να θυσιάσουν μαζί στους «θεούς». Ο Θεόδωρος του απάντησε με ευγένεια και διπλωματία πως δεν ήταν δυνατόν να τον συναντήσει τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και πως τον περίμενε να έρθει στην Ηράκλεια, όπου θα θυσίαζαν τότε από κοινού. Όμως ο στρατηλάτης ήθελε απλά να κερδίσει χρόνο.

      Ο Λικίνιος πίστεψε στα γραφόμενα του Θεοδώρου και με την πρώτη ευκαιρία επισκέφτηκε όντως την Ηράκλεια και ο στρατηλάτης του οργάνωσε μια λαμπρή υποδοχή. Του ζήτησε μάλιστα και τα παγανιστικά ξόανα και είδωλα, φτιαγμένα από χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, τα οποία κουβαλούσε μαζί του ο θρησκομανής αυτοκράτορας, με σκοπό δήθεν να τους αποδώσει τιμές. Παρευθύς ο ηρωικός Θεόδωρος πήρε στα χέρια του τα σύνεργα της ειδωλολατρίας, τα οποία θρυμμάτισε και τα έδωσε στους φτωχούς να πουλήσουν τα ακριβά μέταλλα για να καλύψουν βιοτικές τους ανάγκες. Ο Λικίνιος έμεινε άναυδος από την πράξη του κορυφαίου στρατιωτικού του. Θεώρησε την πράξη του αφ’ ενός μεν ασεβή προς τους «θεούς» του κράτους, και αφ’ ετέρου προσβολή κατά του προσώπου του.

        Διέταξε αμέσως τη σύλληψή του και την ενώπιόν του μεταφορά, για να τον ανακρίνει προσωπικά. Ο αυτοκράτορας αρχικά έκρυψε τον θυμό και την προσβολή του και θέλησε με κολακείες να πείσει τον στρατηλάτη να απαρνηθεί την χριστιανική του πίστη και να θυσιάσει στους «θεούς» του. Του επεσήμανε ότι τη λαμπρή του

καριέρα τη χρωστά στην εύνοιά τους και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να τους προσφέρει θυσία. Ο Θεόδωρος παρέμεινε ατάραχος και γαλήνιος, όση ώρα μιλούσε ο Λικίνιος. Απάντησε στον αυτοκράτορα πως η χριστιανική του πίστη και ιδιότητα αξίζουν περισσότερο από όλα τα αξιώματα του κόσμου. Πως οι «θεοί» του είναι ανύπαρκτοι και αποκυήματα αρρωστημένων μυθογράφων και πως πίσω από αυτούς κρύβονται οι κακοποιοί δαίμονες, οι οποίοι λατρεύονται στα πρόσωπά τους. Πως ο αληθινός Θεός είναι η Παναγία Τριάδα, που μας αποκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να μας λυτρώσει από την αμαρτία τη φθορά και το θάνατο. Να μας απαλλάξει από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και της πλάνης, να μας κάνει τέκνα φωτός.  

      Ο θηριώδης Λικίνιος έγινε έξαλλος από οργή θυμό για την εμμονή του στρατηλάτη του να μη θυσιάσει στους «θεούς» του και για την προσβολή εναντίον τους. Τον απείλησε ότι τον περιμένουν σκληρά βασανιστήρια, αλλά ο Θεόδωρος έμεινε εδραίος στην πίστη του και περίμενε με ανυπομονησία το μαρτύριο για την πίστη του στο Χριστό. Τότε διέταξε να τον καθαιρέσουν από το υψηλό του αξίωμα, να τον γδύσουν και να τον μαστιγώσουν με βούνευρα, τα οποία κατέληγαν σε μολυβένια σφαιρίδια. Οι απάνθρωποι ειδωλολάτρες δήμιοι ξέσκιζαν με λύσσα τις σάρκες του Μάρτυρα και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή, όπου έμεινε επτά ημέρες χωρίς τροφή και νερό, αναμένοντας να απαρνηθεί την πίστη του. Αφού είδε ο Λικίνιος ότι δεν κατόρθωσε τίποτε, έδωσε εντολή να τον σταυρώσουν, εν μέσω απερίγραπτων ταπεινώσεων και βανδαλισμών. Η ψυχή του πέταξε στα ουράνια, για να συναντήσει τον αληθινό και αιώνιο Βασιλέα Χριστό και το σώμα του το συνέλλεξαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν με μεγάλες τιμές. Ήταν 8 Φεβρουαρίου του έτους 319. Αυτή την ημέρα όρισε η Εκκλησία μας να τιμάται η σεπτή του μνήμη. Ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και απολαμβάνει διαχρονικά την τιμή των πιστών. Αυτοί είναι οι ήρωες της Πίστεώς μας!   

 

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΜΨΑΚΟΥ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας χαρακτηρίζονται ως θαυματουργοί, διότι ο Θεός τους δώρισε το χάρισμα και τη δύναμη να θαυματουργούν, στο άγιο όνομά Του. Ένας από τους πλέον θαυματουργούς αγίους είναι και ο άγιος Παρθένιος επίσκοπος Λαμψάκου. Του δόθηκε ιδιαιτέρως το θαυματουργικό χάρισμα να γιατρεύει την φοβερή ασθένεια του καρκίνου.

      Έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (4ος μ. Χ. αιώνας). Γεννήθηκε σε κάποια κωμόπολη της Βιθυνίας της Μ. Ασίας από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του ονομάζονταν Χριστόφορος και ήταν διάκονος της Εκκλησίας. Δεν έκανε μεγάλες σπουδές, αλλά απόκτησε ευλάβεια, βαθιά πίστη στο Θεό και στόλισε τον εαυτό του με αρετές. Από μικρός συνήθισε να αγαπά το Θεό και τους ανθρώπους και γι’ αυτό υπήρξε σε όλη του τη ζωή φιλάνθρωπος και ελεήμονας. Αρχικά ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά. Διάλεξε αυτό το επάγγελμα για να μοιάσει στους αγίους Αποστόλους Πέτρο, Ανδρέα και Ιωάννη, που ήταν αλιείς. Το μεγαλύτερο μέρος του κόπου του το μοίραζες στους φτωχούς. Μαζί με τα ψάρια και τα χρήματα τους έδινε παρηγοριά και ελπίδα, στερεώνοντάς τους την πίστη στο Θεό. Όταν εκείνοι τον ευχαριστούσαν για την φιλανθρωπία του, εκείνος τους απαντούσε: «Γιατί με ευχαριστείτε; Δεν έχω καμία τέτοια αξίωση. Μήπως είμαστε ξένοι; Εμείς είμαστε αδελφοί. Τι είναι απλούστερο και φυσικότερο από το να βοηθά αδελφός τους αδελφούς;». Είχε την πεποίθηση ότι η φιλανθρωπία είναι υποχρέωση και καθήκον του αληθινού Χριστιανού.   

      Ο Μητροπολίτης Μελιτοπόλεως Φίλιππος ή Φιλητός, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ο Παρθένιος έδειξε σπάνιο ζήλο στην ιερατική του διακονία, γεγονός που ξετίμησε ο Μητροπολίτης Κυζίκου Αχίλλιος ή Ασχόλιος, ο οποίος τον χειροτόνησε Επίσκοπο Λαμψάκου, μιας αρχαίας πόλης της Μ. Ασίας, κοντά στον Ελλήσποντο, απέναντι από την Καλλίπολη.

       Η Λάμψακος, όπως και ολόκληρη η γύρω περιοχή, κατοικούνταν κυρίως από ειδωλολάτρες, οι οποίοι αρνούνταν να ασπασθούν τη νέα πίστη και παρέμειναν δουλικά προσηλωμένοι στην αρχαία θρησκεία, εκτελώντας τις σκοταδιστικές παγανιστικές τελετουργίες τους. Ήταν ένα από τα κυριότερα εναπομείναντα κέντρα της ειδωλολατρίας την εποχή εκείνη στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας. Με επικεφαλής τους ιερείς των ειδώλων, ο ειδωλολατρικός όχλος έδειξε εξ’ αρχής τις εχθρικές του διαθέσεις ενάντια στο νέο Επίσκοπο. Δεν ήταν λίγες οι επιθέσεις φανατικών ειδωλολατρών εναντίον του, με την παρότρυνση των ειδωλολατρών ιερέων, οι οποίοι έβλεπαν να απειλούνται τα τεράστια οικονομικά τους συμφέροντα από το ενδεχόμενο να κλείσουν τα προσοδοφόρα ειδωλολατρικά «ιερά».

      Ο Παρθένιος έδειξε από την αρχή ανοχή στις εχθρικές διαθέσεις των ειδωλολατρών. Στις φοβέρες επιθέσεις τους, απαντούσε με λόγια και με έργα αγάπης. Γνώριζε ο άγιος εκείνος Επίσκοπος πως πίσω από όλα αυτά βρισκόταν ο διάβολος, ο οποίος ήθελε να ματαιώσει το έργο της σωτηρίας των κατοίκων. Τους εχθρικούς του αντιπάλους ειδωλολάτρες τους έβλεπε ως πνευματικά ασθενείς, ως δούλους των πονηρών πνευμάτων, τα οποία δρούσαν μέσω αυτών. Και γι’ αυτό, όχι μόνο δεν κάκιωνε μαζί τους, αλλά τους συμπονούσε και τους αγαπούσε, όπως ο καλός γιατρός τον ασθενή του και ο καλός πατέρας τα παραστρατημένα παιδιά του. Τους αγαπούσε το ίδιο στοργικά με τους πιστούς της Επισκοπής του. Τους καλούσε κοντά του και συζητούσε μαζί τους με ανεξικακία, πραότητα και καλοσύνη.

      Ο Επίσκοπος Παρθένιος αποδείχτηκε άξιος του υψηλού αξιώματός του. Έδειξε ασυνήθιστο ζήλο και ποιμαντική δράση, ώστε έγινε αγαπητός από όλους. Φρόντιζε με επιμέλεια για την πνευματική καλλιέργεια και πρόοδο των πιστών, που του

εμπιστεύτηκε η Εκκλησία. Φρόντιζε επίσης και για τις υλικές τους  ανάγκες, σε μια εποχή που οι λιμοί ήταν σύνηθες φαινόμενο. Χιλιάδες άνθρωποι έτρεχαν στο επισκοπείο, για να πάρουν από το άγιο χέρι του βοήθεια. Μαζί με τους πιστούς χριστιανούς έτρεχαν ειδωλολάτρες και Ιουδαίοι, οι οποίοι δεν έφευγαν με αδειανά χέρια. Ευεργετούνταν το ίδιο με τους πιστούς, χωρίς εξαίρεση.

     Παράλληλα ο άγιος Επίσκοπος φρόντιζε και για τη δική του πνευματική πρόοδο. Προσεύχονταν αδιάκοπα, νήστευε, αγρυπνούσε, και κατακτούσε μία – μία τις χριστιανικές αρετές. Έφτασε δε σε μεγάλα ύψη αγιότητας, ώστε να αξιωθεί του χαρίσματος των ιαμάτων. Με την προσευχή του, θεράπευε στο όνομα του Ιησού Χριστού, τους ασθενείς, που έτρεχαν κοντά του να ιαθούν. Ιδιαιτέρως αξιώθηκε να θεραπεύει την νόσο του καρκίνου. Όταν πληροφορούνταν ότι κάποιος άνθρωπος ασθένησε, έτρεχε ο ίδιος να τον γιατρέψει. Δεν έκανε διακρίσεις ούτε στις θεραπείες, μαζί με τους πιστούς, θεράπευε και τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι, κατόπιν, αναγνώριζαν την δύναμη του αληθινού Θεού και ασπάζονταν την χριστιανική πίστη. Είχε αποκτήσει ακόμη το χάρισμα να εκβάλλει δαιμόνια από ανθρώπους, που είχαν εισβάλλει και τους βασάνιζαν.

      Όλα τα χρόνια της ποιμαντορίας του είχε προσελκύσει χιλιάδες ειδωλολάτρες στην Εκκλησία. Όταν έφυγε από αυτή τη ζωή άφησε ελάχιστους παγανιστές στην Επισκοπή του. Η Λάμψακος, από εστία ειδωλολατρών, είχε μεταβληθεί σε χριστιανική πόλη, όπου πλειοψηφούσαν οι ευσεβείς Χριστιανοί. Κοιμήθηκε εν ειρήνη και ο τάφος και τα ιερά λείψανά του συνέχισαν και συνεχίζουν ως τα σήμερα να θαυματουργούν. Τμήμα της Τίμιας Κάρας του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Μακρυμάλλη, της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος, η οποία θαυματουργεί σε όσους τον επικαλούνται με ευλάβεια. Υπάρχουν πάμπολλες  μαρτυρίες καρκινοπαθών, οι οποίοι έχουν ιαθεί θαυματουργικά, χάρις στον Άγιο Παρθένιο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 7 Φεβρουαρίου.  

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Μ. ΦΩΤΙΟΣ: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού  

     Στις 6 Φεβρουαρίου εορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη του Μεγάλου Φωτίου. Πρόκειται για μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα, ο οποίος έχει λάβει δικαίως τον σπάνιο τίτλο του μεγάλου. Επίσης δεν θεωρείται μεγάλος μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από την ιστορία, διότι συγκαταλέγεται στους ξεχωριστούς πνευματικούς φάρους της ανθρωπότητας.

    Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 810 μ. Χ. από πλούσιους και ευσεβείς γονείς, τον Σέργιο και την Ειρήνη, οι οποίοι ανήκαν στις τάξεις των ορθοδόξων υπερασπιστών των Αγίων Εικόνων. Έλαβε σπουδαία κλασική και θεολογική μόρφωση στα ονομαστά πανεπιστήμια της Βασιλεύουσας. Μάλιστα μετά τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, την αναστήλωση των Ιερών Εικόνων από την αγία Θεοδώρα την Αυγούστα και τον υιό της Μιχαήλ Γ΄ (842-867), το 842 ο Φώτιος ανήλθε με την αξία του σε υψηλά πολιτικά αξιώματα. Το 858 μετά την απομάκρυνση του πατριάρχη Ιγνατίου από τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο αυτοκράτορας πρότεινε να ανέβει ο Φώτιος, ο οποίος είχε αναδειχθεί ως ενάρετος και συνετός άνδρας. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του δέχτηκε να εισέρθει στον ιερό κλήρο. Σε μια εβδομάδα έλαβε και τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Η χειροτονία του ως επίσκοπος και η ενθρόνισή του στον πατριαρχικό θρόνο έγινε τα Χριστούγεννα του 858.

     Ο Φώτιος από τις πρώτες κιόλας μέρες άρχισε την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας και το κλείσιμο των πληγών της που είχε ανοίξει η εκατονταετής εικονομαχική έριδα (726-842). Καλώντας άξιους συνεργάτες αγωνίστηκε για την πνευματική ανόρθωση των πιστών και την ιεραποστολική αποστολή της Εκκλησίας, η οποία είχε αναστείλει η λαίλαπα της εικονομαχίας.  Άρχισε από τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων, τους οποίους μετέβαλε ταυτόχρονα και σε φίλους του βυζαντινού κράτους. Ανέθεσε στους δύο σπουδαίους θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο να μεταβούν στην Ευρώπη και να εκχριστιανίσουν τους λαούς της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι ήταν ακόμη ειδωλολάτρες. Αυτό σημαίνει πως πραγματικός φωτιστής της Ευρώπης είναι ο Μέγας Φώτιος!

       Στον μορφωτικό και παιδευτικό τομέα υπήρξε πρωτοπόρος για την εποχή του. Πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του ότι η παιδεία και η μόρφωση είναι απαραίτητα στοιχεία του ανθρώπου για να μεταστοιχειωθεί σε πνευματική οντότητα. Μάλιστα θεωρούσε ότι η χριστιανική πίστη και ευσέβεια θα πρέπει να επικουρούνται από τη μόρφωση και τη γνώση ώστε να ο χριστιανός να μην υστερεί έναντι του μη χριστιανού. Η χριστιανική πίστη συνδυασμένη με την «θύραθεν» παιδεία δημιουργεί άρτιες προσωπικότητας και υψηλά πολιτισμικά ιδεώδη. Γι’ αυτό και ίδρυε παντού σχολεία, στα οποία διδάσκονταν όλες οι γνώσεις και οι επιστήμες. Το πιο ονομαστό σχολείο που ίδρυσε είναι το περίφημο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας στην Κωνσταντινούπολη, όπου κλήθηκαν να διδάξουν οι πιο ονομαστοί δάσκαλοι της οικουμένης. Ο Φώτιος ήταν ένας από αυτούς ο οποίος δίδασκε φιλοσοφία σε αυτό για πολλά χρόνια, παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα.

      Ο Φώτιος έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα κλασικά γράμματα και εκτίμηση για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και συγγραφείς και γι’ αυτό είχε βάλλει ως στόχο να διασώσει την αρχαιοελληνική πνευματική κληρονομία, την οποία θεωρούσε και δική του κληρονομιά. Ανέθεσε σε μοναχούς καλλιγράφους να αντιγράφουν και να διαδίδουν τα αρχαία συγγράμματα και να εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες. Ο ίδιος ανέλαβε το τιτάνιο έργο να διασώσει σε επιτομή τα σπουδαιότερα έργα των αρχαίων στο περίφημο και μοναδικό στην ιστορία, έργο του: «Μυριόβιβλος». Στο έργο αυτό

έχουν διασωθεί τα πιο σπάνια έργα των αρχαίων. Μάλιστα βεβαιώνουν οι ειδικοί πως αν ο Φώτιος δεν μας άφηνε την «Μυριόβιβλό» του η γνώσεις μας για τους αρχαίους συγγραφείς θα ήταν φτωχή. Δε θα γνωρίζαμε καν την ύπαρξη κλασικών έργων, ούτε καν τους συγγραφείς τους χωρίς αυτή!

     Όμως οι μεγάλοι άνδρες αντιμετωπίζουν και μεγάλες προκλήσεις και έχθρες. Έτσι και ο Φώτιος πέρασε μια ταραγμένη ζωή. Οι «ιγνατιανοί» κατέφυγαν στον πάπα της Ρώμης Νικόλαο για να καταγγείλουν τον Φώτιο για αντικανονικές ενέργειες. Ο πάπας (ο οποίος ήταν ακόμη ορθόδοξος) βρήκε αφορμή για να επέμβει στα πράγματα της Ανατολής απαίτησε να του αποδοθούν κτήσεις που του είχαν αφαιρεθεί. Ζήτησε να καθιερωθεί υποχρεωτικά η λατινική γλώσσα στη λατρεία των εκκλησιών που ίδρυσαν οι βυζαντινοί ιεραπόστολοι στην Ευρώπη και φυσικά απαίτησε την αποκατάσταση του Ιγνατίου. Ο Φώτιος κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν προσχήματα και γι’ αυτό προχώρησε στην καταδίκη της αιρέσεως του filioque (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού) και κατάγγειλε τις αντιεκκλησιαστικές ενέργειες του πάπα. Τελικά ο πάπας αφόρισε τον Φώτιο το 863 και ο Φώτιος αναγκάστηκε να κάμει το ίδιο, συγκάλεσε σύνοδο το 867, με την οποία αναθεμάτισε και καθαίρεσε τον πάπα Νικόλαο. Αυτό είναι το πρώτο λεγόμενο «σχίσμα επί Φωτίου».

     Το 867 από το νέο αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ απομακρύνθηκε από το θρόνο και εξορίστηκε. Επανήλθε το 879 στο θρόνο για να απομακρυνθεί και πάλι το 886. Κοιμήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 893, αφού είχε συμφιλιωθεί με τον Ιγνάτιο και είχε αποκατασταθεί το σχίσμα με την Εκκλησία της Ρώμης. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και μέγα για το μεγάλο έργο του. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον θεωρεί προστάτη της και εορτάζει με λαμπρότητα την ημέρα της μνήμης του.

      Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Μέγας Φώτιος και το έργο του είναι εξαιρετικά επίκαιρο για την εποχή μας. Ο σύγχρονος οικουμενιστικός οίστρος τείνει να ισοπεδώσει την ορθόδοξη παράδοσή μας και να νοθεύσει την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Ο οικουμενισμός κατόρθωσε να περάσει την αιρετική εκκλησιολογική κακοδοξία ότι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας δεν είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, αλλά μέρος της, αφού, κατ’ αυτόν, «εκκλησία» είναι και η πανσπερμία των αιρετικών ομάδων, από τον παπισμό, έως και τις εσχατιές του προτεσταντισμού! Μελετώντας το έργο του Μεγάλου Φωτίου, δεν αφήνονται τέτοια περιθώρια από τον θεοφόρο άνδρα! Η Εκκλησία, κατ’ εκείνον, είναι μία και αδιαίρετη, όπως το Σώμα του Χριστού. Οι σχισματικοί και οι αιρετικοί είναι εκτός της Μιας Εκκλησίας. Ο σύγχρονος όρος «Εκκλησίες» και «ένωση Εκκλησιών» είναι ορολογία άγνωστη στον άγιο Φώτιο, αλλά κυριαρχεί ο όρος «επιστροφή στην Εκκλησία». Ιδιαιτέρως ο Μ. Φώτιος, εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, κατανόησε την αποστασία της δυτικής χριστιανοσύνης και προείδε τα σπέρματα της παπικής κατάπτωσης. Και γι’ αυτό αγωνίστηκε σφοδρά για τη διάσωση της Ορθοδοξίας της Εκκλησίας και ο αγώνας του είναι αποτυπωμένος στο έργο και τις αποφάσεις της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (879-880). Ο αγώνας του και η ιστορία τον δικαίωσε. Οι φόβοι του δυστυχώς επαληθεύτηκαν, αφού η δυτική χριστιανοσύνη οδηγήθηκε τελικά εκτός της Εκκλησίας και παραμένει εκτός ως τα σήμερα. Τρανή απόδειξη το μίσος των δυτικών κατά του Μεγάλου Φωτίου, τον οποίο, όχι μόνο δεν τον τιμούν ως άγιο, αλλά του προσάπτουν απίστευτες συκοφαντίες εδώ και δέκα αιώνες! Για μας τους Ορθοδόξους είναι (θα πρέπει να είναι) ο Μέγας Φώτιος, μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες της εποχής του και μετέπειτα (Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Γεώργιο Σχολάριο, Κοσμά Αιτωλό, Ιουστίνο Πόποβιτς, κλπ), τα φωτεινά ορόσημα της Ορθόδοξης πίστης μας και της εκκλησιαστικής μας αυτοσυνειδησίας!

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

«ΕΙΔΟΝ ΟΙ ΟΦΘΑΛΜΟΙ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΣΟΥ» (Λουκ.2,31)

 

(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου)

                                                 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

     Η μεγάλη θεομητορική και συνάμα δεσποτική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι ένας ακόμη σημαντικός εορτολογικός σταθμός του ενιαυτού στην Εκκλησία μας. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου του Χριστού στον ιουδαϊκό Ναό της Ιερουσαλήμ και της ευλογίας Του από τον άγιο Συμεών και την σεβάσμια γερόντισσα και προφήτιδα Άννα. Αυτή η τυπική νομική επίσκεψη του Κυρίου μας στο Ναό του Θεού ενέχει πολύ μεγάλη θεολογική σημασία για την Εκκλησία μας, διότι όπως θα δούμε, εκεί αναγγέλλεται για πρώτη φορά δημόσια η πολυπόθητη για το ανθρώπινο γένος έλευση του Λυτρωτή και ειπώθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαίους, Συμεών και Άννα, ύψιστης αξίας προφητικά λόγια, τα οποία φανερώνουν περίτρανα την θεία καταγωγή και τη σωτήρια αποστολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό οι Ορθόδοξοι πιστοί πανηγυρίζουμε λαμπρά αυτή την ιερή ημέρα.

      Η εορτή της Υπαπαντής είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους χρόνους ίσως και νωρίτερα του 5ου αιώνα. Καθιερώθηκε κατ’ αρχήν στη Δύση για να αντικαταστήσει τη βάρβαρη και παγανιστική εορτή του προς τιμήν απαίσιου τραγόμορφου θεού των δασών Silvanus, αντίστοιχου του Πάνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας, προκειμένου να σταματήσουν τα αισχρά όργια των λατρευτών του ψευτοθεού.   

      Σύμφωνα με τη μωσαϊκή θρησκεία όφειλαν οι γονείς να οδηγήσουν στο Ναό και να αφιερώσουν στο Θεό κάθε νεογέννητο παιδί την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή του (Έξοδ.13,1). Για τους πιστούς Ιουδαίους η γέννηση παιδιών θεωρούνταν θείο δώρο και γι’ αυτό φρόντιζαν να ευχαριστήσουν το Θεό, μετά τον καθαρισμό της λεχώνας μητέρας, μετά από σαράντα ημέρες, όπως προέβλεπε η μωσαϊκή νομοθεσία, «όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ’ υιώ ή επί θυγατρί, προσοίσει αμνόν άμωμον, εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου» (Λευιτ.12.6).    

      Το ίδιο έκαμαν και οι άγιοι γονείς του Κυρίου μας. Ως ευσεβείς τηρητές της ιουδαϊκής θρησκείας τηρούσαν επακριβώς όλες τις νομικές διατάξεις. Ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει πως «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον υπό  γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση» (Γαλ.4,4), διότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ.2,17). Κάθε λεπτομέρεια της ζωής του Κυρίου έχει μεγάλη θεολογική και σωτηριολογική σημασία, διότι αποδεικνύει την πραγματική ενανθρώπησή Του και κατά συνέπεια τη βεβαία σωτηρία μας!                     

     Ο ευαγγελιστής Λουκάς διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το γεγονός της εισόδου του νηπίου Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ. «Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω… Και ιδού ην ανθρωπος εν Ιερουσολύμοις ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ην δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν΄ και ην αυτώ κεχρισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν΄ και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε: νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σας Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί λαλουμένοις περί αυτού. Και

 ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού΄ ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,22-35).

      Πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν για τους ευσεβείς Ιουδαίους τόπος ιερός και άγιος, διότι πίστευαν πως εκεί κατοικούσε ο Ύψιστος Θεός. Η προσέγγισή τους εκεί γέμιζε την ψυχή τους με βαθιά ευλάβεια. Μόλις περνούσαν τις μεγαλόπρεπες πύλες του εντοιχισμένου περιβόλου, τους καταλάμβανε δέος και τρόμος. Πατούσαν τον τόπο της παρουσίας του απόλυτα απρόσιτου Θεού! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ ήταν ταυτόσημος με την ιουδαϊκή θρησκεία και σημείο αναφοράς κάθε πιστού Ιουδαίου. Χωρίς αυτόν δε μπορούσε να λειτουργήσει η ιουδαϊκή θρησκεία και γι’ αυτό όταν καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατοχής, τέθηκε το ερώτημα αν μπορούσε να υπάρξει η θρησκεία χωρίς αυτόν, τόσο μεγάλη σημασία είχε για τους Ιουδαίους.

      Ο Ναός ήταν ο τόπος ηρεμίας και παρηγοριάς όλων των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι απαυδισμένοι από την αφάνταστη ασέβεια και ηθική κατάπτωση της εποχής των, περίμεναν την από Θεού λύτρωση. Ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος ο Ναός και προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή για την αποστασία του λαού και παρακαλούσαν, με δάκρυα, την συντόμευση του χρόνου της ελεύσεως του Μεσσία. Ορισμένοι μάλιστα είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στα πολυάριθμα παρακείμενα κτίσματα και ζούσαν με προσευχή και νηστεία, την αναμονή του Σωτήρα.

      Δύο από αυτούς ήταν ο δίκαιος Συμεών και η αγία γερόντισσα  Άννα. Ο Συμεών, λόγω αγιότητας,  ήταν πλημμυρισμένος από το Άγιο Πνεύμα και είχε την θεία πληροφορία πως δεν θα πέθαινε πριν δει το Μεσσία. Πράγματι, ο φωτισμένος άγιος γέρων, με την έμπνευση του Θεού Παρακλήτου, αναγνώρισε στο πρόσωπο του νηπίου, που έφερε στο Ναό η αγία Οικογένεια, τον αναμενόμενο Λυτρωτή και αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια, ενώπιον πλήθους προσκυνητών, ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας ήρθε! Πήρε στις αδύναμες γεροντικές του αγκάλες το Θείο Βρέφος και με δάκρυα ανείπωτης χαράς ύψωσε τα μάτια τους στον ουρανό και ύμνησε το Θεό, ο Οποίος πραγματοποίησε την υπόσχεσή Του να στείλει στον κόσμο το Λυτρωτή, που ανήγγειλε μέσω των προφητών Του.

      Ανέπεμψε τη γνωστή σε όλους μας τελευταία καταγραμμένη ωδή της Καινής Διαθήκης, «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα…». Η ωδή αυτή έχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο Συμεών απευθύνεται στο Θεό Παράκλητο, Οποίος τον είχε διαβεβαιώσει για τον ερχομό του Σωτήρα. Μόνο αυτό το γραφικό χωρίο θα αρκούσε να αποδείξει την πραγματικότητα της θείας υποστάσεώς Του σε όσους κακόβουλα και πλανεμένα Την αρνούνται. Τον αποκαλεί Δέσποτα, αποκλείοντας κάθε υπόνοια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Αποδεικνύεται περίτρανα η υπέρτατη συμβολή Του στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Η σάρκωση του Θεού Λόγου είναι, κατά κύριο λόγο, έργο του Παναγίου Πνεύματος (Λουκ.1,35. Ματθ.1, 21).

     Ο άγιος γέρων ζητεί από το Θεό, αν θέλει, τον πάρει πια από τη ζωή αυτή, διότι ικανοποιήθηκε η μεγάλη προσδοκία του. Ο λόγος του Θεού, που έτρεφε με θέρμη περίσσια στην ψυχή του βγήκε αληθινός και πραγματοποιήθηκε. Ευτύχησε να δει με τα  γεροντικά του μάτια τη νέα εποχή της σωτηρίας και της χάριτος, ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία Του. Ζητεί να απολυθεί από αυτόν τον μάταιο κόσμο ειρηνικά, διότι το άγχος και η ταραχή, που προκαλεί στο βίο η αμαρτία, παραμερίζονται. Αποζητά το θάνατο, διότι

προαισθάνεται ότι επίκειται ο θάνατος του θανάτου του. Ότι, δια του Χριστού και με την ανάστασή Του νικήθηκε ο θάνατος. Δεν είναι εκμηδένιση, όπως δοξάζουν οι άπιστοι, αλλά πέρασμα προς την αιωνιότητα. Αυτές τις πληροφορίες είχε στο νου του ο θεοφώτιστος γέροντας Συμεών και γι’ αυτό τον αποζητά.

      Μια άλλη σημαντική παράμετρος της ωδής του Συμεών είναι η επισήμανση της παγκοσμιότητας της σωτηρίας. Αποκαλεί το «σωτήριον», δηλαδή το Μεσσία, ετοιμασμένον «κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,32). Ο δίκαιος γέρων, υπό θεία έμπνευση υπερέβη τις μικροεθικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις και κατανόησε την καθολική σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα και όχι μόνο για τους Ιουδαίους, να ιδρύσει εγκόσμια ιουδαϊκή βασιλεία, όπως τον περίμεναν (και τον περιμένουν ακόμα).

     Ο άγιος Συμεών, όταν τελείωσε την ευχαριστήρια ωδή του, ευλόγησε την αγία Οικογένεια και είπε στη Θεοτόκο πως,  «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία΄ όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ.2,34), προφητεύοντας την αιώνια διαμάχη για το θείο πρόσωπο του Χριστού και βέβαια την μητρική πίκρα της Παναγίας μας εξαιτίας του Θείου Πάθους του Υιού Της.                    

     Το ίδιο ομιλούσε και η αγία προφήτιδα Άννα. Ο ιερός Ευαγγελιστής μας πληροφορεί πως, «Αύτη προβεβηκύια εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής και αύτη χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν» (Λουκ.2,36). Μόλις είδε το Θείο Βρέφος στις αγκάλες του Συμεώνος, πληρωμένη από την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, «επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ» (Λουκ.2,38). Έχει και αυτή η λεπτομέρεια μεγάλη σημασία. Η γυναίκα στον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο ήταν ολότελα απαξιωμένη. Εδώ, στο πρόσωπο της γηραιάς προφήτιδας, καταξιώνεται και πάλι η παραγκωνισμένη προσωπικότητα της γυναίκας. Η αγία Άννα στέκεται επάξια δίπλα στο Συμεών και καταδεικνύει προφητικά τη χαραυγή της λυτρώσεως του κόσμου, δια του Χριστού.     

     Η μεγάλη εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου είναι μια καλή ευκαιρία για όλους τους πιστούς να δοξάσουμε για μια ακόμα φορά τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ο Οποίος χάρις στην άμετρη φιλανθρωπία Του, άφησε τα δυσθεώρητα ύψη του ουράνιου θρόνου Του και έγινε άνθρωπος, για να σώσει το ανθρώπινο γένος από τα φοβερά δεσμά της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Χάρις στη σωτηρία μας, Αυτός που «τα σύμπαντα εν τη δρακί περιέχων», καταδέχθηκε να αναπαυθεί στις γεροντικές αγκάλες του δικαίου Συμεών και να λάβει ευλογία από αυτόν, Εκείνος που ευλογεί, συντηρεί και δίνει ζωή σε ολάκερη τη δημιουργία. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας!

      Η εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας δίνει, πρέπει να μας δίνει, τη βεβαιότητα πως «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», όπως διακήρυξε με περισσό θάρρος ο απόστολος Πέτρος, παρά μονάχα στο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού μας, του Οποίου «ουδέ όνομα εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ.4,12). Να μην αναζητούμε άλλους ψεύτικους και αναποτελεσματικούς σωτήρες, διότι μόνος Αυτός, ετοιμάσθηκε από τη θεία βουλή και ήλθε στον κόσμο ως λυτρωτής «πάντων των λαών» και «φως εις αποκάλυψιν εθνών» (Λουκ.2,31-32).      

 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΤΡΥΦΩΝ: Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΩΝ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Ένας από τους ηρωικότερους μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας είναι και ο άγιος Τρύφωνας ο ιαματικός. Μάλιστα για την απλότητά του και την ενασχόλησή του με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, θεωρείται ο προστάτης άγιος των γεωργών και ιδιαίτερα των αμπελουργών.

       Γεννήθηκε στη Λάμψακο της Φρυγίας της Μ. Ασίας περί το 220 μ. Χ., από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι του ενέπνευσαν την πίστη στον αληθινό Θεό. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και ο ίδιος εξασκούσε το επάγγελμα του χηνοβοσκού. Όμως παράλληλα μελετούσε την Αγία Γραφή και ποθούσε να τύχει της σωτηρίας και να γίνει πολίτης της ουράνιας βασιλείας του Θεού. Χάρις στην βαθιά του πίστη και την αγνή και αγία ζωή του προικίστηκε από το Θεό να έχει το χάρισμα της θεραπείας ασθενειών και την εκδίωξη των δαιμόνων. Κάποτε έκανε περιοδεία στην Μ. Ασία ο αυτοκράτορας Γορδιανός (238-244) έχοντας μαζί του και την άρρωστη κόρη του, η οποία βασανιζόταν από φοβερό δαιμόνιο. Πληροφορήθηκε για τη δύναμη του χριστιανού Τρύφωνα, του οποίου ζήτησε τη βοήθεια. Ύστερα από θερμή προσευχή θεράπευσε την κόρη του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα, αποδεικνύοντας τη δύναμη του αληθινού Θεού. Το θαύμα αυτό στάθηκε αφορμή να μεταστραφούν στο Χριστό πλήθος ειδωλολατρών και να εγκαταλείψουν τη λατρεία των δαιμονικών «θεών» και των ειδώλων.

     Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε περίοδο σκληρών διωγμών των Χριστιανών από το ρωμαϊκό κράτος. Με την παρότρυνση των αδίστακτων και σκοταδιστικών ειδωλολατρών ιερέων, των μάντεων, των μάγων, των ορφεοτελεστών και άλλων παρασίτων της ειδωλολατρικής θρησκείας, οι ρωμαϊκές αρχές καταδίωκαν με μανία εξοντώσεως τους Χριστιανούς, υποβάλλοντάς τους σε φρικτά βασανιστήρια και το θάνατο. Το 249 ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Ρώμης ο Δέκιος (249-251), ένας ιδιαίτερα σκληρός και απάνθρωπος ηγεμόνας. Τα σκοτεινά ειδωλολατρικά ιερατεία έπεισαν τον δεισιδαίμονα αυτοκράτορα, πως δήθεν, οι «θεοί» ήταν δυσαρεστημένοι από την παρουσία και τη δράση των Χριστιανών και γι’ αυτό δεν έδειχναν ευμένεια για το κράτος. Τον συμβούλεψαν πως για να ξαναγίνουν ευμενείς οι «θεοί», «ζητούσαν» να τους προσφέρουν θυσία όλοι οι πολίτες του κράτους! Έτσι ο Δέκιος έδωσε διαταγή να προσφέρουν θυσίες όλοι οι πολίτες, με πιστοποίηση από τις αρχές. Όποιοι θα αρνούνταν να θυσιάσουν θα θανατώνονταν με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Ευνόητο ότι οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους δαιμονοθεούς και γι’ αυτό σύρθηκαν στα μαρτύρια μυριάδες πιστοί. Ο διωγμός επί Δεκίου είναι ο πρώτος μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, ο οποίος είχε γενικό χαρακτήρα σε ολόκληρη την αχανή αυτοκρατορία.  

      Ένας από αυτούς ήταν ο άγιος Τρύφων, ο οποίος είχε γίνει στόχος των ειδωλολατρών ιερέων της Λαμψάκου και ιδιαιτέρως του επάρχου της Ανατολής Ακυλίνου, που είχε ως έδρα του τη Νίκαια. Καταγγέλθηκε ότι αρνήθηκε να προσφέρει θυσία στα είδωλα και πως κηρύσσει τον Χριστιανισμό και μεταστρέφει ειδωλολάτρες στη νέα, μισητή γι’ αυτόν, πίστη. Διέταξε τη σύλληψή του  και τη μεταφορά του στον θηριώδη έπαρχο.

     Ο νεαρός Χριστιανός έδειξε πρωτοφανές ηρωικό φρόνημα απέναντι στους ειδωλολάτρες ανακριτές και στον ίδιο τον έπαρχο. Ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό και στηλίτευσε την ειδωλολατρία, ως λατρεία των δαιμόνων στα πρόσωπα των άγριων και ανήθικων «θεοτήτων» της. Δήλωσε μάλιστα με πρωτόγνωρο θάρρος πως έχει τη διάθεση να μαρτυρήσει για το Χριστό, να χύσει το αίμα του και να δώσει τη ζωή του για Εκείνον!

     Οι ειδωλολάτρες ανακριτές, κυριευμένοι από δαιμονικό θυμό, τον παρέδωσαν στους τερατώδεις δημίους να τον υποβάλλουν στα πιο σκληρά και επώδυνα βασανιστήρια, για να καμφθεί και να αρνηθεί την πίστη του. Τον κάρφωσαν σε ξύλο και τον χτυπούσαν αλύπητα και ασταμάτητα με ξύλινα σπαθιά. Ο ηρωικός μάρτυρας υπέμεινε με καρτερία τα επώδυνα βασανιστήρια και κήρυττε μεγαλόφωνα Χριστό Εσταυρωμένο και Αναστάντα. Κατόπιν προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν με δελεαστικές προτάσεις να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Αλλά εκείνος παρέμεινε αμετάπειστος. Τότε τον υπέβαλλαν σε νέα, πιο φρικτά και επώδυνα βασανιστήρια. Τον δένουν και τον σέρνουν στην πόλη, τον φυλακίζουν και του τρυπούν τα πόδια, τον κτυπούν με σιδερένια ραβδιά και του καίνε το σώμα με αναμμένους πυρσούς. Αλλά ο μάρτυς συνεχίζει να υπομένει με ηρωισμό τα βασανιστήρια. Ένα φωτεινό στεφάνι κατέβηκε από τον ουρανό και στάθηκε στο κεφάλι του. Το θαύμα αυτό έκανε πολλούς ειδωλολάτρες να φοβηθούν και να πιστέψουν στον αληθινό Θεό.

       Βλέποντας ο θηριώδης και σκληρόκαρδος έπαρχος Ακυλίνος ότι η καρτερία του Τρύφωνα μεταστρέφει και άλλους στον Χριστιανισμό, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Όμως πριν προλάβουν να του πάρουν το κεφάλι ξεψύχησε, παραδίνοντας στο Χριστό την αγνή και αγία ψυχή του. Οι Χριστιανοί της Νίκαιας, με φόβο και ευλάβεια, παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του Μάρτυρα για να το ενταφιάσουν με τιμές. Αλλά ο άγιος παρουσιάστηκε σε όραμα, ζητώντας τους να μεταφερθεί το σώμα του στην πατρίδα του τη Λάμψακο, όπου θάφτηκε, επιτελώντας άπειρα θαύματα. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Φεβρουαρίου και τιμάται ιδιαίτερα σε πολλά μέρη της Ελλάδος. Υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες θαυμάτων και γι’ αυτό ονομάζεται ιαματικός και ανήκει στην κατηγορία των Αναργύρων Αγίων της Εκκλησία μας.  

        Ο άγιος Τρύφωνας είναι αγαπητός κυρίως στους αγρότες και ιδιαίτερα στους αμπελουργούς, των οποίων θεωρείται προστάτης άγιος. Εικονίζεται μάλιστα να βαστά κλαδευτήρι στο αριστερό του χέρι. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο πως την εποχή αυτή γίνεται το κλάδεμα των αμπελιών και την ημέρα της μνήμης του δεν εργάζονται οι αμπελουργοί. Είναι ευλογία για μας του Χριστιανούς, το κάθε επάγγελμα να έχει τον προστάτη άγιό του!

 

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Η ελληνική παιδεία και ο πολιτισμός έχουν τη δική τους εορτή. Στις 30 Ιανουαρίου εορτάζουν μαζί με την Εκκλησία μας τη μνήμη τριών ξεχωριστών προσωπικοτήτων της παγκόσμιας ιστορίας, των ισάριθμων Ιεραρχών, του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Τιμώντας εκείνους, τιμούμε μαζί όλα τα ευγενή ανθρώπινα επιτεύγματα και τον πολιτισμό, διότι αυτοί τα βίωσαν και τα καλλιέργησαν στο έπακρο και γι’ αυτό δικαίως καθιερώθηκαν προστάτες τους.  

       Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330. Οι γονείς του Βασίλειος και Εμμέλεια, μαζί με τη γιαγιά του Μακρίνα, φρόντισαν να γεμίσουν την ψυχή του με ευσέβεια και αγάπη για την Εκκλησία. Σπούδασε στις πιο ονομαστές σχολές της εποχής του, με αποκορύφωμα τις φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών. Εκεί , μαζί με το φίλο του Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, σπούδασε τέσσερα χρόνια (351-355), φιλοσοφία, νομικά, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία, μουσική και ιατρική. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του και εργάστηκε ως δικηγόρος και δάσκαλος της ρητορικής. Παράλληλα επισκέφτηκε διάφορα ονομαστά μοναστικά κέντρα προκειμένου να γνωρίσει την μοναχική ζωή. Το 360 αποσύρθηκε μαζί με το φίλο του Γρηγόριο σε ερημική τοποθεσία, κοντά στον Ίρη ποταμό του Πόντου, όπου μόνασε ως το 363 μελετώντας και συγγράφοντας. Το 363 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Καισάρεια, αναπτύσσοντας τεράστια φιλανθρωπική δράση. Το 370 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Καισάρειας της Καππαδοκίας. Τότε αρχίζει ένα καταπληκτικό κοινωνικό έργο. Ίδρυσε την περίφημη «Βασιλειάδα», ένα τεράστιο συγκρότημα ευποιΐας, το οποίο περιλάμβανε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, πτωχοκομείο, επαγγελματικές σχολές, κλπ. Μέσα σε αυτό έβρισκαν καταφύγιο και βοήθεια χιλιάδες άνθρωποι. Κατά τον φοβερό λιμό του 367-368 έσωσε από βέβαιο θάνατο όλους τους φτωχούς της ευρύτερης περιοχής της Καισάρειας. Ταυτόχρονα ανέπτυξε τεράστια ποιμαντική και συγγραφική δράση. Υπήρξε δεινός θεολόγος, μέγας συγγραφέας, του οποίου το έργο αποτελεί μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Εξαιτίας του φιλάσθενου οργανισμού του και του αφάνταστου κόπου του έργου του πέθανε νέος 49 ετών την 31 Δεκεμβρίου του 378. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379 με πρωτοφανείς εκδηλώσεις σεβασμού και τιμής από εχθρούς και φίλους. Η Εκκλησία μας την ημέρα αυτή τιμά την μνήμη του.

       Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Γρηγόριος και Νόννα εύποροι όντες έδωσαν μεγάλη μόρφωση μα και ευσέβεια στο παιδί τους. Φοίτησε στις ονομαστές σχολές της Καισάρειας της Καππαδοκίας, της Καισάρειας της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και των Αθηνών. Όπως αναφέραμε εκεί γνωρίστηκε με τον Βασίλειο. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του  γύρισε στην Ναζιανζό και προτίμησε να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Μόνασε για ένα χρόνο μαζί με το Βασίλειο στον Ήρι ποταμό του Πόντου και στη συνέχεια χειροτονήθηκε επίσκοπος Σασίμων. Το 379 σύνοδος επισκόπων της Αντιόχειας αποφάσισε να μεταβεί ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να αντιμετωπισθεί η αρειανική λαίλαπα στην Βασιλεύουσα. Με ορμητήριο ένα μικρό ναό κήρυττε στα πλήθη και σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να αναχαιτίσει την αίρεση. Το 380 αναδείχτηκε αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινούπολης χωρίς ουσιαστικά να το επιθυμεί. Όταν κάποιοι αμφισβήτησαν την εκλογή του για τυπικούς λόγους παραιτήθηκε και επέστρεψε στην Καππαδοκία, ζώντας το υπόλοιπο του βίου του με προσευχή, άσκηση, φιλανθρωπία και ησυχία. Συνέγραψε τεράστιο θεολογικό και ποιητικό έργο. Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 390. Την ημέρα αυτή τιμά η Εκκλησία τη μνήμη του.

        Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354. Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης, τον οποίο μετέστρεψε στον Χριστιανισμό η σύζυγός του και μητέρα του Ιωάννη υπέροχη Ανθούσα. Αφού ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή

του, προσκολλήθηκε στον ονομαστό ειδωλολάτρη Λιβάνιο ώστε να συμπληρώσει τις σπουδές του στην ρητορική και τη φιλοσοφία. Η επίδοσή του ήταν τέτοια ώστε ο Λιβάνιος τον προόριζε για διάδοχό του στη Σχολή! Αμέσως μετά σπούδασε Θεολογία στην ονομαστή Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Άσκησε για λίγο χρόνο το επάγγελμα του ρήτορα, στο οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Όμως πολύ γρήγορα εγκατέλειψε την κοσμική δόξα, το προσοδοφόρο επάγγελμα και τις ιαχές του πλήθους και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Το 380 χειροτονήθηκε διάκονος και το 385 πρεσβύτερος στην Αντιόχεια. Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια εργάστηκε δραστήρια και αναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα, διδασκάλου και κοινωνικού εργάτη. Πλήθος αναξιοπαθούντων έβρισκαν κοντά του πνευματική και υλική στήριξη. Το 398 οδηγήθηκε παρά τη θέλησή του να αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ως Αρχιεπίσκοπος της Βασιλεύουσας ανέλαβε έναν τιτάνιο αγώνα κατά της διαφθοράς και της ακολασίας που είχε επικρατήσει στην πλούσια πρωτεύουσα του κράτους. Ξεκίνησε το ξεκαθάρισμα από την Εκκλησία και έφτασε μέχρι τα ανάκτορα και ιδιαίτερα στηλίτευσε την διεφθαρμένη αυτοκράτειρα Ευδοξία  Ήρθε σε ρήξη με τους ισχυρούς του χρήματος και της κρατικής εξουσίας. Όλοι αυτοί κατόρθωσαν ακόμα και με απόφαση ψευδοσυνόδου (Ιέρειας του 407) να εξοριστεί  δύο φορές στον Πόντο. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 δεν άντεξε τις κακουχίες και πέθανε καθ’ οδόν στα βάθη της Αρμενίας.

       Το έργο του Ιωάννη υπήρξε τεράστιο. Το συγγραφικό του έργο κολοσσιαίο. Η κοινωνική του προσφορά ανεκτίμητη. Η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο Χρυσόστομος, διότι υπήρξε πραγματικά ο μεγαλύτερος Πατέρας ρήτορας, το γλυκόλαλο αηδόνι της Εκκλησίας, όπως παρατηρεί σύγχρονος στοχαστής.

     Η μνήμη του εορτάζεται στις 13 Νοεμβρίου.             

     Η τριάδα των κορυφαίων αυτών ιεραρχών της Εκκλησίας μας, έχουν καθιερωθεί στη συνείδηση των πιστών, αλλά και της ανθρώπινης ιστορίας, ως οι φωτεινές εκείνες προσωπικότητες οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του παγκόσμιου πολιτισμού. Είναι οι εκπρόσωποι μιας πλειάδας φωτόμορφων πατέρων της Εκκλησίας μας οι οποίοι όχι μόνο διέσωσαν ό,τι πολύτιμο είχε δημιουργήσει η ανθρώπινη διάνοια ως τότε, κυρίως των ελλήνων, αλλά μέσα στο πνεύμα του φωτός, της ελευθερίας και της αγάπης της απαράμιλλης διδασκαλίας του Χριστού, συνέθεσαν τον νέο πολιτισμό του κόσμου, τον ελληνοχριστιανικό.

     Οι τρεις Ιεράρχες έχουν καθιερωθεί ως οι προστάτες των γραμμάτων και του πολιτισμού από τον 10ο κιόλας αιώνα από τον φωτισμένο επίσκοπο Ευχαϊτών Ιωάννη Μαυρόποδα. Εκείνος είχε βάλλει τέλος στην ιερή διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας για το ποιος από τους τρεις Ιεράρχες υπήρξε ο πιο σπουδαίος. Τέτοια ήταν η επίδραση των μεγάλων αυτών προσωπικοτήτων στη συνείδηση των πιστών! Έτσι από τότε στην ιερή κοινή μνήμη τους (30 Ιανουαρίου) μαζί με αυτούς τιμώνται τα γράμματα και εορτάζουν οι παράγοντες της παιδείας, διδάσκοντες και διδασκόμενοι.

     Οι υπέροχες φωτεινές αυτές προσωπικότητες αποτελούν την ηχηρή απάντηση σε όσους είτε από άγνοια, είτε από σκόπιμη εμπάθεια συκοφαντούν τον Χριστιανισμό ως δήθεν σκοταδιστικό σύστημα, το οποίο κατάστρεψε τον αρχαίο πολιτισμό και οδήγησε την ανθρωπότητα στο σκοτεινό μεσαίωνα. Οι τρεις Ιεράρχες, και το σύνολο σχεδόν των πατέρων της Εκκλησίας μας, υπήρξαν φορείς υψηλής μορφωτικής στάθμης. Ο Μέγας Βασίλειος κατείχε όλη σχεδόν τη γνώση της εποχής του, ήταν θεολόγος, φιλόλογος, ιατρός, γεωμέτρης, φυσιοδίφης, νομικός, ρήτορας, μουσικός, κλπ. Ο Γρηγόριος υπήρξε μέγας θεολόγος, απαράμιλλος ποιητής αρχαϊκών στίχων, ρήτορας και φιλόσοφος. Χάρη στην κολοσσιαία μόρφωσή του διετέλεσε καθηγητής των ονομαστών φιλοσοφικών σχολών των Αθηνών! Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπήρξε ονομαστός ρήτορας, νομικός, θεολόγος, άριστος φιλόλογος και απαράμιλλος

χειριστής του λόγου, γι' αυτό ονομάστηκε και Χρυσόστομος. Ο ονομαστός εθνικός δάσκαλός του Λιβάνιος είχε πει με πίκρα πως τον υπέροχο αυτό μαθητή του τον

κέρδισε ο Χριστιανισμός και έτσι ο εθνισμός έχασε μια σπάνια πνευματική προσωπικότητα!

        Η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος που έζησαν ήταν εποχή μεταβατική,  έντονων πνευματικών συγκρούσεων. Ο αρχαίος κόσμος έδυε κάτω από την ιστορική αναγκαιότητα και μια νέα πραγματικότητα έπαιρνε τη θέση του στο πνευματικό στερέωμα, ο Χριστιανισμός. Αυτή η μετάβαση δεν έγινε χωρίς συγκρούσεις και τριβές. Ο θνήσκων εθνισμός ανθίστατο με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Η θλιβερή περίπτωση του ψευτορομαντικού Ιουλιανού (361-363) να νεκραναστήσει την ειδωλολατρία με τη βία και τους διωγμούς κατά του Χριστιανισμού, χωρίς φυσικά αποτέλεσμα, αποτελεί μια φανερή πτυχή της ταραγμένης εκείνης εποχής. Οι εν λόγω πατέρες όμως όχι μόνο είδαν την, χωρίς πισωγύρισμα, ροή των ιστορικών πραγμάτων αλλά συνέβαλλαν θετικά σ' αυτό. Παράλληλα κράτησαν συνετή στάση μπροστά στις βαρβαρότητες του εθνισμού. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του Γρηγορίου προς τον φίλο του και πρώην συμμαθητή του Ιουλιανό. Προέτρεπε τον φανατικό αυτοκράτορα να μελετήσει καλλίτερα τον ελληνισμό ώστε να διδαχθεί μέσα από αυτόν ότι δεν δικαιολογούνται διωγμοί και κακουργίες στο όνομα αυτού. "Το ελληνίζειν εστί πολυσήμαντον" τόνιζε ο σοφός ιεράρχης. Μετά την επιστολή αυτή ο θηριώδης αυτοκράτορας άρχισε να αλλάζει στάση κατά των Χριστιανών.

     Οι τρεις Ιεράρχες δεν ήταν μόνο θιασώτες του λόγου, αλλά και ακάματοι εργάτες του έργου. Μια σύντομη ματιά στο βίο τους, μας βεβαιώνει για το πολύπλευρο ποιμαντικό, κοινωνικό και πνευματικό τους έργο. Όπως προαναφέραμε η περίφημη και μοναδική "Βασιλειάδα" του Μ. Βασιλείου στην Καισάρεια  της Καππαδοκίας, οι τιτάνιοι αγώνες κατά των αρειανών της Κωνσταντινούπολης του Γρηγορίου και το θαυμαστό φιλανθρωπικό έργο του Χρυσοστόμου στην Αντιόχεια και μετά στην Κωνσταντινούπολη, είναι κάποιες από τις δραστηριότητές τους. Παράλληλα μας άφησαν ένα απέραντο συγγραφικό έργο, στο οποίο διασώζεται όχι μόνο ο μοναδικός ελληνικός λόγος και ό,τι καλό είχε δημιουργήσει η αρχαιότητα. Αναφέρω για παράδειγμα τους 17.000 ποιητικούς στίχους του Γρηγορίου οι οποίοι είναι εφάμιλλοι των έργων των μεγάλων ποιητών της ελληνικής αρχαιότητας. Αναφέρω ακόμα και τις προτροπές του Βασιλείου ώστε να ωφεληθούν οι νέοι μελετώντας επιλεκτικά τους έλληνες σοφούς και συγγραφείς.

    Οι μεγάλοι αυτοί πατέρες δεν καλλιέργησαν στα πρόσωπά τους μόνο το πνεύμα, αλλά και την αρετή. Τα ιερά συναξάριά τους αναφέρονται με λεπτομέρειες στην καλλιέργεια και τη βίωση των αρετών στην καθημερινή τους ζωή. Παροιμιώδης υπήρξε , για παράδειγμα, η ακτημοσύνη του Βασιλείου, η γλυκύτητα και η ευγένεια του χαρακτήρα του Γρηγορίου και η συμπόνια προς τους ενδεείς του Χρυσοστόμου. Τα γνήσια ανθρώπινα πρότυπα, που σκιαγραφούσαν στα συγγράμματά τους, μιμούνταν πρώτοι αυτοί.

     Οι τρεις αυτοί μεγάλοι "φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος" πρέπει να αποτελούν και στις ασέληνες σκοτεινές μέρες μας  φωτεινά ορόσημα και πνευματικοί δείκτες τόσο όλων των παραγόντων της παιδείας όσο και όλων των σκεπτόμενων ανθρώπων. Ο πνευματικός αποπροσανατολισμός και η πολιτιστική πενία της εποχής μας επιβάλλει να στραφούμε στις καθάριες πνευματικές πηγές των προγόνων μας,  να ενστερνιστούμε τις διαχρονικές ιδέες τους, όπως αυτές καλλιεργήθηκαν μέσα στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας, ώστε να μπορέσουμε να βγούμε από το πνευματικό τέλμα που μας εγκλώβισε η σύγχρονη απολυτοποίηση της τεχνολογίας σε βάρος του πνευματικού πολιτισμού.                

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Μια πλειάδα Νεομαρτύρων είχε εξισλαμισθεί με το ζόρι και κατόπιν επιστρέφοντες στην πίστη του Χριστού, υπέστησαν το μαρτύριο. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο άγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ο Χιοπολίτης.

      Γεννήθηκε στη Χίο, στη συνοικία Παλαιόκαστρο, στα τέλη του 18ου αιώνα από γονείς φτωχούς και απλοϊκούς, αλλά όμως με στερεή ευσέβεια και πίστη στο Θεό. Όταν μεγάλωσε μετέβη με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ζαννή στην Κωνσταντινούπολη προς αναζήτηση εργασίας, διότι η ζωή στο άγονο νησί ήταν δύσκολη. Προσλήφτηκαν σε κάποια επιχείρηση ως κλητήρες. Μετά από καιρό ο αδελφός του παντρεύτηκε και αργότερα αρραβωνιάστηκε και ο Δημήτριος μια νέα από το Σταυροδρόμι της Πόλης. Επειδή όμως δεν πήρε τη συγκατάθεση του αδελφού του και του αφεντικού του, εκδιώχτηκε από το σπίτι και την εργασία του.

       Το γεγονός αυτό λύπησε ιδιαίτερα το Δημήτριο και τον έριξε σε απελπισία, διότι δεν είχε καθόλου χρήματα να ζήσει. Αλλά μέσα στη λύπη και την απόγνωσή του θυμήθηκε ότι κάποιος επιφανής και πλούσιος τούρκος του όφειλε κάποια χρήματα, από παλιά δούλεψή του σ’ αυτόν. Πήγε λοιπόν να του τα ζητήσει, μη γνωρίζοντας την τραγωδία που τον περίμενε. Την καλοστημένη παγίδα που του είχε στήσει ο διάβολος. 

       Όταν έφτασε στο αρχοντικό του τούρκου, ο ίδιος έλειπε και του άνοιξε η κόρη του, μια έκφυλη νέα. Μόλις αντίκρισε το Δημήτριο, ο οποίος ήταν τότε είκοσι δύο ετών και ασυνήθιστα όμορφος, κυριεύτηκε από σφοδρό ερωτικό πόθο γι’ αυτόν. Τον καλοδέχτηκε, τον οδήγησε στο σαλόνι του σπιτιού και τον φίλεψε καφέ και γλυκίσματα και καπνό. Του είπε να περιμένει τον πατέρα της, προκειμένου να του δώσει τα χρωστούμενα. Μετά από λίγο δεν έχασε καιρό και του επιτέθηκε με ανήθικες προθέσεις. Εκείνος σάστισε και την απώθησε. Τότε εκείνη τον προειδοποίησε πως αν δεν ενέδιδε στις πορνικές ορέξεις της θα τον κατηγορούσε ότι της επιτέθηκε εκείνος και τότε το μόνο που θα τον έσωζε ήταν ο εξισλαμισμός, διαφορετικά ο θάνατος. Ο Δημήτριος δυστυχώς ενέδωσε και διέπραξε την αμαρτία, χωρίς να το θέλει ο ίδιος, αλλά για να γλυτώσει τη ζωή του, όπως έγραψε αργότερα στους δικούς του. Αλλά και δεύτερη δυστυχία τον βρήκε, η τουρκοπούλα δεν του επέτρεπε πια να φύγει από το σπίτι και έβαλε φρουρούς να τον φυλάγουν, για να συνηθίσει στη νέα του ζωή.  

       Πόνος και θλίψη κυρίευσαν την ψυχή του. Κάθε μέρα και περισσότερο συνειδητοποιούσε το μεγάλο κρίμα που έβαλε στο κεφάλι του. Προσπάθησε αρκετές φορές να το σκάσει αλλά δεν τα κατάφερε.

       Πέρασαν δύο εφιαλτικοί μήνες στο τούρκικο αρχοντικό. Προσευχόταν μυστικά και παρακαλούσε το Θεό να τον απαλλάξει από αυτό το μαρτύριο. Κάποιο βράδυ, στην περίοδο του ραμαζανίου και ενώ όλοι στο σπίτι κοιμούνταν βαθιά, από το πολύ φαγητό και ποτό, έκαμε το σημείο του σταυρού και κατόρθωσε να ξεφύγει. Έτρεξε στη συνοικία του Σταυροδρομίου στο σπίτι ενός φίλου του Χριστιανού, τον οποίο παρακάλεσε να τον κρύψει. Εκείνος τον δέχτηκε και τον έκρυψε. Ο Δημήτριος κλεισμένος στο απόμερο δωμάτιό του έκλαιγε απαρηγόρητα μέρα και νύχτα. Θρήνοι και κοπετοί ακουγόταν σε όλο το σπίτι. Ξερίζωνε τα μαλλιά του και ξέσχιζε τα μάγουλά του από τους θρήνους του και το κακό που τον βρήκε, Κάκιωνε τον εαυτό του, που δεν αντιστάθηκε στην έκφυλη τουρκοπούλα. Παρακάλεσε το φίλο του να έρθει πνευματικός στο σπίτι για να εξομολογηθεί το μεγάλο κρίμα του. Εξομολογήθηκε με αστείρευτα δάκρια, μετανιώνοντας πικρά για την διπλή αμαρτία του, την πορνεία και την αποστασία.

      Η εξομολόγηση απάλυνε τον πόνο του και γαλήνεψε την ψυχή του. Είχε πάρει την απόφαση να μαρτυρήσει, προκειμένου να ξεπλύνει το ανόμημά του. Έστειλε μήνυμα στον αδελφό του να συμφιλιωθεί μαζί του και έστειλε γράμμα στους γονείς του, στο οποίο τους εξηγούσε την πρόθεσή του να ομολογήσει το Χριστό, κάτι που δεν έκαμε όταν έπρεπε. Τους ζητούσε να τον συγχωρήσουν για τις ανάρμοστες πράξεις του και να μη λυπηθούν, αλλά να χαρούν για την απόφασή του να μαρτυρήσει για το Χριστό. Να του δώσουν την ευχή τους να μη δειλιάσει στα βασανιστήρια που τον περίμεναν. Το γράμμα το έδωσε στον πνευματικό του να το στείλει εκείνος στους γονείς του, συμπληρώνοντας το μαρτυρικό του τέλος. 

      Κατόπιν άρχισε μια σκληρή προετοιμασία, με αδιάκοπη προσευχή, νηστεία με ελάχιστο ψωμί και νερό,  αμέτρητε μετάνοιες, αγρυπνία και ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων. Δεν άργησε να αξιωθεί θείων οπτασιών και αποκαλύψεων, τις οποίες διηγούνταν στον πνευματικό του. Εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει από το μαρτύριο, λέγοντάς του πως υπήρξε κίνδυνος να δειλιάσει από τους αφόρητους πόνους και πως υπάρχουν και άλλοι τρόποι σωτηρίας. Τον συμβούλεψε να φύγει μακριά και να ζήσει εν μετανοία. 

      Αλλά ο Δημήτριος παρέμεινε αμετάπειστος. Τότε ο ιερέας του διάβασε τις κανονισμένες ευχές, τον έχρισε με άγιο Μύρο, τον κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και του έδωσε την ευχή του.

      Την άλλη ημέρα βγήκε από την κρυψώνα του και κατευθύνθηκε στον Καϊμακάμη (αστυνομικό διευθυντή) της Πόλης. Παρουσιάστηκε μπροστά του και με θάρρος  του είπε: «Άρχοντά μου, γνωρίζετε ότι εγώ ήμουν Χριστιανός αλλά με πίεσαν και με ανάγκασαν να δεχθώ την μιαρή και καταφρονημένη θρησκεία σας. Όμως εγώ ήμουν και είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω. Γι’ αυτό ήρθα εδώ για να ομολογήσω μπροστά σου πως έκανα λάθος και να κηρύξω την αλήθεια της αγίας πίστεώς μου. Έκανα λοιπόν μεγάλο λάθος, το ομολογώ. Μία είναι η πίστη , των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών». Την ίδια στιγμή πέταξε το κάλυμμα της κεφαλής του, το οποίο φορούσαν οι μουσουλμάνοι. Όποιος το έβγαζε δημόσια σήμαινε την άρνηση του Ισλάμ.

      Ο Καϊμακάμης συγκράτησε το θυμό του, πήρε το φέσι και του το έδωσε, τάζοντας αξιώματα και χρήματα αν το φορούσε και γινόταν μουσουλμάνος. Αλλά ο Δημήτριος δεν του έδινε σημασία. Μετά από αυτό έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στην πιο σκοτεινή και υγρή φυλακή, δένοντάς του τα πόδια με αλυσίδες και το λαιμό με το βασανιστικό ξύλο. Αλλά ο άγιος και πάλι δεν δείλιασε, αλλά χαιρόταν και περίμενε με ανυπομονησία το μαρτύριο.   Την άλλη μέρα τον οδήγησαν ξανά στον Καϊμακάμη για μια ύστερη προσπάθεια να πεισθεί να αλλαξοπιστήσει. Όμως εκείνος έμεινε απαθής μπροστά στις δελεαστικές προτάσεις και τις φοβέρες τους.

      Εκείνη την ημέρα συνέβη πέθανε αιφνιδίως ο Καϊμακάμης και τη θέση του πήρε άλλος πιο αυστηρός και φανατικός Καϊμακάμης, ο οποίος πίεζε ασφυκτικά το Δημήτριο να αλλάξει γνώμη. Επειδή όμως είδε την αδιαλλαξία του, τον παρέδωσε στους ανελέητους αστυνομικούς του να τον βασανίσουν. Του έδωσαν πάνω από επτακόσιους ραβδισμούς και τον γύμνωσαν και ξάπλωσαν σε βασανιστική σανίδα, δένοντάς του σφικτά και ρίχνοντάς του παγωμένο νερό στο σώμα (ήταν χειμώνας και έκανε δριμύ ψύχος). Μετά έκαιγαν κεραμίδια και  τούβλα τα οποία έβαζαν στο πρόσωπο και τις μασχάλες του. Ο Μάρτυς τα υπόμενε χωρίς να βγάλει την παραμικρή κραυγή, παρά μόνο δοξολογούσε το Θεό, ο Οποίος τον αξίωσε να πάθει για χάρη Του!

      Η τουρκοπούλα, η οποία τον είχε παρασύρει στην αμαρτία, έμαθε γι’ αυτόν και πήγε στη φυλακή να τον δει. Προσπάθησε με δόλιους λόγους να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό, να τον παντρευτεί και να τον κάνει άρχοντα. Αλλά και πάλι η

χάρις του Θεού τον προστάτεψε. Ο Δημήτριος έμεινε απαθής στις αισχρές προτάσεις της ασελγούς μουσουλμάνας.

       Οι συμπατριώτες του χριστιανοί της Πόλης συγκέντρωσαν χρήματα για να τον εξαγοράσουν από τους Τούρκους, ισχυριζόμενοι ότι ήταν τρελός. Οι Τούρκοι συμφώνησαν αλλά διαφώνησε ο Δημήτριος, ο οποίος δεν δέχτηκε την απελευθέρωσή του και τους παράγγειλε να προσεύχονται για εκείνον, να κρατηθεί ως το τέλος εδραίος στο μαρτύριό του.

       Μετά από εννέα δραματικές ημέρες αφόρητων βασανιστηρίων, βγήκε η καταδικαστική απόφαση: θάνατος δια αποκεφαλισμού. Το οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης, όπου είχαν μαζευτεί πολλοί μουσουλμάνοι να χαρούν το θάνατο του «απίστου», αλλά και πολλοί χριστιανοί να θαυμάσουν τον ηρωικό Μάρτυρα του Χριστού. Όταν ο δήμιους σήκωσε το φονικό ξίφος, ο Δημήτριος αναφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία Σου». Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα φτερούγησε η ψυχή του στα ουράνια, για να συναντήσει το Χριστό. Ήταν 29 Ιανουαρίου του 1802.

        Αλλά εκείνη την στιγμή έγινε το απροσδόκητο. Οι παρακολουθούντες το μαρτυρικό τέλος του Μάρτυρα όρμησαν για να πάρουν κάτι από το αγιασμένο σώμα του. Βουτούσαν υφάσματα στο αίμα του και έπαιρναν τεμάχια από τα αιματοβαμμένα ρούχα του. Μάταια προσπαθούσαν οι δήμιοι να τους εμποδίσουν, με ραβδισμούς και προπηλακισμούς! Μάλιστα δόθηκε εντολή να μην δοθεί το τίμιο λείψανό του στους χριστιανούς να ταφεί, αλλά να ριχτεί στη θάλασσα. Όμως κάποιος δήμιος, προφανώς δωροδοκούμενος, το παρέδωσε να ταφεί στη νήσο Πρώτη, μέσα σε ναό ενός μοναστηρίου.

      Ο τάφος του ήταν πηγή θαυμάτων, τα οποία αναφέρει στο συναξάρι του ο άγιος Αθανάσιος Πάριος, ο οποίος το κατέγραψε. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Ιανουαρίου.