Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

ΟΤΕ ΗΛΘΕ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

(Ιστορική προσέγγιση της Θείας Ενανθρωπήσεως)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου αποτελεί το μέγιστο γεγονός τα ανθρώπινης ιστορίας, τέμνοντάς την στην προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή και αλλάζοντας την ροή των ιστορικών πραγμάτων και την πορεία του κόσμου, από κατιούσα σε ανιούσα. Ο Θεός, ο κύριος του χρόνου και της ιστορίας, κατέρχεται από τα ασύλληπτα ύψη της δόξας Του, εισέρχεται στον χρόνο και περιορίζεται στον χώρο, για να επιτελέσει το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο Θεό, σωστότερα, να του δώσει τη δυνατότητα να γίνει κατά χάριν Θεός. Να τον καταστήσει απελεύθερο από την δουλεία της αμαρτίας και κληρονόμο της βασιλείας Του (Γαλ.4,7).     

     Ο απόστολος Παύλος γράφοντας την περίφημη επιστολή του προς στους χριστιανούς της Γαλατίας (περιοχή της Αγκύρας της Μ. Ασίας), επισημαίνει  πως «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού, γενόμενον υπό γυναικός, γενόμενον υπό νόμου, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράσει, ίνα την υιοθεσίαν απολάβομεν» (Γαλ.4,4). Είναι η πρώτη ιστορική προσέγγιση του κοσμοσωτηρίου γεγονότος από το μεγάλο απόστολο, ο οποίος ως το αλάνθαστο στόμα του Αγίου Πνεύματος, πέρα από την θεολογική διάσταση, τονίζει και την ιστορική του πτυχή. Εν μέσω ενός απίστευτου κυκεώνα μυθικών δοξασιών και αντιλήψεων του ειδωλολατρικού κόσμου, περί «σωτήρων θεών», εξαίρει την ιστορική πτυχή της σαρκώσεως του Χριστού, σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, για να αποδείξει στους αποδέκτες των επιστολών του, ότι ο Χριστός δεν είναι μια αόριστη μυθοπλασία, σαν αυτές των παγανιστικών θρησκευμάτων, αλλά ένα ιστορικό πρόσωπο. Είναι ο Θεός, ο Οποίος παρακινούμενος από άπειρη αγάπη για τον πεσόντα στην αμαρτία άνθρωπο, καταδέχτηκε να γίνει άνθρωπος, κατά πάντα όμοιος με το πλάσμα Του. Εισήλθε στην ιστορία, κατέστη ο Θεάνθρωπος, για να είναι η σωτηρία πραγματική και όχι συμβολική.

     Σύμφωνα με τον Παύλο, για την υλοποίηση του προαιωνίου σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου, ο Θεός δημιούργησε τις κατάλληλες ιστορικές συνθήκες, ώστε, όταν θα ερχόταν ο Χριστός στον κόσμο, να υπάρχουν οι ευνοϊκές εκείνες προϋποθέσεις για να ευοδωθεί το έργο της σωτηρίας και να διαδοθεί το σωτήριο μήνυμα σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης. Να γίνει η απολύτρωση κτήμα το κάθε ανθρώπου και δυνατότητα, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, χρώμα, κοινωνική, οικονομική και κάθε άλλη διάκριση.   

      Σύμφωνα με την βιβλική διδασκαλία και την πίστη της Εκκλησίας μας, ο Θεός, ευθύς μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, έθεσε σε εφαρμογή το προαιώνιο σχέδιό Του για την σωτηρία του πεσόντος ανθρώπου και ολοκλήρου της υλικής κτίσεως. Δεν εγκατέλειψε τον παραστρατημένο στην αμαρτία άνθρωπο, αλλά με απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία του, οδηγούσε την ανθρώπινη ιστορία στον ύψιστο σκοπό της, στην εν τω Σαρκωμένω Λόγω, απολύτρωσή της. Τους ανήγγειλε ότι σε χρόνους μελλοντικούς θα έρθει «το Σπέρμα της Γυναικός», ο μυστηριώδης Γιος της Γυναίκας, για να συντρίψει το κεφάλι του αιτίου της κακοδαιμονίας τους, τον νοητό όφη, το διάβολο και να απελευθερώσει το ανθρώπινο γένος. Γράφει το ιερό κείμενο της Γενέσεως: «Και έχθραν θήσω ανὰ μέσον σου και ανὰ μέσον της γυναικὸς και ανὰ μέσον του σπέρματός σου και ανὰ μέσον του σπέρματος αυτής· αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γεν.3,15). Είναι η πρώτη μεγάλη προφητική είδηση, το λεγόμενο «Πρωτοευαγγέλιο», η οποία χαράχτηκε βαθειά στις ψυχές του πρώτου ανθρωπίνου ζευγαριού και μεταδόθηκε σε όλους τους απογόνους τους, ως μια αχτίδα ελπίδος και γλυκιάς προσμονής για μελλοντική

λύτρωση από την δίνη, που προκάλεσε η πτώση. Ως μια ελπιδοφόρα παρηγοριά στην δυστυχία τους, που τους συσσώρευσε η αποστασία από το Θεό και η αμαρτία. Αργότερα, δια στόματος του Πατριάρχου Ιακώβ, εκφράστηκε η κρυφή προσμονή της απολυτρώσεως του κόσμου, ως  «προσδοκία εθνών» (Γεν. 49,10).

     Ο προαιώνιος Υιός και Λόγος Του θα αναλάμβανε να απολυτρώσει το ανθρώπινο γένος, δια της ενανθρωπήσεώς Του. Θα γινόταν άνθρωπος για να απολυτρώσει το άνθρωπο από την αιχμαλωσία του σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας και το θάνατο. Έτσι από τη στιγμή της πτώσεως άρχισε η υλοποίηση του σχεδίου. Ο Άσαρκος Λόγος, δρώντας μέσα στην ιστορία με απόλυτη διακριτικότητα και σεβασμό στην ανθρώπινη δραστηριότητα, προετοίμαζε, σταδιακά και αθόρυβα, το ανθρώπινο γένος να δεχτεί τη σωτηρία του. Στους Εβραίους μίλησε μέσω των προφητών και των άλλων δικαίων, οι οποίοι ανήγγειλαν, με αρκετή σαφήνεια, τον ερχομό Του στη γη. Παράλληλα μίλησε και σε διακεκριμένους ανθρώπους άλλων λαών, για τον ερχομό Του, προετοιμάζοντάς τους να δεχτούν το σωτήριο κήρυγμά Του. Πρόκειται για τον λεγόμενο «Σπερματικό Λόγο», που αναφέρουν οι Πατέρες. Αυτός ήταν που διατήρησε την προσμονή στις ψυχές των ανθρώπων. Γι’ αυτό και σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, όλοι οι λαοί περίμεναν τον ερχομό Του, γι’ αυτό και έγινε δεκτό το κήρυγμά Του και διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, παρά τα τεράστια και ανυπέρβλητα εμπόδια, που είχε εγείρει ο διάβολος, μέσω των επιγείων οργάνων του, του παλιού πτωτικού κόσμου. Όλες οι προχριστιανικές θρησκείες, παρά τα κραυγαλέα αρνητικά τους στοιχεία, όπως και οι φιλοσοφίες, περιείχαν ελπιδοφόρες προσδοκίες για μια μελλοντική λύτρωση από έναν θείο λυτρωτή.

      Κατευθύνοντας την ιστορία προς τον τελεολογικό της σκοπό ο Άσαρκος Λόγος, ανέδειξε διακεκριμένα πρόσωπα, τα οποία έγιναν άκοντα όργανα του θείου σχεδίου, όπως βασιλείς, στρατηγούς, πολιτικούς, νομοθέτες και κοινωνικούς αναμορφωτές, ως άκοντες προωθητές του θείου σχεδίου. Χωρίς να καταστρατηγήσει την προσωπική τους ελευθερία και βούληση, οδήγησε τις επιλογές τους να είναι κατευθυντήρες και βοηθητικές στο έργο της σωτηρίας του κόσμου, προετοιμάζοντας την ανθρωπότητα να δεχτεί την απολύτρωση.    

      Η προσδοκία περί της ελεύσεως σωτήρα του κόσμου γινόταν όλο και πιο έντονη με το πέρασμα των αιώνων, παρά την συνεχιζόμενη εξαχρείωση των ανθρώπων. Όσο το ανθρώπινο γένος βυθιζόταν στην κακοδαιμονία και την φρίκη, τόσο περισσότερο θέριευε η αναμονή του θείου λυτρωτή.

     Όπως είναι γνωστό, η πλήρης κατάπτωση της ανθρωπότητας κορυφώθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια, όπου ο Θεός όρισε να σαρκωθεί ο Υιός Του. Η θεία βουλή έκρινε ότι τότε είχε έρθει ο κατάλληλος χρόνος να έρθει ο Χριστός στη γη και να επιτελέσει το κοσμοσωτήριο έργο Του. Ότι είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την αποδοχή της δωρεάς της σωτηρίας, το κηρύγματός Του. Ότι, εξαιτίας της απόγνωσής τους οι άνθρωποι, ήταν εύκολο να αποδεχτούν την απολύτρωση. Αυτή είναι άλλωστε μια σημαντική πτυχή της ιστορίας της σωτηρίας, η οποία αποδεικνύει την απτή επέμβαση του Θεού στο ιστορικό γίγνεσθαι. Έτσι κατανοείται η επιτυχία του έργου της σωτηρίας και του ευαγγελισμού της ανθρωπότητας. Έτσι εξηγείται η αλματώδης διάδοση του σωστικού κηρύγματος του Χριστού στα πέρατα της οικουμένης και η εδραίωση της Εκκλησίας του σε όλα τα έθνη. Αυτό το μεγάλο θαύμα αποδεικνύει την μέριμνα του Θεού να επικρατήσουν ευνοϊκές και κατάλληλες συνθήκες για να ευοδωθεί το έργο της σωτηρίας. Αναφέρουμε ορισμένες από αυτές.

   

 

 

 

 1) Η πολιτική ενοποίηση του τότε γνωστού κόσμου.

     Ο κατακερματισμός και ο απομονωτισμός του αρχαίου κόσμου έληξε με τις εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος δημιούργησε ένα απέραντο πολυεθνικό κράτος, με βάση τον ελληνικό πολιτισμό, αφυπνίζοντας τους βαρβαρικούς λαούς και

δίνοντας τους τη δυνατότητα να συναισθανθούν την ανάγκη της κοινωνικής, πνευματικής και θρησκευτικής αναγέννησης. Γενικά ο μεγάλος Μακεδόνας στρατηλάτης θεωρείται ως όργανο της θείας πρόνοιας, καθότι, δια της κατακτήσεως του μεγίστου μέρους της τότε οικουμένης, ενοποίησε τους λαούς, κάτω από τον ελληνικό πολιτισμό, για να διευκολυνθεί το έργο της σωτηρίας του κόσμου. 

     Με τη δημιουργία των ελληνιστικών βασιλείων διαδόθηκε και επεκράτησε ο ελληνικός πολιτισμός, η ελληνική παιδεία και ο ελληνικός τρόπος ζωής, μεταβάλλοντας σε κοσμοπολίτες όλους τους κατοίκους της οικουμένης. Αυτό σημαίνει ότι ζώντας και σκεπτόμενοι ως Έλληνες, είχαν προαχθεί πολιτισμικά και πνευματικά, καθιστάμενοι ικανοί να κατανοήσουν υψηλές πνευματικές και ηθικές ιδέες και να βιώσουν ηθικές αξίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι ο Χριστός επέλεξε να αρχίσει το έργο Του στην περιοχή της Γαλιλαίας, όπου κυριαρχούσε το ελληνιστικό στοιχείο και επέλεξε και κάλεσε τους μαθητές Του από τους μυημένους στην ελληνική κουλτούρα κατοίκους της. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι, ενώ στην περιοχή της Γαλιλαίας ο Κύριος κήρυττε και δρούσε ακόλλητα, μεγάλες δυσκολίες και εχθρότητα αντιμετώπισε στην εθνικιστική και απομονωμένη Ιουδαία, όπου και θανατώθηκε.

       Ιδιαίτερα σημαντική ιστορική εξέλιξη υπήρξε η ρωμαιοκρατία. Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τον ελληνιστικό κόσμο και εδραίωσαν μια ισχυρή αυτοκρατορία από τον ατλαντικό ωκεανό ως την Ινδία, τη βόρειο Αφρική και τις εσχατιές της βόρειας Ευρώπης. Τα σύνορα καταργήθηκαν, τα εθνικά διαχωριστικά έπεσαν. Άνοιξαν τεράστιες οδικές αρτηρίες, αναπτύχθηκε η ναυτιλία, ενισχύθηκε η ασφάλεια, με αποτέλεσμα να διευκολυνθεί η μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και δι’ αυτών οι ιδέες. Μόνο έτσι εξηγείται η σχετικά εύκολη μετακίνηση των αποστόλων να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο, φτάνοντας ως τις εσχατιές του τότε γνωστού κόσμου. Αν δεν υπήρχε το πολυεθνικό κράτος θα ήταν πολύ δύσκολη η μετακίνησή τους και οι δυσκολίες της ιεραποστολής τους ανυπέρβλητες.

     

  2) Η ελληνική γλώσσα, ως διεθνής γλώσσα της εποχής.

        Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας, μάλλον της ελληνιστικής κοινής, της απλουστευμένης ελληνικής, σε όλο τον κόσμο. Ο καθένας, βρισκόμενος σε οποιοδήποτε μέρος της αυτοκρατορίας, μπορούσε να επικοινωνεί με την χρήση της ελληνικής γλώσσας. Υψίστης σημασίας είναι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (3ος π. Χ. αιώνας), με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστές στον ελληνορωμαϊκό κόσμο οι προρρήσεις της για τον αναμενόμενο Μεσσία. Ο Χριστός μίλησε στην Γαλιλαία προφανώς στα ελληνικά, όπου οι κάτοικοι μάλλον δεν γνώριζαν εβραϊκά (αραμαϊκά), ή απαξιούσαν να τα ομιλούν. Πάμπολλες αναφορές των λόγων Του, προδίδουν ότι ο Κύριος μιλούσε (και) ελληνικά. Εκεί επέλεξε τους μαθητές του, οι οποίοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και είχαν γαλουχηθεί με κοσμοπολίτικες ιδέες. Επίσης τα Ευαγγέλια γράφηκαν πρωτότυπα στα ελληνικά, για να είναι κτήμα όλης της ανθρωπότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διαδοθεί το ευαγγελικό μήνυμα σε όλο τον κόσμο, να μπορεί και διαβάζει τα ιερά κείμενα ο καθένας, σε κάθε μέρος της οικουμένης. Οι απόστολοι κήρυξαν την χριστιανική πίστη στα ελληνικά, την οποία καταλάβαιναν όλοι. Η Εκκλησία υιοθέτησε στη λατρεία την ελληνική γλώσσα, όπως και οι Πατέρες για την

διατύπωση των δογμάτων, διότι είναι η μοναδική γλώσσα, η οποία μπορεί να εκφράσει πληρέστερα τις υψηλές αλήθειες της χριστιανικής πίστεως. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως η Εκκλησία είχε εδραιωθεί και αναπτυχθεί κύρια στον ελληνικό χώρο, στην Μ. Ασία και την Ελλάδα.  

 

   3) Η θρησκευτική παρακμή και η τάση για ενωθεΐα.

      Στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια έχουμε μια πρωτόγνωρη πνευματική κατάπτωση και παρακμή των παγανιστικών θρησκειών. Κυριαρχούσε το φαινόμενο ενός απίστευτου θρησκευτικού συγκρητισμού και μια ισχυρή τάση για ενοποίηση των εθνικών θρησκειών, σε μια νέα παγκόσμια θρησκεία, αποτελούμενη από στοιχεία των παρηκμασμένων θρησκευμάτων. Αυτό φανέρωνε το ανικανοποίητο θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων από τις χρεοκοπημένες παγανιστικές θρησκείες και την αναζήτηση άλλων, πιο εξευγενισμένων θρησκειών, με πνευματικό υπόβαθρο και με παγκόσμια αποδοχή και το κυριότερο: να ικανοποιούν το αίσθημα λύτρωσης, την οποία δεν έδιναν οι παγανιστικές θρησκείες. Αυτό αποδεικνύει την δίψα των ανθρώπων για πνευματική λατρεία ενός μοναδικού και αιώνιου παγκόσμιου Θεού, την οποία βρήκαν στο χριστιανικό κήρυγμα και γι’ αυτό σημείωσε τέτοια θαυμαστή αποδοχή. Επίσης παρατηρούμε αυτή την εποχή, την ανάπτυξη ενός έντονου μυστικισμού, την εμφάνιση μυστηριακών θρησκευμάτων και πρακτικών, εκφράζοντας την ανάγκη μιας μυστικής λύτρωσης. Αυτή η τάση ευνόησε την αποδοχή της χριστιανικής πίστεως, η οποία ικανοποιεί την μυστική διάσταση της απολυτρώσεως. Τα Μυστήρια της Εκκλησίας κατανοήθηκαν ως υπέρτερα των μυστηριακών παγανιστικών τελετουργιών.

   

 4) Η κοινωνική παρακμή

      Όπως προαναφέραμε, ο κόσμος στα ρωμαϊκά χρόνια βρισκόταν σε πρωτοφανή πνευματική, ηθική, πολιτισμική και κοινωνική παρακμή, φανερώνοντας ξεκάθαρα την παντελή χρεοκοπία του αρχαίου προχριστιανικού κόσμου. Ό, τι είχε να δώσει ο αρχαίος κόσμος το έδωσε και εξάντλησε τα αποθέματα δυνάμεών του στην ανθρωπότητα. Ιδιαίτερα στα χρόνια που γεννήθηκε ο Χριστός η κατάσταση ήταν εφιαλτική. Τα άγρια ένστικτα κυριαρχούσαν στην ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Κανένας σεβασμός δεν υπήρχε για την ανθρώπινη ζωή. Οι πόλεμοι, οι γενοκτονίες, η βία, σκληρότητα και απανθρωπιά ήταν η κυρίαρχη κατάσταση. Η δουλεία είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, θεωρούμενοι οι δυστυχισμένοι δούλοι χειρότεροι και φθηνότεροι από τα ανδράποδα και τα ζώα. Οι γυναίκα θεωρούνταν res (πράγμα), σκεύος ηδονής των ανδρών. Η πορνεία είχε γίνει ιερός θεσμός και θρησκευτική τελετουργία (Ιερή Πορνεία). Στη Ρώμη, αλλά και σε όλη την αυτοκρατορία κυριαρχούσε η ηθική σήψη, η ικανοποίηση των πλέον αχαλίνωτων παθών. Η κοινωνία βρισκόταν σε κώμα και ψυχορραγούσε. Είναι γνωστή η ρήση του μεγάλου Γάλλου ανθρωπιστή και φιλοσόφου Σατωβριάνδου: «αν ο Χριστός ερχόταν λίγες δεκαετίες μετά, θα έβρισκε το πτώμα της ανθρωπότητας»! Αυτόν τον ημιθανή κόσμο βρήκε ο Χριστός και του έδωσε ελπίδα και ζωή. Αναμφίβολα, η κοινωνική παρακμή ήταν και αυτό ένα από τα στοιχεία που ευνόησαν την αποδοχή του λυτρωτικού χριστιανικού μηνύματος.  

 

     5) Η κληρονομιά του Βυζαντίου

     Τέλος να αναφέρουμε πως δεν είναι τυχαίο ότι την ρωμαϊκή αυτοκρατορία την διαδέχτηκε η «βυζαντινή», η ρωμαίικη χριστιανική, μέσα στην οποία, για χίλια και πλέον χρόνια, εδραιώθηκε και αναπτύχθηκε η Εκκλησία.  Σε αυτή έγινε η μεγαλύτερη συνάντηση και σύζευξη της ιστορίας, του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού, από

τους Έλληνες Πατέρες, ώστε, επάνω σ’ αυτόν να δομηθεί ο κατοπινός παγκόσμιος πολιτισμός. Σε αυτή έγιναν θεσμοί οι σωτήριες αρχές του Ευαγγελίου και συνεχίζουν να διαποτίζουν ως τα σήμερα τα δίκαια και τις κοινωνικές δομές σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο.  Μπορεί να θεωρηθεί και αυτό το ιστορικό γεγονός ως μέρος της θείας πρόνοιας.

     Αρκούμαστε σε αυτά τα λίγα στοιχεία, τα οποία αρκούν για να δηλώσουν την ωρίμαση των ιστορικών συνθηκών για την αποδοχή του ευαγγελικού μηνύματος και τα οποία ορίζουν το Χριστό ως τον κύριο της ιστορίας και του χρόνου.

     Για μας τους πιστούς η σάρκωση του Θεού Λόγου σημαίνει την αναδημιουργία του τραυματισμένου από την αμαρτία ανθρώπου και υλικού κόσμου (Ρωμ.8,19), στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Λυτρωτής μας Κύριος γενόμενος μέτοχος της υλικής κτήσεως, την καθαγίασε και την έσωσε από την κυριαρχία του διαβόλου και τη φθορά της αμαρτίας. Κατέστη ο Θεάνθρωπος, για να είναι εσαεί ο σύνδεσμος του ανθρώπου και ολόκληρης της δημιουργίας με τον Θεό Δημιουργό. Μέσω αυτού συντελείται η σωτηρία και οδηγείται ο κόσμος στον τελεολογικό του σκοπό. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός και αναντικατάστατος σωτήρας, «εν ω δει σωθήναι υμάς» (Παρξ.4,12).  Για τούτο ο απόστολος Παύλος υπερτονίζει την ιστορική διάσταση του κοσμοσωτηρίου γεγονότος και συνάμα επισημαίνει το υπερφυσικό του χαρακτήρα, διακηρύσσοντας: «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον, Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α΄Τιμ.1,16).   

            

 

 

 

«ΕΣΩΣΕ ΛΑΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ ΔΕΣΠΟΤΗΣ»

 

(Η σωτηριολογική σημασία της Ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

         Ύστερα από την σαρανταήμερο πνευματική μας προετοιμασία, οδεύουμε προς την μεγάλη δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων. Κατευθυνόμαστε στη νοητή Βηθλεέμ για να συναντήσουμε  τον δι’ ημάς νηπιάσαντα Θεό μας, για να νοιώσουμε τον άμετρο πλούτο της χρηστότητας και της απύθμενης αγάπης του Πλάστη μας, την οποία εκφράζει με ακρίβεια ο ιερός υμνογράφος του θεσπεσίου κανόνα της μεγάλης εορτής: «Ιδών ο Κτίστης ολλύμενον, τον άνθρωπον χερσίν, ον εποίησεν, κλίνας ουρανούς κατέρχεται» (β΄τροπ. α΄ ωδής). Ο Θεός της αγάπης, των οικτιρμών και της ειρήνης δεν άντεχε να βλέπει το πλάσμα του να το βασανίζουν οι αντίθεες δυνάμεις και να οδεύει προς το θάνατο και τον αφανισμό. Για τούτο άνοιξε τα ουράνια, παραμέρισε τους φυσικούς νόμους και κατέβηκε να γίνει ένα με το πλάσμα Του, για να το σώσει. Ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός διερωτάται: «Ο αχώρητος παντί, πως εχωρήθη εν γαστρί; Ο εν κόλποις του Πατρός, πως εν αγκάλαις της Μητρός;». Και απαντά: «Πάντως ως οίδεν ως ηθέλησε και ως, ηυδόκησεν, άσαρκος γαρ ων, εσαρκώθη εκών, και γέγονεν ο Ων, ο ουκ ην δι’ ημάς, και εκστάς της φύσεως, μετέσχε του ημετέρου φυράματος. Διπλούς ετέχθη, Χριστός τον άνω, κόσμον θέλων αναπληρώσαι» (β΄ κάθισμα του Όρθρου).

       Ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό να γίνει Θεός. Αλλά το μοιραίο γεγονός της πτώσεως ανέστειλε από αυτόν αυτή την δυνατότητα και τον απέκοψε από την κοινωνία του Θεού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης η αμαρτία τον άνθρωπο «πτώμα εποίησεν» (PG 44, 508 CD, εις τους Ψαλμούς).  Αυτή είναι η αιτία της ενανθρωπίσεως του Θεού.

       «Ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν.1,14). Ιδού το μέγιστο «σκάνδαλο» της ιστορίας. η Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου υπερβαίνει κάθε δυνατότητα ανθρώπινης δυνατότητας να κατανοηθεί. Η αρχαιοελληνική φιλοσοφία είχε αποφανθεί πως «Θεός ανθρώποις ου μείγνυται» (Πλάτων Συμπόσιο 203a). Η φύση του Θεού είναι άγνωστη και απρόσιτη στον άνθρωπο. Φύσεις διαφορετικές είναι αδύνατον να αναμειχθούν. Αλλά η θεία πανσοφία οικονόμησε την υπέρβαση αυτής της ανυπέρβλητης αδυναμίας.  Οι δύο φύσεις δεν αναμείχτηκαν, αλλά συναντήθηκαν και ενώθηκαν στο πρόσωπο - υπόσταση του Χριστού «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζομένη», όπως όρισε η αγία Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451), επικυρώνοντας τους όρους της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (431). Σε αυτή καταδικάστηκαν οι αιρετικοί Ευτυχής και Διόσκουρος, οι οποίοι, παρασυρμένοι από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, δίδασκαν ότι μετά την ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, η ανθρώπινη φύση απορροφήθηκε από την θεία και εξαφανίστηκε. Πρόκειται για την φοβερή αίρεση του Μονοφυσιτισμού, η οποία συντάραξε την Εκκλησία τον 5ο μ. Χ. αιώνα και επέφερε την απόσπαση από Αυτήν σημαντικής μερίδας χριστιανών, όσων δεν δέχτηκαν τις αποφάσεις της Συνόδου και που δυστυχώς επιμένουν στην πλάνη τους, ως τα σήμερα.

       Οι δύο φύσεις, μετά την υπερφυή ένωσή τους, διατήρησαν την αυτοτέλειά τους. Η θεία παρέμεινε θεία και η ανθρώπινη παρέμεινε ανθρώπινη. Αυτό σημαίνει πως ο Ιησούς Χριστός, στο πρόσωπο του Οποίου  συνενώθηκαν οι δύο φύσεις,  είναι ο προαιώνιος Υιός και Λόγος του Θεού, «Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού» και ταυτόχρονα είναι αληθής άνθρωπος. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου (Γαλ.4,4), σαρκώθηκε, «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», ώστε «μηδαμώς υπομείνας τροπήν ή φυρμόν, ή διαίρεσιν, αλλ’ εκατέρας ουσίας την ιδιότητα σώαν φυλάξας» (Δοξαστικό Θεοτοκίο Γ΄ ήχου). Η ένωση δεν επέφερε καμιά τροπή ή

αλλοίωση. Το ίδιο δηλώνουν και τα ακόλουθα τροπάρια: «Ο γαρ αχρόνως εκ Πατρός εκλάμψας υιός μονογενής, ο αυτός εκ σου της αγνής προήλθεν αφράστως

σαρκωθείς· φύσει Θεός υπάρχων και φύσει γενόμενος άνθρωπος δι’ ημάς· ουκ εις δυάδα προσώπων τεμνόμενος, αλλ’ εν δυάδι φύσεων, ασυγχύτως γνωριζόμενος» (Δοξαστικό του πλ. β΄ ήχου) και το Δοξαστικό του πλ. δ΄ ήχου: «Είς εστιν ο Υιός, διπλούς την φύσιν, αλλ’ ου την υπόστασιν· διό τέλειον αυτόν Θεόν και τέλειον άνθρωπον, αληθώς κηρύττοντες ομολογούμεν Χριστόν τον Θεόν ημών».

        Ο Χριστός σώζει ως Θεάνθρωπος, ως αληθινός Θεός και ταυτόχρονα ως αληθινός άνθρωπος. Δε θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο ως μόνο Θεός, διότι, αμέτοχος της ανθρωπότητας, η σωτηρία θα είχε μαγικό χαρακτήρα. Δε θα μπορούσε να σώσει την ανθρωπότητα μόνο ως άνθρωπος, διότι το κτίσμα δε μπορεί να σώσει κτίσμα κι ακόμα: η αμαρτία είχε τραυματίσει σοβαρά την ανθρώπινη φύση και είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, ώστε ήταν αδύνατη η αυτοσωτηρία. Για τούτο και το θείο σχέδιο της απολυτρώσεως  του ανθρωπίνου γένους, το προ αιώνων συλληφθέν στο νου της Θεότητας, προέβλεπε την ενανθρώπιση του Λόγου, την ένωση δηλαδή της θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού, ώστε δια της προσλήψεως της ανθρωπότητας από τη Θεότητα η σωτηρία να είναι πραγματική. Για τούτο και η Εκκλησία έδωσε τιτάνιους αγώνες για να διασωθεί αυτή η αλήθεια, αποδεικνύοντας ως καταστρεπτικές τις αιρέσεις του Νεστοριανισμού, ο οποίος αρνούνταν τη θεότητα του Χριστού και του Μονοφυσιτισμού, ο οποίος αρνούνταν την ανθρωπότητά Του.

        Ο Θεάνθρωπος είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, κατά πάντα όμοιος προς ημάς, εκτός της αμαρτίας. Ο απόστολος Παύλος είναι σαφής: Ο Χριστός προκειμένου να επιτελέσει το επί γης απολυτρωτικό του έργο  «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι, ίνα ελεήμων γένηται και πιστός αρχιερεὺς τα προς τον Θεόν, εις το ιλάσκεσθαι τας αμαρτίας του λαού» (Εβρ.2,17). Για τούτο «κεκοινώνηκε σαρκὸς και αίματος, και αυτὸς παραπλησίως μετέσχε των αυτών, ίνα διά του θανάτου καταργήσῃ τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτ’ έστι τον διάβολον, και απαλλάξῃ τούτους, όσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ.2,14-15). Ο ιερός Χρυσόστομος διευκρινίζει: «δια τούτο, φησί, την σάρκα ανέλαβε την ημετέραν, δια φιλανθρωπίαν μόνον, ίνα ελεήσει ημάς. Ουδέ γαρ είναι άλλη τις αιτία της οικονομίας η μόνη αύτη. Είδε δε χαμαί ερριμένους, απολλυμένους υπό του θανάτου τυραννουμένους και ηλέησεν» (Κατά Ιουδαίων 2,V). Αυτό σημαίνει ότι η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου ήταν απόλυτα επιβεβλημένη. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος, ότι εκτός του δι’ ημάς σαρκωθέντος Χριστού «ουκ έστιν εν άλλῳ ουδενὶ η σωτηρία· ουδὲ γαρ όνομά εστιν έτερον υπὸ τον ουρανὸν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ᾧ δει σωθήναι ημάς» (Παρξ.4,12).

        Το μεγάλο ζητούμενο για τον άνθρωπο ήταν η χαμένη δυνατότητα, του «καθ’ ομοίωσιν» (Γεν.1,26), δηλαδή η δυνατότητα της κατά χάριν θεώσεως. Η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έδωσε ξανά αυτή τη δυνατότητα. Ο καθηγητής της Δογματικής στο ΑΠΘ, Β. Τσίγκος εξηγεί πως «η αντίδοση των ιδιωμάτων και η μετέπειτα αποκληθείσα περιχώριση των φύσεων», η οποία επήλθε δια της ενανθρωπίσεως,  «είναι η βάση της θεώσεως του ανθρώπου. Αυτός έχει τη δυνατότητα και την προοπτική της κατά χάριν θεώσεώς του, ακριβώς επειδή στο πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Λόγου η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη και ως συνέπεια αυτής της ενώσεως θεώθηκε» (Β. Τσίγκου,  Θέματα Δογματικής της Ορθοδόξου Εκκλησίας,  σελ. 152, Θεσσαλονίκη 2014). Ο Μ. Αθανάσιος τονίζει πως η θέωση θα ήταν ανέφικτη αν «τα της θεότητος του Λόγου έργα μη δια

σώματος εγίνετο» (Κατά Αρειανών 3). Μάλιστα ο ίδιος μέγας πατήρ σε άλλο σημείο επισημαίνει πως «αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου 54, PG 25, 192Β). Αυτός ήταν ο λόγος της ενανθρωπήσεως του Λόγου!

       Ο άπειρος Θεός πραγματοποίησε το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Η αθόρυβη και ταπεινή είσοδός Του στον κόσμο, αλλά και όλα τα εμπόδια που πρόβαλε ο άρχων του κόσμου τούτου και ο κόσμος της πτώσεως, δεν στάθηκαν εμπόδια να καταστεί ο αποτελεσματικός λυτρωτής της ανθρωπότητας. Αψευδής μάρτυρας η ιστορία, της οποίας άλλαξε Εκείνος τον ρου. Αποδείχτηκε η μέγιστη προσωπικότητα της ιστορίας.  Η κατά σάρκα Γέννηση του Χριστού αποτέλεσε την μέγιστη καμπή της ιστορίας, χωρίζοντάς την στα δύο, στην προ Αυτού και την μετά Αυτόν εποχή. Στην εποχή της πτώσεως και προσμονής της σωτηρίας και στην εποχή της απολυτρώσεως. Κανένας άνθρωπος, όσο σημαντικός και αν υπήρξε, δεν μπόρεσε να γίνει ο ρυθμιστής της ιστορίας, παρά μόνο ο Θεάνθρωπος, ο αληθινός Θεός και άνθρωπος, Εκείνος ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να αναγάγει τον άνθρωπο σε Θεό!  

       Αν θέλουμε, λοιπόν, να ανήκουμε στην κατηγορία των συνειδητών πιστών, οφείλουμε αυτές τις άγιες ημέρες, να αφήσουμε κατά μέρος το κοσμικό «κλίμα», να απεγκλωβιστούμε από τον καταναλωτικό οίστρο και την υλιστική κραιπάλη και να στοχαστούμε το άμετρο έλεος του Θεού προς ημάς τους αποστάτες Του. Να συνειδητοποιήσουμε την έσχατη θεία κένωση (Φιλιπ.2,7), την συγκατάβαση, την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, το σταυρό και το θάνατο, του δι’ ημάς νηπιάσαντος Θεού μας, για να επιτευχθεί η απολύτρωσή μας από την αιχμαλωσία του διαβόλου και τη δουλεία της αμαρτίας, η οποία γεννά τη φθορά και οδηγεί στο θάνατο. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στη Βηθλεέμ για να δούμε το εκτυφλωτικό φως του αστέρα, να ακούσουμε τους αγγελικούς παιάνες της ειρήνης και να προσκυνήσουμε το επί της φάτνης ανακληθέν «Παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν»! 

«ΕΤΟΙΜΑΖΟΥ ΒΗΘΛΕΕΜ, ΗΝΟΙΚΤΑΙ ΠΑΣΙΝ Η ΕΔΕΜ»

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Η ενανθρώπιση του Θεού είναι το κορυφαίο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι η δεύτερη επέμβαση του θείου Δημιουργού στην κτιστή δημιουργία. Η σάρκωση του Λόγου έγινε για την αναδημιουργία του κόσμου, την χριστοποίησή του και εν τέλει την θεοποίησή του.

      Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο «καλόν λίαν» (Γεν.1,31), με προεξάρχοντα τον άνθρωπο, ως την κορωνίδα και το επιστέγασμα των κτισμάτων Του. Η θεία δημιουργία, σύμφωνα με του Πατέρες της Εκκλησίας μας, δεν είναι αποτέλεσμα ανάγκης από μέρους του απόλυτα απαθούς Θεού, αλλά για να μοιραστεί τη δική Του μακαριότητα με άλλα όντα και κυρίως τις άυλες αγγελικές δυνάμεις και τον άνθρωπο. Ο κτιστός κόσμος είναι η υπέρτατη έκφραση της αγάπης του Θεού. Ιδιαιτέρως ο άνθρωπος είναι ο αποδέκτης της Θείας αγάπης, διότι αυτός μόνος χαρακτηρίζεται ως υιός Του, έχοντας την υιοθεσία Του, και γι’ αυτό υπήρξε καρπός ξεχωριστού τρόπου δημιουργίας, σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα.

       Τόσο οι αγγελικές δυνάμεις, όσο και ο άνθρωπος, πλάστηκαν ελεύθερα όντα, δηλαδή πρόσωπα, οι οποίοι, όχι μόνον ήταν συγκεφαλαίωναν την άλογη και απρόσωπη κτίση, αλλά καλούνταν να την «λογοποιήσουν» και να την «προσωποποιήσουν». Όμως η ελεύθερη επιλογή τους να γίνουν φορείς του κακού και αρνητές του θελήματος του Θεού, και να επέσουν, έφεραν τρομερή αναστάτωση στον κτιστό κόσμο και ανέστειλαν την προοπτική της θεοποιήσεώς του. Η ανταρσία του Εωσφόρου και των αγγέλων του, και η πτώση του ανθρώπου, υπέταξε όχι μόνο τους ιδίους στη φθορά, αλλά και ολόκληρη την πλάση, η οποία «συστενάζει και συνωδίνει» (Ρωμ.8,22). Οι άνθρωποι «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ.3,23), που σημαίνει ότι το φρικτό και μοιραίο γεγονός της πτώσεως απομάκρυνε τον άνθρωπο από Θεό και του στέρησε την υπέρτατη δωρεά της κοινωνίας μαζί Του. Στερημένος της δόξας του Θεού ο πτωτικός άνθρωπος περιέπεσε στην κατάσταση της έσχατης δυστυχίας και κακοδαιμονίας, διότι η ευτυχία και η πηγή των αγαθών είναι μόνον ο «Πατήρ των φώτων» (Ιακ.1,16). Αντίθετα η πηγή της δυστυχίας, της φθοράς και του θανάτου είναι ο διάβολος και η αμαρτία.   

        Παρά την ανταρσία του πλάσματός Του ο Θεός δεν άφησε το αγαπημένο Του πλάσμα. Ποιος θα μπορούσε να το σώσει; Ασφαλώς Αυτός που το είχε δημιουργήσει, ο Λόγος Του, δια του Οποίου «πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν» (Ιωάν.1,3). Η προαιώνια Θεία Βουλή είχε αποφασίσει να επιτελέσει τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου ο Υιός και Λόγος του Θεού. «Ιδών ὁ Κτίστης ὀλλύμενον, τόν ἄνθρωπον χερσίν ὅν ἐποίησε, κλίνας οὐρανούς κατέρχεται· τοῦτον δέ ἐκ Παρθένου, θείας ἁγνῆς, ὅλον οὐσιοῦται, ἀληθείᾳ σαρκωθείς· ὅτι δεδόξασται», τονίζει ο ιερός υμνογράφος των Χριστουγέννων.  Ο απόστολος Παύλος έγραψε πως «εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’ εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2,6-8). Ύστερα από προετοιμασία πολλών αιώνων «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν  απολάβωμεν. . . ώστε ουκέτι ει δούλος, αλλ’ υιός και κληρονόμος Θεού διά Χριστού» (Γαλ.4,4-7). Ο προαιώνιος Υιός και Λόγος του Θεού «σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάρητος και αληθείας» (Ιωάν.1,14).

        Ο άπειρος Θεός έγινε άνθρωπος προκειμένου να λυτρώσει τον άνθρωπο «εκ της δουλείας του εχθρού». Για να είναι «η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα έν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν, εν τη σαρκί αυτού τον νόμον των εντολών εν δόγμασι καταργήσας, ίνα τους δύο κτίση εν ευατώ εις ένα καινόν άνθρωπον ποιών ειρήνην, και αποκταλλάξη τους αμφοτέρους εν ενί σώματι τω Θεώ διά του σταυρού, αποκτείνας την έχθραν εν αυτώ» (Εφ.2.13-16). Στο θεανδρικό πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου έγινε η καταλλαγή μεταξύ Θεού και ανθρώπου και η άρση των ολέθριων συνεπειών της πτώσεως.

         Η πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως από τον Λόγο αποτελεί τον μόνο δυνατό τρόπο της σωτηρίας μας, διότι αυτή αναδημιουργήθηκε στο θεναδρικό πρόσωπό Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός  τονίζει σχετικά πως ο Ενανθωπήσας Λόγος του Θεού «Μεταλαμβάνει του χείρονος, της ημετέρας φύσεως, ίνα δι’ εαυτού και εν εαυτώ ανακαινίση μεν το κατ’ εικόνα, και καθ’ ομοίωσιν, διδάξη δε και ημάς την ενάρετον πολιτείαν, ταύτην δι’ εαυτού ποιήσας ημίν ευεπίβατον, και τη της ζωής κοινωνία ελευθερώση της φθοράς, απαρχή γενόμενος της ημών αναστάσεως, και το συντριβέν και αχρειωθέν σκεύος ανακαινίση, ίνα της τυραννίδος του διαβόλου λυτρώσηται, προς θεογνωσίαν ημάς καλέσαι, και νευρώση, και παιδεύση δι’ υπομονής και ταπεινώσεως καταπαλαίειν τον τύραννον» (Εκδ. Ορθ. Πίστεως 4,4.P.G.94,1108C). Επίσης ο Μ. Αθανάσιος τόνισε πως «Αυτός εστι Θεός σαρκοφόρος και ημείς άνθρωποι πνευματοφόροι. . . Αυτός ο αληθινός και φύσει Υιός του Θεού τους πάντας φορεί, ίνα οι πάντες τον ένα φορέσωμεν Θεόν» (ΒΕΠΕΣ 33,226). Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης τόνισε πως «Νυν ο επουράνιος και ημίν επουρανίους εποίησεν» (Γρηγ. Νύσσης, P.G.46,681D). Τέλος ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει πως «Τό μέν, καταβῆναι δεῖ Θεόν πρός ἡμᾶς, τό δέ, ἡμᾶς ἀναβῆναι, καί οὕτω γενέσθαι κοινωνίαν Θεοῦ πρός ἀνθρώπους, τῆς ἀξίας συγκιρναμένης. ῞Εως δ᾿ ἄν ἑκάτερον ἐπί τῆς ἰδίας μένῃ, τό μέν, περιωπῆς, τό δέ, ταπεινώσεως, ἄμικτος ἡ ἀγαθότης καί τό φιλάνθρωπον ἀκοινώνητον» (Λογ. εἰς τήν Πεντηκοστήν).

        Έχουμε λοιπόν μαζί μας τον Εμμανουήλ «ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ματθ.2,23), που σημαίνει πως από την αγία και ευλογημένη ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού ο Θεός είναι μαζί μας «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ.28,20), προσφέροντας την υπέρτατη δωρεά της απολυτρώσεως σε όσους την αποζητούν με ταπείνωση και ειλικρίνεια. Τα ερεβώδη σκότη της προχριστιανικής εφιαλτικής περιόδου τα διάλυσε ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο οποίος είναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ιωάν.1,9). Ο αντίδικος διάβολος νικήθηκε κατά κράτος και το έργο του συντρίφτηκε. Κατά συνέπεια δε δικαιολογείται στους πιστούς κανενός είδους κατήφεια και απαισιοδοξία, διότι μας χαρίστηκε και πάλι η Εδέμ, την οποία είχαμε απολέσει. Τώρα έχουμε ανάμεσά μας «Παιδίον νέον τον προαιώνων Θεόν», το Οποίο μας ανέσυρε από την άβυσσο της απώλειας και μας προορίζει να γίνουμε κατά χάριν θεοί, σύνθρονοι της αρρήτου μεγαλειότητας Του! Δόξα σ’ Αυτόν!       

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού  

     Οι ιερομάρτυρες αποτελούν μια ειδική τάξη στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας. Είναι οι ιερείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια και μαρτύρησαν για το Χριστό. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Ιερομάρτυς Ελευθέριος.

       Γεννήθηκε στη Ρώμη το 2ο μ. Χ. αιώνα από ευγενείς γονείς. Ο πατέρας του κατείχε το αξίωμα του υπάτου. Η μητέρα του ονομαζόταν Ανθία. Είχε γνωρισθεί με μαθητές του αποστόλου Παύλου και έγινε ένθερμη χριστιανή. Μετά το θάνατο του άνδρα της ανάλαβε αυτή την ανατροφή του μικρού Ελευθερίου, στον οποίο έδωσε σπουδαία μόρφωση και τον κατήχησε στον Χριστιανισμό. Φρόντισε μάλιστα να τον συνδέσει με τον επίσκοπο της Ρώμης Ανίκητο (155-166), για να αποκτήσει και χριστιανική μόρφωση και παιδεία. Ο επίσκοπος διείδε στον ευγενή έφηβο Ελευθέριο βαθιά πίστη, ευσέβεια και αφοσίωση στην Εκκλησία και γι’ αυτό τον χειροτόνησε διάκονο στα 15 του χρόνια. Λίγο αργότερα στα 17 του τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τρία χρόνια μετά τον χειροτόνησε επίσκοπο και του ανέθεσε τον επισκοπικό θρόνο του Ιλλυρικού (σημερινή Αλβανία), με έδρα την πόλη της Αυλώνας.

        Η τόσο νεαρή χειροτονία του δικαιολογείται για την εποχή που έζησε ο άγιος Ελευθέριος, διότι η Εκκλησία είχε ανάγκη από στελέχη με αρετές, πίστη και μόρφωση, σε μια περίοδο φοβερών διωγμών από το ρωμαϊκό κράτος, όπου οι επίσκοποι ήταν τα πρώτα θύματα.       

       Ο νεαρός και ευγενής επίσκοπος, δικαίωσε την επιλογή του επισκόπου Ρώμης για τον επισκοπικό θρόνο του Ιλλυρικού. Παρά το νεαρό της ηλικίας του υπέδειξε πρωτοφανή ωριμότητα. Η γλυκύτητα του λόγου του, η καλοσύνη του προς όλους, οι αρετές και η σοφία του στήριζαν την Εκκλησία και προσέλκυαν πληθώρα ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη. Η εμφανής αγιότητά του επιβεβαιωνόταν συχνά από πολλά θαύματα, τα οποία στήριζαν τους δοκιμαζομένους χριστιανούς και μετέστρεφαν τους ειδωλολάτρες στην χριστιανική αλήθεια. Είχε οργανώσει ιεραποστολές σε όλο το Ιλλυρικό, όπου ίδρυε εκκλησίες.

          Η δράση του όμως δεν άργησε να γίνει γνωστή στις ρωμαϊκές αρχές. Η φήμη του έφτασε ως και τη Ρώμη, στ’ αυτιά του αυτοκράτορα. Ο διάβολος παρακίνησε τον φανατικό ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να στείλει έναν στρατηγό του, τον Φήλικα, να συλλάβει τον Ελευθέριο. Όταν έφτασε στην Αυλώνα με άγριες διαθέσεις, ο άγιος επίσκοπος κήρυττε σε κάποιο χώρο, που τον είχε μεταβάλλει σε ναό, διότι δεν επέτρεπαν οι Ρωμαίοι στους χριστιανούς την ανέγερση ναών. Περικύκλωσε το χώρο με τους στρατιώτες του και εισήλθε στο ναό ο ίδιος ο Φήλικας για να τον συλλάβει. Όμως ο άξεστος και άγριος ειδωλολάτρης στρατηγός στάθηκε ακίνητος και άκουε τον Ελευθέριο που μιλούσε στο εκκλησίασμα και ο οποίος δεν ταράχτηκε από την παρουσία του. Γοητεύτηκε από την ηρεμία του προσώπου του αγίου επισκόπου και από τη γλυκύτητα των λόγων του. Δεν είχε ξανακούσει λόγια αγάπης προς όλους, ακόμα και προς τους εχθρούς. Είχε ζήσει μέσα στην αγριότητα και τη βία της ρωμαϊκής εξουσίας και στην εκδικητική μανία της ειδωλολατρίας. Για πρώτη φορά είχε ακούσει για Θεό αγάπης και οικτιρμών, σε αντίθεση με τους «θεούς» της θρησκείας του, οι οποίοι ήταν συνώνυμοι με το μίσος, την εκδίκηση, την απάτη και τη μισανθρωπία!

       Δεν προχώρησε στη σύλληψή του, αλλά το άγριο βλέμμα του ημέρεψε, η όψη του γαλήνεψε. Πλησίασε στον άγιο και ζήτησε να κατηχηθεί και να βαπτισθεί! Ξέχασε την εντολή του αυτοκράτορα να φέρει σιδηροδέσμιο τον Ελευθέριο στη Ρώμη. Όμως έγινε κάτι που δεν το περίμενε. Ο άγιος επίσκοπος του ζήτησε να εκτελέσει την αυτοκρατορική διαταγή για να μη στερηθεί του μαρτυρικού στεφάνου!

       Ο Φήλικας, παρά τις αντιρρήσεις του, υπάκουσε και οδήγησε τον άγιο στη Ρώμη. Τον παρουσίασε στον αυτοκράτορα και εκείνος άρχισε με κολακείες να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Του υποσχέθηκε πλούτο και τιμές και στη συνέχεια τον απείλησε με βασανιστήρια. Όμως ο Ελευθέριος έμεινε σταθερός στην πίστη του και στηλίτευσε την ανοησία της ειδωλολατρικής θρησκείας.

      Τότε άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Ο θηριώδης και διεφθαρμένος αυτοκράτορας διέταξε να τον ξαπλώσουν σε πυρακτωμένο σιδερένιο κρεβάτι προκειμένου να πεθάνει μέσα σε αφόρητους πόνους. Όμως ο Θεός δρόσισε το κρεβάτι και ο άγιος σώθηκε. Μετά τον έβαλαν σε μεγάλο τηγάνι να τον τηγανίσουν, αλλά και πάλι ο Θεός τον έσωσε, σβήνοντας τη φωτιά. Τον έριξαν σε βραστή πίσσα, αλλά βγήκε ανέπαφος. Ο σκληρόκαρδος έπαρχος Κορέμων τον έριξε σε πυρακτωμένη κάμινο με μυτερά καρφιά, αλλά για μια ακόμη φορά ο άγιος σώθηκε θαυματουργικά. Βλέποντας ο έπαρχος το θαύμα, έγινε χριστιανός, τον οποίο αποκεφάλισε ο Αδριανός.

        Ο Ελευθέριος οδηγήθηκε στις φυλακές να πεθάνει από την πείνα, αλλά ο Θεός έστελνε ένα περιστέρι με τροφή. Τον έδεσαν κατόπιν σε δύο άγρια άλογα να τον σέρνουν πίσω τους για να ξεσκιστούν οι σάρκες του, αλλά τα άλογα δεν μετακινούνταν από τη θέση τους! Τέλος ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να το ρίξουν στα θηρία στην αρένα, ενώπιον του ειδωλολατρικού πλήθους. Αλλά και εδώ τα θηρία δεν τον πείραξαν. Γι’ αυτό και έδωσε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν. Την ώρα του αποκεφαλισμού του έτρεξε κοντά του και η αγία μητέρα του Ανθία, την οποία αποκεφάλισαν και αυτή και έλαβαν και οι δύο τον στέφανο του μαρτυρίου.

        Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Δεκεμβρίου και μαζί του εορτάζεται η μνήμη της μητέρας του Ανθίας, του επάρχου Κορέμονα και των δύο δημίων του, οι οποίοι πίστεψαν στο Χριστό και αποκεφαλίστηκαν!

        Αυτοί είναι οι ήρωες της χριστιανικής μας πίστεως, οι οποίοι θα πρέπει να εμπνέουν και σε μας ηρωισμό και ακλόνητη πίστη στο μοναδικό Σωτήρα μας Χριστό!            

       

 

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΘΥΡΣΩΝ, ΛΕΥΚΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

       Οι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας αποτελούν μέγα νέφος. Κανείς δεν γνωρίζει τον πραγματικό τους αριθμό, πολλώ δε μάλλον όλα τα ονόματά του. Μας διασώθηκαν τα ονόματα και το μαρτύριο τους μέρος αυτών. Ένας από αυτούς τους καλλίνικους Μάρτυρες είναι και ο άγιος Θύρσων, ο οποίος έχυσε τα αίμα του για το Χριστό.

       Σύμφωνα με το ιερό συναξάρι της ημέρας, μαζί με τον άγιο Θύρσο εορτάζουμε και τη μνήμη άλλων δύο Μαρτύρων, του Λεύκιου και του Καλλίνικου (κατ’ άλλους Κορωνάτου). Έζησαν στα μέσα του 3ου αιώνα μ. Χ., όταν είχαν θεριέψει οι διωγμοί κατά των Χριστιανών και κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν σε φρικτά βασανιστήρια και το θάνατο. Το 249 ανέβηκε στο θρόνο της Ρώμης ο Δέκιος (249-251), ένας θρησκόληπτος, θρησκομανής, δεισιδαίμων και φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας, ο οποίος πίστευε πως οι «θεοί»  της αυτοκρατορίας είχαν ανάγκη από την αναδιοργάνωση της θρησκείας τους, για να δείξουν την εύνοιά τους στο κράτος, το οποίο έδειχνε σημάδια παρακμής. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της αναδιοργάνωσης ήταν η εξαφάνιση του Χριστιανισμού, ο οποίος θεωρούνταν από τους ειδωλολάτρες ως θρησκεία αποκρουστική και μισάνθρωπη, επειδή έθετε απαγορεύσεις στην έκλυση των ηθών και την ακολασία. Ας μη λησμονούμε ότι η ικανοποίηση των παθών και η ακολασία όχι μόνο δεν θεωρούνταν από τους ειδωλολάτρες κάτι κακό, αλλά ως λατρεία των δαιμονικών «θεών», όπως λ. χ. η «Ιερά Πορνεία», μέσω της οποίας λατρεύονταν η «θεά» Αφροδίτη, ή η μέθη και τα όργια προς τιμήν του Βάκχου. Γι’ αυτό εξήγγελλε σκληρό διωγμό σε όλη την αυτοκρατορία.  Μυριάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν και σύρονταν στα μαρτύρια για να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό και να θυσιάσουν  στα απαίσια είδωλα.

      Οι προαναφερόμενοι Μάρτυρες κατάγονταν από τη Βιθυνία, κατοικούσαν στην Καισάρεια και ανήκαν όλοι σε διακεκριμένες οικογένειες. Ήταν χαρακτήρες ταπεινοί και αγαπούσαν το Θεό «εν αγάπη ανυποκρίτω» (Β΄Κορ.6,6), δηλαδή με αγάπη πραγματική και ελεύθερη από υποκρισία. Γι’ αυτό απέφευγαν το θόρυβο της δημοσιότητας, αλλά όμως ήταν πασίγνωστοι για τη γεμάτη ελεημοσύνες ζωή τους. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως οι Χριστιανοί ξεχώριζαν από τους ειδωλολάτρες, στην άσκηση ανυπόκριτης αγάπης για τους συνανθρώπους τους, προς φίλους και εχθρούς, προκαλώντας τον θαυμασμό των ειδωλολατρών, οι οποίοι ήξεραν μόνο να μισούν και να αντιμάχονται. Τους ήταν αδιανόητο να αγαπούν και να ευεργετούν τους εχθρούς τους και γι’ αυτό θεωρούσαν παρανοϊκούς τους Χριστιανούς, οι οποίοι έδειχναν την έμπρακτη αγάπη τους για όλους, ακόμα και για τους εχθρούς τους.

       Ο έπαρχος Κουμβρίκιος, φανατικός ειδωλολάτρης, βλέποντας να προοδεύουν οι χριστιανοί, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους περιορίσει. Ήταν ένας από τους πλέον συνεπείς επάρχους, ο οποίος εφάρμοζε με ακρίβεια και φανατισμό την αυτοκρατορική διαταγή εναντίον των Χριστιανών. Αυτή η κατάσταση οδήγησε το Λεύκιο να μεταβεί στον έπαρχο. Τον παρακάλεσε να είναι ανεκτικότερος προς τους Χριστιανούς. Να εξετάσει καλλίτερα την πίστη τους, η οποία είναι κατασυκοφαντημένη από τους ειδωλολάτρες και μάλιστα τα ειδωλολατρικά ιερατεία, τα οποία παρακινούν τους κυβερνώντες Ρωμαίους, να κινούν άδικους διωγμούς προς αυτούς. Μόλις το άκουσε αυτό ο Κουμβρίκιος, όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με τα αιτήματα του Λευκίου, αλλά αμέσως τον συνέλαβε και τον καταδίκασε σε θάνατο. Το επόμενο πρωί τον οδήγησε έξω από την πόλη και τον αποκεφάλισε.

       Το γεγονός λύπησε τους χριστιανούς, αλλά άναψε ακόμα περισσότερο τη φλόγα της πίστης τους προς το Χριστό. Οι διωγμοί και τα μαρτύρια έφερναν αντίθετα

αποτελέσματα. Μετά από δύο ημέρες, πήγε άλλος χριστιανός στον έπαρχο, ο Θύρσος. Του είπε θαρραλέα πως η ειδωλολατρία είναι πλάνη, θρησκεία των δαιμόνων. Πως οι δαίμονες πλανεύουν τους ανθρώπους, λανσάροντας ψεύτικους και ανήθικους «θεούς», οι οποίοι υπαγορεύουν στους ανθρώπους να τους λατρεύουν και να τους μιμούνται στην ανηθικότητα. Πως τελικός νικητής θα είναι ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να σώσει και να απαλλάξει τον άνθρωπο από τη δουλεία του διαβόλου.

        Αυτά και άλλα πολλά σοφά λόγια του Θύρσου άκουσε και ένας ιερέας των ειδώλων, ο Καλλίνικος, ο οποίος ήταν παρών. Η ψυχή του φωτίστηκε και κατάλαβε την πλάνη του. Με χαρά και θάρρος άρχισε να αναφωνεί την μεταστροφή του στο Χριστό, δήλωσε ότι είναι πλέον Χριστιανός και απαρνείται τα είδωλα. Το πρόσωπο του ειδωλολάτρη επάρχου αλλοιώθηκε από το θυμό και άρχισε να φωνάζει σαν δαιμονισμένος. Τον εξόργισαν τα λόγια του Θύρσου, αλλά περισσότερο η μεταστροφή στην πίστη στο Χριστό του ιερέα των ειδώλων Καλλινίκου. Φώναξε αμέσως τους στρατιώτες, στους οποίους παρέδωσε τους δύο ηρωικούς ομολογητές για να θανατωθούν.  Τον μεν Καλλίνικο τον αποκεφάλισαν, τον δε Θύρσο τον πριόνισαν. Ο ηρωικός Μάρτυρας υπέμεινε με πρωτοφανή ηρωισμό τον μαρτυρικό θάνατο. Οι ψυχές τους πέταξαν στα ουράνια για να συναντήσουν το Χριστό, για χάρη του Οποίου έχυσαν το αίμα τους, για να συνδοξάζονται και να συμβασιλεύουν αιώνια μαζί Του. Η μνήμη και των τριών Μαρτύρων εορτάζεται στις 14 Δεκεμβρίου

       Αυτό είναι το ιερό συναξάρι του αγίου Θύρσου και των άλλων δύο Μαρτύρων, οι οποίοι αντάλλαξαν την άνεση, τη δόξα και τα πλούτη αυτής της πρόσκαιρης ζωής, με την πίστη στο Χριστό. Το τίμιο αίμα τους πότισε αρκούντος το δένδρο της αγίας μας Εκκλησίας, γι’ αυτό και το χρώμα της είναι το κόκκινο, όμοιο με το αίμα των εκατομμυρίων Μαρτύρων Της.

      Το μαρτύριο και οι Μάρτυρες είναι η μόνιμη κατάσταση μέσα στην Εκκλησία, διότι ο μεγάλος εχθρός Της, ο διάβολος χρησιμοποιεί τα επί γης όργανά του για να την καταργήσει, διότι γνωρίζει ότι η Εκκλησία σώζει τα ανθρώπινα πρόσωπα και τα αναγάγει στη σφαίρα της κατά χάριν θεώσεως. Και στις δικές μας τραγικές ημέρες συνεχίζονται τα μαρτύρια των Χριστιανών στις εμπόλεμες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, όπου φανατικοί ισλαμιστές, με οδηγό το Κοράνιο, καταδιώκουν, συλλαμβάνουν, βασανίζουν και θανατώνουν οικτρά τους Χριστιανούς. Μέγα νέφος Μαρτύρων και σήμερα πλουτίζουν τις τάξεις των αγίων στη Θριαμβεύουσα Εκκλησία, στον ουρανό.

 

 

 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Τους ποταμούς αιμάτων, τα οποία χύθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων της τουρκικής δουλείας, είναι εμπλουτισμένα και με το αίμα χιλιάδων κληρικών, όλων των βαθμών. Ένας από αυτούς ο οποίος έδωσε τη ζωή του στην υπηρεσία της ελεθερίας και της ποιμαντικής του συνέπειας είναι και ο άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ, επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου. Ένας αληθινός και αφοσιωμένος Ιεράρχης και συνάμα ένας φλογερός πατριώτης.

       Γεννήθηκε στα μισά του 16ου αιώνα στο χωριό Μπεζούλια των Αγράφων. Ένα πανέμορφο χωριό στις όχθες της τεχνητλής λίμνης Πλαστήρα. Γονείς του υπήρξαν ο Σωφρόνιος Αθανασίου και η Μαρία, οι οποίοι διακρίνονταν για την ευσέβειά τους και την ενάρετη ζωή τους. Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Σωτήριος. Οι ευσεβείς γονείς του φρόντισαν να τον αναθρέψουν σύμφωνα με τις χρστιανικές αρχές και να εμφυσίσουν στην παιδική του ψυχή την ακράδαντη πίστη στο Θεό. Επίσης του δίδαξαν τον ενάρετο βίο, την αγάπη προς όλους, την ταπείνωση και την σεμνότητα.

      Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε σε σχολείο που λειτουργούσε η Ιερά Μονή Αγίου Πνατελεήμονος, κοντά στο χωριό του, όπου έδειξε πρωτοφανή επιμέλεια και σεβασμό προς τους δασκάλους μοναχούς. Διδακτικά εγχειρίδια τα λειτουργικά βιβλία της Μονής, στα οποία εντρύφισε με ζήλο και σεβασμό. Ήρθε σε επαφή με τα ιερά κείμενα και τα αγάπησε με πάθος. Το Ψαλτήριο, η Παρακλητική, τα Μηναία, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο έγιναν τα αγαπημένα του αναγνώσματα. Έτσι, μαζί με την γνώση απέκτησε και αγάπη για την εκκλησιαστική ζωή. Ενωρίς γεννήθηκε στην ψυχή του η επιθυμία να ζήσει τον μοναχικό βίο.

      Όταν ενηλικιώθηκε, αφού πήρε την ευχή των γονέων του, περιπλανήθηκε σε διάφορες  Μονές των Αγράφων και κατέληξε στην ονομαστή Ιερά Μονή Κορώνης, η οποία δεν απείχε μακριά από το χωριότου και ήταν σημαντικό πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Στον ιερό εκείνο χώρο, στην ηρεμία του γαλήνιου ορεινού τοπίου, βρήκε αυτό που ζητούσε η ανήσυχη ψυχή του: το κατάλληλο κλίμα για να ασκηθεί πνευματικά. Οι αδελφοί της Μονής τον  δέχτηκαν και τον καθοδήγησαν, ώστε σε σύντομο χρόνο να αναδείξει την πνευματική του ωριμότητα, τα χαρίσματά του και τις αρετές του. Ντύθηκε το μοναχικό αγγελικό σχήμα, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Σεραφείμ, βιώνοντας με ακρίβεια τη μοναχική ζωή, συμμετέχοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής του στη λειτουργική ζωή και εκτελώντας με περισή προθυμία τις διακονίες, όσο ταπεινές και κοπιαστικές και αν ήταν. Έτσι κέρδισε την αγάπη και το σεβασμό των αδελφών της Μονής.

       Σύντομα του προτάθηκε να εισέλθει στις τάξεις της ιεροσύνης, χειροτονήθηκε διάκονος, σύντομα πρεσβύτερος και κατόπιν ηγούμενος της Ιεράς Μονής. Επί της ηγουμενίας του η Μονή αξιώθηκε να γνωρίσει ημέρες δόξης και φήμης. Από όλο τον ορεινό όγκο των Αγράφων, αλλά και του θεσσαλικού κάμπου έσπευδαν οι κατατρεγμένοι από τους Τούρκους δυνάστες, να βρουν καταφύγιο, παρηγοριά, πνευματική και υλική αρωγή. Επί πλέον η Μονή οργάνωσε Κρυφό Σχολειό, στον νάρθηκα της οποίας διδασκονταν τα σκλαβωμένα ελληνόπουλα την ελληνορθόδοξη παιδεία και καλλιεργούνταν στις ψυχές τους η ιδέα της ελευθερίας.

       Η φήμη για την φωτεινή προσωπικότητα και το έργο του Σεραφείμ έφτασε μακριά. Έτσι όταν κοιμήθηκε ο Επίσκοπος Καπούας – Φαναρίου Λαυρέντιος, κλήθηκε από την Εκκλησία να το διαδεχτεί στον επισκοπικό θρόνο. Εκείνος αρχικά διατυπωσε τις αντιρρήσεις του, λόγω της ταπεινότητας, που τον διέκρινε, αλλά τελικά υποτάχτηκε στη θέληση της Εκκλησίας, η οποία ταλανίζονταν από τη φοβερή τουρκική σκλαβιά.

      Ο σεβάσμιος και δαρστήριος Σεραφείμ διέπρεψε και ως Επίσκοπος. Στη σύντομη επισκοπική του διακονία άσκησε ένα πρωτόγνωρο ποιμαντικό, πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό έργο. Αναδείχτηκε αληθινός ποιμένας των λογικών προβάτων, που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Οι πιστοί της επισκοπής του τον αγαπούσαν και τον εμπιστεύονταν σαν πατέρα τους και εκείνος έδειχνε την πατρική του αγάπη προς  αυτούς.

      Αλλά υπήρχαν και εκείνοι που τον μισούσαν. Πρόκειται για τους Τούρκους, οι οποίοι έβλεπαν με φθόνο και καχυποψία τη δράση του δυναμικού Επισκόπου.  Γι’ αυτό και ζητούσαν να βρουν αφορμή να τον συλλάβουν και να τον σκοτώσουν.

      Αυτή η αφορμή δόθηκε. Στα  1601 ο θριλικός και ηρωικός Επίσκοπος Τρίκκης (Λαρίσης) Διονύσιος ο Φιλόσοφος, μη αντέχοντας να βλέπει τα φρικώδη δεινά των υποδούλων Ελλήνων, υποκίνησε επανάσταση κατά των Τούρκων στη Δυτική Θεσσαλία. Φυσικά το κίνημα απέτυχε και καταπνύγηκε στο αίμα. Ο φλογερός Επίσκοπος οδηγήθηκε στα Γιάννενα και ύστερα από φρικτά μαρτύρια, γδάρθηκε ζωντανός. Επίσης και όλοι οι συνεργάτες του είχαν ανάλογη τύχη.

       Για να τροκρατήσουν τους υπόδουλους Έλληνες, ασκούσαν φοβερή τρομοκρατία στην ευρύτερη περιοχή. Συνελάμβαναν αθώους, τους καταλόγιζαν ψευδείς κατηγορίες ότι δήθεν ήταν συνεργάτες του Επισκόπου Διονυσίου, τους οποίους βασάνιζαν απάνθρωπα και θανάτωναν. Ένας από αυτούς ήταν και ο Επίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ. Τον κατηγόρησαν ως δήθεν συναργάτη του Διονυσίου, αλλά εκείνος έλειπε την περίοδο της επανάστασης σε ποιμαντική και ιεραποστολική περιοδία στα χωριά των ορεινών Αγράφων.

      Επέστρεψε στο Φανάρι στις 3 Δεκεμβρίου του 1601 και επισκέφτηκε τις τουρκικές αρχές, για να δηλώσει την επιστροφή του, όπως όριζαν οι τουρκικοί νόμοι και να δώσει το καθιερωμένο «μπακσίσι» στον τούρκο διοικητή. Αλλά εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Μόλις εισήλθε στο διοικητήριο, οι παριστάμενοι αγάδες είπαν: «Αυτός ήταν με το Διονύσιο, πως τολμά και παρουσιάζεται μπροστά μας;». Εκείνος, σάστισε και τους απάντησε ότι ήταν αθώος και πως έλειπε σε περιοδία.  Εκείνοι όμως βρίζοντας του είπαν: «Αποστάτη και προδότη, θα λάβεις και εσύ όπως σου αξίζει την αμοιβή σου. Το μόνο που σου μένει είναι να αλλαξοπιστήσεις, να γίνεις Τούρκος και εμείς θα σε συγχωρήσουμε και θα σε τιμήσουμε κιόλας».

      Ο Σεραφείμ δεν σκέστηκε ούτε στιγμή την δόλια πρότασή τους. Τους δήλωσε πως «Σε καμιά περίπτωση δεν θα αρνηθώ το Χριστό μου. Τις δικές σας τιμές τις καταφρονώ»! Εκείνοι γεμάτοι θυμό και αγανάκτηση όρμισαν επάνω του, τον κτύπησαν, τον κακοποίησαν και τον έσυραν  στο θυριώδη διοικητή Φαναρίου Χαμουζάμπεη, φωνασκώντας ότι «Και ετούτος ήταν επαναστάτης καὶ συνεργαζόταν μὲ τὸν καταραμένο Διονύσιο. Είναι εχθρὸς και φοβερὸς αντίπαλός μας. Θάνατος στον προδότη»!

     Ο τούρκος διοικητής κάλεσε τον Σεραφείμ κοντά του και χρησιμοποίησε τη γνωστή μέθοδο της δήθεν καλοσύνης και επιείκειας, με ταξίματα και τιμές, αν ήθελε να αλλαξοπιστήσει. «Σεραφείμ, ἐσὺ εἶσαι ἔξυπνος ἄνθρωπος. Ἀπορῶ πῶς τὸ ἔπαθες καὶ συμφώνησες μὲ τὸν ἀνόητο ἐκεῖνο Διονύσιο καὶ δὲν σκέφθηκες πὼς τὸ κίνημά σας, ὄχι μόνον ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπικρατήση, ἀλλὰ θὰ στοίχιζε καὶ τὸ κεφάλι σας. Νά, πιάστηκες καὶ κινδυνεύεις νὰ τιμωρηθῆς παραδειγματικὰ μὲ φρικτὸ θάνατο. Τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω, νὰ γίνης Τοῦρκος, ἄν θέλης νὰ σοῦ χαρίσουμε τὸ κεφάλι· ἀκόμα καὶ μεγάλη θέση σοῦ δίνουμε καὶ πλούτη καὶ δόξα σοῦ ἐξασφαλίζουμε».

      Ο ηρωικός Επίσκοπος άκουσε με προσοχή τα λόγια του διοικητή και του απάντησε χωρίς άλλη περίσκεψη: «Ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν θ’ ἀποχωρισθῶ

ποτέ. Ἀντιθέτως, μετὰ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης θὰ δεχθῶ τὸν θάνατον χίλιες φορὲς γιὰ τὸ ὄνομά Του τὸ Ἅγιον. Δι’ αὐτὸ σφάξε, κόψε, κάμε ὅ,τι σοῦ λέγει ὁ νόμος»! Ταυτόχρονα μια ανεξήγητη γαλήνη πλήρωσε την ψυχή του, αποδιώχνωντας κάθε ίχνος φόβου και αγωνίας.

        Ο διοικητής Χαμουζάμπεης έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Πρόσταξε στους αιμοβόρους υποτακτικούς του να τον δείρουν αλύπητα και να του κόψουν τη μύτη. Ο Σεραφείμ υπόμεινε με καρτερία και αδιαμαρτύρητα τα μαρτύρια, ευχαριστώντας και υμνώντας το Θεό, ο Οποίος τον αξίωσε να κακοπαθήσει για την αγάπη Του. Κατόπιν έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στο πιο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, χωρίς φαγητό και νερό, με σκοπό να δειλιάσει και να αλλαξοπιστήσει. Μάταια όμως ήλπιζε ο Χαμουζάμπεης, ο ηρωικός Επίσκοπος ήξερε να πεθαίνει ως Χριστιανός και Έλληνας. Την όλη τη νύχτα, παρά τους αφόρητους πόνους, προσευχόταν στο Θεό και την Παναγία, να τον βοηθήσει να υπομείνει το μαρτύριο και να μη λιγήσει.

       Την άλλη μέρα τον παρουσίασαν και πάλι στον διοικητή, ο οποίος του είπε: «Ἐ, Σεραφείμ, πιστεύω νὰ σωφρονίσθηκες μὲς τὴν φυλακή. Ἔλα, λυπήσου τὰ νιάτα σου καὶ πίστεψε στὸν Μεγάλο Προφήτη». Αλλά Εκείνος, με θάρρος και πρόσωπο που έλαμπε από αγαλίαση, αρνήθηκε και πάλι τις προσποιητές κολακίες του τούρκου αξιωματούχου.  Για τούτο έδωσε διαταγή για νέα χειρότερα βασανιστήρια, τον κτύπησαν άγρια, τον ξάπλωσαν τεντώνοντάς του τα χέρια και τα πόδια και τοποθετώντας στην κοιλιά του έναν μεγάλο βράχο. Του έδωσαν να πιεί βουρκόνερο και συνέχιζαν να τον κακοποιούν.

       Μετά από ώρα ο διοικητής έδωσε διαταγή: «σουβλήστε τον»! Τον πήραν και τον οδήγησαν στο κέντρο του Φαναρίου, κοντά σε ένα κυπαρίσσι, στο μέρος που σήμερα είναι ο Ναός επ’ ονόματί του. Εκείνος γαλήνιος και προσευχόμενος βάδιζε στο φοβερό μαρτύριο, ψελίζοντας προσευχές και λόγια συγχώρεσης στους δημίους του! Όταν έφτασαν στον τόπο του μαρτυρίου, τον γύμνωσαν και τον υπέβαλαν στον δια σουβλισμού φρικτότατο θάνατο. Ο άγιος δεν επέζησε για πολλή ώρα, η ψυχή του ποέταξε στα ουράνια για να συναντήσει το Χριστό, να τον δοξάσει!  Το δε τίμιο σώμα του έλαμπε από ανεξήγητο φώς και το πρόσωπό του από λαπρότητα και γαλήνη. Ήταν 4 Δεκεμβρίου του έτους 1601.

      Ο Χαμουζάμπεης έδωσε διαταγή να μην ταφεί το σώμα του Ιερομάρτυρα, αλλά να παραμείνει εκεί ως φόβητρο των Ρωμηών. Μάλιστα έβαλε φρουρά να το φυλάει. Για πολλές ημέρες έμεινε άταφο, αλλά άφθαρτο. Δεν πέστη αλλοιώσεις, σήψη και δυσοσμία, αλλά συνέχιζε να λάμπει και να ευωδιάζει! Κατόπιν έκοψαν το κεφάλι του αγίου, το οποίο έστειλαν στα Τρίκαλα, όπου το παλούκωσαν, μαζί με τα κεφάλια άλλων δύο επαναστατών. Το σώμα το έριξαν από το κάστρο του Φαναρίου και το εξαφάνισαν.

       Ο ευλαβλης ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δουσίκου, κατάφερε να πάρει την τίμια κεφαλή και να την μεταφέρει στο μοπναστήρι, ως πολίτιμο θησαυρό. Μάλιστα υπάρχουν σ’ αυτή εμφανή ίχνη από δέρμα! Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου, την ημέρα του ηρωικού του μαρτυρίου.  Συγκαταλλέγεται στους θαυματουργούς αγίους, επιτελώντας άπειρα θαύματα σε όσους τον επικαλούνται με ευλάβεια και πίστη.   

      Ο άγιος Ιερομάρτυρας Σεραφείμ αποτελεί μια ακόμα ζωντανή απόδειξη για τον εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας μας στα τραγικά χρόνια της τουρκής δουλείας. Μια ηχηρή απάντηση σε όλους τους ανιστότητους και κακόβουλους συκοφάντες, ότι δήθεν η Εκκλησία βρικόταν με το μέρος των αλλοθρήσκων τυράννων του λαού μας! Η συντριπτική πλειοψηφία του ορθοδόξου κλήρου είναι ταυτόσημη με το βίο του αγίου Σεραφείμ!