Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν. - Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ LOVECH ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ κ. ΓΑΒΡΙΗΛ


ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ LOVECH ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ κ. ΓΑΒΡΙΗΛ

(Αντιπροσωπεύτηκε από τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαίο Βουλκανέσκου),

στη Θεολογική και Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.

 

ΕΠΑΡΧΙΑ LOVECH

ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ

 

Αγαπητέ εν Χριστώ Μητροπολίτα Σεραφείμ

 

       Σας εύχομαι να έχετε μια ευλογημένη Αγία Τεσσαρακοστή.

       Παρακαλώ, βρείτε επισυναπτόμενη την Αγγλική μετάφραση της επιστολής μου προς τον Πατριάρχη Βουλγαρίας κ. Νεόφυτο η οποία περιέχει τις αντιρρήσεις μου έναντι του εγγράφου με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο», το οποίο είναι προγραμματισμένο να συζητηθεί στην μέλλουσα Μεγάλη και Αγία Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρέχω σαφή εξουσιοδότηση στον άγιο Μητροπολίτη Πειραιώς όπως παρουσιάσει την επιστολή μου στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, στο συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί στις 23 Μαρτίου στην Αθήνα με σκοπό να συζητηθούν θέματα σχετικά με την Μεγάλη και Αγία Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΟΥΚΛΓΑΡΙΑΣ κ. ΝΕΟΦΥΤΟ

Με αδελφική εν Χριστώ αγάπη

Ο Μητροπολίτης Lovech

Γαβριήλ 

(Παναγιώτατε,

Έλαβα την από 02.03.2016 επιστολή σας, (απ. Αριθμ. 197), μαζί με τα εγκεκριμένα κείμενα, τα οποία πρόκειται να συζητηθούν στην επερχόμενη Μεγάλη και Αγία Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι προγραμματισμένη να λάβει χώρα μεταξύ 16 και 27 Ιουνίου τρέχοντος έτους στην Ορθόδοξη Ακαδημία της νήσου Κρήτης. Η απόφαση να αποσταλούν ηλεκτρονικά αυτά τα κείμενα ελήφθη σε συνάντηση όλων των μελών της Αγίας Συνόδου στις 6.2.2012, (αρ. πρωτοκόλλου 4).

Δυστυχώς, δεν ήμουν σε θέση να συμμετάσχω στις διασκέψεις της 5ης και 6ης.Φεβρουαρίου εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων υγείας. Ως ποιμενάρχης θεωρώ δικαίωμα αλλά και χρέος μου να θέσω υπ’ όψιν σας ορισμένες έντονες ενστάσεις σχετικά με ένα από τα έγγραφα, τα οποία αναφέρονται παραπάνω και το οποίο τιτλοφορείται: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ».

 

Αναφορικά με τη σελίδα 4:

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε κατανοούσε την «ένωση των πάντων» “union of all”, με την έννοια ότι εκείνοι, οι οποίοι έχουν εκτραπεί στην αίρεση ή στο σχίσμα, πρέπει πρώτα απ’ όλα να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Πίστη και να δηλώσουν υπακοή στην Αγία Εκκλησία και τότε μόνον μπορούν να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία, δια της μετανοίας.

Αναφορικά με τη σελίδα 5:

Στο σημείο 5 πρέπει να καταστεί σαφές, ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία η κοινωνία και ενότητα μεταξύ των χριστιανών ουδέποτε χάθηκαν και, δεδομένου ότι η Εκκλησία θα συνεχίσει να υπάρχει ως το τέλος του κόσμου, καθώς είπε ο Κύριος ότι ‘πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής’, της Εκκλησίας Του, έτσι επίσης αυτή η κοινωνία και ενότητα  θα υπάρχουν για πάντα.

Αναφορικά με τη σελίδα 6,σελίδα 16 και άλλες:

Εκτός από την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχουν άλλες Εκκλησίες, παρά μόνον σχίσματα και αιρέσεις κι επομένως, το να ονομάζονται αυτές οι τελευταίες «εκκλησίες» είναι εντελώς εσφαλμένο, από θεολογικής, κανονικής και δογματικής πλευράς.

Αναφορικά με τη σελίδα 12:

Η δήλωση ότι «στόχος όλων των θεολογικών διαλόγων είναι η πλήρης αποκατάσταση της ενότητας εν αληθή πίστει και αγάπη» είναι εντελώς λανθασμένη και απαράδεκτη, διότι θα έπρεπε να επισημανθεί σαφώς ότι η επιστροφή στην αληθινή πίστη αφορά στους αιρετικούς και σχισματικούς και σε καμία περίπτωση δεν αναφέρεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Δόξα τω Θεώ, το 1998 η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία αποχώρησε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και με τον τρόπο αυτό εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για τις πράξεις αυτού του Οργανισμού, δεδομένου ότι η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να είναι μέλος ενός τέτοιου οργανισμού, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται ως «μία από πολλές άλλες ή ως κλάδος της μίας εκκλησίας, ο οποίος δια του παγκοσμίου αυτού συμβουλίου αναζητά τρόπους και αγωνίζεται για την αποκατάστασή της».

Υπάρχει Ένας Κύριος, υπάρχει Μία Εκκλησία, όπως ορίζει το Σύμβολο της Πίστεως. 

Παναγιώτατε, εάν αυτά τα κείμενα δεν διορθωθούν, θα νομιμοποιήσουμε μία αιρετική διδασκαλία και πρακτική αποδοχής αιρετικών και σχισματικών, χωρίς εκείνοι να γίνουν αληθινά μέλη της μίας Αγίας, Ορθόδοξης, Αποστολικής Εκκλησίας. 

+ Μητροπολίτης Γαβριήλ του Λόβετς )

 

 

 

 

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΠΑΝΤΣΕΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ


Ο χαιρετισμός του ΣεβασμιωτάτουΕπισκόπου του Μπάντσεν και Βικαρίου της Επαρχίας Τσερνοβιτσίου, κ. κ. Λογγίνου, ως εκπροσώπου του Μητροπολίτου Κιέβου και Πάσης Ουκρανίας, κ. κ. Ονουφρίου, στη Θεολογική και Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, Μεγάλη προετοιμασία, χωρίς προσδοκίες.

 

 

Σεβασμιώτατοι, Σεβαστοί Πατέρες, Οσιολογιώτατοι και Οσιολογιώτατες, αγαπητοί αδελφοί,

 

Με τον πιο βαθύ πόνο της ψυχή, συνήλθαμε σήμερα οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, επειδή, στις ημέρες που ζούμε, η Ορθόδοξη μας Εκκλησία δέχεται σκληρά χτυπήματα. Αλλά, παρόλο που εδώ και δύο χιλιετίες η Εκκλησία μας δέχτηκε χτυπήματα από όλες τις πλευρές, από όλες τις αιρέσεις, οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας τήρησαν τα δόγματα και την αληθινή πίστη. Σας αγαλλιάζουμε με όλη την αγάπη μας εν Χριστώ τω Κύριω ημών και,κατά τον λόγο του θείου Ψαλμωδού, ο οποίος λέει: Ίδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό (Ψ 132:1), σας αγαλλιάζουμε όμωςόχι στην υποκριτική αγάπη με τους αιρετικούς, αλλάενωμένοι με τους αδελφούς μας στην αγνή μας πίστη, κανονική και ορθή, διότι η αγάπη συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ (A’Koρ.13:6) και την αλήθεια την ζούμε στην Εκκλησία μας. Σήμερα μας συνένωσαν εδώ ο πόνος της ψυχής και οι προβληματισμοί του Ορθοδόξου λαού της Οικουμένης, λόγω του μεγάλου κινδύνου, που έχει εμφανιστεί ενώπιόν μας, και αντιμέτωποι του κινδύνου αυτού έχουμε μπροστά μας μόνο δύο επιλογές: να γίνουμε προδότες της αγίας μας Ορθόδοξου πίστεως ή να ομολογήσουμε την αγία αλήθεια, την οποία λάβαμε ως την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη. Γνωρίζουμε μόνο μια Εκκλησία, την οποία μας παρέδωσε ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μας, και αυτή είναι η μία, γία, καθολική καὶ ἀποστολικὴ Έκκλησίαν και αυτή είναι η ορθόδοξη πίστη, καιόλααυτά θέλουμε να τα επιστρέψουμε ως ακέραια αντίδωρα στον Σωτήρα μας, στην αιωνιότητα. Αυτή είναι η Εκκλησία, την οποία πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν(Μτ. 16:18) και της οποίας η κεφαλή είναι ο Χριστός.

Δεν αναγνωρίζουμε άλλες αδελφές «εκκλησίες» και ούτε τις «σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο». Ναι, βέβαια, αγαπάμε όλους και όλον τον κόσμο της γης, διότι όλοι είμαστε κτίσματα του Θεού και εξαιτίας αυτού τους αγαπάμε και τους καλούμε όλους να επιστρέψουν στην αληθινή και σωτήρια Ορθόδοξη πίστη, την οποία μας αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός και η οποία είναι μια και την εξαγόρασε με το άγιο Του Αίμα και όχι με τον καταραμένο οικουμενισμό, ο οποίος είναι πρόδρομος του αντιχρίστου και αποβλέπει να καταστρέψει από τα θεμέλια την μια, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία του Χριστού.

Θέλω να εκφράσω μερικούς λόγους για τους οποίου εμείς, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε στον οικουμενισμό:

-   Ο Οικουμενισμός αντικαταστεί την σωστή έννοια της Καθολικής Εκκλησίας, δηλαδή της Εκκλησίας που πρεσβεύει την Αλήθεια του Θεού, με τον λάθος ορισμό της Καθολικής Εκκλησίας, ως παγκόσμια Εκκλησία, στην γεωγραφική έννοια του όρους «καθολικός».

-   Ο οικουμενισμός προτιμάει την ποσότητα των μελών και όχι την ποιότητα της ομολογίας της πίστεως.

-   Επιβάλλει νόθες διδασκαλίες, δήθεν καθολικές, οι οποίες είναι εκτός της Αλήθειας.

-   Ενισχύει τους ετεροδόξους στην πεποίθηση ότι κι εκείνοι ανήκουν στην Εκκλησία.

-   Δεν πιστεύει στην ύπαρξη της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας.

-   Υπονομεύει κατά τον αιρετικό τρόπο την ορθόδοξη εκκλησιολογία.

-   Εκφράζει δυσπιστία στη δύναμη των λόγων του Χριστού για το ακαταμάχητο της Εκκλησίας (Μτ. 28:20), οι οποίοι λόγοι θα παραμείνουν αμετάκλητοι μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.

-   Πρεσβεύει μια διδασκαλία εντελώς καινοτόμα περί της Εκκλησίας, αντίθετη ως προς την Ορθόδοξη πίστη. Εμείς δεν μπορούμε να απορρίψουμε τα δόγματα, τους κανόνες και τις παραδόσεις της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, που μας ενθαρρύνουν στην ορθή πίστη και μας καθοδηγούν προς την αιώνια σωτηρία, και να προτείνουμε τον οικουμενισμό, ο οποίος μας απομακρύνει από την Ορθοδοξία και μας διδάσκει να παραμελήσουμε τους δογματικούς και κανονικούς όρους της Εκκλησίας.

-   Ο οικουμενισμός αμφισβητεί τους ι΄ και με΄ Ιερούς Αποστολικούς Κανόνες, οι οποίοι καταδικάζουν τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός δε δύναται να συμμετάσχει σε ένα κίνημα, το οποίο επιδιώκει, με το αποκλειστικό του πνεύμα, να ισοπεδώσει τους ορθοδόξους με τους αιρετικούς, αμφισβητώντας τις Ορθοδόξους Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, με βάση των οποίων κατοχυρώθηκε η Ορθόδοξη διδασκαλία.

-   Αποσπάει με  αιρετικό τρόπο τα κείμενα του λόγου του Θεού από τα συμφραζόμενά τους.

-   Προετοιμάζει την Ορθοδοξία για δογματικές αποκλίσεις με σκοπό την «ενότητα» στο όνομα του οικουμενισμού.

Και  πολλά άλλα παρόμοια. Δεν μπορούμε να πουλήσουμε την Αλήθεια και την πίστη και είμαστε πολύ προβληματισμένοι για όλα αυτά που γίνονται.

 

Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες, οσιολογιώτατοι και οσιολογιώτατε, αγαπητοί αδελφοί,

Δεόμεθα τον αγαθό Θεό μας να μας βοηθήσει να παραμένουμε αληθινοί υιοί της Εκκλησίας του Χριστού, να μην είμαστε αδιάφοροι, να μην γίνουμε προδότες, να μην πουλήσουμε την πίστη, την οποία μας παρέδωσαν όλοι Άγιοι Πατέρες, από τον Χριστό μέχρι τώρα, και οι οποίοι την βίωσαν σε όλη την κανονική και δογματική αγνότητα των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Όσοι δεν γνωρίζουν ακόμα την πίστη και την αλήθεια να αποφασιστούν επιτέλους τι είναι – ορθόδοξοι ή αιρετικοί, είναι με τον Πάπα Ρώμης ή με την Αλήθεια του Χριστού, του Σωτήρα ημών, με τις διδασκαλίες της Ορθόδοξης μας Εκκλησίας.

Δεν θα σε πουλήσουμε, Αγία Ορθοδοξία μας, ακόμα και αν χρειαστεί να υποφέρουμε για σένα. Ένα μαρτύριο ήταν η ζωή όλων εκείνων που θυσιάστηκαν για την αγάπη του Χριστού. Είναι η ώρα να πάρουμε απόφαση: θα ομολογήσουμε τον αληθινό Χριστό ή θα ομολογήσουμε τον πρόδρομο του αντιχρίστου.

Αυτή η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» είναι η πιο πονηρή, ληστρική, ψευδής σύνοδος, την οποία οι πιστοί της επαρχίας μου δεν πρόκειται ποτέ να την αναγνωρίσουν. Έχω συμμετάσχει στην προετοιμασία της συνόδου, είναι τρομερό αυτό που προετοιμάζεται˙ διαπιστώνουμε την διγλωσσία της «Μεγάλης» Συνόδου, όμως ξέρουμε ότι ο Θεός είναι ναι ή οὔ (Μτ. 5:37), και γι’αυτό δεν θα την αναγνωρίσουμε ποτέ. Και η κοινή δήλωση από την συνάντηση στην Κούβα του Πατριάρχη Κυρίλλου και του Πάπα, τον αρχιαιρετικό, με τα 30 σημεία που περιέχει, για μένα προσωπικά είναι τα τριάκοντα ἀργύρια του Ιούδα. Γι΄αυτό προσεύχομαι ο Θεός να μας βοηθήσει! Αν χάσουμε τα πάντα στη γη και δεν έχουμε τι να φάμε, τι να πιούμε, τίποτε δεν είναι, όμως, αν χάσουμε την πίστη, χάσαμε τα πάντα. Αν χάσουμε την Αλήθεια των Αγίων Πατέρων, την οποία μας την παρέδωσαν, και αν χάσουμε την αληθινή Εκκλησία, πού αλλού θα σηκώσουμε μετά τα χέρια μας στον πόνο μας και που να προσευχόμαστε; Σε ποιον «θεό» θα προσεχόμαστε πλέον, αν προδώσαμε και πουλήσαμε τον Θεό μας; Αυτοί θέλουν τον οικουμενισμό, επειδή αποβλέπουν να κερδίσουν τον χριστιανικό κόσμο, και όμως τόση ταραχή προκάλεσε ο οικουμενισμός στην Εκκλησία μας! Τους χριστιανούς δύναται να τους επαναφέρουμε στην Εκκλησία μόνο και μόνο με την ομολογία της Αλήθειας και με την μετάνοια. Επίσης μόνο με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να είμαστε ένα, αδελφοί μου στην αληθινή πίστη, η οποία μας δόθηκε άπαξ διά παντός.

Ευχαριστούμε πολύ για την φιλοξενία σας, σας αγαπάμε πολύ! Σας ευχαριστώ ακόμα μια φορά για την ομολογία της αγίας Αλήθειας. Ο Θεός δεν θα μας αφήσει. Δεν κάνουμε επιδείξεις υπερηφάνειας, δεν θέλουμε να αναδείξουμε τίποτε άλλο παρά μόνο την Αλήθεια των Αγίων Πατέρων, τους οποίος το ε΄ σημείο της κοινής δήλωσης της Κούβας τους κατηγορεί, όλους του Αγίους Πατέρες και τους προγόνους μας εδώ και δέκα αιώνες, επειδή τάχα λόγω των αμαρτιών και λαθών τους, σήμερα οι δύο Εκκλησίες δεν έχουν ευχαριστιακή κοινωνία.

Αδελφοί μου, δεν υπάρχουν περισσότερες Εκκλησίες, υπάρχει μόνο η μια Εκκλησία του Χριστού, της οποίας η κεφαλή είναι ο Χριστός. Να παραμείνετε σε αυτή την Εκκλησία και ο Χριστός θα παραμείνει μαζί σας.

Σας ασπαζόμαστε τα χέρια, χαιρόμαστε την ορθόδοξη μας κοινωνία. Να είστε ενωμένοι στο πνεύμα της Αλήθειας, θα είμαστε μαζί σας με όλη την αγάπη μας και σας διαβεβαιώνουμε ότι θέλουμε να ομολογήσουμε την Αλήθεια. Στις τοπικές μας συνόδους δεν έχουμε καμία εξουσία, δεν μας δίνει κανείς σημασία, γι’ αυτό για μας είναι πολύ δύσκολο και ζητάμε ταπεινά τις ιερές σας προσευχές για να τηρήσουμε την αληθινή πίστη.

Αμήν.

 

 

† Λόγγινος, Επίσκοπος Μπάντσεν και Βικάριος της Επαρχίας του Τσέρνοβιτς

 

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ π. ΣΑΒΒΑ ΜΟΝΑΧΟΥ


Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Άγιε Πειραιώς, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.

 

        Με την χάρη του Αγίου Τριαδικού Θεού μας και της Υπεραγίας Θεοτόκου απευθύνουμε ως Αγιορείτες Μοναχοί, ταπεινά το  μικρόν ένθερμον χαιρετισμό μας σ’ αυτή την Ομολογιακή Ημερίδα. Είναι δε για μας ιδιαίτερη η τιμή να συμμετέχουμε σ’ αυτή τη θεοφιλή σύναξη συναμμιλώμενοι εις τον καλόν αγώνα εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού με τόσους σπουδαίους, γνωστούς αλλά αφανείς αγωνιστές πατέρες και αδελφούς, οι οποίοι επί δεκαετίες τώρα εν απτοήτω φρονήματι και στεντορία φωνή, παρά τις όποιες μεθοδεύσεις για την σιωπή τους, διακηρύττουν ότι εμμένουν ευλαβώς και ασπάζονται θυσιαστικώς απαραχάρακτη και ανόθευτη έως κεραίας την πατροπαράδοτη Αποστολική Πίστη μας , κάτι εις το οποίο, για να είμαστε ειλικρινείς, θα έπρεπε να ηγείται αναντίρρητα το Άγιον Όρος, ο προμαχώντας και το φρούριο της Ορθοδοξίας, εφόσον άλλωστε ανέκαθεν στη διαχρονία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας ο  Μοναχισμός πρωτοστατούσε στην καταπολέμηση των θεοστυγών αιρέσεων. Και εμείς λοιπόν φέροντες τον βαρύ τίτλο των Αγιορειτών Πατέρων, αν και συναισθανόμαστε ότι υπολειπόμεθα κατά πολύ της θαυμαστής ασκητικής πολιτείας των προγενεστέρων πατέρων μας, όμως στοιχούντες και επόμενοι αυτοίς, ως και αυτοί επιποθούντες την σωτηρία μας εν αληθεία, διατρανώνουμε σήμερον ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι δεν θα αποδεχτούμε τίποτε το μεταπατερικό, τίποτε που να μη συμφωνεί με τις 9 οικουμενικές Συνόδους και τις κατά τόπους ορθόδοξες τοιαύτες και συνελόντι ειπείν με την ιερά Παράδοπση της Μιας Αγίας καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, την οποίαν ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός περιποιήσατο δια του ιδίου αίματος. Κατά τον μέγαν Απόστολον Παύλον επαναλαμβάνουμε επιγραμματικά προς κάθε καλοπροαίρετο πιστόν:  «και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζεται ημίν παρ’ ο ευηγγεισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω». Στην περίπτωση λοιπόν, που υπερψηφισθούν οι αντορθόδοξες θέσεις των προς ψήφιση προσυνοδικών κειμένων και κυρίως η παροχή εκκλησιαστικότητας στην αίρεση του παπισμού και στην πανσπερμία των προτεσταντικών ομολογιών, που εκθεμελιώνουν το ορθόδοξο δόγμα και την ιεράν Παράδοσιν, όχι μόνον δε θα τις ακολουθήσουμε, αλλά χρεωστικώς κατά τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας και με την βοήθεια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Παναγίας, θα διακόψουμε το μνημόσυνον όλων αυτών που θα συμμαχήσουν με τις αιρετικές θέσεις και τον παναιρετικό Οικλουμενισμό.  Τα εκατό χρόνια οικονομίας και ανοχής απέναντι σε οικουμενιστές – ψευδαδέλφους και κακόφρονες είναι υπεραρκετά. Η ζημία που έχει προκαλέσει αυτή η ψευδεπίγραφη οικονομία στο Ορθόδοξο κριτήριο κλήρου και λαού είναι τεραστίων διαστάσεων. Στο Άγιον Όρος έχομε την διαχρονική και αγιοπνευματική παράδοση, δια της οποίας μας υποδεικνύουν οι Αγιορείτες πατέρες πως εφαρμόζεται εν τη πράξη ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή η διακοπή μνημοσύνου, όταν κηρύττει αίρεση ένας επίσκοπος γυμνή τη κεφαλή. Υπενθυμίζουμε ότι το Άγιον Όρος από το 1924 έως το 1974 είχε διακόψει την μνημόνευση του Πατριάρχου, λόγω της εισαγωγής της παναιρέσεως του Οιουμενισμού, δια της αλλαγής του ημερολογίου και της άρσεως των αναθεμάτων επί πατριαρχίας Αθηναγόρου.

       Σήμερα τα βλέμματα όλων των πιστών, αλλά και του Φαναρίου ως και αυτής της Ελλαδικής Εκκλησίας είναι στραμμένα σε αυτήν την ημερίδα που φιλοδοξεί ευσεβώς να αντιστρατευτεί εις την εγειρόμενην λαίλαπα των καινοτομιών της αμωμήτου Πίστεώς μας. Η απάντηση όλων μας στην μέλλουσα Μεγάλη Σύνοδο και στις αντορθόδοξες μεταρρυθμίσεις που ετοιμάζουν ο Οικουμενικός Πατριάρχης και οι οικουμενιστές ιεράρχες και θεολόγοι, ας είναι αυτή των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα Πίον τον Θ΄το 1848: «παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι ηδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι υπερασπιστής της Θρησκείας εστί αυτό το σώμα της Εκκλησίας ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές των Πατέρων αυτού».

       Ευχαριστώ για την τιμή και την αγάπη σας δια τα ευήκοα ώτα προς τον ταπεινόν χαιρετισμό μας και εξαιτούμενος τις άγιες ευχές όλων σας, εύχομαι ολοψύχως καλή επιτυχία στην ημερίδα, αναμένοντας με ενδιαφέρον τα ομολογιακά σας πορίσματα.

Γέρων Σάββας Λαυριώτης

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΕΚ ΝΕΟΥ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 11η Απριλίου 2016.

 

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΕΚ ΝΕΟΥ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

     Δεν χωράει αμφιβολία ότι το «μυστήριο της ανομίας» και της γενικής αποστασίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ζούμε όντως σε αποκαλυπτικές και εσχατολογικές ημέρες, όπου ο αντίδικος διάβολος, κατά το κοινώς λεγόμενο, «δίνει τα ρέστα» του,  «ειδώς ότι ολίγον καιρόν έχει» (Αποκ.12,12). Βάζει όλες του τις δυνάμεις να ξεθεμελιώσει την Εκκλησία του Χριστού, την κιβωτό της σωτηρίας, και να την εντάξει στα κοσμικά θρησκευτικά σχήματα, ώστε να χάσει την σωστική της δύναμη. Στα παρασκήνια αυτού του εσχατολογικού δράματος κεντρικό και δυναμικό ρόλο παίζει ο καταληψίας του σεβασμίου Πατριαρχείου της Δύσεως «πάπας» της Ρώμης, ο οποίος, με ισχυρό εργαλείο του, την πανίσχυρη διπλωματία του Βατικανού και τους πακτωλούς των σκοτεινών ταμείων του, κινεί τα νήματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, με στόχο την ανακήρυξή του σε παγκόσμιο θρησκευτικό ηγέτη των «Ηνωμένων Θρησκειών του Κόσμου»! Πιστοί του σύμμαχοι δυστυχώς «Ορθόδοξοι» ταγοί, οι οποίοι του «στρώνουν το χαλί», βοηθώντας τον να πραγματοποιήσει το καταχθόνιο και δαιμονικό του όραμα.

     Ωστόσο στην παρούσα χρονική συγκυρία, στην οποία το πρόβλημα των ακατάσχετων μεταναστευτικών ροών στην  διαλυμένη και καθημαγμένη από τα ατελείωτα μνημόνια πατρίδα μας έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, η παπική διπλωματία αντιλαμβάνεται, ότι επιβάλλεται να αλλάξει στρατηγική και διπλωματική στάση. Επιβάλλεται να αποβάλλει το εγκληματικό της πρόσωπο, (βλέπε γενοκτονία των Σέρβων κατά τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο και πρόσφατα με τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας), και να φορέσει το προσωπείο της αγάπης και της συμπάθειας προς τους κατατρεγμένους πρόσφυγες και λαθρομετανάστες, που τους εξομοιώνουν με τους πρόσφυγες. Επιβάλλεται τώρα να εμφανιστεί ο πάπας παγκοσμίως ως ο προστάτης των φτωχών, των πονεμένων προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, που δεν έχουν στο ήλιο μοίρα, που απεγνωσμένοι και κυνηγημένοι από την φωτιά του πολέμου και την φτώχεια, αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη. Είναι γνωστό άλλωστε το βιβλίο που έγραψε ο «πάπας» Φραγκίσκος με τίτλο: «Για μια Εκκλησία φτωχή και των φτωχών», το οποίο παρουσιάστηκε πρόσφατα, (Ιανουάριος 2015), στην Αθήνα σε εκδήλωση των εν Ελλάδι Ιησουϊτών.

    Έτσι λοιπόν πήρε την απόφαση να «πατήσει πόδι», για δεύτερη φορά, στην Ορθόδοξη Ελλάδα, την αιματοβαμμένη από τα τίμια αίματα των αγίων και οσιομαρτύρων της αμωμήτου ημών Πίστεως που μαρτύρησαν  ανά τους αιώνας από τους προκατόχους του νυν «πάπα», με την σύμφωνη γνώμη, δυστυχώς, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Δ.Ι.Σ. της Εκκλησίας μας, αλλά και της Ελληνικής Πολιτείας. Όπως ανακοινώθηκε από τα ΜΜΕ, ο «πάπας»  προσκλήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την συγκατάθεση της Δ.Ι.Σ., να αφιχθεί προσεχώς στη νήσο Λέσβο, ομού με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος κ. Α. Τσίπρα, τους καταυλισμούς των προσφύγων και των λαθρομεταναστών, με τους οποίους θα γευματίσουν και θα συμπαρασταθούν στο δράμα τους. Σύμφωνα με το ανακοινωθέν της Δ.Ι.Σ. σκοπός της επισκέψεως του «πάπα» είναι η συμβολή του «στην ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινότητας για την άμεση παύση των πολεμικών συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής που πλήττουν σφόδρα τις χριστιανικές κοινότητες, αλλά και στην ανάδειξη του μείζονος ανθρωπιστικού προβλήματος που έχει προκληθεί από τους απεγνωσμένους πρόσφυγες, οι οποίοι αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην ευρωπαϊκή ήπειρο».

    Δεν θα σχολιάσουμε την πρωτοβουλία και απόφαση της Δ.Ι.Σ., να προσκαλέσει τον πάπα, χωρίς την σύμφωνη γνώμη της Ι.Σ.Ι. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, (Ν. 590/1977), η απόφαση για θέματα υψίστης ποιμαντικής και εκκλησιαστικής σημασίας, όπως εν προκειμένω η επίσκεψη του Αιρεσιάρχου «πάπα» κ. Φραγκίσκου στην Ελλάδα, ανήκει στις αρμοδιότητες της Ι.Σ.Ι. και όχι της Δ.Ι.Σ. (αρθ. 4 εδάφιο α). Πάνω στο θέμα αυτό αναφέρθηκε ήδη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας με σχετική ανακοίνωσή του, στην οποία επί πλέον τόνισε, ότι η επίσκεψη αυτή προσβάλλει «τους Αγίους και Οσιάθλους Πατέρας της αμωμήτου ημών Πίστεως που δολοφονήθησαν φρικωδώς από τους προκατόχους και ομοπίστους του κ. Φραγκίσκου Μπεργκόλιο ανά τους αιώνας». Και εν τέλει προσβάλλει τον ίδιο τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, διότι προσφάτως ο συγκεκριμένος «προσέλαβε» έναν Ισπανό Βενεδικτίνο καλόγηρο και τον εγκατέστησε ως επίσκοπο των Ουνιτών της Αθήνας.

   Ισχυρίζονται οι Σεβασμιώτατοι Ιεράρχες της Δ.Ι.Σ. ότι ο «πάπας» με την επίσκεψη αυτή θα συμβάλει στην «ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινότητας». Αλλά  πως είναι δυνατόν ο «πάπας» να ευαισθητοποιήσει την παγκόσμια κοινότητα, όταν ο ίδιος δεν έχει ευαισθητοποιηθεί από το δράμα των προσφύγων; Αν πράγματι συμμετέχει στο δράμα τους, τότε γιατί δεν ανοίγει τις Τράπεζες του Βατικανού, ή του «αγίου Πνεύματος» όπως θέλουν να τις ονομάζουν, που διαθέτει πακτωλούς χρημάτων, δισεκατομμύρια ευρώ, για να ανακουφίσει όλους αυτούς τους πονεμένους από την φτώχεια, την ανέχεια και την δυστυχία τους και στη συνέχεια να τους επαναπροωθήσει, με παπικές δαπάνες, σε πλούσιες μουσουλμανικές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ; Αν προχωρούσε σε μια τέτοια ενέργεια, θα απεδείκνυε στην πράξη, (και όχι με θεατρινισμούς), ότι όντως συμμετέχει στο δράμα τους. Τότε μόνον θα μπορούσε να ελέγξει τους σημερινούς ηγέτες της Ευρώπης  για την τεράστια ευθύνη που έχουν για έναν πόλεμο, τον πόλεμο στη Συρία και όχι μόνον, τον οποίο κατ’ ουσίαν αυτοί οι ίδιοι προκάλεσαν, εξοπλίζοντας τους τζιχαντιστές του ISIS. Και να τους διασαφήσει ότι για την επίλυση του προσφυγικού προβλήματος κατ’ ουσίαν αυτοί οι ίδιοι ευθύνονται, διότι το προσφυγικό είναι απόρροια και άμεσο αποτέλεσμα του  πολέμου. Πολύ αμφιβάλουμε αν ο «πάπας», που θέλει να αυτοπροβάλλεται ως ο προστάτης των φτωχών, με την προσεχή επίσκεψή του στην Ελλάδα θα πράξει όλα τα παρά πάνω. Είμαστε σχεδόν βέβαιοι, ότι η επίσκεψη αυτή θα είναι απλώς ένα θέατρο εντυπώσεων και τίποτε περισσότερο.

   Πέραν αυτών φαίνεται ότι δεν έγινε επαρκώς κατανοητό από τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς μας ηγέτες, ότι η μεταναστευτική κρίση είναι ένα μείζον πρόβλημα με πολλές παραμέτρους, που δεν λύνεται με θεατρινισμούς  και «φιέστες». Είναι αστείο να πιστεύει κανείς ότι μετά από την προσεχή «φιέστα» της Λέσβου θα αλλάξει η κατάσταση. Ότι οι μετανάστες θα πειστούν να γυρίσουν σε άλλα πλούσια κράτη, όπου κυριαρχεί ο μουσουλμανισμός, ή ότι θα πάψουν να είναι φανατικοί και να σταματήσουν να μας βλέπουν ως «απίστους» και άρα υποψηφίους για εξόντωση. Πρέπει επί τέλους να γίνει κατανοητό από όλους, ότι η προσφυγική κρίση είναι μια κρίση που προκλήθηκε τεχνητά από τους σχεδιαστές της Νέας Τάξεως Πραγμάτων και η οποία εξυπηρετεί θαυμάσια τους στόχους των. Η αθρόα μετανάστευση μουσουλμάνων στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι «ό, τι χρειάζεται» για να προωθηθεί η μουσουλμανοποίηση της Ευρώπης, η Παγκοσμιοποίηση, ο Οικουμενισμός και εν τέλει η Πανθρησκεία. Ο Σεβασμιώτατος άγιος Πειραιώς στην ανακοίνωσή του ανέφερε και τους χρηματοδότες της «μεταναστευτικής κρίσης», οι οποίοι επιδιώκουν τον αφανισμό των πνευματικών, πολιτισμικών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων μέσα στην χοάνη της πολυπολιτισμικότητας. Εμείς απλά θα υπενθυμίσουμε τις εκπεφρασμένες απόψεις του κ. Φραγκίσκου για την εισβολή των αμέτρητων μουσουλμανικών στιφών στη γηραιά ήπειρο, ο οποίος την βλέπει με «συμπάθεια» και δήθεν με «πνεύμα χριστιανικής αγάπης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «συμπάθειάς» του προς τους «κατατρεγμένους μετανάστες» υπήρξε η θεατρικού τύπου «παράσταση» της «νίψης των ποδιών» αλλοθρήσκων προφανώς λαθρομεταναστών, (μουσουλμάνων, ινδουιστών, μπαχαϊστών, κλπ) κατά την «Μ. Πέμπτη» του παπικού Πάσχα. Με την συμβολικότατη αυτή πράξη του θέλησε να περάσει το μήνυμα πως «όλοι το ίδιο είμαστε», ότι η θρησκευτική πίστη δεν μπορεί πια να εγείρει εμπόδια στην «αγάπη» μας προς τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους. Και ότι στα πλαίσια αυτά της «αγάπης» μπορεί να «θυσιάζεται» η αλήθεια!

    Η πείρα δέκα αιώνων ιστορικής πορείας του Παπισμού απέδειξε ακόμη, ότι ποτέ το Βατικανό δεν προχωρεί σε κάποια ενέργεια, αν δεν βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι θα έχει κάποιο κέρδος σε πολιτικό, η εκκλησιαστικό επίπεδο. Στην παρούσα λοιπόν χρονική συγκυρία, είμαστε βέβαιοι, ότι η επίσκεψη αυτή δεν είναι καθόλου άσχετη με την μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», η οποία αναμένεται σύμφωνα με τα προσυνοδικά κείμενα, να δώσει μια ισχυρή ώθηση και συνοδική κατοχύρωση στην παναίρεση του Οικουμενισμού, με την απόδοση εκκλησιαστικότητος στις αιρετικές κοινότητες του Παπισμού και του Προτεσταντισμού. Είναι γνωστό ότι ο κ. Φραγκίσκος εξεδήλωσε πριν λίγο καιρό την ζωηρή επιθυμία του να παραστεί στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Η απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων να προσκαλέσουν μόνο αντιπροσωπείες φαίνεται ότι δεν τον ικανοποίησε. Εν τω μεταξύ πληροφορήθηκε προφανώς τις πολλαπλές και ισχυρές αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν σε πολλές Ορθόδοξες χώρες, όπως στη Μολδαβία, την Ουκρανία, την Βουλγαρία και ιδίως στην Ελλάδα με την πρόσφατη Ημερίδα στο Στάδιο «Ειρήνης και Φιλίας», σχετικά με την εν λόγω Σύνοδο, τον τρόπο οργανώσεώς της και την θεματολογία της, από πολλούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς. Θέλησε λοιπόν με την επίσκεψή του στην Ορθόδοξη Ελλάδα, με την ταυτόχρονη παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, να καταστείλει τις αντιδράσεις και να βοηθήσει, όσον εξαρτάται από αυτόν, να περάσει ευκολότερα η εκκλησιαστική αναγνώριση του Παπισμού ως «εκκλησίας» από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Και παράλληλα να στείλει σ’ όλο τον κόσμο ένα ηχηρό μήνυμα: Ότι η Ορθοδοξία και ο Παπισμός είναι «αδελφές Εκκλησίες». Ότι έφθασε πλέον η ώρα της αμοιβαίας αναγνωρίσεώς των, όχι μόνον με κοινές διακηρύξεις και με κοινά κείμενα των Μικτών Θεολογικών Επιτροπών, αλλά αυτή τη φορά και διά μέσου συνοδικών αποφάσεων.

     Θα κλείσουμε τον σύντομο σχολιασμό μας με ένα προφητικό άρθρο του αείμνηστου αγιορείτου μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτου, που είχε δημοσιευθεί τον Νοέμβριο του 2001 με τίτλο «Μελαγχολικαί ενοράσεις» και αφορούσε τους λαθρομετανάστες. Στο άρθρο αυτό παραθέτει σχετικά με το θέμα, τους ισχυρισμούς  τριών ησυχαστών που τον επισκέφτηκαν: «Και στην ερώτησή μου πως θα συμβεί αυτό, [η αλλοτρίωση της Ελλάδος], και πότε και τι θα γίνουν οι Έλληνες;  Απήντησαν, ότι ήδη ενεργείται η άλωση με τα 2-3 εκατομμύρια των μωαμεθανών, που ονομάζονται μετανάστες, και που θα στερεώνονται σταδιακώς με την ελληνικήν ιθαγένεια, που θα τους χορηγεί ευχαρίστως το Κράτος, δηλαδή η άθεη κυβέρνηση... Οι δε Έλληνες βαθμιαίως θα γίνουν μειονότης, έως ότου θα μείνουν ελάχιστοι χριστιανοί ως …δείγμα». Και συνέχισε: «Μέσα στον συγκλονισμό μου για την τραγωδία του λαού μας, άρχισα να μελετώ όσα είπαν με βεβαιότητα οι όσιοι εκείνοι ερημίτες.. Παρ’  ότι καμιά ανησυχούσα φωνή δεν ακούεται, όμως, κάποια σποραδικά δημοσιεύματα ...ήρχοντο να επαληθεύσουν σχεδόν τους ισχυρισμούς των φίλων μου ησυχαστών... Όμως, όσον και αν φαίνεται περίεργη η βαθειά σιγή επί ενός βοώντος εθνικού κινδύνου, το φαινόμενον δεν είναι ανεξήγητον. Πρόκειται περί σχεδόν καθολικής πωρώσεως των συνειδήσεων. Και είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον, ότι όταν η αμαρτία καθολικοποιείται, γενικεύεται, ακολουθεί, δίκην συνδρόμου, η άγνοια του κακού. Τώρα το πρόβλημα, το παμπρόβλημα, είναι η αλλοτρίωση του ελλαδικού χώρου, κατά παραχώρηση Θεού, για την αμετανοησία των πιστών. Οπότε αβιάστως ανακύπτει η υποχρέωση της ποιμαινούσης Εκκλησίας να κηρύξει μετάνοιαν στον λαόν.  Αλλοιώς; ‘Εάν μη μετανοήτε, πάντες ωσαύτως απολείσθε’ (Λουκ.ιγ΄3). Το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα».

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΚΑΚΟΔΟΞΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

 

Εν Πειραιεί τη 7η Απριλίου 2016.

 

ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΚΑΚΟΔΟΞΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

 

  Ενώ η διακαώς επιποθούμενη και με πολύ λαχτάρα προσδοκώμενη από τους οικουμενιστές «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος», βρίσκεται επί θύραις, η παναίρεση του Οικουμενισμού προχωρεί ακάθεκτη και ισοπεδώνει τα πάντα. Το πολυκέφαλο τέρας της αιρέσεως φαίνεται προς το παρόν να θριαμβεύει, να βρίσκεται στο αποκορύφωμα της δόξης του, αφού όλα δείχνουν ότι εντός ολίγων μηνών, την προσεχή Πεντηκοστή,  θα λάβει και συνοδική έγκριση και κατοχύρωση. «Τις όμοιος τω θηρίω; τίς δύναται πολεμήσαι μετ' αυτού;» (Αποκ.13,4), αφού η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων σήμερα πανορθοδόξως το έχουν προσκυνήσει, άλλοι από φόβο και δειλία και άλλοι εκ πεποιθήσεως; Τα ναυάγια περί την πίστιν κληρικών, μοναχών και λαϊκών δεν έχουν τελειωμό και συνεχώς αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο. Ήδη έχουμε επισημάνει πολλά από αυτά σε κατά καιρούς δημοσιεύσεις μας. Με πολλή θλίψη θα αναφερθούμε σε ένα ακόμη και μάλιστα επισκόπου, επειδή έχει κατά την γνώμη μας μια ιδιαιτερότητα, την οποία θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στις γραμμές που ακολουθούν.

    Πρόκειται για τον Μητροπολίτη Βύβλου και Βοτρύων, (Όρους Λιβάνου), του Πατριαρχείου Αντιοχείας κ. Γεώργιο Χόντρ, ο οποίος δημοσίευσε στις 19-3-2016 στην εφημερίδα «Annahar» κυριακάτικο κήρυγμα, αναφερόμενο στην Κυριακή της Ορθοδοξίας, στο οποίο ισοπεδώνει κυριολεκτικά τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Το άρθρο του εν λόγω επισκόπου αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα «Ιδιωτική οδός» με τίτλο: «Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΟΡΟΥΣ ΛΙΒΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ».

    Γράφει μεταξύ άλλων: «Η λέξη ορθόδοξος σημαίνει αυτός που διατηρεί το ορθό δόγμα το οποίο προέκυψε μετά από τα Ευαγγέλια στους χριστιανούς οι οποίοι αποδέχονται τις Οικουμενικές Συνόδους- είναι επτά στους Καθολικούς και τους Ορθοδόξους, και σε άλλους είναι λιγότερες, με την επισήμανση ότι οι χριστιανοί όλοι δεν διαφέρουν στο περιεχόμενο της πίστης τους, είτε υιοθετήσουν κάποιοι τέσσερις υποχρεωτικές Οικουμενικές Συνόδους, είτε υιοθετήσουν άλλοι επτά, ή περισσότερες. Με απλά λόγια, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στο δόγμα ανάμεσα στους χριστιανούς. Όλοι πιστεύουν στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου, και πιστεύουν στην Τριάδα, τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες». Κατ’ αρχήν οι Οικουμενικές Σύνοδοι για τους παπικούς δεν είναι επτά, αλλά 21. Οι «άλλοι» που παραδέχονται λιγότερες από επτά Οικουμενικές είναι προφανώς οι Νεστοριανοί και οι Μονοφυσίτες, οι οποίοι όμως καταδικάστηκαν και αναθεματίστηκαν από την Εκκλησία, από την Γ΄ και Δ΄ αντίστοιχα Οικουμενικές Συνόδους, και από όλες τις μεταγενέστερες, κάτι που αποσιωπά ο Σεβασμιώτατος. Φαίνεται επίσης να αγνοεί, ότι ο κύριος σκοπός για τον οποίο συγκρότησε η Ορθόδοξη Εκκλησία όλες τις Οικουμενικές Συνόδους, ήταν η καταδίκη των αιρέσεων και η αποκοπή των αιρετικών, από το σώμα της Εκκλησίας, επειδή ακριβώς αυτοί διέφεραν «στο περιεχόμενο της πίστης τους». Επομένως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι δήθεν «δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στο δόγμα ανάμεσα στους χριστιανούς», ή ότι «διαφέρουμε στις λέξεις, αλλά όχι στην αλήθεια της πίστης μας», όπως αναφέρει παρά κάτω. Αν η διαφορά βρίσκεται στις λέξεις και όχι στην ουσία των πραγμάτων τότε οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι εν Αγίω Πνεύματι δογμάτισαν και κατάδειξαν τις χριστολογικές αιρέσεις του Νεστοριανισμού και του Μονοφυσιτισμού, πλανήθηκαν και κακώς τους χαρακτήρισαν ως αιρετικούς. Κακώς τους απέκοψαν από την Εκκλησία. Επί πλέον είναι και υπόδικοι απέναντι στο Θεό για το «σχίσμα» που προκάλεσαν στην Εκκλησία! Ούτε πάλι μπορούμε να πούμε ότι οι αιρετικές διδασκαλίες των αιρετικών είναι «λεπτομέρειες» άνευ σημασίας και ότι αρκεί η γενική και αόριστη πίστη «στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου», διότι τότε οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες δεν θα έμπαιναν στον κόπο να ασχοληθούν με «λεπτομέρειες», ούτε θα θεωρούσαν αναγκαία τη συγκρότηση Οικουμενικών Συνόδων. Απεναντίας θεώρησαν τις αιρέσεις ως διαστροφές της αληθείας, που η αποδοχή τους ακυρώνει την ίδια την σωτηρία.

     Στη συνέχεια φτάνει σε ανεπίτρεπτες για έναν επίσκοπο διατυπώσεις που μαρτυρούν άγνοια στοιχειωδών θεολογικών γνώσεων. Κατά την άποψή του «ήταν μία η πίστη, [Ορθοδόξων και Παπικών], πριν να δηλώσει η Καθολική Εκκλησία το πρωτείο και το αλάθητο του Πάπα το 1870». Ωστόσο από το σχίσμα του 1054 μέχρι το 1870, όπως είναι γνωστό από την εκκλησιαστική ιστορία, ο Παπισμός εισήγαγε πλήθος αιρετικών διδασκαλιών, όπως αυτή του Φιλιόκβε, η οποία διαστρέφει τοΤριαδικό δόγμα, και η οποία έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο, (879-880), επί Ιερού Φωτίου, ή όπως η περί κτιστών ενεργειών του Θεού, η οποία έχει καταδικαστεί από την Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο, (1451), επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

      Παρά κάτω λέει: «Το να ονομάσει η κάθε Εκκλησία την άλλη ‘αδελφή εκκλησία’ δεν είναι ονομασία που βασίζεται στον καθωσπρεπισμό, αλλά σε πεποίθηση. Δεν σημαίνει, [αυτή η ονομασία], ότι πρόκειται για άλλη ανεξάρτητη οντότητα. Μέχρι τώρα δεν έχω βρει ένα καθολικό κείμενο που να κατηγορεί τους ορθοδόξους για παρέκκλιση δογματική, ή εκκλησιαστική. Είμαστε λοιπόν δυο αδέλφια ο ένας απέναντι στον άλλο.Στη θεολογία δεν χρησιμοποιούμε όρους κοινωνικού καθωσπρεπισμού. Όσο και αν αυξηθεί η σύγκρουση ανάμεσα στους φανατικούς παραμένει πιο σημαντική η ενότητά τους που βλέπει ο Χριστός». Αν τα παρά πάνω ισχύουν τότε κακώς δεν συμμετέχουμε στο κοινό ποτήριο, (αν δεν συμμετέχουμε)! Τότε οι άγιοι ήταν κατ’ αυτόν «φανατικοί» οι οποίοι δημιούργησαν με τα δόγματά τους «συγκρούσεις»! Ειλικρινά, τόσα χρόνια ασχολούμαστε με τις αναιρέσεις κακόδοξων δηλώσεων, αλλά τέτοιου είδους δηλώσεις πρώτη φορά συναντήσαμε!

    Παρά κάτω φανερώνει το ασυγκράτητο οικουμενιστικό του πρόσωπο: «Εγώ αποδέχομαι τον χριστιανό που δεν προσεύχεται στη Παναγία, αρκεί να μην θεωρεί αιρετικούς όσους προσεύχονται σ’ αυτήν. Ας προσευχηθείς όπως θες, αλλά μην με αποκλείσεις από σένα. Εγώ ξέρω προτεστάντες που αγαπούν την Παναγία πάρα πολύ. Δεν της απευθύνονται στην προσευχή, δεν με αφορά, αρκεί να μην με θεωρήσουν αιρετικό, άμα της απευθυνθώ εγώ. Δεν έχω κάτι με όποιον δεν μιλάει στην Παναγία, αρκεί να με αφήσει ελεύθερο στο να της μιλήσω. Με λυπεί να αρνείται ένας χριστιανός να μιλήσει στη Παναγία, αλλά δεν τον αναγκάζω στο να το κάνει αν θεωρήσει ότι αυτό μειώνει την αγάπη του στον Χριστό». Και συνεχίζει: « Όποιος θεωρήσει ότι ζητώντας την πρεσβεία των αγίων μειώνει την αγάπη του προς τον Ιησού είναι δικαίωμά του, και όποιος θεωρήσει ότι αγαπάει και τους αγίους με τον Ιησού πάλι δικαίωμά του. Ας μην θεωρήσουμε ο ένας τον άλλον αιρετικό χωρίς λόγο. Ο Θεός κρίνει όποιον θέλει εν καιρώ. Μην προλάβετε την κρίση του Θεού σύμφωνα με το τι νομίζετε. Ποιος είμαι για να κρίνω. Ο Θεός μόνο κρίνει»! Δεν χρειάζεται κανείς μεγάλη προσπάθεια για να διακρίνει στις παρά πάνω διατυπώσεις του, την βασική δογματική παραδοχή της «Νέας Εποχής», που είναι: «πίστευε όπου θέλεις. Μην απολυτοποιείς την πίστη σου, και μην απορρίπτεις την πίστη του άλλου. Η απόλυτη αλήθεια δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε κάποια συγκεκριμένη πίστη»! Όταν ζητούμε τις πρεσβείες της Παναγίας και των αγίων, δεν μειώνεται η αγάπη μας προς τον Ιησού, αλλά αντίθετα αυξάνεται. Δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς τον Χριστό και να μην αγαπά και την Παναγία, διά μέσου της οποίας πραγματοποιήθηκε ολόκληρη η ένσαρκη θεία οικονομία. Και δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς την Παναγία και να μην εκδηλώνει την αγάπη του αυτή με ύμνους και προσευχές και με την εκζήτηση των πρεσβειών της. O Σεβασμιώτατος αποκρύπτει την άρνηση της αειπαρθενίας της Υπεραγίας Θεοτόκου από τους προτεστάντες, οι οποίοι τίθενται υπό τας αράς της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Υπάρχει χειροτέρα βλασφημία προς την Θεοτόκο από την άρνηση της αειπαρθενίας της; Επίσης η Ορθόδοξη Εκκλησία με την όλη υμνογραφία και την λατρευτική ζωή της, που είναι εμποτισμένη με ύμνους και προσευχές προς την Παναγία, μας εισάγει και μας χειραγωγεί προς το ορθόδοξο ήθος, (και όχι το προτεσταντικό), και μας διδάσκει την αγάπη και την τιμή προς την Παναγία. Οπότε δεν είναι «δικαίωμα» του καθενός να χαράξει ένα δικό του δρόμο και μια δική του γραμμή εις ό, τι αφορά την στάση του απέναντι στην Παναγία, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος. Βέβαια είναι αλήθεια ότι «ο Θεός μόνο κρίνει». Όμως στα θέματα της πίστεως δεν υπάρχει κατάκρισις. Μήπως οι άγιοι Πατέρες έπεσαν στο αμάρτημα της κατακρίσεως επειδή έκριναν τους αιρετικούς; Δεν θα έπρεπε να αφήσουν στο Θεό την κρίση των αιρετικών; Προς τι οι μεγάλοι αγώνες τους για την διάσωση του Ορθοδόξου Δόγματος;

   Περαίνοντας διαπιστώνουμε πως ο Σεβασμιώτατος έγραψε «στα παλαιότερα των υποδημάτων του» τις φρικτές υποσχέσεις, που έδωσε  κατά την χειροτονία του ως Επίσκοπος, ότι θα διαφυλάττει, ως κόρη οφθαλμού, την Παρακαταθήκη, δηλαδή την αμώμητο Ορθόδοξο Πίστη ακαινοτόμητη, όπως μας την παρέδωσαν οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες. Διαπιστώνουμε ότι από κήρυκας της σώζουσας Ορθοδόξου Πίστεως, έγινε κήρυκας του φρικώδους και δαιμονοκίνητου θρησκευτικού συγκρητισμού, ο οποίος «στρώνει» το δρόμο για την επικράτηση της εφιαλτικής πανθρησκείας του οσονούπω ερχομένου Αντιχρίστου. Και γνωρίζοντας, ότι δεν υπάρχει Ορθόδοξη Σύνοδος για να τον καθαιρέσει, (αφού οι οικουμενιστές είναι αδύνατον να καθαιρέσουν τους ομοδόξους των οικουμενιστές), προσευχόμεθα ο Θεός να του δώσει μετάνοια, ή αν τούτο είναι αδύνατον, τουλάχιστον να μην παρασύρει άλλους στο βάραθρο της αιρέσεως που κηρύττει!  

 

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Συζήτηση στην Ημερίδα της Θεολογικής Σχολής για τη Μεγάλη Σύνοδο: Αμηχανία και πολλά φλέγοντα αναπάντητα ερωτήματα.


Κατά την ημερίδα της Θεολογικής Σχολής, που έλαβε χώρα στις 5 Απριλίου 2016 με θέμα: "Η θεματική της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου 2016", σε ερώτημα του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αβύδου, που προέκυψε κατά τη συζήτηση πάνω στην περί μεικτών γάμων θεματολογία, «ποιοί είναι οι ετερόδοξοι και ποιοί οι αιρετικοί;»
εντύπωση προκάλεσε η αμηχανία των συμμετεχόντων, οι οποίοι απέφυγαν να δώσουν σαφείς απαντήσεις. Μπορεί ο Θεοφιλέστατος να ήθελε πράγματι να δοθεί κάποια λογική διευκρίνηση στη διάκριση των δύο παραπάνω όρων, όμως το ζήτημα, που θίγει το παραπάνω ερώτημα, από μόνο του παίρνει μιά βαρύνουσα θεολογική τροπή για εμάς τους ορθοδόξους πιστούς: Μήπως σήμερα οι αιρετικοί είναι οι Παπικοί, μήπως οι Προτεστάντες, μήπως οι Αντιχαλκηδόνιοι; Δύσκολο ερώτημα σε μια δύσκολη συγκυρία της Οικουμενιστικής φάσης των διμερών διαλόγων, στην οποία η ‘’αγαπολογία’’ προηγείται και απαγορεύει τέτοιες βαριές συζητήσεις. Έτσι εξηγείται και η εν τέλει αφωνία πάνω στο θέμα αυτό, αλλά και η παράξενη στάση του διευθύνοντος τη συζήτηση, ο οποίος καίτοι είχε προαναγγείλει μια δεύτερη σειρά συζητήσεων, μόλις σε κάποια ερώτηση ακούσθηκε η λέξις ‘’αίρεση’’, βιάσθηκε να ακυρώσει την προαναγγελία νέων συζητήσεων και να δώσει τέλος στην ημερίδα.
Αλήθεια, αν στην θέση των ανωτέρω παρευρίσκονταν ορθόδοξοι Πατέρες, Άγιοι, αλλά και οι μεγάλου θεολογικού αναστήματος παραδοσιακοί διδάσκαλοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προγενέστεροι αλλά και νεότεροι, όπως ο Ιουστίνος Πόπποβιτς, ο όσιος Πορφύριος κ.ά., αναμφίβολα θα προσδιόριζαν και θα ονομάτιζαν τους αιρετικούς. Εξ άλλου, όπως βλέπουμε στην Ιστορία των Συνόδων, κάθε φορά που το πλήρωμα της Εκκλησίας ταλανιζόταν από αιρέσεις, συγκαλείτο σύνοδος προς αντιμετώπιση του κινδύνου. Στην προκείμενη όμως περίπτωση της συγκληθησόμενης ‘’Μεγάλης Συνόδου’’ όχι μόνο δεν γίνεται αναφορά σε κάποια αίρεση, αλλά και στα προτεινόμενα προς συζήτηση κείμενα αποφεύγεται ακόμη και ο ίδιος ό όρος ‘’αίρεση’, αντικαθιστώμενος από τον σαφώς πολύ πιο ήπιο όρο ‘’ετερόδοξος’’.
Τελικά, αναρωτιέται κανείς: Σήμερα δεν υπάρχουν αιρέσεις; Τί καλείται να διευθετήσει η Σύνοδος; Μάλιστα, η απορία αυτή εντείνεται πολύ περισσότερο, αν αναλογισθεί κανείς ότι και το φλέγον ζήτημα των δικαιοδοσιών παραπέμπεται στις καλένδες εξ αιτίας της μεγάλης δυσκολίας του. Γιατί λοιπόν συγκαλείται Σύνοδος; Μήπως η μεγάλη σωτηριολογική αναγκαιότητα σήμερα είναι να ‘’αναβαθμισθεί’’ η νηστεία των ευσεβών χριστιανών, με τάσεις συγκλίνουσες ή μάλλον προσαρμοζόμενες σε όσα συμβαίνουν στους δυτικότροπους χριστιανούς; Οι θεωρούμενες από κάποιους ως ‘’μεγάλες’’ ή ως ‘’μοναστηριακές’’ νηστείες είναι λοιπόν ο κίνδυνος των ημερών μας; Ή μήπως επείγει τόσο πολύ να βρεθεί κάποιος εκμοντερνισμένος τρόπος συνύπαρξης της Εκκλησίας μας με άλλες ‘’ετερόδοξες’’ κοινότητες, που όμως θα πρέπει να θεωρούνται και αυτές ως ‘’εκκλησίες’’, όπως υποστηρίζεται από τους υπερμάχους της θεματολογίας της Συνόδου, είτε χάριν κάποιας αγαπητικής προσφοράς, είτε επειδή θεωρείται ότι οι νεότερες (μετά τη δεύτερη χιλιετία) αποκλίσεις από την αποστολική μας παράδοση δεν έχουν καταδικασθεί από κάποια σύνοδο, ώστε να θεωρηθούν ώς αιρέσεις;
Η απάντηση στα επιχειρήματα αυτά είναι εύλογη: Ιδού η ευκαιρία να γίνει λόγος για αιρέσεις. Αντιθέτως, όμως βλέπουμε να αποφεύγεται ακόμη και ο όρος ΄΄αίρεσις΄΄. Εξ άλλου, η αγαπητική στάση προς τους ετεροδόξους επιβάλλει τον έλεγχο της πλάνης και όχι αντίθετα τη συγκάλυψή της με το να αποφεύγουμε τις ευθείες αναφορές σ’αυτήν. Σε διαφορετική περίπτωση, όχι μόνον δεν εφαρμόζεται η εντολή του Κυρίου ‘’αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν’’, αλλά και γίνεται βλάβη ακόμη και στην οργανική ενότητα που αντιπροσωπεύει ο όρος ‘’σεαυτόν’’, η οποία στην παρούσα συγκυρία είναι το σώμα της Εκκλησίας που κατά τα ήδη φαινόμενα εξωθείται σε νέους διχασμούς.
Τι συμβαίνει λοιπόν στην πραγματικότητα; Τί υποθάλπτουν οι παραπάνω προφάσεις; Μήπως πρόκειται για κάποια προσαρμογή στο γενικότερο κλίμα της παγκοσμιοποίησης (βλέπε μωσαϊκοποίησης και ισοπέδωσης των πάντων, εθνών, πολιτισμών, θρησκειών κ.λπ); Η Εκκλησία είναι μία ή η Εκκλησία για κάποιους είναι και οι αιρετικοί; Είναι ο παπισμός αίρεση ή ΄΄Εκκλησία΄΄; Τί θα πούμε για τους προτεστάντες και όλους τους θεωρούμενους ως ‘’ομολόγους’’ μας στη συμμετοχή μας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών; Είναι κι αυτοί ‘’εκκλησίες’’; Αλήθεια , με ποια λογική χρησιμοποιείται για τις διάφορες αιρετικές ομάδες ο όρος ‘’Εκκλησία’’, αφού η Εκκλησία είναι Μία , Αγία , Καθολική και Αποστολική; Πότε χαρακτηρίστηκαν οι αιρέσεις σε συνοδικά κείμενα της Εκκλησίας ως “Εκκλησίες”; Δεν επαρκούν βέβαια οι δικαιολογούσες το θέμα υποδεικνυόμενες (από τους παραπάνω εισηγητές) επί μέρους προσωπικές επιλογές Πατέρων κυρίως του Δ΄αιώνα (Μ. Βασίλειος) που -κατά τη διάσπαση των αρειανικών ομάδων και τις έντονες διαμάχες μεταξύ Ομοίων, Ανομοίων και Ομοιουσιανών- βρήκαν την ευκαιρία να σύρουν προς την Ορθοδοξία μερικούς πλανηθέντες (κυρίως τους Ομοιουσιανούς) αποκαλώντας τους κατ’οικονομίαν ως ΄΄εκκλησία’’. Το ερώτημα παραμένει ακέραιο: Πότε Σύνοδος αποκαλεί την αίρεση ως ‘’Εκκλησία’’;
Tέλος, θα θέλαμε να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση σε έναν απλό προβληματισμό, τον οποίο προδιαγράφουμε παραπάνω : Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι, που συνεκλήθησαν, συνεκλήθησαν για την προάσπιση της Εκκλησίας καταδικάζοντας αιρέσεις και κακοδοξίες. Η μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ποιά κακοδοξία ή ποιά αίρεση θα αντιμετωπίσει ;
Σε μια τέτοια Ημερίδα, στη Θεολογική Σχολή, είναι ανάγκη να δίνονται καθαρές και σύμφωνες με την παράδοση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας μας απαντήσεις με κατά Χριστόν αγάπη αλλά και αγιοπνευματική αλήθεια, διότι όπως ο Θεός Λόγος και το Άγιον Πνεύμα συνεργάζονται στο έργον της θείας Οικονομίας για τη σωτηρία μας, έτσι και η αγάπη στην Ορθόδοξη Θεολογία είναι αληθεύουσα και η αλήθεια αγαπώσα. Ο διαχωρισμός αυτών των δύο αρετών, στην πορεία της Θεολογίας, δεν λύνει, αλλά αντιθέτως δημιουργεί προβλήματα για το παρόν και το μέλλον της.
 
ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΒΑΓΙΑΝΝΗΣ
 

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Γιατί ἀπέσυρε τὸ φλέγον θέμα ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος;

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.
 

1. Ἡ ἡμερολογιακὴ ἀλλαγὴ τοῦ 1924 διέσπασε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα καὶ προκάλεσε διαιρέσεις.
Ἕνα ἀπὸ τὰ φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα ποὺ ἐκαλεῖτο νὰ ἀντιμετωπίσει ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶΜεγάλη Σύνοδος ἦτο καὶ τὸ θέμα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισηςτῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίουτὴν ὁποία,χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφασημονομερῶς καὶ πραξικοπηματικῶςἐπέβαλαν ἀπὸ τὸ 1924 τὸ ΟἰκουμενικὸΠατριαρχεῖο καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἙλλάδοςΤὴν μεταρρύθμιση δέχθηκε καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἐνῶ ὅλες οἱ ἄλλες Ὀρθόδοξες ᾽Εκκλησίες ἀντέδρασαν καὶ τὴν ἀπέρριψαν, ὅπως τὰ τρία πρεσβυγενῆ πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, οἱ λοιπὲς Ἐκκλησίες καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ἡ ἀντισυνοδική, ἀντικανονικὴ καὶ ἀναμφιβόλως λανθασμένη αὐτὴ ἐνέργεια, ποὺ δὲν ἀνταποκρινόταν σὲ καμμία ποιμαντικὴ ἀναγκαιότητα, ἐτραυμάτισε τὴν ἑνότητα τῆς ᾽Εκκλησίας ἑορτολογικὰ καὶ λειτουργικά, ἡ ὁποία ἑνότητα ἐπὶ δεκαέξι αἰῶνες, ἀπὸ τὴν Α´ δηλαδὴ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325), ποὺ καθόρισε τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, παρέμενε ἀδιατάρακτη.
Ἡ ἑνότητα τραυματίσθηκε σὲ δύο ἐπίπεδα. Στὸ ἐπίπεδο ἐν πρώτοις τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν ἀποδέχθηκαν τὴν μεταρρύθμιση καὶ ἐξακολουθοῦν μέχρι σήμερα νὰ ἑορτάζουν τὶς ἑορτὲς καὶ τὶς μνῆμες τῶν Ἁγίων κατὰ τὸ παραδεδομένο Πάτριο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, ποὺ χαρακτηρίζεται τώρα ὡς Παλαιό. Ἄλλες ἐκκλησίες προσχώρησαν σταδιακὰ στὴν μεταρρύθμιση καὶ ἀποδέχθηκαν τὸ ἀποκληθὲν Νέο Ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο μερικοὶ ἀποκαλοῦν «διορθωμένο» Ἰουλιανό, ἐνῶ οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ τὸ παπικὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο, ποὺ πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὸν πάπα Γρηγόριο ΙΓ, ὁ ὁποῖος τὸ 1582 ἔκανε τὴν ἀλλαγὴ Ἡμερολογίου-Πασχαλίου στὴν Δύση, ὅπου καὶ ἐκεῖ στὴν ἀρχὴ ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις, σιγά-σιγὰ ὅμως υἱοθετήθηκε ἀπὸ ὅλους καὶ ἰσχύει μέχρι σήμερα ὡς κοινὸ Εὐρωπαϊκὸ Ἡμερολόγιο.
Ἡ μεταξὺ τῶν δύο ἡμερολογίων χρονικὴ διαφορὰ τῶν 13 ἡμερῶν, γιὰ τὴν διόρθωση τῆς ὁποίας ἔγινε καὶ ἡ ἀλλαγή, συντελεῖ τώρα, ὥστε σὲ μεγαλύτερη ἔκταση νὰ ἔχουμε διάσπαση τῆς ἑορτολογικῆς ἑνότητας ἀπὸ τὴν πρὸ τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περίοδο, διότι τότε ὑπῆρχε ἡ διαφορὰ στὸν ἑορτασμὸ μόνον τοῦ Πάσχα, ἐνῶ τώρα ἡ διαφορὰ περιλαμβάνει ὅλες τὶς ἑορτές, Δεσποτικὲς, Θεομητορικὲς καὶ μνῆμες Ἁγίων. Ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο βασικοὺς λόγους ποὺ συνεκλήθη ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταδίκη τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου, ἦταν νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἑνότητα στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα καὶ νὰ προσδιορίσει καὶ τὸν χρόνο ἑορτασμοῦ του μὲ ἀστρονομικὰ δεδομένα (ἐαρινὴ ἰσημερία, πανσέληνος), ὥστε νὰ μὴ συμπίπτει ὁ ἑορτασμός του μὲ τὸ ἑβραϊκὸ Πάσχα. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ δυσκόλεψε τοὺς μεταρρυθμιστὰς νὰ προχωρήσουν καὶ στὴν ἀλλαγὴ τοῦ Πασχαλίου, διότι θὰ ἀνέτρεπαν ἐμφανῶς κανόνες καὶ ἀποφάσεις Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι᾽ αὐτὸ ἄφησαν ἄθικτο τὸ Πάσχα, νὰ ἑορτάζεται κατὰ τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα ἀπὸ κοινοῦ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, γιατὶ δὲν ἐθίγη ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα. Ἔτσι ὅμως ἔχουμε πολλὲς παραδοξότητες· υἱοθετήσαμε τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, ἀλλὰ ἔχουμε καὶ τὸ Παλαιὸ στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Γιορτάζουμε ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀπὸ κοινοῦ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ χωριστά, μὲ διαφορὰ δεκατριῶν ἡμερῶν τὰ Χριστούγεννα, τὰ Θεοφάνεια, τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας καὶ ὅλες τὶς μνῆμες Ἁγίων, ὅλες δηλαδὴ τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους. Καὶ αὐτὸ γίνεται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἑνότητα στὴ λατρεία, μαζὶ μὲ τὴν ἑνότητα στὴν πίστη καὶ στὴν διοίκηση.
Περισσότερο ἐπώδυνη εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο. Ἐπειδὴ ἡ ἡμερολογιακὴ ἀλλαγὴ δὲν ἀνταποκρινόταν σὲ ποιμαντικὴ ἀνάγκη, δὲν προῆλθε δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ποίμνιο, ἀλλὰ ἐπεβλήθη ἐκ τῶν ἄνω, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει ἐξωεκκλησιαστικὲς σκοπιμότητες, ὑπῆρξε σφοδρὴ καὶ δικαιολογημένη ἡ ἀντίδραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, πολλῶν ἀρχιερέων, ἱερέων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν μὲ συνέπεια νὰ δημιουργηθοῦν διαιρέσεις καὶ διαστάσεις μεταξὺ ἐπισκόπων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μεταξὺ ἱερέων καὶ ἐπισκόπων, μοναστηριῶν καὶ ἐπισκόπων, μεταξὺ ἱερέων καὶ λαϊκῶν σὲ ἐπίπεδο ἐνορίας, ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἰδίας τῆς οἰκογενείας. Ποιός βάσκανος νοῦς σοφίσθηκε αὐτὴν τὴν ἀλλαγὴ καὶ κατέστρεψε σὲ μεγάλη ἔκταση τὴν ἑορτολογικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ τοπικὸ καὶ σὲ ὑπερτοπικὸ ἐπίπεδο; Ἡ Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποκατέστησε τὴν ἑνότητα μὲ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, καὶ τώρα γιατί κάποιοι κατέστρεψαν ἀντισυνοδικὰ καὶ ἀντικανονικὰ σὲ μεγαλύτερη ἔκταση αὐτὴ τὴν ἑνότητα; Δὲν θὰ ὑπάρξει κάποια ἄλλη Σύνοδος ποὺ θὰ ἐπαναφέρει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν εἰρήνη, θὰ θεραπεύσει τὰ τραύματα ποὺ προκάλεσε ἡ μονομερής, ἀντισυνοδική, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση τοῦ 1924; Κοντεύει νὰ συμπληρωθεῖ ἕνας αἰώνας καὶ τὸ τραῦμα στὴν ἑνότητα παραμένει. Φροντίζουμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες, χωρὶς νὰ ἀποκηρύξουν τὶς αἱρέσεις τους, καὶ μένουμε χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουμε καμμία διαφορὰ σὲ θέματα πίστεως.

2. Ἡ πανορθόδοξη ἀπόφαση τοῦ 1904: Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀλλάξει τὸ Ἡμερολόγιο. «Οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτοκαινοτομῆσαι»
Εἶναι πολὺ πικρὴ ἡ ἱστορία τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης καὶ ἔ-χουν γραφῆ γι᾽ αὐτὴν πλῆθος πολὺἄρθρων καὶ βιβλίωνμὲ ἀλληλοσυγ-κρουόμενη καὶ ἀλληλοαναιρούμενη ἐπιχειρηματολογίαὥστε νὰ φαίνεταιδύσκολο κατ᾽ ἀρχὴν νὰ βγάλει κανεὶς ἄκρη γιὰ τὸ ποῦ βρίσκεται τὸ δίκαιοΠολὺ ἁπλᾶ καὶ σύντομα ἡ πορεία τοῦ πράγματος κατὰ τὸν 20ὸ αἰώνα ἔχει ὡς ἑξῆς:
Σὲ ἐπιστημονικοὺς κύκλους στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ σὲ δυτικίζοντες καὶ ἐκκοσμικευμένους κύκλους ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν, ἄρχισε νὰ συζητεῖται τὸ θέμα περὶ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος, χωρὶς καμμία εὐρύτερη ἀπήχηση στὸ σύνολο τοῦ κλήρου καὶ στοὺς λαϊκούς. Γιὰ πρώτη φορὰ ἔθεσε ἐπισήμως τὸ θέμα ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ´ στὴν γνωστὴ πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ ἐγκύκλιο τοῦ 1902, πρὸς τοὺς προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Πρόκειται γιὰ ἐγκύκλιο ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀλλάξει τὴν αὐστηρὴ παραδοσιακὴ θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἀπέναντι στοὺς ἀπεσχισμένους Χριστιανοὺς τῆς Δύσεως, ἡ ὁποία πάντως δὲν πέρασε πανορθοδόξως μέχρι σήμερα· ἐπιχειρεῖται τώρα μὲ τὴν ἐγγίζουσα Σύνοδο τῆς Κρήτης καὶ μὲ ἀνατροπὴ βέβαια τῆς προηγουμένης συνοδικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως. Ἡ ἐγκύκλιος φαίνεται νὰ τηρεῖ ἴσες ἀποστάσεις ἀπέναντι τῶν δύο πλευρῶν, αὐτῶν δηλαδὴ ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου καὶ αὐτῶν ποὺ ἀντιτίθενται σ᾽ αὐτή, καταλήγει ὅμως μὲ τὴν σωστὴ ἐπισήμανση ὅτι ὁποιαδήποτε ἀπόφαση πρέπει νὰ εἶναι κοινὴ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων· «διαμείψασθαι πρὸς ἀλλήλας τὰς ἁγίας ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας σχετικὰς ἀνακοινώσεις, ἵνα καὶ περὶ τούτου διαμορφωθῆ κοινὸν ἐν αὐταῖς φρόνημα, μία δὲ γνώμη καὶ ἀπόφασις τῆς καθόλου ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»[1]Ἡ οὐδέτερη στάση τῆς ἐγκυκλίου δὲν ἀπαλλάσει τῆς εὐθύνης οὔτε τὸν πατριάρχη, οὔτε τοὺς συνοδικούς, διότι προέβαλαν πρὸς συζήτηση καὶ ἐπίλυση ἕνα θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὑπῆρχε καμμία ποιμαντικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἄλλες σκοπιμότητες, πολιτικές, οἰκονομικές, διαχριστιανικές, ἄνωθεν ἐπιβαλλόμενες. Αὐτὸ προκύπτει ὁλοφάνερα ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, ποὺ εἶναι στὸ σύνολό τους αὐστηρὰ ἀρνητικές. Μνημονεύουμε τὴν κατακλεῖδα τῆς ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ θέματος ἀπαντήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία ἐπισημαίνει τὶς διαιρέσεις καὶ τὴν ἀταξία ποὺ ἐπρόκειτο νὰ προκληθοῦν, χωρὶς νὰ ὑπάρχει κάποια ἐκκλησιαστικὴ ἀνάγκη: «Ἡ τοιαύτη γὰρ μεταβολή, ὡς διασαλεύουσα τὴν ἀνέκαθεν καὶ πολλάκις καθαγιασθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τάξιν, συνεπήγετο ἂν ἀναμφιβόλως διασαλεύσεις τινὰς καὶ ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ βίῳ, ἐνῷ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει τοιαῦται διασαλεύσεις οὐδεμίαν ἑαυταῖς εὑρίσκουσιν ἐπαρκῆ δικαιολογίαν οὔτε ἐν τῇ ἀποκλειστικῇ ὀρθότητι τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως οὔτε ἐν ὡριμασάσῃ τινι ἐκκλησιαστικῇ ἀνάγκῃ»[2]. Στὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας: «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς ἁγίας Αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας φρονεῖ καὶ ἐξαιτεῖται ἵνα μένωμεν εἰς ἅπερ εὑρισκόμεθα σήμερον· ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ θίξωμεν τὰς κανονικὰς διατάξεις, ἐὰν ἠθέλομεν σκεφθῇ περὶ μεταβολῆς τινος ἢ μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, μεθ᾽ οὗ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ζῆ ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἢ καὶ νὰ μὴ αἰσθανθῇ στενοχωρίαν. Ἐκτὸς τούτου οὔτε διὰ τοῦ δακτύλου δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ θίξωμεν τὰς ἀπηρχαιωμένας ἀποφάσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἡμετέραν ἐκκλησιαστικὴν δόξαν»[3].
Εἶναι πάντως πρὸς τιμὴν καὶ τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ καὶ τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ὅτι, μετὰ τὶς ἀρνητικὲς ἀπαντήσεις τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν, ὄχι μόνον ἔκλεισαν τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ ἐκτιμοῦν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ στὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου:«Οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι». Πόσο θὰ εὐχόμασταν ἡ ἴδια στάση νὰ ἐτηρεῖτο ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο σήμερα καὶ στὸ θέμα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς συμμετοχῆς μας στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει συνεχὴς καὶ μεγάλη ἀντίδραση πολλῶν ἐκκλησιῶν, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες καλῶς ἔπραξαν καὶ ἀποχώρησαν, ἄλλες δὲ τὸ εἶχαν ἀποφασίσει καὶ ἀνέστειλαν τὴν ἀποχώρηση μετὰ ἀπὸ πιέσεις καὶ ἀπειλές! Καμμία ἀπειλὴ οὔτε πίεση τότε, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ διασπασθεῖ ἡ ἑνότητα σύμπλευση πρὸς τοὺς διαφωνοῦντες. Γράφει ὡς ἀνταπάντηση πρὸς τὶς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τὸ 1904 διὰ τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´ καὶ τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως: «Περὶ δὲ τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς ἡμερολογίου τοιαύτην ἔχομεν γνώμην· αἰδέσιμον εἶναι καὶ ἔμπεδον τὸ ἀπὸ αἰώνων μὲν ἤδη καθωρισμένον, κεκυρωμένον δὲ τῇ διηνεκεῖ τῆς Ἐκκλησίας πράξει Πασχάλιον... ὡς οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι»[4].
Εἶναι λοιπό, σεβαστὸ καὶ ἑδραῖο, δηλαδὴ ἀμετακίνητο, (αἰδέσιμον καὶ ἔμπεδον) τὸ Πάτριο παραδεδομένο Ἡμερολόγιο καὶ εἶναι ἀδύνατη ὁποιαδήποτε ἡμερολογιακὴ ἀλλαγὴ καὶ καινοτομία: «Ὡς οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι». Οὐσιαστικῶς πρόκειται γιὰ πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἀφοῦ συμφωνοῦν ὅλες οἱ ἐκκλησίες, εἶναι σύμψηφες, ὡς πρὸς τὸ ὅτι εἶναι ἀδύνατη ἡ ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση. Δὲν ἐχρειάζετο τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ τηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πανορθόδοξη ἀπόφαση, καὶ νὰ κλείσει τὸ θέμα, ὁπότε θὰ ἀποφεύγονταν ὅλες οἱ διαιρέσεις καὶ τὰ τραύματα στὴν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἡ Ἐκκλησία ἔβγαινε ἀλώβητη ἀπὸ τὴν ἐπίθεση τοῦ Πονηροῦ.

3. Μονομερής, ἀντισυνοδικὴ καὶ πραξικοπηματικὴ ἐνέργεια τοῦ πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη καὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου
Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν κράτησε γιὰ πολύδιότι τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίαςἀναστάτωσε καὶ ἀνατάραξε μία πολυτάλαντηἰσχυρήἀλλὰ καὶ γι᾽ αὐτὸ πολὺ ἐπικίνδυνη προσωπικότηταὁΜελέτιος Μεταξάκηςἀναλαβὼν ὑψηλὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα σὲ τέσσερις αὐτοκέφαλες ἐκκλησίεςσπάνιο καὶμοναδικὸ φαινόμενο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίαςὅπως σπάνια καὶ μοναδικὴ εἶναι καὶ ἡ ζημία ποὺ προκάλεσεστὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἴδιος καὶ διὰ τῶν διαδόχων του πατριαρχῶν στὴν ΚωνσταντινούποληἈθηναγόρα καὶ Βαρθολομαίουποὺ βαδίζουν στὰ ἴχνη τουΜητροπολίτης Κιτίου στὴν Κύπρο (1910-1918), μητροπολίτης (=ἀρχιεπίσκοπος) Ἀθηνῶν (1918-1920), οἰκουμενικὸς πατριάρχης ὡς Μελέτιος Δ´ (1921-1923) καὶ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὡς Μελέτιος Β´ (1926-1935). Τὴν εὔκολη καὶ πολλὲς φορὲς παράνομη καὶ ἀντικανονικὴ ἀναρρίχησή του σὲ ὕπατα ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα καὶ δι᾽ αὐτῶν τὴν ἐκθεμελίωση τῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας, πολλοὶ ἀποδίδουν εἰς τὸ ὅτι ἦτο μεγαλομασόνος 33ου βαθμοῦ. Δὲν ἀγνοοῦμε τὶς προσπάθειες τῶν Οἰκουμενιστῶν σὲ ἐκκλησιαστικοὺς καὶ πανεπιστημιακοὺς κύκλους νὰ τὸν προβάλουν ὡς μεγάλη καὶ σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα μὲ ἄρθρα, μελέτες καὶ συνέδρια, ὀργανούμενα μέχρι καὶ τῶν προσφάτων ἡμερῶν μας. Ὅσα ὅμως ἐπαινετικὰ καὶ ἂν εἰπωθοῦν, καὶ ὅσες ἐνέργειές του, μερικὲς πράγματι σημαντικές, καὶ ἂν ἐξαρθοῦν, συνολικὰ ἡ προσφορά του εἶναι ἀρνητική, διότι προκάλεσε σχίσματα, διαιρέσεις, ἀντιγνωμίες, συγκρούσεις μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα μὲ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση, καὶ ὡς γνωστὸν εἶναι ἀναντίρρητο τὸ ἀπόφθεγμα «ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται». Ὡς ἀντίβαρο στοὺς ἐπαίνους γιὰ τὸν Μεταξάκη προτείνουμε νὰ διαβάσουν οἱ ὑποστηρικτές του ὅσα λέγει περὶ αὐτοῦ μία μεγάλη ὁσιακὴ μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, τὰ ὁποῖα παρουσιάσαμε σὲ πρόσφατο ἔργο μας[5], καὶ ἐλάχιστα ἀπὸ τὰ πάμπολα ποὺ ἔχουν γράψει ἐναντίον του ἐπιφανεῖς ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς μορφές, στὶς ὁποῖες θὰ ἀναφερθοῦμε.
Δὲν θὰ μποῦμε σὲ λεπτομέρειες γιὰ τὸ πῶς ἐπανῆλθε ἡ συζήτηση γιὰ τὸ Ἡμερολόγιο καὶ τὸ Πασχάλιο. Τὴν ἐπανέφερε ὁ Μεταξάκης ὡς πανίσχυρος μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὅπου τὸν ἀναβίβασε ὁ μεσουρανῶν τότε στὸ πολιτικὸ στερέωμα τῆς Ἑλλάδος συντοπίτης καὶ φίλος του Ἐλευθέριος Βενιζέλος· παρὰ ταῦτα δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ἐπιβάλει τότε παρὰ ἀργότερα, ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, συνεργασθεὶς μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πανεπιστημιακὸ καθηγητὴ Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ὁ ὁποῖος, σημειωτέον, πρὶν γίνει ἀρχιεπίσκοπος εἶχε γνωματεύσει ὡς μέλος εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τὸ 1919 ὅτι «ἡ μεταβολὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, μὴ προσκρούουσα εἰς δογματικοὺς καὶ κανονικοὺς λόγους, δύναται νὰ γίνῃ μετὰ συνεννόησιν μετὰ πασῶν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἰδίως μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εἰς ὃ καὶ θὰ ἦτο ἀνάγκη ν᾽ ἀνατεθῇ, ἡ πρωτοβουλία πάσης σχετικῆς ἐνεργείας»[6].
Ἡ συνεννόηση αὐτή «μετὰ πασῶν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν» οὐδέποτε ἔγινε, διότι ἦσαν ὅλες σχεδὸν ἀντίθετες. Ἡ μεταρρύθμιση τοῦ Ἡμερολογίου ἔγινε μονομερῶς καὶ πραξικοπηματικῶς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Ἀθήνα, τὶς ὁποῖες ἀκολούθησε καὶ ἡ Κύπρος. Ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως συνεκάλεσε ὁ Μελέτιος τὸ γνωστό «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1923 (10 Μαΐου - 8 Ἰουνίου), στὸ ὁποῖο πάντως δὲν ἔλαβαν μέρος ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καὶ κυρίως οἱ περισσότερες ἀπέρριψαν τὶς ἀποφάσεις του γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου. Στὴν «Πατριαρχικὴ Ἐπιστολή» ποὺ ἔστειλε «Πρὸς τοὺς Μακαριωτάτους καὶ Σεβασμιωτάτους Προέδρους τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, Σερβίας, Κύπρου, Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας» (3 Φεβρουαρίου 1923), μὲ τὴν ὁποία παρακαλοῦσε νὰ ἀποστείλουν ἕνα ἢ δύο ἀντιπροσώπους στὸ Συνέδριο, ποὺ ἀρχικῶς ὀνόμαζε «Ἐπιτροπή», συνδέει τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση μὲ τὸ αἴτημα τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος, ἐξομοιώνοντας Ὀρθοδόξους καὶ αἱρετικοὺς καὶ ἐνισχύοντας ἔτσι τὰ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα τῶν δύο προηγουμένων πατριαρχικῶν ἐγκυκλίων τοῦ 1902 καὶ τοῦ 1920. Γράφει: «Διὰ τοι τοῦτο καὶ πανταχόθεν ἐκφέρεται εὐχὴ καὶ παράκλησις πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος ἐπικρατήσεως ἑνὸς καὶ μόνον ἡμερολογίου ἔν τε τοῖς κοσμικοῖς καὶ τοῖς θρησκευτικοῖς, οὐ μόνον πρὸς ἁρμονίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ ὀρθοδόξου πρὸς ἑαυτὸν ὥς τε πολίτην καὶ χριστιανόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἔν γε τούτῳ τῷ μέρει τῆς παγχριστιανικῆς ἑνότητος πάντων τῶν ἐπικαλουμένων τῷ ὀνόματι Κυρίου, ἑορταζόντων τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὴν Γέννησιν αὐτοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασιν»[7]. Τὰ ἴδια ἐπανέλαβε καὶ κατὰ τὸν ἐναρκτήριο λόγο του κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τῶν ἐργασιῶν τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» (10 Μαΐου 1923). Προσπαθώντας νὰ ἀνατρέψει τὴν προηγούμενη πανορθόδοξη ἀπόφαση, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ στὸ Ἡμερολόγιο, ὅπως τὴν ἐξέφρασε ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ´ στὴν ἀνταπάντησή του πρὸς τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, «ὡς οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι», ἐπικαλεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι «τὰ ὀρθόδοξα κράτη ὡς ἀπὸ συνθήματος ἑνὸς ἐχώρησαν εἰς τὴν διὰ νόμου ἀντικατάστασιν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου διὰ τοῦ νέου», ἑπομένως πρέπει καὶ οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς νὰ πράξουν τὸ ἴδιο, ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὸ ἴδιο ἡμερολόγιο καὶ στὸν κοσμικὸ καὶ στὸν θρησκευτικὸ βίο. Συσκοτίζοντας δὲ περισσότερο τὰ πράγματα ἐμφανίζεται καὶ ὡς ἀντιπαπικός, ἐνῷ προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγει τὸ παπικὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο, λέγοντας ὅτι τὴν ἑνότητα στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, ποὺ διατηρήθηκε ἐπὶ δεκατρεῖς αἰῶνες, μετὰ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τήν «διέσπασεν πρὸ τριῶν καὶ ἡμίσεως αἰώνων ἡ μονομερὴς ἀπόφασις τοῦ Ἀρχηγοῦ μιᾶς Μεγάλης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας», ἐννοώντας τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση τοῦ 1582 ἀπὸ τὸν πάπα Γρηγόριο ΙΓ´, καὶ ὅτι τώρα ἦλθε ἡ ὥρα «τῆς ἐκ νέου ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν τουλάχιστον ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ»[8]. Ἀσύγγνωστη ἐπιπολαιότητα καὶ ἀδιακρισία, ἡ ὁποία οὔτε τὴν ἑνότητα στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἐπέτυχε μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ἀφοῦ τὸ Πασχάλιο ρυθμίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Πατρίου Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλὰ προκάλεσε νέες διαιρέσεις μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ σῶμα τῶν Ὀρθοδόξων, μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀποδοχὴ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ἡ ὁποία εἶχε καὶ ἔχει ὡς συνέπεια μεταξὺ τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν νὰ ἑορτάζονται τὰ Χριστούγεννα, οἱ Θεομητορικὲς ἑορτὲς καὶ οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων μὲ διαφορὰ δεκατριῶν (13) ἡμερῶν, νὰ ἐπέλθει δὲ μεγάλη ἀναταραχὴ μεταξὺ τῶν πιστῶν, ἀκόμη καὶ στὰ πλαίσια τῆς ἴδιας τῆς οἰκογενείας, καὶ νὰ δημιουργηθοῦν εὐνοϊκὲς καταστάσεις γιὰ τὴν δημιουργία στὴ συνέχεια σχισμάτων ποὺ διατηροῦνται μέχρι σήμερα. Ἔτσι ὁ στόχος τοῦ Μεταξάκη γιὰ παγχριστιανικὸ ἑορτασμὸ τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὄχι μόνον δὲν ἐπέτυχε, ἀλλὰ τραυμάτισε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ τῶν ἑορτῶν τῶν Ἁγίων.
Τό «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ Μεταξάκη τελικῶς ἀποφάσισε νὰ «διορθωθεῖ» τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο μὲ τὴν ἀφαίρεση 13 ἡμερῶν, οὐσιαστικῶς δηλαδὴ νὰ γίνει δεκτὸ τὸ Γρηγοριανό, ἐκτὸς τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ποὺ μένει ἀμετακίνητη. Γιὰ τὴν ἀφαίρεση τῶν 13 ἡμερῶν ὁρίσθηκε κατ᾽ ἀρχὴν νὰ ἀριθμηθεῖ ἡ 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1923 ὡς 14 Ὀκτωβρίου, οἱ δὲ ἑορτὲς τῶν παραλειπομένων ἑορτῶν νὰ ἑορτασθοῦν ἐφ᾽ ἅπαξ τὴν 14η Ὀκτωβρίου καὶ ἐφεξῆς ἢ ὅπως ὁρίσει ὁ ἀρχιερεὺς τῆς ἐπαρχίας[9].
Παρὰ ταῦτα οὐδεμία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προχώρησε στὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, οὔτε ἡ ἴδια ἡ Κωνσταντινούπολη, μέχρις ὅτου ἐνεργοποιήθηκε δυναμικὰ καὶ ἀποφασιστικὰ ὁ «συνεταῖρος» τοῦ Μεταξάκη, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ἐπιφανὴς καὶ διακεκριμένος ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ μητροπολίτης Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, δηλαδὴ ὁ τότε ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Σὲ συνεννόηση μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀποφασίσθηκε καὶ ἀνακοινώθηκε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τῶν δύο δικαιοδοσιῶν, ὅτι ἡ 10η Μαρτίου τοῦ 1924 θὰ λογισθεῖ καὶ θὰ ὀνομασθεῖ 23η, χωρὶς μεταβολὴ τοῦ Πασχαλίου.
4. Ἡ ἀντίδραση κατὰ τοῦ ἡμερολογιακοῦ πραξικοπήματος
α) Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Φώτιος: Μόνον Πανορθόδοξη Σύνοδος εἶναι ἁρμόδια νὰ ἀποφασίσει.
Οἱ ἀντιδράσεις ὑπῆρξαν σεισμικὲς ἀλλὰ καὶ ἀναμενόμενες. Πολλὲς ἐκκλησίες ἀντέδρασαν, ὅπως καὶ πολλοὶ ἱεράρχες, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ ἰδιαίτερα τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Φώτιος σὲ ἀπαντητική του ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ μετὰ ἀπὸ συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ γράφει ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη γιὰ τὴν διόρθωση τοῦ Ἡμερολογίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ εἰς αὐτὸ συμφωνοῦν καὶ οἱ λοιποὶ προκαθήμενοι τῶν ἀποστολικῶν καὶ ἀρχεγόνων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, δηλαδὴ οἱ πατριάρχες Ἀντιοχείας Γρηγόριος, Ἱεροσολύμων Δαμιανὸς καὶ Κύπρου Κύριλλος, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν «συγκρότησιν συνόδου πασῶν τῶν Ἁγιωτάτων Ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, μόνης δυναμένης ἁρμοδίως καὶ ὁριστικῶς ἀποφήνασθαι». Δὲν ἀποκρύπτει τὴν λύπην του, διότι ἀποκρούσθηκε ἡ ἀδελφικὴ σύσταση τεσσάρων Ἀποστολικῶν θρόνων νὰ μὴ προχωρήσει ἡ «διόρθωσις» τοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ἐν χρήσει ὄχι μόνο στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ σὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Θεωρεῖ ὡς πρόφαση καὶ δικαιολογία τὴν συναίνεση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διότι ὅλοι γνωρίζουν «ἐν οἵᾳ νῦν τελεῖ καταστάσει ὁ ἁγιώτατος Ἀποστολικὸς καὶ Πατριαρχικὸς θρόνος, ἀπωρφανισμένος μὲν τὰ πολλά, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, ἀπωρφανισμένος δὲ τοῦ πλείστου, ἵνα μὴ λέγωμεν παντὸς τοῦ ποιμνίου, γυμνὸς δὲ καὶ πάσης τῆς προτέρας δυνάμεως καὶ χρήζων αὐτὸς συγκροτήσεως ἐν τῇ νέα καταστάσει καὶ πανθομολογουμένως ὑπὸ περιπετείας διατελῶν θλιβερωτάτας»[10].
Ἐνωρίτερα μετὰ τὴν λήξη καὶ τὶς ἀποφάσεις τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» ὁ αὐτὸς πατριάρχης Φώτιος γράφοντας πρὸς τὸν Ἀθηνῶν Χρυσόστομο (ἀριθ. Σ. Πρωτ. 2664/1/14.8.1923) λέγει ὅτι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ζῆλο «οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν» ἐκσφενδονίσθηκαν ἀποφάσεις ἐπὶ ζημίᾳ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μὲ ἁρπακτικὴ ὁρμὴ αἰώνιοι ἐχθροὶ βυσσοδομοῦν ἐναντίον τῆς ἁγιωτάτης μητρὸς τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐννοώντας τὶς δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης στὸ προσκυνηματικὸ καθεστὼς τῶν Ἁγίων Τόπων»[11
βὉ μητροπολίτης Κασσανδρείας ΕἰρηναῖοςἈλλόδοξες ἐκκλησίες καὶ μυστικὲς ἑταιρεῖες πίσω ἀπὸ τὸνΜελέτιο Μεταξάκη.
Ὁ σοβαρόςσυνετὸς καὶ ἐπιφανὴς μητροπολίτης Κασανδρείας Εἰρηναῖοςἐνῶ εὑρίσκετο ἀκόμη ὑπὸ τὴνδικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείουπρὸ τῆς παραχωρήσεως δηλαδὴ τὸ 1928 τῶν λεγομένων «ΝέωνΧωρῶν» ἐπιτροπικῶς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδοςγράφει ἐπιστολὴ σὲ φίλο του ἱερομόναχο στὶς Καρυὲς τοῦἉγίου Ὄρους τὴν 1/14 Μαΐου 1924, στὴν ὁποία ἐκθέτει πῶς ἀντέδρασε στὴν μεταρρύθμιση τῆςΚωνσταντινούπολης καὶ τῆς ἈθήναςΤοῦ λέγει ὅτι στὸν Γενικὸ Διοικητὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δι᾽ ἐγγράφου νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἀπήντησε ὅτι «ἐν τοσούτῳ σοβαροῖς ζητήμασιν, ἐν οἷς διακυβεύεται τὸ κῦρος Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν κανόνων ἀδυνατοῦμεν νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς συστάσεις κοσμικῶν». Στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπίσης, τὸ ὁποῖο μὲ ἐγκύκλιό του τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1924 διέτασσε νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου καὶ χαρακτήριζε «τὸ κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1923 συνελθὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μεταξάκη καταφανῶς ἀντορθόδοξον Συνέδριον ὡς Πανορθόδοξον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι οὐδεὶς τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀπεδέξατο νὰ συμμετάσχη αὐτοῦ», ἔστειλε ἐκτενέστατη ἐπιστολὴ γιὰ νὰ ὑποδείξει τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχει ἡ γαλήνη τῆς Ἐκκλησίας, λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου σὲ τόσο δύσκολους καιρούς. Προσέθετε δὲ καὶ τὰ ἑξῆς γιὰ τὸν Μεταξάκη: «Ἐχαρακτηρίσαμεν δὲ πρεπόντως τὰ ἀντορθόδοξα σχέδια καὶ ἐνεργείας τοῦ κακῇ τῇ μοίρᾳ διὰ μέσου τοσούτων παρανομιῶν ἀνελθόντος τὸν Οἰκουμενικὸν θρόνον Μεταξάκη, ὅστις νυχθημερὸν εἰργάζετο, ἵνα κλονίση τὰ ἀσάλευτα θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἤτοι τὰς Ἀποστολικὰς καὶ Συνοδικὰς παραδόσεις καὶ διατάξεις· ἐπιπροσθέτως ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρασύρηται τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπὸ τῶν εἰσηγήσεων τοῦ Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ ἀποστολὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἀντορθόδοξον πρόγραμμα τοῦ συνεταίρου του Μεταξάκη πρὸς ἐπικράτησιν τῆς ἀπιστίας»[12].
Ὁ αὐτὸς μητροπολίτης Εἰρηναῖος, ὡς μέλος πλέον τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὑπέβαλε βαρυσήμαντο «Ὑπόμνημα πρὸς τὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας» ποὺ συνεκλήθη στὶς 14.6.1929, στὸ ὁποῖο καταφέρεται μὲ πολλὴ αὐστηρότητα ἐναντίον τοῦ Μελετίου Μεταξάκη. Γράφει εἰς αὐτὸ ὅτι τὸ πνεῦμα τῶν νεωτερισμῶν καὶ τῆς ἀνταρσίας ἐναντίον τῶν καλῶς ἐχόντων στὴν Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐνσαρκώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ μοιραίου Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη, ὁ ὁποῖος υἱοθετώντας ὅσα σποραδικῶς γράφονται σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, ἀνάλογα μὲ τὸ τὶ ἀρέσει σὲ κάθε δημοσιογράφο, «καὶ ἱκανοποιῶν ἁμαρτωλὰς θελήσεις καὶ ἰδιοτελεῖς ἐπιθυμίας ἀλλοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ μυστικῶν ἑταιρειῶν», οἱ ὁποῖες ἱκανοποίησαν τὴν τυφλὴ φιλοδοξία του καὶ τὸν ἐβοήθησαν νὰ ἀνέλθει στὰ ὕπατα ἀξώματα τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, συνεκάλεσε τὸ τιτλοφορούμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο, στὴν ἀλήθεια ὅμως ἀντορθόδοξο, στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν Μάϊο τοῦ 1923, ὅπου ἀνάμεσα σὲ ἄλλες ἀποφάσεις ἀντικατέστησε τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο μὲ τὸ Γρηγοριανό, ἀγνοώντας ὅλες τὶς σχετικὲς ἀπαγορεύσεις. Ἀναφέρεται καὶ στὶς ἄλλες ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου ποὺ τὶς χαρακτηρίζει καινοτομίες καὶ διερωτᾶται: «Ποῖον δικαίωμα εἶχεν ὁ ἔπηλυς οὗτος, ἄνευ τῆς γνώμης τῶν ἐπὶ μέρους μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, νὰ συγκαλέσῃ Πανορθόδοξον Συνέδριον; Καὶ κατὰ ποῖον νόμον ἢ κανόνα ὁ ἀρχηγὸς μιᾶς ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίας ἀπεφάσισε τὴν ἀκύρωσιν ἀποφάσεως ὅλων τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, γενομένης ἐν τῇ ὑπὸ τῶν ἐξεχόντων μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κων/πόλεως, ᾽Εκκλησιαστικῇ Ἱστορίᾳ Πατριαρχῶν Ἱερεμίου τοῦ Β´ Κων/πόλεως, τοῦ Ἀλεξανδρείας Μελετίου Πηγᾶ, τοῦ Ἀντιοχείας Ἰωακεὶμ καὶ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου; Ἐπιτρέπεται ἡ ἀκύρωσις ἀποφάσεως μείζονος δικαστηρίου ὑπὸ ἐλάσσονος; Δικαιοῦται τὸ Πρωτοδικεῖον, λόγου χάριν, νὰ ἀνατρέψῃ ἀπόφασιν Ἐφετείου;». Οἱ καινοτομίες τοῦ Μεταξάκη ἀπομάκρυναν τοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐρήμωσαν τοὺς ναοὺς τῆς ὑπαίθρου, ἀλλὰ καὶ διήρεσαν καὶ ἐχώρισαν μεταξύ τους τὶς τοπικὲς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ποὺ ἦσαν μὲ ζηλευτὸ τρόπο ἑνωμένες στὴν λατρεία καὶ ἐξύμνηση τοῦ Θεοῦ. Γιὰ πρώτη φορά, λέγει, ἐγίναμε ὅλοι μάρτυρες τοῦ θλιβεροῦ γεγονότος νὰ γιορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ρουμανικὴ Ἐκκλησία τὸ Πάσχα πέντε Κυριακὲς ἐνωρίτερα ἀπὸ τὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες κατὰ τὸ παρὸν ἔτος (1929). Καὶ αὐτὴν τὴν καταπάτηση τῆς ἑνότητας στὸν ἑορτασμό τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τὴν ἐπλήρωσε πολὺ ἀκριβά, γιατὶ ἀποσχίσθηκαν περὶ τὰ 8 ἐν ὅλῳ ἑκατομμύρια Ρουμᾶνοι, κυρίως στὴν Βεσσαραβία, ποὺ γιόρτασαν τὸ Πάσχα κατὰ τὸ ἀρχαῖο καθεστὼς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.[13]
Σημαντικώτερη εἶναι ἡ ἐνέργεια στὴν ὁποία προέβη ὁ μητροπολίτης Κασσανδρείας μαζὶ μὲ τοὺς μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως καὶ Δημητριάδος. Στὴν συνεδριάζουσα Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὶς 4 Ἰουλίου τοῦ 1929 ὑπέβαλε ἱστορικὴ ὄντως καταγγελία καὶ πρόταση γιὰ τὴν προσωρινὴ διευθέτηση τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος. Εἰς αὐτὴν ἔθετε κάποιους ὅρους, οἱ ὁποῖοι, πράγματι, ἂν ἐγίνοντο δεκτοί, θὰ ἀποφεύγονταν οἱ διαιρέσεις καὶ τὰ σχίσματα. Σὲ ἀντίθεση περίπτωση ἐξέφραζαν τὴν διαμαρτυρία τους γιὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῶν τελεσθέντων καὶ ἐπεφυλάσσοντο νὰ τὰ καταγγείλουν «ἐνώπιον τῆς θᾶσσον ἡ βράδιον συγκληθησομένης μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου». Τὸ σπουδαῖο αὐτὸ κείμενο τὸ παραθέτουμε ὁλόκληρο σὲ ὑποσημείωση[14].

γ) Ὁ ὅσιος Γέροντας Γαβριὴλ Διονυσιάτης καὶ τὸ Ἅγιον Όρος
Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Γαβριὴλ Διονυσιάτης ἀναφέρεται ἐπαινετικὰ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος ἀντιμετώπισε τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση καὶ στὴν ἐπαρχία του, στὴν Χαλκιδική, καὶ ἔναντι τῶν Ἁγιορειτῶν ποὺ ζητοῦσαν τὴν γνώμη του. Γράφει ὅτι τὰ «θρησκευτικὰ ζητήματα λύονται καὶ ρυθμίζονται διὰ τῆς πειθοῦς καὶ καλωσύνης καὶ οὐχὶ διὰ τῆς βίας καὶ δυναστείας». Καὶ συνεχίζει: «Τρανὴ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ στάσις τῆς Χαλκιδικῆς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου, παρ᾽ ὅλον ὅτι εἶναι συνδεδεμένη γεωγραφικῶς μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει Παλαιοημερολογιτισμὸς ἐν αὐτῇ καθ᾽ ὅλην τὴν ἔκτασίν της, μόνον 15 οἰκογένειαι εἶναι μὲ τὸ παλαιὸν εἰς τὸ χωρίον Νικήτη, καὶ αὗται ἐξυπηρετοῦντο ὑπὸ ἱερέως τῆς Μητροπόλεως καὶ μόνο ἀπὸ διετίας ἀπέκτησαν ἴδιον ἐφημέριον. Τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὸν τότε Μητροπολίτην Κασσανδρείας ἀείμνηστον Εἰρηναῖον, ἀπολαμβάνοντα μεγάλης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως παρὰ τῷ κλήρῳ καὶ λαῷ αὐτῆς ὡς καὶ παρὰ τοῖς Ἁγιορείταις μοναχοῖς. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἀλλαγή, ἔτρεξαν καὶ τὸν συνεβουλεύθησαν οἱ ὡς ἄνω καὶ τῶν δύο Μητροπόλεων τοῦ Νομοῦ, ὡς καὶ οἱ μοναχοὶ τῶν Μετοχίων καὶ τὸν ἠρώτων τὶ νὰ κάμωμεν Σεβασμιώτατε; Τοῖς ἀπήντα μὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ Παύλου. Ἐντολὴν Θεοῦ δὲν ἔχω ἐπ᾽ αὐτοῦ, καθότι δὲν ἐγένετο ὡς ἔπρεπε δι᾽ αὐτὸ καὶ εἶμαι διχασμένος. Θεωρητικῶς εἶμαι μὲ τὸ παλαιόν, πρακτικῶς δὲ μὲ τὸ νέον, τὸ παλαιὸν σέβομαι ὡς ἡνωμένον μὲ τὴ ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ αἰῶνας, ἀλλὰ δὲ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ παρακούσω τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀκολουθήσω τὸ νέον. Σεῖς κάμετε, ὅπως σᾶς φωτίση ὁ Θεός, δὲν σᾶς λέγω τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅτι δὲν θὰ ἀνεχθῶ χωρισμόν σας ἀπὸ τὴν Μητρόπολίν σας καὶ τὸν Μητροπολίτην σας. Τοῦ ἔλεγον ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ δεχθῆ τὸ νέον. Ὀρθῶς, τοῖς εἶπεν· τὴν στάσιν τῶν Πατέρων ἐγκρίνω καλὴν καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ τὴν δεχθῆ, διότι οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦν τὴν ἀκρίβειαν εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὴν ἀρχαίαν τάξιν. Τὸ ἡμερολόγιον τοῖς ἔλεγε δὲν εἶναι δόγμα οὔτε κανὼν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ζήτημα τάξεως, καὶ δι᾽ αὐτὸ θὰ ἀκολουθήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας. Μετὰ μετέπεισεν ὅλους καὶ τὸν ἠκολούθησαν ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν. Ὅταν ὅμως συνῆλθεν ἡ Ἱεραρχία τὸ 1931 διὰ τὸ ἡμερολογιακὸν ζήτημα, ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῶν θελόντων ἐπαναφορὰν τοῦ Παλαιοῦ. Ἐψήφισαν καὶ παρ᾽ ὀλίγον νὰ τὸ ἐπιτύχη· ἐπὶ 61 Ἀρχιερέων, οἱ 28 ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Παλαιοῦ καὶ 33 ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ νέου»[15].
Ὁ Γέροντας Γαβριὴλ Διονυσιάτης δὲν παραλείπει νὰ μᾶς ἐξηγήσει καὶ τὴν στάση τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπέναντι στὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου, γιὰ τὴν ὁποία γράφει τὰ ἑξῆς: «Κατὰ ταῦτα ἡ Ἐκκλησία ἔσφαλε κατὰ τὴν γνώμην ἐγκύρων κύκλων, ἀποφασίσασα μονομερῶς τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἡμερολογίου καὶ ἑορτολογίου, ἐξ οὗ παρουσιαζόμεθα σήμερον διηρημένοι Ἐκκλησιαστικῶς οἱ Ὀρθόδοξοι πρὸς σκανδαλισμὸν τῶν εὐλαβεστέρων πιστῶν, καὶ χλεύην παρὰ τῶν ἀλλοπίστων. Τὸ Ἅγιον Ὄρος, πιστὸν εἰς τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπεδοκίμασε τὴν μονομερῆ ταύτην ἀπόφασιν καὶ ἀλλαγὴν ὡς πρωτοφανῆ εἰς τὴν μακραίωνα τάξιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ ἐδήλωσε πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νέον ἡμερολόγιον καὶ ἑορτολόγιον καὶ θὰ ἐμμείνῃ ἀκραδάντως εἰς τὴν ἀνέκαθεν τάξιν καὶ τὸ Ἰουλιανὸν ἡμερολόγιον, χωρὶς νὰ ἀποστῇ ἐκκλησιαστικῶς ἀπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ διετύπωσε πρὸς αὐτὴν εὐσεβάστως τὴν γνώμην του καὶ τὴν εὐχὴν ὅπως ἀγαθυνομένη συγκαλέσῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον πρὸς ρύθμισιν τοῦ ζητήματος. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὑπέγραψαν καὶ ἀπεδέχθησαν αἱ δεκαεννέα Ἱεραὶ Μοναί, καὶ μόνον ἡ τοῦ Βατοπαιδίου ἐδήλωσεν ὅτι πειθαρχοῦσα εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐφήρμοσε καὶ θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ νέον ἡμερολόγιον. Ἐπ᾽ αὐτοῦ ἡ Ἱερὰ Κοινότης, ἐπιεικῶς κρίνουσα τὴν στάσιν της, καὶ ἵνα μὴ προσκρούσῃ εἰς τὴν Μητέρα Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, ἠνέχθη τὸν χωρισμὸν ὡς ἠνέχθη καὶ ἐκείνη τὴν στάσιν της ἐν προκειμένῳ, ἀφήσασα τὰ περαιτέρω εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην καὶ τὴν φιλαδελφίαν τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς ταύτης, ἡ ὁποία καὶ ἐπεκράτησε μετὰ πεντήκοντα ἔτη καὶ ἐπανῆλθε καὶ ἡ γεραρὰ αὕτη Μονὴ εἰς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, καὶ οὕτως τὸ Ἅγιον Ὄρος σύσσωμον ἐμμένει εἰς τὴν παλαιὰν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ἀποσχισθῇ ἐξ Αὐτῆς, εὐχόμενον τῷ δομήτορι Θεῷ, ὅπως ἄρῃ ἐν καιρῷ τὸν διχασμὸν καὶ ἐπανέλθῃ ἡ παλαιὰ τάξις, ἵνα ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ δοξάζεται τὸ πανάγιον Αὐτοῦ ὄνομα ὑφ᾽ ἁπάντων τῶν Ὀρθοδόξων»[16].

δ) Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ἡ Κωνσταντινούπολη μοντέρνα καὶ ἀντιπατερική. Δὲν θὰ ἀκολουθήσουμε.
Ὁ ἴδιος ὅσιος Γέροντας Γαβριὴλ Διονυσιάτηςἐκ τῶν μεγάλων ἁγιορειτικῶν μορφῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνοςμᾶςπαραδίδειὡς αὐτήκοος μάρτυςὅσα σοφὰ καὶ ἀξιοπρόσεκτα εἶπε γιὰ τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τὶς ἄλλεςκαινοτομίες τῆς Κωνσταντινούπολης στὴν «Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» ποὺσυνῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1930, ὁ μεγάλος Σέρβος λογιώτατος ἱεράρχηςτώρα δὲ καὶ Ἅγιος τῆς ᾽Εκκλησίας,ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς«Ἤμην τότε ἀντιπρόσωπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Κοινότητι καὶ εἶχεσυνέλθει εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Βατοπαιδίου τὸ Διορθόδοξον Συνέδριον πρὸς λύσιν διαφόρων ζητημάτωνἐν οἷς καὶπερὶ τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τούτου συζητουμένου ἔλαβε τὸν λόγον καὶ  ἐκπρόσωπος τῆς Σερβικῆς ἘκκλησίαςἈχριδῶν Νικόλαοςἐξέχουσα μορφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ὁποῖος εἶπεν: “Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς κατὰ φυσικὸν λόγον αἱμητέρες εἶναι συντηρητικώτεραι τῶν θυγατέρωνἐπὶ τοῦ κρινομένου ὅμως θέματος ἡμεῖς βλέπομεν τὴν μητέραμας Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν νὰ προχωρῇ εἰς ἀποφάσεις μοντερνιστικὰς καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐπὶ μέρους ἀδελφῶνἘκκλησιῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου μετὰ λύπης δηλοῦμεν ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν χαραχθέντα ὑπὸ τῆς μητρὸςἘκκλησίας δρόμον καὶ θὰ ἐμμείνωμενἐν οἷς ἐδιδάχθημεν καὶ ἐμάθομεν παρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων”. Εἰς ταῦτα κάτι ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ τότε Κερκύρας καὶ μετέπειτα Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἀλλὰ τὸν ἐσταμάτησε ὁ Προεδρεύων Γέρων Ἡρακλείας Φιλάρετος, δηλώσας ὅτι τὸ θέμα ἀναβάλλεται δι᾽ εὐθετώτερον χρόνον, λόγῳ ποὺ ἐλλείπει ἐκ τοῦ Συνεδρίου μας ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία. Καὶ οὕτως ἔκτοτε, καίτοι κατὰ κανόνα ἀναγράφεται τὸ ζήτημα πρὸς λύσιν εἰς τὰ συνερχόμενα Πανορθόδοξα προσυνέδρια οὐδέποτε συζητεῖται, καθότι ἐν τῇ προεργασίᾳ δὲν διαβλέπεται θετικὴ λύσις καὶ ὅλοι ἀναμένουν τοιαύτην ἐκ τοῦ πανδαμάτορος χρόνου»[17].
Ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ Πρακτικὰ τῆς «Προκαταρκτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους» προκύπτει ἡ ἀρνητικὴ γνώμη τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος γιὰ τὸ «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ Μεταξάκη τοῦ 1923, τὸ ὁποῖο, ὅπως εἶπε, προκάλεσε «εἶδός τι σχίσματος» καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου προῆλθον πλῆθος γνωστῶν ἀνωμαλιῶν[18].

ε) Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος: Ὁ μασόνος πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης παρέσυρε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο. Νὰ ἐπανέλθουμε στὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο.
Τὴν ἀναφορὰ αὐτὴ στὶς ὑγιεῖς ἀντιδράσεις γιὰ τὴν μὴ ἀναγκαίαμονομερῆἀντισυνοδικὴ πραξικοπηματικὴἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίουποὺ εἶναι πάμπολλεςθὰ τὴν κλείσουμε μὲ ἐλάχιστα ἀπὸ ὅσα λέγει γιὰ τὸ Ἡμερολόγιο ὁὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκοςὁ ὁποῖοςπαρὰ τὸ ὅτι ἀκολούθησε «κατ᾽ οἰκονομίαν» τὸ Νέο Ἡμερολόγιοδὲνἔπαυσε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του νὰ ἀγωνίζεταινὰ συμβουλεύει ἀρχιερεῖςὅπως τὸν ἀγωνιστὴ καὶ ὁμολογητὴἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο Καντιώτηἀκόμη καὶ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Β´ Χατζησταύρουνὰἐπαναφέρουν τὸ παλαιὸ ἑορτολόγιοδιότι αὐτὸ τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθῆ ὡς ὀρθὴ λύση ἐξ οὐρανοῦ μετὰ ἀπὸ θερμὴπροσευχήὉ τελευταῖος τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ πὼς θὰ τὸ πράξει, δὲν ἐπρόλαβε ὅμως λόγῳ τῆς ἐκδιώξεώς του ἀπὸ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τὸν Μάϊο τοῦ 1967. Διαβάζοντας τὰ κείμενα τοῦ ὁσίου Φιλοθέου γιὰ τὸ ἡμερολογιακὸ ζήτημα μποροῦμε νὰ κάνουμε τὶς ἑξῆς γενικὲς διαπιστώσεις. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ξενοκίνητης δημιουργίας τοῦ προβλήματος μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του ὁ Γέροντας Φιλόθεος κράτησε ἑνιαία καὶ σταθερὴ θέση μὲ βάση τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν κανόνων καὶ τῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν, γράφει, λανθασμένη ἀπόφαση ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου, ποὺ δὲν ἐξέφραζε συνολικὰ καὶ ὁμόφωνα τὴν γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, ὅλων δηλαδὴ τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐν συνόδῳ, ἀλλὰ μονομερῶς καὶ πραξικοπηματικῶς δύο μόνον ἐκκλησιῶν, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ὡς ἀντικανονική, λανθασμένη, ἀντισυνοδικὴ καὶ ἐπιζήμια γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διορθωθεῖ μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ παραδοσιακοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ Γέροντας Φιλόθεος ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ παρὰ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἀσκοῦσε ὁ ἐπιχώριος μητροπολίτης ἐξακολουθοῦσε στὴν Μονὴ τῆς Λογγοβάρδας νὰ τηρεῖ τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ὅπως ἔπρατταν καὶ πράττουν μέχρι σήμερα τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πολλὲς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἀγωνιζόταν καὶ ἔγραφε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ γρήγορα τὸ θέμα, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ σχίσμα. Ὅταν διεπίστωσε ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον προοπτικὴ διορθώσεως, ἀλλὰ παγιωνόταν ἡ χρήση τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ὑπερσυντηρητικοὶ δὲ καὶ φανατικοὶ Ἁγιορεῖτες Ζηλωτὲς ἐξῆλθαν στὸν κόσμο καὶ ἀλλοίωναν τὸν χαρακτήρα τοῦ ζητήματος, ἀνάγοντάς το σὲ θέμα πίστεως καὶ δόγματος, μὲ ταυτόχρονη ἀποκήρυξη καὶ ἀναθεματισμὸ τῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας, γιατὶ δῆθεν ἐστερήθη τὴν Θεία Χάρη καὶ δὲν εἶχε πλέον ἔγκυρα μυστήρια, ἄλλαξε στάση, δέχθηκε κατ᾽ οἰκονομίαν τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο δὲν θίγει τὰ δόγματα οὔτε στερεῖ τὴν Θ. Χάρη, ἐξακολούθησε ὅμως νὰ πιστεύει καὶ νὰ γράφει ὅτι αὐτὴ ἡ κατ᾽ οἰκονομίαν ἀποδοχὴ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου δὲν πρέπει νὰ παρατείνεται, ἀλλὰ ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀκρίβεια μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ παραδοσιακοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ἤλπιζε ὅτι αὐτὸ θὰ γίνει σύντομα καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ ἐργαζόταν ἐπίμονα, συνιστώντας καὶ στοὺς παλαιοημερολογίτας νὰ μὴ ὀξύνουν τὰ πράγματα μὲ ἀκραῖες τοποθετήσεις ἐναντίον τῶν νεοημερολογιτῶν.
Ἀναφέρεται ἐπανειλημμένως στὸν μασόνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ ὡς κύριο ὑπεύθυνο τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης, χωρὶς βέβαια νὰ ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης τὸν ἀρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ὁ ὁποῖος ἐνώπιον τοῦ Γέροντος Φιλοθέου ἐμφανίσθηκε νὰ μετανοεῖ καὶ νὰ ἐπιρρίπτει τὴν εὐθύνη στὸν Μεταξάκη, εἰπών ἐπὶ λέξει: «Νὰ μὴ τὸ ἔσωνα, νὰ μὴ τὸ ἔσωνα. Αὐτὸς ὁ διεστραμμένος ὁ Μεταξάκης μὲ πῆρε στὸ λαιμό του»Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πατριάρχη Ἀθηναγόρα γράφει ὁ ὅσιος Φιλόθεος:«Τὴν διαίρεσιν καὶ τὸ σχίσμα ἐπέφερεν ἡ ἀπρομελέτητος, ἄσκοπος, ἄκαιρος καὶ διαβολικὴ καινοτομία, ἤτοι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Γρηγοριανοῦ (Παπικοῦ) ἡμερολογίου ὑπὸ τοῦ μασόνου προκατόχου σας Μελετίου Μεταξάκη παρασύραντος τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον»[19].

5. Ὅλοι περίμεναν νὰ λύσει τὸ Ἡμερολογιακὸ ἡ μέλλουσα Σύνοδος
Ἀπὸ τὴν σύντομη ἀναφορὰ στὴν πικρὴ ἱστορία τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης προκύπτει ὅτι μετὰ τὸμεγάλο τραῦμα στὴν λειτουργικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ στὶς διαιρέσειςκαὶ τὰ σχίσματα μεταξὺ τῶν πιστῶνὅλοι ἐκτιμοῦσαν ὅτι ἡ τραυματικὴ καὶ νοσηρὴ αὐτὴ κατάσταση ἔπρεπε νὰθεραπευθεῖ ἐπειγόντως μὲ τὴν σύγκληση Πανορθόδοξης ἢ Οἰκουμενικῆς ΣυνόδουΚαὶ μόνο γιὰ τὸ θέμα αὐτό, γι᾽ αὐτὴν τήν «κατεπείγουσα χρεία», ἦταν ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητη ἡ σύγκληση Μεγάλης Πανορθόδοξης Συνόδου. Τὸ ἐπρότειναν πολλὲς τοπικὲς ἐκκλησίες καὶ τὸ συνιστοῦσαν Ἅγιοι Γέροντες, συμβουλεύοντας νὰ κάνουν οἱ πιστοὶ ὑπομονή, γιατὶ ἐπρόκειτο περὶ προσωρινῆς ἀταξίας καὶ ἀνωμαλίας, τὴν ὁποία θὰ ἐθεράπευε ἡ Ἐκκλησία.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ καὶ ἀξιοσημείωτο ὅτι ἐπὶ ἑβδομήντα πέντε χρόνια τώρα ποὺ διαρκεῖ ἡ προσυνοδικὴ διαδικασία, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν «Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους» ποὺ συνεδρίασε στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου τὸ 1930, ἡ ὁποία καὶ κατήρτισε ἕνα πρῶτο κατάλογο θεμάτων, μέχρι πρὶν ἀπὸ δύο μῆνες, μέχρι τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2016, τὸ Ἡμερολογιακὸ καὶ τὸ συνημμένο μὲ αὐτὸ θέμα τοῦ Πασχαλίου παρέμενε σταθερὰ καὶ ἀμετακίνητα ὡς κύριο καὶ βασικὸ θέμα πρὸς ἐπίλυση. Στὸν πρῶτο εὐρύτατο κατάλογο τῆς Α´ Πανορθόδοξης Διάσκεψης τῆς Ρόδου τὸ 1961 τὸ θέμα ἀναγραφόταν στὸ κεφάλαιο ΙΙΙ τῶν θεμάτων ὡς ἑξῆς: «Ἡμερολογιακὸν ζήτημα. Μελέτη τοῦ ζητήματος ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν περὶ Πασχαλίου ἀπόφασιν τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐξεύρεσις τρόπου πρὸς ἀποκατάστασιν συμπράξεως μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ». Ἡ Δ´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη ποὺ συνῆλθε στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης τὸ 1968 περιόρισε τὸν ἀριθμὸ τῶν θεμάτων, ἀλλὰ ἄφησε ἀμετακίνητο τὸ Ἡμερολογιακὸ μὲ τὸν ἴδιο τίτλο ποὺ μνημονεύσαμε. Ἡ πρώτη προσυνοδικὴ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης τὸ 1971 ἔπραξε τὸ ἴδιο. Τελικῶς στὸν ὁριστικὸ κατάλογο τῶν δέκα (10) θεμάτων ποὺ ἐπρότεινε ἡ Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Γενεύης τὸ 1976 περιλαμβανόταν καὶ τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου ὑπὸ τὸν τίτλο «Τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἡμερολογίου».

6. Μὲ παρέμβαση τοῦ Παπισμοῦ καὶ τῶν Προτεσταντῶν ἐγκαταλείπεται τὸ Ἡμερολογιακό. Νέο θέμα: κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα.
Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ συμμετοχή μας στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καὶ τὰ «ἑνωτικά» ἀνοίγματα πρὸς τὸνΠαπισμὸ ἐνεθάρρυναν αὐτοὺς τοὺς χώρους νὰ ζητήσουν ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τὴν συμφωνία γιὰ κοινὸἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα σὲ μία σταθερὴ Κυριακὴ τοῦ ἈπριλίουΚρατήσαμε τὴν ἑνότητά μας οἱ Ὀρθόδοξοι, τουλάχιστον στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, καὶ μετὰ τὴν ἡμερολογιακὴ καινοτομία τοῦ Μεταξάκη· τώρα ὁ ἔξωθεν πειραστής, ἀφοῦ μας διήρεσε ὡς πρὸς ὅλες τὶς μεγάλες ἀκίνητες ἑορτὲς καὶ συντηρεῖ πολὺ καλὰ αὐτὸν τὸν χωρισμό, ἐπιδιώκει καὶ ἄλλα σχίσματα μὲ τὸν προτεινόμενο κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Στὶς συζητήσεις μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες δὲν ἀπορρίψαμε αὐτὴν τὴν νέα σχισματικὴ ἀντορθόδοξη πρόταση, ἀλλὰ ἁπλῶς σὲ συνέδρια οἰκουμενιστικὰ καὶ παρεμφερεῖς συναντήσεις ἐπιφυλαχθήκαμε νὰ συμφωνήσουμε, φοβούμενοι νέα σχίσματα καὶ ἀταξίες, χωρὶς νὰ παύσουν κάποιοι ἀνώτατοι ἀξιωματοῦχοι μας, ὅπως ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, νὰ δηλώνουν τὴν συμφωνία καὶ ἐπιθυμία τους γιὰ κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα.
Ἡ νέα αὐτὴ ἀπαίτηση καὶ ἐξέλιξη περὶ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν πάνσοφη πονηρία τῶν ὑποκινητῶν, ποὺ στηρίζεται στὸ ἐπιχείρημα «ζήτα περισσότερα γιὰ νὰ κρατήσεις αὐτὰ ποὺ ἔχεις», συνετέλεσε ὥστε τὸ μεγάλο ζήτημα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης τοῦ 1924 νὰ περάσει ὄχι μόνο σὲ δεύτερη μοίρα, ἀλλὰ σχεδὸν νὰ ξεχασθεῖ καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει πλέον κάποια προοπτικὴ καὶ ἐλπίδα νὰ ἐπανέλθουν οἱ τοπικὲς αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σὲ λειτουργικὴ ἑνότητα, καὶ ἡ διαίρεση τῶν πιστῶν σὲ παλαιοημερολογίτες καὶ νεοημερολογίτες νὰ τραυματίζει τὴν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποκατέστησαν τὴν ἑνότητα στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα· οἱ σύγχρονοι «Πατέρες» διέσπασαν τὴν ἑνότητα σὲ ὅλες τὶς ἄλλες ἑορτές, καὶ ὄχι μόνον δὲν κάνουν τίποτε γιὰ νὰ τὴν ἀποκαταστήσουν, ἀλλὰ αὐθαιρέτως οἱ προκαθήμενοι τὸν περασμένο Ἰανουάριο, πραξικοπηματικῶς, χωρὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῶν ἱεραρχιῶν τους, ἔβγαλαν τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τοῦ Πασχαλίου ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν θεμάτων, τὸ μόνο ἐπεῖγον καὶ ἀναγκαῖο πρὸς ἐπίλυσιν θέμα.
Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ ἄλλωστε ἦταν προσανατολισμένο καὶ τὸ προσυνοδικὸ κείμενο ποὺ ἑτοίμασε ἡ Β´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Γενεύης τοῦ 1982, τὸ ὁποῖο δέχθηκε ἀμετάβλητο ἡ «Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπή», ποὺ συνέστησαν οἱ Προκαθήμενοι τὸν Μάρτιο τοῦ 2014, καὶ τὸ παρέπεμψε ὡς εἶχε στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, ὅπου ὅμως δὲν θὰ φθάσει ποτέ, ἀφοῦ τὸ ἀπέσυραν οἱ Προκαθήμενοι.
Στὸ κείμενο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει τὶς ἐκτιμήσεις μας, καὶ τὸ παραθέτουμε ὁλόκληρο σὲ ὑποσημείωση, τὸ βάρος ρίπτεται στὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Δὲν ὑπάρχει καμμία σκέψη, πρόταση, ἐκτίμηση γιὰ τὸ ἡμερολογιακὸ τραῦμα τοῦ 1924 καὶ τὴν ἀνάγκη θεραπείας του. Οὐσιαστικῶς δικαιώνεται τὸ πραξικόπημα τοῦ Μελετίου Μεταξάκη καὶ τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, καὶ καλοῦνται σὲ ὑπακοή «οἱ τυχὸν ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὴν κανονικὴν αὐτῶν ἐκκλησίαν»[20]

7. Γιατί ἀποσύρθηκε τὸ Ἡμερολογιακὸ ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν θεμάτων; Κωνσταντινούπολη καὶ Μόσχα κατώτερες τῶν περιστάσεων. Δὲν σήκωσαν τό «βάρος τῆς ἡμέρας».
Γιατί τότε ἀποσύρθηκε τὸ κείμενο ἀπὸ τὰ θέματα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου; Οἱ ἐξηγήσεις τῶν ὑπευθύνων προσώπων δὲν συμφωνοῦν ἀπολύτως, δίδουν πάντως τὴν δυνατότητα κάποιων ἐκτιμήσεων. Ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης, πρόεδρος τῆς Εἰδικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν δύο τελευταίων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, ἐνημερώνοντας τοὺς ἱεράρχες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸ περασμένο καλοκαίρι (29.8.2015) εἶπε γιὰ τὸ θέμα: «Τὸ θέμα τοῦτο ἀπησχόλησε τὴν Β´ Προσυνοδικὴν Διάσκεψιν κατόπιν μακρᾶς προετοιμασίας, ἡ ὁποία περιελάμβανε γνωμοδοτήσεις καὶ συσκέψεις εἰδικῶν ἀστρονόμων, διὰ τῶν ὁποίων κατεδεικνύετο ἡ ἀνάγκη προσαρμογῆς τοῦ τρόπου ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ διετυποῦτο ἡ πρότασις περὶ διερευνήσεως τῆς δυνατότητος κοινοῦ χρόνου ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ὑφ᾽ ὅλων τῶν χριστιανῶν. Κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ κείμενον παρεπέμφθη ὑπὸ τῶν Προκαθημένων δι᾽ ἐπιμέλειαν διετυπώθη ὑπὸ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ἐκκλησιῶν Ρωσσίας, Σερβίας καὶ Γεωργίας ἡ πρότασις ὅπως τὸ ὅλον θέμα ἐκπέσῃ τοῦ καταλόγου τῶν θεμάτων τῆς Συνόδου ὡς μὴ ἀπασχολοῦν πλέον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ αἱ λοιπαὶ ἀντιπροσωπεῖαι ἔκριναν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲον νὰ παραμείνῃ ἀνοικτὸν δοθέντος ὅτι, ἰδίᾳ ἐν τῇ Διασπορᾷ, τὸ θέμα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἀποτελεῖ ποιμαντικὸν πρόβλημα, ἰδίᾳ εἰς περιπτώσεις μικτῶν γάμων καὶ γενικῶς λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῆς ἁρμονικῆς συμβιώσεως μετὰ τῶν μὴ Ὀρθοδόξων. Οὕτω, τὸ Κείμενον τῆς Β´ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως μὴ ὑποστὰν οἱανδήποτε μεταβολὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς παραπέμπεται ὡς ἔχει εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον».
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στὴν τελευταία καὶ ἀποφασιστικὴ συνάντηση τῶν Προκαθημένων στὴν Γενεύη τὸν προηγούμενο Ἰανουάριο (2016) στὴν ἐναρκτήρια εἰσήγησή του (22 Ἰανουαρίου 2016) εἶπε γιὰ τὸ θέμα τὰ ἑξῆς: «Ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ καὶ παρὰ τὰ ὁμοφώνως ἀποφασισθέντα Ἐκκλησίαι τινὲς ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμίαν ἢ καὶ ἀξίωσιν ὅπως ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἀναβληθῇ, μέχρις ὅτου συζητηθοῦν καὶ τύχουν ὁμοφώνου ἀποδοχῆς τόσον τὰ θέματα τοῦ Αὐτοκεφάλου καὶ τῶν Διπτύχων, ὅσον καὶ τὰ μὴ τυχόντα ὁμοφώνου τροποποιήσεως ὑπὸ τῆς ἀνωτέρω μνημονευθείσης Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς Κείμενα τῆς Β´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1982) περὶ Κωλυμάτων γάμου καὶ Κοινοῦ ἡμερολογίου. ῾Ως πρὸς τὰ τελευταῖα δύο θέματα δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἔκπληξιν ἡμῶν ἐκ τῆς ὡς ἄνω ἀξιώσεως, δοθέντος ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνάξεως ἡμῶν τοῦ ἔτους 2014 οὐδόλως προέβλεπε ριζικὴν ἀναθεώρησιν (revision) τῶν κειμένων τούτων, ἀλλ᾽ ἁπλῆν «ἐπιμέλειαν» (editing) αὐτῶν ὑπὸ τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, διὸ καὶ ὀρθῶς ὁ προεδρεύων αὐτῆς δὲν ἐπέτρεψεν ριζικήν τινα ἀναθεώρησιν αὐτῶν, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει παράβασιν ἢ ὑπέρβασιν τῆς δοθείσης τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπὸ τῆς Συνάξεως ἡμῶν ἐντολῆς. Ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐν λόγῳ κειμένων ἀξίωσις ὡρισμένων Ἐκκλησιῶν θὰ ἀπῄτει σαφῶς νέαν ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων, διάφορον τῆς ληφθείσης ἐν ἔτει 2014 τοιαύτης περὶ ἁπλῆς ἐπιμελείας τῶν ἐν λόγῳ κειμένων, ἥτις ἐπιμέλεια, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ θίξῃ τὸν πυρῆνα τοῦ περιεχομένου τῶν κειμένων τούτων».
Ἀπὸ Ἀνακοίνωση τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (23 Ἰανουαρίου 2016) πληροφορούμαστε τὰ ἑξῆς: «Ὁ Προκαθήμενος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας εἶναι βέβαιος ὅτι ἀναθεωρήσεως χρήζει τὸ σχέδιο κειμένου “Tὸ ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου” καὶ τόνισε ὅτι τὸ θέμα τοῦ “ἀκριβοῦς προσδιορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα” γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐπίκαιρο καὶ μόνο σύγχυση μπορεῖ νὰ προκαλέσει στοὺς πολλοὺς πιστούς».
Ἀπὸ τὶς τοποθετήσεις τῶν τριῶν αὐτῶν κατ᾽ ἐξοχὴν ὑπευθύνων προσώπων προκύπτουν τὰ ἑξῆς. Ὁ μητροπολίτης Περγάμου ὑπεραμυνόμενος σταθερὰ τὴν γραμμὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐμμένει νὰ κρατήσει ζωντανὴ τὴν πρόταση περί «κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ὑφ᾽ ὅλων τῶν Χριστιανῶν», δεδομένου μάλιστα ὅτι στὶς χῶρες τῆς Διασπορᾶς αὐτὸ ἀποτελεῖ ποιμαντικὸ πρόβλημα, καὶ παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἐκκλησιῶν Ρωσίας, Σερβίας καὶ Γεωργίας, ποὺ πρότειναν νὰ ἐκπέσει τὸ θέμα καὶ νὰ μὴ συζητηθεῖ, κατόρθωσε νὰ τὸ περάσει χωρὶς ἀλλαγὲς καὶ νὰ τὸ στείλει στὴ Σύνοδο. Ἂν αὐτὸ τελικὰ γινόταν καὶ τὸ κείμενο ἐγκρινόταν ἀπὸ τὴ Σύνοδο, ὅπως ἤδη εἴπαμε, αὐτὸ θὰ ἀποτελοῦσε δικαίωση τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης τοῦ Μεταξάκη καὶ διαιώνιση τοῦ ἡμερολογιακοῦ σχίσματος, ἀλλὰ καὶ θὰ ἄνοιγε εὐέλπιδες προοπτικὲς γιὰ τὸν καθορισμὸ τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ὁ πατριάρχης τῆς Ρωσίας Κύριλλος, διπλωματικώτερα, δὲν ἐζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ τὸ κείμενο, ἀλλὰ νὰ γίνουν τροποποιήσεις. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ τροποποιήσεις ποὺ ζητοῦσε ἀνέτρεπαν τὰ δύο σημαντικὰ στοιχεῖα τῆς γραμμῆς τοῦ Φαναρίου ποὺ μνημονεύσαμε, δηλαδὴ τὴν διατήρηση τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, ὁπότε προτίμησε καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς νὰ μὴ συζητηθεῖ τὸ θέμα ἀπὸ τὸ νὰ ἡττηθεῖ καὶ νὰ ἀνατρέψει τὴν οἰκουμενιστικὴ πολιτικὴ τῆς Κωνσταντινούπολης. Κερδισμένη πάντως περισσότερο εἶναι ἡ Μόσχα, ποὺ καυχᾶται ἤδη στοὺς δικούς της πιστοὺς ὅτι δὲν ἄφησε νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ δικαιωθοῦν οἱ μεταρρυθμίσεις στὸ Ἡμερολόγιο καὶ στὸ Πασχάλιο. Εἶναι χαμένη ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατὶ στερεῖται πλέον οἰκουμενικῶν διδασκάλων καὶ ἡγετῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουν μόνον στενὰ καὶ τοπικὰ τὸ δικό τους ποίμνιο καὶ δὲν ἀλλοιθωρίζουν πρὸς τὴν ἰσχυρὴ καὶ αἱρετικὴ Δύση, ἀλλὰ καθολικὰ καὶ φιλάδελφα βέπουν ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων. Ποιός θὰ ἐπαναφέρει καὶ πότε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὸν ἑορτασμὸ τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων, τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν καὶ τῶν ἑορτῶν τῶν Ἁγίων; Δὲν ἐνδιαφέρεται γι᾽ αὐτὸ ἡ Μόσχα; Μὲ τὴν τοπικιστική, μὴ καθολικὴ αὐτὴ νοοτροπία, οὔτε τὸ θέμα τοῦ Ἀρείου, οὔτε τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα θὰ ἔλυε ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Τὸ πιὸ πικρὸ ὅμως καὶ ὀδυνηρὸ εἶναι ὅτι Κωνσταντινούπολη καὶ Μόσχα, παρὰ τὶς διαφορές τους σὲ ἐπὶ μέρους ζητήματα, προχωροῦν ὁμόφρονες καὶ ἀγαλλομένῳ ποδὶ στὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ τῶν αἱρετικῶν κειμένων ποὺ αὐτοὶ ἔχουν ἐκπονήσει καὶ μὲ τὴν συνέχιση τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ὑποβιβάζοντας καὶ εὐτελίζοντας τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, τὸ Θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, σὲ μικρὸ κομμάτι καὶ συμπλήρωμα αὐτῆς τῆς αἱρετικῆς πανσπερμίας. Ὑπάρχει κάτι ἀνάλογο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας; Ἐκ τῶν προτέρων διαπιστώνεται ὅτι μὲ αὐτὲς τὶς προδιαγραφὲς καὶ κατευθύνσεις ἡ Σύνοδος δὲν ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν προηγουμένων συνόδων καὶ θὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὡς ψευδοσύνοδος.
Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦτανμονομερὴς καὶ πραξικοπηματικὴ ἐνέργειαγιατὶ δὲν ἔγινε μὲ πανορθόδοξη ἀπόφασηΔιέσπασε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ προκάλεσε σχίσματα καὶ διαιρέσεις μεταξὺ τῶν πιστῶν.
Πολλοὶ δέχθηκαν τὴν ἀλλαγὴ ὡς προσωρινὴ «κατ᾽ οἰκονομίαν» λύση, μέχρις ὅτου μία Πανορθόδοξη Σύνοδος ἐπιληφθεῖ τοῦ θέματος καὶ ἐπαναφέρει τὴν ἑορτολογικὴ ἑνότητα, ποὺ ἦταν ἀδιατάρακτη στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ 1600 χρόνια, ἀπὸ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο μέχρι τὸ 1924. Στὴν ἀλλαγὴ συνήργησαν καὶ ὤθησαν ἀλλόδοξες «ἐκκλησίες» καὶ μυστικὲς ἑταιρεῖες, μέσῳ τοῦ μασόνου πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη.
Ἦταν προσμονὴ ὅλων καὶ δέσμευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» νὰ συζητήσει καὶ νὰ ἐπιλύσει τὸ θέμα. Δυστυχῶς κατὰ τὴν μακρὰ προσυνοδικὴ διαδικασία Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες ἔθεσαν στοὺς Ὀρθοδόξους νέο θέμα, τὸν «κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα», μὲ συνέπεια νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ ἀτονήσει ἡ συζήτηση γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ τραύματος τῆς λειτουργικῆς ἑνότητος στὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, ποὺ προκλήθηκε χωρὶς λόγο καὶ ποιμαντικὴ ἀνάγκη.
Στὴν τελικὴ φάση τῆς Συνόδου καὶ χωρὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν θεμάτων, ἐνῶ ἦταν τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν ἐπεῖγον καὶ φλέγον θέμα. Καὶ ἀποσύρθηκε, διότι ἡ μὲν Μόσχα, ἀκολουθοῦσα πάντοτε τὸ Πάτριο Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο, δὲν ἤθελε νομιμοποίηση τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης τοῦ Μεταξάκη καὶ μεταφορὰ τῶν διαιρέσεων καὶ στὸ δικό της ποίμνιο, ἡ δὲ Κωνσταντινούπολη, ἀδιαφοροῦσα γιὰ τὸ τραῦμα τῆς ἑνότητος ποὺ ἡ ἴδια προκάλεσε, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποστηρίζει τὸ Νέο Ἡμερολόγιο καὶ νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν πρόταση γιὰ κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Καὶ ἐπειδὴ ἀμφότερες οἱ ἡγεσίες συμφωνοῦν στὴν νομιμοποίηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ εἶναι πολὺ βαρύτερο θέμα ἀπὸ τὸ Ἡμερολόγιο καὶ τὸ Πασχάλιο, ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ μέση τὰ «χωρίζοντα» γιὰ νὰ προχωρήσουν μὲ τά «ἑνοῦντα», ὅπως θέλουν πάλι ἐξωεκκλησιαστικὰ κέντρα καὶ μυστικὲς ἑταιρεῖες, γιὰ νὰ προκαλέσουν καὶ νέα σχίσματα.





[1]Ιωαννου Καρμιρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος 2, Graz–Austria 19682, σελ. 1039 καὶ Αντωνιου Παπαδοπουλου, Κείμενα Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, Ἐκδ. Οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 15.
[2]Αντωνιου Παπαδοπουλου, Αὐτόθι, σελ. 38.
[3]. Αὐτόθι, σελ. 53.
[4]Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 1043. Αντωνιου Παπαδοπουλου, Αὐτόθι σελ. 81. Ὁ ἀείμνηστος Ἁγιορείτης μοναχὸςΝικοδημος Μπιλαλησ, ἀπὸ τοὺς καλυτέρους γνῶστες καὶ μελετητὲς τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου κρίνει διαφορετικὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´, σὲ μελέτη του μὲ τίτλο «Οἰκουμενισμὸς καὶ ἀλλαγὴ Πασχαλίου», εἰς Οἰκουμενισμός. Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Πρακτικὰ Διορθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου. Αἴθουσα Τελετῶν Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 23-25 Σεπτεμβρίου 2004, Ἐκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2008, τόμ. 2, σελ. 937. Γράφει:
«Ἔτσι ὁ Ἰωακείμ, “ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν” (Λουκ. 8, 35), ὡς μύστης τῆς φαναριωτικῆς διπλωματίας, ἀναδιπλώθηκε καὶ ἀπέστειλε νέο Ἐγκύκλιο Γράμμα τὸ 1904, ὅπου ὑπερθεματίζει γιὰ τὴ μὴ ἀλλαγὴ Ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου! Πλὴν ὅμως, ὡς ἔμπειρος διπλωμάτης, μετέθετε τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου-Πασχαλίου στὸ μέλλον. Ἰδοὺ χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Γράμματός του τοῦ 1904: “...Περὶ δὲ τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς Ἡμερολογίου τοιαύτην ἔχομεν γνώμην· αἰδέσιμον (=σεβαστό) εἶναι καὶ ἔμπεδον (=ἑδραῖο καὶ ἀμετακίνητο) τὸ ἀπὸ αἰώνων μὲν ἤδη καθωρισμένον, κεκυρωμένον δὲ τῇ διηνεκεῖ τῆς Ἐκκλησίας πράξει Πασχάλιον, ὡς (=ὥστε) οὐκ ἐξόν (=νὰ μὴν εἶναι δυνατό) περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι... Πρόωρον, τό γε νῦν, καὶ ὅλως περιττὸν ἡγούμεθα· ἡμεῖς τε γὰρ οὐδαμῶς ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως ὑποχρεούμεθα μεταλλάττειν Ἡμερολόγιον”. Πῶς νὰ χαρκατηρίσουμε τὴν ἀνωτέρω παράγραφο; Θαυμάσιο ἐγκώμιο ὑπὲρ τοῦ “αἰδεσίμου καὶ ἐμπέδου... ” Ἡμερολογίου-Πασχαλίου; Δυστυχῶς ΟΧΙ, ἐφόσον περιέχει τὴν ἀκροτελεύτια περίοδο καὶ φράση καὶ μάλιστα τὶς λέξεις “πρόωρον...τό γε νῦν...”. Προφανῶς οἱ λέξεις αὐτὲς εἶναι μιὰ χαραμάδα ἢ ρωγμὴ στὸ ἀρραγὲς ὀρθόδοξο τεῖχος ἢ μιὰ σταγόνα δηλητηρίου σ᾽ ἕνα ὡραῖο ποτὸ ἢ φαγητό!...Ἐνῶ ρητὰ προαναφέρει “ὡς οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι...οὐδαμῶς...”, κατακλείει τὸ διπλωματικό του λόγο μὲ τὶς λέξεις “πρόωρον ..τὸ γε νῦν” ἢ ἄλλως “οὔπω καιρός”. Ὡσὰν δηλαδὴ νὰ λέγει: Περιμένετε λίγο, ὣς τὰ θλιβερὰ ἔτη 1920 καὶ 1923-24, ὁπότε ὁ δικός μου σπόρος θὰ ἔχει φυτρώσει καὶ θὰ ἔχει γίνει δένδρο μέ “μεγάλας ἀναδενδράδας...», ποὺ θὰ “ἑνωθοῦν” μὲ ἐκεῖνες τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ».
[5]. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος ὡς ἀγωνιστὴς καὶ ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ ἀναφορὲς στὴν ἐπικαιρότητα, Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 80-101.
[6]. Βλ. Χριστοδουλου Παρασκευαϊδη, μητροπολίτου Δημητριάδος (μετέπειτα ἀρχιεπι-σκόπου Ἀθηνῶν), Ἱστορικὴ καὶ κανονικὴ θεώρηση τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Ζητήματος κατά τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι, Ἀθῆναι 1982, σελ. 41.
[7]. Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923), ἐν Κωνσταντινουπόλει, Ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου 1923, σελ. 6.
[8]. Αὐτόθι, σελ. 13-14.
[9]. Αὐτόθι, σελ. 67.
[10]. Ὁλόκληρη ἡ ἐπιστολὴ εἰς Γρηγ. Ευστρατιαδη, Ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου,Ἀθῆναι 1924, ἐπανέκδοση ἀπὸ Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1977, σελ. 29-33.
[11]. Βλ. ᾽Αρχιμ. Θεοκλητου Α. Στραγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία, τόμ. 2, Ἀθῆναι 1970, σελ. 1161-1162: «...καὶ περὶ ἄλλων μέντοι θεμάτων ὅσα τε ζήλῳ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν ἐξεσφενδόνισται ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καὶ ὅσα ἅρπαγι ὁρμῇ ἐχθρῶν αἰωνίων βυσσοδομεῖται καὶ ἐπισείεται κατὰ τῆς ἁγιωτάτης μητρὸς τῶν Ἐκκλησιῶν...».
[12]Γρηγ. Ευστρατιαδη, Αὐτόθι, σελ. 185-186.
[13]. Μητροπολίτου Κασσανδρείας Ειρηναιου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, συγκληθεῖσαν τῇ 14 Ἰουνίου 1929, Ἐν Ἀθήναις, Τύποις «Αὐγῆς», Ἀθαν. Παπασπύρου 1929.
[14]. Βλ. Εἰς Γρηγ. Ευστρατιαδη, Αὐτόθι, σελ. 201-203: «Τῶν ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς ἐπὶ Ἱερεμίου τοῦ Β´ τοῦ Τρανοῦ, ἐν Μεγάλῃ Συνόδῳ ἀποκηρυξάντων τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον καὶ δεινοῖς ἐπιτιμίοις ἀποκλεισάντων οἱανδήποτε ἀλλαγὴν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου καὶ Πασχαλίου, μόνον Μείζονι Συνόδῳ Τοπικῇ ἢ Οἰκουμενικῇ νόμοις καὶ Ἱεροῖς Κανόνιν ἐπιτέτραπται πᾶσα περαιτέρω ἀνακίνησις τῶν ζητημάτων τούτων.
Κατὰ ταῦτα
Οὐδεμία τῶν ἐπὶ μέρους Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἴτε Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὀνομάζεται αὕτη εἴτε Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἄλλη τις ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία, ἐδικαιοῦτο μονομερῶς, ἐφ᾽ ὕβρει τῶν οὕτω ὁμοφώνως θεσπισάντων Ἱερωτάτων Πατριαρχῶν καὶ ἀσεβεῖ καταπατήσει τῶν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, εὐσταθείας, ἑνότητος καὶ ὁμοφωνίας τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν ἐν τῷ συνεορτασμῷ τῶν Μεγάλων τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως ἑορτῶν καὶ ἰδίᾳ τοῦ Ἁγίου Πάσχα ὑπὸ τῶν Μ. καὶ Ἁγίων 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων καθορισθέντων, ἵνα διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μετηρρυθμισμένα ἡμερολόγια καὶ Πασχάλια, διασπῶσα οὕτω τὴν ζηλευτῶς ἐπὶ αἰῶνας βασιλεύουσαν ἐν τῇ Μιᾷ, Ἁγίᾳ Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ κατὰ Ἀνατολὰς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, Ἑνότητα, Ὁμόνοιαν καὶ Ἀγάπην, καὶ σκανδαλίζουσα τὰ μετ᾽ ἀφοσιώσεως καὶ ἐν ἀφελότητι καρδίας προσκεκολλημένα εἰς τὸ ἀποπνέον ἀποστολικότητα, πατερικότητα καὶ οἰκουμενικότητα ἀρχαῖον Ἐκκλησιαστικὸν καθεστὼς πιστὰ τῆς Ἐκκλησίας τέκνα.
Οἱ ὑποφαινόμενοι Μητροπολῖται τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις διοικητικῶς ἡνωμένων Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου μετὰ τῶν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τετελεσμένων γεγονότων, τὴν ἀνάγκην ποιούμενοι φιλοτιμίαν καὶ τὰ Μητρικὰ σφάλματα υἱϊκῇ στοργῇ καὶ σεβασμῷ συγκαλύπτοντες, ἀνεχόμεθα τὰ συναρπαγῇ τελεσθέντα καὶ ἑτοίμως ἔχομεν ἀποδέξασθαι ταῦτα, ἕως οὗ μείζων Σύνοδος ἐπιληφθῇ καὶ διευθετήσῃ αὐτά, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς τρεῖς ὅρους:
1) Ἂν διὰ τοῦ ὑπὸ ὑπογραφὴν σήμερον περὶ ἡμερολογίου τῆς προχθὲς Τρίτης 2 Ἰουλίου Πρακτικοῦ ὁλόκληρος ἡ συνεδριάζουσα Ἑλληνικὴ Ἱεραρχία συνυποσχεθῇ, ὅτι ἀπὸ σήμερον κλείει ὁριστικῶς τὴν θύραν τῶν καινοτομιῶν ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἑλληνικῇ Ἐκκλησίᾳ.
2) Ἂν ἀξιοχρέῳ ποιμαντικῇ προνοίᾳ θελήσῃ νὰ παύσῃ πᾶσαν καταδίωξιν ἢ πίεσιν κατὰ τῶν στερρῶς ἐχομένων καὶ ἀνενδότως ἀφωσιωμένων εἰς τὸ ἀπὸ τῆς πρώτης συστάσεως μέχρι σήμερον ἐν τῇ Ἀγίᾳ ἡμῶν Ἐκκλησίᾳ ἐν χρήσει ὑπάρχον Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον ἀγαπητῶν Ὁμογενῶν καὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν καὶ τέκνων ἡμῶν καὶ
3) Ἂν ἀποφασίσῃ ἡ συνεδριάζουσα Ἱεραρχία, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς τὴν σύνεσιν τῶν κατὰ τόπους Ἁγίων ἀδελφῶν τὴν διὰ τῶν κανονικῶν Ἱερέων ἐξοικονόμησιν καὶ θεραπείαν τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν τῶν τυπτομένων τὴν συνείδησιν εὐσεβῶν τῆς Ἐκκλησίας τέκνων “ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν”.
Ἄλλως διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῶν τελεσθέντων, ἐπιφυλασσόμεθα ἵνα καταγγείλωμεν αὐτὰ ἐνώπιον τῆς θᾶσσον ἢ βράδιον συγκληθησομένης μεγάλης Πανορθoδόξου Συνόδου».
[15]. Ἀρχιμ. Γαβριηλ Διονυσιατης, «Τὸ Ἡμερολογιακὸν Ζήτημα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος», εἰς Τὸ Ἡμερολογιακὸν Ζήτημα (Μικρὰ συμβολὴ εἰς τὴν ἐπίλυσίν του), Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 2004, σελ. 18-19.
[16]. Αὐτόθι, σελ. 20-21.
[17]. Αὐτόθι, σελ. 19-20.
[18]. Συνεδρία Γ´ (10 Ἰουνίου 1930), Πρακτικὰ τῆς Προκαταρκτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς συνελθούσης ἐν τῇ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἱερᾷ Μεγίστῃ Μονῇ τοῦ Βατοπεδίου (8-23 Ἰουνίου 1930), ἐν Κωνσταντινουπόλει 1930, σελ. 69: «Ἔχοντες πικρὰν τὴν πεῖραν ἐξ ἄλλης Συσκέψεως, ἐν ᾗ καὶ ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἶχεν Ἀντιπροσώπους, ἀναγκαζόμεθα νὰ εἴμεθα ὠμῶς εἰλικρινεῖς. Εἶνε γνωστὸν ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, καίπερ μὴ γενόμεναι ἀποδεκταί, ἐθεωρήθησαν ὡς Ἀποφάσεις Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καὶ τοῦτο ἐδημιούργησεν εἶδός τι σχίσματος. Διό καὶ ἐζητήσαμεν διασαφήσεις, διότι ἀπεστάλημεν ἐνταῦθα μὲ πνεῦμα συντηρητικότητος». Στὴ δευτερολογία του: «Ὁ Σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος, εὐχαριστῶν, ἐρωτᾷ μήπως ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἔχῃ σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ Πανορθόδοξον Συνέδριον Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἐπὶ τῇ ἀρνητικῇ ἀπαντήσει τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἁγίου Προέδρου εὐχαριστεῖ καὶ αὖθις θερμῶς, δικαιολογῶν ἅμα τὴν ἐρώτησιν ἐκ τῶν τοῖς πᾶσι γνωστῶν ἀνωμαλιῶν, αἵτινες προῆλθον ἀπὸ τοῦ Συνεδρίου τούτου». Βλ. σχετικῶς Μοναχοῦ Σεραφειμ, «Ἡ Μασονία καὶ οἱ Πατριάρχες», Θεοδρομία 16 (2014) 524-525.
[19]. Περὶ ὅλων αὐτῶν καὶ ἄλλων βλ. εἰς Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος…, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 80-101.
[20]. «Ἐπὶ τοῦ θέματος: Ἡμερολογιακὸν Ζήτημα. Μελέτη τοῦ ζητήματος ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν περὶ Πασχαλίου ἀπόφασιν τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐξεύρεσις τρόπου συμπράξεως μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ὑφ᾽ ἁπάντων τῶν Χριστιανῶν ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἐν ὡρισμένῃ Κυριακῇ.
Ἡ Β´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψις:
1. Ἤκουσε τὰς ἐπιστημονικὰς ἐπεξηγήσεις ἀστρονόμων καθηγητῶν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι εἷς ἀκριβέστερος προσδιορισμὸς τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα -πάντοτε τὴν πρώτη Κυριακὴν μετὰ τὴν πανσέληνον μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου- ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν τούτων δεδομένων, θὰ ἠδύνατο νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.
2. Εὑρέθη σύμφωνος, ἐν τῇ περαιτέρῳ ἐξετάσει τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τῶν ἑξῆς κεφαλαιώδους σημασίας σημείων:
α) ὅτι τὸ ὅλον θέμα, πολὺ πέραν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας, εἶναι θέμα ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου Ὀρθοδοξίας, τῆς ὁποίας ἡ ἑνότης κατ᾽ οὐδένα λόγον ἢ τρόπον πρέπει νὰ διασαλευθῆ·
β) ὅτι εἶναι θέμα ὑπευθύνου ἐκτιμήσεως ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τῶν ποιμαντικῶν εὐθυνῶν αὐτῆς καὶ τῶν ἀντιστοίχων ποιμαντικῶν ἀναγκῶν τοῦ ποιμνίου αὐτῆς· καὶ
γ) ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν διάρθρωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέτοιμος ἢ τουλάχιστον ἀπροπαράσκευος καὶ ἀπληροφόρητος διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ δεχθῇ μίαν ἀλλαγὴν εἰς τὸ θέμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα.
3. Ἔκρινε, διὰ πάντα ταῦτα, ὅτι πᾶσα ἀναθεώρησις ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερον τῆς πράξεως ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα, ἐν τῇ ὁποίᾳ πράξει καὶ ἔχομεν ἄλλωστε τὸν ἀπὸ αἰώνων κοινὸν ἑορτασμὸν τοῦ Πάσχα ἡμῶν, ἀφεθῇ δι᾽ εὐθετώτερον καιρόν, τοῦ Θεοῦ εὐδοκοῦντος.
4. Θεωρεῖ ἀπαραίτητον καὶ τὴν ἐφ᾽ ἑξῆς συστηματικωτέραν κατὰ τὸ δυνατὸν πληροφόρησιν τοῦ ποιμνίου εἰς ἑκάστην ἐπὶ μέρους Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἵνα ἡ Ὀρθοδοξία, ἐν εὐρύτητι νοῦ καὶ καρδίας, προχωρήσῃ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀπὸ κοινοῦ ἐν ἀκριβείᾳ ἀλλὰ καὶ ἐν πιστότητι πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπιτεύξεως ἑνιαίου ἑορτασμοῦ τῆς μεγίστης τῶν ἑορτῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦθ᾽ ὅπερ ἦτο καὶ ἡ σαφὴς πρόθεσις τῆς ἁγίας ἐκείνης Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
5. Διακηρύττει, ὅτι τὸ ἡμερολόγιον καὶ αἱ ἐπὶ τούτου δημιουργηθεῖσαι ἀνώμαλοι καταστάσεις δὲν πρέπει νὰ ὁδηγῶσιν εἰς διχασμούς, διαστάσεις ἢ καὶ σχίσματα ἀκόμη, καὶ ὅτι τυχὸν ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὴν κανονικὴν αὐτῶν Ἐκκλησίαν πρέπει νὰ υἱοθετήσωσι τὴν ἐκ παραδόσεως καθιερωμένην τιμίαν ἀρχὴν τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὴν κανονικὴν Ἐκκλησίαν καὶ τῆς ἐπανασυνδέσεως αὐτῶν ἐντὸς τῶν κόλπων αὐτῆς ἐν εὐχαριστιακῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι «τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο καὶ οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον» (Μάρκ. 2, 27).
Ἀναγνωρίζει τὴν λυσιτέλειαν τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου προσπαθειῶν ἐν προκειμένῳ καὶ τὴν χρησιμότητα τυχὸν μελλοντικῆς συνεχίσεως τούτων». Tὸ κείμενον ἐλήφθη ἀπὸ Μητροπολίτου Ἑλβετίας Δαμασκηνου, Πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον. Προβλήματα καὶ Προοπτικαί, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Σειρὰ Διαλέξεις, Ἀθῆναι 1990, σελ. 38-41.

πηγή:http://apologitikaa.blogspot.gr/2016/04/blog-post_6.html?spref=fb